πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



Στο Λευκό του βυθού, Λεωνίδα Κακάρογλου
Το ποιητικό έργο Στο Λευκό του Βυθού του Λεωνίδα Κακάρογλου - επανέκδοση 2019, εκδ. Ραδάμανθυς - είναι μια ενιαία σύνθεση κατά την οποία υπερρεαλιστικά κείμενα που παραπέμπουν σε διηγήσεις ονείρων, όπως το προλογικό Γενέθλιο απόντων, εισάγουν ενότητες με ποιήματα υπαρξιακού χαρακτήρα. Το έργο ολοκληρώνεται με το ποίημα που φέρει τον τίτλο 20/07/1952, γενέθλια ημέρα του ποιητή. Έτσι, ως προς το χρόνο, η ποιητική αφήγηση εξελίσσεται σε ένα αινιγματικό παιχνίδι αρχής και τέλους, θανάτου και ζωής, με διπλή κι αντίστροφη γραμμική και ταυτόχρονα αναδρομική διαδρομή .
Θεματικός πυρήνας του ποιητικού έργου είναι ο χρόνος και η μνήμη. Ο χρόνος ως φυσική διάσταση, ως χρόνος του κόσμου, και η συλλογική κοινή μνήμη ως σωματική, διανοητική και ψυχική ταυτότητα, ως κοινό πεπρωμένο: Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου, κι όλοι μέσα της κολυμπάμε τα χρόνια μας. Και παράλληλα ο χρόνος ο ανθρώπινος, ο πεπερασμένος, ο χρόνος που αφαιρεί, και η μνήμη η προσωπική, που καταμετρά τις αφαιρέσεις με νοσταλγία και οδύνη για ό,τι χάθηκε, με αγωνία και φόβο για ό,τι θα χαθεί.

Φτάνει που οι μέρες μου
Ποδοπατήθηκαν από τον χρόνο
Φτάνει που πλήγιασαν
Από το πήγαινε-έλα στην αναμονή
Κάτι να μείνει απ’ αυτές
Να τις θυμίζει
Στις προσευχές
Της μάνας μου
Γύρω από τον πυρήνα της μνήμης και του χρόνου, αναπτύσσονται ως παράλληλα θεματικά κέντρα η ζωή και ο θάνατος, το όνειρο, και η ποίηση, σε σχέσεις σύζευξης ή αντινομίας, ως απόλυτα όρια ή ως γέφυρες ανάμεσα σε παράλληλους κόσμους. Έτσι, η μνήμη ανακαλεί τη ζωή και τον θάνατο, το όνειρο τη μνήμη και αντίστροφα, η ποίηση συναντά το όνειρο και την μνήμη, και ούτω καθεξής, σε ένα ποιητικό ταξίδι με καταλύτη τον χρόνο, όπου όλες οι συναντήσεις είναι εφικτές και ταυτόχρονα ανέφικτες, όλα συνυπάρχουν ή διαλύονται, ενοποιούνται ή χάνονται σε ένα αινιγματικό παιχνίδι φωτός και σκότους.
Leitmotif του ποιητικού έργου είναι η θάλασσα, ως επιφάνεια ή ως βάθος, ως φυσικό τοπίο ή μεταφορά. Η θάλασσα έραψε πάνω της τα κύματα/και δεν με ταξιδεύει/για τούτο και τη φωτογραφίζω ολημερίς… Η θάλασσα λειτουργεί κατά περίπτωσιν ή ταυτόχρονα ως σκηνικό ονείρου ή πραγματικότητας, φωτογραφία, ακουαρέλα ή κάδρο, ή ανάμνηση φωτός και θέρους. Ακόμη, ως σύμβολο ποιητικό του χρόνου και του αγνώστου, ως αλληγορία του ανθρώπινου ασυνείδητου, της ανθρώπινης ψυχής και μνήμης, αλλά και της ίδιας της ποίησης.

Τ΄ άσπρο χαρτί
Θάλασσα που κυματίζει
Και πώς να κολυμπήσουν
Οι λέξεις μου
Έτσι που τα νερά γεμίσαν
Φύκια
Και υπολείμματα ναυαγίων;
Άλλα θεματικά μοτίβα - ενισχυμένα στις επόμενες ποιητικές συλλογές του Λεωνίδα Κακάρογλου, ως στέρεα πλέον και διακριτά δομικά στοιχεία της ποίησής του- είναι το σκοτάδι σε αντιδιαστολή με το φως, το φθινόπωρο και ο χειμώνας σε αντιδιαστολή με το καλοκαίρι, η σκόνη, η νύχτα, το χιόνι, η βροχή και η υγρασία, το σπίτι και ο εγκλεισμός, η σιωπή και η αγρύπνια.
Στα λυπημένα σπίτια
τα βράδια, έχουν σβηστά τα φώτα
Φωνές δεν αντηχούν
Μονάχα σεργιανούν καημοί
Σμίγουν σιωπές με ήχους μακρινούς της πόλης
Με γλωσσική και υφολογική απλότητα, ο ποιητής άλλοτε αναπαριστά παράδοξα όνειρα - συναντήσεις με τη μνήμη και τον θάνατο μέσα από την αποτύπωση, εναλλαγή και διαδοχή υπερρεαλιστικών ή απολύτως ρεαλιστικών εικόνων. ...Μια ανθρώπινη πομπή ερχόταν από το βάθος της μεγάλης πλατείας. Τότε, η νέα γυναίκα άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Έμεινε τυλιγμένη μ΄ ένα θαλασσί πανί που κι αυτό όμως άρχισε να το ξετυλίγει.
Όταν τέλειωσε, στάθηκε ολόγυμνη μπροστά μου και μου είπε: και τη θάλασσα κλέψαμε για χάρη σου. Στη φέραμε να΄ χεις να κολυμπάς εκεί που πηγαίνεις.
Πού πηγαίνω: ρώτησα.
Οι δυο γυναίκες γέλασαν κι άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος της πομπής που όλο και πλησίαζε. Ο αέρας σήκωσε το πανί ψηλά και με τύλιξε ολόκληρο...
Άλλοτε, με τόνο χαμηλόφωνο και εξομολογητικό, μοιράζεται διαπιστώσεις και εκμυστηρεύσεις που ανασύρει στις ώρες της προσωπικής μοναξιάς και αναμέτρησης με τον βαθύ εαυτό.

Περίλυπη η ψυχή μου έως θανάτου”
Ποιος είπε αυτή τη φράση;
Και για τη λύπη δε με νοιάζει
Μα για αυτό το έως θανάτου
Θανάτου
Θ...α...ν…
Φοβάμαι

Πρόκειται για ποίηση με έντονη συναισθηματική αποτύπωση των ψυχικών διαθέσεων του ποιητή, με έντονη αυτοαναφορικότητα και με εμφανή απόπειρα να γεφυρώσει αντιθέσεις θεματικές και μορφολογικές.
Ο ίδιος ο τίτλος Στο λευκό του βυθού, αποτυπώνει το ποιητικό ταξίδι του Λεωνίδα Κακάρογλου μέσω όλων αυτών των αντινομικών αναζητήσεων. Αν ο βυθός με τη σκοτεινότητά του συνιστά τη βαθιά μνήμη, ατομική και συλλογική, το άχρονο και το άχωρο, το άγνωστο και το αινιγματικό της ανθρώπινης ύπαρξης, την οδύνη των πάσης φύσεως ναυαγίων, έναν παράλληλο κόσμο ονείρου ή και τον ίδιο τον θάνατο, ταυτόχρονα συνιστά και τη μήτρα της ζωής και της γνώσης. Το λευκό αντίστοιχα ανιχνεύεται και αναδύεται ως η πραγματικότητα της ίδιας της ζωής που γεννιέται ή ως η επίγνωση της αιώνιας ροής - διαδοχής των πάντων. Ο ίδιος ο ποιητής ολοκληρώνοντας την ποιητική του σύνθεση στο γενέθλιο ποίημα καταλήγει :
Στην άκρη της καταπακτής
Με τράβηξαν στο φως …

Μικρές φωνές πολιορκούσαν
Τη μυρωδιά
Του κόσμου.
Ίσως εν τέλει στο λευκό του βυθού ο ποιητής να συναντά μια ολότητα φωτός που υπερβαίνει και ενοποιεί ό,τι υπήρξε, υπάρχει ή θα υπάρξει: όνειρο ή μνήμη, ζωή ή θάνατο. Ίσως ακόμη να συναντά και την ίδια την ποίηση, σύνθεση ζωής και ονείρου, σιωπής και φωνής, ερώτηση και ταυτόχρονα απάντηση στο αίνιγμα του χρόνου και της μνήμης.

Άννα Λαμπαρδάκη, φιλόλογος

(Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 7/10/2019 κατά την παρουσίαση του βιβλίου στα Χανιά)




Θεατρικές σημάνσεις στην ποίηση του Σταύρου Καμπάδαη

Της Ευσταθίας Δήμου

Η αναζήτηση και η ανίχνευση θεατρικών στοιχείων μέσα σε ποιητικά κείμενα συνιστά ένα εγχείρημα που αφορά πολύ μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής από αυτό που θα μπορούσε κανείς αρχικά να φανταστεί. Κι αυτό γιατί, πολλές φορές, οι τεχνικές του θεάτρου περνούν, συνειδητά ή ασυνείδητα, μέσα στο οπλοστάσιο των ποιητών οι οποίοι τις προσαρμόζουν και τις χρησιμοποιούν αναλόγως των στόχων και των αναγκών τους. Από αυτή την άποψη, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο εντοπισμός και ο προσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο οι θεατρικές τεχνικές χωνεύονται μέσα σε μία ποιητική δημιουργία. Μια τέτοια απόπειρα θα πραγματοποιηθεί εδώ με αφορμή το ποιητικό έργο του Σταύρου Καμπάδαη, ενός ποιητή που μετρά δέκα χρόνια παρουσίας στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Ο Σταύρος Καμπάδαης εμφανίζεται το 2010 με την ποιητική συλλογή Με την Τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;, ενώ έκτοτε έχει δημοσιεύσει άλλες πέντε ποιητικές συλλογές, οι τρεις από τις οποίες μάλιστα γνώρισαν επανεκδόσεις. Ήδη, στην πρώτη αυτή ποιητική συλλογή, μπορεί να γίνει αντιληπτή η παρουσία στοιχείων που προσιδιάζουν στο θέατρο, η χρήση των οποίων δίνει μία ιδιαίτερη χροιά και ένα ξεχωριστό ύφος και ήθος στα ποιήματα του βιβλίου. Η ύπαρξη των στοιχείων αυτών εντοπίζεται και στις επόμενες ποιητικές συλλογές, είτε πάνω στην ίδια γραμμή και λογική, είτε εξελισσόμενη και προσλαμβάνοντας άλλη απόχρωση και άλλες διαστάσεις.
Το βασικότερο θεατρικό χαρακτηριστικό που προβάλλει άμεσα, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων του Καμπάδαη, είναι οι διάλογοι που, είτε παρεμβάλλονται, είτε εκτυλίσσονται και καταλαμβάνουν ολόκληρη την έκταση του ποιήματος. Ο διάλογος, που αποτελεί το θεμέλιο της δραματικής τέχνης, την πρώτη ύλη του δραματικού κειμένου, συνιστά, από μόνος του, μια «δυνάμει» θεατρικότητα, χωρίς βέβαια ούτε να την μονοπωλεί, ούτε να την εκφράζει αυτοδίκαια. Στην περίπτωση της ποίησης του Καμπάδαη η χρήση του διαλόγου εκκινεί από την διάθεση του ποιητή να επικοινωνήσει πρωτίστως με τον εαυτό του. Παρατηρείται μάλιστα το εξής ενδιαφέρον. Ενώ η συνομιλία που ξεκινά και επιστρέφει στο ίδιο υποκείμενο έχει το χαρακτήρα του εσωτερικού μονολόγου, στον Καμπάδαη αντικειμενικοποιείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο ένας και αδιαίρετος εαυτός να διασπάται και να μοιράζεται σε δύο συνομιλητές που αναλαμβάνουν κάθε φορά διάφορους ρόλους. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε κάλλιστα να μιλάμε για έναν εσωτερικό διάλογο, ανάμεσα στις δύο όψεις του ίδιου προσώπου. Οι ρόλοι που μπορεί να υιοθετούνται εναλλάσσονται από ποίημα σε ποίημα και μπορεί να είναι, για παράδειγμα, αυτοί του συμβούλου και του συμβουλευόμενου, Σε μια από τις τελευταίες/ επικοινωνίες με τον εαυτό μου,/ εμπιστευτικά αυτός μου είπε./ Η Αφάνεια./ Η Ασημαντότητα./ Ο Αγνωστικισμός./ Είναι λέξεις/ που ίσως/ μας οδηγήσουν/ στο φως. («Λ. Πλάτωνος») ή του θύτη και του θύματος, Τον σημάδεψε/ και του είπε:/ “Ως εδώ φιλαράκο/ τελείωσε το παραμύθι.”/ Η μεταξύ τους απόσταση/ δεν άφηνε περιθώρια/ για χαμένη βολή./ Αυτός με αργά/ σταθερά βήματα,/ πλησίασε/ και έβαλε/ με μεγάλη/ σιγουριά/ το μέτωπο/ στην κάννη./ “Έλα ρίξε”/ είπε. («Είχαν αλλάξει οι ρόλοι»)
Πέρα όμως από αυτόν τον τύπο διαλόγου που διεξάγεται μέσα στο προσωπικό ποιητικό σύμπαν, υπάρχει και ο τυπικός διάλογος ανάμεσα σε πρόσωπα, η διεξαγωγή του οποίου διαμορφώνει ένα είδος σκηνής, ένα μικρό θεατρικό στιγμιότυπο που ανακαλεί τους κώδικες της θεατρικής τέχνης. Σε αυτά τα ποιήματα τα διαλεγόμενα πρόσωπα είναι συνήθως δύο και συνομιλούν με μικρές, κοφτές φράσεις, εν είδη αποφθέγματος. -Εσύ τι πίνεις;/ -Βότκα./ -Γιατί;/ -Να τιμήσω τους βόρειους,/ που ντοπάρανε τόσους αιώνες/ όλες τις αισθήσεις με αυτή./ -Εσύ;/ -Κρασί./ -Γιατί;/ -Να τιμήσω αυτό το παλικάρι,/ που σε μια γιορτή,/ το νερό το έκανε/ κρασί. («Εγώ μόνο μπύρα») Οι μικροί αυτοί διάλογοι εκκινούν από πρόσωπα και θέματα καθημερινά, ανθρώπινα, γήινα, αλλά εξακτινώνονται σε ζητήματα υπαρξιακά και φιλοσοφικά. Αυτή ακριβώς η ανύψωση από το χαμηλό στο υψηλό, από το καθημερινό και προσωρινό στο διαχρονικό και αιώνιο υπηρετείται άριστα από την μετουσίωση του ποιητή σε δραματουργό, από τη μεταπήδηση στο θέατρο που, από τη φύση του, ως είδος λογοτεχνικό, είναι πιο καίριο και καταλυτικό, ακριβώς γιατί ενέχει το στοιχείο της δράσης, είτε λόγω, είτε έργω.
Ένα δεύτερο, εξίσου θεμελιώδες θεατρικό χαρακτηριστικό είναι η δημιουργία χαρακτήρων που, εξ ορισμού, έχουν μια δραματική διάσταση από τη στιγμή που η δράση τους στηρίζεται και προωθείται με βάση τις πράξεις τους, είτε αυτές είναι λεκτικές, είτε όχι, όπως ακριβώς και η δράση των προσώπων ενός θεατρικού έργου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι χαρακτήρες που διαγράφονται στους στίχους του Καμπάδαη μπορεί να είναι τύποι ανθρώπων ή εξατομικευμένα πρόσωπα. Από αυτή την άποψη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η δεύτερη κατά σειρά συλλογή που φέρει τον τίτλο Διαπόμπευση, η οποία αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από ποιήματα που τιτλοφορούνται με το όνομα κάποιου προσώπου. Έτσι, δημιουργείται ένα παλίμψηστο, ένα πολυπρόσωπο ποιητικό έργο, οι χαρακτήρες του οποίου εκφέρουν σε στίχους τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί από τον ποιητή. Ο ρόλος αυτός συνίσταται στην αποκάλυψη και μιας διαφορετικής οπτικής κάθε φορά πάνω στην ζωή και στα ανθρώπινα, μιας οπτικής που, εν συνόλω, αναδεικνύει τη στάση και την αντίληψη που έχει για τη ζωή ο ίδιος ο ποιητής.
Παράλληλα με τα πρόσωπα που αντλούνται από την προσωπική πινακοθήκη του ποιητή, αποτελούν δηλαδή ανθρώπους της ζωής του, υπάρχουν και τα πρόσωπα εκείνα που προέρχονται από το χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας, πρόσωπα τα οποία οικειοποιείται ο ποιητής για να μπορέσει να ανοίξει ένα διάλογο μαζί τους. Έτσι, ο διάλογος εδώ δεν διεξάγεται με τους κλασσικούς όρους, αλλά συνιστά μια συνομιλία με ομότεχνους και έχει, βέβαια, ως θέμα του την τέχνη και τη δημιουργία. Η μέθοδος αυτή, αρκετά γνωστή και συνηθισμένη στην ποίηση, στον Καμπάδαη αποκτά μιαν άλλη διάσταση, αυτήν της ανατροφοδότησής του μέσα από το έργο των άλλων ποιητών. Γιατί ο διάλογος που ανοίγει εδώ έχει το χαρακτήρα ενός σχολίου, μιας θέσης και άποψης πάνω στο έργο και την προσφορά των προγενεστέρων και μιας προσωπικής κατάθεσης για τον τρόπο και το βαθμό στον οποίο η προηγηθείσα ποιητική δημιουργία εισχώρησε και διαμόρφωσε την ποίηση και την ποιητική του.
Στο επίπεδο της μορφοποίησης της ποιητικής σκέψης και των εκφραστικών επιλογών, διαπιστώνεται η εκτεταμένη χρήση των ερωτήσεων, ενός σχήματος που αποτελεί κατεξοχήν χαρακτηριστικό του θεατρικού λόγου. Οι ερωτήσεις αυτές υπηρετούν μια τετραπλή στόχευση. Άλλοτε θέτουν ένα δίλημμα στο οποίο καλείται να απαντήσει ο αναγνώστης, άλλοτε τίθενται για να παραμείνουν αναπάντητες, άλλοτε για να υποβάλλουν μία αυτονόητη απάντηση και άλλοτε για να κινητοποιήσουν και να τροφοδοτήσουν το διάλογο. Η σημασία που δίνει ο Καμπάδαης στη χρήση των ερωτήσεων καταδεικνύεται από την εκτεταμένη χρήση τους, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτές διατυπώνονται, απλές, κατανοητές, εύστοχες. Είσαι ποιητής;/ Πώς είναι να είσαι ποιητής;/ -Σαν να ζεις/ μέσα στον εγκέφαλό σου/ Μέσα στο μυαλό σου/ Εκεί περνάς όλες τις ώρες σου/ δωμάτιο-πολυθρόνα-βιβλιοθήκη/ -Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;/ -Υπάρχει μια συλλογή/ πίσω δεξιά στον εγκέφαλο/ Εκεί που είναι η βιβλιοθήκη/ απλά δεν θυμάμαι/ σε ποιο ράφι/ την έβαλα/ Μόλις/ τη βρω/ θα βγει («Συνέντευξη με μια κριτικό λογοτεχνίας που ζει στο Κολωνάκι αυτές με τα δύο επίθετα και κύριο όνομα ξενικό»)
Μάλιστα, είναι τέτοια η βαρύτητα που προσδίδει ο ποιητής στο εκφραστικό αυτό σχήμα, ώστε τα δύο από τα πέντε συνολικά βιβλία του να τιτλοφορούνται με μία ερώτηση, γεγονός που αποκαλύπτει την πρόθεση του ποιητή να ανοίξει έναν διάλογο με τον αναγνώστη, να τον κινητοποιήσει και να τον φέρει μέσα στο ποιητικό του σύμπαν, συμμέτοχο και πρωταγωνιστή. Πρόκειται ουσιαστικά για μία μορφή διαδραστικού θεάτρου, εφαρμοσμένη στο ποιητικό τοπίο, όπου ο αναγνώστης - θεατής καλείται από τον ποιητή – δραματουργό να διαμορφώσει την ίδια την ποιητική δημιουργία, να προσφέρει το κέντρισμα και τα ερεθίσματα στον ποιητή προκειμένου αυτός να τεχνουργήσει τις συνθέσεις του.
Ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό που φέρνει τα ποιήματα του Καμπάδαη κοντά στον θεατρικό λόγο είναι η στιχουργία τους και, πιο συγκεκριμένα, η σταθερή προτίμηση του ποιητή σε μικρές, σύντομες, καίριες φράσεις που φέρνουν στο μυαλό τις στιχομυθίες τις αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ο ποιητικός λόγος έτσι αποκτά ένα νεύρο, μια δύναμη και μια δυναμική που συμπαρασύρει τον αναγνώστη στην εξέλιξή του και του δημιουργεί την αίσθηση μιας ορμητικής ροής, όπως ακριβώς συμβαίνει με το θέατρο και τον λόγο που αρθρώνουν οι ήρωες.
Πέρα όμως από τα παραπάνω, καθαρά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, στοιχεία τεχνικής και δόμησης, τρόπους έκφρασης, υπάρχει κάτι που αναδεικνύει πολύ περισσότερο τη θεατρικότητα των ποιημάτων του Καμπάδαη. Το στοιχείο αυτό δεν είναι άλλο από την πάλη, τον αγώνα που αναδεικνύεται ως ειδοποιό χαρακτηριστικό των ποιημάτων του. Το αγωνιστικό πνεύμα, που βρίσκεται στην καρδιά της θεατρικής δημιουργίας, συνιστά την κινητήριο δύναμη στην στιχουργία του Καμπάδαη και, σε πολλά ποιήματα, δίνει τον ρυθμό και τον τόνο. Η διάθεση του ποιητή είναι αγωνιστική και, ταυτόχρονα, αγωνιώδης και το στοιχείο αυτό είναι που μετουσιώνει τα ποιήματά του σε μικρές σκηνές πάλης, πάλης με τον κόσμο, με τον εαυτό, με τις έννοιες, τις ιδέες, τις λέξεις.
Η στιχουργία του Σταύρου Καμπάδαη έχει δείξει, από τα πρώτα της φανερώματα, ότι διαθέτει τη δική της, ξεχωριστή και ιδιαίτερη φυσιογνωμία και αυτό βασίζεται εν πολλοίς στη χρήση δραματουργικών και θεατρικών τεχνικών. Από αυτή την άποψη αποτελεί ένα πρόσφορο έδαφος για να παρακολουθήσει κανείς τον διάλογο και την επαφή των δύο αυτών μορφών τέχνης και να προβεί έτσι σε συμπεράσματα για τα σημεία σύγκλισης και απόκλισής τους.



Σαν flash (fiction) καρφώνεται το «εγώ»

-Το αποφάσισα! Θα πάρω το παιδί μου και θα πάω σε άλλη χώρα. Εδώ κινδυνεύει η ζωή μας. Να, δες! δεν μας έφταναν όλα τ΄ άλλα ήρθαν κι αυτές με τις μαντήλες και τα παιδιά τους παραμάσχαλα.

-Μα, κινδύνευε η ζωή τους… στη χώρα τους έχουν πόλεμο

-Σιγά! τι είναι ο πόλεμος μπροστά στον κορονοϊό




Η συνήθεια του ταξιδιωτικού ημερολογίου


Μόλις η θλίψη βαρύνει το σώμα
όπως το γάλα βαραίνει το στήθος
μια ταξιδιώτισσα βγαίνει στον δρόμο.

Ι.

Ο Ιρανός ποιητής τραγουδάει τον έρωτα,
τον ακούν οι γυναίκες
με τα χείλη ανοιχτά.
Τα ντιβάνια του είναι τριαντάφυλλα,
αηδόνια, λερωμένα σεντόνια
και το κορίτσι καταπράσινο στη νεότητά του.
Σήμερα η κρύπτη θα παραμείνει κλειστή.
Καλοί καθολικοί θα δέχονται την όστια
σε ορθάνοιχτα στόματα.
Η μέρα γίνεται βροχερή -όχι όμως τόσο-
στον αγώνα δρόμου δεν χωρά αναβολή.
Ο καφές που καίει
το γάλα που ξεχάστηκε στο μπακάλικο
κι εμείς
να συζητάμε για έναν νεκρό από καιρό ανθρωπισμό
όσο οι γάτες κοιμούνται στις γωνιές τους.
Έτσι καταλαβαίνεις κάθε χρόνο πως μπαίνουν τα κρύα
σε μια πόλη κόκκινη, του Αγίου Διονύσου.















ΙΙ.

Το Παρίσι, ένας σωρός από τυρί και κουλτούρα,
μια ατελείωτη αίθουσα τέχνης
-αν τυχόν της ξύσεις τους τοίχους
από πίσω υγρασία και μούχλα-
όπου εγώ διασκεδάζω με την κοιλιά γεμάτη τυρί,
το κεφάλι στραμμένο σ’ ένα φως
που το νομίζω φυσικό αλλά τελικά με παραπλανά,
φάρος χτισμένος πάνω σε ξέρες
κι εγώ ξεκοιλιασμένο καράβι
να χύνονται από τα πλευρά μου ναύτες κι εμπορεύματα
κι εγώ ξεκοιλιασμένο καράβι
με ένα αγαλμάτινο χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη
ταΐζω τη φαντασία μου με τις λιωμένες σάρκες του Μπέηκον
με την αγριότητα της δικής του φαντασίας
με τη μορφή του δικού του αυτόχειρα εραστή
που δεν πνίγεται στον Σηκουάνα τον μήνα του Αθύρ αλλά
καταπίνει βαρβιτουρικά σ’ ένα δωμάτιο παριζιάνικου ξενοδοχείου
θύμα τροχαίου που εγκαταλείπεται στην άσφαλτο
σφαδάζεις και αναβρύζεις αίμα σε αυτή την πόλη
γιατί σου φαίνεται πως εκεί κρύβεται η αλήθεια της,
εκεί και στους μηχανικούς ήχους· στις κλειδώσεις
των οχημάτων, στις πόρτες του μετρό που κλείνουν.


















ΙΙΙ.

Το αυτί μου συνηθίζει στις ξένες λέξεις
με μια αίσθηση οικειότητας
που δεν έχει τίποτα κοινό με την κατανόηση.
Μόλις χθες έβλεπα τσολιάδες να φτύνουν
κουκούτσια ελιάς σ' έναν ρυθμό πιο γρήγορο
από τις φωτογραφίες που τραβούσαν οι τουρίστες.
Σ’ ένα τοπίο που τώρα μοιάζει με πίνακα
μια τίγρη παραμονεύει πίσω από τα χόρτα
και το χωνάκι με τα κάστανα μου πέφτει από τα χέρια
μόλις η αξίνα χτυπήσει στον κίονα.
Όλα αυτά για να μην ξεχάσω
πως σήμερα είναι εθνική επέτειος σε άλλη χώρα
χωρίς εγώ να έχω πιστέψει σε παρελάσεις
κάτω από βροχή, όχι όπως πιστεύω στο λευκό τραπέζι,
εδώ όπου πάνω γράφω
εδώ όπου νόημα αποκτούν τα χρώματα
και όπου γεννιέται μέσα μου μια στοργή
για όσους πηγαίνουν από το σχήμα προς το χρώμα.
Όταν μου δώσουν το κουτί, γνωρίζω
προτού να ξετυλίξω την κόκκινη κορδέλα
πως μέσα του θα βρω απομεινάρια από ένα αυτί.


















ΙV.

Το κρύο τσουχτερό
κολλάει στο μάγουλο μου σαν τσιρότο.
-ποιός ψαρεύει στον Σηκουάνα αυτές τις μέρες;-
Ο σερβιτόρος βγάζει τα λέπια από ένα ψάρι
γαλλικό όσο και το εστιατόριο
μόνο εγώ κατά τύχη από ξένο τόπο
και ο Σεφέρης με το αγαλμάτινο κεφάλι παραμάσχαλα
στο πλάι του ο άγιος Διονύσιος κρατώντας το δικό του
κεφάλια και σώματα ανάκατα, αταίριαστα
και αραδιασμένα πάνω στο τραπέζι
ένα παιχνίδι που θα μπορούσα να είχα παίξει ως παιδί.
Αν αφηνόμουν στο λευκό της τσαγιέρας
όπως ο άνθρωπος της πορσελάνης
η νεότητα έχει το χρώμα του αχλαδιού-
αν αφηνόμουν στο λευκό του φλιτζανιού
ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.
Αντί γι’ αυτό δοκιμάζω ψεύτικα μουστάκια στo WC
ηθοποιός ανάμεσα σε δύο πράξεις
ενώ ο άνθρωπος της πορσελάνης χάνεται
στις μεγάλες λεωφόρους που απλώνονται
φωτισμένες μπροστά μου.






Παίρνω ένα καβαλέτο και φεύγω
αναζητώντας ένα φως φυσικό,
το παιχνίδι του ήλιου πάνω στα φύλλα,
τον αέρα που μου χαϊδεύει το σβέρκο
και μου σηκώνει τη φούστα.
Πιο όμορφα σύννεφα δεν είδα ποτέ.





Σήμερα, Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020, οι Εκδόσεις και το Περιοδικό ΘΡΑΚΑ ανακοινώνουμε το τελικό αποτέλεσμα του ποιητικού διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί στις 3 Ιανουαρίου 2020, με πρώτο βραβείο τη δωρεάν έκδοση του ποιητικού βιβλίου της/του νικήτριας/νικητή. Πιστεύουμε ότι τέτοιες κινήσεις ανταμείβουν ουσιαστικά κάθε συγγραφέα και αποδίδουν το δίκαιο όσον αφορά τη συγγραφή ως πολύτιμη ψυχαγωγική και παιδευτική εργασία.
Μετά από την ανεξάρτητη ψηφοφορία των μελών της επιτροπής της ΘΡΑΚΑΣ, πλειοψήφησε το έργο «Δεύτερη νεότητα» της Τώνιας Τζιρίτα-Ζαχαράτου που κερδίζει και το βραβείο.




Νομίζω
μου έχουν μιλήσει γι' αυτήν
τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος
όταν βρισκόμαστε ακόμη στην πιο νεαρή
την πιο ένδοξη ηλικία της ζωής μας.

Η γραφή της «Δεύτερης νεότητας» είναι επιμελής και φροντισμένη. Έχει διακειμενικές αναφορές που φανερώνουν διάβασμα και αγάπη για την τέχνη. Στα ποιήματα υπάρχουν ιστορίες και εικόνες οικείες και αθόρυβες εκπλήξεις από στίχο σε στίχο. Εξαιρετικά μετρημένη συλλογή, υπάρχει μόνο το απαραίτητο και ολοκληρώνεται τέλεια διανοητικά και συναισθηματικά για τον αναγνώστη. Το περιεχόμενο αφορά τη βίαιη μεταμόρφωση του εαυτού από τη νεότητα στην ωρίμανση, δηλαδή στη δεύτερη νεότητα που διερευνά και επεξεργάζεται την ενηλικιότητα. Η πόλη, η τέχνη και η φωνή είναι τα δημιουργικά υλικά του έργου.

Οφείλουμε να κάνουμε μνεία και στα υπόλοιπα έργα της μικρής λίστας. Με μικρή διαφορά ακολούθησε το έργο «Δύο μικρά χέρια» της Αναστασίας Πούλου και το έργο «Πέρασμα» του Νίκου Παναγόπουλου, συμπληρώνοντας την πολύ ποιοτική πρώτη τριάδα. Ενδιαφέρον είχε επίσης η ανοίκεια γραφή στο «Εργοστάσιο κραγιόν» του Γεώργιου Μανάδη, ο χώρος του προσωπικού στα «Μεταίχμια» της Ελένης Λάκη και ο γλωσσικός συνειρμός στον «Μάρτη αγνώστου μήνα» της Σαπφώς Σούτσου. Ευχαριστούμε για όλες τις συμμετοχές.

Η κριτική επιτροπή

Θάνος Γώγος
Βασιλεία Οικονόμου
Ελένη Τσαντίλη



*
Η τελετή απονομής του βραβείου θα πραγματοποιηθεί στο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης 28/09 - 3/10 /2020.

Βιογραφικά και ποιήματα των ποιητών που βρέθηκαν στη μικρή λίστα:

http://www.thraca.gr/2020/03/blog-post_4.html


Για την ποιητική συλλογή της Λένας Σαμαρά, Επιμένω να είμαι το σκοινί που λύνει το πλοίο στο λιμάνι, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019.

Της Ευσταθίας Δήμου

Κάθε ποιητική συλλογή, ανεξάρτητα από τη θεματική, το ύφος και το ήθος των ποιημάτων που περιλαμβάνει, συνιστά και μία απόπειρα αποφόρτισης του ποιητή από όλα όσα τον βαραίνουν και παρακωλύουν τη συμφιλίωσή του με τον εαυτό του και τον κόσμο. Μια τέτοια προσπάθεια διαφαίνεται και στην τελευταία ποιητική συλλογή της Λένας Σαμαρά που φέρει τον ασυνήθιστα μακροσκελή, όσο και πεζολογικό τίτλο Επιμένω να είμαι το σκοινί που λύνει το πλοίο στο λιμάνι. Η ανατροπή που πραγματοποιείται με τη χρήση της λέξης «λύνω», αντί του «δένω» όπως θα περίμενε κανείς, διαμορφώνει έναν ορίζοντα προσδοκιών για τον αναγνώστη που έχει στο κέντρο του τη φυγή από οτιδήποτε δεσμεύει τον άνθρωπο μέσα σε απατηλές βεβαιότητες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό κινούνται και τα σαράντα οκτώ ελευθερόστιχα ποιήματα της συλλογής που διαρθρώνονται σε έξι επιμέρους ενότητες.
Η πρώτη, που τιτλοφορείται «Μαθητεία του νερού» περιλαμβάνει οκτώ ποιήματα, συνεκτικός ιστός των οποίων είναι το στοιχείο του θαλασσινού νερού με την λυτρωτική, καθαρτική του παρουσία. Στενά συνυφασμένη με αυτό είναι η προοπτική του ταξιδιού, νοούμενου ως απελευθέρωσης, ως απαλλαγής από τα βαρίδια του κορμιού και της ψυχής που καθηλώνουν τον άνθρωπο και τον περιορίζουν μέσα στα στενά όρια μιας φυλακής που είναι ίσως η χειρότερη απ’ όλες, της φυλακής του νου. Σ’ αυτήν την υγρή πολιτεία/ επιστρέφοντας/ θα χαθούν για πάντα τα στεγανά του νου/ υποδυόμενα δελφίνια/ που μαστορεύουν την ευφυία τους στο κύμα/ χωρίς να ξεχνούν ποτέ τον αέρα που τα ζει. («Σέριφος (Μονοπάτια δελφινιών)»).
Στη δεύτερη ενότητα, «Ανώνυμοι πόθοι», πραγματοποιείται μία σύζευξη της έννοιας του ταξιδιού με την έννοια του έρωτα που άλλοτε ταυτίζονται και άλλοτε υπόκεινται σε διχασμό, και στις δύο όμως εκδοχές η ποιήτρια προσδίδει θετικό πρόσημο και θετική προοπτική. Στην πρώτη περίπτωση ο έρωτας λειτουργεί, όπως και το ταξίδι, ως αντίδοτο στην καθήλωση και τη φθορά, ενώ στη δεύτερη ο έρωτας μετουσιώνεται σε μία σταθερά, σε ένα δεδομένο αναμφισβήτητο που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την ποιήτρια. Ανιχνεύω τα μάτια σου. Στο κέντρο τους είναι η γη./ Δεν το πρόσεξα/ δυο-τρία πράγματα απλά δεν πρόσεξα.// Μα είναι όλα εκεί/ μένουν εκεί./ Σαν να μοσχοβολούν ακόμα κήποι. («Δρίμες») Ο έρωτας ως ζητούμενο και ο έρωτας ως κατάκτηση είναι οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινείται και ταλαντεύεται η ποιήτρια που μέσα από αυτόν τον προβληματισμό δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραδέχεται τη δυσκολία να συλλάβει και να αποδώσει το νόημα και την ουσία του έρωτα, αλλά και του ίδιου του υποκειμένου. Εμείς μικροί ήρωες μεγάλου παραμυθιού/ ή άγγελοι μικρού ονείρου; («Αργόσυρτες παραδομένες»)
Στην επόμενη ενότητα, που τιτλοφορείται με τη φράση «Μεσημβρινοί κύκλοι», και, όχι τυχαία ίσως, βρίσκεται στο κέντρο περίπου της συλλογής, όπως το μεσημέρι στο κέντρο της μέρας, η θεματική της ποιήτριας αλλάζει προσανατολισμό και εκκινεί από συγκεκριμένες αφετηρίες, πρόσωπα πραγματικά, μυθολογικά ή φανταστικά. Είναι η Μέδουσα, ο Οδυσσέας, η Ωκεανίδα, η Αφροδίτη, η Μόνα Λίζα, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, ο Φερνάντο Πεσσόα που λειτουργούν ως αφορμές για να καταθέσει η ποιήτρια τους υπαρξιακούς της προβληματισμούς που άλλοτε παίρνουν την μορφή απόφανσης και άλλοτε διερεύνησης ή ερωτήματος για τον άνθρωπο και για την ανεξερεύνητη και αινιγματική υπόστασή του. Είμαι ένα όνειρο; Είμαι ένας άνθρωπος;/ Είμαστε φως και μερίδιο απ’ το σκοτάδι. («Φερνάντο Πεσσόα: Αμφιβολία»)
Ακολουθεί η ενότητα «Ανυπεράσπιστα είδη», με ποιήματα που προκρίνουν την καταδίκη της απανθρωπιάς απέναντι σε όσους υποφέρουν, αλλά και το δικαίωμα όλων των ανθρώπων για μια δίκαιη ζωή μέσα σε μια δίκαιη κοινωνία. Χωρίς να πιστεύω/ ούτε να μην πιστεύω/ ήρεμα/ διεκδικώ το δικαίωμα/ να υπάρχουν/ οι ζωντανές φωνές/ ενός κόσμου δίκαιουAnimalia»). Οι κοινωνιολογικοί αυτοί προβληματισμοί συμπλέκονται και συνυπάρχουν με τον θεμελιώδη προβληματισμό της ποιήτριας και των καλλιτεχνών γενικότερα σχετικά με την φθαρτή φύση του ανθρώπου, καθώς και με τα συνυφασμένα με αυτή ζητήματα της μνήμης, της λήθης και του χρόνου που ως έννοιες αναδεικνύονται σε ένα είδος αντιπάλου που φέρει επάνω του τα ίχνη και τις ενδείξεις της επερχόμενης βέβαιης νίκης του.
Τα επόμενα οχτώ ποιήματα της συλλογής ομαδοποιούνται υπό τον τίτλο «Μαρτυρία» και διακρίνονται για την αυτοαναφορικότητά τους, συναποτελούν δηλαδή ένα παλίμψηστο των προσωπικών αναζητήσεων της ποιήτριας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό διαμορφώνεται μία προβληματική που έχει στο κέντρο της την επιθυμία της ποιήτριας να παραμείνει αλώβητη από την επέλαση όλων εκείνων των στοιχείων που απειλούν την αυτογνωσία και την αυτοσυνειδησία της, την ίδια της την ύπαρξη. Όλα όσα συναποτελούν την ουσία της - η μνήμη, η νόηση, η φιλέρευνη διάθεση, η τέχνη της, τα όνειρά της - και διατρέχουν τον κίνδυνο της οριστικής απώλειας διοχετεύονται σε στίχους που υπερασπίζονται την αυθυπαρξία και διεκδικούν την συνέχειά τους. Αρχίζω φαίνεται/ να χωρώ τα κομμάτια μου/ στα ρούχα του άστεγου/ που λυπάται τη μνήμη μου που τίποτα/ δεν ανταποδίδει/ σ’ ένα τόσο συγκινητικό βλέμμα/ σε μια τόσο συγγενική νύχτα. («Άστεγη μνήμη»)
Η τελευταία ενότητα, υπό τον τίτλο «Λευκά τοπία», περιλαμβάνει ποιήματα ποιητικής, ποιήματα δηλαδή που διερευνούν τη φύση και τη λειτουργία του ποιητικού φαινομένου και που προσεγγίζουν την ποιητική δημιουργία με έναν τρόπο ιδιαίτερο και ξεχωριστό, ως μια διαδικασία μυστηριακή και, ταυτόχρονα, μια πορεία λυτρωτική και αναγεννητική. Τα λευκά τοπία δεν είναι άλλα από τις άγραφες, λευκές σελίδες που προκύπτουν, βάσει και του σχετικού νόμου της φυσικής, από μία πανσπερμία χρωμάτων, μια πανσπερμία σκέψεων που γυρεύουν τη συγκεκριμενοποίηση και τη λεκτική – γραφική αποτύπωσή τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ποίηση αποκτά το χαρακτήρα μιας πάλης με το χρόνο που αποδεικνύεται δυνατότερος και από τον ίδιο τον δημιουργό στην προσπάθεια ανάδυσης και παγίωσης του ποιητικού αποτελέσματος. Συλλέγω τις λέξεις σιωπηρά στη γαλήνη της νύχτας/ ο ήλιος του μεσημεριού καίει τα περιττά/ οι λέξεις ομορφαίνουν/ στιλβώνονται/ το χάραμα ελπίζει στο ποίημα. («Ποίηση»)
Η ποιητική συλλογή της Λένας Σαμαρά δεν είναι ένα βιβλίο εύκολο στην προσπέλασή του, ούτε στην άμεση και ευθεία αποκρυπτογράφησή του από την αναγνωστική συνείδηση. Κι αυτό γιατί δεν προϋποθέτει μόνο την διανοητική και συναισθηματική μέθεξη του αναγνώστη, αλλά κυρίως την επιστράτευση της ενσυναίσθησης προκειμένου να επιτευχθεί κατά τρόπο αποτελεσματικό η πρόσληψη και η απόλαυση του ποιητικού κειμένου. Η ποιήτρια αφήνει αρκετά κενά στη διάρθρωση των ποιητικών της σκέψεων, κενά που καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης πάνω στη βάση και των δικών του εμπειριών, της δικής του ψυχοσύνθεσης και ιδιοσυγκρασίας, αλλά και πάνω στη βάση της εμβάθυνσης στον τρόπο και τη μέθοδο της ποιήτριας, έτσι ώστε οι δύο συνειδήσεις, ποιητική και αναγνωστική, να συναντηθούν και να συμπέσουν μέσα στη διαδικασία της ανά – γνωσης του ποιήματος, νοούμενης ως αναγνώρισης και αναδημιουργίας του ταυτόχρονα.
Μια συλλογή που αποπειράται να μυήσει τον αναγνώστη στο μυστήριο της ποιητικής δημιουργίας, μια συλλογή που, συνειδητά ή ασυνείδητα, του προσφέρει τη δυνατότητα να διαμορφώσει και να υπαγορεύσει τους όρους και τα όρια της πρόσληψης. Τέλος, μια συλλογή που βαθαίνει το προσωπικό στίγμα της ποιήτριας καθιστώντας τη σχέση της με τη γλώσσα αγωνιώδη, σαν περιπέτεια, και πολύπτυχη, ακριβώς σαν την ανθρώπινη ύπαρξη.





Δίγλωσση Ανθολογία «Ξύπνησα σε μια χώρα» – Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ

- Παρουσίαση από τη Χριστιάνα Μυγδάλη -


Ξύπνησα σε μια χώρα – Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο
Εκδότης: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg Stiftung)

Επιμέλεια: Μάνια Μεζίτη
Συντακτική ομάδα: Ειρήνη Μαργαρίτη, Φάνης Παπαγεωργίου
Μετάφραση: Χριστιάνα Μυγδάλη


Ο Αντόρνο λέει πως δεν μπορούμε να ζήσουμε μια καλή ζωή μέσα σε μια κακή ζωή, και τις τελευταίες μέρες στριφογυρίζει στο μυαλό μου αυτή η φράση. Αφαιρούμαι για ώρες, και αναρωτιέμαι αν μπορούμε να γράψουμε καλή ποίηση για μια κακή ζωή. Μετά χαμογελάω στωικά, υπενθυμίζοντάς μου ότι κανένας από τους παραπάνω συλλογισμούς δεν έχει νόημα αν δεν ορίσουμε το καλό και το κακό, μάχη που εδώ και αιώνες δίνουν οι φιλόσοφοι, οι θεολόγοι, οι λεξικογράφοι, και καθένας από μας, για διαφορετικούς λόγους, σε διαφορετικές στιγμές της ζωής, χωρίς απαραίτητα να έχουμε καταλήξει σε κάποια λύση με την οποία συμφωνούμε όλοι. Επομένως, θ’ αφήσω κατά μέρος αυτό το δεύτερο ερώτημα και θα επικεντρωθώ στην τροποποίηση του πρώτου: Τι μπορούμε να κάνουμε μέσα σε μια κακή ζωή…

  1. Μπορούμε να αναπολήσουμε μια άλλη ζωή που μας έχει παραδοθεί
ως καλύτερη.


Αρτέμης Μαυρομμάτης

Χώμα φυτεμένο σπασμένους αμφορείς

Κι από πάνω χώμα

Κι από πάνω πέτρες μπλεγμένες καβούρια

Κι από πάνω χώμα

Κι από πάνω άσφαλτος χωρίς διαγραμμίσεις

Κι από πάνω μπαλώματα

Κι από πάνω τσιμέντα

Κι από πάνω ήλιος που τρυπάει κεφάλια

Κι από κάτω βόδια

Που λιάζονται

~.~

  1. Μπορούμε να καταγράφουμε μια κακή ζωή, επισημαίνοντας κάποιο ορόσημο που θα μας οδηγήσει στην πιθανότητα μιας καλής ζωής.


Θάνος Γώγος
«2008»

Και με ρωτούν, γιατί γράφεις λίγο;
Γιατί έχασα τις εικόνες μου
το λεωφορείο, την πτήση μου

και γύρω μου
όλοι προσπαθούν να τις ξαναβρώ

και χάνουν τους ανθρώπους που αγαπούν
τη δουλειά
την πίστη τους

και όπως εγώ δεν ξαναπιάνω το στυλό
αυτοί δεν κατεβαίνουν στον δρόμο

Στα δωμάτιά μας
μερικές φορές διαβάζουμε ποιήματα
και βλέπουμε ντοκιμαντέρ για τον Δεκέμβρη του ’08

Σπάνια κοιμόμαστε μαζί
Αντλούμε το παρελθόν
όπως το λίπος οι καμήλες.

~.~

  1. Μπορούμε να επιλέξουμε την οπτική γωνία του ξένου προκειμένου να επανεκτιμήσουμε τη ζωή ως έχει και όχι να την συγκρίνουμε με κάποια άλλη, γνωστή σ’ εμάς, ζωή.


Παυλίνα Μάρβιν
«4.»

Η πορεία είναι κάτι σχετικό. Συντελείται χωρίς να προϋποθέτει απαραιτήτως ποδαρόδρομο. Πορεία σημαίνει πως ένας φύλακας άνοιξε την πύλη προς το μέρος χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Ή πως ο χειμώνας επιβλήθηκε αυτοβούλως για να εξυπηρετήσει μια συνθήκη ομιχλώδους παγετού με φωτεινό σκοπό. Πληροφορούμαι με ευχαρίστησή μου, πως ο Ιβάν Ισμαήλοβιτς είναι ακατάλληλα ντυμένος για τις περιστάσεις. Έτσι ακριβώς: για να κατορθώσει την πορεία πρέπει να ξεγελάσει τον εαυτό του πως περπατάει αλλού: εκεί που βρισκόταν προηγουμένως – στην έρημο.

~.~

  1. Μπορούμε να ζούμε ανάμεσα σε τόπους και ανάμεσα σε γλώσσες,
δίνοντας διαρκώς νέα ονόματα στα παλιά πράγματα και νέες ιδιότητες
στους εαυτούς μας.


Νίκος Ερηνάκης
«Ακόμα βαφτιζόμαστε»

Μέρες καλοκαιριού του δύο χιλιάδες οκτώ
Έναν αιώνα μετά·
Ακόμα χωρίς δουλειά

Από το Dalston στο Jericho
Και πάλι πίσω
Μια στη Βαλτετσίου
Και μια γύρω απ’ την Αθηνάς

Ανάνθιστος φοράω πάλι μαύρα
Κι αφήνω γένια

Σας συναντώ ξανά
Επιχειρούμε το θαύμα
Στο ασυνεχές
Ανακαλύπτουμε ουλές

Με δίκαιους φόβους
Σε αυθαίρετους καιρούς και τόπους

Ανάμεσα στον ήλιο και σε μια ανοιχτή φλέβα

Το παρελθόν είχε άλλα σχέδια για μας

Βαφτιζόμαστε
Στις νεραντζιές που ανθίζουν
Στους δρόμους του κέντρου

Κρίσης κρήνες
Ποτίστε μας κι άλλο

Οι κυκλικοί ρυθμοί ακτινοβολούν

Κι όπως δεν ήταν το πριν γιορτή
Δεν είναι και το τώρα απόγνωση

Θα υποφέρουμε κι αυτή την ειρήνη

Ό, τι κόσμος ήταν,
Κόσμος παραμένει

~.~

και

  1. Μπορούμε να οραματιζόμαστε, έστω και αόριστα, μια καλή ζωή.


Γιώργος Ευθυμίου

κάθε κορίτσι χρειάζεται ένα αγόρι
κάθε κορίτσι χρειάζεται ένα κορίτσι
κάθε αγόρι χρειάζεται να το χρειάζονται
γι’ αυτό
σ' αυτό το αγόρι
έβαλα ένα αγόρι
κι ένα κορίτσι
κι ένα μπαλόνι
σ' ένα καρότσι
να το πηγαίνει
ο άνεμος

~.~

Για όσους αναγνώστες δεν δουλεύουν με στατιστικά στοιχεία, ήθελα να επισημάνω ότι η Ανθολογία περιέχει 25 ποιήματα γραμμένα από Έλληνες ποιητές και 25 ποιήματα γραμμένα από Ελληνίδες ποιήτριες. Δύο ποιήματα περιέχουν στον τίτλο τους τη λέξη «απολογία». Αρκετά ποιήματα έχουν αναφορές στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν, μερικά καταγράφουν με ρεαλισμό τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, και λίγα σκιαγραφούν, έστω και αόριστα, ένα κάποιο μέλλον. Ωστόσο, αυτό που κυρίως περιέχει η ανθολογία, ή έστω, αυτό που περιμένει κανείς να περιέχει η ανθολογία μας εποχής, είναι ορισμένα επιτελεστικά ποιήματα. Τι είναι τα επιτελεστικά ποιήματα; Είναι τα ποιήματα αυτά που ό,τι υπόσχεται η ποίηση, το πραγματοποιούν. Χρησιμοποιούν, δηλαδή, τη γλώσσα για να στοιχειοθετήσουν τον κόσμο εκ νέου. Επεμβαίνουν στη ζωή. Καλή ή κακή, την κάνουν να συμβαίνει. Δεν περιγράφουν, δεν σχολιάζουν και δεν μηρυκάζουν την πραγματικότητα. Την προωθούν. Δεν συσκευάζουν, ούτε ανασκευάζουν την κυρίαρχη αφήγηση. Την κατασκευάζουν. Για τα ποιήματα αυτά σας καλώ να ψάξετε μέσα στην Ανθολογία, επειδή για τον καθένα μπορεί να είναι διαφορετικά:
Όντως δεν μπορούμε να ζήσουμε μια καλή ζωή μέσα σε μια κακή ζωή. Αυτό όμως που οφείλουμε να προσπαθήσουμε είναι να αναρωτηθούμε συλλογικά για το τι συνιστά μια καλή ζωή και τι την διαφοροποιεί από μια κακή ζωή. Και με τον τρόπο αυτό, να συμμετάσχουμε κι εμείς στην προαιώνια μάχη για τον ορισμό του δίπολου καλό και κακό, σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής μας, ή, αν είμαστε πολύ γενναίοι και πολύ τυχεροί, να διαμορφώσουμε νέα κριτήρια.












ΔΥΟ ΔΟΚΑΡΙΑ


Αναμονή
αυτό το αγύριστο κεφάλι
με το επιληπτικό της φρύδι
να μαστιγώνει τον χρόνο
Ελπίδα
αυτή η ελεγεία σε πάλκο
που παίζει πάντα τελευταία
τα κάλπικά της  ρέστα  στο σινάφι
περιμένοντας το κίτρινο φύλλο
που επιπλέει στο νερό
ξαφνικά να πρασινίσει.

Αποστρέφομαι την άπνοια του Αυγούστου
όπου ξελεπιάζει στο βλέμμα μου η αγάπη
και γίνεται απόλυτος αριθμός ανάμεσα σε δύο δοκάρια
άλλοτε στηρίζεται
και άλλοτε βαράει καρφιά με το κεφάλι.

Καθώς η τελευταία μου εκπνοή ασθμαίνει
πεισμώνοντας τις κατηφόρες
σκορπίζομαι στο πρώτο τσαλάκωμα
σαν διασπώμενη σακούλα.

Αποτέφρωση η λαχτάρα μου για ζωή κι αλάτι
οίστρος του ήλιου ντάλα μεσημέρι
οίστρος στους λοβούς το λάλημα του ανέμου.

Γιατί με περιπαίζετε
που κουβαλώ δύο ανηφόρες
ενώ η καρδιά μου ορέγεται έναν δικό της κρότο.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA