πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.
                                      






πως



πως περι

κόβω



ανοίγω



το δέρμα

το λίπος το κόκαλο τους τένοντες

απελευθερώνω

τα ψέματα

τις σκιές

τα ψέματα

τις μακριές αλυσίδες, τις ενωμένες

αλυσίδες –



πως

ανοίγω

το μεδούλι

τη σκιά

ανοίγω

αρδευτικά κανάλια



φως στο αίμα όπως φως στο νερό



πως κόβω

αυλάκια σε σχήμα ν



ανοίγω



αφαιρώ

ξεπλένω

οδηγώ έξω



τα λιπαρά, διογκωμένα

υποκριτικά φαρισαϊκά αναίσχυντα

ανεύθυνα, ιδιοτελή



ψέματα, γεύματα ψεμάτων








Ορφέας 2: Η Πρώτη Γυναίκα Μιλάει



Ήρθε σε εμάς από την άγρια φύση.



Μόλις τον είδαμε ξέραμε

ποιος ήταν:

ο Ορφέας, επέστρεψε από τους νεκρούς.

Τα μαλλιά του ήταν μπλεγμένα

και τα επίμονα μάτια του

κοιτώντας ό,τι κοιτούσαν

δεν χρησίμευαν στα πόδια του –

περπατούσε σαν τα πόδια του να ήταν πέτρες

που κρέμονται αδρανείς μέχρι κάτι άλλο αόρατο

να τα βγάλει από τη μέση.

Κρέμασε τον αυλό στον ώμο

και στάθηκε λαχανιασμένος μπροστά μας

πνιγμένος από το λουρί.



Τον πλύναμε και καθαρίσαμε τα ρούχα του

και τον ταΐσαμε,

αλλά ακόμα και όταν κοιμόταν

τα μάτια του δεν έκλειναν.

Κάρφωναν σαν μπρούτζος που δεν βλεφαρίζει.

Όταν μίλησε, η φωνή του

ήταν ένα πνιχτό γάβγισμα.

Οι λέξεις ακινητοποιούνται στους θανάτους μέσα του.



Βάλαμε τον αυλό του στην άκρη

και τον περιθάλψαμε,

πλένοντάς τον στο ποτάμι

στεγνώνοντας τα ρούχα του στις πέτρες

ταΐζοντάς τον, μιλώντας του,

παίζοντας μαζί του σαν να ήταν παιδί στον ήλιο,

προσπαθώντας να του μάθουμε πως να χρησιμοποιεί τα χέρια του.



Κάποιες μέρες φαινόταν να είναι καλύτερα

αλλά μετά πάλι τίποτα.

Μετά βίας κινούταν·

Έτρωγε με εκείνα τα ακίνητα και επίμονα μάτια

σαν να είχε δει ένα ζώο να τρώει, κάποτε,

χρόνια πριν·

τα χέρια του γίνονταν άκαμπτα και γρατζουνούσαν τον αέρα

ή κρέμονταν σαν δαγκάνες.



Όταν ήρθε το καλοκαίρι φαινόταν να καλυτερεύει.

Μπορούσε να περπατήσει και να μισοτρέξει

και έπιανε την πέτρα που χρησιμοποιούσαμε για μπάλα,

μπορούσε να τρώει μόνος του, και σχεδόν φαινόταν να

χαμογελάει.

Και μετά βρήκε τον αυλό.

Προσπάθησε να μιλήσει, και δεν μπορούσε,

προσπάθησε να φωνάξει και δεν μπορούσε.

Δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό του·

σχεδόν πνίγηκε.

Τον παρηγορήσαμε, και το πρόσωπό του

έγινε όσο νεκρό ήταν και πριν.



Έτσι κρύψαμε τον αυλό και ξεκινήσαμε πάλι,

μεταξύ της συλλογής και της συντήρησης,

της συγκομιδής και της προετοιμασίας·

η κυνηγός μας έπρεπε να βγαίνει πιο συχνά

--ήμασταν περισσότερα στόματα να θρέψει

κι έτσι χάσαμε και τα δικά της εργατικά χέρια--



Κάπως τα καταφέραμε,

και οι ψαλμωδίες

και ο ήλιος και το φεγγάρι παρακολουθούσαν–



Είπαμε στους εαυτούς μας ότι θα μπορούσαμε να το συνεχίσουμε

όσο συνεχίζει να καλυτερεύει.

Ποτέ δεν σκεφτήκαμε πέρα απ’ αυτό.

Ήταν απλά ο άρρωστος Ορφέας

που έπρεπε να γίνει καλά.



Μέχρι να έρθει το φθινόπωρο μπορούσε να πλυθεί μόνος του

να στεγνωθεί με ένα πανί, και να μαζέψει μούρα.

Οι κινήσεις του έγιναν αργές, και τα μάτια του

ακόμα κάρφωναν σαν όλεθρος

αλλά ξεκινούσε να λέει λέξεις.

Κι έτσι ξεκινούσαμε να σκεφτόμαστε

να τον στείλουμε πίσω στην ακρογιαλιά

την άνοιξη,

μόλις το ποτάμι ηρεμήσει

μόλις τα μούρα ωριμάσουν –



Ακόμα τον παρακολουθούσαμε τα βράδια

για να σιγουρευτούμε ότι ήταν ζεστά δίπλα στη φωτιά

αλλά κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν το κάναμε, πάντα,

γιατί είχε πιο σίγουρο βήμα και

μπορούσε να χρησιμοποιεί

τα χέρια του για να ισορροπήσει.



Και μετά ένα πρωί παγωμένο από τον ήλιο

περίπου ένα μήνα πριν εδραιωθεί το χιόνι

τον βρήκαμε κάτω στο ποτάμι

να ξεσκίζει τα οπωροφόρα δέντρα που είχαμε φυτέψει.

Τα χέρια του είχαν ξαναγίνει δαγκάνες

και προσπαθούσε να μιλήσει,

πνιγόταν και προσπαθούσε να μιλήσει

ενώ ξέσκιζε τα δεντράκια από τις ρίζες,

ξέσκιζε τα φύλλα όταν τα δέντρα είχαν πια βγει

από το χώμα,

ξέσκιζε τα δίχτυα από φως πάνω στα φύλλα

που αντηχούσαν

τα δίχτυα από φως πάνω στο νερό.



Τα μάτια του ήταν μπρούτζος, και δεν έβλεπαν τίποτα.



Και έτσι τον θέσαμε υπό περιορισμό

με τα θανατερά του μάτια



όσο ο ήλιος έλαμπε, και τα πουλιά γυρνούσαν πίσω.





*


Η M.F. McAuliffe γεννήθηκε και σπούδασε στη Νότια Αυστραλία και τη Βικτώρια. Σπούδασε Αγγλικά και Τέχνη στον Κινηματογράφο στα πανεπιστήμια Flinders University και Swinburne College of Technology. Έχει δουλέψει ως καθηγήτρια Αγγλικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε τεχνικά κολλέγια στην Νότια Αυστραλία και τη Βικτώρια αλλά και σε βιβλιοθήκες και ταινιοθήκες στην Αυστραλία και στις Η.Π.Α. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Αμερική στην ανθολογία Clarion Awards (Doubleday) του Damon Knight και πεζογραφήματα και ποιήματά της έχουν μετέπειτα δημοσιευτεί στα Overland, Australian Short Stories, Gobshite Quarterly, Prairie Schooner (Lincoln, Nebr.), Poezija (Zagreb), Téma (Zagreb), The Writing Disorder (Los Angeles), Nailed (Portland), Unlikely Stories Mark V (New Orleans) και αλλού, έντυπα και ηλεκτρονικά. Υπήρξε μία από τους συγγραφείς της ποιητικής συλλογής Fighting Monsters και του βιβλίου τέχνης Golems Waiting Redux. Είναι επίσης συγγραφέας των The Crucifixes and Other Friday Poems, Seattle (νουβέλα), της σειράς ιστοριών I’m Afraid of Americans, και 25 Poems On The Death Of Ursula K. Le Guin. Διέθεσε το λιμπρέτο για την παραγωγή του Orpheus: an Australia Tragedy από το La Mama Courthouse (Carlton, Vic., 2000). Το κείμενο crucifix i., συνοδευόμενο από μία φωτογραφία, εμφανίστηκε στο Arising, με έφορο τέχνης την Yoko Ono, στο Μουσείο Τέχνης του Ρέικιαβικ (από 7 Oct., 2016 μέχρι 5 February, 2017). Ζει στο Portland, Oregon και έχει συνιδρύσει το πολύγλωσσο περιοδικό Gobshite Quarterly, με έδρα το Portland. Επιμελείται και εκδίδει πολλούς τίτλους για το Reprobate/GobQ Books, το οποίο έχει επίσης συνιδρύσει.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA