πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.


Ο Ντένις Τζόνσον (1949-2017) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, γεννημένος στο Μόναχο της Γερμανίας. Για το έργο του έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία, όπως: Lannan Fellowship in Fiction (1993), Whiting Writer's Award (1986), Aga Khan Prize for Fiction, National Book Award for Fiction (2007). Στα Ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του «Δέντρο από Καπνό» (Πατάκης, 2011), «Φισκαντόρο», «Τ’ αστέρια του απομεσήμερου» και «Άγγελοι» (και τα τρία από εκδ. Ζαχαρόπουλος).
Το Jesus’s Son (1992) είναι η πρώτη και μοναδική συλλογή διηγημάτων του και αποτελεί μέχρι σήμερα το πιο γνωστό του έργο.


Ατύχημα σε ταξίδι με οτοστόπ

Ένας πωλητής που μοιραζόταν το ποτό του και οδηγούσε κοιμισμένος. Ένας Τσερόκι τύφλα από το μπέρμπον. Ένα Φολκσβάγκεν όχι μεγαλύτερο από φυσαλίδα καπνών χασίς, με οδηγό έναν φοιτητή.

Και μια οικογένεια από τη Μάρσαλταουν, που τράκαρε μετωπικά και σκότωσε για πάντα έναν άντρα που οδηγούσε δυτικά μακριά από το Μπέθανι του Μιζούρι.
Σηκώθηκα μούσκεμα από τον ύπνο μου κάτω από την καταρρακτώδη βροχή, έχοντας ίσα ίσα τις αισθήσεις μου, χάρη στους τρεις ανθρώπους που έχω ήδη αναφέρει –τον πωλητή και τον Ινδιάνο και τον φοιτητή– που μου είχαν δώσει όλοι τους ναρκωτικά. Περίμενα στην κορυφή της ράμπας εισόδου χωρίς να ελπίζω κάποιος να με πάρει. Τι νόημα είχε και να μαζέψω τον υπνόσακό μου όταν ήμουν τόσο μούσκεμα που σιγά μην με άφηνε κανένας να μπω στο αυτοκίνητό του; Τον τύλιξα γύρω μου σαν κάπα. Η νεροποντή έγδερνε την άσφαλτο και γουργούριζε στα αυλάκια. Οι σκέψεις μου εστίαζαν αξιολύπητα. Ο πλανόδιος πωλητής με είχε ταΐσει χάπια που με έκαναν να νιώθω ότι είχαν πεταχτεί οι φλέβες μου έξω. Το σαγόνι μου πονούσε. Ήξερα κάθε σταγόνα βροχής με το όνομά της. Αισθανόμουν τα πάντα πριν συμβούν. Ήξερα ότι ένα συγκεκριμένο Oλντσμομπίλ θα σταματούσε για μένα πριν καν ξεκινήσει να κόβει ταχύτητα, και από τις γλυκές φωνές της οικογένειας μέσα ήξερα ότι θα μας συνέβαινε ένα ατύχημα στην καταιγίδα.

Δεν με ένοιαζε. Είπαν ότι θα με έπαιρναν για όλον το δρόμο. Ο άντρας και η γυναίκα του πήραν το κοριτσάκι μπροστά μαζί τους και άφησαν το μωρό πίσω μαζί με μένα και τον μουσκεμένο υπνόσακό μου. «Δεν θα πάμε πολύ γρήγορα» είπε ο άντρας. «Έχω τη γυναίκα και τα μωρά μου εδώ, γι’ αυτό».

Εσείς είστε, σκέφτηκα. Στοίβαξα τον υπνόσακο στην αριστερή πόρτα και κοιμήθηκα πάνω του, χωρίς να με νοιάζει αν ήμουν ζωντανός ή πεθαμένος. Το μωρό κοιμόταν άνετα στο διπλανό μου κάθισμα. Ήταν περίπου εννιά μηνών.

Αλλά πριν από όλα αυτά, εκείνο το απόγευμα, ο πωλητής κι εγώ είχαμε κατέβει φουριόζοι στο Κάνσας Σίτυ με το πολυτελές του αυτοκίνητο. Είχαμε αναπτύξει μια επικίνδυνη κυνική συντροφικότητα από το Τέξας, όπου με είχε πάρει. Αδειάζαμε το μπουκάλι του με τις αμφεταμίνες, και κάθε τόσο σταματούσαμε κάπου στον αυτοκινητόδρομο και αγοράζαμε κάνα μισόλιτρο ακόμα Κανάντιαν Κλαμπ και μια σακούλα πάγο. Το αυτοκίνητό του είχε κυλινδρικές βάσεις ποτηριού σε κάθε πόρτα και λευκό δερματώδες εσωτερικό. Είπε πως θα με πήγαινε σπίτι του να μείνω το βράδυ με την οικογένειά του, αλλά πρώτα ήθελε να σταματήσει να δει μια γνωστή του.

Κάτω από τα σαν μεγάλους γκρίζους εγκεφάλους Μεσοδυτικά σύννεφα αφήσαμε πίσω μας την υπερλεωφόρο σαν περιπλανώμενοι και μπήκαμε στο Κάνσας τις ώρες αιχμής λες και πέσαμε σε ξέρα. Μόλις κόψαμε ταχύτητα, όλη η μαγεία του να ταξιδεύεις με παρέα εξατμίστηκε. Μιλούσε συνέχεια για τη φίλη του. «Μου αρέσει αυτό το κορίτσι. Νομίζω ότι το αγαπάω αυτό το κορίτσι –αλλά έχω δυο παιδιά και μια γυναίκα, και συγκεκριμένες σχετικές υποχρεώσεις. Και πάνω απ’ όλα, την αγαπάω τη γυναίκα μου. Έχω το χάρισμα της αγάπης. Αγαπάω τα παιδιά μου. Αγαπάω όλους τους συγγενείς μου». Όσο συνέχιζε, αισθανόμουν απόρριψη και θλίψη: «Έχω ένα σκάφος, ένα μικρό οχτάμετρο. Έχω δύο αυτοκίνητα. Στο πίσω μέρος της αυλής έχει χώρο για πισίνα». Βρήκε τη φίλη του στη δουλειά. Είχε ένα κατάστημα επίπλων, κι εκεί τον έχασα.

Τα σύννεφα έμειναν ίδια μέχρι τη νύχτα. Τότε, στο σκοτάδι, δεν είδα την καταιγίδα που ερχόταν. Ο οδηγός του Φολκσβάγκεν, ένα κολλεγιόπαιδο, αυτός που φούντωσε το κεφάλι μου με όλο το χασίς, με άφησε μακριά από τα όρια της πόλης με το που άρχισε να βρέχει. Άσε το σπιντ που είχα πάρει, δεν είχα δύναμη ούτε για να σταθώ στα πόδια μου. Ξάπλωσα στο γρασίδι πέρα από τη ράμπα εξόδου και ξύπνησα στη μέση μιας λιμνούλας που είχε στο μεταξύ γεμίσει γύρω μου.

Και αργότερα, όπως είπα, κοιμόμουν στο πίσω κάθισμα όσο το Oλντσμομπίλ –η οικογένεια από τη Μάρσαλταουν– άνοιγε τον δρόμο του μέσα από τα νερά της βροχής. Κι όμως ονειρευόμουν πως έβλεπα κατευθείαν μέσα από τις βλεφαρίδες μου κι ο παλμός μου σημείωνε τα δευτερόλεπτα του χρόνου. O αυτοκινητόδρομος που περνούσε από το δυτικό Μιζούρι δεν ήταν, εκείνη την εποχή, τίποτα παραπάνω από έναν δρόμο με δυο λωρίδες, στο μεγαλύτερο κομμάτι του. Όταν ένα φορτηγό ήρθε προς το μέρος μας και προσπέρασε προς την άλλη κατεύθυνση, χαθήκαμε σε μια εκτυφλωτική βροχή κι έναν πόλεμο θορύβων όπως όταν σέρνεσαι μέσα από ένα αυτόματο πλυντήριο αυτοκινήτων. Οι υαλοκαθαριστήρες ανεβοκατέβαιναν πάνω στο παρμπρίζ χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Είχα εξαντληθεί, και μία ώρα μετά κοιμόμουν ακόμα πιο βαθιά.

Ήξερα από την αρχή ακριβώς τι θα συνέβαινε. Αλλά ο άντρας και η γυναίκα του με ξύπνησαν αργότερα, αρνούμενοι πεισματικά.

«Ω – όχι!»
«ΌΧΙ!»

Πετάχτηκα στο πίσω μέρος των καθισμάτων τους τόσο δυνατά που έσπασαν. Άρχισα να χτυπιέμαι μπρος πίσω. Ένα υγρό που αμέσως ήξερα ότι ήταν ανθρώπινο αίμα αιωρούνταν στο αυτοκίνητο και έσταξε πάνω στο κεφάλι μου. Όταν τέλειωσε ήμουν στο πίσω κάθισμα και πάλι, όπως πριν. Σηκώθηκα και κοίταξα τριγύρω. Οι προβολείς μας είχαν σβήσει. Το ψυγείο σφύριζε σταθερά. Πέρα από αυτό, δεν άκουγα το παραμικρό. Απ’ ό,τι έβλεπα, ήμουν ο μόνος που είχε τις αισθήσεις του. Καθώς προσαρμόζονταν τα μάτια μου, είδα το μωρό να είναι ανάσκελα δίπλα μου, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και ακουμπούσε τα μάγουλα με τα χεράκια του.

Μετά από ένα λεπτό ο οδηγός, που είχε σωριαστεί στο τιμόνι, σηκώθηκε όρθιος και μας κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν λιωμένο και μαύρο από το αίμα. Τον κοιτούσα και μου πονούσαν τα δόντια. Αλλά όταν μίλησε, ακούστηκε σαν να μην του είχε σπάσει ούτε δόντι.

«Τι έγινε;»
«Τρακάραμε» είπε.
«Το μωρό είναι καλά» είπα, παρόλο που δεν είχα ιδέα πώς ήταν το μωρό.
Γύρισε στη γυναίκα του.
«Τζάνις» είπε. «Τζάνις, Τζάνις!»
«Είναι καλά;»
«Πέθανε!» είπε, ταρακουνώντας την οργισμένα.
«Όχι, δεν πέθανε». Τώρα ήμουν κι εγώ έτοιμος να αρνηθώ τα πάντα.
Το κοριτσάκι ήταν ζωντανό, αλλά αναίσθητο. Κλαψούριζε στον ύπνο της. Αλλά ο άντρας συνέχιζε να ταρακουνάει τη γυναίκα του.
«Τζάνις!» ούρλιαξε.
Η γυναίκα του βόγκηξε.
«Δεν πέθανε» είπα, σκαρφαλώνοντας έξω από το αυτοκίνητο και τρέχοντας μακριά.
«Δεν ξυπνάει» τον άκουσα να λέει.

Στεκόμουν μέσα στη νύχτα, με το μωρό, για κάποιον λόγο, στα χέρια μου. Πρέπει να έβρεχε ακόμα, αλλά δεν θυμάμαι τίποτα για τον καιρό. Είχαμε συγκρουστεί με ένα άλλο αυτοκίνητο πάνω σε κάτι που τώρα μπορούσα να αντιληφθώ πως ήταν μια γέφυρα με δύο λωρίδες. Το νερό από κάτω μας δεν φαινόταν στο σκοτάδι.
Πηγαίνοντας προς το άλλο αυτοκίνητο, άρχισα να ακούω τραχιά, μεταλλικά ροχαλητά. Κάποιος είχε εκτοξευθεί μέχρι τη μέση έξω από την πόρτα του συνοδηγού, που ήταν ανοιχτή, σε στάση σαν να κρεμόταν με σκοινί από τους αστραγάλους. To αυτοκίνητο είχε κοπανηθεί στο πλάι, τόσο επίπεδο πια που δεν είχε μείνει χώρος μέσα του ούτε για τα πόδια του ανθρώπου, πόσο μάλλον για οδηγό ή οποιονδήποτε άλλον επιβάτη. Εγώ απλώς πέρασα από δίπλα.

Από μακριά φάνηκαν προβολείς. Κατευθύνθηκα προς την αρχή της γέφυρας κουνώντας το ένα χέρι μου για να σταματήσουν και με το άλλο κρατώντας σφιχτά στον ώμο το μωρό.

Ήταν ένα μεγάλο φορτηγό, τα γρανάζια του έτριζαν καθώς επιβράδυνε. Ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο και του φώναξα «Έγινε ατύχημα. Πήγαινε να βοηθήσεις».
«Δεν μπορώ να στρίψω εδώ» είπε.

Έβαλε εμένα και το μωρό στη θέση του συνοδηγού, και καθίσαμε εκεί στην καμπίνα, κοιτώντας τα συντρίμμια στο φως των προβολέων.

«Σκοτώθηκαν όλοι;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω ποιος ναι και ποιος όχι» παραδέχτηκα.
Γέμισε να πιει μια κούπα καφέ από ένα θερμός και άφησε αναμμένα μόνο τα φώτα παρκαρίσματος.
«Τι ώρα είναι;»
«Α, είναι περίπου τρεις και τέταρτο» απάντησε.

Από τον τρόπο του φαινόταν να έχει αποδεχτεί την ιδέα να μην κάνει τίποτα για όλο αυτό. Είχα ανακουφιστεί και έκλαιγα. Είχα πιστέψει πως κάτι απαιτούσαν από μένα, αλλά δεν ήθελα να μάθω τι.

Όταν ένα άλλο αυτοκίνητο φάνηκε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, σκέφτηκα πως έπρεπε να τους μιλήσω. «Μπορείς να κρατήσεις το μωρό;» ρώτησα τον φορτηγατζή.

«Καλύτερα να το κρατήσεις εσύ» είπε. «Αγόρι δεν είναι;»
« E, έτσι νομίζω» είπα.

Ο άντρας που κρεμόταν από το κατεστραμμένο αυτοκίνητο ήταν ακόμα ζωντανός όταν πέρασα, και σταμάτησα, εξοικειωμένος λίγο περισσότερο τώρα με το πόσο πραγματικά άσχημα σμπαραλιασμένος ήταν, και σιγουρεύτηκα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ροχάλιζε δυνατά και χοντροκομμένα. Το αίμα του έβγαινε σε μπουρμπουλήθρες από το στόμα σε κάθε του ανάσα. Δεν του έμεναν πολλές ακόμα. Εγώ το ήξερα, εκείνος όμως όχι, κι έτσι έριξα χαμηλά τα μάτια μου στο μεγάλο κρίμα μιας ανθρώπινης ζωής σε αυτή τη γη. Δεν λέω ότι όλοι πεθαίνουμε στο τέλος, δεν είναι αυτό το μεγάλο κρίμα. Εννοώ ότι δεν μπορούσε να μου πει τι ονειρευόταν, κι εγώ δεν μπορούσα να του πω τι ήταν πραγματικότητα.

Πριν περάσει πολλή ώρα υπήρχαν μεγάλες ουρές αυτοκινήτων και στις δύο άκρες της γέφυρας, και φώτα προβολέων που έδιναν μια ατμόσφαιρα νυχτερινού παιχνιδιού στα καπνισμένα συντρίμμια, και ασθενοφόρα και αστυνομικά που στριμώχνονταν για να περάσουν έτσι που ο αέρας παλλόταν μες στο χρώμα. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Το μυστικό μου ήταν πως σε εκείνο το λίγο είχα γίνει από πρωταγωνιστής αυτής της τραγωδίας ένας απρόσωπος παρατηρητής ενός αποτρόπαιου ατυχήματος. Κάποια στιγμή ένας αστυνομικός έμαθε πως ήμουν από τους επιβάτες, και μου πήρε κατάθεση. Δεν θυμάμαι τίποτα από αυτό, εκτός από το ότι μου είπε «Σβήσε το τσιγάρο σου». Σταματήσαμε για λίγο τη συνομιλία μας για να δούμε τον ετοιμοθάνατο να φορτώνεται στο ασθενοφόρο. Ήταν ακόμα ζωντανός, ακόμα ονειρευόταν αισχρά. Το αίμα του έτρεχε σε κλωστές. Τα γόνατά του τινάζονταν και το κεφάλι του κροτάλιζε.

Δεν είχα κάνει τίποτα, και δεν είχα δει τίποτα, αλλά ο αστυνομικός έπρεπε να με ανακρίνει και να με πάει έτσι κι αλλιώς στο νοσοκομείο. Από τον ασύρματό του τον ενημέρωσαν ότι ο άντρας πέθανε, αμέσως μόλις περάσαμε κάτω από το σκέπαστρο της εισόδου των εκτάκτων.

Στεκόμουν στον διάδρομο με τον βρεγμένο υπνόσακό μου στοιβαγμένο στον τοίχο δίπλα μου, μιλώντας σε έναν από το τοπικό γραφείο τελετών.
Ο γιατρός σταμάτησε να μου πει πως θα έπρεπε να κάνω ακτινογραφία.

«Όχι»
«Τώρα πρέπει. Αν εμφανιστεί κάτι αργότερα…»
«Δεν έχω τίποτα».

Από τον διάδρομο ήρθε η γυναίκα. Ήταν λαμπερή, φωτιά. Δεν ήξερε ακόμα ότι ο άντρας της είχε πεθάνει. Εμείς ξέραμε. Αυτό ήταν που της έδινε τόση εξουσία πάνω μας. Ο γιατρός την πήρε σε ένα δωμάτιο με γραφείο στο τέλος του διαδρόμου, και κάτω από την κλειστή πόρτα ακτινοβολούσε μια φέτα λάμψης λες και, μέσω κάποιας εκπληκτικής διαδικασίας, εκεί μέσα αποτεφρώνονταν διαμάντια. Τι πνευμόνια! Τσίριξε όπως φανταζόμουν ότι θα έκανε ένας αετός. Ήταν υπέροχο να είσαι ζωντανός και να το ακούς! Έχω ψάξει από τότε γι’ αυτό το συναίσθημα παντού.

«Δεν έχω τίποτα» – εκπλήσσομαι που έβγαλα αυτές τις λέξεις. Αλλά πάντα είχα την τάση να λέω ψέματα στους γιατρούς, λες και η καλή υγεία σημαίνει να μπορείς να τους ξεγελάς.

Μερικά χρόνια αργότερα, όταν μπήκα στην Αποτοξίνωση του Γενικού Νοσοκομείου του Σιάτλ, συνέχισα το ίδιο βιολί.

«Ακούς ασυνήθιστους ήχους ή φωνές;» ρώτησε ο γιατρός.
«Βοήθεια, Θεέ μου, πονάει» φώναζαν τα κουτιά με το βαμβάκι.
«Όχι ακριβώς» είπα.
«Όχι ακριβώς» είπε. «Τώρα, τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν είμαι έτοιμος να το αναλύσω όλο αυτό» είπα. Ένα κίτρινο πουλί φτερούγιζε κοντά στο πρόσωπό μου, και οι μύες μου συσπώνταν. Τώρα σπαρταρούσα σαν το ψάρι. Όταν έσφιξα τα μάτια μου καυτά δάκρυα πετάχτηκαν από τις κόγχες. Όταν τα άνοιξα, ήμουν ξαπλωμένος στο στομάχι μου.
«Πώς έγινε τόσο άσπρο το δωμάτιο;» ρώτησα.
Μια όμορφη νοσοκόμα άγγιζε το δέρμα μου. «Αυτές είναι βιταμίνες» είπε και βύθισε τη βελόνα.

Έβρεχε. Γιγάντιες φτέρες έγερναν πάνω μας. Το δάσος γλιστρούσε σ’ έναν λόφο. Άκουγα ένα ρυάκι να κυλάει ορμητικά ανάμεσα στα βράχια. Κι εσείς, γελοίοι, εσείς περιμένετε βοήθεια από μένα.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA