πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Photo:Gregor Salovir

«Χαρτί υγιείας»

είναι η απάντησή σου στην ερώτηση
ποια θα είναι η πρώτη μας αγορά
όταν συγκατοικήσουμε.

«Και τα σκεπάσματα.»

Που για μένα μάλλον βγάζει νόημα,
γιατί τα δικά μου τα ροζ δεν σου πάνε.
Προδίδουν πως κοιμάσαι κάπου αλλού,
παρόλο που μέσα τους μοιάζεις σαν ενδεδυμένος
σε κάποιο καινούριο, ανοιχτό δέρμα –

και εγώ δεν θα ήθελα να ήσουν κάπου αλλού.

Πες μου όμως – πιστεύεις πως κάτω από τα σκεπάσματα
που πάνε και στους δυο ονειρευόμενους
ο άνθρωπος ονειρεύεται μόνο κοινά όνειρα;

Και ποιο διαμέρισμα να ονειρεύεται άραγε εμάς,
το να το γεμίσουμε με πίνακες και βιβλία,
να βάλουμε πετσέτες στην κρεμάστρα, να το ντύνουμε με την
μυρωδιά του κάρυ και της σιταρένιας μπύρας τα ελεύθερα βράδια;

Μάριμπορ 1

Κίρα. Δες, μύγα. Να την, την μύγα. Πώς
αλλάζει την κατεύθυνση και εκτοξεύεται στην
κρεββατοκάμαρα. Πώς παίζει το λαδί της
βλέμμα για να δει που βρίσκεται.
Πώς πίστευα ότι με την κομψή της
παρουσία θα καταπολεμώ πιο εύκολα
τα γυμνά βαρίδια της ανησυχίας. Ότι
νιαουρίζοντας θα τα διώξει μακριά.
Πώς αντί γι αυτό της μάθαμε λίγες
λέξεις. Μύγα. Γάτα. Πάψε.
Καλή.
Πώς μου μάθανε λίγες λέξεις.
Φρόνιμη. Ευγενική. Καλή.
Πώς γίνεται περισσότερο εντολή παρά
φιλοφρόνηση. Πώς εύχομαι για τον εαυτό μου
να ήξερα να υποακούω μόνο όταν το
πάρω απόφαση. Πώς περιμένω απ' αυτήν
να με υπακούσει κάθε φορά.
Μύγα. Μαλακό πατουσάκι. Καλή.

Το φεγγάρι

η ώρα είναι 15.54
είμαι στο τρένο για την Λιουμπλιάνα
ξαφνικά μ' ενοχλεί το μεγάλο πορτοκαλί φεγγάρι
κρύβεται πίσω από το πλέγμα των δέντρων
λες και με κοιτάει
μου φαίνεται πως εγώ και το φεγγάρι
πως εμείς στεκόμαστε και πως
το τοπίο είναι εκείνο που κινείται
μας διακόπτει ο ελεγκτής
ήρθε να κοιτάξει το εισιτήριο
καθώς εγώ και το φεγγάρι στεκόμαστε και κοιτιόμαστε
και το τοπίο είναι εκείνο που είναι ανήσυχο
και το τοπίο είναι εκείνο που δεν θέλει να γυρίσει σπίτι
μα εγώ έχω το εισιτήριο τρένου και το μεγάλο
πορτοκαλί φεγγάρι και η ώρα είναι 16.02
και ο ελεγκτής έχει ελέγξει όλα τα εισιτήρια

Ένα δροσερό πρωί

Μέσα στο σπίτι ακούω ένα λεπτό νιαούρισμα.
Θα την είχε κλείσει μέσα ο πατριός μου
φεύγοντας για την δουλειά, πάλι καλά
που είμαι άνεργη και στο σπίτι.

Μάλλον θέλει να καλέσει την μαμά της,
αντί γι' αυτήν όμως κάλεσε εμένα
ψηλό, ανθρώπινο σώμα που το πόδι του
ανά πάσα στιγμή απειλεί να λυγίσει
και να φέρει καταπάνω της και το χέρι, πρόθυμο για χάδια.

Στο συζυγικό κρεβάτι, στο γραφείο,
στο παιδικό δωμάτιο όμως –
άφαντη.

Τότε συνειδητοποιώ πως η δράση
εκτυλίσσεται έξω από αυτούς τους τοίχους,
πάντα κάπου έξω.

Εκεί το δροσερό πρωί υπόσχεται 30 βαθμούς.
Εκεί οι γάτες θα καλέσουν όποιον θελήσουν.

Η Αγγέλα

Νομίζω πως σήμερα έρχεται η αποκλειστική.
Εκτός αν η Γκάμπιτσα αντικαταστήσει την Γιάννα.
Με δυσκολία παρακολουθώ το πρόγραμμά τους,
και όλα αυτά τα χάπια – ποτέ δεν ξέρω
πότε πρέπει να τα πάρω.
Νομίζω πως σήμερα θα βγω λίγο στον κήπο.
Ακόμα και το χειμώνα πρέπει τα πράγματα να μπουν σε μια τάξη.
Λίγο μου λείπουν οι καιροί που η Γκάμπιτσα και
η Νίνα ακόμα έμεναν εδώ, όποτε η μικρή δεν ήταν στο νηπιαγωγείο
ποτίζαμε τον κήπο μαζί, ψήναμε βάφλες σε μορφή καρδούλας.
Ήρθε η Γκάμπιτσα. Θέλει να μη φάω μόνο σούπα και σαλάτα.
Όσο συμμαζεύει, θα λύσω ένα σταυρόλεξο.
Μ' αρέσουν τα μεγάλα, τα λύνω πολύ καιρό.
Ξέρω τις απαντήσεις.
Μέτα μπαίνει ένα νεαρό κορίτσι και
δεν είμαι σίγουρη αν ξέρω ποια είναι.
Την ρωτάω αν νοιάστηκε
να έχουν οι κότες τροφή και νερό.
«Εδώ και είκοσι χρόνια δεν έχουμε κότες», μου λέει.
«Νομίζω πως θέλω να ξεκουραστώ τώρα», λέω.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω.


*

H Nina Medved (1989) είναι ποιήτρια, παραγωγός πολιτισμού, φωτογράφος, συντάκτρια και μεταφράστρια από την Σλοβενία. Έχει σπουδάσει Συγκριτική και Γαλλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα. Το 2019 κέρδισε το βραβείο για τον Πιο Υποσχόμενο Νέο Λογοτέχνη (Φεσιβάλ Urška) και θα παρουσιάσει την πρώτη της ποιητική συλλογή το 2020. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά, τα κροατικά και τώρα στα ελληνικά. Κατά καιρούς παρουσιάζει ποιητικές περφόρμανς και έχει τον τίτλο της πρώτης Σλοβένας νικήτριας στο poetry slam (2016).

Ως παραγωγός, βοηθάει στην γέννηση/ίδρυση διάφορων φεστιβάλ: το Slovene Book Days στο Μάριμπορ, το FestivalPranger που είναι αφιερωμένο στην κριτική της ποίησης, το φεστιβάλ μετάφρασης PrevodniPranger και συνεργάζεται με την μοναδική γαλλική Έκθεση για ποίηση νέων ποιητών, το Marché de la poésie jeunesse.
Ως εκδότρια, έχει εκδώσει μερικές μοναδικές ποιητικές συλλογές, ενώ διαχειρίζεται και την ιστοσελίδα MladE-objave που ασχολείται με νεαρούς συγγραφείς και λογοτέχνες.
Συνδυάζει τις ποιητικές συλλογές με φωτογραφίες, πορτραίτα ποιητών δημιουργώντας έτσι νέα διαφορετικά πρότζεκτ τέχνης.
Μεταφράζει κυρίως Γάλλους συγγραφείς, αλλά όχι αποκλειστικά: Andreï Makine, Jean Teulé, Guy Goffette, Albane Gellé, Pierre Soletti, Étienne Lécroart, Vincent Tholomé, ThanosGogos, Elena Prendjova.
Είναι, επίσης, καθοδηγήτρια σε μια ομάδα μαθητών Γυμνασίου-Λυκείου ταλαντούχων στη λογοτεχνία. 





Ο ρευστός σου φόβος



Το μέλλον άδηλο
Το ζην επί πιστώσει
Ο τρόμος αμείβει τους νεκρούς
Κι` αυτούς που `χουν γλιτώσει

Βαθύπλουτοι στην τρέλα τους
Και άνυδροι στον λόγο
Σκορπίζουν κάρτες πλαστικές
Στις εθνικές γιορτές
Νεόπλουτοι χρηματιστές
Από πηλό και φόβο

Το μέλλον άδηλο
Το ζην επί πιστώσει
Πάλι σε χρόνια δίσεκτα
Μες στη θηλή του χρόνου
Περιπλανώμενοι εραστές
Στις απειλές του πόνου
Πλάσματα κρυφά της αγοράς
Αρχέγονη φτώχεια γιατί σιωπάς

Το μέλλον άδηλο
Το ζην επί πιστώσει
Στην έρημο της κατανάλωσης
Τα σώματα της άλωσης
Γεμάτα αναμνήσεις
Τα κυβερνάνε άνθρωποι
Που γράφουν διαφημίσεις

Σαν χάδι πατρικό
Σαν μάχιμη απουσία
Το ζην επί πιστώσει
Μια τακτική και έκτακτη
Κομψή ιδιοκτησία
Με φόβο άνυδρο ρευστό
Μας στέλνει εξορία



*

Ο Κώστας Γουλιάμος γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Σπούδασε στην Ελλάδα και τον Καναδά, όπου δίδαξε και ερεύνησε για πολλά χρόνια σε πανεπιστήμια.

Από το 2000 ζει και εργάζεται στην Κύπρο. Είναι Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου και Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών. Έχει ανακηρυχθεί Επίτιμος Καθηγητής σε πανεπιστήμια της Κίνας. Έγραψε ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων, άρθρων, δοκιμίων και ποιητικών συλλογών.

Το θεωρητικό και ποιητικό του έργο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη συνέγραψαν το δοκίμιο «Στη Διαλεκτική της Αρμονίας» (2018,Gutenberg).



Ευαγγέλιον Πάθους


Διατηρούμε κάτι το εσταυρωμένο πάντα
Κουβαλάμε καφάσια και κούτες με καρφιά
Οι σταυροί μας δε λείπουν απ' τα αισθήματα

Της κυρίας από πάνω της έλειψαν τα όνειρα
Μυροφόρα τα ραίνει τα μαραίνει και μαραίνεται
Του γείτονα ο γιός τον είπε αγύρτη και μπεκρή
Μπουκάλια το αίμα πιλατεύει από χολή και νύχτες
Κι ο μαθητής που εισδύει σε techno party
Τί όλεθρο επωμίζεται μέχρι το Γολγοθά του
Βέβαια, είν' τα τριπάκια ωραία για την ώρα

Αυτό το μιαρό το αλλότριο - Το εσταυρωμένο
Μας παραλύει με δόρια αγκάθια με σπαθιά
Ξύδι και σήψη αναδύουν τα ποτήρια
Το παραπέτασμα του ταβανιού σαβανώνει έναν θεό
-Τα χέρια ολονών τα πόδια κατακόκκινα -

Με δυο ληστές συνείδηση να περιγράφουν το χαμό
«καὶ Δυσμᾶς καὶ Γέστας οἱ δύο κακοῦργοι συσταυρωθήτωσαν...»

Έφτασα αισίως τριάντα τρία


                                           


    Vive Le Pâques!

Την μεγάλη Παρασκευή καλοντυνόμασταν και πηγαίναμε στον επιτάφιο, παρότι άπιστοι οικογενειακώς. Εγώ, η μάνα μου, ο αδερφός μου, ο παππούς. Ο πατέρας μου συνήθως δούλευε στην Αθήνα και ερχόταν το μεγάλο Σάββατο, ίσως –σκέφτομαι - για να φάει κατευθείαν. Ο Άη Γιάννης είχε μια όμορφη αυλή με μαρμάρινα σκαλιά και λεμονιές, μικρή. Βέβαια τότε, μου φαινόταν τεράστια. Από ‘κει ξεκινούσε η φιλαρμονική του δήμου παίζοντας το ‘’Ω γλυκύ μου Έαρ’’, βαδίζοντας αργά και συντονισμένα. Θυμάμαι όλες τις κυρίες ευλαβέστατες  με κραγιόν και νύχι κατακόκκινο. Αυτές οι ίδιες που τα καλοκαίρια άπλωναν την αρίδα τους στην παραλία φέρνοντας καρέκλες και φαγιά , προτού οι επιχειρηματίες βάλουν  ξαπλώστρες και γίνει η παραλία μια κακόγουστη και ομολογουμένως μπερδεμένη στυλιστικά καφετέρια. Τότε, τώρα και μάλλον για πάντα θα αναρωτιέμαι γιατί να βάλεις καρέκλα εκεί όπου μπορείς να ξαπλώσεις;
Η πιο γραφική μυρωδιά στον κόσμο είναι αυτή απ’ τα ανθισμένα εσπεριδοειδή δέντρα. Με ρώτησε πρόσφατα ένας φίλος ‘’Κοίτα πόσες νεραντζιές στους δρόμους, γιατί να μην είναι πορτοκαλιές ή λεμονιές να παίρνει ο κόσμος?’’ Είναι οικονομικό το θέμα, απάντησα, αλλάζοντας κουβέντα για να μην γίνω γραφικότερη της μυρωδιάς των νεραντζιών. Είναι που λες και πολυσήμαντη μυρωδιά. Είναι ένα ένδοξο σύμβολο νίκης. Αν είχαν στόμα όλες αυτές οι νεραντζούλες στους δρόμους της Αθήνας, τον Απρίλη θα έσκουζαν, ‘’Είμαι ότι πιο όμορφο θα συναντήσεις στον δρόμο για την δουλειά σου ρε πανίβλακα, κάτσε να με κοιτάξεις και να με μυρίσεις και να με πιάσεις λίγο, γιατί δεν κρατάω για πολύ΄΄.
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν με συγκινούσε τόσο αυτή η μυρωδιά όταν ήμουν μικρή. Υποθέτω πως την έπαιρνα δεδομένη, όπως την περιστροφή της γης ή τα βυζιά μου που μεγάλωναν και δεν θα ξαναμίκραιναν ποτέ πια. Δεν θυμάμαι να την συνδέω με τα γεγονότα που συνέβαιναν τριγύρω μου, απλώς υπήρχε σαν συνοδευτικό. Κοτόπουλο με ρύζι, μπιφτέκια με πατάτες. Εκείνο το άλλο απροσδιόριστο κρέας που έτρωγε ο παππούς μου, λεπτό και στεγνό σαν φλούδα ξύλου με την σάλτσα του. Μια πηχτή καφέ σάλτσα, ατάλαντη, που μόλις την έριχνε πάνω στο κρέας γινόταν αμέσως διάφανη, σαν να είχε αναγνωρίσει την αχρηστία της και ήθελε να σταματήσει να υπάρχει.
Τελοσπάντων, στην εξοχή ,αν κανείς θεωρεί εξοχή μια πόλη, απλώς όχι την Αθήνα, που έχει θάλασσα και πάρκο για να κοπανιούνται τα παιδιά και τεχνητούς καταρράκτες για να πηγαίνουν βόλτα τα ζευγαράκια που δεν θα έχουν ποτέ λεφτά να πάνε σε κανονικούς καταρράκτες, η μυρωδιά -η προαναφερθείσα- έσκαγε στον αέρα, σαν έκτακτη είδηση, το Πάσχα. Εκεί που περιφερόμουν αμέριμνη σέρνοντας μπάλες, πατίνια, σκοινάκια αρχικά και ύστερα περιοδικά, κινητά και μηνυματάκια, τσιγάρα και φραπέ, την φιλενάδα μου την Χρύσα και τον πόνο της για το αγόρι εκείνο από την κατασκήνωση ή τον δικό μου πόνο για τον Κώστα ή τον Δημήτρη ή τον Τάδε Ταδόπουλο, μου επιτίθονταν ξάφνου, σαν λυσσασμένα σμήνη, τα λευκά λουλουδάκια των δέντρων και εγώ θαρραλέα τα έπιανα και τα έμπηγα στην μύτη, στο στόμα, στα μάγουλα και προφανώς στα μαλλιά μου (αν τυχόν και περάσει ο Ταδόπουλος με το ποδήλατο να με δει ένα ολάνθιστο θαύμα).
 Φυσικά, η μάχη αυτή κρατούσε περίπου όσο μου κρατάει σήμερα ένα πακέτο τσιγάρα. Δεν καπνίζω βιομηχανικά γιατί δεν συγκρατούμαι. Καπνίζω στριφτά γιατί είναι πιο φτηνά, βρωμάνε λιγότερο και μου απασχολούν τα χέρια. Στις γιορτές όμως αγοράζω ένα πακέτο καρέλια λευκή κασετίνα. Παραδείγματος χάριν την Πρωτοχρονιά. Σπάνια την βγάζει στην αντίστροφη μέτρηση. Είναι πιθανό να αγοράσω ένα τέτοιο πακέτο την μέρα που θα λήξει η καραντίνα. Αν έχω λεφτά. Είναι εξίσου πιθανό να το καπνίσω σε μια ώρα. Μαζί με είκοσι μπύρες. Είναι πιθανό να μπήξω και όσα λευκά λουλουδάκια απ’τις νεραντζούλες συναντήσω στο διάβα μου, στη μύτη μου. Αν περάσει ο Ταδόπουλος, θα δω τι θα κάνω.
Πίσω στον Κορινθιακό, ο αδερφός μου έπαιζε μπιλιάρδο. Η μάνα μου, στο σπίτι, διάβαζε στο μπαλκόνι ξυπόλητη με τα δάχτυλα των ποδιών της να πιέζουν το κάγκελο, ο πατέρας μου όρθιος στην κουζίνα φώναζε κάτι αστείο επιλέγοντας ακατανόητα την λάθος χρονική στιγμή να το πει. Ήξερα και ακόμα ξέρω πόσο πολύ ήθελε να το ακούσω αυτό το αστείο που δεν άκουσα και έπειτα νευρίαζε, όπως νευριάζει τώρα που δεν μπορεί να μου κάνει βιντεοκλήση χωρίς να με υποβάλλει στο τρομαχτικό μαρτύριο να τον ακούω αλλά να βλέπω την απέναντι πολυθρόνα, ακίνητη, χωρίς να ανοιγοκλείνει το στόμα της γιατί δεν έχει. Ο παππούς έκοβε βόλτες στην παραλία με τα χέρια πίσω απ’ την μέση του, κομψός και είρων ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους, τους χωριάτες, τους ασκημομούρηδες, τους καμπούρηδες, τις σκαλόρνιθες και όλο τον λοιπό θίασο που αγαπούσε να κρίνει.
Πέρα δώθε, πέρα δώθε κάναμε και εμείς την διαδρομή τη παραλίας ώρες επί ωρών με το ίδιο άσβεστο πάθος χωρίς κανείς μας να αναρωτιέται γιατί. Όταν φτάναμε στο πάρκο, καθόμασταν στο λιμανάκι, λέγαμε καμιά μαλακία και άντε πάλι πίσω στην σκυταλοδρομία. Δεν το παραδέχτηκα ποτέ, αλλά εμένα δεν μου άρεσε τόσο αυτή η διαδρομή. Δηλαδή μου άρεσε, στην εφηβεία κυρίως , διότι γκομενίζαμε. Κατά τα λοιπά, ήθελα να κάνω βόλτες στις πιο πάνω γειτονιές. Ειδικά το Πάσχα. Εκεί κοντά στον Άη Γιάννη, στον πεζόδρομο και από πίσω, στα σκαλάκια που οδηγούσαν στον περιφερειακό. Ούτε παραδέχτηκα ότι ψιλογούσταρα τις καμπάνες. Όχι θρησκευτικά. Γεννήθηκα άπιστη, άπιστη θα πεθάνω. Αλλά να, κάπως μου έδιναν μια δικαιολογία να στεναχωριέμαι λιγάκι, οι πένθιμες. Και να χαίρομαι, οι χαρούμενες. Αν και προτιμούσα τις πένθιμες. Γιατί άπαξ και περνούσε η Παρασκευή, ε μετά κλάφτα. Δύο ακόμη μέρες και πίσω στην Αθήνα. Δεν ήταν και καλοκαίρι να ‘χει περάσει και κάνας μήνας να μου ‘χουν λείψει όλα ή να χω κάνει κοτσιδάκια με πολύχρωμες κλωστές στα μαλλιά, να μοστράρω στο σχολείο. Το Πάσχα ήταν σύντομο. Πλην όμως έξυπνο. Ήξερε όλα τα κόλπα για να σε κάνει να το θυμάσαι μέχρι το καλοκαίρι. Ήξερε όλα τα κόλπα για να με κάνει να το θυμάμαι μέχρι σήμερα.

Γι’ αυτόν και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, υποστηρίζω το Πάσχα. Γιατί καταλαβαίνω τώρα, πόση σοφία χρειάζεται για να καταστρώσεις ένα τόσο τέλειο σχέδιο εξαπάτησης. Φυσικά και ο Χριστός πεθαίνει την άνοιξη και σκεπάζεται κατανυκτικά με λευκά λουλουδάκια που μυρίζουν τόσο απελπισμένα που θέλω να κλάψω. Φυσικά και ανασταίνεται την άνοιξη, λουσμένος στο φως χορεύοντας στα σύννεφα με την παρέα του. Ας μη τα λέω εγώ, τα έχουν πει άλλοι καλύτερα. Το ζήτημα είναι πως μια ιστορία Ανάστασης την άνοιξη, είναι τόσο πειστική, που αμφιβάλλω αν μπορεί να ειπωθεί κάποια άλλη τόσο πετυχημένη.






Φασματογράφος δειλινών: Μια ιστορία για τις αρνήσεις των αρνήσεων
εκδόσεις Θράκα

Το κοινωνικό γίγνεσθαι και οι κοινωνικές πρακτικές που παράγονται μέσα σε αυτό παράγει βιώματα που είναι όμοια μέσα στη διαφορά τους. Όταν μάλιστα πρόκειται για γεγονότα τα οποία έχουμε ζήσει μαζί, από την μεριά των ηττημένων, οποιαδήποτε ανάγνωση μεολαβείται στο φάντασμα της ήττας, τους τρόμους και τις απογοητεύσεις που είχαμε όντας οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, στις συγκεκριμένες καταστάσεις, στις συγκεκριμένες οργανώσεις της πολιτικής αριστεράς, αλλά και στις χαρές και τις προσδοκίες για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Το βίωμα λοιπόν είναι κοινό όταν μιλάμε για ανθρώπους όμοιων ηλικιών, στις ίδιες μάχες, στις ίδιες οργανώσεις και στις ίδιες ήττες και ματαιώσεις, και ξαναφωτίζεται μέσα από την ιδιαίτερη ματιά του κάθε αναγνώστη/τριας. Ο Στέφανος λοιπόν μιλάει για αυτές, από τη σκοπιά των ηττημένων, οι οποίοι ξαναμετράνε τις δυνάμεις τους. Διαβάζω «οι σημασίες έχουν ξεφτίσει τόσο/ώστε, πολύ σύντομα, νεότευκτες έννοιες όπως/έντιμος συμβιβασμός/αριστερά δακρυγόνα/κέντρα φιλοξενίας προσφύγων/έχουν κι αυτές πια ξεπεραστεί από τις αντικειμενικές συνθήκες/επιγραφών νέον» (σελ. 49). Ο αποφατικός τόνος του Στέφανου, συνδυάζεται με αφαιρέσεις προσδιορισμένες κυρίως από το τοπίο της πόλης ή της φύσης, με τρόπο τέτοιο που απηχεί σε μεγάλο βαθμό της επιρροές του από το ρομαντισμό και την υπερρεαλιστική λογοτεχνία, παραθέτοντας μια υλική προσπάθεια ζεύξης του μοντερνισμού με το ρομαντισμό.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, τα χαϊκού του Στέφανου, τα οποία δεν είναι ακριβώς χαϊκού καθότι δεν έχουν τον συγκεκριμένο φορμαλισμό των χαϊκού, οπότε ας τα πούμε ολιγόστιχα ποιήματα, διαθέτουν τέτοια δυναμική, που ο αναγνώστης μένει ενεός απέναντι τους. Γράφει στη σελίδα 48 «βρέχει στους τοίχους/την ευθύνη ανέλαβε/μια εποχή», ή στη σελίδα 36: «φεγγάρι μου φεύγουν/δε σε πρόσεξαν/τι δε θα σαι κύκλος», ή το επόμενο, στην ίδια σελίδα, «τόσα μπαλκόνια/φασαρία/κι όμωςˑ ούτε ένας άνθρωπος». Η δυναμική είναι τέτοια, που νιώθω, διαβάζοντας τα, ότι η αντίφαση μοιάζει να κορυφώνεται. Με αυτήν την έννοια, κυρίαρχο μοτίβο στα ολιγόστιχα ποιήματα του Στέφανου, είναι η διαλεκτική, και μάλιστα μιας Μαοϊκής κοπής διαλεκτική, νοούμενη ως άρνηση της άρνησης. Μια διαλεκτική που άλλωστε φαίνεται και από τον τίτλο «Φασματογράφος δειλινών» που εμπεριέχει την διπλή αντίφαση άνθρωπος-φύση και άνθρωπος-μηχανή φτάνοντας έτσι στην πλέον πλήρη εκδοχή της αντίφασης μεταξύ μηχανής και φύσης. Συμπύκνωση της παραπάνω αντίφασης είναι το πολύ όμορφο ποίημα «Αναμνήσεις από μια εποχή φυγής» (σελ. 37) και ειδικά οι τελευταίοι του στίχοι «τα κύματα, εξαγριωμένα,/εφορμούν στις επάλξεις/του κάστρου της άμμου/προς θλίψη ατέρμονη/της φωτογραφικής μηχανής/που δεν πρόφτασε».

Οι στυλοβάτες της διαλεκτικής φαίνονται άλλοτε ρητά με το ποίημα στη σελίδα 50, με τίτλο άνθρωπος και μηχανή, το οποίο καταλήγει με την πύκνωση της αντίφασης: «άνθρωπος και ελευθερία/σε μηχανή ονείρων/στην καταρόδινη αυγή/που θα ναι μια απέραντη γιορτή». Ή τα ολιγόστιχα ποιήματα της σελίδας 19: «πιο κοντινός/ο ουρανός σήμερα/βρέχει» και το επόμενο, στην ίδια σελίδα, «στης πόλης τη νύχτα/ένα σκοτάδι/βουνόˑ απόρθητο», εκείνο της σελίδας 26 «όμορφα γέρνει/ο ήλιοςˑ καμιά φορά/τώρα, αν τον προφτάσεις» ή εκείνο στη σελίδα 58 «προς το Θιβέτ/με μια μηχανή/μια εποχή ακίνδυνη» και σελίδα 76 «φεγγάρι μου/μαχαίρι του ουρανού/που κρύβεσαι απόψε». Άλλοτε η αντίφαση αναποδογυρίζεται με τον τρόπο που ο Μαρξ, κατά τον Γαλλικό στρουκτουραλισμό, γύρισε την αντίφαση του Χέγκελ ανάποδα, «όλη τη νύχτα/φώναζε: αισθάνομαι/υπάρχωˑ βρέχει» (σελ. 76). Άλλοτε η αντίφαση εντοπίζεται στο πεδίο του λόγου και του νοήματος του «να αφουγκραστώ τις λέξεις/που υποψιάζομαι πια/πως δεν γνωρίζω τι σημαίνουν» (σελ. 48). Οι αντιφάσεις κάποιες φορές οδηγούν σε ανασυνθέσεις, όπως στο ποίημα με τίτλο Ποιητική ανασύνθεση (σελ. 59) όπου ο Στέφανος μας λέει ότι «raison d’ être δεν ήταν πάντοτε/ο κατευνασμός του δειλινού». Ενώ στο ποίημα με τίτλο Δειλινό, όπου προσπαθεί να ορίσει τον ένα πόλο της συλλογής, ο Στέφανος αναγνωρίζει την αντίφαση μεταξύ βιώματος και αναπαράστασης λέγοντας μια ροδοκόκκινη βεντάλια/απλώθηκε στον ουρανό/σε ανάμνηση του ηλιοβασιλέματος/που – για μια στιγμή – με μάγεψε».

Το βιβλίο αυτό αρθρώνεται στη βάση τεσσάρων μικρότερων που είχε κυκλοφορήσει ο ίδιος ο Στέφανος, έτσι που το πέρασμα από την αρχή προς το τέλος του βιβλίου αποτελεί μια μικρή διαδρομή προς την ποιητική ωρίμανση. Κοινός παρονομαστής στην πορεία αυτή είναι ο ανατρεπτικός τελευταίος στίχος που επισφραγίζει την αντίφαση με την έκπληξη. Στο βαθμό που ο Στέφανος συνεχίσει τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες ως ηθοποιός και σκηνοθέτης και στο βαθμό επίσης που συνεχίσει να επεξεργάζεται και να δουλεύει την αντίφαση και την αφαίρεση βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα ίδια φίλτρα της επανάστασης και του έρωτα θα συνεχίσει να φέρνει ποίηση τέτοια που να μας τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, να μας κινητοποιεί συναισθηματικά και να μας κάνει να σκεφτόμαστε πολιτικά και αξιακά.

εκδόσεις Μελάνι


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΑΦΟΡΕΤΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ»
ΤΗΣ ΝΑΓΙΑΣ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ



Ήδη ο τίτλος της συγκεκριμένης συλλογής «ΑΦΟΡΕΤΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ» είναι προεξαγγελτικός των προθέσεων της δημιουργού: Χειμώνας δεν είναι παρά η εποχή που θα ανατρέψει αναπόφευκτα στη ροή του Χρόνου την ευφορία των φύσεων και θα προκαλέσει τη δοκιμασία τους στη φθορά· η δημιουργός θα αρνηθεί την εξέλιξη αυτή, επιδιώκοντας να αντισταθεί στο Χρόνο, να αποτρέψει ό,τι επισύρει η ροή του, ακόμα και να τον αντιστρέψει κάποτε.  H ποιήτρια  αρνείται να ενδυθεί τη φθορά.  Η μήτρα που γέννησε ό,τι έγινε παρελθόν, διεκδικεί τη θέση της στο παρόν[1]. Και αν ο Χρόνος είναι μια θάλασσα που κάθε κύμα της μας ανταλλάσσει με το επόμενο, η σωσίβια λέμβος για την ποιήτρια θα μπορούσε να είναι κάποτε το σώμα, οι αισθήσεις, η αφή. Πάνω στα σώματα  ο χρόνος μετράει αντίστροφα, όπως μας λέει στο ποίημα «ΦΙΛΙ». Το σπίρτο που κρατάει σφιχτά, αν και την καίει σβηστό[2], υποδηλώνει την προσπάθεια να εμποδίσει τη ροή των πραγμάτων˙ και η αγωνία για την αφή τους, ταυτίζεται με την αγωνία της ύπαρξης να εκταθεί στα μέγιστά της, ώστε και αν ακόμη δεν καταφέρει να αναχαιτίσει τη ροή αυτή, θα έχει εξαντλήσει τα όριά της για τη μέθεξη του χώρου και του χρόνου, απολαμβάνοντας, έστω και κατά ψευδαίσθηση, τη διαστολή του  και ακολούθως την καθυστέρηση του δικού της «χειμώνα».                                                                                                                                                                                                                                                                                    Η γυναίκα εδώ ως υποκείμενο, που όχι μόνο αρνείται να αλωθεί από το χρόνο, αλλά εντείνοντας κάθε φυσική εκδοχή της ύπαρξής της, προσπαθεί να τον ξεγελάσει[3], είναι το αντίθετο της γυναίκας της Σονάτας του Σεληνόφωτος, που ακινητοποιημένη, στην παλιά πολυθρόνα, παρακολουθεί με οδύνη και παθητικά τη δύναμη της φθοράς. Η ένταση των αισθήσεων με την οποία αποπειράται η σύλληψη και ακινητοποίηση του χρόνου,  εκδηλώνεται ήδη από το πρώτο ποίημα με τίτλο «ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΜΟΥ», όπου, αντικρίζοντας το δύστοκο μέλλον, το υποκείμενο καταλήγει με τους στίχους  : «Κι η αγγελική μοσχοβολάει Άνοιξη / Να με μπολιάσει άρωμα / Ενέχυρο μνήμης», επίσης στο ποίημα «ΑΔΕΙΑ ΡΟΥΧΑ» «… Άδεια τα ρούχα…/Τ’ άφησα μαζί με το σώμα/Στον χρόνο ενός αγνώστου/Η κατάληξη της επιθυμίας/ Γεύση μου αφήνει ορφανή», ή στο ποίημα «ΑΞΗΜΕΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ» «…Ξεκούμπωσα το στήθος μου για να κυκλοφορήσουν οι αναπνοές…/Μύριζε ζουμπούλια/Εθιστική μυρωδιά θλίψης…» Άλλωστε και στον πυρήνα της ποιητικής της, οι αισθήσεις είναι πάντα παρούσες, όπως συνομολογείται στο ποίημα «ΕΚΡΗΞΕΙΣ»: 

«Σκάβω στην άμμο να κρύψω λέξεις/Στις στάλες των αισθήσεων εκκολάπτονται/Ντελικάτα έντομα της μιας ημέρας».

Έχει ήδη επισημανθεί από τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου αναφορικά με την προηγούμενη ποιητική συλλογή[4], η ύπαρξη ενός κύκλου ποιημάτων που χαρακτηρίστηκαν τότε «ημερολόγιο ενηλικίωσης του ποιητικού υποκειμένου»[5]. Στην παρούσα συλλογή αναδύεται ακόμη προφανέστερα το ύφος  ενός οιονεί ημερολογίου, μιας ημερολογιακής καταγραφής. Τα στοιχεία που συνθέτουν αυτή την εικόνα είναι: α. η αυτοαναφορικότητα·  μάλιστα, ακόμα και όταν το ποίημα αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, τούτο λειτουργεί ως αντανάκλαση για την επιστροφή στον εαυτό, β. η ένταξη λέξεων που σχετίζονται με τον χρόνο γ. η αναφορά των ενεργειών ή καλύτερα των επιδιώξεων του ποιητικού υποκειμένου, και δ. το ότι το ίδιο το υποκείμενο αποκαλύπτει την επιθυμία του σε τέτοιου είδους καταγραφή: στο ποίημα ΤΕΛΟΣ ΓΙΟΡΤΗΣ μας λέει «Καίγονται σπίρτα/Σβήνουν οι μέρες της γιορτής/ Τις αφαιρώ μία μία από το ημερολόγιο», ενώ στο ποίημα ΜΕ ΜΕ-ΤΡΟ : «Κάποια μέρα θα γράψω τη χάρτινη ζωή μου και θα την χωρέσω σε μερικές γραμμές… Θα διηγηθώ το χρόνο…». Πέρα από οποιαδήποτε πρόθεση για σχηματοποίηση, και αυτά τα στοιχεία μαρτυρούν την προσήλωση του υποκειμένου στη ροή του χρόνου, και προδίδουν την αγωνία του να τον συλλάβει και να τον αναχαιτίσει.

Αν η έγκλειστη σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον γυναίκα της Σονάτας  παραδόθηκε τελικά στη νύχτα, στην άτεγκτη πορεία των πραγμάτων, η γυναίκα εδώ, βρίσκεται έγκλειστη σε μια παρατεταμένη ομορφιά, όπως μας αποκαλύπτει,  όπου φαίνεται να αιωρείται γοητευτικά η εκκρεμότητα μιας έκβασης: τούτα θα συμπυκνωθούν στο ποίημα που συνθέτουν τέσσερις τίτλοι που επέλεξα από τέσσερα αντίστοιχα ποιήματα της συλλογής:  «Στο περιβόλι μου / Γυναίκα / Φεύγω απ’ τη νύχτα / Ακροβατώ».



[1] ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ
[2] ΤΕΛΟΣ ΓΙΟΡΤΗΣ
[3] ΤΕΛΟΣ ΓΙΟΡΤΗΣ
[4] «Γυάλινες ραφές», εκδ. Μελάνι, 2015
[5] ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ «Ποιητικοί Διάλογοι - Μονόλογοι», σελ. 244, έκδ. Γκοβόστη, 2015




Χημικά στοιχεία και αποβαλλόμενα ύδατα

Παίζουν χαρτιά στον κήπο. Όποτε ανακατεύω τις κάρτες τους, μυρίζω τον καφέ τους ή ανασκαλεύω τα κλειδιά τους, γίνονται θηρία.

       «Τι κάνεις εδώ, Σπότυ;», με δείχνουν με το δάχτυλό τους. «Φύγε. Κοίτα τη δουλειά σου».
       Και ποια ακριβώς είναι η δουλειά μου; Πρέπει να μάθω τι γίνεται εδώ, ποιο είναι το επόμενο τραπουλόχαρτο, πώς μυρίζει ο καφές τους, ποιες πόρτες ανοιγοκλείνουν τα κλειδιά τους.

       Κάποιος απ’ αυτούς με ράντισε με το λάστιχο του κήπου μια μέρα. Αναπήδησε, κουλουριάστηκε και γλίστρησε στο χώμα σαν αφηνιασμένο φίδι, ώσπου το νερό ξεχύθηκε πάνω μου και μου έκοψε την ανάσα. Από τότε έτσι μου φέρονται. Κι εμένα και στους άλλους φίλους μου γάτους της γειτονιάς. Για να μας κρατήσουν μακριά απ’ τις δουλειές τους.

       Ένα βράδυ η παρέα μου κι εγώ συγκεντρωθήκαμε για να βρούμε μια λύση. Δεν μπορούσαμε να επιτεθούμε στη βρύση, έτσι μεταλλική, στιβαρή και σκληρή που ήταν. Αδύνατον να την καταστρέψουμε. Οπότε δαγκώναμε και γρατζουνάγαμε το λάστιχο μ’ όλη μας τη δύναμη, όλο το βράδυ.

       Την επόμενη μέρα, το ‘πληγωμένο φίδι’, σύντομα επισκευασμένο κι ετοιμοπόλεμο, μας σκορπίζει μακριά.

       ‘Άλλο σχέδιο απ’ την παρέα. Πίνουμε όσο νερό χωράνε οι κύστες μας και κατουράμε το λαχανόκηπό τους. Κάθε βράδυ. Μερικά φυτά πεθαίνουν, άλλα αντέχουν. Κι έπειτα, πράοι σαν προβατάκια, τρώμε το γεύμα μας, αποφάγια φυσικά, ψαροκόκαλα και μαδημένα κεφάλια απ’ το Πέλαγος, νερό με διάφορα χημικά στοιχεία και αποβαλλόμενα ύδατα, ενώ αυτοί καταβροχθίζουν αμέριμνοι τα φρέσκα λαχανικά τους, ποτισμένα με νερό γεμάτο από άλλα χημικά στοιχεία. Από τα δικά μας αποβαλλόμενα ύδατα.



Οι πόθοι μου κι οι πόθοι σου στο ίδιο το τραπέζι: Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι.

Αν τα απανταχού νήματα διαθέτουν μία κινητήριο δύναμη και οι λαβύρινθοι μία μοναδική έξοδο ,υπό την κωδική ονομασία «Προσοχή Πόθος», τότε ο Μπερτολούτσι έχει χαρίσει στην τέχνη μία από τις γοητευτικότερες ωδές της στον πόθο ως (προ)αιώνιο γκάζι. Δύο πόθοι βιαστικοί σκοντάφτουν άτσαλα -πλην απόλυτα εσκεμμένα- ο ένας πάνω στον άλλο, διαστρέφοντας από επιλογή τύχες και ζωές.

Ο Πολ διαθέτει αμερικανική προφορά, περί τα 50 έτη ηλικίας και τη γοητεία του Μάρλον Μπράντο. Ενώ, δεν διαθέτει την άρτι αυτόχειρα σύζυγο του. Ψάχνοντας ίσως μια κάποια παρηγοριά στους δρόμους του Παρισιού, αποφασίζει γρήγορα πως το «We ll always have Paris» δεν είναι παρά ατάκα στα στόματα αφελών ατσαλάκωτων Αμερικανών σινεφίλ. Και όσα δεν καταφέρνει να του χαρίσει το Παρίσι, αναλαμβάνει περήφανα πλην ύπουλα να του παράσχει ένα σώμα. Ένα παρισινό διαμέρισμα και μια νεαρή γυναίκα μετατρέπονται αυτόματα στην απόλυτη προσωποποίηση του πόθου-άγκυρα. Μία σαρκική έλξη παίρνει αυτοστιγμεί το πρόσωπο της άγκυρας και τα εγγενή χαρακτηριστικά του ανεμοστρόβιλου. Ενός ανεμοστρόβιλου, που δε θα διστάσει να βγάλει στη φόρα όσα επιτάσσει η φύση του ως αγνού πόθου και να μετατραπεί σε χρόνια εξάρτηση. Ο Πολ θα θέσει τους όρους μίας ερωτικής σχέσης χωρίς ονόματα και προσωπικές ιστορίες και μερικών κατ’ εξ’ ακολούθηση  ξεσπασμάτων πόθου απεκδυμένων από στοιχεία ταυτοποίησης. Πενθώντας ενεργητικά την αυτόχειρα σύζυγο, περιορίζει τον πόθο του σε τέσσερις τοίχους ψάχνοντας με συναισθήματα ενοχής μια διαφυγή από την κατάρα της απώλειας. Αν, όμως, -και- ο πόθος είναι αληταριό και πάντα θα δραπετεύει, τότε εδώ επιβεβαιώνει τη φήμη του και, πηδώντας από το παράθυρο της σεξουαλικής εκτόνωσης, παίρνει στο κατόπι τον Πολ καλώντας τον σε μια απονενοημένη αποκάλυψη της αλήθειας του και σε μια απέλπιδα διεκδίκηση του ερωτικού αντικειμένου.

Η Ζαν, ετών 22, βρίσκεται στις αγκάλες μιας σχέσης με έναν νεαρό σκηνοθέτη, ο οποίος ,μεταβιβάζοντας το βάρος του πόθου στην τέχνη του, κινηματογραφεί τη σύντροφο του σε κάθε της κίνηση, αποσκοπώντας στην αποκάλυψη της ουσίας του σινεμά-βεριτέ. Μιας βεριτέ- αλήθειας που εγκαταλείπει οριστικά την απολυτότητα ως μόνιμο χαρακτηριστικό της, για να διχαστεί ανάμεσα στην τέχνη ως απόλυτη ηδονή και τη σωματική ερωτική εκτόνωση. Κι ενώ ο σύντροφος μεταβιβάζει πλήρως τη σεξουαλικότητα στην τέχνη του, η Ζαν χορηγεί αφειδώς τη δική της στους τέσσερις τοίχους του παρισινού διαμερίσματος και στο σώμα του Πολ. Διεκδικώντας εξ’ αρχής την αλήθεια του Πολ, η Ζαν αφήνεται τελικά σε ένα πόθο διαρκείας μακριά από παρελθόντα και πεπραγμένα, για να κορέσει μία λαιμαργία και ένα κάποιο νεανικό ανικανοποίητο. Όταν, όμως, εδώ, ο πόθος θα λάβει το προσωπείο της εξάρτησης και θα αφαιρέσει το μανδύα της σεξουαλικής εκτόνωσης ως αυτοσκοπού, η Ζαν θα ανακαλύψει το μοναδικό ισάξιο μονομάχο του, την αυτοεκτίμηση. Κι όσο ο Πολ, τελικά,  διεκδικεί, η Ζαν θα βρεθεί ξαφνικά σε παράλληλη πορεία έχοντας αιφνιδίως και οριστικά διαγράψει την πορεία της αντιμετώπισης του πόθου ως προσωρινότητα και του εαυτού ως μοναδικό καταφύγιο. Η Ζαν σπάει το γόρδιο δεσμό του πόθου όχι για τα μάτια ενός συντρόφου σκηνοθέτη αλλά για τα μάτια ενός αυτάρεσκου ωριμότερου εαυτού της.  

Ο Μπερτολούτσι εδώ θέτει στο ίδιο χειρουργικό τραπέζι δύο πόθους με διαφορετικά προσωπεία και με το σκηνοθετικό νυστέρι του παντοδύναμου καλλιτέχνη ανατόμου μιλάει για ορμές που ξεκινούν ακατανίκητες και καταλήγουν σε καταδικασμένες προσπάθειες να κρατήσουν σώματα ενωμένα. Κι αν όμως, το τανγκό υπήρξε ένα, μοναδικό και τελευταίο και οι στιγμές ευτυχίας των εραστών ελάχιστες, ο Μπερτολούτσι θα χαρίσει και πάλι στον πόθο το κύπελλο της άγνωστης παντοδύναμης μεταβλητής που θα παρασύρει τις ζωές των πρωταγωνιστών.




Προδημοσίευση από το Μυθιστόρημα ‘’Γράμματα σ’ έναν δραπέτη’’ (Εκδόσεις Θράκα) της
Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Όταν ο Ηλίας μου αποκάλυψε ότι βλεπόσαστε σάστισα. Έμεινα σιωπηλή για ώρα να τον κοιτάω σαν χαμένη. Περίμενε υπομονετικά να τον ρωτήσω κάποια πράγματα για την καινούργια σου ζωή, αλλά δεν το έκανα. Δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω, δεν ήξερα αν ήθελα να μάθω. Άρχισε μόνος του να μου μιλάει ήρεμα κι εγώ αφέθηκα να τον ακούω και να προσπαθώ να σε φανταστώ με το ράσο και το κοτσάκι στα μαλλιά. Αυτός μου είπε για το κελί σου, για τα περιποιημένα παρτέρια σας, για τα σκόρπια εκκλησάκια που μαζεύεστε και προσεύχεστε, για την όμορφη απέραντη θέα που απολαμβάνεται από ψηλά, για την ήρεμη ζωή σας. Κι εμένα μέσα μου, φούντωνε περισσότερο ο θυμός και η οργή, για το μονοπάτι που διάλεξες, σίγουρος πως δεν υπάρχει σταυροδρόμι για να μας ανταμώσεις ποτέ. Γιατί πήγες εκεί που δεν μπορώ να σε φτάσω; Τώρα θα μου πεις, κι αλλού να είχες πάει, δεν ξέρω αν θα ερχόμουνα να σε δω ποτέ. Μου στοίχισε πολύ η φυγή σου. Ήταν το πρώτο δυνατό χαστούκι που έφαγα στη ζωή, απ’ το δικό σου χέρι. Ακόμα νιώθω πως έχω το σημάδι του στο πρόσωπό μου.
Ο Ηλίας μου είπε τότε, πως μπορώ αν θέλω να σου γράφω. Πέρασαν χρόνια, ώσπου ν’ αποφασίσω να πιάσω το μολύβι στα χέρια μου και ν’ αρχίσω να το κάνω. Ο θυμός δεν ξεθυμαίνει εύκολα ούτε στο χαρτί, σε μένα άργησε πολύ να καταλαγιάσει. Και δεν ξέρω αν μαλάκωσε η καρδιά μου με το πέρασμα του χρόνου ή αν έπαιξε καταλυτικό ρόλο η αρρώστια μου. Νομίζω το δεύτερο. Αναρωτιέμαι αν σου μίλησε ο Ηλίας γι’ αυτό το κομμάτι της ζωής μου. Δε τον ρώτησα κι ούτε θα το κάνω. Έμαθα, όμως, πως σου γράφει και η Κατερίνα. Μου το είπε η ίδια, το βράδυ που έμεινε στο προσκεφάλι μου όταν εγχειρίστηκα. Μου μιλούσε ψιθυριστά όλη νύχτα, για ν’ απαλύνει τον πόνο μου. Σαν παραμύθι μου τα έλεγε, μόνο που δε θυμάμαι το τέλος. Αποκοιμήθηκα με το γλυκό νανούρισμα της φωνής της. Πόσο ανάγκη έχουμε από μια γλυκιά φωνή να μας συντροφεύει τις δύσκολες ώρες! Εσύ δεν ένιωσες ποτέ αυτή την ανάγκη;
Αλλά εσύ διάλεξες το πιο εύκολο μονοπάτι για να περπατήσεις στη ζωή. Σηκώνεσαι κάθε πρωί δίχως καμιά έγνοια να σε ταλανίζει. Παραιτήθηκες, αυτό ξέρω και λέω εγώ. Τι τα έκανες τα όνειρά σου; Τα έκλεισες μέσα στο σεντούκι του κελιού σου μαζί με τα πολύτιμα βιβλία σου; Σου φτάνει δηλαδή ένα μονό κρεβάτι, ένα σεντούκι, μια καρέκλα και μια δίφυλλη ντουλάπα για να τα χωρέσεις; Αυτό γύρευες απ’ τη ζωή σου, γιατί εγώ τουλάχιστον θυμάμαι άλλα. Ήθελες να γίνεις μεγαλοδικηγόρος, να διαπρέπεις μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων με τον λόγο σου, να βοηθήσεις τους ανθρώπους να βρουν το δίκιο τους, να υποστηρίξεις τα δικαιώματά τους. Ήθελες, έλεγες με περίσσιο πάθος κάποτε, να κάνεις οικογένεια με πολλά παιδιά, να ταξιδέψεις μαζί τους ως την άκρη της γης. Τώρα, πώς ταξιδεύεις μονάχος σου σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό; Τι τα έκανες τα φτερά σου;
Εγώ τουλάχιστον πάλεψα να τα υλοποιήσω. Έγινα δασκάλα, αυτό που πάντα ονειρευόμουνα. Ήμουνα ανάμεσα σε πιτσιρίκια κάθε μέρα, τ’ άκουγα να κελαηδάνε και να μουρμουρίζουν, τα έβλεπα να παίζουν στο προαύλιο, να κυνηγιούνται, να φωνάζουν, να τρέχουν κι ύστερα τα μάζευα σαν σαλιγκαράκια μέσα στην τάξη μου για να τους μάθω πέντε πράγματα που θα τους είναι εφόδια για τη ζωή. Προσπάθησα να κάνω οικογένεια, παντρεύτηκα, έκανα ένα παιδί, χώρισα. Έφερα στον κόσμο ένα παιδί! Υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα απ’ αυτό;
Ο Ηλίας μου λέει συχνά, πως οι περισσότεροι άνθρωποι είμαστε εγωιστές, στην ουσία δε θέλουμε την πραγματική ευτυχία για τους αγαπημένους μας, γι’ αυτό μετράμε την επίπτωση που θα έχει στη δική μας ζωή η οποιαδήποτε πράξη τους ή απόφασή τους. Αυτό, όπως καταλαβαίνεις, το λέει για μένα, γιατί δεν μπόρεσα ακόμα ν’ αποδεχτώ πως μας παράτησες για πάντα. Κι ούτε πιστεύω πως θα το πετύχω ποτέ. Με προβληματίζει πολύ η άποψή του, για μέρες ολόκληρες τη σκέφτομαι συνεχώς προσπαθώντας να βγάλω ένα συμπέρασμα. Και κατέληξα πως έχει δίκιο, τελικά. Θα έπρεπε λογικά να μου αρκεί το ότι εσύ είσαι ευτυχισμένος και ήρεμος εκεί που είσαι, κι όχι να κοιτάω πόσο άλλαξε τη δική μου ζωή η απόφασή σου να εξαφανιστείς. Λογικά. Εμένα, όμως, δεν μου αρκεί η λογική, μου περισσεύουν τα αισθήματα. Είμαι εγωίστρια; Είμαι, αφού πονάω αφόρητα ακόμα απ’ αυτόν τον χωρισμό και δεν καταλαγιάζει ο πόνος ούτε όταν με βεβαιώνει ο αδερφός σου πως εσύ είσαι ευτυχισμένος. Τι θα πει ευτυχισμένος; Μακριά μας;
Ένα γλυκό ξημέρωμα, όπως καθόμουνα στο κρεβάτι του νοσοκομείου ανασηκωμένη, μέσα στους τέσσερις λευκούς τοίχους του δωματίου και χάζευα απ’ το παράθυρο το χάραμα με τις αποχρώσεις του στον ουρανό, ένιωσα μια ενδόμυχη ανάγκη να σου γράψω. Τέντωσα το χέρι και χτύπησα το κουδούνι να καλέσω τη νοσοκόμα. «Θέλω ένα τετράδιο κι ένα στυλό, αν σας είναι εύκολο», παρακάλεσα τη νεαρή κοπέλα όταν κατέφθασε να μ’ εξυπηρετήσει. «Τέτοια ώρα; Μάλιστα, θα κάνω ότι μπορώ…» ψέλλισε εκείνη σαστισμένη με την επιθυμία μου. Όταν ήρθε ο Ηλίας, μετά από ώρες, με την άσπρη ποδιά του και μια συνοδεία από φοιτητές πίσω του ν’ ακολουθούν τον κύριο καθηγητή, με βρήκε σκυμμένη στο τετράδιο να γράφω. «Μπα!» Έκανε έκπληκτος. «Γράφουμε και ημερολόγιο τώρα;» με ρώτησε κι έσκυψε από πάνω, τάχα μου, για να ελέγξει τι γράφω. Το έκλεισα αργά κάτω απ’ τα βλέμματα των νεαρών απέναντί μου, που είχαν σταθεί στη σειρά και με κοιτούσαν. «Δεν είναι ημερολόγιο, έχει παραλήπτη… Έναν δραπέτη», του τόνισα ψιθυριστά στ’ αυτί, έτσι όπως είχε πλησιάσει για να μ’ εξετάσει. Τα μάτια του Ηλία φωτίστηκαν από χαρά, όταν κατάλαβε ποιον εννοούσα, αλλά ίσως περισσότερο επειδή αντιλήφθηκε πως η καρδιά μου άρχισε επιτέλους να μαλακώνει. Αυτό ήταν το πρώτο μου γράμμα σε σένα, που το έχωσα με τρόπο στην τσέπη της άσπρης ποδιάς του για να στο δώσει όταν με το καλό σε ξαναδεί.







Ασφυκτιώ


Χαμογελάω ψύχραιμα στη γωνία
του οικοδομικού μου τετραγώνου 


Βάζω σημάδια στους νευρώνες μου 
Ακριβώς όπως πριν είκοσι χρόνια
για να μην χάσω
το δρόμο του σπιτιού μου


Μελετάω σκέψεις δυνατά 
και κρατώ τους φόβους μου
στην αφωνία 


Γνωρίζω πόσα μέτρα έιναι η αυλή
και πόσα το κελί μου 


Ο λαβύρινθος του αυτιού μου μίκρυνε 
και ο θόρυβος που ζεί εκεί 
έχει μεγαλώσει 


Από τον ιππόκαμπο μου
τίποτα δεν σώθηκε 
Και δεν λειτουργεί πλέον 
η αμυγδαλή μου 


Με λίγη προσπάθεια 
Συμμορφώθηκα 


Και τώρα
ζούν άλλοι για μένα
τη ζωή μου



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA