πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

 


Ρομαντισμός


Δεν την ξεχνώ, στο μυαλό μου κοιμάται, έχω κλειδώσει τα χέρια της στις πιο αιχμηρές του γωνίες. Εκείνη περπατά στον λαβύρινθο, στα όρθια σύμβολα κοιτώντας πάντοτε κάτω. Οι κόρες των ματιών της γυαλίζουν, σχηματίζονται μέσα τους ευθείες γραμμές. Τις σχεδίασα προσεκτικά με το χάρακα και φύτεψα στο μήκος τους ωραία λουλούδια, για να ‘χει κάτι να βλέπει στο δρόμο, να ξεχνά τον φόβο που της κλείνει τα πέταλα. Έκοψα κι ένα φεγγάρι στρογγυλό και το κρέμασα δίπλα της, έτσι, για να ξεγελιέται.


  




Πόθος



Του χρώμα του είναι άσπρο, δεν είναι κόκκινο. Τον φαντάζεται σαν πάγο που λιώνει, σαν να λιώνουν ογκώδη, γρανιτένια βουνά από πάγο. Πέθαινε αργά κι ο εαυτός της έμοιαζε με ψάρι που σπαρταρούσε ενώ απ’ το σώμα του έφευγαν στάλες χοντρό αλάτι. Έσταζαν οι λέξεις πριν φτάσουν στο στόμα της, δεν είχε χώρο η γλώσσα να δώσει στα λόγια, κυλούσαν. Από τις τσέπες της έτρεχε το νερό στο χώμα. Ποτάμια συλλαβές, υγρά σύμφωνα. Θόλωσαν τα τοπία, οι εικόνες έχασαν κάθε σχηματισμό. Τα υφάσματα κολυμπούσαν στην αιωνιότητα. Μουσκεμένα τα μέλη μέχρι το κόκαλο. Τίποτα δεν διψούσε πια, για τίποτα.







Μάχες


Προχωρούσε μπροστά και την ακολουθούσε μια πομπή από φωνές που διηγούνταν όνειρα κι ιστορίες. Πύκνωναν, πύκνωναν –γίνονταν μάχες, σε κάθε πτυχή του μυαλού έστηναν στρατόπεδα. Έβγαιναν τότε οι στρατηγοί με τις στολές τους, περήφανοι, με ψεύτικα όπλα έδιωχναν τους εφιάλτες. Δίπλα τα έντομα κι οι σαύρες γελούσαν, γελούσαν. Οι λοχίες, χαμένοι, έπαιζαν με νεροπίστολα. Αόρατες ξαναγύριζαν οι φωνές στα περιβόλια. Κάτω απ’ τα δέντρα, κούρνιαζαν γυμνοί στρατιώτες.






                                                                                         

                                                          













Αφροδίτη Σ


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ
μνήμη Μίλτου Σαχτούρη και Χρήστου Μπράβου
Νύχτα με χιόνι, κακή νύχτα.
Η βροντή τού παγώνει το αίμα
να ’ναι από μέσα κόκκινο κι απ’ έξω μαύρο‒
η σκόνη των άστρων θυμίζει θάνατο
κι ο ουρανός
μια μεγάλη απουσία.

Αυτές τις εικόνες καλλιεργεί ο κηπουρός
μες στην καρδιά τού χειμώνα
εδώ και χρόνια.

εκδόσεις Βακχικόν




ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ

TV. Σπασμένο ρολόι. Κάκτος
με αγκάθια. Βιβλία. Κι

άλλα βιβλία. XBOX και USB
σκόνη. Ιδιαίτερα πολύ σκόνη.

Ενυδρείο. Φαγητό για τα Ψάρια
Μονομάχους. Μπαλαντέζα

με καλώδια (μαύρο και άσπρο).
Γεμάτο ημερολόγιο. Φως.

Τραπεζάκι
και καναπές.

Σκόνη. Αλήθεια πολύ
σκόνη. Τα πόδια μου.



ΣΕΙΡΙΟΣ

α)
Δε γεννήθηκα
για τον κόσμο που υπάρχει,
αλλά για εκείνον
που δεν υπάρχει.

β)
Επειδή δεν υπάρχει,
η αίσθηση ρέει προς
τη μη-αίσθηση·
Είναι η ύπαρξή μου
αλήθεια μόνο
μια σύμπτωση;

γ)
Αλλά:
οι συμπτώσεις υφαίνουν
αόρατες κλωστές
που είναι τα πάντα
εκτός από σύμπτωση.

δ)
Λύση της εξίσωσης:
συμπτωματική ανυπαρξία;




Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Μόνο η μουσική
δεν
αναπνέει στον χρόνο.
Είναι χρόνος·
όσο πιο γρήγορη είναι
τόσο γρηγορότερα κυλά,
όσο πιο αργή,
τόσο αργότερα κυλά.
Μόνο όταν σιωπά,
με στροβιλίζει
στο απόλυτο σκοτάδι.


*

O Ales Jelenko γεννήθηκε το 1986 στη  Slovenske Konjice και έχει πολλές διακρίσεις
σε διαγωνισμούς και βραβεία λογοτεχνίας. Είναι ιδρυτικό μέλος του Φεστιβάλ Spirala
και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού. Δημοσιεύει δουλειά του σε πολλά περιοδικά της Σλοβενίας και έχει εκδώσει 3 βιβλία .




Οι «Φίλοι στο Φίλιον» 
σας προσκαλούν την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου, στις 20:30

σε μια μουσικοποιητική βραδιά  με 
8 ποιητές 
και έναν φλαουτίστα

Συμμετέχουν οι ποιητές: 
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Άννα Γρίβα, Ανδρέας Κεντζός, Δήμητρα Κωτούλα, Αλέξιος Μάινας, Δημήτρης Πέτρου, Σταμάτης Πολενάκης, Νίκος Φιλντίσης.

Την βραδιά πλαισιώνει μουσικά ο Νίκος (Νικόλας) Χαλκιάς 
Προλογίζει ο Θέμης Ροδαμίτης

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020
Ώρα έναρξης 20:30
Καφέ ΦίλιονΣκουφά 34
-Είσοδος ελεύθερη-

Η έννοια της δημιουργίας στο Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα





[...]
Το σώμα μου σιδηροπαγές και άκαμπτο
προτιμά το θέατρο απ’ τη διχασμένη ζωή του.
(Δέκα μαδέρια, μια κουρτίνα, λίγο δόλο)
Ποιος μπορεί να πει εγώ και να εννοεί εμένα;

Υπαισθησία της διπλανής θέσης
στην οποία κατακάθομαι.
Ένα σακί σε σιτοβολώνα
Ένα σκουριασμένο άλογο.
Ένα βιβλίο στο ράφι με τα αστυνομικά.
(σ. 55)

Το Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014, σ. 79) είναι μια ποιητική αφήγηση από το εικοσιτετράωρο πρόγραμμα (από αυγή σε αυγή) του υποκειμένου που γράφει. Μία ημέρα στη συνείδηση του ποιητικού εγώ, το οποίο καταγράφει την πάλη του ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία από τη μία μεριά, και στην τριβή με τις καθημερινές ασχολίες και συναναστροφές από την άλλη.
Το πλαίσιο είναι μοντερνιστικό. Έχουμε ποίηση με εσωτερικό μονόλογο, σύμφωνη με τη ροή της συνείδηση. Το ποιητικό εγώ έχει οξυδέρκεια, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, αλλά καθετί είναι φευγαλέο στη σκέψη του, επομένως αδυνατεί να συνδεθεί με ένα βαθύτερο συναίσθημα ή να δώσει μια εξέχουσα οπτική εικόνα. Η ματιά είναι αποσπασματική, κυνική και εγωκεντρική -παθογένειες της υποκειμενικότητας.
Όσο προχωρά η αφήγηση το σκηνικό αλλάζει: Στο σπίτι, επισκέψεις σε φίλους, Αθήνα κέντρο, στο θέατρο, Πέραμα, π.χ. «Με μια πιρόγα από φελλό πλησιάζω την κουζίνα./Κουπί που σπρώχνει τα νερόφιδα/στα κόκκινα κηρύγματα του ιβίσκου» (σ.18) ή «Ξαφνικά το Πέραμα και ο Πειραιάς/με πλησίασαν μέσα στην ήρεμη βουή τους/που προδίδει νυχτερινή ζωή με ζαρωμένα τραπεζομάντιλα/κι άγραφες ιστορίες λίγων τετραγωνικών» (σ. 66). Ο αναγνώστης ακολουθεί την flânerie του ποιητή.
Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο με λίγες ομοιοκαταληξίες συνήθως εσωτερικές. Περιλαμβάνουν ακόμη μακρές φράσεις-περιόδους σαν κανονική ομιλία. Κάποιες παρομοιώσεις είναι εξεζητημένες π.χ. «έξω ένα πρωινό σαν πεταμένη φλοκάτη» (σ. 16), αλλά ο ποιητής έχει συνείδηση της ευκολίας και υπονομεύει την εργασία του: «Τίποτα πρωτόλειο, τίποτα λευκό./Ό,τι και να πεις είναι τσιτάτο.» (σ. 20).
Συχνά ολόκληρες στροφές μοιάζουν με απόφθεγμα («Δεν υπάρχει τέχνη/υπάρχουν μόνο καλλιτέχνες./Τους αναγνωρίζεις απ’ τον τρόπο/που περιφρονούν/τις πλαστικές καρέκλες μπαλκονιού.», σ. 23). Αποτυπώνουν ένα συμπέρασμα ή είναι απλά μια κατακλείδα. Ίσως, όμως, αυτή η επιλογή να μην αφήνει την απαραίτητη ελευθερία που χρειάζεται το ποίημα για να αναπτυχθεί και να αναδυθεί μια καινούρια γλώσσα. Ίσως το υλικό χρειάζεται λιγότερες συμπερασματικές διατυπώσεις, λιγότερες τοποθετήσεις του ομιλούντος/σκεπτόμενου προσώπου, δηλαδή λιγότερο έλεγχο.
Στο βιβλίο χτυπάει ένας βορειοευρωπαϊκός παλμός. Σκέφτομαι έναν Μπέρνχαρντ στη Ρωσία: «Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μια εντυπωσιακή είσοδο αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα» (σ.11). Υπάρχει μια υπόγεια ροή που επιβάλλει η συνείδηση και είναι πάντα γοητευτική γιατί σε αφήνει να κοιτάς στον πολύ προσωπικό χώρο του αφηγητή-πρωταγωνιστή, στο μυαλό του.
Η κεντρική ιδέα του βιβλίου δομείται πάνω σε ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό υπόστρωμα που αφορά την έννοια της δημιουργίας, π.χ.:

«Πιθανότητα Α΄ (ψυχολογική):
Ένας εσωτερικός οίστρος που φτιάχνει τις αιτίες του
για να δικαιολογηθεί. (Να βλέπεις σημαίνει να προβάλλεις.)
Πιθανότητα Β΄ (γνωσιολογική):
Η ομορφιά ως εργαλείο πρόσληψης, ως δεκανίκι του υποκειμένου
κατά την έξοδό του στον κόσμο. (Ένα γλυκάκι, ένα διεγερτικό.)
Πιθανότητα Γ΄ (ποιητές όλων των χωρών ενωθείτε):
Το όμορφο σε καλή τιμή ως παρηγοριά
-το κεφάλαιο των φτωχών.
[...], (σ. 17)

Ο ποιητής ανατρέχει σε θεωρίες της λογοτεχνίας, αναζητώντας το δικό του εγχειρίδιο γραφής. Χωρίς να αναφέρονται ρητά, σχολιάζονται κριτικά στο βιβλίο συμβάσεις, όπως η επίκληση στη μούσα, πεποιθήσεις, όπως η ιδέα ότι υπάρχουν “όμορφα” ή “υψηλά” θέματα, θεωρίες, όπως είναι η ποίηση ως μίμηση (Αριστοτέλης), η ποίηση ως καθρέφτης της κοινωνίας (ρεαλισμός), ως προσωπικό ταλέντο (ρομαντισμός), η ποίηση ως σύμβολο ή μυθική μέθοδος (μοντερνισμός), η ποίηση-γραφή ως κόσμος της συνείδησης (φαινομενολογία). Δεν απαιτείται εξειδικευμένη γνώση και ο αναγνώστης μπορεί ακόμη να δει από Σαίξπηρ και γερμανικό ιδεαλισμό μέχρι γραφές του 20ου αιώνα.
Όμως, θέτουμε το εξής ερώτημα: Αυτό που διαβάζουμε είναι κοντά στον σύγχρονο τρόπο ζωής; Είναι η σκέψη ενός μετανεωτερικού ανθρώπου του 21ου αιώνα; Μας αφορά; Και εάν ναι με ποιον τρόπο; Εάν όχι, γιατί όχι πια; Εφόσον το θέμα του βιβλίου είναι η ποιητική δημιουργία οφείλουμε να σκεφτούμε με ποιους όρους (πολιτικούς-κοινωνικούς) αυτή συμβαίνει, διότι στο Ξυράφι το ποιητικό υποκείμενο έχει απορροφηθεί από τη θεωρητική του κατάρτιση και την εσωστρέφεια. Κάνει μία κριτική επισκόπηση των ιδεών αλλά η γραφή του δεν ανατρέπει ούτε κοιτά λοξά την παράδοση.
Το βιβλίο αφορά την αισθητική της δημιουργίας και πώς η αισθητική παράγει γνώση. Τι αναπαριστά ένα ποίημα; Ας σκεφτούμε τον στίχο με τις πλαστικές καρέκλες που παραθέσαμε προηγουμένως. Πώς αλληλεπιδρά η συνείδηση και η εμπειρία; Το μότο του βιβλίου είναι από τον Νοβάλις: «Αναζητούμε παντού το απόλυτο/και δεν βρίσκουμε παρά μονάχα πράγματα». Είναι μια πάλη μεταξύ νοησιαρχίας και εμπειρισμού. Ο ποιητής διερευνά εάν η ιδέα των πραγμάτων είναι ταυτόσημη με τα πράγματα. Έχουμε μία -την ίδια- λέξη και για τα δύο; Μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή τη αυθαίρετη σύμβαση και ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης σε αυτό το φιλοσοφικό πρόβλημα;
Ο Μάινας βρίσκει την αρχή της οικονομίας (η θεωρία του ξυραφιού του Γουλιέλμου του Όκαμ, 1287-1347), δηλαδή να επικεντρώνουμε την προσοχή μας στα υπαρκτά και απολύτως απαραίτητα. Επικαλείται την ολιγάρκεια και την εξάσκηση του βλέμματος όχι στα ιδεατά πράγματα αλλά στη γειωμένη εμπειρία. Κοιτάζουμε στο εξώφυλλο το φορτηγό πλοίο, δεμένο στην προβλήτα, αλλά σε πρώτο πλάνο είναι τα στάσιμα νερά και οι αντανακλάσεις τους. Αντανακλούν μορφές και λίγο ουρανό. Αυτό είναι όλο, μια κατακερματισμένη αντανάκλαση όσων συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και τη νόηση ακόμη και μέσα σε λιμνάζοντα νερά.






Το Κουτσό


Στέκομαι ακριβώς μέσα στο τετράγωνο, σκούρο πλακάκι πεζοδρομίου, μετράω άλλα δώδεκα ακόμα στη σειρά ακριβώς μπροστά μου, όλα μαζί οδηγούν στη βιτρίνα μαγαζιού με κινητά. Το δεξί μου πόδι ακουμπάει την πλαστική, σφιχτοδεμένη σακούλα με τα ψώνια μου, και θυμάμαι το χωριό, όταν ακουμπούσαμε με τις μύτες των παπουτσιών μας το βοτσαλάκι που χρησιμοποιούσαμε για αμάδα, στην προσπάθειά μας να το φτάσουμε στο τελευταίο πλακάκι που είχαμε ζωγραφίσει στην αυλή της Μίνας με κιμωλία, χωρίς να ξεφύγει έξω απ’ τα πλαίσια. Είχαμε βάλει και κανόνες, όποιος νικήσει, θα δώσει δυο φιλιά στο στόμα στον άλλον κι αυτός έπρεπε να παραμείνει ανέκφραστος, αγαλματάκι ακίνητο, αμίλητο, αγέλαστο, αλλιώς, αν ανταποκρινόταν, έχανε τη σειρά του. Είτε νικούσα είτε κέρδιζα, ήμουν τρισευτυχισμένος. Ούτως ή άλλως, ανταποκρινόμουν από μέσα μου, έβραζα.
            Αριστερά μου ένας πάγκος που διαφημίζει αρώματα. Πού πάνε οι καστανάδες; Ακόμα μυρίζω ψημένα κάστανα όποτε περνάω από τέτοιες γωνιές της Αθήνας, κι ας είναι πια άφαντοι. Η κολώνα από μπετόν στα δεξιά μου μυρίζει κάτουρο και φτηνή μπογιά. Παραπονιάρικα, αγανακτισμένα λόγια γραμμένα με σπρέι και μια κόκκινη καρδιά με φατσούλα ζωγραφισμένη. Εμείς τις χαράζαμε τότε στους κορμούς των ευτκαλύπτων στο δασάκι δίπλα στη θάλασσα. Με σουγιαδάκι, κλειδί, στυλό, ό,τι είχαμε στις τσέπες μας. Καρδούλες και τ’ ονόματά μας: Νίκος – Μίνα. Ευωδίαζε ο ευκάλυπτος όσο εμείς τον χαράζαμε, βαριανάσαινε όσο τον πληγώναμε.
            Εδώ βρωμάει καυσαέριο, μούχλα, μοναξιά. Έμαθα ότι το δασάκι αυτό μετετράπη σε οικοδομικό τετράγωνο. Να πόνεσαν πολύ άραγε τα σημαδεμένα δέντρα μας όταν τα πετσόκοβαν;
            Λυγίζω το αριστερό μου πόδι προς τα πίσω και σπρώχνω με τη μύτη του δεξιού μου παπουτσιού τη σακούλα ένα τετράγωνο μπροστά, προς τη βιτρίνα του μοντέρνου μαγαζιού με τα κινητά, μέσα στα πλαίσια απ’ το πλακάκι πάντα, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα. Έτσι δεν βλέπω πια την κατακόκκινη καρδιά, όσο κι αν αυτή ακόμα μου νεύει πίσω απ’ την πλάτη μου.






 *



Έκαστος εφ’ ω Ετάχθη


Τα βλέπω απ’ το παράθυρο στην κερασιά απάνω, πετάνε από κλαδί σε κλαδί, ανταγωνίζονται ποιο θα φτάσει ψηλότερα, ποιο θα φάει τους περισσότερους καρπούς. Τσιμπιούνται, αρπάζονται για το ίδιο κεράσι και μετά το παρατάνε και πάνε σ’ άλλο. Κι ας είναι μισοφαγωμένο. Δεν τους νοιάζει. Το τσιμπάνε κι αυτό. Δε χορταίνουν ποτέ.
            Όταν βρέχει κουρνιάζουν κάτω απ’ το παράθυρό μου. Η βροχή πέφτει στο τζάμι λες και με φτύνουν, επειδή εγώ δεν κρυώνω, δεν βρέχομαι, δεν πεινάω. Αλλά δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να μάθουν.
Μια φορά μου ‘ πε ένα: «Δε θες να βγεις έξω γατούλα, να σκαρφαλώσεις κι εσύ εκεί ψηλά;»
            «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη», είπα.
Κι ένα άλλο: «Όταν το πατζούρι σου κλείνει, τι βλέπεις;»
             «Κάθε φορά που πέφτει το πατζούρι, κι εσείς πετάτε ολόγυρα με μουσκεμένα φτερά, εγώ βλέπω πράγματα στο διάφανο σκοτάδι, ακούω τα όνειρα της κυράς και του κυρίου μου, που κροταλίζουν σαν το χαλάζι στο πατζούρι, ενώ σερνόμαστε όλοι στο σκοτάδι μ’ αλυσίδες φτιαγμένες με κουκούτσια και μαδημένα φτερά, και πρέπει να γλύψω με τη γλώσσα μου τις χαρακιές στο πάτωμα και να σκουπίσω με τις πατουσίτσες μου τα δάκρυά τους και τη βροχή που μπαίνει απ’ τις χαραμάδες. Έκαστος εφ’ ω ετάχθη».


"Στην κατοχή" 

Νίκη Μπλούτη

Στη κατοχή μανούλα μου λέγαμε το ψωμί ψωμάκι. Εφτά χρονώ παιδάκι ήμουνα, όσο είσαι εσύ τώρα. Θέριζε η πείνα κι η φτώχεια. Μερικοί στεκόντουσαν πιο καλά. Είχαν τα κουμάντα τους. Η θεία μου η Λάμπραινα είχε γιομάτα τ’ αμπάρια με στάρι και με λάδι στα κούπια. Είχανε και κότες και γίδες. Άρμεγε θυμάμαι απ’ τη γίδα κάθε πρωί μια καραβάνα γάλα για να φάνε τα παιδιά της με μπόλικο ψωμί μέσα. Αυτά καθόντουσαν στην αυλή στη σειρά και τρώγανε. Ζήλευα πολύ. Τα τέραγα από μακριά και μου τρέχανε τα σάλια. Ο Βαγγέλης, που ήμασταν ίσα στα χρόνια, με λυπόταν και μου κράταγε μια στάλα γάλα στο τέλος, κι άμα έμπαινε ο πατέρας του μέσα, μου ’γνεφε από μακριά να πάω. Κι εγώ έτρεχα με λαχτάρα αλλά φοβόμουνα κιόλας να μη μας πάρει χαμπάρι ο μπαρμπα-Λάμπρος.
Θυμάμαι ρώταγα συνέχεια τη μάνα μου... ‘’Γιατί μαρή εμείς δεν έχουμε αμπάρι και κούπια; Γιατί δεν έχουμε ούτε μια γίδα για το γάλα μας;’’ Κι αυτή η φουκαριάρα έλεγε... ‘’τι να κάνουμε μάνα μ’ δε μας έκανε όλους ίσα ο Θεός.’’ Μου κακοφαινότανε πολύ που εμείς δεν είχαμε τίποτα και άλλοι τα είχαν όλα. Ήμουνα όμως μικρός για να καταλάβω γιατί ο Θεός δεν μας έκανε όλους ίσους, όπως έλεγε η μάνα μου.
Η θειά Λάμπραινα μας πόναγε πάντως κι όλο μας φίλευε κρυφά απ’ τον άντρα της. Μας είχε ανίψια. Ήταν αδερφή του πατέρα μας. Εμείς δεν είχαμε ούτε γάλα, ούτε ψωμί, ούτε αβγά. Πικραλίδες μάζευε η μάνα μου και τις έβραζε να φάμε εφτά στόματα, μαζί με λίγο μπομπότα. Χορταίνεις με τα λάχανα; Τώρα τα τρώνε για σαλάτα. Με τη μπομπότα δε λέω, στεκόταν λιγάκι η καρδούλα μας.
Ξέρεις τι ’ναι η μπομπότα; Το ψωμί των φτωχών το λέγανε τότε. Αυτό το ψωμί το φτιάχνανε από καλαμπόκι. Δένανε πίσω στ’ άλογο το αλέτρι κι όργωναν την άνοιξη για να σπείρουνε καλαμπόκι. Το καλοκαίρι το ποτίζανε με νερό απ’ το ποτάμι. Μετά το χινόπωρο το θερίζανε και το πηγαίνανε με τ’ άλογα στο μύλο για να κάνουνε τη μπομπότα. Απ’ το μύλο φορτώνανε τα σακιά στ’ άλογα και τα πήγαινε ο καθένας στη φαμελιά του. Η νοικοκυρά έπαιρνε τη μπομπότα, τη κοσκίναγε μέσα σε μια ξύλινη σκάφη, κι εκεί χώριζε το αλεύρι που έπεφτε στη σκάφη απ’ το χοντρό που το μαζεύανε και το δίνανε στα ζωντανά τους. Στη σκάφη με το αλεύρι ρίχνανε λίγο ζεστό νερό, το ανακατεύανε με μια κουτάλα, το ζυμώνανε και το βάζανε σε ταψιά. Είχανε έτοιμο το φούρνο με τα ξύλα, το βάζανε μέσα και το ψήνανε. Πώς αλλιώς να χορτάσουνε τόσοι νοματαίοι;
Κάνανε και πολλά παιδιά ο κόσμος τότε. Δε λογαριάζανε τη φτώχεια. Εμείς ήμασταν τρία αγόρια και δυο κορίτσια. Ο Βαγγέλης είχε κι αυτός τρεις αδερφές. Άμα έλειπε ο μπαρμπα-Λάμπρος μας φώναζε η θειά μου και μας έφτιαχνε από μια φέτα ψωμί με λάδι και ρίγανη για να ρουπώσουμε. Καμιά φορά μας έβαζε και ψωμί βρεγμένο με ζάχαρη. Κάναμε σα λιμασμένα απ’ τη πείνα.
Από τότε, σ’ όλη μου τη ζωή φρόντιζα για το λάδι και το ψωμί μας πρώτα και μετά για όλα τ’ άλλα. Ξέρεις πόσα λιόδεντρα φυτέψανε τούτα τα χεράκια; Για να μη μας λείψει το λάδι απ’ τη λαδίκα. Είχα κι ένα όμορφο αμπελάκι λίγο έξω απ’ το χωριό και το πρόσεχα σαν τα μάτια μου. Μας έκανε κρασί για όλη τη χρονιά. Γιομίζανε πάντα τα βαρέλια κι οι λαδίκες... Τώρα ρημάξανε όλα. Θέλουνε κι αυτά φροντίδα και χρόνο. Σήμερα δεν περισσεύει φαίνεται χρόνος για τέτοια πράγματα... Στον ύπνο μου κάθε βράδυ βλέπω πως σεργιανάω πότε στ’ αμπελάκι μου, πότε στς ελιές, πότε στα χωράφια με τα στάρια και τα βαμπάκια. Εψές είδα πως ήμουνα στ’ αμπέλι μου και το ξεφύλλιζα, κι είχα λέει ο δόλιος μια χαρά!


ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Γυρνάω σπίτι ρημαγμένη.
Θέλει αφοσίωση αυτό που κάνω
να φροντίζω την πληγή να μην την κλείσεις.
Βλέπεις;
Θέλω να ξανάρθεις να προσποιηθούμε τους ερωτευμένους
και ας μην είναι κανείς μας.
Επιλέγω φως μοναχικό.
Θα ρθεις;
Μην ξεχνάς ότι δεν γοητεύεσαι απ’ όλα αυτά.
Γυρνάω πλευρό μια προς το δικό σου ανεξάντλητο
μία προς το δικό μου τίποτα.
Ξέχασα την ανάγκη μου
με πείθω ολημερίς
ότι είμαι κάτι άλλο από μια απλή ύπαρξη.
Δεν είναι αυτή
η συνηθισμένη μου παραίσθηση
παίρνω τις πιο σκληρές μου αποφάσεις της μοναξιάς.

Θα μείνεις;
Θα φύγεις;
Στον κόσμο που έχω φτιάξει
είναι αδύνατο να πληγωθείς.


ΜΑΤΑΙΩΣΗ

Όπως και να ξέρεις ν’ αγαπάς
η απόλυτη ηδονή είναι
το να μετατρέπεις τον χειμώνα
σε κάτι ακίνδυνο.
Και εγώ πεθαίνω ορχηστικά
εκείνη την εποχή.



Ο Ντένις Τζόνσον (1949-2017) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, γεννημένος στο Μόναχο της Γερμανίας. Για το έργο του έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία, όπως: Lannan Fellowship in Fiction (1993), Whiting Writer's Award (1986), Aga Khan Prize for Fiction, National Book Award for Fiction (2007). Στα Ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του «Δέντρο από Καπνό» (Πατάκης, 2011), «Φισκαντόρο», «Τ’ αστέρια του απομεσήμερου» και «Άγγελοι» (και τα τρία από εκδ. Ζαχαρόπουλος).
Το Jesus’s Son (1992) είναι η πρώτη και μοναδική συλλογή διηγημάτων του και αποτελεί μέχρι σήμερα το πιο γνωστό του έργο.


Ατύχημα σε ταξίδι με οτοστόπ

Ένας πωλητής που μοιραζόταν το ποτό του και οδηγούσε κοιμισμένος. Ένας Τσερόκι τύφλα από το μπέρμπον. Ένα Φολκσβάγκεν όχι μεγαλύτερο από φυσαλίδα καπνών χασίς, με οδηγό έναν φοιτητή.

Και μια οικογένεια από τη Μάρσαλταουν, που τράκαρε μετωπικά και σκότωσε για πάντα έναν άντρα που οδηγούσε δυτικά μακριά από το Μπέθανι του Μιζούρι.
Σηκώθηκα μούσκεμα από τον ύπνο μου κάτω από την καταρρακτώδη βροχή, έχοντας ίσα ίσα τις αισθήσεις μου, χάρη στους τρεις ανθρώπους που έχω ήδη αναφέρει –τον πωλητή και τον Ινδιάνο και τον φοιτητή– που μου είχαν δώσει όλοι τους ναρκωτικά. Περίμενα στην κορυφή της ράμπας εισόδου χωρίς να ελπίζω κάποιος να με πάρει. Τι νόημα είχε και να μαζέψω τον υπνόσακό μου όταν ήμουν τόσο μούσκεμα που σιγά μην με άφηνε κανένας να μπω στο αυτοκίνητό του; Τον τύλιξα γύρω μου σαν κάπα. Η νεροποντή έγδερνε την άσφαλτο και γουργούριζε στα αυλάκια. Οι σκέψεις μου εστίαζαν αξιολύπητα. Ο πλανόδιος πωλητής με είχε ταΐσει χάπια που με έκαναν να νιώθω ότι είχαν πεταχτεί οι φλέβες μου έξω. Το σαγόνι μου πονούσε. Ήξερα κάθε σταγόνα βροχής με το όνομά της. Αισθανόμουν τα πάντα πριν συμβούν. Ήξερα ότι ένα συγκεκριμένο Oλντσμομπίλ θα σταματούσε για μένα πριν καν ξεκινήσει να κόβει ταχύτητα, και από τις γλυκές φωνές της οικογένειας μέσα ήξερα ότι θα μας συνέβαινε ένα ατύχημα στην καταιγίδα.

Δεν με ένοιαζε. Είπαν ότι θα με έπαιρναν για όλον το δρόμο. Ο άντρας και η γυναίκα του πήραν το κοριτσάκι μπροστά μαζί τους και άφησαν το μωρό πίσω μαζί με μένα και τον μουσκεμένο υπνόσακό μου. «Δεν θα πάμε πολύ γρήγορα» είπε ο άντρας. «Έχω τη γυναίκα και τα μωρά μου εδώ, γι’ αυτό».

Εσείς είστε, σκέφτηκα. Στοίβαξα τον υπνόσακο στην αριστερή πόρτα και κοιμήθηκα πάνω του, χωρίς να με νοιάζει αν ήμουν ζωντανός ή πεθαμένος. Το μωρό κοιμόταν άνετα στο διπλανό μου κάθισμα. Ήταν περίπου εννιά μηνών.

Αλλά πριν από όλα αυτά, εκείνο το απόγευμα, ο πωλητής κι εγώ είχαμε κατέβει φουριόζοι στο Κάνσας Σίτυ με το πολυτελές του αυτοκίνητο. Είχαμε αναπτύξει μια επικίνδυνη κυνική συντροφικότητα από το Τέξας, όπου με είχε πάρει. Αδειάζαμε το μπουκάλι του με τις αμφεταμίνες, και κάθε τόσο σταματούσαμε κάπου στον αυτοκινητόδρομο και αγοράζαμε κάνα μισόλιτρο ακόμα Κανάντιαν Κλαμπ και μια σακούλα πάγο. Το αυτοκίνητό του είχε κυλινδρικές βάσεις ποτηριού σε κάθε πόρτα και λευκό δερματώδες εσωτερικό. Είπε πως θα με πήγαινε σπίτι του να μείνω το βράδυ με την οικογένειά του, αλλά πρώτα ήθελε να σταματήσει να δει μια γνωστή του.

Κάτω από τα σαν μεγάλους γκρίζους εγκεφάλους Μεσοδυτικά σύννεφα αφήσαμε πίσω μας την υπερλεωφόρο σαν περιπλανώμενοι και μπήκαμε στο Κάνσας τις ώρες αιχμής λες και πέσαμε σε ξέρα. Μόλις κόψαμε ταχύτητα, όλη η μαγεία του να ταξιδεύεις με παρέα εξατμίστηκε. Μιλούσε συνέχεια για τη φίλη του. «Μου αρέσει αυτό το κορίτσι. Νομίζω ότι το αγαπάω αυτό το κορίτσι –αλλά έχω δυο παιδιά και μια γυναίκα, και συγκεκριμένες σχετικές υποχρεώσεις. Και πάνω απ’ όλα, την αγαπάω τη γυναίκα μου. Έχω το χάρισμα της αγάπης. Αγαπάω τα παιδιά μου. Αγαπάω όλους τους συγγενείς μου». Όσο συνέχιζε, αισθανόμουν απόρριψη και θλίψη: «Έχω ένα σκάφος, ένα μικρό οχτάμετρο. Έχω δύο αυτοκίνητα. Στο πίσω μέρος της αυλής έχει χώρο για πισίνα». Βρήκε τη φίλη του στη δουλειά. Είχε ένα κατάστημα επίπλων, κι εκεί τον έχασα.

Τα σύννεφα έμειναν ίδια μέχρι τη νύχτα. Τότε, στο σκοτάδι, δεν είδα την καταιγίδα που ερχόταν. Ο οδηγός του Φολκσβάγκεν, ένα κολλεγιόπαιδο, αυτός που φούντωσε το κεφάλι μου με όλο το χασίς, με άφησε μακριά από τα όρια της πόλης με το που άρχισε να βρέχει. Άσε το σπιντ που είχα πάρει, δεν είχα δύναμη ούτε για να σταθώ στα πόδια μου. Ξάπλωσα στο γρασίδι πέρα από τη ράμπα εξόδου και ξύπνησα στη μέση μιας λιμνούλας που είχε στο μεταξύ γεμίσει γύρω μου.

Και αργότερα, όπως είπα, κοιμόμουν στο πίσω κάθισμα όσο το Oλντσμομπίλ –η οικογένεια από τη Μάρσαλταουν– άνοιγε τον δρόμο του μέσα από τα νερά της βροχής. Κι όμως ονειρευόμουν πως έβλεπα κατευθείαν μέσα από τις βλεφαρίδες μου κι ο παλμός μου σημείωνε τα δευτερόλεπτα του χρόνου. O αυτοκινητόδρομος που περνούσε από το δυτικό Μιζούρι δεν ήταν, εκείνη την εποχή, τίποτα παραπάνω από έναν δρόμο με δυο λωρίδες, στο μεγαλύτερο κομμάτι του. Όταν ένα φορτηγό ήρθε προς το μέρος μας και προσπέρασε προς την άλλη κατεύθυνση, χαθήκαμε σε μια εκτυφλωτική βροχή κι έναν πόλεμο θορύβων όπως όταν σέρνεσαι μέσα από ένα αυτόματο πλυντήριο αυτοκινήτων. Οι υαλοκαθαριστήρες ανεβοκατέβαιναν πάνω στο παρμπρίζ χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Είχα εξαντληθεί, και μία ώρα μετά κοιμόμουν ακόμα πιο βαθιά.

Ήξερα από την αρχή ακριβώς τι θα συνέβαινε. Αλλά ο άντρας και η γυναίκα του με ξύπνησαν αργότερα, αρνούμενοι πεισματικά.

«Ω – όχι!»
«ΌΧΙ!»

Πετάχτηκα στο πίσω μέρος των καθισμάτων τους τόσο δυνατά που έσπασαν. Άρχισα να χτυπιέμαι μπρος πίσω. Ένα υγρό που αμέσως ήξερα ότι ήταν ανθρώπινο αίμα αιωρούνταν στο αυτοκίνητο και έσταξε πάνω στο κεφάλι μου. Όταν τέλειωσε ήμουν στο πίσω κάθισμα και πάλι, όπως πριν. Σηκώθηκα και κοίταξα τριγύρω. Οι προβολείς μας είχαν σβήσει. Το ψυγείο σφύριζε σταθερά. Πέρα από αυτό, δεν άκουγα το παραμικρό. Απ’ ό,τι έβλεπα, ήμουν ο μόνος που είχε τις αισθήσεις του. Καθώς προσαρμόζονταν τα μάτια μου, είδα το μωρό να είναι ανάσκελα δίπλα μου, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και ακουμπούσε τα μάγουλα με τα χεράκια του.

Μετά από ένα λεπτό ο οδηγός, που είχε σωριαστεί στο τιμόνι, σηκώθηκε όρθιος και μας κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν λιωμένο και μαύρο από το αίμα. Τον κοιτούσα και μου πονούσαν τα δόντια. Αλλά όταν μίλησε, ακούστηκε σαν να μην του είχε σπάσει ούτε δόντι.

«Τι έγινε;»
«Τρακάραμε» είπε.
«Το μωρό είναι καλά» είπα, παρόλο που δεν είχα ιδέα πώς ήταν το μωρό.
Γύρισε στη γυναίκα του.
«Τζάνις» είπε. «Τζάνις, Τζάνις!»
«Είναι καλά;»
«Πέθανε!» είπε, ταρακουνώντας την οργισμένα.
«Όχι, δεν πέθανε». Τώρα ήμουν κι εγώ έτοιμος να αρνηθώ τα πάντα.
Το κοριτσάκι ήταν ζωντανό, αλλά αναίσθητο. Κλαψούριζε στον ύπνο της. Αλλά ο άντρας συνέχιζε να ταρακουνάει τη γυναίκα του.
«Τζάνις!» ούρλιαξε.
Η γυναίκα του βόγκηξε.
«Δεν πέθανε» είπα, σκαρφαλώνοντας έξω από το αυτοκίνητο και τρέχοντας μακριά.
«Δεν ξυπνάει» τον άκουσα να λέει.

Στεκόμουν μέσα στη νύχτα, με το μωρό, για κάποιον λόγο, στα χέρια μου. Πρέπει να έβρεχε ακόμα, αλλά δεν θυμάμαι τίποτα για τον καιρό. Είχαμε συγκρουστεί με ένα άλλο αυτοκίνητο πάνω σε κάτι που τώρα μπορούσα να αντιληφθώ πως ήταν μια γέφυρα με δύο λωρίδες. Το νερό από κάτω μας δεν φαινόταν στο σκοτάδι.
Πηγαίνοντας προς το άλλο αυτοκίνητο, άρχισα να ακούω τραχιά, μεταλλικά ροχαλητά. Κάποιος είχε εκτοξευθεί μέχρι τη μέση έξω από την πόρτα του συνοδηγού, που ήταν ανοιχτή, σε στάση σαν να κρεμόταν με σκοινί από τους αστραγάλους. To αυτοκίνητο είχε κοπανηθεί στο πλάι, τόσο επίπεδο πια που δεν είχε μείνει χώρος μέσα του ούτε για τα πόδια του ανθρώπου, πόσο μάλλον για οδηγό ή οποιονδήποτε άλλον επιβάτη. Εγώ απλώς πέρασα από δίπλα.

Από μακριά φάνηκαν προβολείς. Κατευθύνθηκα προς την αρχή της γέφυρας κουνώντας το ένα χέρι μου για να σταματήσουν και με το άλλο κρατώντας σφιχτά στον ώμο το μωρό.

Ήταν ένα μεγάλο φορτηγό, τα γρανάζια του έτριζαν καθώς επιβράδυνε. Ο οδηγός κατέβασε το παράθυρο και του φώναξα «Έγινε ατύχημα. Πήγαινε να βοηθήσεις».
«Δεν μπορώ να στρίψω εδώ» είπε.

Έβαλε εμένα και το μωρό στη θέση του συνοδηγού, και καθίσαμε εκεί στην καμπίνα, κοιτώντας τα συντρίμμια στο φως των προβολέων.

«Σκοτώθηκαν όλοι;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω ποιος ναι και ποιος όχι» παραδέχτηκα.
Γέμισε να πιει μια κούπα καφέ από ένα θερμός και άφησε αναμμένα μόνο τα φώτα παρκαρίσματος.
«Τι ώρα είναι;»
«Α, είναι περίπου τρεις και τέταρτο» απάντησε.

Από τον τρόπο του φαινόταν να έχει αποδεχτεί την ιδέα να μην κάνει τίποτα για όλο αυτό. Είχα ανακουφιστεί και έκλαιγα. Είχα πιστέψει πως κάτι απαιτούσαν από μένα, αλλά δεν ήθελα να μάθω τι.

Όταν ένα άλλο αυτοκίνητο φάνηκε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, σκέφτηκα πως έπρεπε να τους μιλήσω. «Μπορείς να κρατήσεις το μωρό;» ρώτησα τον φορτηγατζή.

«Καλύτερα να το κρατήσεις εσύ» είπε. «Αγόρι δεν είναι;»
« E, έτσι νομίζω» είπα.

Ο άντρας που κρεμόταν από το κατεστραμμένο αυτοκίνητο ήταν ακόμα ζωντανός όταν πέρασα, και σταμάτησα, εξοικειωμένος λίγο περισσότερο τώρα με το πόσο πραγματικά άσχημα σμπαραλιασμένος ήταν, και σιγουρεύτηκα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ροχάλιζε δυνατά και χοντροκομμένα. Το αίμα του έβγαινε σε μπουρμπουλήθρες από το στόμα σε κάθε του ανάσα. Δεν του έμεναν πολλές ακόμα. Εγώ το ήξερα, εκείνος όμως όχι, κι έτσι έριξα χαμηλά τα μάτια μου στο μεγάλο κρίμα μιας ανθρώπινης ζωής σε αυτή τη γη. Δεν λέω ότι όλοι πεθαίνουμε στο τέλος, δεν είναι αυτό το μεγάλο κρίμα. Εννοώ ότι δεν μπορούσε να μου πει τι ονειρευόταν, κι εγώ δεν μπορούσα να του πω τι ήταν πραγματικότητα.

Πριν περάσει πολλή ώρα υπήρχαν μεγάλες ουρές αυτοκινήτων και στις δύο άκρες της γέφυρας, και φώτα προβολέων που έδιναν μια ατμόσφαιρα νυχτερινού παιχνιδιού στα καπνισμένα συντρίμμια, και ασθενοφόρα και αστυνομικά που στριμώχνονταν για να περάσουν έτσι που ο αέρας παλλόταν μες στο χρώμα. Δεν μιλούσα σε κανέναν. Το μυστικό μου ήταν πως σε εκείνο το λίγο είχα γίνει από πρωταγωνιστής αυτής της τραγωδίας ένας απρόσωπος παρατηρητής ενός αποτρόπαιου ατυχήματος. Κάποια στιγμή ένας αστυνομικός έμαθε πως ήμουν από τους επιβάτες, και μου πήρε κατάθεση. Δεν θυμάμαι τίποτα από αυτό, εκτός από το ότι μου είπε «Σβήσε το τσιγάρο σου». Σταματήσαμε για λίγο τη συνομιλία μας για να δούμε τον ετοιμοθάνατο να φορτώνεται στο ασθενοφόρο. Ήταν ακόμα ζωντανός, ακόμα ονειρευόταν αισχρά. Το αίμα του έτρεχε σε κλωστές. Τα γόνατά του τινάζονταν και το κεφάλι του κροτάλιζε.

Δεν είχα κάνει τίποτα, και δεν είχα δει τίποτα, αλλά ο αστυνομικός έπρεπε να με ανακρίνει και να με πάει έτσι κι αλλιώς στο νοσοκομείο. Από τον ασύρματό του τον ενημέρωσαν ότι ο άντρας πέθανε, αμέσως μόλις περάσαμε κάτω από το σκέπαστρο της εισόδου των εκτάκτων.

Στεκόμουν στον διάδρομο με τον βρεγμένο υπνόσακό μου στοιβαγμένο στον τοίχο δίπλα μου, μιλώντας σε έναν από το τοπικό γραφείο τελετών.
Ο γιατρός σταμάτησε να μου πει πως θα έπρεπε να κάνω ακτινογραφία.

«Όχι»
«Τώρα πρέπει. Αν εμφανιστεί κάτι αργότερα…»
«Δεν έχω τίποτα».

Από τον διάδρομο ήρθε η γυναίκα. Ήταν λαμπερή, φωτιά. Δεν ήξερε ακόμα ότι ο άντρας της είχε πεθάνει. Εμείς ξέραμε. Αυτό ήταν που της έδινε τόση εξουσία πάνω μας. Ο γιατρός την πήρε σε ένα δωμάτιο με γραφείο στο τέλος του διαδρόμου, και κάτω από την κλειστή πόρτα ακτινοβολούσε μια φέτα λάμψης λες και, μέσω κάποιας εκπληκτικής διαδικασίας, εκεί μέσα αποτεφρώνονταν διαμάντια. Τι πνευμόνια! Τσίριξε όπως φανταζόμουν ότι θα έκανε ένας αετός. Ήταν υπέροχο να είσαι ζωντανός και να το ακούς! Έχω ψάξει από τότε γι’ αυτό το συναίσθημα παντού.

«Δεν έχω τίποτα» – εκπλήσσομαι που έβγαλα αυτές τις λέξεις. Αλλά πάντα είχα την τάση να λέω ψέματα στους γιατρούς, λες και η καλή υγεία σημαίνει να μπορείς να τους ξεγελάς.

Μερικά χρόνια αργότερα, όταν μπήκα στην Αποτοξίνωση του Γενικού Νοσοκομείου του Σιάτλ, συνέχισα το ίδιο βιολί.

«Ακούς ασυνήθιστους ήχους ή φωνές;» ρώτησε ο γιατρός.
«Βοήθεια, Θεέ μου, πονάει» φώναζαν τα κουτιά με το βαμβάκι.
«Όχι ακριβώς» είπα.
«Όχι ακριβώς» είπε. «Τώρα, τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν είμαι έτοιμος να το αναλύσω όλο αυτό» είπα. Ένα κίτρινο πουλί φτερούγιζε κοντά στο πρόσωπό μου, και οι μύες μου συσπώνταν. Τώρα σπαρταρούσα σαν το ψάρι. Όταν έσφιξα τα μάτια μου καυτά δάκρυα πετάχτηκαν από τις κόγχες. Όταν τα άνοιξα, ήμουν ξαπλωμένος στο στομάχι μου.
«Πώς έγινε τόσο άσπρο το δωμάτιο;» ρώτησα.
Μια όμορφη νοσοκόμα άγγιζε το δέρμα μου. «Αυτές είναι βιταμίνες» είπε και βύθισε τη βελόνα.

Έβρεχε. Γιγάντιες φτέρες έγερναν πάνω μας. Το δάσος γλιστρούσε σ’ έναν λόφο. Άκουγα ένα ρυάκι να κυλάει ορμητικά ανάμεσα στα βράχια. Κι εσείς, γελοίοι, εσείς περιμένετε βοήθεια από μένα.



Εξοικειώνοντας (με) το υποκείμενο: σύντομες σκέψεις για το βιβλίο του Γιώργου Κτενά «Εγχειρίδιο του καθημερινού αντάρτη πόλης», εκδ. Ισηγορία 2019.

Τα υποκείμενα, οι άνθρωποι που μας περιτριγυρίζουν, εκείνοι και εκείνες που ζουν μαζί μας, οι φίλοι μας και οι φίλες μας, εμείς οι ίδιοι, εμφανιζόμαστε τόσο διάφανοι και οικείοι μεταξύ μας, τόσο κρυστάλλινοι στο επίπεδο του συγκεκριμένου! Κι όμως τόσο ανοίκειο, οι ίδιοι άνθρωποι, όταν μιλάμε αφηρημένα, ή όταν μιλάμε μέσα από την ανοικειωτική τεχνοκρατία των κοινωνικών επιστημών, ή ακόμα κι όταν εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες μιλάμε για το κοινωνικό γίγνεσθαι, τα κοινωνικά κινήματα, τον τρόπο ζωής ή τους τρόπους που εμφανίζονται οι άνθρωποι σαν αθροίσματα, σύνολα ή μέσοι όροι. Τα επεξηγηματικά νοητικά μας εργαλεία σκοντάφτουν συνεχώς στην κίνηση μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου, ανήμπορα να ολοκληρώσουν τη διαλεκτική κίνηση. Να κοιτάζουμε μόνο αφηρημένα βλέποντας έννοιες όπως (αστική) ηγεμονία, κυριαρχία, βιοπολιτική, κυβερνησιμότητα κ.α. και παράγοντας επιστήμη και φιλοσοφία; Να κοιτάζουμε μόνο συγκεκριμένα βλέποντας τους ανθρώπους μας και προσπαθώντας να εξηγήσουμε μεμονωμένα, βλέποντας άτομα και έννοιες όπως ατομική ηθική, ευθύνη κλπ, αντί-ηγεμονία και εντοπίζοντας χαραμάδες πολιτικής, ή χαραμάδες ανάδυσης του πολιτικού, παρά τον εμπειρισμό του υποκειμένου που φέρει στο εσωτερικό της, αυτή η ματιά.

Ο Γιώργος με το βιβλίο του επιλέγει να κάνει το δεύτερο. Προσπαθεί να συστηματοποιήσει τον οδηγό καθημερινότητας εκείνον που και θα πείθει τον διπλανό και την διπλανή, και θα μπορεί να συγκρούεται με τον κυρίαρχο τρόπο ζωής και τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και θα μπορεί να φτιάχνει εκείνον τον χάρτη πρακτικών που θα γεμίζουν «πραγματικά» τη ζωή. Προσπαθεί να επαναφέρει τον άνθρωπο και την ανθρώπινη φύση στο επίκεντρο, απέναντι στη θεωρία που «υποβαθμίζοντας το σε απλή μονάδα κατανάλωσης, μέρος μιας ανυπόφορης θεωρίας αριθμών το απομακρύνει από την ίδια του τη φύση, που είναι κοινωνική». Επιχειρεί με άλλα λόγια, να καταστήσει την ζωή ξανά οικεία, που σημαίνει να την επαναφέρει στην απλότητα της και άρα στα στοιχεία που την ορίζουν οντολογικά, αν πρώτα έχουμε υποθέσει ότι υπάρχουν αυτά. Και διαυγάζοντας το υποκείμενο, διαυγάζεται και η ουτοπία. Για τον Κτενά «το μέλλον συνδέεται με την ουτοπία, ακριβώς ως αποτέλεσμα του ριζικού φαντασιακού της ίδιας της ατομικής ψυχής που μπορεί να γίνει και, τελικά γίνεται, συλλογική».

Για τον Γκράμσι, «η φιλοσοφία της κυρίαρχης τάξης περνά διαμέσου ενός πλήρους ιστού σύνθετων εκλαϊκεύσεων που εμφανίζεται ως «κοινή λογική»: αυτό είναι η φιλοσοφία των μαζών, που αποδέχονται την ηθική, τα έθιμα, την θεσμοποιημένη συμπεριφορά της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν». Απέναντι στις κλασσικές Γκραμσιανές αριστερές προσεγγίσεις, στις οποίες ο διανοούμενος και ηθικός μεταρρυθμιστής είναι το κόμμα, η νέα ηθική και πολιτική προκύπτει, στο βιβλίο του Γιώργου από «το σήμα που δίνουν τα κοινωνικά κινήματα για την αυτοθέσμιση και την αυτοοργάνωση, χωρίς να επιδιώκουν να εκφράσουν την κοινωνία, αλλά προσπαθώντας να εκφραστούν μέσα από αυτήν,....[ενώ] «η αλλαγή πρέπει να είναι αποφασιστική, αντιηγεμονική και αυτοθεσμισμένη, προκειμένου να δημιουργηθεί το νέο κοινωνικό φαντασιακό που έχουμε ανάγκη. Η ριζική φαντασία δεν μπορεί να είναι ούτε εξωχρονική ούτε εξωκοινωνική, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνικό ιστορικό χωρίς άνθρωπο». Ο Κτενάς πιστός στο πρώιμο ρομαντισμό προσπαθεί για την ενότητα του στοχασμού και της πράξης, γινόμενος η ενότητα του υποκειμένου που στοχάζεται τον κόσμο και που μέσα από την πράξη του προσπαθεί να τον μεταβάλει.. Μας λέει: «ένας σίγουρος τρόπος για να αντιπαρατεθούμε στα ίσια με την κρίση του πολιτισμού, που προηγείται της οικονομικής είναι να παραμείνουμε δημιουργικοί. Να μην αφήσουμε τις ζωές μας στις δαγκάνες αιτίου αιτιατού, αποζητώντας αποτελέσματα στις πράξεις. Αλλά να δρούμε απλώς για να είμαστε συνδημιουργοί του κοινωνικού, χωρίς να υποτασσόμαστε σε μια γενική ιδέα». Άλλωστε, τα υστερονεωτερικά κινήματα, όπως αυτά αρθρώθηκαν κυρίως μέσα στους αγώνες για μια άλλη παγκοσμιοποίηση συνυφάνθηκαν με απόπειρες υπέρβασης της ηγεμονίας ως τέτοιας στην κατεύθυνση μίας ριζωματικής «απόλυτης δημοκρατίας» ή μίας οριζόντιας συνάρθρωσης αυτοοργανωμένων, αντιιεραρχικών χώρων που επιζητούντη ρήξη με τον κρατισμό, τις «κάθετες» εξουσιαστικές δομές, τους αποκλεισμούς, την αντιπροσώπευση και τις ολιστικές, μονολογικές κλίσεις του ηγεμονικού αστερισμού (Κατσαμπέκης 2011).

Η ηθική και ο τρόπος ζωής γίνονται ένα για τον Κτενά, καθώς, «κάθε μέρα με τον τρόπο ζωής μας πρέπει να ψηφίζουμε». Η επίκληση της ατομικής ευθύνης στη βάση μιας ηθικής που έχει επίκεντρο τον άνθρωπο και επομένως τίθεται απέναντι στην εκμετάλλευση και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής κινείται σε διάφορα επίπεδα και συγκροτείται γύρω από έννοιες όπως απο-ανάπτυξη και αντί-καταναλωτισμός, ο δημόσιος χώρος και η κλιματική αλλαγή, αφιερώνοντας για αυτά τουλάχιστον ένα κεφάλαιο στο οποίο ενυπάρχουν έννοιες πιο σύνθετες όπως η από-ανάπτυξη, αλλά και συμβουλές πιο πρακτικές όπως η επανάχρηση, η μείωση απορριμάτων κλπ. Ακόμα, μας εισάγει στους υπερρεαλιστές και τη σημασία τους και στην προσπάθεια τους «να αποδώσουν μια υπερπραγματικότητα μέσα από την ανατροπή του κατεστημένου και της καθημερινότητας» ή επιστρέφει στις ρίζες και στη λαϊκότητα εντοπίζοντας στον Καραγκιόζη εκείνον «τον επαναστάτη και ανυπάκουο με διαχρονικά όνειρα για ελεύθερη και καλύτερη ζωή». Αλλού μας συνιστά εγρήγορση καθότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να κάνει το καλύτερο, αλλά μπορεί να κάνει και το χειρότερο, λέει λοιπόν: «το λυσσασμένο σκυλί του φασισμού είναι μέσα μας και η μάχη για να μείνει δεμένο με γερή αλυσίδα είναι καθημερινή και μας αφορά όλους μας». Η εγρήγορση εκτείνεται και στα πολιτιστικά αντικείμενα που παράγονται στον μετά-νεωτερικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Πρέπει να καιροφυλακτούμε, σύμφωνα με τον Γιώργο, στα παραγόμενα αγαθά της κυρίαρχης ιδεολογίας καθώς βασικός τους ρόλος είναι η εμπέδωση της κυριαρχίας. Λέει: «πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στα αντικείμενα πνευματικής όξυνσης και εμβάθυνσης, στα αναγνώσματα». Η αντι-ηγεμονία πρέπει να συνδυάζει την πονηριά της αλεπούς για να μην πέφτει σε παγίδες και την δύναμη του λιονταριού για να διώχνει τους λύκους.

Για ότι δεν έχει συμβεί ακόμα ευθύνεται και η κοινωνία, καθώς δεν έχει σταθεί στο ύψος των καθηκόντων, των ευθυνών και της απαιτούμενης ηθικής, γράφει ο Κτενάς: «πρέπει να πάψουμε να δικαιολογούμε τον λαό για τις πράξεις του … και να έρθουμε σε αντίθεση με τον κυρίαρχο κομματικό λόγο που παρουσιάζει ως σοφό, έναν ανήλικο και ανώριμο πολιτικά λαό». Σε κάθε περίπτωση, οι αγώνες μπορούν να είναι πετυχημένοι, εμπνέοντας τις υπάλληλες τάξεις, όπως εκείνο της Coca-Cola για το οποίο ο Γιώργος αφιερώνει ένα κεφάλαιο.

Ο έρωτας, το τελευταίο από τα μεγάλα πεδία του υπαρκτού για τον Badiou, δεν θα μπορούσε να λείπει από τα γραπτά του Κτενά. Προϋποθέτει ωστόσο, μια διαδικασία, η οποία τοποθετείται απέναντι στην κυρίαρχη και την αγοραία πρόσληψη του έρωτα, αντίστοιχη με αυτή του occupy love του Ζακ Ρανσιέρ. Γράφει ο Κτενάς: «για να ερωτευθούμε κάτι πρέπει να το γνωρίσουμε πολύ καλά. Εκτός αν ερωτευόμαστε αντικείμενα. Μόλις τον/την γνωρίσουμε αυτό που μέχρι τώρα δεν είχε σχήμα, παίρνει σχήμα και μορφή». Ταυτόχρονα εξυμνεί την γυναίκα, καθιστώντας τον ύμνο καθ’ αυτόν ένα βήμα αντισεξιστικό, καθώς μιλάει για την οντολογική επαναστατική φύση της γυναίκας. Στο αφήγημα για τον έρωτα βρίσκουμε διάσπαρτες αλλά εκτενείς αναφορές σε ένα Θεό άλλο από αυτόν που ξέρουμε μέχρι τώρα, έναν Θεό εμμενή, με την Σπινοζική έννοια. Γράφει: «ο Θεός είναι η πρωταρχική κοσμική ενέργεια, η ακεραιότητα του χαρακτήρα, η φύση γύρω μας, ο έρωτας στο κορμί». Αλλά τοoccupy love βρίσκεται πριν το καθολικό occupy everything, αυτόν τον από άκρου σε άκρο στοχασμό με κριτική διάθεση ακόμα και στην ίδια συνθήκη της ύπαρξης, γι’ αυτό γράφει ο Γιώργος, «γατί το μέλλον είναι καταχρεωμένο χωρίς κριτική και ανατροπή του κυρίαρχου φαντασιακού που αφορά την θέσμιση, την ανάθεση, τον κρατισμό». Το βιβλίο αυτό πρέπει να συμπληρωθεί με τη στροφή του ποιήματος του Μιχάλη Κάτσαρου Η διαθήκη μου:

Ἀντισταθεῖτε στὶς ὑπηρεσίες τῶν ἀλλοδαπῶν
καὶ διαβατηρίων
στὶς φοβερὲς σημαῖες τῶν κρατῶν καὶ τὴ
διπλωματία
στὰ ἐργοστάσια πολεμικῶν ὑλῶν
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ λένε λυρισμὸ τὰ ὡραῖα λόγια
στὰ θούρια
στὰ γλυκερὰ τραγούδια μὲ τοὺς θρήνους
στοὺς θεατὲς
στὸν ἄνεμο
σ᾿ ὅλους τοὺς ἀδιάφορους καὶ τοὺς σοφοὺς
στοὺς ἄλλους ποὺ κάνουνε τὸ φίλο σας
ὡς καὶ σὲ μένα, σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ
ἀντισταθεῖτε.
Τότε μπορεῖ βέβαιοι νὰ περάσουμε πρὸς τὴν
Ἐλευθερία.


Κι αν διαβαστεί μέσα από αυτό το πρίσμα, το πρίσμα του ατελεύτητου φαντασιακού της κοινωνίας θα μπορέσει ενδεχομένως να ανοίξει μια ρωγμή, κάτι κρίσιμο, ιδιαίτερα σήμερα, που διερχόμαστε καιρούς μεταπολιτικούς, καιρούς μεταδημοκρατικούς, και όπου η αναζήτηση μιας ρωγμής στο σώμα της ορθολογι(στι)κής συναίνεσης, προβάλλει ως το εμφατικά ζητούμενο, όπως εύστοχα σημειώνει και ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής (2011). Ή έστω θα μπορέσει να εκφράσει την αγωνία για την ρωγμή, την αγωνία για την καθημερινή πολιτικοποίηση της ζωής, την αγωνία για την ουτοπία, σε ένα συνεχές προτσές. Την ουτοπία δηλαδή, όπως αυτή φαίνεται μέσα από τα λόγια του εξαιρετικού Στέφανου Ροζάνη – από το βιβλίο Η ουτοπία και οι εικόνες της - «η ουτοπία δεν είναι εικόνες φαντασιακής εκπλήρωσης του παρελθόντος. Είναι μια διαρκής εξεγερτική κατάφαση του μη δυνάμενου να ολοκληρωθεί και μαζί μια απόλυτη πίστη σε αυτό, μια γοητεία που ωθεί την ψυχή να οραματίζεται και να προαναγγέλλει το λανθάνον μέσα στο πραγματικό, το λανθάνον ως δυναμική ενός "καθ' οδόν" προς τον κόσμο».


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA