πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.


ΑΥΤΟΨΙΑ


Τον φοβάμαι τον Θάνατο.
Παρά πολύ τον φοβάμαι αλλά δεν του ’το χω πει.
Μην με πάρει χαμπάρι και με δαγκώσει.
Ο Θάνατος ειναι εκείνος ο δαγκωνιάρης σκύλος.
Αν χυμήξει επάνω μου
μόνο την μουσούδα του να μου κόβει την ανάσα
θα προλάβω να δω.



I can’t breath 

             Εις μνήμη George Floyd 

Όταν κάποιος λέει: 
δεν μπορώ να αναπνεύσω 
σημαίνει 
πως δεν μπορεί να αναπνεύσει
επειδή αυτό που λέει 
αυτό σημαίνει 
και επειδή 
δεν μπορεί 
να εννοεί 
κάτι άλλο

Ακούς τρισάθλιε;

Κι όταν κάποιος προκαλεί 
την ασφυξία 
είναι δολοφόνος 
επειδή είναι 
και δεν μπορεί 
να είναι κάτι άλλο.


*George Floyd: αφροαμερικανός πολίτης o οποίος, κατά την διάρκεια σύλληψής του, πέθανε από ασφυξία μετά από παρατεταμένη πίεση στον σβέρκο του που δέχτηκε από την μπότα του αξιωματικού που διενεργούσε την σύλληψη, Derek Chauvin στην πολιτείας Minneapolis της Minessota , USA στις 25.05.2020.








ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΤΩΧΟΥΛΗ ΓΙΩΡΓΟ ΦΛΟΥΝΤ*


Φτωχούλη Γιώργο Φλόϋντ
δεν ήξερες πως όταν η Αμερική
έβγαζε τον χαλκά του βαμβακο-χώραφου
απ' τον σβέρκο σου 
έφτιαχνε και την μπότα για να μπορεί
να στον πατάει ελεύθερα

Η πνοή σου τώρα σχηματίζει
αραουκάνικες λέξεις
και πέφτει, πυρωμένο φιλί,
στην σαβάνα των πόλεων.

Ούτε οι δέκα χιλιάδες λίμνες της Μινεσότα
δεν θα φτάσουν να σβήσουν την πυρκαγιά
που τα αδειανά σου πνευμόνια φούσκωσαν
στην τελευταία σου ανάσα.





© Αθανασία Δανελάτου,
Για τον φτωχούλη Γιώργο Φλόϋντ,
Πάτρα Μάιος, 27, 2020. 




*Poem for the Death of George Floyd in Minneapolis Minnesota USA 25.5.2020




George Floyd: αφροαμερικανός πολίτης o οποίος, κατά την διάρκεια σύλληψής του, πέθανε από ασφυξία μετά από παρατεταμένη πίεση στον σβέρκο του που δέχτηκε από την μπότα του αξιωματικού που διενεργούσε την σύλληψη, Derek Chauvin στην πολιτείας Minneapolis της Minessota , USA στις 25.05.2020.



Λόγος

Α’

Εικόνες άστρων νεαρών
Χέρια τριδάχτυλα μετέωρα
Ή τρίαινες υπεριώδους οπτικής
Αέρια κατάλοιπα υπερκαινοφανών
Εκρήξεων και φάσματα της Ανδρομέδας
Ουράνια νεφελώματα κάθε λογής
Του Βέγα, της Παρθένου
Με το δικό μου Λόγο υπάρχετε
Και με την απουσία του ευθύς
Σας εξορίζω στην ανυπαρξία.



Β’

Κόσμε, 
Γαλαζοπράσινο λιθάρι εσύ μοίρας αμφίβιας
Που ρίφθηκες απ’ της μεγάλης σχάσης τη σφενδόνη 
Κι από το χέρι του θεού εξωραϊστηκες
Όπως ακριβώς σε κληρονόμησα
Μονάχα με τα μάτια μου μπορώ
Να σ’ ερμηνεύσω
Και με τα λόγια μου εφεξής να εξυμνώ
Όλα σου τ’ αξεδιάλυτα καμώματα.




του Πέτρου Γκολίτση









Σφαχτάρια στο λευκό






Μπάσταρδο σύμπαν



Μπάσταρδο σύμπαν που με γέννησες
με φόντο μαύρο εξατμίζομαι
από τον πόνο κι απ’ την τρέλα
λιώνουνε καπνίζοντας
οι σάρκες του προσώπου μου
φλογίζεται όλο μου το σώμα
μένουν στο κενό να στροβιλίζονται
τα δόντια μου
αστραφτερά και μαργαριταρένια



(Από την ενότητα «Εισόδια»)




*



Μια τόση δα μπάσταρδη κουκίδα




Ι

Μια τάξη αστρική και πολυκέφαλη
με αστεροειδείς απληροφόρητους
πλανήτες κατεχόμενους
από συμπαντικούς φανατισμούς
–οι πλέον υποτακτικοί μα συνεπέστατοι,
μες στις τροχιές ποτέ τους δεν κρασάρουν–
μια ηλιακή παράδοση που ξέπεσε
και την φωτογραφίζουνε
ως κιτς, ως εμπαιγμό, σολιψισμό
στη Μυτιλήνη και στην Οία,
βατράχια που κοάζουνε
και αυτοφωτογραφίζονται
ενώ οι Περσίδες σβήνουν ως πυγολαμπίδες μία-μία
σε μια ατμοσφαιρική μικροασπίδα,
κάπου σε μια κουκίδα –μπάσταρδη– που άναψε
κι όμως έσβησε∙
πλημμύρισε, ξεράθηκε
πρασίνισε, ξεχορταριάστηκε
και έπειτα πάγωσε
στην έρημο του χρόνου

Ένας ωκεανός που εξατμίστηκε
στο πρώτο φούντωμα του ήλιου
σαν γιγαντώθηκε
το κίτρινο άστρο
που έγινε μπλε



ΙΙ

Εδώ είναι μεσημέρι και καλοκαίρι
Εκεί; βράδυ και χειμώνας
Ο ήλιος δύει και ανατέλλει σε τόσα μέρη ταυτόχρονα
που ο σέρβερ –του σύμπαντος−
ίσα-ίσα που προλαβαίνει να τα δείχνει όλα
Απ’ το όχημα Curiosity στον πλανήτη Άρη
βλέπουμε ονλάιν τη δύση του ήλιου
και έπειτα μια κουκίδα
ένα άστρο στο οποίο είμαστε εμείς
φυσικά στον αέρα,
τώρα που ακριβώς στην κορυφή του ουράνιου θόλου
είναι ο Βέγκα
μια κουκίδα λίγο μεγαλύτερη από 'μας,
25 έτη φωτός μακριά,
ένας ήλιος που γιγαντώνεται
που έφαγε το υδρογόνο του
όπως εμείς τα ψωμιά μας
κι όμως ακόμη φαίνεται
–φαντάσου το μέγεθός του−
ενώ έρχεται, τόσο το φως του,
κατά τα άλλα, δεν μας επηρεάζει καθόλου∙
ενώ λίγο πιο δίπλα
τόσο να γυρίσω τον λαιμό μου,
χωρίς να τεντωθώ,
εξακτινώνομαι σε μια μήτρα αστρική
που γεννά –τι άλλο;– νέα άστρα,
τη στιγμή που γύρω μου σκάνε νέα πεύκα
(στη θέση των τόσων άλλων που γνώρισα)
και η μήτρα της συντρόφου μου
στο λινό άσπρο σεντόνι,
τα πρωινά και τα βράδια,
μια μήτρα που μου έδωσε
τρία παιδιά που παίζουνε, γελάνε ή κοιμούνται,
ενώ ετοιμάζομαι για μία ακόμη καταβύθιση
στο υγρό άσπρο στοιχείο
με ένα μεγάλο κίτρινο ήλιο να ισορροπεί
εξαίσια από πάνω μου
ως το μόνο, το πραγματικό-προσωρινό μου, κεφάλι



(Από την ενότητα «Εμφάνεια»)



*



Templo Mayor (στον μεγάλο ναό των Αζτέκων)



          Αφαιρούνταν η ακόμη παλλόμενη καρδιά του θύματος.
         Αφαιρούσαν το δέρμα και τους μυς για να φανερώσουν
         το κρανίο. Και με δυο τρύπες το περνούσαν στα ικριώματα



Σαστίσαμε σαν επιβεβαιώθηκαν
τα κατορθώματα των Ισπανών κονκισταδόρων
με το που πήραν την αζτέκικη την πόλη,
το πρώτο μέλημά τους ήταν να ισοπεδώσουνε
την πυραμίδα με τα χιλιάδες τα κρανία
–τα σφάγια, τα υπολείμματα μιας έξαρσης,
ώστε να καίει ο ήλιος και να κατευθύνονται οι μάζες–
να εξαφανίσουνε, λοιπόν, το βάρβαρο,
το τόσα δα φρικιαστικό ετούτο θέαμα
και στο ισιωμένο έδαφος να χτίσουν νέα πόλη
(την πόλη που έπειτα την είπανε Πόλη του Μεξικού)



Αντί να τα φυλάξουν όλα ως είχανε
να κόβουμε εισιτήρια στα Μουσεία
να έρχονται από το μέλλον οι τουρίστες με τις selfies τους
να κάνουνε γκριμάτσες και χειρονομίες
–και πίσω τους τα διαλυμένα τα κρανία–
να βλέπουμε στα social διαδίκτυα
να επικροτούμε μιαν ακόμη εμπειρία
thumbs up, thumbs up, κ.λπ.,
τι Αζτέκοι, τι Τολτέκοι, τι Μιστέκοι
κι εκείνοι οι Μάγιας να φτιάχνουνε συνέχεια
τσο-μπά-ντλι
–κι εμείς, να τα γκρεμίζουμε, ωιμέ!–
ικριώματα και πύργους με κρανία
κρανίο πάνω στο κρανίο
και να ορθώνεται, ένα με τους θεούς
ο άνθρωπος σαν τέρας
κρατώντας στο ένα χέρι τον πυρσό
και στο άλλο
λιαστά, ανεμόδαρτα και βροχοεκτεθειμένα
πάλαι ποτέ κρανία, πάλι κρανία
φορώντας τα στο τέλος και ως μάσκα
λατρευτική που δόξασε
–σάρκα που ανεμίζει–
του ανθρώπου τη ζωή,
που εδώ γ ε ν ν ά τ α ι



(Από την ενότητα «Κρεατοφάνεια»)




*



Σε μια ουράνια πλατφόρμα



Περ κε του παρλέ
–γιατί πράγμα μιλάτε κύριε;–
στο παρκέ μιας πλατφόρμας που ίπταται
καμπυλωτή σε μιαν άμπωτη του χωροχρόνου;
Εμέ με ενδιαφέρει η εντερολογία η συγκριτική των πτηνών
ζώντων και τεθνεώτων
εμφανισθέντων και εξαφανισθέντων
όντως πτηνών και ημίπτηνων
πιγκουίνων κοτών και πουλπούλογλων
λόγων σημείων α και β
στις κορυφογραμμές Μάττερχορν
λόφων μοναχικών στη Γη και στον Άρη
φουσκώματα ύλης στους όρχεις στο φεγγάρι ή στον ειλεό,
περάσματα στενά, υγρά μεταβλητά
ξερά στον βόρειο πόλο, και στο έντερο,
εδώ οι σελαγισμοί είναι πράσινοι, τα χολαγγεία καφέ,
ενώ στον Κρόνο κόκκινοι, στον Δία μπλε
φωτοστέφανα ψεύτικα μαγνητικά κοσμήματα
σε πέτρες στα νεφρά –λεβάιν– ενός σύμπαντος
που φουσκώνει σαν κούρκος για να σκάσει μετά
αναπολώντας μιαν άλλη αρχή
μια κάποιου τύπου επανεκκίνηση
εδώ ή εκεί, ποια είναι η Β' Εθνική
δεν θα μας πει κανείς
εσύ είσαι ο διαιτητής, ο διευθυντής
το γήπεδο και το χορτάρι είσαι εσύ, και οι προβολείς,
θα σφυρίξεις την αρχή, την λήξη, την παράταση,
με κάποιου τύπου ανοχή,
την παραβίαση κανόνων που δεν έθεσες εσύ,
θα αμφισβητήσεις και θα εκραγείς
αντί να παιχνιδίσεις με την ύλη την ανταποκριτική
όχι σαν αυνανιστής μα ως εραστής
που υπηρετεί τον άλλον και αλληλοεπιδρά
όχι ως διευθυντής ορχήστρας, αλλά ως τζαζ
τζαμάρει μπλουζ και δίχως κλου γελά
και αστράφτουν φώτα προσωρινά
σπέρματα σιντριβανιστά, αχνιστά
προτού σκάσουν κενά
ή σαρκωμένα σε έναν άλλον ουρανό,
εδώ, που αυλακώνουν άλλοι ξεχωριστά,
έχε γεια, μπαμπά (;)



(Από την ενότητα «Επιφάνια»)



Το σήριαλ …του Φωσ-κώλοου δεν γράφτηκε ποτέ.

 

Η φωνή ήταν κυματιστή. Η διήγησις ελάμβανε χώραν επί του πεζοδρόμου γνωστού οψοπωλείου στα Εξάρχεια. Η ταβέρνα ήταν ξακουστή για τις λιχουδιές αλλά και για τους …ωτακουστές της. Επειδή σύχναζαν διάφοροι ενδιαφέροντες τύποι (καλλιτέχνες και λογοτέχνες – τρελοί με τα …ούλα τους, εν ολίγοις) όλο και κάτι έχει να ψαρέψει το αυτί κάθε φιλοπεριέργου.

          Εγώ όμως δεν είχα καμία διάθεση να ακούω τα εσώψυχα κανενός άλλου, γιατί είχα βγει για να μιλήσω με τη φίλη μου – κυρίως για να μολογήσω, ομολογώ, κατά το συνήθειό μου. Η ειλικρίνειά μου σπάει κόκκαλα. Θυμήθηκα εκείνο το ρητό που επαναλάμβανε συχνά πυκνά ο συχωρεμένος ο πατερούλης του στη μάννα του κι (αγαπημένη) γιαγιά μου: «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακάει [τσακίζει, επί το αστικότερον – προκειμένου να μην με κατηγορήσει γνωστή παλαιολιθική φιλόλογος πως χρησιμοποιώ, λέει, «χωριάτικες λέξεις στην ποίηση και στο σκραμπλ αδιακρίτως]» (κλείνουν αγκύλες και εισαγωγικά, καθώς και αι παρενθέσεις)…

          Η φωνή πίσω μου – μέσα στο αυτί μου – ήταν μελωδική. Αυτό δικαιολογούσε κάπως τον μελοδραματισμό, την κομπορρημοσύνη, την περιαυτολογία και όλα τα δεινά του μεσογειακού χώρου με τις νόστιμες ηδονές και τους υπερφίαλους ανθρώπους. Όλοι έχουν ένα δράμα να διηγηθούν. Και μία γνώμη βεβαίως, για όλους τους άλλους, ακόμα και για τον ίδιο τον εαυτό τους. Σε μερικές περιπτώσεις δε, έχουν και περισσότερες …γνώμες, ενώ από …κάλο μόνον έναν. «Έκανε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμον όλον». Μικρόβια, παράσιτα, ιοί και βακτηρίδια πάνω στο ανθεκτικό κι ανεκτικό σώμα της γης, στο τέλος αυτοκαταστρέφονται ακριβώς επειδή η τρέλα τους χτυπάει κόκκινο, δεν αντέχουν μήτε τον εαυτό τους, σταματάνε να τρώνε, ή τρώνε μέχρι σκασμού, αυτοκτονούν και παρ’ τον / πάρ’ τηνε από δω. Ό,τι δεν καταφέρνει ο καρκίνος το επιτυγχάνουν οι ανακοπές, τα εγκεφαλικά και οι θρομβώσεις, τα ανευρύσματα και οι πλησμονές των πνευμόνων με υγρό…

          Αλλά ας ακούσουμε εκείνη την ανθρώπινη φωνή, αφού εμείς δεν επρολάβαμε, δεν εμπορέσαμε, δεν ηδυνύθημεν όπως σταυρώσωμεν κουβένταν.

 

«Αχ, φίλε μου, διαλεχτέ και μονάκριβε [εμ, βέβαια, πού να βρει φίλους και πώς να τους κρατήσει μ’ αυτό το ανυπόφορο παραλήρημα – σχόλιο του μεταγραφέα – δεν την μαγνητοφώνησα κιόλας – ίσως θα έπρεπε – θα είχαμε την Ανθρώπινη Φωνή του Κοκτώ και το Ημερολόγιο ενός Τρελού του Γκόγκολ]. Που λες, καλέ μου, εγώ… πού να σ’ τα λέω. Η ζωή μου εμένα είναι ένα σήριαλ …Φωσκώλου! Ναι, έχω κι αυτοσαρκασμό. Το διαθέτω αυτό. Χάρη στην ειρωνεία σώζομαι. Αλλά στρέφω τα βέλη μου πάντα εναντίον του εαυτού μου, ποτέ εναντίον των άλλων [φαντάσου και να συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδής]. Εμένα που με βλέπεις, μου τύχανε πολλά κακά στη ζωή μου, στραβά κι ανάποδα. [Τελείωνε, κυρά μου, ξημερωθήκαμε εδώ πάνω από μια σκορδαλιά και μία ταραμοσαλάτα, μήτε να παραγγείλουμε δεν τολμήσαμε, να μην διακόψουμε τη …μονωδία σου – κι έχεις ωραία φωνή πανάθεμά σε!!!]. Βλέπεις αυτό το βαθούλωμα εδώ; Ακριβώς πάνω από τα αυτί, στο κρανίο. Όχι, ψάξε, ψάξε, θα το βρεις. Ναι, ναι, εκεί, θα το βρεις. Έχω κι ένα χαλασμένο μάτι, ρήξη δεσκεμετείου, και τρία σπασμένα πλευρά, 3 με 5 ημέρες μετά τη γέννησή μου, στο μαιευτήριο. Μου επιτέθηκε η παιδίατρος η δολοφόνα, την αναγνώρισα εγώ από το διαμαντένιο δαχτυλίδι, όταν τη συνάντησα μεγάλη πια, στα τριάντα εννέα μου, τώρα είμαι σαράντα… Έκανα και rebirthing. Ξέρεις τι είναι αυτό; Πού γίνεται; Όχι, όχι εδώ. Στη Γαλλία. Και στη Γερμανία ίσως. Στην Αμερική οπωσδήποτε. Εκεί τα κάνουν όλα τα παρόμοια. Όταν πήγα εκεί το 2005 έκανα και αναδρομές σε προηγούμενες ζωές και καθάρισμα… απαλοιφή – πώς το λένε στα ελληνικά – αυτό που σβήνει το κάρμα τέλος πάντων. Όμως η ζωή μου ήταν τραγική, τρομακτική από πολλές απόψεις. Αμέσως μετά τη γέννα με αρπάξανε οι άνθρωποι του πατέρα μου (του φυσικού, όχι εκείνου που με μεγάλωσε εν αγνοία του, νομίζοντας πως είμαι παιδί του και μονάκριβό του τέκνο, ο κακομοίρης, ήταν μπερμπάντης – και μπαρμπέρης – αλλά καλή ψυχή. Τον έπαιρνε και λίγο. «Μπινές», πώς το λένε; Α, ναι, Bisexual. Ναι, αυτή είναι η σωστή λέξη. Η άλλη δεν είναι καλή. Πολύ λαϊκιά για τα γούστα μου και την ανατροφή μου. Η θετή μάνα ήταν πλουσία. Και στείρα. Έπασχε από τοξόπλασμα, ξέρεις, εκείνη την αρρώστεια από τις γάτες, που τώρα θεραπεύεται, με αντιβίωση νομίζω, πενικιλίνη, όμως τότε, ας μη λέμε χρονολογίες, μετά τον πόλεμο, η φυσική μου μάνα ήταν στο απόγειό της σε όλα τα λυρικά θέατρα του κόσμου. Είχε δει την καριέρα της να φτάνει στο ζενίθ, να μεσουρανεί και να λάμπει, για δέκα τουλάχιστον χρόνια. Μα τι τους ήθελε τους έρωτες; Και μάλιστα με παντρεμένο. Προικοθήρα. Δισεκατομμυριούχο. Και λίγα λέω… Εγώ μ’ αυτούς ποτέ δεν μπλέκω. Ναι, αυτός ήταν ο πατέρας μου, ο φυσικός, όχι ο άλλος ο κουρέας. Το καταπίστευμα που μου άφησε στην Ελβετία υπερβαίνει το χρέος αυτής της πτωχής, μικρής χώρας. Και γιατί δεν πάω να τα πάρω; Μα δεν θέλει και ρώτημα. Είναι «ηλίου φαεινότερον». Γιατί δεν τολμώ, φοβάμαι. Θα μπορούσαμε να καθόμασταν εδώ τώρα σ’ αυτόν τον γραφικό πεζόδρομο, να τρώμε λιχουδιές και να φλυαρούμε έτσι ανέμελα; Να περνάνε οι ναρκομανείς – παρντόν, οι τοξικοεξαρτημένοι, εννοώ – και να μην φοβούμεθα πως θα τραβήξει κάποιος από αυτούς μαχαίρι προκειμένου να με σωριάσει καταγής, ένας σάκκος χώμα, ένα άδειο σακί πατάτες, στραβουχυμένες και κακοσουλούπωτες, αν θέλω ν’ αυτοσαρκαστώ κι εγώ, που είναι της μόδας… Τι λες; Τι λες; Κι η μάνα μου τι έκανε; Η φυσική μου μάννα γιατί δεν με διεκδίκησε ποτές; Μα εκείνη ήταν ναρκωμένη. Την άφησαν εκεί, μετά την καισαρική μέχρι να φυγαδεύσουν το νεογέννητο, το ζωντανό, δηλαδή εμένα, μέχρι να βάλουν στη θέση τους το νεκρό εκείνο, το άλλο, της θετής μου μητρός το πέμπτο κατά σειράν αγαλματένιο έμβρυο που πέτρωνε εντός της κι έπρεπε να της κάνουν εγχείρηση κάθε φορά για να της το βγάλουν. Κι η παιδίατρος πού βρέθηκε; Μα είναι πολύ απλό κι ευνόητο. Όχι, δεν είναι, συγγνώμη. Για μένα είναι πια όλα απλά. Όχι όμως κι από την αρχή. Τότε είχα πελαγώσει. Ο πατέρας μου, ο φυσικός, ήταν νεαρός κι όμορφος όταν γνώρισε την κόρη τη μονάκριβη του μεγαλοεπιχειρηματία, εφοπλιστή και καραβοκύρη στην αρχή, πριν κάνει περιουσία αμύθητη. Αυτός λοιπόν, ο πεθερός του πατέρα μου, δεν ήθελε να δει την κόρη του χωρισμένη, τα παιδιά της κι εγγόνια του παρατημένα και τον γαμπρό του που είχε πια πιάσει την καλή – με την δική της την προίκα και τη δική του υποστήριξη, βεβαίως – να παντρεύεται την ερωμένη του και να γεννοβολά πλουσιόπαιδα μαζί της. Είχε πληρώσει λοιπόν μια παιδίατρο στο γνωστό μαιευτήριο της Νέας Υόρκης, στην ιδιωτική κλινική που ειδικευόταν σε τέτοιες πανάκριβες λαθροχειρίες – ναι, στην Αμερική γεννήθηκα, φυσικά, όχι εδώ… πώς σου πέρασε αυτή η ιδέα; Ξανθιά (φυσική) με γαλανά μάτια κι ανύπαρκτες βλεφαρίδες (αυτές φοράω είναι ψεύτικες, το μόνο ψεύτικο πάνω μου – μήτε πλαστικές έχω κάνει μήτε άλλο τι, αισθητικής τάξεως και φύσεως, μάλλον – τι έλεγα;). Α, ναι, κλείνω την παρένθεση, γιατί μπάζει, να μην πουντιάσουμε. Όχι, εδώ, στην αφήγηση, χαζούλη. Αχ, τι σου βρίσκω εγώ; Δεν ξέρω να διαλέγω άντρες. Ας επιστρέψουμε όμως στην ιστορία μας. Στο παραμύθι μας. Όπως θέλεις πές το. Αχ, πόσες φορές θα ήθελα να τα έχω φανταστεί όλ’ αυτά. Να είμαι μια τρελή, συνηθισμένη και κοινή, από αυτές που έρχονται σ’ εσάς, στους ψυχιάτρους. Θα μου έδινες χάπια, από εκείνα τα μικρούλια, τα ζαχαρωμένα, ξέρεις, θα ρίχναμε και μερικές ψυχαναλύσεις άμα λάχει και θα γινόμουνα καλά στο τέλος. Πού θα μου πήγαινε; Όμως τώρα τα πράγματα είναι σοβαρά. Κινδυνεύει η ζωή μου. Ο πεθερός του πατέρα μου βέβαια έχει πεθάνει. Κι η μητέρα μου. Και οι δύο πατεράδες. Και οι δύο μανάδες. Ο κανονικός κόσμος φυτεύει στο χώμα δύο γονείς κι εγώ έχω θάψει τέσσερις! Ας είναι. Ζει μόνον η παιδίατρος, η πρώην παιδίατρος, που έχει γίνει τώρα ψυχαναλύτρια, μεγάλη και διάσημη. Μα καημό να μην έχω συναντήσει έναν ψυχίατρο, ψυχολόγο έστω, που να είναι στα συγκαλά του. Παρντόν. Εσύ εξαιρείσαι. Ναι, «οι παρόντες εξαιρούνται» ούτως ή αλλέως. Κι από ποιον κινδυνεύω τώρα; Όχι, όχι από την ψυχαναλύτρια. Αυτή είναι ακίνδυνη πλέον. Αφού δεν μπόρεσε να με σκοτώσει τότε. Τρεις σφυριές μόνον μου έριξε. Μετά κατέρρευσε. Είδε λέει μια γιγαντιαία φιγούρα πάνω από το κεφάλι μου που την κυνήγησε! Την καταδιώκει ακόμα, σύμφωνα με τα λεγόμενά της. Τώρα είναι ακίνδυνη πια. Ένα ταλαίπωρο, θλιμμένο, λιπόσαρκο ζωάκι, καθηλωμένο στο αναπηρικό της καροτσάκι στο έλεος του κάθε μανιακού. Τώρα παρακαλεί να την αγαπήσω, να την συγχωρήσω έστω. Όμως εγώ δεν μπορώ να φανταστώ τι τέρας μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που χτυπάει ένα τοσοδούλικο μωράκι στη θερμοκοιτίδα. Το θεωρώ ασύλληπτο. Κι εσύ, ναι, φυσικά. Δεν το χωράει ανθρώπινο μυαλό. Όμως της κάνω παρέα κάθε φορά που έρχομαι στην Αθήνα. Πετάγομαι μέχρι το Παγκράτι. Από περιέργεια και μεγαλοψυχία. Όλοι άνθρωποι είμαστε… Ουδείς τέλειος. Όχι, εγώ δεν έχω σκοτώσει κανέναν. Και καμία. Μέχρι τώρα τουλάχιστον [γελάει, τρελά, παρανοϊκά – δεν τολμώ να γυρίσω να δω)… Και συνεχίζει μετά από μια μικρή παύση, σα να ρουφάει καπνό ή πρέζα – όμως δεν μυρίζει καπνός και δεν τολμώ να κουνηθώ, μην τύχει και ταράξω αυτή την απρόσμενη διήγηση, που έπεσε σαν δώρο από τον ουρανό]. Θα αναρωτιέσαι, λοιπόν, ευλόγως και με το δίκιο σου, από ποιους τάχα κινδυνεύω εγώ, εδώ και τώρα – τρόπος του λέγειν. Μα από τους δικηγόρους του πατρός μου, του πραγματικού. Σχήμα λόγου – σαν ψέμα μου φαίνεται όλη αυτή η ιστορία, δεν την έχω συνηθίσει ακόμη. Ααααχχχ, είναι πολλά τα σολδία, χρυσούλι μου. Σκοτώνουν οι άνθρωποι και για λιγότερα – οι κοινοί θνητοί, όχι εμείς. Μα τι απέγιναν τα νόμιμα παιδιά που είχε κάνει με την πρώτη του νόμιμη σύζυγο – τη μάννα μου δεν την παντρεύτηκε ποτέ, προτίμησε μιαν άλλη δισεκατομμυριούχα – εμ βέβαια, πρώτα της πήρε τα παιδιά και τα έκρυψε… Ναι, ναι, έχω κι άλλον έναν αδελφό, από την ίδια μάνα και τον ίδιο πατέρα. Δυστυχώς, δεν ζει πια. Πέθανε νέος από μια κληρονομική ασθένεια που γονάτισε και τα δύο παιδιά του πατέρα μας, τα ετεροθαλή αδέλφια μου από τον πρώτο του γάμο. Με την δεύτερη σύζυγο δεν γεννοβόλησε. Σμίξανε απλώς τις περιουσίες τους κι αυγατίσανε τα λεφτά τους. Αυτό ήτανε όλο. Εκείνη δεν την αγάπησε ποτέ. Με τη μάνα μου όμως ήταν ερωτευμένος. Συνέχισε να κάνει έρωτα μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του. Κι εκείνη μετά τον πρόωρό του μαράζωσε. Τον ακολούθησε στον άλλο κόσμο πριν κλείσουν καν δύο χρόνια από την πολυτελή κηδεία του που την έδειχναν τότε όλες οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις με το χοντρό τελάρο – σαν κορνίζα ήτανε γύρω από το γκαστρωμένο γυαλί των οθονών της εποχής εκείνης. Ναι, είμαι παραστατική. Θα μπορούσα να είμαι συγγραφέας, ή ηθοποιός, σοπράνο κολορατούρα οπωσδήποτε, όπως η μάνα, η μανούλα μου η πραγματική….Βρίσκεις ετούτη την ιστορία ρομαντική; Όχι, δεν είναι, πίστεψέ με. Τραγική ίσως. Στην αρχή. Μετά γύρισε προς την κωμωδία, όταν άρχισαν να με κυνηγάνε όλοι – άντρες, γυναίκες – τότε που νόμιζαν πως είμαι εύκολη λεία και πως μπορούν να βάλουν το αμύθητο παραδάκι στο χέρι. Δεν λέω, ερωτεύτηκα, όχι όμως όπως η τρελή η ανιψιά μου, η χαζούλα, που αμέσως μόλις απογαλακτίστηκε από το …πέος του πατέρα της πήγε κι έπεσε στην αγκαλιά του πρώτου προικοθήρα, του πρώτου αλήτη κι απένταρου ζιγκολό που βρήκε μπροστά της. Και μπορεί να το απόλαυσε, δεν ξέρω… αλλά στο τέλος το πλήρωσε ακριβά. Με την ίδια τη ζωή της. Δεν είναι ν’ αγοράζεις ανθρώπους με τα λεφτά. Τα αισθήματα δεν πωλούνται. Κι όταν πωλούνται δεν αξίζουν. Σταματώ εδώ. Δεν λέω περισσότερα. Άλλα δεν λέω… γιατί θα καταλάβεις αμέσως ποιοι ήτανε οι γονείς μου οι φυσικοί και θα νομίσεις – δικαίως – πως είμαι τρελή, μα ντιπ κατά ντιπ τρελέγκω. Όμως δεν είμαι. Στο ορκίζομαι. Θα το ευχόμουνα παλιά, στην αρχή, μετά ΤΗΝ αποκάλυψη, όταν πεταγόμουνα στο κρεβάτι από εφιάλτης φριχτούς που δεν θέλει να δει ανθρώπου μάτι και δεν τους αντέχει ανθρώπινο μυαλό… Μια τελευταία ερώτηση πριν φύγω; Ναι, ναι, θα σου την απαντήσω, αλλά βιάσου. Τους βλέπεις αυτούς εκεί τους δύο απέναντι; Που καβαλάνε μαύρες μεγάλες μηχανές σαν γουρούνες, φοράνε μαύρα κράνη, που δεν τα βγάζουν, παρά την τόση ζέστη και κάνουν ότι μιλάνε, ότι χαζολογάνε, δεν ξέρω. [Πράγματι, αυτό που περιγράφει υπάρχει, ακριβώς όπως το λέει, δεν είναι πλάσματα της φαντασίας της, αλλά δύο ζωντανά πλάσματα, σαν αστυνομικοί, σεκιουριτάδες, ντεντέκτιβ, δεν ξέρω – πάντως φουσκωτοί είναι…]. Λοιπόν, ρώτα, ρώτα. Προλαβαίνω να σου πω πριν ξεφύγω τελείως και με μαζέψουν. «Για το δικό μου καλό, για την προστασία μου», πάντα. [Γελάει με έναν τρόπο κοφτό, που προδίδει άγχος – μπορεί να πρέπει να πάρει τα χάπια της, πέρασεν η ώρα, μπορεί όμως και να πρόκειται για μια υστερία, τυπική για γυναίκα της ηλικίας της, καραμπινάτη κλιμακτήριος, οι ορμόνες της θα φταίνε, δεν μπορεί να τις ελέγξει, ως φαίνεται]. Ναι, ναι, θα σου απαντήσω. Ωραία ερώτηση. Όχι, δεν κινδυνεύω από τους μαυροφορεμένους, χαζούλη. Μήτε από τους γκρίζους. Από τους λευκούς κινδυνεύω. Κι από τους κόκκινους. Τους χαζούς. Τους μετρίους, τους κοινούς, τους συνηθισμένους ανθρώπους, που με ζηλεύουν, αφού δεν μπορούν να με καταλάβουν. Τους φαίνομαι σαν εξωτικό πουλί… τους κατανοώ… δεν έχουν άδικο όταν το βλέπουν ένα άλλο. Αλλά κι εγώ δεν μπορώ να αλλάξω το κεφάλι μου, να απαρνηθώ τη φύση μου και να γίνω κάποιος άλλος, κάποια άλλη τέλος πάντων. Όχι, όχι δεν είμαι τρελή. Παριστάνω την τρελή προκειμένου να ξεφύγω. Κατέφυγα στην τρέλλα για ασφάλεια. Κανείς δεν υποψιάζεται, κανείς δεν κινδυνεύει από μιαν εκκεντρικήν ποιήτριαν».

 

Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο σηκώθηκαν να φύγουν, πληρώσανε βιαστικά, ο πατρεναίρ της βεβαίως, ο μεγαλογιατρός, εκείνη δεν κυκλοφορούσε ποτέ με πορτοφόλι επάνω της, μήτε καν κινητό δεν είχε, για να μην την παρακολουθούν. Κι εμείς χάσαμε το δωρεάν ακρόαμα και θέαμα, ο απέναντί μου συνδαιτημόνας, η φίλη μου, ντε, που λέγαμε… αρχίζω να τα μπερδεύω κι εγώ και δεν μου αρέσει καθόλου αυτό. Και μετά σου λένε πως η τρέλα ΔΕΝ είναι κολλητική. Για ρώτα με κι εμένα. Ρωτήστε με κι εμένα και θα σας πω. Με όλους τους τρελούς που κάνω παρέα…

 

 

Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

 

 




ΛΑΡΙΣΑ

Υπάρχει ακόμα μια Λάρισα μέσα μου, το ξέρω . Τα βράδια στην πλατεία ξαναβρίσκει το χέρι που γύρεψε, τα μάτια που βρήκε, την αγκαλιά που έχασε. Η Λάρισα δεν είναι πόλη είναι ο τόπος συνάντησης του έρωτα και του χρόνου. Έχει ένα βιολί ο χρόνος με σιωπηλή μουσική. Έχει ένα ποτάμι η μουσική κι ένα κήπο. Εκεί κυκλοφορούνε ακόμα σκοτεινά όντα, γεμάτα πάθη τρυφερά που πίνουν από το νερό του Πηνειού, όλη τη μέρα.

Πόσες φορές δεν έκλαψα στα μάτια της; Πόσες φορές δεν γονάτισα στα πόδια της και με πήρε η βροχή και χάθηκα στη νύχτα; Κι ύστερα έμαθα ότι τα όνειρα δεν έχουν σενάριο όπως και η ζωή. Μια μέρα έφυγα κρατώντας αγκαλιά έναν μικρούλη κόσμο. Κάποιες φορές παίζω με τα χαμένα παιδιά της στους έρημους δρόμους της νοητής πια πόλης. Τότε έρχεται ένα τραγούδι εκστατικό σαν κρίνος και μας παίρνει.


Καλύτερος φίλος είναι πάντα ο τελευταίος


Η πρώτη μέρα είναι αυτή που χαιρετάς τους καλύτερους  φίλους

Εκείνοι που πέρασαν τα σύνορα μαζί σου
Αυτοί που μοιράστηκαν μια καμπίνα στη Βαλτική
είναι πλέον μακριά

Βλέπω το ελικόπτερο να απομακρύνεται

Χαιρετώ τον Markus
Από 200 πόδια απόσταση

Αυτός ολοένα πιο μικρός στο γαλάζιο
Εγώ  μια μικρή κουκκίδα στο λευκό

Και μπορώ πια να μιλώ για τον κόσμο που άφησα
Και για αυτόν που σκέφτομαι πως βρήκα

Ειλικρινά , δεν έχει σημασία
Σημασία έχει πως ακόμα αισθάνομαι.

Αντίο φίλε μου, εσύ που ενώνεις 2 κόσμους



Anne Waldman 2 ποιήματα - Μετάφραση από τα Αγγλικά: Κυριακή Μάκου



ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΟΚΡΙΤΕΣ

Βγαίνω από τον τάφο, Άνθρωποι του Πολέμου

Ακριβώς τη στιγμή που νομίζατε ότι με είχατε στη σωστή θέση

κρυμμένο

Βγαίνω τώρα

Μπορείτε να αισθανθείτε το έδαφος να βροντά υπόκωφα κάτω απ΄ τα πόδια σας?

Διαλύεται, αναποδογυρίζει, σπρώχνει προς τα πάνω

Χώνεται στην άποψή σας, στην ιδιωτική σας περιουσία

Ω Άνθρωποι του Πολέμου, Υποκριτές!

ΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΑΓΟΡΙΑ ,ΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΤΕ

Βγαίνω τώρα

Βγαίνω με όλα όσα κρύψατε

Ετοιμαστείτε, Μεγάλα Αγόρια, ετοιμαστείτε

Βγαίνω με όλα όσα θέλατε θαμμένα,

Όλα τα ερμητικά κείμενα με ιστορίες από φλογερές

και επικίνδυνες γυναίκες

Γυναίκες με λάγνες γλώσσες, αιχμηρά μάτια και νύχια

Έχω δουλέψει, οι μύες μου είναι δυνατοί

Σπρώχνω τη γη με όσα προσπαθείτε να λογοκρίνετε

Όποια αίρεση και μαγκιά περιφρονείτε

Όλους τους χλευασμούς ενάντια στις σημαίες και χαιρετίζω

Βγαίνω από την κόλαση με όλα όσα ποτέ καταπιέσατε

Όλες οι σκοτεινές φαντασιώσεις, όλα τα κατακάθια επιστρέφουν

Τα οδηγώ, υποβοηθώντας τα, τώρα

Πρόκειται να αλυχτούν και να χλευάζουν και να μαίνονται και να δαγκώνουν

Ανοίγω το κουτί

ΜΠOΥ!




-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------






Φως και Σκιά

Άραξε στον διαφορετικό αυτό κόσμο
ή σεργιάνισε στο σαλόνι του ουρανού
Ακολούθησέ με, θα σε πάρω εκεί
και θα σε μυήσω τριγύρω
και θα σου δείξω τα μυστικά τ' ουρανού και τους χάρτες των πόλεων
και τον κόσμο τόσο επίπεδο σαν χάρτης
και τον κόσμο τόσο σφαιρικό σαν ολοζώντανο πρόσωπο
γεμάτο ιδέες και συναισθήματα
και τον ουρανό σαν ανάσα και τα ποτάμια σαν ύμνος
και τον ήλιο σαν άρια
άρια για την αγάπη και για την πνοή
άρια για το φως και τη σκιά που χορεύουν
φως και σκιά στις αγκαλιές του παιδιού
σ'ένα πάρκο κάτω από δέντρα και πύργους
φως πάνω στο νωπό καμβά, ο ζωγράφος στη στέγη της Δυτικής 21ης οδού υπό στοχαστική σκιά
σκιά πάνω στα κουτάλια μέσα στο μεταλλικό συρτάρι
το ασπρόμαυρο φυτό λαχταρά το φως,
φως για τα μάτια του Μπετόβεν,
σκιά μέσα στο πιάνο, απαλή τώρα βίαιη
φως έξω απ' το πιάνο, δύναμη στο φως του βιολιού, γλυκές χορδές φωτός,
σκιά κάτω απ' το γραφείο μου, ψηλές μαύρες μπότες στο χειμώνα,
φως μέσα στις φιλικές λέξεις
πάνω στα σκιερά τηλεφωνικά καλώδια,
φως στην υγεία και σκιά στην υγεία,
φέγγει το φεγγάρι χορεύει! γνώση από σκιά,
φως από την πιο σκοτεινή γραφή, αποτυπώνονται σαν φως και λευκές σελίδες, σκιά




Επιμέλεια / Φωτογραφίες: Φάνης Παπαγεωργίου





Δίπλα – δίπλα

Αυτοί που μόνιμα
αναλαμβάνουν στις πλάτες τους
όλα τα βάρη των άλλων
είναι ένα εξαιρετικό υπόδειγμα και κακό παράδειγμα.

Οι Οσιομάρτυρες δεν έκαναν να ευδαιμονήσουν
τους δίπλα – δίπλα τους.
Γι’ αυτό προσέξτε,
όλοι εσείς με τα όσια.

Είναι πράγματι ιερά και με διαπερνούν.
Αλλά, όχι αργά,
ο ιερός πόνος για τον άλλον
με διαπέρασε τόσο
που τελικά ξεπέρασα εμένα.

Αυτό το πέρασμα 
είναι συχνά πιο επικίνδυνο
απ’ όσο φαίνεται.
Καμουφλάρεται, μέσω όσων
βουτάνε οι ίδιοι στη φωτιά
για να δουν φως οι άλλοι.



Με αυτές τις Εικόνες
μεγάλωσα κι εγώ.
Αυτές τις άντεξα, τις πόνεσα.
Αλλά δεν πόνεσα εμένα.




Κοντύτερα

Από το τόσο μαζί
νομίζεις ότι πάντα
απευθύνομαι σε ‘Σένα.

Σου ‘χω ξαναπεί
και δεν κατάλαβες
πώς ταύτισα τόσο
την ύπαρξή μου μαζί σου.

Δεν έχω πού αλλού 
καλύτερα ή κοντύτερα 
να τα πω.

Και συγγνώμη γι’ αυτό.

Ειλικρινά, δική σου.




ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 

"Η ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ [www.biblionet.gr] αποτελεί ένα μοναδικό αρχείο καταγραφής και οργάνωσης της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής και ταυτόχρονα ένα μέσο προβολής της στο ευρύ κοινό. Λειτουργεί ως ένα εργαλείο στα χέρια των επαγγελματιών του βιβλίου, από τους οποίους άλλωστε και γεννήθηκε, και ταυτόχρονασαν ένα «ανοιχτό παράθυρο στον Κόσμο του Βιβλίου», προσφέροντας σε όλους δωρεάν πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλιογραφικές πληροφορίες και ενημέρωση για νέες εκδόσεις, πριν ακόμα αυτές φτάσουν στα βιβλιοπωλεία.

Από το 1998 που δημιουργήθηκε, υπήρξε μια πραγματική καινοτομία. Είκοσι δύο χρόνια μετά, ο κόσμος του βιβλίου εξακολουθεί να τη χρησιμοποιεί, να επιβεβαιώνει έμπρακτα την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητά της, αλλά και να αναζητά πια την αναβάθμισή της.

Το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ (το 2014) έβαλε τη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ σε περιπέτειες, νομικές, διαχειριστικές και λειτουργικές. Παρά ταύτα, το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, που κληρονόμησε την ευθύνη διαχείρισής της, κατάφερε ώστε η Βάση να μη σταματήσει να ενημερώνεται και να διατίθεται δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο μέσα από τη διαδικτυακή σελίδα της. Και αυτό, χάρη στην αφοσίωση των ανθρώπων που συνέχισαν να εργάζονται για αυτήν και στην ανεκτίμητη συνεργασία και υποστήριξη του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ).

Σήμερα, η Διοίκηση του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που ανακοινώνουμε ότι πετύχαμε να απομακρύνουμε οριστικά τον κίνδυνο κατάρρευσης της Βάσης. Το «κλειστό», «ανελαστικό» και «ανασφαλές» τεχνικό περιβάλλον που κληρονομήσαμε αντικαταστάθηκε με ένα σύγχρονο λειτουργικό σύστημα, ασφαλές, ανοιχτό και ευέλικτο.

Αυτή η νέα, ανανεωμένη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, ετοιμάζεται να παραδοθεί πολύ σύντομα σε πειραματική λειτουργία, δημόσια διαβούλευση και αξιολόγηση. Παραδίδουμε ένα διαχρονικά καταξιωμένο εργαλείο των ανθρώπων του βιβλίου έτοιμο και ικανό να σταθεί στο σύγχρονο απαιτητικό ψηφιακό κόσμο αλλά και να ανταποκριθεί σε νέες ανάγκες, βελτιώσεις και στρατηγικούς σχεδιασμούς όταν της ζητηθεί.

Στα 22 της χρόνια, παραδίδουμε τη νέα ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, ώστε να παραμείνει αιώνια έφηβος. "





Τα φουσκωτά


Ο Τελαμώνας είχε κατέβει από νωρίς και θέριζε ολοσχερώς και αδιακρίτως, μα ο κόσμος τριγύρω δεν έμοιαζε να τό'χει πάρει χαμπάρι. Εκτός από αυτές τις αρκετά κοινές περιπτώσεις όπου ο φόβος, η απόγνωση, η απελπισία, ασχέτως αντικειμένου, και αφορώντας εναλλάξ αλλά και ταυτόχρονα τον COVID-19, την πορεία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, τον αυξημένο αριθμό αυτοκτονιών, τη διεθνή τρομοκρατία, την ερωτική απαγοήτευση, το επαγγελματικό αδιέξοδο, το υπαρξιακό κενό, το συμπαντικό χάος, τις προφητείες του πατέρα Παϊσιου ή την τιμή των πορτοκαλιών στη λαϊκή, εκφράζονταν στο γνώριμο πρόσωπο της καθημερινότητας, η οποία, αφού όλα αλλάζουν δραστικά, όπως θα έλεγε κανένας κοινωνιολόγος ή καμιά ετικέτα σιροπιού κατά της δυσκοιλιότητας, δεν μπορεί παρά να παραμείνει η ίδια. 
Άγριο καλοκαίρι. Απ'αυτά που κρέμονται από μια κλωστή. Κι έχεις την αίσθηση πως αν σπάσει, δεν υπάρχει πια δίχτυ από κάτω. Έτσι, η σπασμένη κλωστή γίνεται τρύπιο δίχτυ. Είναι σαν να ισορροπείς πάνω σ'ένα τεντωμένο σκοινί. Και μερικοί νιώθουν να πνίγονται, όταν το σκοινί γίνεται θηλειά. Άλλοι πάλι όχι.
Άγριο καλοκαίρι. Θέμα επιβίωσης, έπρεπε ν'αλλάξω δέρμα. Γι'άλλη μια φορά. Με τη διαφορά ότι, αυτή τη φορά, δεν υπήρχε άλλο από κάτω. Πάπαλα. Τέρμα τα δίφραγκα. Έγκαυμα τρίτου βαθμού, το μόνο που σου μένει είναι να παραμείνεις εσύ, και πολύ σου είναι. Αν τα καταφέρεις. Diadermine: γιατί δέρμα είναι μόνο ένα.
Άγριο καλοκαίρι. Κι αυτή ή επίμονη αίσθηση ότι, αυτό που αλλάζει, αυτή τη φορά, αφού τίποτα πια δε μπορεί να αλλάξει, αυτό που συμβαίνει για πρώτη φορά και ανεπιστρεπτί, είναι ακριβώς το γεγονός ότι τίποτα πια δε μπορεί να αλλάξει. Αυτό που αλλάζει, είναι ότι τώρα δεν έχεις να χάσεις πια τίποτα. Μα αυτό είναι από μόνο του μια απώλεια. Ή ένα κέρδος. Ποιός ξέρει; 
Μερικές μέρες αφ'ότου φτάσαμε στο νησί, κατέβηκα στην παραλία από νωρίς. Ερημική, με σχετικά δύσκολη πρόσβαση από απότομο κατσικόδρομο, νοτιοδυτική, τόσο ώστε να κόβει το βοριά που ξεχυνόταν από την ενδοχώρα (τον λεγόμενο και κατεβατό) αφήνοντας τα γαλαζοπράσινα στυλ καρτποστάλ του ΕΟΤ νερά γαλήνια, μόλις διαγράφοντας στην επιφάνεια ένα ελαφρύ ρυτίδιασμα που έφευγε προς τα ανοιχτά. Ο κατσικόδρομος γινόταν κάποια στιγμή μονοπάτι που κατέληγε στην παραλία, αφού πρώτα είχε περάσει από ένα μικρό, προφανώς τεχνιτό πλάτωμα. Τριγύρω, ησυχία. Βότσαλο και άμμος. Κάτω από τα βράχια στη δεξιά πλευρά της παραλίας, οι δυο-τρεις φυσικές καβάντζες – η μια μάλιστα απ’αυτές παρείχε σκιά καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας – είχαν ήδη καταληφθεί από τον Στέλιο που διάβαζε ένα βιβλίο, ένα ζευγάρι ξαπλωμένο και ίσως κι ένα άλλο άτομο, πάντως η ηρεμία ήταν απόλυτη και δεν θα καταλάβαινες πως δεν είσαι μόνος αν πού και πού, ενναλάξ, κάποιοι από αυτούς δεν έμπαιναν στη θάλασσα για να δροσιστούν. Ελλείψει αξιοπρεπούς φυσικού σκιάσματος, προχώρησα λίγο πιο πέρα, και έστησα με το παρεό ένα πρόχειρο τεχνιτό, κάτω από ένα βράχο. Και άραξα.
Λίγο πιο δεξιά, στην άκρη της παραλίας και πίσω από το βράχο που είχα ξαπλώσει, ένα φουσκωτό. Μέσα στο φουσκωτό ένας κύριος και μια κυρία μάλλον προκεχωρημένης ηλικίας (ο πεθερός και η πεθερά) άδειζαν με ένα κουβά νερά από το σκάφος. Πιο έξω, στην παραλία, μια μεσήλιξ κυρία έπαιζε με δύο παιδιά, όχι πάνω από δέκα χρονώ έκαστο, ένα κοριτσάκι και το Μιχαλάκη, ή μάλλον τα απασχολούσε προκειμένου η μάσκα και τα βατραχοπέδιλα που περιείχαν τον σύζυγό της να του επιτρέψουν μια προσωρινή φυγή από τις οικογενειακές υποχρεώσεις επαναφέροντάς τον για λίγο στην παιδική του ηλικία, τότε που ήταν ανέμελος, πριν το Μιχαλάκη, και που μπορούσε για ώρες να εξερευνά τον υποβρύχιο κόσμο, όχι χωρίς ένα αίσθημα θαυμασμού και παιδικού δέους, αλλά και μιας γλυκιάς και ασυνείδητης ακόμα μελαγχολίας, σαν πρόωρη ανάμνηση αυτού που επρόκειτο να χαθεί στο μέλλον και να αναζητείται μάταια σε μια ερημική παραλία των Μικρών Κυκλάδων.
Ο Μιχαλάκης πού και πού έμπηγε κάτι τσιρίδες που έσκιζαν την πνευματική ησυχία του λιωσίματός μου, αλλά τελικά όχι τόσο βίαια όσο αν βρισκόμουν πιο κοντά στο νερό, πάντως, ο αδαής, ανήμπορος να φανταστώ τι έμελλε να ακολουθήσει, κάποια στιγμή δεν κρατήθηκα. « Σκάσε Μιχαλάκη. » Φυσικά δεν με άκουσαν. Τη στιγμή όμως που έκανα να σηκωθώ για να το διαπιστώσω, διέκρινα πίσω από το βράχο που μου έκρυβε τη μισή σχεδόν παραλία, δύο άλλα φουσκωτά να καταφθάνουν ταυτόχρονα, σε γωνία σχεδόν 80 μοιρών. Τη στιγμή που οι πορείες τους τείνουν να διασταυρωθούν, τουλάχιστον απ’το δικό μου οπτικό σημείο, ένα τρίτο (δηλαδή τέταρτο) φουσκωτό περνά ανάμεσά τους και επιβραδύνοντας, με αριστοτεχνικό τρόπο γλυστρά πάνω στο αμμουδερό τμήμα της παραλίας. Μέσα στο φουσκωτό, τρεις φουσκωτοί, ο εις εκ των τριών μεν πιο φουσκωτός από τους άλλους (στυλ ανοιχτό αίρμπαγκ), αμφότεροι και οι τρεις δε περιβεβλημένοι μπεζ βερμούδας και μελανού πόλου, που τους έκανε να μοιάζουν ένστολοι σε διακοπές. Πράγμα που προφανώς δεν ήταν ακριβές παρά κατά το (πρώτο) ήμισυ.
Οι δύο εκ των φουσκωτών του φουσκωτού, ο Αίρμπαγκ και ένας προφανώς νεότερός του, πιο φιτ, βάλθηκαν να κατεβάζουν στην παραλία κοντά μισή ντουζίνα βαλίτσες, εκ των οποίων μερικές με έντονα χρώματα, που δημιούργησαν για μια στιγμή την οπτική εντύπωση μιας σειράς φωτογραμμάτων από φίλμ σέβεντις με τη Ρένα Βλαχοπούλου κατά σατανική αμέλεια ριγμένων μέσα στην Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου, καθώς και δυο-τρεις τσάντες με ψώνια, όχι του τύπου σούπερ μάρκετ. Ο τρίτος φουσκωτός παρέμεινε μέσα στο φουσκωτό μετά του οποίου και αναχώρησε προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει. Καλά ξεκουμπίδια.
Όμως, παράλληλα με όλα αυτά, μια παρέα άλλη μισή ντουζίνα, νεαρά άτομα αυτή τη φορά, είχε κατέβει απ’το μονοπάτι συμβάλλοντας με τον τρόπο της στην απότομη δημογραφική έκρηξη φουσκωτών (δύο ειδών), τουριστών και βαλιτσών στην προ ολίγου έρμη και νυν φουκαριάρα τούτη παραλία. Ο εις εκ των φουσκωτών, ο πιο νεαρός, ο Φιτ, παίρνει μια βαλίτσα στό'να χέρι, μια άλλη στο άλλο, μια τρίτη, πιο μικρή κάτω απ’ τη δεξιά μασχάλη, και κινά με δυναμισμό, αξιοπρόσεκτο κάτω από τον καυτό ήλιο, να ανεβαίνει το μονοπάτι που οδηγούσε απ’την παραλία στο πλάτωμα, ενώ ο Αίρμπαγκ παραμένει στην παραλία να τον κοιτάει. Ο πρώτος σταματά για λίγο, γυρίζει και λέει κάτι στο δεύτερο, βρίσκομαι αρκετά μακριά για να μην μπορώ να ακούσω τί, έπειτα ξαναζώνεται τις βαλίτσες για να τις αφήσει τελικά στην άκρη του πλατώματος, πριν πάρει το δρόμο του γυρισμού. Μιά και δυό, παίρνει τις υπόλοιπες βαλίτσες και ξεκινά να επαναλάβει το δρομολόγιο, αυτή τη φορά συνοδεία του Αίρμπαγκ τον οποίο έχει ιπποτικά αφήσει να κουβαλάει μόνο τις τσάντες με τα ψώνια, κρεμασμένα στους αγκώνες του. Εκείνη περίπου τη στιγμή ο τρίτος των σωματοφυλάκων-φουσκωτών καταφθάνει εκ νέου μεταφέροντας ουχί τον Ντ’Αρτανιάν αλλά τρεις επιβάτες θυλικού φύλου, μια μεσήλικα καλοδιατηρημένη γυναίκα (η μαμά), ένα μικρό κορίτσι όχι πάνω από δέκα ετών, όπως ο Μιχαλάκης τον οποίο εννοείται πως έχω ξεχάσει προ πολλού, και δύο έφηβες δεσποινίδες, μια ξανθιά και μια μελαχρινή (οι κόρες;) – η πραγματικότητα ακολουθεί το κλισέ – όλες ντυμένες σε άψογο ελβετο-αιγαιοπελαγίτικο στυλ. Αφού απεβιβάσθησαν εκ του ταχυπλόου βοηθεία του οδηγού αυτών, αι εν λόγω γυναίκαι ήρχισαν όπως αναβαίνουσι εις το προαναφερθέν πλάτωμα όπου τις ανέμενον καρτερικώς αι αποσκευαί αυτών. Περιττό να πώ πως το θέαμα έχει τραβήξει την προσοχή όλης της πανίδας της παραλίας, η οποία ξαφνικά βρέθηκε σέ μια τηλεοπτική υπερπαραγωγή χωρίς οθόνη και αδημονεί να δει τη συνέχεια.
Ταυτόχρονα, πριν, μετά, δεν ξέρω, γιατί κι εγώ έχω ήδη αρχίσει να νομίζω ότι βρίσκομαι σε παραίσθηση έλληνα μικρομεσαίου, σκάνε άλλα δύο φουσκωτά με μια πολυπληθή παρέα ανήλικων εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, συνοδευόμενων από περιορισμένο αριθμό ενηλίκων. Η παρέα αυτή δεν αρκέστηκε στο να ρίξει άγκυρα λίγο πιο ανοιχτά, όπως τα περισσότερα από τα φουσκωτά παρευρισκόμενα στο θαλάσσιο ντράιβ-ιν, αλλά, παίρνοντας προφανώς την παραλία για υπόγειο γκαράζ του Μαρινόπουλου ή του Σκλαβενίτη, ήρθε κι άραξε έξω έξω, κολλώντας το ένα σκάφος δίπλα στο άλλο και φωνασκώντας ασυστόλως σε συχνότητες ανάλογες με το στάδιο του μεταφωνισμού του καθενός τους. Το μόνο που έλειπε τώρα για να ολοκληρωθεί η τιμωρία μου για την αλαζονεία μου να περιμένω υπερβολικά πολλά από τις λιγοστές πραγματικές διακοπές μου, ήταν οι ρακέτες.
Όμως, αντί για ρακέτες, εκείνη τη στιγμή ακούγεται ένας βόμβος και φτάνει από το πουθενά ένα… ελικόπτερο, που έρχεται και προσγειώνεται σιγά σιγά στο πλάτωμα που τώρα καταλάβαινα πως χρησίμευε ως ελικοδρόμιο. Η υπερπαραγωγή έφτανε στο αποκορύφωμά της. Έκθαμβοι οι λουόμενοι παρατηρούσαν το απαύγασμα του μεσογειακού γκλάμουρ να ενσαρκώνεται μπροστά στα μάτια τους με τη μορφή από μηχανής θεού. Σ’αυτό το σημείο, δεν άντεξα. Βούτηξα στη θάλασσα και τράβηξα κάτι απεγνωσμένες απλωτές να μην τους βλέπω όλους αυτούς, μόνο μπλέ και πράσινο, και φυσαλλίδες, και τα λαμπιρίσματα του ήλιου στο νερό…  
Κοιτάζοντας από το ύψωμα φεύγοντας, μέτρησα στην παραλία εφτά φουσκωτά.



Βαγγέλης Αθανασόπουλος




ΕΛΚΟΣ

Παγώνεις ολόκληρος απο τη μνήμη θανάτου
κρυσταλώνεις ολόκληρος
                         απο τη μνήμη των ζωντανών.
Καταπίνεις  με δάκρυα το  μαύρο σύννεφο.
Ζείς σαν πουλί τρομαγμένο   
                    μέσα στην βοκαμβίλια.
Τραγουδάς δεν  ακούνε.


ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Κατάδεσμος   ο   νάρθηκας    μου
συντριβάνι    το   αίμα   σαν    καταιγίδα.
Άσπρα  χρυσάνθεμα   με   συντρίβουν
Μπλέ   υγρά   στο   σκοτάδι.
Μπαμπάκι   στο   στόμα   αποκρύπτει   τα   ρήματα
                               κάθοδος   απο  χέρια   αλλότρια.
Σαν   τα  δάκτυλα  του  Ντόριαν  Γκρέη
να  κρέμονται  απο  τα   νεύρα
                            βοή   και   βία    στον    ξένο.
Σαν   νάχω   πάει   στη   λίμνη  με   τους   κύκνους
σαν   νάχουνε   τα   οστά   μου   κίτρινο  οξύ
σαν  να  τάισα   τους   κύκνους
πρόωρα   αυγή
Τι   ώρα   βραδιάζει  πατέρα ;



Μετάφραση από τα Αγγλικά: Μαρουσώ Αθανασίου


TO NHMA TOY IOYNH

Και όχι μόνο κλαίγοντας,
για τα τρεμάμενα λουλούδια της κυρίας Νταλογουέι,
αλλά για τα δάκρυα που επιστρέφουν στην πηγή τους,
σαν να ταξιδεύουν μέσα από μικροσκοπικές φλέβες ρίζες
μέχρι τη ραχοκοκαλιά ενός τεράστιου δέντρου,
ένα ταξίδι να μας φωτίζει τη μηχανική των ρευστών,
τη συμβίωσή τους με τον αέρα που ανασαίνουμε στον ύπνο – 

όλα αυτά είναι σημάδια ανάγκης για λαβές μέσα στο χρόνο,
από λέξεις που ξεστομίζουν τέτοιες ώρες στου πρωινού
την γκρίζα γενειάδα του φωτός, μεταξύ νύχτας κι αυγής,
ενώ σαν θεατρικά ποντίκια αγκαλιάζονταν και κραύγαζαν 
για ζωή, κι εσύ βρίσκεσαι μεταξύ ενός εσωστρεφούς εαυτού
κι ενός ακόμα που μοιράζεσαι με τον διπλανό σου
σε ένα κουκούλι νοημάτων ανάμεσα σε δυο σώματα

που από μέσα τους, ακόμη και στα όνειρα,
ο χυμός όλων των σκέψεων χύνεται.


Μετάφραση από τα Σλοβενικά στα Αγγλικά: Ana Pepelnik, Kelly Lenox & Barbara Pogačnik 



ΣΤΟΙΧΕΙΑ: ΝΕΡΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

Το καΐκι έχει επισκευαστεί, είναι και πάλι εδώ, βάφτηκε κόκκινο, βουτάω
απ’ το κατάστρωμα, κολυμπάω με κάθε τρόπο.
Στην ακτή, έχουμε φτιάξει κάμαρες
στο οστέινο παλάτι, όπου τρεμοπαίζουν τα πέπλα
κάτω απ’ τον θόλο του λεμονάτου πρωινού.
Το νερό τρέχει αίμα κόκκινο, στα μάτια
του κόκκινου καϊκιού. Από ψηλά
το πλεούμενο καμπυλώνει τον υδάτινο λαιμό του ως 
τα λιμάνια.

Το ζευγάρι βηματίζει ως την άκρη της θάλασσας, στη λευκότητα της επιφάνειας,
αγγίζουν την τραχύτητά της, το απαλό χιόνι ζάρωσε
στο δέρμα του νερού, κάτω απ’ τους λεπτούς θόλους
του λεμονάτου πρωινού.
Η Έσχατη Θούλη ήταν τόσο κοντά
τη στιγμή που την ψηλάφισαν.


Μετάφραση από τα Σλοβενικά στα Αγγλικά: Kelly Lenox & Barbara Pogačnik 



ΣΤΑΦΥΛΙ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ
Eux, comme un vil sursaut d`hydre...
Mallarmé, Le Tombeau d`Edgar Poe

Ο κόσμος τρεκλίζει σε μια παραφορτωμένη πιατέλα
Κι όποιος δεν μπορεί ν’ αγοράσει ένα τραπέζι,
πέφτει όπως τα παραγινωμένα σταφύλια.
Αύριο θα είναι πολύ αργά για να καταλάβουμε 
σε ποιο ορεκτικό μας έφτασε ο χάρτινος πόλεμος.
Η γλώσσα μας είναι ένα μακρύ, ατέλειωτο,
άκακο φίδι που τυλίγεται στα χέρια μας
ψημένο ή άψητο απ’ όλες τις πλευρές
που τρυπώνει στο ψωμί της μετάληψης 
κι εσύ εκπλήσσεσαι από τον τρόπο
που υπεράνω της πείνας
ο ναυαγισμένος καπετάνιος συνοδεύει τις εντολές του.




ΣΤΟΙΧΕΙΑ: ΑΕΡΑΣ

Σήμερα η Ευρώπη δεν είναι παρά κενός ωκεανός
με μια χούφτα νησιά σαν σύννεφα, όπου σιγοπίνουμε κοκτέιλ
απαλλαγμένοι από έγνοιες. Η στεριά χάθηκε.
Συμφωνήσαμε πως είναι καλύτερα εξαφανισμένη.
Μια γυναίκα, πλασμένη από πράσινα τραγουδιστά πέπλα τζιτζικιών,
μαζεύει τις ηπείρους σαν βότσαλα μία προς μία 
με τρυφερές κινήσεις. Ένα θρύμμα φωτός κεντρίζει τον λαιμό.
Ένας ηλιόλουστος άνεμος κυματίζει εκεί όπου ήταν η στεριά, στεριά τώρα χαμένη.
Κι όλη η Ευρώπη, μαγεμένη, παραμένει σιωπηλή.


*


Η Barbara Pogacnik (1973, Σλοβενία), ποιήτρια, μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας, αποφοίτησε από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν του Βελγίου και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στη Σορβόννη του Παρισιού. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Poplave (Κατακλυσμοί, 2007), V množici izgubljeni papir (Φύλλα Χαρτιού που Χάθηκαν στο Πλήθος, 2008), Modrina hiše (Το Μπλε του Σπιτιού, 2013) και Alica v deželi plaščev (Η Αλίκη στη χώρα των Παλτών, 2016). Το βιβλίο της Stopinje po rižu (Βήματα στο ρύζι) θα κυκλοφορήσει το 2020. Γράφει επίσης διηγήματα και δοκίμια. Επιλεγμένα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί ή θα δημοσιευτούν στα ρουμανικά (Funia Luni Iunie), μεταφρασμένα από την ποιήτρια Linda Maria Baros, στα γαλλικά (Elements, lieux, animaux) από τον ποιητή Stéphane Bouquet, στα ισπανικά (Buenas noches, estación) από τον ποιητή Francisco Larios και στα κροατικά. Η ποίησή της μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε σε κριτικές και ανθολογίες σε περισσότερες από 30 γλώσσες, εμφανίστηκε σε περισσότερα από 60 διαφορετικά λογοτεχνικά φεστιβάλ και εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο. Έχει μεταφράσει περισσότερους από 150 συγγραφείς από τα γαλλικά, τα αγγλικά, τα ιταλικά, τα σερβικά, τα κροατικά και τα ισπανικά. Είναι μέλος πολλών λογοτεχνικών επιτροπών, μέλος του PEN και μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων Σλοβενίας.


Σινέ-Ημερολόγιο: «Μείναμε Σπίτι»



Love streams (1984): Και είσαι σίγουρη ότι ερωτεύτηκες τον Κασσαβέτη. Και λες μέσα σου «Μου τον έφαγε η πουτάνα η Τζίνα Ρόουλαντς». Τελικά, καταλήγεις βέβαιη πως μόνο εκείνη θα τον άντεχε τέτοιος που ήταν. Εσύ,-μάλλον- τον παράτησες. «Χάρισμα της» λες και τρέχεις στην τουαλέτα. Κατουριέσαι και πεινάς.

If (1968): Η βία γεννά βία. Κι η βία δεν είναι η λύση. Κι αν τα ‘χετε ακούσει κι αν τα ‘χετε δει, εδώ η βία σε υπνωτίζει. Βόσκει σαν χοντρή αγελάδα σε χωράφια στο Πήλιο. Παχαίνει μέρα με τη μέρα και λίγο πριν να γίνει μπριζόλες κόντρα ή ταλιάτα σε ένα χάι κλας εστιατόριο εκρήγνυται. Εντόσθια κι αίματα πετάγονται παντού.

Boogie Nights (1997): Αχ και να μουνα ένα άστρο λαμπρό, ένας αστέρας του Χόλιγουντ. Γυναίκες και πισίνες και χάδια και μασάζ και χαβιάρια. Ζωή και κότα. Και τότε πέφτω πέφτω πέφτω βουλιάζω και να ‘μαι στην επιφάνεια, εγώ και το πουλί μου, επιπλέουμε, ουρλιάζουμε κι ένα αεροπλάνο που περνάει δεν μας είδε ποτέ.

The army of shadows (1969): Κι είναι κι ο πόλεμος που είναι «κακό πράγμα». Και είναι που στο χουνε πει και το βαρέθηκες. Και είναι κι ο Μελβίλ κι η μεθυστική υπόγεια αφήγηση κι ο πόλεμος που πάντα θα ναι κακός. Κι είμαστε όλοι πολεμιστές κι όλοι τελικά κακοί. Κι ο πόλεμος δεν τέλειωσε –ακόμα.

Only Angels have Wings (1939): Το να παρακολουθήσεις από κοντά τη γέννα των κλισέ και των σεξιστικών χολιγουντιανών στερεοτύπων δεν τα μετατρέπει ποτέ σε τροφαντά χαριτωμένα μωρά. Με τρόμο διαπιστώνεις ότι γεννήθηκαν ενήλικες ταγμένοι να καταστρέψουν συνειδήσεις και –δήθεν- τέχνες.

Close encounters of the third kind (1977): Όταν ο Σπίλμπεργκ νομίζει ότι κάνει επιστημονική φαντασία, ο Ταρκόφσκι μεθαέι με τον Κιούμπρικ.Ο Κιούμπρικ αναρωτιέται αν η τέχνη είναι μαλακία, ο Ταρκόφσκι δε μιλάει. Ο Κιούμπρικ τον βρίζει σε μεθυσμένα Αμερικάνικα. Ο Ταρκόφσκι κάτι ψιθυρίζει σε μεθυσμένα Ρώσικα. Ο Κιούμπρικ αναρωτιέται πώς θα μιλούσαμε αν ήμασταν όλοι μουγγοί. Ο Σπίλμπεργκ δεν πίνει, προσέχει τη σιλουέτα του.

Once upon a time in the West (1968): Είμαι σκληρός καουμπόι κι έχω δυό μέτρα μπόι. Νομίζω ότι αρέσω στα κορίτσια, αλλά αυτά με βαριούνται.

An angel at my table (1990): Αν η ομορφιά είχε φωνή και κώλο, θα καθόταν εδώ για πάντα φωνάζοντας ότι επιτέλους βρήκε πατρίδα και τρώγοντας γαριδάκια ή καπνιστό σολωμό.

The long day closes (1992): Η αιώνια εφηβεία. Αυτή που, εδώ, μπατάρει ανάμεσα σε αίθουσες σινεμά, όμορφα αγόρια και σεξουαλικά ένστικτα. Κομμάτια εαυτού ουρλιάζουν πως ναι ήμουν κι εγώ εκεί.

Gimme shelter (1970): Οι Rolling Stones σέξυ, κοκκαλιάρηδες με καμπάνα παντελόνια και περίεργα φουλάρια. Οι Rolling Stones επαγγελματίες. Οι Rolling Stones υπέυθυνοι ανεύθυνοι. Θρησκεία ο πιστός κι όχι ο θεός του. Ντυθείτε χίπηδες και βγείτε στα χωράφια. Δεν είχαμε ποτέ Απόκριες.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA