πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Στα1.
ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ
ΔΕΝ  ΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ
Επιμένω  πάντα
Η ποίηση είναι ο κώδικας
που ανοίγει το χρηματοκιβώτιο

2.
Όταν γνωρίζω έναν άνθρωπο
θέλω να τον γκρεμίσω
να μην μείνει τίποτα
από αυτόν
Στο τέλος
με ότι απομείνει
με αυτό συνεχίζω


3.
Με ό,τι
μέχρι τώρα
επέλεξες
είχες
αίματα
γδαρσίματα
+
ανίατες
-Θα γύρναγες
πίσω να τα ξεκίναγες
αλλιώς;
-Δεν γίνεται
Αδύνατο
Πώς να πετάξω
ό,τι είναι δικό μου

4.
Κάποιες φορές
έρχεται
+
με βρίσκει
Όχι στο κεφάλι
Όχι στη καρδιά
Στο κέντρο
Στα σωθικά
Όταν γίνομαι ακριβής
χρησιμοποιώντας  τις λέξεις
που ψάχνω
γίνομαι η γκόμενα
που είναι στις γόνιμες



Ο Σταύρος Καμπάδαης γεννήθηκε το 1975 στο Αννόβερο και ζει στην Αθήνα. Εξασφαλίζει τον άρτο τον επιούσιο ως μηχανολόγος μηχανικός. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές,η τελευταία ποιητική συλλογή έχει τίτλο  Τα σκυλιά συνεχίζουν να είναι πιο τίμια από σένα και κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Θράκα.

Ζήσης Αϊναλής, Η Μονωδία της έρημος, Κέδρος, 2019


   Μετά Τα παραμύθια της έρημος (Κέδρος, 2017), ο Ζήσης Αϊναλής μάς μεταφέρει ξανά στον ίδιο τόπο, θέτοντας όμως αυτή τη φορά ένα νέο πλαίσιο: αν στο προηγούμενο βιβλίο η πορεία του πρωταγωνιστή ήταν από τον κόσμο προς την έρημο, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε έναν διαρκή βηματισμό από την έρημο προς τον κόσμο. Η μονωδία που ηχεί στα αυτιά μας είναι το μοναχικό τραγούδι ενός άντρα, ενός άγνωστου ερημίτη, που ψάλλει τους πόθους του, με πρώτο και κύριο τον πόθο της επιστροφής σε μια αθώα γνώση, σε έναν κόσμο απαλλαγμένο από το βάρος και το σκοτάδι.

   Μέσα στο αδιάβατο χάος, ο άντρας συναντά όλα τα πνεύματα κι όλους τους δαίμονες, από τον Ερμή και τον Άνουβι μέχρι τον ζωόμορφο Αϊ-Χριστόφορο, και κατακτά τη γνώση του μηδενός, αλλά αυτό πια δεν του είναι αρκετό. Εκείνος κοιτά μια όαση που αναφαίνεται από το πουθενά. Αφήνεται στη λαχτάρα της ζωής. Φτάνει στην όαση και λέει: Μέσα στην όαση θα φυτέψω μια πόλη μονάχα για σένα, αγάπη μου. Αναζητούμε το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, αλλά δεν μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε αν πρόκειται για μια ποθητή γυναίκα ή για ένα μικρό παιδί. Η αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου μας κάνει να πιστέψουμε ότι μάλλον πρόκειται για το δεύτερο, αλλά περιμένουμε οι σελίδες του βιβλίου να ξεδιπλώσουν το μυστικό. Ύστερα βυθιζόμαστε στην ονειροπόληση αυτής της μελλοντικής πόλης. Ο ερημίτης δεν τραγουδά ούτε για τη σιωπή του Θεού ούτε για τη σωτηρία ούτε για την καταβύθιση στο μυστήριο ενός απρόσιτου βίου. Τραγουδά έναν σκοπό γεμάτο χρώματα και μυρωδιές και φως: Η πόλη μας θα ’ν’ αστέρια και κρίνοι. Το κακό πια εξωθείται μακριά από την πόλη αυτή, εξωθείται μακριά κι από τον αναγνώστη που ακολουθεί τα βήματα του ερημίτη: θα διώχνω τα φίδια μακριά. Θ’ ανασύρω απ’ τα βάθη της άμμος ένα ένα κάθε κρυμμένο κοχύλι να στολίσω τους τοίχους σου.

   Ύστερα αρχίζουμε να κατανοούμε ότι υπάρχει πάντοτε ένα μαγικό δίχτυ που πλέκει τη γνώση, πλέκει τις αισθήσεις, πλέκει τις γενιές σε μια μυστηριώδη μοίρα: Και θα απλώσω ένα ένα τα δίχτυα που ο πατέρας μού κληροδότησε και θα σε μάθω έναν έναν τους κόμπους ψηλαφιστά.  Ίσως έχουμε νιώσει πολλές φορές αυτό το αόρατο δίχτυ που τυλίγει τη ζωή μας: το δίχτυ, ο ιστός, οι κόμποι, σύμβολα προαιώνια και ακατανίκητα, από τότε που η Αράχνη μεταμορφώθηκε και πλέκει αδιάκοπα το πέπλο της εξιλέωσής της. Το χρέος μου και η σωτηρία μου εσύ, λέει ο ερημίτης και είμαστε σίγουροι πως κάποτε εκείνο που μας ωθεί στην ελευθερία είναι αυτό που δίνουμε, αυτό που προσφέρουμε χωρίς υπολογισμό των κινδύνων και των συνεπειών. Ένα χρέος ελαφρύ και απελευθερωμένο από τον χρόνο και τον θάνατο: Με τα δυο μου χέρια θα σπάσω την αλυσίδα του χρόνου και θα σου δείξω το γίγνεσθαι.

   Τώρα είμαστε σίγουροι, ο ερημίτης μιλά σε ένα κοριτσάκι, για εκείνο φτιάχνει την πόλη, για εκείνο ξαναβρίσκει τον κόσμο, για εκείνο επαναστατεί απέναντι στον τρόμο, στα δεσμά, στην καταστολή των ονείρων: Θα εγείρουμε υπόγειες στοές κόγχες αψίδες θ’ ανάψουμε δάδες και θα εκδιώξουμε τα δαιμόνια της άλλης εποχής μακριά. Με τη φωτιά θα παλέψουμε με τη φωτιά θα περάσουμε στην αντίπερα πλευρά με τη φωτιά. Έτσι θα είναι πάντοτε: η φωτιά είναι το στοιχείο της αλλαγής, του περάσματος σε κάτι καινούριο. Το ήξεραν αυτό οι μάγοι, οι αλχημιστές, οι μύστες. Κι ύστερα είναι και το νερό: θα πρέπει να κυλήσει μέσα στην έρημο, να σμίξει με τη γη, να γίνει λάσπη δημιουργίας, έστω κι αν το νερό είναι δάκρυα και η γη άμμος, άπιαστη και ανεμοδαρμένη: Είδα τότε –κόβοντας με μια κίνηση χελιδόνι απ’ την πηγή– να κυλάνε ποτάμι τα δάκρυα. Σείεται ο εαυτός μας βαδίζοντας ανάποδα τον σακάτη αιώνα. Οι αιώνες των Γνωστικών, οι αιώνες των φιλοσόφων, οι αιώνες οι δικοί μας, σπαράγματα στον μεγάλο χρόνο, με τα οποία πρέπει να ενωθούμε.

   Ακολουθώντας τον ερημίτη βλέπουμε τον χρόνο ως το μέγα Εν, βλέπουμε τους ζώντες και τους νεκρούς να συνυπάρχουν, βλέπουμε το κοριτσάκι σαν μια μικρή μάγισσα να φέρνει στην επιφάνεια τις πληγές και να τις θεραπεύει: Αγαπημένη μου, τούτη την αγωνία απ’ της καρδιάς μου τα τοιχία ποιος θα την αποξέσει; Και τώρα ήρθε η ώρα να αφήσουμε το θαύμα να πορευτεί: ο ερημίτης κι εμείς, που τόση ώρα τον ακολουθούμε, ήρθε η ώρα να υπάρξουμε χωρίς τους σπόρους που φυτέψαμε, ατενίζοντας το δάσος, τη γέννηση, τη ζωή, την αθωότητα, την ευγένεια, ατενίζοντας τον εαυτό μας με πληρότητα και ελευθερία. Θα πούμε στο κορίτσι: «προχώρα παρακάτω –πήγαινε σκάψε φύτεψε απ’ το μηδέν τον σπόρο μου σε χώματα δικά σου».

   Ο ερημίτης είναι ο πατέρας: Ήθελα να ‘μαι υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπόρεσα ν’ αρθώ, καρδία μου, ως το ύψος σου… Τι απ’ όσα είχα για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Η υπόσχεση είναι η μία, η αιώνια υπόσχεση του ανθρώπου προς την αθωότητα και την ελπίδα: Θ’ ανοίξω κάποτε για σένα, καρδιά μου, της ψυχής μου τις πύλες. Θα βγω από το σκοτάδι μου έκθετος απ’ το κάστρο που κρατώ τον εαυτό μου εγκάθειρκτο μες στο σκοτάδι της έρημος.




ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ 

Να πεις λίγες λέξεις
να καταλάβουν οι άλλοι.
Να μιλήσεις
για τα πλοία που δεν έφυγαν
για τις μέρες που δεν ήρθαν.

Να μιλήσεις όμως
και γι’ αυτές που θα ’ρθουν

για ταξίδια
που ποτέ δεν ματαιώνονται
απ’ τη μανία του καιρού
για φώτα πορείας
που ασκητικά
λαξεύουν τα σκοτάδια

για φάρους που αναβοσβήνουν
τις νύχτες που τ’ αστέρια
δεν φτάνουν να φωτίσουν
την ερημιά του κόσμου.


ΜΕΔΟΥΣΑ                     

Γνώριζες πολύ καλά
πώς η Μέδουσα
ξεκουράζει τα φίδια της
στα όνειρά της.


ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ 

Στίχοι υφασμένοι
ίνες γραμμάτων
που τους υπηρετούν πιστά.

Όμως οι δούλες του Ζενέ
θα συνωμοτούν στα ελεγεία
και θα γεννούν τα δικά τους παιδιά
στροφές απρόσμενες   
ντυμένες φορέματα με πολύτιμες πέτρες
στα μέρη που το δέρμα δεν ξεχνά. 


ΕΥΤΟΠΙΑ  

Μέσα απ’ τα σκοτάδια
μέσα απ’ τις σκιές
ίσως η νέα μέρα
αναδυθεί σαν πιθανότητα. 

Ίσως γεννηθούν ξανά
ένας κύκνος
και μια θάλασσα

ένα λιβάδι

να πενθούν για τη θλίψη των ανθρώπων
οι ονειροπόλοι 

ν’ αγγίζουν οι λέξεις τα μικρά κορίτσια
μόνο για να φιλήσουν
τα φτερά τους.


~~..~~ 


Η Λένα Σαμαρά σπούδασε στο Τμήμα Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στις Δραματικές Σχολές Βεάκη και Τράγκα στην Αθήνα. Η συλλογή Επιμένω να είμαι το σκοινί που λύνει το πλοίο στο λιμάνι είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή που εκδίδει από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Το ποίημα «Λίμνη ονείρων» από τη συλλογή της Ανάποδο μνημονικό έχει μελοποιηθεί από τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο. 




΄΄ΑΔΕΙΑ ΦΩΛΙΑ΄΄ Συλλογή διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη

΄΄Ερχονται στιγμές΄΄ που η ζωή, το όνειρο, οι επιθυμίες, η αναζήτηση, το πάθος,
για ένα θεμιτό κι ανθρώπινο οδοιπορικό στη ζωή, οι μνήμες και οι προσδοκίες,
για νέες προσεγγίσεις στη ζωή, η δίψα της βαθιάς επικοινωνίας, της συμπόρευσης
και της αλληλεγγύης, το πάθος και η αγάπη της οικογενειακής θαλπωρής, η γοητεία
του ταξιδιού, η αναζήτηση της πατρίδας, η παράδοση και το καθημερινό γίγνεσθαι,
η αγάπη που δεν χορταίνεται, κι όλα της μάνας τα καλούδια, η αφοσίωση προς την
οικογένεια και η απόλυτη προσήλωση στα νέα βλαστάρια της, και πολλές άλλες
υπερβάσεις της ανθρώπινης αντοχής, του νου και της θέλησης για επιβίωση και
συμπόρευση στη ζωή, έρχεται --η συγγραφέας-- με πάθος διηγηματογραφικής
αμεσότητας και ρεαλισμού, να μας προσαράξει, στο κοινωνικό πεδίο, της βιωμένης
καθημερινότητας, μ΄ ένα ξεχωριστό τρόπο, ευανάγνωστης παράθεσης, πολλών
κοινωνικών εμπειριών, που ξαφνιάζει πραγματικά, ο μοναδικός τρόπος της
ψυχογράφισης και προσεγμένης αναφοράς γεγονότων και παραστάσεων της ζωής
που, η κάθε διήγηση, αποτελεί ένα μικρό κόσμημα κοινωνικής αντίληψης και
βιογραφούμενης κοινωνικότητας των ηρώων του βιβλίου. Έρχονται-λοιπόν- στιγμές
που το άτομο βρίσκεται αναπάντεχα στο ΄΄εδώλειο΄΄ της προσμονής, του πόνου,
της φτώχιας, της μοναξιάς, της ψυχικής αδειοσύνης, του πανικού, της μοναχικότητας,
της φυγής, κλπ, όπου ο άνθρωπος αγωνιά να προσδώσει εύρος ψυχής και
συναισθήματος για ένα καλύτερο αύριο. ΄΄Η σημαία-το λουκέτο-τα πρώτα χρόνια-
μακρυά από μας-τέτοια ώρα στη πατρίδα-δεν είμαι μόνη-τα πρόσφορα-να φύγουμε-
δύναμη που έχει ο νους-τέλος-άδεια φωλιά-κλπ,[ τίτλοι διηγημάτων ], καταδείχνουν,
όλο το παζλ της κοινωνικής καταγραφής των γεγονότων, που σίγουρα ο αναγνώστης
θ΄αφουγκραστεί όλον τον κοινωνικό απόηχο των πραγμάτων, θα προβληματιστεί
και θα αντιτάξει πολλά στοιχεία προσωπικής αντίστασης, ηθικής βαρύτητας και
προσιτής επικοινωνίας και αλληλεγγύης, στη ζωή, που θα διαμορφώνουν και θα
δικαιώνουν, τις ηθελημένες επιλογές του ατόμου --στο κοινωνικό γίγνεσθαι--επιλογές
που να προσεγγίζουν την πραγματικότητα, την ευθυβολία της κρίσης του ατόμου,
την δοκιμασία και την αποδοχή στη ζωή. Η συγγραφέας έδωσε πολύ παραστατικά,
και χωρίς ωραιοποιήσεις, το αληθινό πρόσωπο της κοινωνικής αμετροέπειας της
εποχής μας, την δυναμική και το μεγαλείο της αγάπης, τη μητρική στοργή και τα
συνακόλουθα της μητρικής παρουσίας και δοτικότητας στη ζωή, τ΄ απροσδόκητα
στοιχεία της θυσίας-της αγάπης-της οικογένειας-της αλληλεγγύης, της υπομονής,
της εγκαρτέρησης, της αφοσίωσης στη φιλία, στη κοινωνικότητα του ατόμου, αφού
το ερώτημα πόσο κι αν΄΄ζωγραφίζεται άραγε ο πόνος΄΄, θάχει πάντα το ηθικό-
το συναισθηματικό-το αισθητικό-και το πνευματικό αντίβαρο και τίμημα της ζωής.
Ο ρεαλισμός και η φροντίδα του κοινωνικού μηνύματος έχουν άμεση αποδοχή-
ζωτικότητα και λυτρωτική δυναμική και ισορροπία.

Κώστας Καρούσος πρόεδρος Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών--Αθήνα 1 / 2 / 2020.



«Με μια σχεδία μοναχή όλοι μας απλοήγητοι
Θαρρέψαμε πως μας ανήκει η θάλασσα»

Πώς επιστρέφει κανείς κάπου από όπου δεν έφυγε ποτέ; Πώς πεθαίνει κανείς αν είναι αθάνατος; Πόσο στραβά οφείλει να περπατήσει για να σταθεί όρθιος; Πώς επαναπατρίζεται στον εαυτό του; Η Διώνη Δημητριάδου δεν αστειεύεται θέτοντας τα ερωτήματα αυτά στον «Ευτυχισμένο Σίσυφο». Γιατί η ποίηση δεν έχει άλλο σκοπό πέρα από αυτόν, να μαζεύει συνεχώς τα πετραδάκια που κατρακυλάνε στο θεόρατο βουνό όσο ο βράχος μεταφέρεται στην κορυφή και πίσω πάλι ξανακυλά.

Η ποιητική συλλογή της Διώνης Δημητριάδου απαρτίζεται από τέσσερις άξονες συνδεόμενους μεταξύ τους με αόρατο νήμα. Ο πρώτος είναι αυτός που αποτελεί και την κεντρική έννοια του βιβλίου: η αντιστροφή, η απατηλή πορεία προς τα πίσω που ενδέχεται να καταλήξει να είναι προς τα μπροστά, η παραμόρφωση ενός μαγικού καθρέφτη. Εκφράζεται σε στίχους της όπως «Στην άκρη του μυαλού τους η αλήθεια/ – ή το ψέμα; - /πως τα ταξίδια που ορμούν/ στην άκρη στου ορίζοντα/ βρέθηκαν να γυρίζουν πάλι/ στο ίδιο το σημείο» ή «Ανάποδα να γίνουν όλα/ κι όπου το τέλος μια αρχή/ μα μια αρχή σαν πεμπτουσία/ του τέλους που βιώθηκε/ όχι σαν νέα σκέψη». Οι υπαρξιακοί κύκλοι συνεχώς ανοίγουν και δεν κλείνουν ποτέ καθώς «ό,τι φεύγει πάλι εδώ είναι/ καταργώντας τον μύθο της φθοράς». Η ευθεία λοιπόν δεν υφίσταται ή, εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται για όλους και ο χρόνος μπορεί να βιωθεί και αιρετικά.

Ο δεύτερος άξονας πραγματεύεται τον θάνατο μα και το αντίθετό του. Ο στίχος του ποιήματος «Μικρή Παρασκευή», «Μόνο που η κάθε αναμονή/ την απελπίζει πιότερο και από την ίδια την εικόνα/ στο έρημο ξωκλήσι/ κάποιο απόγευμα μικρής Παρασκευής/ τότε που πλεύρισε τον θάνατο/ κι απόκαμε να τον κοιτά», ακολουθείται λίγες σελίδες αργότερα από τον στίχο «Μα όταν κρυφομοιράζονται/ του πάθος του αθέατου/ τα μυστικά σημάδια/ μ’ εκείνη την επίγνωση/ του σύντομου του χρόνου/ δεν είδες ωραιότερη/ σκηνή αθανασίας». Πλευρίζουμε λοιπόν τον θάνατο τις μικρές Παρασκευές και όλες τις άλλες μικρές ημέρες, έχουμε όμως μέσα μας την δυνατότητα της αθανασίας. Όπως ο Σίσυφος δύναται να είναι ευτυχισμένος, πρέπει να τον φανταζόμαστε ευτυχισμένο, έτσι κι εμείς δυνάμεθα να μας φανταζόμαστε πού και πού αιώνιους, πρέπει να μας φανταζόμαστε έτσι για να ζήσουμε.

Ο τρίτος άξονας της ποιητικής συλλογής πιάνει τον εαυτό, την απόλυτη κυριαρχία του και την παράλληλη αδυναμία πρόσβασής μας σε αυτόν. «Μια μοναχή πατρίδα/ να επιστρέφουμε σ’ αυτήν/ συνειδητά επαναπατριζόμενοι» είναι το μέσα μας κι όμως «Είδωλο με πρησμένα μάτια/ σημάδι ηθελημένης εισπνοής/ μιας μαύρης εξουσίας/ μωλωπισμένο άλλοτε/ θύμα μιας «αναγκαίας» καταστολής» και, στο ίδιο ποίημα, «Αλάθητος καθρέφτης/ έτοιμος να μας φτύσει/ γιατί έχει μνήμη». Σκληρή και βάναυση πατρίδα, που μόνο εσένα έχουμε, η ποιήτρια λέει «κάπου μακριά χαράζει φως/ μόνο που εδώ/ έτσι όπως ξαποστάσαμε σφιχτά ακουμπώντας/ τις εκατό χιλιάδες μοναξιές μας/ δεν έχουμε πια βλέμμα καθαρό να δούμε λίγο/ πιο ψηλά». Κι όμως. Θα πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να συμβιώσουμε με αυτό που είμαστε, να πάμε πάλι το βράχο στην κορφή.

Ο τέταρτος και τελευταίος άξονας της συλλογής πραγματεύεται ακριβώς αυτό, πώς κανείς βρίσκεται ξαφνικά στον χώρο των θαυμάτων μέσα από την ποίηση, όχι μονάχα ως γραπτό λόγο μα και ως στιγμιαία πράξη. «Θρασύς – ευτυχώς – ο ποιητής/ προτίμησε γυμνόπους να διαβεί/ το απροσπέλαστο (κι ας το ‘ξερε)/ τραχύ του θαύματος» μα και οι «μαινάδες που τρελαμένες ψάχνουνε ποια θα ξεσκίσει πρώτη τον άμοιρο θνητό». «Ξεσκίσει» βεβαίως διότι πρόκειται περί άγριας παρέμβασης στον ψυχισμό ενός ανθρώπου θνητού, όταν η ποίηση βρίσκει τον στόχο της. Είναι όμως μια παρέμβαση σωτήρια, όπως εκείνου του άγνωστου που σώζει την αφηγήτρια στο πεζό ποίημα «Με μιαν ανάσα»: «Αιφνιδιαστικά από τον απρόσμενο χώρο των θαυμάτων κι ας μην πιστεύεις σε τίποτα απ’ αυτά ήρθε το μυστικό τοπίο και κάποιος που πάντα σε έσωζε στο αμήν αν έφτανες έκανε ένα έτσι με τα χέρια του κι έβγαλε το τραπεζάκι του έξω και όλα τότε ακούστηκαν αλλιώς κι ο τόπος σαν να υψώθηκε και ο κάμπος σαν να έδειξε το δρόμο για τη θάλασσα». Αυτό το «ένα έτσι» που κάνει και το ποίημα ενίοτε, αυτό είναι που μας βοηθά ν’ ανηφορίζουμε με τη γνώση της κατάβασης.  

Η ποιητική συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος», είναι γραμμένη με μεγάλη προσοχή και αγάπη για όσους θαρρέψανε πως τους ανήκει η θάλασσα και τους κατάπιε ο ωκεανός. Ο λόγος της είναι εντυπωσιακά πυκνός αφήνοντας ταυτόχρονα χρόνο για ανάσες. Βαθιά ανθρώπινο και εξίσου υπερβατικό έργο, προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις.
















Απόψε, βγήκαμε απ’ το δίλημμα για το φόνο
Ενός αθώου παιδιού για χάρη της σωτηρίας της ανθρωπότητας!
Στο όνομα της τέχνης εκτελέσαμε αμέτρητους ανθρώπους και, επιτέλους,
Τους εαυτούς μας
Και μείναμε ζωντανοί και χιμήξαμε ο ένας τον άλλον σαν σκύλοι
ώστε οι ζωές των άλλων
Να έχουν περισσότερο χρώμα
Άστους λοιπόν να απολαύσουν τις παραστάσεις σου
Κι άστους να διαβάσουν τα ποιήματά μου
Κι άστους να μάθουν
Ότι είναι ραντισμένα με αίμα και δάκρυα
Καλυμμένα με ιδρωμένα σεντόνια
Που τα άλλαξα
Για να μας χειροκροτήσει κάποιος

Κάποιος που δεν είδε τις φλέβες σου
Ή τις δικές μου

Μπρά βο



Δόκτωρ

Πείτε μου τι γράφετε
Καλησπέρα
Μπορώ να ρίξω μια ματιά
Στο μαύρο τετραδιάκι σας
Καλησπέρα
Όχι, θα ήταν αντιδεοντολογικό
Δόκτωρ, το πλήρωσα
Πείτε μου
Ότι κατηγορώ τη μάνα μου για όλα ενώ αυτή πληρώνει για τη θεραπεία μου;
Νιώθω πολύ καλύτερα από τότε που παίρνω echinacea, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον!
Elicea ήθελα να πω!
Δεν μπορώ να κοιμηθώ ή να γαμηθώ
Αλλά εντάξει, το αγόρι μου έτσι και αλλιώς λέει ότι έχω γαμηθεί αρκετά.
Δόκτωρ, αφήστε με να δω τι γράφετε
Μου βάλατε κάτω απ’ τη βάση;
Α – με – γά – λω – τη
Με δυο εκατοστά διαστολή
Δόκτωρ
Για τις κρίσεις θυμού
Και που δεν θέλω να κάνω παιδιά;
Το βρήκα!
Δόκτωρ
Γράφετε για το πώς κοροϊδεύω τον εαυτό μου!
Κατηγορώ τη μάνα μου για τις κακές μου σχέσεις
Για τις οποίες κατηγορώ τους
Πρώην μου
Για τους οποίους κατηγορώ
Τους βομβαρδισμούς!
Ψάχνω να βρω μια δικαιολογία
Στην παιδική μου ηλικία.
Το βρήκα!
Γράφετε για το πώς εξιδανικεύω
Ναρκισσιστική προσωπικότητα
Νευρωτική
Έκφυλη
Επιρρεπής στα ψυχαγωγικά ναρκωτικά
Γιατί πρέπει
Να τα σπάει όταν χορεύει!
Δόκτωρ,
Σας παρακαλώ
Πείτε μου
Τι γράφετε στο μαύρο τετραδιάκι σας.
Το πλήρωσα!
(με τα λεφτά της μάνας μου εντάξει)
Είμαι πολύ επιπόλαια, ε;
Ή τσιγκούνα;
Αλλά δόκτωρ είμαστε οι δυο μας εδώ και δεν βγάζω λεφτά
Και δεν δουλεύω!
Και δεν θέλω καν να δουλέψω!
Όλη μέρα κάθομαι και διαβάζω και καμιά φορά γράφω
Είμαι πολύ τεμπέλα, ε; Αυτό γράφετε;
Καθαρίζω.το.μπάνιο.
Βάζω τα πιάτα στο πλυντήριο
Όχι αρκετά αυτοκτονική
Απότομα αξιαγάπητη
Παθολογικά τρυφερή
Αυτιστικά φιλόδοξη
Παιδιάστικα θρήσκα
Δεν α ντέ χει
Τηηηη μοοοοννααααξιαααααά
Το βρήκα, το ξέρω.
Δόκτωρ,
Σας ικετεύω
Ναι, την επόμενη Τετάρτη στις 11!
(πείτε μου)
Ευχαριστώ
(τι έχετε γράψει)
Αντίο
(στο τετραδιάκι).



Ο τάφος μου

αυτός είναι ο τάφος μου
θάφτηκα εκεί μέσα από
διαγωνισμούς
φεστιβάλ
παραστάσεις
αιτήματα φιλίας
δείπνα
κοκτέιλ
μπλε μάτια
πράσινα μάτια
λεία πρόσωπα
πρόσωπα με γένια
κοντά κορίτσια
ψηλά κορίτσια
κορίτσια με μεγάλους κώλους και κοντά πόδια
όμορφες γυναίκες μέσης ηλικίας
ένα πρωινό στο πάρκο
δυο μπουκάλια τζιν
ποιητικές βραδιές
αιτήσεις εξετάσεων
υποβολή διατριβής
κάταγμα ποδιού
το πέμπτο ντεκαπάζ
το τέταρτο φίδι
τον πυρετό δύο ημερών
μερικές σειρές στην τηλεόραση
κάνα δυο γιατρούς
κι έναν αναπαυτικό καναπέ.


είσαι πιο κοντά μου απ’ ότι το ζάγκρεμπ
και το ζάγκρεμπ είναι μαγική λέξη
και σαν να μην είναι αυτή η πραγματικότητα
εσύ ζεις στα σύνορα

είμαι πιο κοντά σου απ’ ότι το ζάγκρεμπ
είμαι στην ιερή λευκή πόλη
και μες απ’ το παράθυρο, συχνά
χαζεύω προς τα σύνορα

εκεί, έχει πάντα πόλεμο
γεμάτο αιμάτινα δάκρυα και λάσπη
ακριβώς όπως μια γέννα
στα σύνορα, πιο κοντά από το ζάγκρεμπ

είμαι πιο κοντά σου απ’ ότι το ζάγκρεμπ
αλλά νοιάζει μόνο εμένα.
έτσι ακριβώς, θα μπορούσα
να ζω και εκεί στον δρόμο σου


 *



Milica Spadijer (1989): γεννήθηκε δύο ημέρες μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και ζει τη ζωή της αναλόγως. Αποφοίτησε από τη Φιλολογική Σχολή του Βελιγραδίου και πήρε το πτυχίο της από το Τμήμα Κλασικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής και επί του παρόντος εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στη Σχολή Δραματικών Τεχνών. Στην ποιητική συλλογή της Šar-planina απονεμήθηκε το βραβείο Mladi Dis ως πρώτο ανέκδοτο χειρόγραφο. Η Milica εργάζεται ως δημοσιογράφος, μεταφράζει από τα ελληνικά, διδάσκει ελληνικά και λατινικά και γράφει για αρκετές ιστοσελίδες ειδήσεων στο διαδίκτυο.





Οι «Φίλοι στο Φίλιον»
σας προσκαλούν την Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου, στις 20:30
σε μια μουσικοποιητική βραδιά με
9 ποιητές
και δύο κιθαρίστες

Συμμετέχουν οι ποιητές:

Ελένη Γαλάνη, Χρήστος Α. Γκέζος, Χάρης Ιωσήφ, Μαρία Κουλούρη, Γιώργος Λίλλης, Παναγιώτης Μηλιώτης, Έλενα Πολυγένη, Γιολάντα Σακελλαρίου, Πέτρος Στεφανέας.

Τη βραδιά συντονίζει ο ποιητής Αλέξιος Μάινας

και πλαισιώνει μουσικά το ντουέτο κλασικής κιθάρας Κατερίνα Μαλλίρη - Γιώργος Βλαγκούλης

Προλογίζει ο Θέμης Ροδαμίτης

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020
Ώρα έναρξης 20:30
Καφέ Φίλιον, Σκουφά 34, Κολωνάκι
Είσοδος ελεύθερη

 


Ρομαντισμός


Δεν την ξεχνώ, στο μυαλό μου κοιμάται, έχω κλειδώσει τα χέρια της στις πιο αιχμηρές του γωνίες. Εκείνη περπατά στον λαβύρινθο, στα όρθια σύμβολα κοιτώντας πάντοτε κάτω. Οι κόρες των ματιών της γυαλίζουν, σχηματίζονται μέσα τους ευθείες γραμμές. Τις σχεδίασα προσεκτικά με το χάρακα και φύτεψα στο μήκος τους ωραία λουλούδια, για να ‘χει κάτι να βλέπει στο δρόμο, να ξεχνά τον φόβο που της κλείνει τα πέταλα. Έκοψα κι ένα φεγγάρι στρογγυλό και το κρέμασα δίπλα της, έτσι, για να ξεγελιέται.


  




Πόθος



Του χρώμα του είναι άσπρο, δεν είναι κόκκινο. Τον φαντάζεται σαν πάγο που λιώνει, σαν να λιώνουν ογκώδη, γρανιτένια βουνά από πάγο. Πέθαινε αργά κι ο εαυτός της έμοιαζε με ψάρι που σπαρταρούσε ενώ απ’ το σώμα του έφευγαν στάλες χοντρό αλάτι. Έσταζαν οι λέξεις πριν φτάσουν στο στόμα της, δεν είχε χώρο η γλώσσα να δώσει στα λόγια, κυλούσαν. Από τις τσέπες της έτρεχε το νερό στο χώμα. Ποτάμια συλλαβές, υγρά σύμφωνα. Θόλωσαν τα τοπία, οι εικόνες έχασαν κάθε σχηματισμό. Τα υφάσματα κολυμπούσαν στην αιωνιότητα. Μουσκεμένα τα μέλη μέχρι το κόκαλο. Τίποτα δεν διψούσε πια, για τίποτα.







Μάχες


Προχωρούσε μπροστά και την ακολουθούσε μια πομπή από φωνές που διηγούνταν όνειρα κι ιστορίες. Πύκνωναν, πύκνωναν –γίνονταν μάχες, σε κάθε πτυχή του μυαλού έστηναν στρατόπεδα. Έβγαιναν τότε οι στρατηγοί με τις στολές τους, περήφανοι, με ψεύτικα όπλα έδιωχναν τους εφιάλτες. Δίπλα τα έντομα κι οι σαύρες γελούσαν, γελούσαν. Οι λοχίες, χαμένοι, έπαιζαν με νεροπίστολα. Αόρατες ξαναγύριζαν οι φωνές στα περιβόλια. Κάτω απ’ τα δέντρα, κούρνιαζαν γυμνοί στρατιώτες.






                                                                                         

                                                          













Αφροδίτη Σ


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ
μνήμη Μίλτου Σαχτούρη και Χρήστου Μπράβου
Νύχτα με χιόνι, κακή νύχτα.
Η βροντή τού παγώνει το αίμα
να ’ναι από μέσα κόκκινο κι απ’ έξω μαύρο‒
η σκόνη των άστρων θυμίζει θάνατο
κι ο ουρανός
μια μεγάλη απουσία.

Αυτές τις εικόνες καλλιεργεί ο κηπουρός
μες στην καρδιά τού χειμώνα
εδώ και χρόνια.

εκδόσεις Βακχικόν




ΚΑΘΙΣΤΙΚΟ

TV. Σπασμένο ρολόι. Κάκτος
με αγκάθια. Βιβλία. Κι

άλλα βιβλία. XBOX και USB
σκόνη. Ιδιαίτερα πολύ σκόνη.

Ενυδρείο. Φαγητό για τα Ψάρια
Μονομάχους. Μπαλαντέζα

με καλώδια (μαύρο και άσπρο).
Γεμάτο ημερολόγιο. Φως.

Τραπεζάκι
και καναπές.

Σκόνη. Αλήθεια πολύ
σκόνη. Τα πόδια μου.



ΣΕΙΡΙΟΣ

α)
Δε γεννήθηκα
για τον κόσμο που υπάρχει,
αλλά για εκείνον
που δεν υπάρχει.

β)
Επειδή δεν υπάρχει,
η αίσθηση ρέει προς
τη μη-αίσθηση·
Είναι η ύπαρξή μου
αλήθεια μόνο
μια σύμπτωση;

γ)
Αλλά:
οι συμπτώσεις υφαίνουν
αόρατες κλωστές
που είναι τα πάντα
εκτός από σύμπτωση.

δ)
Λύση της εξίσωσης:
συμπτωματική ανυπαρξία;




Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Μόνο η μουσική
δεν
αναπνέει στον χρόνο.
Είναι χρόνος·
όσο πιο γρήγορη είναι
τόσο γρηγορότερα κυλά,
όσο πιο αργή,
τόσο αργότερα κυλά.
Μόνο όταν σιωπά,
με στροβιλίζει
στο απόλυτο σκοτάδι.


*

O Ales Jelenko γεννήθηκε το 1986 στη  Slovenske Konjice και έχει πολλές διακρίσεις
σε διαγωνισμούς και βραβεία λογοτεχνίας. Είναι ιδρυτικό μέλος του Φεστιβάλ Spirala
και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού. Δημοσιεύει δουλειά του σε πολλά περιοδικά της Σλοβενίας και έχει εκδώσει 3 βιβλία .




Οι «Φίλοι στο Φίλιον» 
σας προσκαλούν την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου, στις 20:30

σε μια μουσικοποιητική βραδιά  με 
8 ποιητές 
και έναν φλαουτίστα

Συμμετέχουν οι ποιητές: 
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Άννα Γρίβα, Ανδρέας Κεντζός, Δήμητρα Κωτούλα, Αλέξιος Μάινας, Δημήτρης Πέτρου, Σταμάτης Πολενάκης, Νίκος Φιλντίσης.

Την βραδιά πλαισιώνει μουσικά ο Νίκος (Νικόλας) Χαλκιάς 
Προλογίζει ο Θέμης Ροδαμίτης

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020
Ώρα έναρξης 20:30
Καφέ ΦίλιονΣκουφά 34
-Είσοδος ελεύθερη-

Η έννοια της δημιουργίας στο Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα





[...]
Το σώμα μου σιδηροπαγές και άκαμπτο
προτιμά το θέατρο απ’ τη διχασμένη ζωή του.
(Δέκα μαδέρια, μια κουρτίνα, λίγο δόλο)
Ποιος μπορεί να πει εγώ και να εννοεί εμένα;

Υπαισθησία της διπλανής θέσης
στην οποία κατακάθομαι.
Ένα σακί σε σιτοβολώνα
Ένα σκουριασμένο άλογο.
Ένα βιβλίο στο ράφι με τα αστυνομικά.
(σ. 55)

Το Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014, σ. 79) είναι μια ποιητική αφήγηση από το εικοσιτετράωρο πρόγραμμα (από αυγή σε αυγή) του υποκειμένου που γράφει. Μία ημέρα στη συνείδηση του ποιητικού εγώ, το οποίο καταγράφει την πάλη του ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία από τη μία μεριά, και στην τριβή με τις καθημερινές ασχολίες και συναναστροφές από την άλλη.
Το πλαίσιο είναι μοντερνιστικό. Έχουμε ποίηση με εσωτερικό μονόλογο, σύμφωνη με τη ροή της συνείδηση. Το ποιητικό εγώ έχει οξυδέρκεια, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, αλλά καθετί είναι φευγαλέο στη σκέψη του, επομένως αδυνατεί να συνδεθεί με ένα βαθύτερο συναίσθημα ή να δώσει μια εξέχουσα οπτική εικόνα. Η ματιά είναι αποσπασματική, κυνική και εγωκεντρική -παθογένειες της υποκειμενικότητας.
Όσο προχωρά η αφήγηση το σκηνικό αλλάζει: Στο σπίτι, επισκέψεις σε φίλους, Αθήνα κέντρο, στο θέατρο, Πέραμα, π.χ. «Με μια πιρόγα από φελλό πλησιάζω την κουζίνα./Κουπί που σπρώχνει τα νερόφιδα/στα κόκκινα κηρύγματα του ιβίσκου» (σ.18) ή «Ξαφνικά το Πέραμα και ο Πειραιάς/με πλησίασαν μέσα στην ήρεμη βουή τους/που προδίδει νυχτερινή ζωή με ζαρωμένα τραπεζομάντιλα/κι άγραφες ιστορίες λίγων τετραγωνικών» (σ. 66). Ο αναγνώστης ακολουθεί την flânerie του ποιητή.
Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο με λίγες ομοιοκαταληξίες συνήθως εσωτερικές. Περιλαμβάνουν ακόμη μακρές φράσεις-περιόδους σαν κανονική ομιλία. Κάποιες παρομοιώσεις είναι εξεζητημένες π.χ. «έξω ένα πρωινό σαν πεταμένη φλοκάτη» (σ. 16), αλλά ο ποιητής έχει συνείδηση της ευκολίας και υπονομεύει την εργασία του: «Τίποτα πρωτόλειο, τίποτα λευκό./Ό,τι και να πεις είναι τσιτάτο.» (σ. 20).
Συχνά ολόκληρες στροφές μοιάζουν με απόφθεγμα («Δεν υπάρχει τέχνη/υπάρχουν μόνο καλλιτέχνες./Τους αναγνωρίζεις απ’ τον τρόπο/που περιφρονούν/τις πλαστικές καρέκλες μπαλκονιού.», σ. 23). Αποτυπώνουν ένα συμπέρασμα ή είναι απλά μια κατακλείδα. Ίσως, όμως, αυτή η επιλογή να μην αφήνει την απαραίτητη ελευθερία που χρειάζεται το ποίημα για να αναπτυχθεί και να αναδυθεί μια καινούρια γλώσσα. Ίσως το υλικό χρειάζεται λιγότερες συμπερασματικές διατυπώσεις, λιγότερες τοποθετήσεις του ομιλούντος/σκεπτόμενου προσώπου, δηλαδή λιγότερο έλεγχο.
Στο βιβλίο χτυπάει ένας βορειοευρωπαϊκός παλμός. Σκέφτομαι έναν Μπέρνχαρντ στη Ρωσία: «Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μια εντυπωσιακή είσοδο αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα» (σ.11). Υπάρχει μια υπόγεια ροή που επιβάλλει η συνείδηση και είναι πάντα γοητευτική γιατί σε αφήνει να κοιτάς στον πολύ προσωπικό χώρο του αφηγητή-πρωταγωνιστή, στο μυαλό του.
Η κεντρική ιδέα του βιβλίου δομείται πάνω σε ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό υπόστρωμα που αφορά την έννοια της δημιουργίας, π.χ.:

«Πιθανότητα Α΄ (ψυχολογική):
Ένας εσωτερικός οίστρος που φτιάχνει τις αιτίες του
για να δικαιολογηθεί. (Να βλέπεις σημαίνει να προβάλλεις.)
Πιθανότητα Β΄ (γνωσιολογική):
Η ομορφιά ως εργαλείο πρόσληψης, ως δεκανίκι του υποκειμένου
κατά την έξοδό του στον κόσμο. (Ένα γλυκάκι, ένα διεγερτικό.)
Πιθανότητα Γ΄ (ποιητές όλων των χωρών ενωθείτε):
Το όμορφο σε καλή τιμή ως παρηγοριά
-το κεφάλαιο των φτωχών.
[...], (σ. 17)

Ο ποιητής ανατρέχει σε θεωρίες της λογοτεχνίας, αναζητώντας το δικό του εγχειρίδιο γραφής. Χωρίς να αναφέρονται ρητά, σχολιάζονται κριτικά στο βιβλίο συμβάσεις, όπως η επίκληση στη μούσα, πεποιθήσεις, όπως η ιδέα ότι υπάρχουν “όμορφα” ή “υψηλά” θέματα, θεωρίες, όπως είναι η ποίηση ως μίμηση (Αριστοτέλης), η ποίηση ως καθρέφτης της κοινωνίας (ρεαλισμός), ως προσωπικό ταλέντο (ρομαντισμός), η ποίηση ως σύμβολο ή μυθική μέθοδος (μοντερνισμός), η ποίηση-γραφή ως κόσμος της συνείδησης (φαινομενολογία). Δεν απαιτείται εξειδικευμένη γνώση και ο αναγνώστης μπορεί ακόμη να δει από Σαίξπηρ και γερμανικό ιδεαλισμό μέχρι γραφές του 20ου αιώνα.
Όμως, θέτουμε το εξής ερώτημα: Αυτό που διαβάζουμε είναι κοντά στον σύγχρονο τρόπο ζωής; Είναι η σκέψη ενός μετανεωτερικού ανθρώπου του 21ου αιώνα; Μας αφορά; Και εάν ναι με ποιον τρόπο; Εάν όχι, γιατί όχι πια; Εφόσον το θέμα του βιβλίου είναι η ποιητική δημιουργία οφείλουμε να σκεφτούμε με ποιους όρους (πολιτικούς-κοινωνικούς) αυτή συμβαίνει, διότι στο Ξυράφι το ποιητικό υποκείμενο έχει απορροφηθεί από τη θεωρητική του κατάρτιση και την εσωστρέφεια. Κάνει μία κριτική επισκόπηση των ιδεών αλλά η γραφή του δεν ανατρέπει ούτε κοιτά λοξά την παράδοση.
Το βιβλίο αφορά την αισθητική της δημιουργίας και πώς η αισθητική παράγει γνώση. Τι αναπαριστά ένα ποίημα; Ας σκεφτούμε τον στίχο με τις πλαστικές καρέκλες που παραθέσαμε προηγουμένως. Πώς αλληλεπιδρά η συνείδηση και η εμπειρία; Το μότο του βιβλίου είναι από τον Νοβάλις: «Αναζητούμε παντού το απόλυτο/και δεν βρίσκουμε παρά μονάχα πράγματα». Είναι μια πάλη μεταξύ νοησιαρχίας και εμπειρισμού. Ο ποιητής διερευνά εάν η ιδέα των πραγμάτων είναι ταυτόσημη με τα πράγματα. Έχουμε μία -την ίδια- λέξη και για τα δύο; Μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή τη αυθαίρετη σύμβαση και ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης σε αυτό το φιλοσοφικό πρόβλημα;
Ο Μάινας βρίσκει την αρχή της οικονομίας (η θεωρία του ξυραφιού του Γουλιέλμου του Όκαμ, 1287-1347), δηλαδή να επικεντρώνουμε την προσοχή μας στα υπαρκτά και απολύτως απαραίτητα. Επικαλείται την ολιγάρκεια και την εξάσκηση του βλέμματος όχι στα ιδεατά πράγματα αλλά στη γειωμένη εμπειρία. Κοιτάζουμε στο εξώφυλλο το φορτηγό πλοίο, δεμένο στην προβλήτα, αλλά σε πρώτο πλάνο είναι τα στάσιμα νερά και οι αντανακλάσεις τους. Αντανακλούν μορφές και λίγο ουρανό. Αυτό είναι όλο, μια κατακερματισμένη αντανάκλαση όσων συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και τη νόηση ακόμη και μέσα σε λιμνάζοντα νερά.





ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA