πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.
                                        




[Όμως]




Μέσα σε δέκα στρέμματα διάσπαρτα μελίσσια

με τα ονόματα Αθήνα, Βενετία, Βερολίνο,

Πράγα, Βαρκελώνη, Λισσαβώνα, Νέα Υόρκη -

ογκόλιθοι που χάνονται στην γεωμετρία

του μέρους που υπερβαίνει το όλον,

μελισσουργοί –χειρουργοί του κλεινού άστεως

υπεξαιρούν τον υπερβολικό όγκο σωμάτων


τα ελευθερώνουν λίγο πριν την άνοιξη

ονειρεύονται την ευτυχία ενάντια στο ρεύμα

το χορτάρι φυτρώνει μες στα μελίσσια -πόλεις

ανάμεσα στα ζωντανά περιστύλια και τους σταυρούς

τουρίστες που είναι μεταβαλλόμενος χρόνος

ξεχύνονται σαν ολιγόλεκτοι νοηματισμοί

στα μνημεία και στα περιγράμματα των φανταστικών

μουσείων -σ’ ένα απογευματινό υπόλοιπο ζωής



μέλι κυλάει στο σώμα μου

αίμα απλώνεται έξω από το περίγραμμα των ματιών



(πρωινό στο Βίλνιους )

μια αλόγιστη ελπίδα με συνεγείρει

κοκκινίζω σε όλο το εύρος της Βαλτικής

χαρτογραφώντας υδάτινα χωράφια

με το παιδικό μου ποδήλατο



που πήγε ο παράδεισος;

που χάθηκαν οι θεοί;



(θυμάμαι τον παππού να λέει:

αν θέλεις το κορίτσι, ξεκίνα και κυνήγα το

μα στον σοσιαλισμό αγόρι μου

φτάνεις μόνο με ποδήλατο

-και στις σύγχρονες πόλεις;

-για εκεί, καβάλα την μεταφυσική του μηδενός )



τελειώνοντας η μέρα, τεμαχίζεται

σε βραδυκίνητη ευτυχία



το μόνο που θέλω είναι να δω τον αγώνα στην τηλεόραση

(σε μια στιγμή αποκλειστικά δική μας)

μια στιγμή που διαρκεί πιο πολύ από την διάρκεια μιας πόλης

(να με λατρέψεις μια φορά με τους δικούς μου όρους)

σε έναν κόσμο όπου δεν είμαστε πια ποιητές

μα ποδηλάτες με γόνατα πρησμένα_



[ εκεί που τελειώνει ο δρόμος, υπάρχει ένας άλλος κόσμος όπου παιδιά παίζουν κουτσό πάνω στο στήθος μου / πριν χαθούν μέσα στο πρωινό χωράφι / προτού φανερώσω το σώμα μου σε μια έκλαμψη κοσμολογίας / πριν τις πρωινές εφημερίδες, κλπ, κλπ]




*από το υπό έκδοση βιβλίο «Κυψέλες» που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κίχλη.



Ποιήματα της Κατερίνας Ζησάκη και του Φάνη Παπαγεωργίου συμπεριλαμβάνονται στο νέο τεύχος του online λογοτεχνικού περιοδικού Libartes σε μετάφραση της Milica Spadijer










H Κατερίνα Ζησάκη γεννήθηκε στη Λάρισα το 1984. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και ιστότοπους. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού "Μανδραγόρας", απ’ τις εκδόσεις του οποίου κυκλοφόρησαν το 2014 οι "Ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο", στην τελική λίστα για Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η "μισέρημος" είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.







Ο Φάνης Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Σπούδασε οικονομικά σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο και είναι Διδάκτωρ Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Σήμερα είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Πλυντήριο άστρων (Εκδόσεις Λογότεχνον, 2013, βραχεία λίστα πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών για το Βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη» 2013), Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα (Εκδόσεις Κουκούτσι, 2016), Διώρυγα μεταξύ νεφών (Εκδόσεις Θράκα, 2018). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά και ισπανικά, ενώ έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.





Milica Spadijer (1989): γεννήθηκε δύο ημέρες μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και ζει τη ζωή της αναλόγως. Αποφοίτησε από τη Φιλολογική Σχολή του Βελιγραδίου και πήρε το πτυχίο της από το Τμήμα Κλασικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής και επί του παρόντος εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στη Σχολή Δραματικών Τεχνών. Στην ποιητική συλλογή της Šar-planina απονεμήθηκε το βραβείο Mladi Dis ως πρώτο ανέκδοτο χειρόγραφο. Η Milica εργάζεται ως δημοσιογράφος, μεταφράζει από τα ελληνικά, διδάσκει ελληνικά και λατινικά και γράφει για αρκετές ιστοσελίδες ειδήσεων στο διαδίκτυο.


                                              





Mεγάλο Σάββατο





Απόψε θ’ αναστηθεί ο Κύριος

θα πάμε να λάβουμε Άγιο Φως

όλα βαίνουν καλώς.


Μέχρι που εσύ

μ’ αποκάλεσες Γιώργο.


Συγγνώμη, τι είπατε;

Για ποιον μ’ έχετε περάσει;

Πείτε με Κωνσταντίνο, Ντίνο, Νίνο,

Κώστα, Κωνσταντή, Κωστή,

Κώτσο αν θέτε.

Αλλά όχι Γιώργο.

Απελθέτω απ’ εμού τέτοιο ποτήριον.


Από πού κι ως πού

βρίσκεται σ’ αυτό το όνομα η Ετυμολογία μου.

Από πού κι ως πού

πίπτω εγώ σε τέτοια κλητική πτώση.



Το μόνο σίγουρο είναι πως ο Χριστός θ’ αναστηθεί κανονικά.

Ή μήπως τον λένε Χρίστο;










Το Μαύρο Κουτί



Γράφοντας έρχεται η έμπνευση

κι η γενναιοδωρία των λέξεων

θα τους επιτρέψει να σε ψηλαφήσουν.



Δεν κρατάνε τίποτα κρυφό

δεν κρατάνε τίποτα

που να μην στο πούνε με τ’ ακροδάχτυλά τους.



Κι ας παίζετε μαζί

σπασμένο τη-λέ-φω-νο

επειδή όλοι χώνουν τη μύτη τους

ξέρουν το σωστό για σένα

κι εσύ μες στη φασαρία

κάποτε αδυνατείς ν’ ακούσεις

τι ψιθυρίζει

η ποίηση στ’ ακουστικό.



Σκασμός επιτέλους!

Αφήστε με ν’ ακούσω τον εαυτό μου!



Κι η ποίηση,

το μαύρο κουτί

που θα καταγράψει τα πάντα.



Όπου κι αν πάω

Όπου κι αν πάθω.










Κρυπτονίτης



Καρναβάλι.

Μπορώ να μεταμφιεστώ σ’ ό,τι θέλω.

Γιατί όχι Σούπερμαν!



Μετά το τρελό γλέντι

στήνω καρτέρι έξω απ’ το σπίτι σου

για κατασκοπεία.




Nα τα μας!

Καταφθάνουν τα πιτσουνάκια!



Λέω να εκτοξευθώ πάραυτα σ’ άλλον πλανήτη

μ’ αυτή η έρμη η κάπα μου

δεν είναι αεριοπροωθούμενη.



Μπαίνετε στο σπίτι κρατώντας χεράκια.

(Τι ρομαντικό!)



Από στιγμή σε στιγμή

θα σας ακούσω να πηδιέστε.



Λέω να τον βγάλω έξω

να ‘παιζα

με μουσική υπόκρουση

τους ήχους των ηδονών σου.




Μα νέκρα στ’ αχαμνά μου.




Είναι ν’ αναρωτιέμαι;

Οι φλέβες που καυλώνουν τον πούτσο μου

περνούν πρώτα απ’ την καρδιά μου.










Ορυχείο




Καβάλα σ’ αυτό το ποίημα

βυθίζομαι στ’ ορυχείο

πόνου εκ γενετής εκπορευόμενου.



Λέξη-αξίνα ξύνει.



Εδώ κάτω

εργάζονται νυχθημερόν

οι ακάματοι μεταλλωρύχοι της Ποίησης!



Δεν είναι πως ήθελα να γίνω ποιητής

απλώς συνέβη μια μέρα όταν ήμουνα δεκαεφτά.

Από τότε δεν έπαψα

να σκάβω,

να σκάβω,

να σκάβω,

να σκάβω,

όσες φορές κι αν σκοτώθηκα.



Όσοι εις την Ποίησην ταφήκατε

Ζωήν ενεδύσασθε.











*




Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1981 στη Λευκωσία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Οι Πέντε Εποχές (Μελάνι, 2012) – βραχεία λίστα βραβείου Γιάννη Βαρβέρη, Υπερκαινοφανής (Μελάνι, 2017) – βραχεία λίστα Κρατικού βραβείου Ποίησης Κύπρου. Είναι δάσκαλος, εκπαιδευτής ενηλίκων, ψυχοθεραπευτής και είναι εξειδικευμένος στο Θέατρο των Καταπιεσμένων.



                                               
                                                               




Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Σπίτι παιδιού

Αντίποδες, 2019.





Κριτικό σημείωμα του Παύλου Παρασκευαΐδη



Η παιδική αθωότητα ως γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των ζώντων και τον κόσμο των νεκρών. Η ανθρωπογεωγραφία ανατολικά της Δράμας. Εκλεπτυσμένες νότες αρώματος από έναν τρόπο ζωής περασμένων δεκαετιών. Πεζογραφία και συλλογική μνήμη μάς θυμίζουν με νοσταλγία παλαιότερα παιδικά παιχνίδια, σε αντίθεση με τα σημερινά εικονικά, που ως επί το πλείστον αρχίζουν και τελειώνουν μπροστά σε μια ψηφιακή οθόνη. Το παιδί εδώ βλέπει τον θάνατο ως μια συνέχεια και όχι ως ένα τέλος. Η ιδιόμορφη συμφιλίωση του παιδιού με το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής, αυτό του τελευταίου ταξιδιού. Παρά το βαρύ κλίμα της θεματικής, στο πεζογραφικό κάδρο του Συφιλτζόγλου αποτυπώνεται ανάγλυφα ένας ανοιξιάτικος αέρας σε μια χρωματιστή ύπαιθρο, χάρη στον παραμυθένιο ψυχισμό του παιδιού. Το χωριό (Πλατανιά Δράμας), ο ποντιακός πολιτισμός και η φύση ως ανάμνηση και βίωμα του συγγραφέα στους τελευταίους αποχαιρετισμούς των συγχωριανών του. 

Για όσους γνωρίζουν και την άλλη ιδιότητα του συγγραφέα, αυτή του φωτογράφου, τους δίδεται η ευκαιρία να αποκρυπτογραφήσουν στο διήγημα αυτό την θεματική της φωτογραφικής του τέχνης, καθώς ο συγγραφέας αρέσκεται να αποτυπώνει στον φακό εγκαταλελειμμένες οικίες σε διάφορα περίχωρα της Δράμας. Ο Συφιλτζόγλου προσπαθεί να δώσει πνοή ζωής τόσο στους νεκρούς συγχωριανούς των διηγημάτων του, όσο και στη νεκρή φύση των άψυχων σπιτιών που φωτογραφίζει. Στο πλαίσιο της λογοτεχνικής παράδοσης, ο συγγραφέας πιάνει το νήμα από το προηγούμενο έργο του (Δραμάιλο, εκδ. Αντίποδες, 2018), αλλά και από τη νεότερη λογοτεχνική τάση που επικεντρώνεται θεματικά στις παραδόσεις και τα έθιμα της ημιορεινής και ορεινής ενδοχώρας, τον εμφύλιο πόλεμο, τη μετανάστευση κ.α. βαδίζοντας στο δρόμο που χάραξαν οι ποιητές Μέσκος, Γκανάς και Μπράβος. Άλλωστε στα δύο τελευταία έργα του Συφιλτζόγλου (Δραμάιλο και Σπίτι παιδιού) το λογοτεχνικό αποτύπωμα της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας (δες και Παπαμόσχος, Παλαβός) συνομιλεί με αυτό της Δράμας, καθιερώνοντας πλέον αυτήν την λογοτεχνική τάση στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. 













Ο Παύλος Παρασκευαΐδης είναι εκπαιδευτικός στη μέση εκπαίδευση.









εκδ. Αντίποδες

Ένα σπίτι, μα τι σπίτι – ένα Σπίτι Παιδιού 



Το Σπίτι Παιδιού του Κυριάκου Συφιλτζόγλου κυκλοφόρησε από τους Αντίποδες πριν από λίγους μήνες, τον Νοέμβριο του 2019, και νομίζω πως το έχουν ήδη καλοδεχτεί πάρα πολλά σπίτια. Δίνεται σ’ αυτό η ιστορία (δηλαδή οι ιστορίες – ιδωμένο αλλιώς: οι ιστορίες, δηλαδή η ιστορία) ενός σπιτιού. Και το σπίτι αυτό έχει όνομα, λέγεται Σπίτι Παιδιού, ακριβώς σαν το καινούργιο βιβλίο του Κυριάκου, που είναι πεζογράφημα· μια νουβέλα έκτασης 90 σελίδων. Το βιβλίο διαιρείται σε 33 ενότητες και ανοίγει με τις απαραίτητες συστάσεις. Πριν από την πρώτη ενότητα υπάρχει ένα, δοσμένο με μικρότερη γραμματοσειρά, σημείωμα, δέκα αράδων, που εξηγεί τι ήταν τα Σπίτια του Παιδιού («Τα Σπίτια του Παιδιού ήταν ένα δίκτυο ιδρυμάτων» κ.λπ., κ.λπ.). Το σημείωμα αυτό αποτελεί μέρος του βιβλίου, όχι όμως του κυρίως κειμένου, δηλαδή του λογοτεχνήματος. Το σημείωμα είναι πληροφοριακό, μας δίνει στοιχεία που τα κάνουμε ό,τι θέλουμε εμείς (τα βάζουμε στην τσάντα μας ή και όχι) και μας αφήνει να ταξιδέψουμε. 

«Άλλοι το ’λεγαν “Ίδρυμα”, άλλοι “Σπίτι Παιδιού” και άλλοι “Πολυτεχνείο”. Σ’ αυτό δούλευε η μαμά και ζούσαμε μέσα του πέντε μέρες. Στην Πλατανιά ήταν αυτό. Όπως και να το ’λεγε κάποιος στο χωριό, όλοι ήξεραν πού είναι». Μόλις παρέθεσα ολόκληρη (έτσι σύντομες είναι σχεδόν όλες) την πρώτη παράγραφο της πρώτης ενότητας του βιβλίου – αυτή που δίνει και την πρώτη εντύπωση. Μαθαίνουμε εδώ τον προορισμό του ταξιδιού μας, τον χώρο της δράσης: είναι τα χωριά της Δράμας. Μαθαίνουμε (ή θυμόμαστε) πως τα ονόματα δεν πολυ-έχουν σημασία. Μαθαίνουμε πού δούλευε η μαμά του αφηγητή και πως η οικογένεια δεν ζούσε σε ένα σπίτι μόνο. Το βασικότερο: Μαθαίνουμε κάτι που ξέρουν όλες και όλοι οι κάτοικοι ενός χωριού, αρχίζουμε έτσι να τους προσεγγίζουμε, ερχόμαστε ένα βήμα πιο κοντά στο Σπίτι Παιδιού. 

Θ’ ανοίξω μια παρένθεση εδώ, θα επιβραδύνω το πλησίασμα, προκειμένου να κάνω ένα-δυο σχόλια που αφορούν τη γλώσσα. Παίρνω αφορμή από εκείνο το «στην Πλατανιά ήταν αυτό» που παρέθεσα προηγουμένως. Ας υποθέσουμε πως η φράση ήταν λίγο συντομότερη, πως έλειπε η τελευταία λέξη της, το «αυτό». Θα άλλαζε το νόημα; Δεν θα άλλαζε. Το «στην Πλατανιά ήταν αυτό» σημαίνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακριβώς το ίδιο με το «στην Πλατανιά ήταν», όπως και με το «αυτό ήταν στην Πλατανιά». Δεν ακούγονται ωστόσο το ίδιο και ο Κυριάκος το ξέρει μια χαρά αυτό. Δίνω άλλο ένα παράδειγμα. Ελάχιστα παρακάτω, στην πρώτη πάλι σελίδα και στο πλαίσιο των συστάσεων ακόμα, διαβάζουμε: «Απέναντι έβλεπες το βουνό και πίσω μια παιδική χαρά ήταν, γεμάτη πεύκα». Όχι «πίσω ήταν μια παιδική χαρά», ούτε «ήταν γεμάτη πεύκα», αλλά «μια παιδική χαρά ήταν», κόμμα, «γεμάτη πεύκα». Το ρήμα πάει πίσω (επιτάσσεται, που λέμε), το κόμμα συνεπάγεται παύση, η παύση έχει σημασία, η σειρά των λέξεων έχει επίσης σημασία και μπορεί να παίξει μεγάλο ρόλο στο αισθητικό αποτέλεσμα. Τα λέω αυτά για να καταλήξω να αναφερθώ στην αβίαστη ροή του λόγου του Κυριάκου. Και η παρατήρηση αυτή δεν αφορά την αρχή του βιβλίου μόνο, που στο κάτω-κάτω μπορεί να προσέξει κανείς λίγο παραπάνω ώστε να είναι καλογραμμένη, αλλά ολόκληρη τη νουβέλα που διαβάζεται ευχάριστα, ίσως και μονοκοπανιά (εγώ έτσι τη διάβασα την πρώτη φορά), σαν να έχει τελικά φωνή και σαν να ακούγεται. Κλείνω όμως την παρένθεσή μου και προχωρώ παρακάτω, δηλαδή παραμέσα. 

Από τις σελίδες του βιβλίου, όπως και από την πόρτα του σπιτιού, περνάει κόσμος και κοσμάκης. Περνάει καταρχάς ο αφηγητής, αυτός που μας ανοίγει να μπούμε κι εμείς. Ο αφηγητής λέγεται Κυριάκος και αυτός, σαν τον συγγραφέα, και αυτό δεν είναι μία σύμπτωση, αργεί όμως πολύ να συστηθεί, μέχρι τη σελίδα 64 δεν έχει όνομα, είναι απλώς «ο γιος του Ζήση». Από την ίδια πόρτα περνάν η μαμά, ο μπαμπάς, ο αδερφός (που ξέρει και κορακίστικα). Η γιαγιά Μαρία, που δεν μιλάει καθόλου ελληνικά, μόνο τούρκικα, και ο παππούς Κυριάκος, που μιλάει και λίγο ελληνικά. Η άλλη γιαγιά, που είναι πεθαμένη και της κάνουν επισκέψεις, και ο άλλος παππούς: «δεν ήξερα αν υπήρχε τάφος για τον παππού, γιατί όλο στη γιαγιά πηγαίναμε». Ο παπάς που ψέλνει σαν τη μέλισσα ή τη μεγάλη σφήκα – και όχι μόνο αυτός ο παπάς. Ο νεκροθάφτης που χάνει τη γυναίκα του – και όχι μόνο αυτός ο νεκροθάφτης. Ο Αποστολάκης, ο τρελός του χωριού. Ο νεκρός Μοχωρίδης και ο ζωντανός Τενσέσογλου. Ο Παντελής που πίνει πολύ και πάει καμιά φορά και κοιμάται στον τάφο του πατέρα του. Η Βάγενα με τις καλές της κότες και τον νεκρό της γιο. Ο κύριος και η κυρία με το τρίγωνο σπίτι και τη μπλε σκεπή· και μετά ο κύριος «χωρίς την κυρία». Και άλλες και άλλοι, ζωντανοί και νεκροί, νεκροί και ζωντανοί, αδιάκριτα[1]

Παρά τους νεκρούς του, το Σπίτι Παιδιού είναι ένα πολύ ζωντανό βιβλίο. Τα νεκροταφεία του δεν είναι ξένος τόπος, τόπος σκοτεινός, τόπος στον οποίο δεν μας βγάζει ο δρόμος. Τους πεθαμένους του δεν τους αποφεύγουμε, δεν τους φοβόμαστε, δεν τους αφήνουμε να περάσουν στη σφαίρα της ανυπαρξίας. Νιώθουμε σχεδόν σαν να τους βλέπουμε, τους σφίγγουμε το χέρι, μας κλείνουνε το μάτι. Τους παρακολουθούμε ενίοτε να παίρνουν το αεροπλάνο· τίποτα το παράλογο εδώ: έρχονται για την τελετή τους και για την ταφή τους. Ο θάνατος δεν είναι ο μεγάλος εχθρός, δεν είναι αυτός που σκοτεινιάζει το δωμάτιο και σκορπίζει παντού τη θλίψη. Οι τόσοι και τόσοι θάνατοι του βιβλίου δεν φέρνουν δάκρυα, φέρνουν μνήμες, (όχι απαραίτητα δυσάρεστες) σκέψεις και γέλιο πού και πού, χάρη στη ζωηράδα και τη σπιρτάδα του μικρού Κυριάκου. Μη φανταστείτε λοιπόν ένα βαρύ βιβλίο· θεωρείστε, στο άλλο άκρο, δεδομένο έναν συγγραφέα που φροντίζει, ανάμεσα στα άλλα, για την ευχαρίστηση των αναγνωστριών και των αναγνωστών του. 

Λέει, ας πούμε, ο Κυριάκος (συνειδητά ταυτίζω εδώ ήρωα-αφηγητή και συγγραφέα, τον Κυριάκο τον μικρό με τον Κυριάκο τον μεγάλο) για τότε που έβαζε το μάτι στις μυρμηγκότρυπες κοντά στον τάφο της γιαγιάς του και τη ρωτούσε αν τον βλέπει. Και για τότε που είπε στη μαμά του «όταν γίνω υπερήλικος, εσύ θα ’σαι σαν εγγονή μου και ο μπαμπάς σαν εγγονός μου». Είναι παιδί και έχει κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα να παίξει. Ανεβαίνει λοιπόν στον γυναικωνίτη και, όταν βγάζουν όλοι τα καπέλα τους, μετράει καράφλες. Παίζει κρυφτό με τον αδερφό του στο νεκροταφείο, ανάμεσα στους τάφους. Παίζουν, με τα γουόκι-τόκι ανά χείρας, και ένα παιχνίδι με τις ηλικίες των θαμμένων, νικάει όποιος πετύχει τη μεγαλύτερη. Τότε είναι που βρίσκουν τη λαμαρίνα που γράφει «Αλεξάνδρα, δύο ημερών» – παγώνει εδώ η αναγνώστρια, παγώνει και ο αναγνώστης, ξεπαγώνουν όμως γρήγορα για να διαβάσουν τη συνέχεια, να δουν τι θα γίνει μετά. Και μετά γίνεται αυτό: Η Αλεξάνδρα, η νεκρή κοπελίτσα κερδίζει τα γουόκι-τόκι· τα δικαιούται, της χαρίζονται, είναι δικά της για τις υπόλοιπες μέρες της. Κυριάκος και Σταύρος θα βρουν κάποιο άλλο παιχνίδι. 

Άλλοτε πάλι ο Κυριάκος δεν παίζει. Σηκώνει τα ξαπτέρυγα, ποτίζει τα βασιλικά, «κάν[ει] παρέα τον κύριο»: κύριος είναι ο νεκρός στην κάσα του και χωρίς τους συγγενείς του. Ακούει την καμπάνα, πάει να τη χτυπήσει λίγο κι αυτός: Δεν του είναι αδιάφορος ο θάνατος, δεν τον πιστεύει για υπόθεση αποκλειστικά των μεγάλων, σίγουρα όχι για υπόθεση των άλλων. Εκφράζει απορίες: «Πώς γίνεται να μην κλαίει ένας άνθρωπος όταν πεθαίνει η μαμά του;», «Πώς μπορούν οι νεκροί να αναπνέουν έτσι που είναι τόσο κολλητά ο ένας με τον άλλον εδώ;». Το πρώτο από αυτά τα ερωτήματα προκύπτει όταν πεθαίνει η γιαγιά και ο μπαμπάς δεν κλαίει, οπότε ο μικρός σκέφτεται πως μάλλον κάτι «σαν αρρώστια» θα έχει, για να μην κλαίει που πέθανε η μάνα του. Το δεύτερο γεννιέται όταν ο μικρός πάει για πρώτη φορά σε νεκροταφείο της πόλης και δεν του θυμίζει σε τίποτα εκείνο του χωριού. Πέρα από αυτά, επαναλαμβανόμενο είναι το ερώτημα «ποιος πέθανε;», που τίθεται όταν χτυπάει πένθιμα η καμπάνα, όταν εμφανίζεται ο νεκροθάφτης, όταν περνάν αμάξια με στεφάνια, και σε άλλες περιπτώσεις. Και νομίζω πως ένα υπόρρητο ερώτημα του βιβλίου είναι (στο περίπου) το εξής: Τι αλλαγές επιφέρει ένας θάνατος[2]; Ένα τέτοιο ερώτημα περνάει ενδεχομένως από το μυαλό μας όταν οι αγελάδες μουγκανίζουν σαν να κλαιν, όταν οι κότες δεν βγάζουν κιχ σαν να έχουν αντιληφθεί τον χαμό, όταν τα σπίτια ανοίγουν για ένα ξενύχτισμα και ύστερα κλείνουν πάλι, όταν έρχονται οι συγγενείς από τα ξένα για το στερνό αντίο και φεύγουν μετά οριστικά. 

Το Σπίτι Παιδιού μπορεί να προκαλέσει και άλλα ερωτήματα ή προβληματισμούς, όχι απαραίτητα κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής διαδικασίας, αλλά και εκ των υστέρων – η σχέση με τα βιβλία δεν τελειώνει άλλωστε μαζί με την ανάγνωση, τα βιβλία συνεχίζουν ιδανικά να ζουν μέσα μας. Υπάρχει έτσι η περίπτωση να αναρωτηθείτε, διαβάζοντας ή αργότερα, πότε πήγατε τελευταία φορά στα μνήματα και αν ξέρετε πού είναι θαμμένοι όλοι οι νεκροί σας. Ή να βουτήξετε σε λίγο πιο βαθιά νερά: Η ιστορία της ζωής τελειώνει με τον θάνατο και μετά αρχίζει η ιστορία του θανάτου; Υπάρχει ιστορία του θανάτου; Η ταφή, τα οστά, η εκταφή μέρος ποιας ιστορίας είναι; Πεθαίνουν τα σπίτια; Ξεχνιούνται οι άνθρωποι; Κατοικούν οι νεκροί; Η τελευταία κατοικία είναι όντως τελευταία; Είναι όντως κατοικία; 

Έχοντας κάνει λόγο για το μετά την ανάγνωση (και για να ελαφρύνω λιγάκι το κλίμα): Φαντάζομαι γνωστές του Κυριάκου να απορούν, διαβάζοντας το Σπίτι Παιδιού, πού πήγε και θυμήθηκε το ένα και το άλλο. Φαντάζομαι άγνωστες του Κυριάκου να αναφωνούν, διαβάζοντάς τον, «αυτό μου θυμίζει τότε που…». Και οι μεν και οι δε παραδέχονται βέβαια (στη φαντασία μου πάντα, αλλά η πραγματικότητα μου φαίνεται πως με δικαιώνει) τι ωραία που τα λέει. Το παραδέχομαι οπωσδήποτε και εγώ που με αφορμή το βιβλίο του ταξίδεψα πίσω στον χρόνο και αντιμετώπισα ξανά με τη σειρά: τη διπλανή μου στο θρανίο, τη σχετική με τις κηδείες μου ερώτησή της, την έκπληξή της που δεν είχα πάει ποτέ σε κηδεία, τη μάνα μου να λέει «δεν έχει σχολείο αύριο, πέθανε ο παππούς» και την καμία ανακούφισή μου. Αυτά δεν τα γράφω για να ψυχαναλυθούμε παρέα, αλλά επειδή σκέφτομαι πως ο Κυριάκος σε όλη εκείνη τη συζήτηση που αφορά το πώς να μιλήσουμε στα παιδιά για τον θάνατο έχει κάτι να προσφέρει· είναι σαν να δείχνει με τον τρόπο του (και, εν ολίγοις, πολύ διακριτικά, αφήνοντας τις ιστορίες του να κάνουν τη δουλειά τους) πως το έχουμε πάρει όλο λάθος. 

Το Σπίτι Παιδιού είναι γεμάτο πλυμένα μάρμαρα, θυμιατά με καρβουνάκια, διαφόρων ειδών φέρετρα[3], κηδείες, πεθαμένους και νεκροφόρες που πηγαινοέρχονται. Ενώ όμως το ρήμα «πέθανε» επανέρχεται συνεχώς, απουσιάζει από το βιβλίο η λέξη «πένθος»[4]. Δεν ξέρω πώς σας φαίνεται αυτό, προσωπικά δυσκολεύομαι πολύ να το πάρω για τυχαίο. Και αν έπρεπε να δοκιμάσω να μαντέψω τον λόγο πίσω από μια τέτοια απουσία, θα έλεγα μάλλον κάτι σαν: «είναι που την κατάσταση παίρνει στα χέρια του ένα παιδί» – δικό του είναι το βλέμμα, δικοί του οι όροι και οι τρόποι. Θα πείτε «μα ο Κυριάκος δεν είναι πια παιδί»· θα πω «ναι, αλλά “τον εαυτό του παιδί απ’ το χέρι κρατάει”[5]». 

Παιδί ή μη, ο Κυριάκος περιγράφει με τις πιο ωραίες εικόνες (εννοώ μαζί και αστείες) το σχολείο του: «Δύο σόμπες μεγάλες είχαμε και δυο διαλείμματα πιο μεγάλα», «Το αγαπούσα πολύ αυτό το σχολείο, όταν φώναζα, έκανε τον πιο δυνατό αντίλαλο». Όταν πήγαινα εγώ σχολείο, είχα μια δασκάλα που όλο ζητούσε να χαρακτηρίσουμε τον έναν και τον άλλο – σίγουρα τώρα αν ήταν σε καμιά γωνιά θα ήθελε να χαρακτηρίσουμε τον μικρό Κυριάκο. Έστω η δασκάλα λοιπόν και έστω το χατίρι της. Ευκαιρία να σταθώ ίσα-ίσα σε δυο πράγματα που δεν θα ήθελα να αφήσω ασχολίαστα. Το πρώτο είναι η δοτικότητα του Κυριάκου: σε όλες και όλους κάτι (θέλει/ βρίσκει/) έχει να προσφέρει. Στις φωτογραφίες μεταφέρει τα χαιρετίσματα του νεκρού, στον κυρ Ανέστη που πονάει πάει και λέει «εγώ είμαι εδώ», στα κόκαλα που έχουν ξεμείνει κάτω από το χωράφι δεν παραλείπει να χαρίζει ένα κορνάρισμα ανά πέρασμα. 

Το δεύτερο που θα ήθελα να επισημάνω, επειδή κάτι δείχνει για τον Κυριάκο και αυτό, αλλά και επειδή θεωρώ πως αποτελεί βασικό στοιχείο του βιβλίου, είναι μια ανησυχία (ή και αγωνία ακόμα, που συγκαλύπτεται με ένα σωρό τρόπους) που κουβαλάει ο μικρός από την αρχή μέχρι το τέλος και αφορά τον παππού του τον Σταύρο. Ο Κυριάκος δεν ξέρει πού είναι θαμμένος ο παππούς του και αυτό (το ότι δεν ξέρει) το πληροφορούμαστε ήδη από την πρώτη ενότητα του βιβλίου. Στη συνέχεια μας υπενθυμίζεται σε ανύποπτο χρόνο, με διάφορες αφορμές[6]. Ο παππούς δεν μνημονεύεται πολλές φορές, μπορεί και να τον ξεχάσουμε στο ενδιάμεσο. Ο Κυριάκος όμως καθόλου δεν τον ξεχνάει: Δεν είναι τυχαίο που η συνάντηση παππού και εγγονού γίνεται τελικά στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, λες και όλος αυτός ο δρόμος των 33 στάσεων έγινε μόνο για μόνο για να πλαισιώσει τη συγκεκριμένη στιγμή, που βιώνεται σαν μια αποκατάσταση, σαν τη λύση ενός δράματος, τη λήξη μιας εκκρεμότητας. «Επιτέλους μάθαινα πού είναι ο παππούς», λέει ο μικρός, «ο καθένας στο σπίτι του», γράφει ο Κυριάκος, «τέλος καλό» προσθέτω εγώ, ξεχνώντας πια τη δασκάλα. 

Ο Κυριάκος είναι καλός, πολύ καλός, στις ιστορίες, όπως είναι καλός, πολύ καλός, στις φωτογραφίες[7]. Όταν φωτογραφίζει ρημαγμένα σπίτια, παρατημένα αντικείμενα, γκρεμίσματα μαθαίνει, με τρόπο μαγικό (βλ. παιδικό), τα μυστικά τους. Όσα από αυτά θέλει, τα μοιράζεται, με όλα τα άλλα ζει μαζί. Οι ιστορίες του κάνουν για το δημοτικό, κάνουν για το γηροκομείο, κάνουν ακόμα και για το νεκροταφείο. Διαβάζονται πάνω σε μηλιές και κερασιές, απέναντι από καρυδιές, κάτω από ανθισμένες αμυγδαλιές. Συνοδεύονται από ψημένα κάστανα[8], τσιγάρο και σκέτο καφέ, κονιάκ και «ελιές από σοκολάτα». Αφορούν τις ρίζες («πώς η γιαγιά ήρθε από τον Πόντο εδώ, έτσι κι εδώ ζούσαν άλλοι παλιά, μουσουλμάνοι»), τα ρημάγματα («ένα σπίτι που ’ταν μισό σπίτι, γιατί του έλειπαν κομμάτια»), τις μνήμες μας («θα τους κάνω δυο τάφους κανονικούς, για να βλέπουν οι άλλοι πως έζησαν κάποτε κι αυτοί»). Βασικά όμως αφορούν τα πεθαμένα μας[9]· και τα πεθαμένα μας δεν είναι ούτε τα περασμένα μας ούτε τα ξεχασμένα μας. 





* Το κείμενο αυτό ήταν να διαβαστεί σε μια παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη στις 11 Μαρτίου 2020. Η παρουσίαση θα γινόταν στη Ζώγια, θα συμμετείχαμε σ’ αυτήν ο Χρήστος Κολτσίδας, ο Άρης Στυλιανού, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου και εγώ, θα συντόνιζαν οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, ωραία θα ήταν. Η παρουσίαση, όπως φαντάζεστε, δεν έγινε, το κείμενο έμεινε αδιάβαστο (κάτι που ευτυχώς δεν συνέβη με το βιβλίο) και αποφάσισα τώρα πια να το μοιραστώ. Η προφορικότητα του λόγου έχει σκόπιμα διατηρηθεί, για να μειώσει λίγο τις αποστάσεις που κατά τα άλλα αναγκαστήκαμε να κρατήσουμε. 




*



[1] Αφήνω πολλές και πολλούς απ’ έξω τώρα. Στο σπίτι μου σημείωσα όλα τα ονόματα, όλες και όλους τους μνημόνευσα, σαν κάπως να το χρωστούσα του Κυριάκου. 


[2] Συναφές ερώτημα: «τι μένει από έναν άνθρωπο;» (ή «τι μένει από έναν θάνατο;»). Και μικρή συμβολή του Κυριάκου: «το φέρετρο είχε μόνο λίγη στάχτη και τα σιδερένια γυαλιά της κυρίας που τράκαρε στη Γερμανία με ένα φορτηγό που κουβαλούσε πετρέλαιο» (σ. 63). 


[3] Δίνω ένα μόνο παράδειγμα, που το θεωρώ ενδεικτικό: «εντελώς μόνος ένας μικρός τάφος, ολομόναχος λες και τον έβαλαν τιμωρία γιατί άτακτος ήταν στην τάξη και όλο φασαρίες έκανε και ούτε ο δάσκαλος ούτε ο παπάς ούτε οι υπόλοιποι νεκροί τον θέλαν» (σ. 81). 


[4] Υπάρχει, ωστόσο, το επίρρημα «πένθιμα» (βλ., π.χ., σ. 18 και 63). Απουσιάζουν επίσης, αν δεν κάνω λάθος, λέξεις όπως «μοιρολόι» και «θρήνος». 


[5] Δανείζομαι τον στίχο από τον Παρασκευά Καρασούλο. 


[6] Βλ. σ. 55 και, δευτερευόντως, 68. 


[7] Μας έχει εξάλλου συστηθεί από καιρό (πρώτα ως ποιητής και μετά) ως φωτογράφος. Το Σπίτι Παιδιού, το εξώφυλλό του θέλω να πω, κοσμείται από δική του φωτογραφία. Παίρνοντας αφορμή από την, έστω και παρενθετική, αναφορά στην ποιητική ιδιότητα του Κυριάκου που μόλις έκανα, να πω πως το Σπίτι Παιδιού παίρνει τη σκυτάλη από το Δραμάιλο (προφορικότητα, κόκαλα, κοινός τόπος). Και πως ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής του είναι Έκαστος εφ’ ω ετάφη. Και πως στις Μισές αλήθειες «επείγει μια Ανάσταση», στο Με ύφος ινδιάνου υπάρχει ποίημα με τίτλο «Συνοριακό κοιμητήριο», Στο σπίτι του κρεμασμένου γράφει «λένε οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους», αλλά σιγά μην πιστεύει ό,τι λένε. 


[8] Με μια τέτοια μοσχοβολιά κλείνει άλλωστε αυτό το βιβλίο του. 


[9] Γιατί όμως «μας» (γιατί όχι «του»); Είναι συνειδητή επιλογή μου αυτό το πρώτο πληθυντικό, αλλά στην ουσία προκύπτει από μια επιτυχία του βιβλίου. Αναγνώστρια και αναγνώστης μπαίνουν μέσα του, συμπορεύονται, ταυτίζονται με τον Κυριάκο – αυτό τουλάχιστον συνέβη σε εμένα.

Αριάδνη Καραγιαννίδου "Άφαντος ο Θεός πέθανε"


Είχα βαρεθεί να ξέρω
πόσο έχασε η Γιουβέντους
από τη Ρεάλ
νόμιζα.

Μου φαινόταν πολύ ντεκαυλέ
να ξέρω τέτοια πράγματα
από σένα.

Περίμενα να ξέρω
γιατί ο Νίτσε έγραψε το Ζαρατούστρα
ή έστω κάποια ραντομ φρίκη σου
Τι όνειρο είδες χτες
Αν είχες καύλες όταν ήσουν 16
Και πως λέγανε το πρώτο σου σκύλο

Σήμερα ο Ολυμπιακός έχασε 2-0
από τον ΠΑΟΚ
και το κινητό μου θύμισε πως
αυτά
αυτά;
αυτά μπορώ να τα ξέρω και γω
και πως ήτανε γλυκά
γιατί ήτανε δικά σου

Καλά μην το παίρνεις προσωπικά
και πάρεις τηλέφωνο
Μαγεύομαι από το τι φαγητό έφαγε
η φίλη μου στην Αθήνα
πώς έριξε τα γκομενάκια της
ποιο βιβλίο διαβάζει
ποια ταινία του Τσιώλη είδε
Μαγεύομαι από το είδος του καφέ
που ήπιε η μητερα και με τι γέλασε με τις φίλες της
Μαγεύομαι από τα ποτά που πινουμε
στα σάπια μαγαζιά και τις μπύρες στην πλατεία
Μαγεύομαι από τις συζητήσεις που κάνουμε
ακόμα κι αν είναι για εκείνη τη ραντομ φρίκη
Όλοι έχουν από μία

Και εγώ που σήμερα με νόμιζα αποτυχημένη,
κοίτα
Με στοίχειωνε η αποτυχία της σχέσης
Τι σημαίνει δα αυτό;
Ελπίζω αύριο να νικήσει η αγαπημένη σου Μπαρτσελόνα
Και δε λυπάμαι καθόλου που ξέρω πως είναι
η αγαπημένη σου
Δε λυπάμαι καθόλου που ξέρω εσένα
Δε λυπάμαι που έφυγες,
αναρωτιέμαι πού πήγες
Είναι λίγο σαν αυτό με το Θεό
Άφαντος Ο θεός
πέθανε
και κάποιοι μείνανε με τα ποτάμια της φύσης,
τις χαράδρες και τα ηλιοβασιλέματα

Εγώ έμεινα
με τη Μπάρτσα

Γλυκιά που είναι

φώτο: Φάνης Παπαγεωργίου




Mικρή η νύχτα
Για θερινά όνειρα !
Πάμε σινεμά 

*

Το πεφταστέρι
Λέει θα σε αγαπώ
Μέχρι να σβήσω 

*

Θα σου χαρίσω 
Λίγη απ’ την ομίχλη
Φιλί στα χείλη 

*

Απέραντο μπλε!
Θάλασσα και ουρανός
Ανάμεσά μας


Ομφαλοσκόπηση



Αφού αρκετά
ομφαλοσκόπησα
με το βλέμμα στραμμένο
στον ομφαλό σου
είπα, για λίγο,
να ομφαλοσκοπηθώ. 


Είδα έναν ασημένιο ομφαλό
να ξεκουράζεται χουζούρικα
εμπρός μου.
Όταν τον κοιτώ,
αυτόν μόνο που έχω,
σαν να τον μιμούμαι.
Ξεκουράζομαι κι εγώ
όπως το βλέμμα μου
πάνω μου.



Α φ ι έ ρ ω σ η 

του συγγραφέα στον εαυτό του 


Ένα βιβλίο που ’ρχεται να δικαιολογήσει (και εν μέρει να σαρκάσει) τη μεγίστη των τεχνών, τη λησμονημένη από τον άδικο κόσμο μας Ονειροπόληση, δεν θα μπορούσε παρά να αφιερωθεί σε σένα, αγαπητέ Δημήτριε. Εσύ άλλωστε μου το ενέπνευσες, εσύ, γαντζωμένος στον ώμο του δικού σου Δον Κιχώτη, καβάλα στο χάρτινο γαϊδουράκι των βιβλίων σου – άραγε πού νομίζεις ότι πας; Πουθενά. Ο ιδαλγός σου αδιαφορεί, αδιαφορεί η Ποίηση Δημήτριε, αδιαφορεί η Λογοτεχνία. Οι σοβάδες των ανεμόμυλών της ξεκολλούν από την κάλπικη βροχή των εγκωμίων. Η δεσποσύνη απ’ το Τοβόσο, οχυρωμένη σε ένα γυάλινο καφασωτό, επιδίδεται σε φιλοφρονήσεις, ο αναμαλλιάρης κάμπος έθεσε τους τυχοδιώκτες σε αργία. Γιατί; Πώς πέσαμε τόσο χαμηλά οι ανόητοι, γιατί πάψαμε να ονειροπολούμε; 
Η πραγματικότητα, Δημήτριε, αποδέχεται τον εαυτό της όταν εξαναγκάζεται να τον φθονεί – παράτα τα λοιπόν φίλε μου, στάχτη ας γίνουν όλα, αποκαΐδια και συντρίμμια ενός κόσμου που του άξιζε το χάος, παράτα τους, άσ’ τους στο τίποτα ώσπου, ώσπου… 
…σε έναν αρτιμελή πια κόσμο να επανέλθει η μεγίστη των τεχνών.




ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΥΓΕΣ


Έχεις χρήματα εκεί πάτερ, είμαι σίγουρος, όπως εγώ εδώ έχω μια σπάθη. Αν δεν θες να δεις τη σπάθη, άσε με τότε να δω τα χρήματα, και βιάσου, γιατί εγώ, ο Αντρέας Τολεδόν, έντεκα έχω στείλει να αναπαύονται στο βαρέλι με τις μύγες.

Όλες οι τέχνες έχουν τον προστάτη τους. Οι μεταπράτες έχουν τον Άγιο Ιάκωβο του Κάδιθ, οι δικηγόροι την Αγία Σύλληψη, οι ιχθυοπώλες τον Άγιο Λεόν της Καστίλλης – μόνον οι αλήτες δεν έχουν τον προστάτη τους, οι υπόλοιποι εγκληματίες ναι. Πες στους ανθρώπους σου λοιπόν να κάνουν άγιο αυτόν τον βλάκα (ο Θεός να τον έχει καλά) τον κάλπικο ιππότη που με έσωσε, τον δον Κισάτο. Φυγόδικος δεν είναι σαν τα μούτρα μου, ούτε τσιφούτης σαν τα δικά σου. Και άκου πώς έγινε: με σέρνανε με αλυσίδες για εκτέλεση, έκλαιγα τη τύχη μου ο φουκαράς όταν αυτός είδε από μακριά (άκου λόξα!) Αλγερινούς πειρατές να σέρνουν χριστιανό σε σκλαβοπάζαρο! Να χαρώ τα μάτια που του ’δωσε ο Θεός! Και τώρα τα λεφτά, τσιφούτη, μη χλομιάζεις…

….αχ θα με εκτελούσαν, που λες πάτερ, πάνω στον ανθό της νιότης!




ΔΥΟ ΠΟΝΗΡΟΙ


Οι ιππότες είναι ευγενικοί και καλοπληρωτές – άκου πώς θα του τη σκάσουμε. Τράβα βρες κάνα φουστάνι της γυναίκας σου και μετά κάλυψε το κεφάλι σου με μια μαντήλα. Εγώ κάτι θα βρω, θα φορέσω μια εσάρπα, κι αύριο ξεκινάμε χαράματα με τα άλογα. Θα είμαστε τάχα δυο μάγοι ξακουστοί. Εσύ κάνε ότι δεν μιλάς τη γλώσσα μας, πέτα τίποτα αλαμπουρνέζικα, αλλά να γουρλώνεις τα μάτια σου όταν τον κοιτάς. Εγώ θα του πω ότι τον περιμένουν περιπέτειες και δόξες. Ρίξε και μια προσευχή στον Αλλάχ, και μετά εγώ θα αρχίσω τα σιρόπια. Θα τον μουρλάνουμε – πας στοίχημα; Μόλις όμως σκάσουν το παραδάκι… αχ εκεί να δεις τι μαγικά θα κάνουμε στο χάνι με τα κορίτσια. 
















ΝΕΟ ΦΕΓΓΆΡΙ

Το Νέο Φεγγάρι ήλθε στον Σκορπιό.
Μάρανε τους κήπους
άφησε τ' άστρα να χυθούν απάνω στα ξερόχορτα
Κι έβαψε τους τοίχους μ' ανάρμοστα συνθήματα.

Σταμάτησε μονάχα εκεί
Όπου οι μάγισσες προνόησαν
κι έχουν από νωρίς φυτέψει τις αψιθιές
για τον μελλούμενο χειμώνα.

Εκείνο το βράδυ κανένας δεν ξεστράτισε
Μήτε ναρκομανής μήτε ερωτευμένος
Οι Αφηρημένοι μόνο -  μόνο αυτοί
βγήκαν να δουν τα γνωμικά και τα φαντάσματα.

Εμείς όλοι οι λοιποί 
μέσα μείναμε προσηλωμένοι.
Με δέος περιμέναμε τον κρότο.
Μέσα μείναμε μικροί
Από Μέσα τους καθρέφτες μας
θολώνει ξένο χνώτο.



REN

Οι μάγισσες, άμα τύχει και συναντηθούν
πάντοτε - μα πάντα η μια την άλλη θα γνωρίσουν
Μπορεί ακόμη και να χαιρετηθούν.
Όχι γιατί σαν ζώα του δάσους μυρίζονται.
Όχι γιατί φέρουν στο σώμα τους επιγραφές.
Ούτε καν επειδή είναι ιδιαζόντως όμορφες.

Αλλά γιατί ξεδιάντροπα περιφέρονται εδώ κι εκεί
με τις ψυχές ασημοκαπνισμένες.



ΦΥΛΑΧΤΌ

Οι κλωστές από τα μαλλιά της
- τυχαία ραμμένες στον καρπό μου
μπερδεύονταν με τις αρτηρίες μου
που' χαν ήδη βγει στο δέρμα για να τις αγγίξουν.

Τί παράδοξο φυλαχτό θα κάναμε οι δυο μας!
Θα ζήλευαν τσιγγάνες και σαμάνοι
κι όλοι οι Μπωντλαίρ αυτού του κόσμου.




*


Η Εσμεράλδα Γκέκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Σπούδασε νομικά στη Νομική σχολή Αθηνών. Είναι επίσης κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο Αστικό Δίκαιο της Νομικής Αθηνών. Εργάζεται στην Αθήνα ως δικηγόρος. Οι ποιητικές συλλογές της Pulchritudo Bestiae (2012), Ουρανόδεικτος (2014) και Παράδοξος Ύπνος (2019) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
 
 


                                       
                                                              photo Eleni Gourgoulia



ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 


Το βράδυ στο σπίτι θα βγάλουμε το σακούλι να μετρήσουμε τα κουκιά

με τα βρώμικα χέρια μας

ποια έκανε τις μεγαλύτερες θυσίες,

ποια πλάγιαζε από επιθυμία για το σώμα

ή για τα κτήματα, το σπίτι κι ένα όνομα

ποια δούλευε απ’ την ανατολή μέχρι τη δύση

γέρνοντας χαμηλά από την κούραση

ποια στράγγιζε τη γη

κι έπιανε στο βαμπάκι το καλύτερο ζύγι

ποια έφτιαχνε λέξεις κι αγόραζε αξιοπρέπεια.

Ποια μέτρησε με σταυροβελονιά,

τόσους θανάτους για τόση ελευθερία,

την προίκα της κόρης της.



Κάποτε εσύ

δε θα χορεύεις όπως φανταστήκαμε,

με μια γεύση κανέλας στο στόμα;






Μπαρμπαγιάννης

Ήξερες κ' αλάργευες
Είχες μάθει να βλέπεις
που χαμηλά πετούσαν τα πουλιά και
το στοργικό τους ν' ακούς
προμήνυμα. Ήξερες·

Όπου φούντωνε ο ουρανός κ' ανάβαν
τα νέφια και σκάγαν -μάτια να σε δω
δεν είχα- καθώς η βροντή του μεσοχείμωνου
Κ' όπου κελάρυζαν κρασιά σε μεθυσμένα ποτήρια
Κ' όπου λιβάνιζαν μακάμια και χορτάρια
Κ' όπου σφάζονταν αγροίκοι
και ψευτόμαγκες -χέρια να σου γράψω
δεν είχα- Ήξερες·
Στα έλατα στα πεύκα και στα Βασιλικά
στη Σαλαμίνα για ψάρεμα (έμπαινε τότε
στην πρώτη του εφηβεία το ’22)
Ήξερες κ' αλάργευες

Κάτι παλιοί ποιητές σ' ανακρίναν
όμως δεν είχες λόγια όμορφα
όμως δεν είχες εξηγήσεις να δώσεις
- πού πας ταξιδιώτη με τέτοιο καιρό
- για τ' άστραμμα πάω για τ' αϊβαλί μου

Τι εξηγήσεις σου γύρευαν, ακριβέ μου Μπαρμπαγιάννη
κάτι παλιοί ζαχαρένιοι ποιητές
που δεν οσμίστηκαν ποτέ δεν ένιωσαν δεν σ' είδαν
να σημαδεύεις μ' ένα μπαγλαμαδάκι το Θεό
Τι εξηγήσεις
και τι λόγια όμορφα
από όμορφες ποίησες, εσύ
που μύησες εαυτό στα πουργκατόρια
και ήπιες κάθε υγρό δευτερόλεπτο
απ' τους τεκέδες του διαόλου
ως που σου γίναν (μια Πέμπτη τ' Αυγούστου,
χαράματα)
τα ζαλισμένα φρένα ενός Peugeot
ποταμάκι για το ουράνιο παραπέτασμα. Κ' όμως,
ήξερες·

Ήξερες κ' αλάργευες, ακριβέ μου Μπαρμπαγιάννη
ας μην είχα χέρια να σου γράψω
ας μην είχα μάτια να σε δω
κ' ας πρέπει κάθε τώρα
πια όπου τριταυγουστιάζει
να μου ξαναφυτρώνουν μάτια και χέρια
για να σου γράφω γράμματα
που ποτέ δεν θα μπορέσεις να διαβάσεις
για να σου λέω τραγούδια
που ποτέ δεν θα μπορέσεις ν' ακούσεις
για να σου ζητώ παραγγελιές
που ποτέ δεν θα μπορέσεις να παίξεις

Ήξερες·
Ήξερες κ' αλάργευες, ακριβέ μου Μπαρμπαγιάννη —

Μα τώρα δεν νυχτώνουν ίδια οι νύχτες


Μία λιγότερη


Βρήκα ένα πτώμα έξω από το σπίτι μου
και ήταν μια συνάντηση απλή
χωρίς τίποτα το παράξενο.
Δεν είχε ούτε στο ελάχιστο την ηρεμία
που συχνά απέδιδαν στον θάνατο,
αλλά έμοιαζε με τα σκυλιά
που άραζαν στην άσφαλτο
τρώγoντας κρέατα γεμάτα με καρφιά.
Τα μαλλιά της ήταν μακριά και καστανά
αλλά τα δόντια της ήταν σπασμένα.

Βρήκα ένα πτώμα έξω από το σπίτι μου
και γίναμε φίλες αμέσως.
Τα βράδια ξάπλωνε δίπλα μου
και μου ψιθύριζε τρυφερά στο αυτί
«Εσύ δεν θα πεθάνεις ποτέ» εννοώντας
πως την είχα γλιτώσει και αυτή τη φορά
πως ήταν εκείνη αντί για εμένα
μια ανταλλαγή που δεν καταλάβαινα
μια ανταλλαγή καθόλου απλή.



                                                           







καρέκλες



υπάρχουν καρέκλες
που διαλέγουν σώματα
κι άλλες που έγειραν
από του μέσα κόσμου
το αδιόρατο βάρος
και δεν αντέχουν
παρά μόνο τη σιωπή




ναρκοπέδιο



όταν πάτησαν τα μάτια
στη στέρεα γη
άγνωστοι μεταξύ αγνώστων
στα χέρια λέπια η σιωπή
λιώνει ο χρόνος
ξεγλιστράει στην παλάμη
το αίμα στ’ ακροδάχτυλα
φέρει μνήμη

τυλίγομαι το νέο μου δέρμα
να με χωράει
διπλής επένδυσης
εξαιρετικής αντοχής

βλέμματα λαιμητόμοι
τα ακέφαλα σώματα
θα αναγνωρίζονται με την καρδιά




όσο χρειάζεται


στάθηκε δίπλα
ακριβώς
όσο χρειάζεται
για να νιώθω το χέρι
χωρίς το βάρος του

όσο χρειάζεται
για να ξέρω πως και τα βήματα
που είναι δυο άξονες που τέμνονται
κοιτάζουν στην ίδια ευθεία

όσο χρειάζεται
για να ξέρω πού να στραφώ
άμα πληθύνουν οι σιωπές
που οδηγούν σε μονήρεις δρόμους
και άγονα τοπία
ανάμεσα στα πρόσωπα
μια λέξη μόνο
ένα άγγιγμα
και από άγονο εύφορη κοιλάδα
και από σιωπή ενάτη συμφωνία
και από μόνοι
μαζί





Εμπόλεμη ζώνη

Κατάπαυση πυρός καμία δεν
επιτελείται στου Ήλιου την άκρη∙
μας τράβηξε ο θάνατος
το κύμα του μας έσβησε στην άρμη ̶
της γης που επαγγέλλεται
τη Γένεση
εξόδιος ακολουθία.







Αδιακρίτως
μέσα σου βυθίστηκα την ώρα της Σελήνης
κι αφού θαλάσσιους ελέφαντες
προσπέρασα Σειρήνες και χειμώνες
τον βυθό σου για πάντα φωτίζοντας
να κείτεται αντίκρισα
τον θάνατο όλου του κόσμου.







Αν έχεις τον Θεό σου
να τον πάρεις
να τον βάλεις στη θέση του
να του φορέσεις κορώνα τον αιθέρα
να του δώσεις για σκήπτρο τον αέρα
τις μύγες να διώχνει
να εξολοθρεύει τα αρθρόποδα.

Εδώ κάτω,
κάτω εδώ, να του πεις,
πήρε τη θέση του
θρονιάστηκε ο Διάβολος ̶
με τη Σελήνη φωτίζει
το μέσα μας
και τη σκιά ειρωνεύεται
το έξω μας.

O Εωσφόρος, να του πεις,
βάζει στον Θάνατο φωτιά.






*


Η Ερίνα Χαραλάμπους γεννήθηκε στην Κύπρο το 1980. Σπούδασε κλασική φιλολογία, γλωσσολογία και συμβουλευτική ψυχοθεραπεία. Εργάζεται στον τομέα της επιμέλειας και μετάφρασης εκδόσεων. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν παρουσιαστεί σε λογοτεχνικά φεστιβάλ ή/και δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. erina.charalambous@gmail.com






*Τα ποιήματα ανήκουν στην υπό έκδοση ποιητική συλλογή Πλεκτάνη.

Χρήστου Κολτσίδα, Βροχή Περασμένη: καιρός του σπείρειν, καιρός του ποιείν

εκδόσεις Μελάνι



Η πρώτη (βραβευμένη) ποιητική συλλογή του Χρήστου Κολτσίδα, Τα ορεινά (Αθήνα, Μελάνι, 2015), έγινε δεκτή κυρίως ως ποίηση- κράμα μιας υπαρξιακής-φιλοσοφικής ζήτησης με μια φωνή γειωμένη στο σκληρό πάτριο έδαφος του συγκεκριμένου: Mια ποίηση με άλλα λόγια μοντερνιστική, που αναφέρεται αφενός στον αφηρημένο στοχασμό του Καρούζου και του Παπαδίτσα και αφετέρου στη γενέθλια προβιομηχανική ανθρωπογεωγραφία του Μέσκου, του Γκανά, του Πορφύρη και του Μπράβου.[1]Η δεύτερη αυτή τάση, που σημειώνεται στην ελληνική λογοτεχνία (τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία) τις τελευταίες δεκαετίες, θέτει αυτόματα ερευνητικά ερωτήματα, με πρώτο από όλα τη σχέση της με την ηθογραφική πεζογραφία και την ομόθεμη ποίηση της γενιάς του 1880: Σε τι μοιάζει και σε τι διαφέρει άραγε ο σύγχρονος νεοέλληνας που γράφει για το χωριό του από τον Κρυστάλλη, τον Χρηστοβασίλη ή ακόμα και τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη; Και, σε ένα δεύτερο χρονικό επίπεδο: Πώς συνδέεται η σύγχρονη ποιητική εικονοπλασία της ελληνικής προνεωτερικής υπαίθρου και η έννοια της «παράδοσης» που αυτή διαμορφώνει με τον περί ελληνικότητας λόγο της γενιάς του 30; Οι απαντήσεις δεν μπορούν να δοθούν εδώ παρά μόνο σε επίπεδο προκαταρκτικών υποθέσεων εργασίας. 

Μια πρώτη γενική διαπίστωση, για παράδειγμα, θα ήταν ότι η σύγχρονη εκδοχή του βιωματικού αγροτικού σκηνικού είναι αναγκαστικά διαμεσολαβημένη μέσω της πρώτης, δηλαδή ότι τα σύγχρονα κείμενα δεν παραπέμπουν απλώς στη γενέθλια ύπαιθρο χώρα αλλά ταυτόχρονα ανακαλούν τα παλιότερα κείμενα ανάλογης θεματικής. Δηλαδή δεν πρόκειται μόνο για τη λεγόμενη βιωματική γραφή αλλά αναγκαστικά για μια διαθλασμένη, παράγωγη γραφή, που εκ των πραγμάτων αντιπαρατίθεται στους κειμενικούς προγόνους της, ακόμα και ανεξάρτητα από τις διαθέσεις των συγγραφέων. Το γεγονός αυτό και μόνο, σε συνδυασμό και με τη συχνά τροπική, ελλειπτική γλώσσα, συνιστά αυτόχρημα τη γραφή αυτή ως μη ρεαλιστική και το τοπίο που κατασκευάζει μάλλον ως «χάρτινο» παρά ως αναπαραστατικό. 

Μια δεύτερη παρατήρηση, αρκετά προφανής, είναι ότι το ελληνικό τοπίο που αναδύεται από τα σύγχρονα κείμενα αντιστρατεύεται την πάμφωτη πανελλήνια αιγαιακή αισθητική που συνδέθηκε με τη γενιά του τριάντα: Είναι κατά κανόνα βορεινό, ορεινό, κρύο, μάλλον βλοσυρό και αφιλόξενο, και, κυρίως, μερικό και τοπικό, όπως και το απωθημένο γλωσσικό ιδίωμα που συχνά το επενδύει. Είναι δηλαδή, με μια έννοια, «αντεθνικό», καθώς αγνοεί το ολιστικό ιδεολόγημα περί ελληνικότητας και υπαινίσσεται μια, μάλλον επιμελώς αγνοημένη μέχρι πρόσφατα, πολιτισμική πληθυντικότητα.[2] Πρόκειται δηλαδή για μια γραφή «τοποφιλική»[3], που προβάλλει την ταυτότητά του εμποτισμένου με προσωπικές και συλλογικές μνήμες, αισθήματα και νοήματα «τόπου» (place) απέναντι στον απρόσωπο και ανοίκειο «χώρο» (space) της παγκοσμιοποίησης. 

Η παραπάνω διάκριση (τόπος: προσωπικό, συγκεκριμένο, διακριτό / χώρος: απρόσωπο, αφηρημένο, αδιαφοροποίητο)[4] θα μπορούσε ίσως να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία του φαινομένου από ιστορική σκοπιά. Η παλιά λογοτεχνική στροφή στη μικρή αγροτική κοινότητα συμπίπτει με την πρώτη φάση της αστικής ανάπτυξης και εκβιομηχάνισης της χώρας στα χρόνια του 1880, οπότε και ο λαϊκός πολιτισμός λειτούργησε ως όργανο ομογενοποίησης κατά τη διαδικασία κατασκευής του έθνους.[5]Η σύγχρονη θα μπορούσε να κατανοηθεί ως αντίδραση στην προϊούσα παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, που βιώνεται ενδεχομένως ως απώλεια ταυτότητας. Όπως έχει επισημάνει η έρευνα: 

Καθώς ο πλανήτης συρρικνώνεται, μας μένει όλο και περισσότερος χώρος αλλά όλο και λιγότεροι τόποι, όπου μπορούμε να συνδεθούμε μεταξύ μας μέσω κάποιας εκφραστικής δραστηριότητας» […] οι συνθήκες της νεωτερικότητας, που περιλαμβάνουν μαζικό εξαστισμό, κινητικότητα και τεχνολογική πρόοδο, πρέπει να ενισχύουν την απόφασή μας να διατηρήσουμε ουσιαστικούς δεσμούς με τόπους[6]

Τη φορά αυτή όμως η επιστροφή στις ρίζες καταλήγει στην ανάδειξη της ετερότητας και της πολυπολιτισμικότητας και όχι στη διαμόρφωση ενός ενιαίου εθνικού λόγου.[7] Αναμφίβολα πάντως, η απάντηση ή απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι πιο σύνθετες από ό,τι υπονοούν αυτές οι απλές αναγωγές και θα έπρεπε να αναζητηθούν κάπου ανάμεσα στα ίδια τα κείμενα και το εκτεταμένο διακειμενικό πλέγμα που τα περιβάλλει. 

Η δεύτερη τώρα συλλογή του Κολτσίδα, Βροχή περασμένη (Αθήνα, Μελάνι, 2020), κινείται, θεματικά και εικονοπλαστικά, σε ανάλογο κλίμα με την πρώτη, με κάποιες σαφείς όμως αιχμές υπέρβασης που θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω στη συνέχεια. 

Ήδη ο τίτλος της συλλογής (που προέρχεται από το λαϊκό ρητό βροχή περασμένη, κάπα δεν χρειάζεται) προδιαθέτει για μια τάση αποδέσμευσης και επανεκκίνησης, ένα είδος άρσης των επιφυλάξεων και περαίωσης των εκκρεμοτήτων του παρελθόντος. Τα βασικά στοιχεία της πρώτης συλλογής (ο τόπος, ο χρόνος, η φθορά, ο θάνατος, το σπίτι, οι μουσικές, οι χοροί, οι ονοματισμένοι νεκροί), όλα τα υλικά που συγκροτούν την πολύτιμη θλίψη ενός παρωχημένου κόσμου, επανέρχονται και στη Βροχή περασμένη. Με μια διαφορά: Το ποιητικό υποκείμενο μοιάζει τώρα να συμφιλιώνεται με την ιδέα του θανάτου ως σύμφυτου με τη ζωή και να καταφάσκει διστακτικά τις εφήμερες αναλαμπές και δοκιμασίες του βίου. 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το πρώτο ποίημα της συλλογής έχει σχέση με τη φωτογραφία, θέμα που ουσιαστικά δεν απαντά καθόλου στα Ορεινά, από όπου η τεχνολογία απουσιάζει σχεδόν ολοσχερώς:[8] 



ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 

Σύριζα κόβει ο άνεμος των κλαδιών την τόλμη 

κι ο μικρός δρυοκολάπτης ακόμα πληγώνει 

τον κορμό της καρυδιάς. 

Σύριζα ανάβει κι ο ήλιος ό,τι το μάτι του πιάνει 

και μια που το αναθρέφει 

μια που το καταποντίζει πάλι 

στο χώμα. 



Είναι σ’ αυτό το χωραφάκι του κόσμου που κολατσίζουνε 

–κουρασμένο απ’ τη δουλειά αντρόγυνο– 

ο Θάνατος ο θεριστής και η σπορίτισσα η Ζωή. 



Κι ήτανε πίσω από τα βάτα τότε 

που κάποιος έκανε το τρομερό το κλικ 

– με όλα του τα δάχτυλα. 

Κι από το φλας, για μια στιγμή, 

γυρίσαν όλοι να κοιτάξουν. 



Όποιος έχει διαβάσει τον Φωτεινό θάλαμο του Roland Barthes δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει εδώ αυτό το «τρομερό το κλικ» που παγώνει τον χρόνο για πάντα και το σοκ που προκαλεί στον φωτογραφιζόμενο, ο οποίος ξαφνικά μετατρέπεται από υποκείμενο σε αντικείμενο.[9]Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η φωτογραφία συνδέεται από τον Γάλλο θεωρητικό με τον θάνατο. Και όχι μόνον από αυτόν. Ο πένθιμος χαρακτήρας της φωτογραφίας καθώς και η λειτουργία της στη λογοτεχνία έχουν επανειλημμένα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας.[10] Θα παραπέμψω εδώ ενδεικτικά μόνο στο καθοριστικό κείμενο της Susan Sontag Περί φωτογραφίας, που επίσης τονίζει ρητά τον επιτάφιο χαρακτήρα αυτής της εμβληματικής εφεύρεσης της ύστερης νεωτερικότητας: [11]

Η φωτογραφία είναι μία ελεγειακή τέχνη, τέχνη του λυκόφωτος. […] Όλες οι φωτογραφίες είναι memento mori. Παίρνοντας μία φωτογραφία, συμμετέχεις στη θνητή, ευάλωτη, ευμετάβλητη όψη κάποιου άλλου προσώπου (ή πράγματος). Είναι ακριβώς με τον τεμαχισμό αυτής της στιγμής και με το πάγωμά της που όλες οι φωτογραφίες μαρτυρούν την ανελέητη τήξη του χρόνου. 

Μόνο που εδώ, στο ποίημα του Κολτσίδα, ο θάνατος παντρεύεται (μέσω της φωτογραφίας) με τη ζωή, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο και η στιγμή με την αιωνιότητα. Και πρόκειται κυρίως για μια φωτογραφία-σύμβολο, σύμφωνα με την κατά Peirce τριμερή διαίρεση των σημείων:[12] Το χωράφι γίνεται «χωραφάκι του κόσμου» και το ζευγάρι των χωρικών που ξαποσταίνουν από τη δουλειά μεταμορφώνεται στο απόλυτο αντρόγυνο- τον Θάνατο και τη Ζωή. Η φθαρτότητα και η τυχαιότητα, η πεμπτουσία του μοντέρνου δηλαδή, ενοφθαλμίζονται στο ακίνητο, απαρχαιωμένο σκηνικό των «Ορεινών» και γεννούν την «Βροχή περασμένη». «Απ’ την παλιά φωτογραφία» περνούμε από την ληθαργική χώρα της εγκατάλειψης και του πόνου σε μια νέα περιοχή: αυτή της συνάντησης με τον κύκλο της ζωής. Δεν είναι τυχαίο το θέμα του τελευταίου ποιήματος της συλλογής: 

ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ 

Τρυπώνω σιωπηλά 
μέσα στ’ αμπάρι του Θεού. 
Με θάβουν για να ζωντανέψω. 
Τί είμαι; 

Το αμπάρι του θεού είναι η γη και η απάντηση στο αίνιγμα του τέλους είναι ο σπόρος, το παιδί της «σπορίτισσας Ζωής». Το βιβλίο τελειώνει αναστάσιμα.[13] Και δεν μπορεί εδώ παρά να θυμηθεί κανείς το γνωστό παιγνιώδες δίστιχο από τα Μικρά ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου: 

καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε 
ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος 

Ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα μια περιδιάβαση στις εποχές, στα αγαπημένα πρόσωπα, νεκρά και ζωντανά, στα ζώα και στα φυτά, στους τόπους της μνήμης και στα κείμενα. Ο μύθος, το δημοτικό τραγούδι, σπαραγμένο και διάσπαρτο, ο χορός, το ευαγγέλιο και πάλι η σύγχρονη νεύρωση της τεχνολογίας. Όπως και στην πρώτη συλλογή, τα θέματα σχηματίζουν ενότητες. Η πρώτη λέγεται «Τέσσερις εποχές απ’ το μπαλκόνι» και μοιάζει να αναφέρεται στην ιστορία μιας αόριστης γυναικείας μορφής από την άνοιξη, που σηματοδοτεί την άφιξή της, μέχρι και τον χειμώνα που σημαίνει τον θάνατό της. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα παρουσιάζει το «Καλοκαίρι» 

Καλοκαίρι 

Έκανε να κοιμηθεί κάτω απ’ την καρυδιά 
κι άκουγε τα τζιτζίκια 
κι έβλεπε τον ήλιο να σκάει πάνω στο σπίτι. 
Δεν ήξερε 
δεν ήταν αποδώ. 
Κάτω απ’ την καρυδιά δεν πρέπει να κοιμάσαι. 
Άλλοι πεθαίνουν 
κι άλλοι 
–χειρότερα– 
βλέπουνε πως παθαίνουν θάνατο τρομερό 
μες στο κατακαλόκαιρο. 

Το ποίημα αυτό αναφέρεται σε μια λαϊκή δοξασία σχετικά με το «κακοϊσκιωτο» δέντρο και ταυτόχρονα διαλέγεται (κρυφά ή φανερά) με το πρώτο μέρος από την ποιητική σύνθεση του Γρυπάρη «Στον ίσκιο της καρυδιάς»:[14]

Γ. Γρυπάρη, «Στον ίσκιο της καρυδιάς» 




Του Γιαλινού μεσημερίς 

που τ’ ανεφόκαμα πνιχτό φουντώνει, 

που μ’ άγριαν άφρη η όχεντρα 

θεριακωμένη βαλαντώνει· 



Που ιδρώνει η φύση βαρβατιά 

και πυριωμένο το αίμ’ από τη ζέστη 

σα μούστος γλυκοπίπερος 

σαν τον άκρατο βράζει ασβέστη· 



Η Μαντελένια η γιόμορφη 

κάτω απ’ την καρυδιά, μέσα στην κούνια 

φτερνοκοπάει τους πόθους της 

καβάλλα, με χρυσά σπερούνια. 


Κάθε της κλώνος και φωλιά 

και κάθε της φωλιά κι από ‘να ταίρι 

της καρυδιάς, που πυκνοθόλωτη 

τ’ αψύ αντικόβει μεσημέρι. 



Με χαϊδογαργαλίσματα 

και τιτυβίζοντας τα φλώρια, οι σπίνοι 

των υμεναίων το ποθοκέρασμα 

ταίρι κερνά και ταίρι πίνει. 



Κι η Μαντελένια η γιόμορφη 

η Μαντελένια η ρούσα αποδιαντράπη 

και τραγουδάει και λέει για τα πουλιά 

δυο δυο πώς κάνουν την αγάπη. 




Μα η καρυδιά η κυκλόβολη 

ίσκιο βαρύ και κακόν ίσκιο κάνει· 

κοιμάται… κι ο αξύπνητος 

δεν θα ‘ναι πιο βαρύς, όταν πεθάνει. 



Με στρύχνους κι υοσκύαμους 

της πλέκει ο πνίχτης ο βραχνάς στεφάνι, 

κι οι λήθαργοι απ’ τα φύλλα του 

κι οι φανταγμοί σταζοβολούν οι πλάνοι. 



Ζώνει την κόρη ολόγυρα 

κάτι σαν ίσκιου ατράνταχτο τουφάνι· 

στο δέντρο οι απονύχτερες 

κουρνιάζουν υπνοφαντασιές που κάνει. 


Κι από τα τρίκλωνα τα ξέκλωνα 

στης ομορφιάς της το άνθος γύρω 

πετούν τα ολόξανθα ερωτόπουλα 

κύμα απ’ αφρό και φως και μύρο. 



Του ίσκιου τ’ ανάερο παχνοΰφασμα 

έχει μονάχα φορεσιά της, 

στα τροφαντά ξώσαρκα στήθια της 

παραπατάει ο μεσημεριάτης. 



Και πάνω στη ροδοελεφάντινη 

κοιλιά της – νάνι Μαντελένια! 

νάνοι πηδούν κοκκινοπρόσωποι 

μ’ άκουρα γένια, μαύρα γένια 




Στη συνέχεια η μοιραία ηρωίδα του Γρυπάρη, υπό την επήρεια του παραισθησιογόνου ίσκιου, ονειρεύεται μια σειρά από ερωτικά επεισόδια στα οποία εξολοθρεύει τους συντρόφους της ως γυναίκα αράχνη. Η ηρωίδα του Κολτσίδα δεν έχει την ίδια τύχη. Ονειρεύεται τον δικό της θάνατο, ο οποίος φαίνεται ότι δρομολογείται στο επόμενο ποίημα, το Φθινόπωρο, και πραγματοποιείται στον Χειμώνα. Το δημοτικοφανές κλίμα συνεχίζεται διακριτικά στην επόμενη σειρά ποιημάτων, που φέρουν τίτλους σε γενική, κατά το πρότυπο των κλέφτικων και των παραλογών (και βέβαια και των Παραλογών Σαχτούρη): του οδοιπόρου, του γλεντιού, της μετάνοιας, του φωτός, της αιωνιότητας, της απλότητας, της σοφίας, της γνώσης, της επιμονής. Οι παραδοσιακοί συνειρμοί των τίτλων ανατρέπονται ειρωνικά στην αντιπαράθεσή τους με την έντεχνη τροπικότητα του κυρίως κειμένου. [15]

Τρία από τα ποιήματα της εν λόγω ενότητας είναι αφιερωμένα σε πρόσωπα, ένα φέρει προμετωπίδα από το Ευαγγέλιο, ένα διαλέγεται με τον Επίκουρο, και δύο εισάγουν έννοιες της σύγχρονης τεχνολογίας. Το ένα από αυτά (“Του φωτός”) επαναφέρει το θέμα της φωτογραφίας: 


ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ 

Κύριε 

μπορεί να εγένετο το φως 

όμως κυκλοφορώ 

με χαλασμένο το φωτόμετρο. 



Ερασιτέχνης φωτογράφος επαρχίας 

κατόπιν εορτής ή ανήμερα κηδείας. 

Το κείμενο ξεκινά σαν προσευχή, με την επίκληση του ύψιστου, και υπαινίσσεται το πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης, αλλά εδώ εξαντλείται η μεταφυσική του σκευή. Ο αρχέγονος λόγος της δημιουργίας εκπίπτει βέβηλα σε όρους δυσλειτουργικής τεχνολογίας. Το ποιητικό υποκείμενο δεν μπορεί να υποδεχτεί τη θεϊκή προσφορά, γιατί το σχετικό μηχάνημα έχει βλάβη. Η μεταφορά αναπτύσσεται μετά από ένα ομιλούν τυπογραφικό κενό: Η απόλυτη αποτυχία: και ερασιτέχνης, και στην επαρχία, και εκπρόθεσμος και πένθιμος. Το τελευταίο δίστιχο, έμμετρο και ομοιοκατάληκτο, συντακτικά και σημασιολογικά γεωμετρημένο, θα μπορούσε να είχε γραφτεί από τον Καρυωτάκη. 

Η ποιητική αυτή ενότητα κλείνει με ένα ποίημα που επιγράφεται «Χλωρίδα και πανίδα», που αναφέρεται σε ένα «φυτολόγιο της μνήμης» και σε έναν αετό που δεν μπορεί να βαλσαμωθεί, με έναν «Επίλογο» και ένα υστερόγραφο , που συνομιλούν μεταξύ τους: 


ΕΠΙΛΟΓΟΣ 


Τελικά ο Θάνατος έχει πολλά ποδάρια. 

Αιώνιος πεζοπόρος 

και δρομέας μεγάλων αποστάσεων. 



Μα κι η Ζωή καραδοκεί. 

Έμπειρη κυνηγός 

Τον τουφεκάει στους δρόμους. 


Η διαμάχη θανάτου και ζωής απαλύνεται στο υστερόγραφο: 


Υ Γ . 

Βέβαια 

μπορεί και να ’ναι η Ζωή 

μικρό θηλαστικό που κρύβεται στις φτέρες. 

Κι ο Θάνατος 

εκείνο το πικρό χορτάρι 

που βάνει στην πίτα η γιαγιά μου. 


Πώς απαλύνονται η αντιθέσεις και πώς ειρηνεύει ο φόβος. Η ζωή δεν είναι πια η ατρόμητη κυνηγός αλλά ένα μικρό τρωκτικό, «που κρύβεται στις φτέρες», όπως εκείνος ο λαγός της παροιμίας που έσειε τη φτέρη για κακό της κεφαλής του. Αλλά ο συγκεκριμένος λαγός είναι ασφαλής. Ο θάνατος δεν τον απειλεί, έχει μεταμορφωθεί σε ό,τι πιο ευρηματικό υπάρχει στην ποίηση αυτή: στο «πικρό χορτάρι» που προσθέτει ένταση στη γεύση της πίτας της γιαγιάς. Και το άκρο άωτο της εξοικείωσης είναι το διαλεκτικό «βάνει» αντί του κοινώς λεγόμενου «βάζει», που φέρνει στο ποίημα την ίδια τη φωνή της γιαγιάς, τη θαλπωρή και την ασφάλεια, τον απόηχο της στοργής που εξημερώνει και αφομοιώνει τον θάνατο. 

Η τελευταία ενότητα του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον «Ακίνητο Θωμά», τον Θωμά Αντωνάκη, παππού του ποιητή και εμβληματική μορφή των αλλοτινών καιρών και τόπων. Η ενότητα, που αποτελείται από οκτώ κείμενα, φέρει ως προμετωπίδα ένα δίστιχο από κλέφτικο δημοτικό. Εν είδει προανακρούσματος, γιατί το δημοτικό τραγούδι παρεισφρέει κατακερματισμένο, ενσωματωμένο και μεταμφιεσμένο σε πολλά σημεία του κειμένου. 

[…] Θα ξανάρθει τότε το πουλί- το πιο μικρό, το τρίτο- που δε λαλούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια, μον’ ελαλούσε κ’ έλεγε μ’ανθρώπινη λαλίτσα. 


Αλλού τα πουλιά (που σημειωτέον πετούν επίμονα στον ουρανό το κειμένου) 


Βαστούσανε στα νύχια τους χέρια και το κεφάλι. 

Τα χέρια στον παράμεσο κι απ’ ένα δαχτυλίδι


«Στ’ όνειρο ξανά» η φωνή της Χρυσούλας συνθέτει σπασμένο δεκαπεντασύλλαβο σε εισαγωγικά: 


«Με τη βροχή θα σου ’ρχομαι 

και με τον ήλιο φεύγω. 

Κι όταν στα μάτια σε κοιτώ 

θα κάνεις το σταυρό σου». 


Αυτός ο Θωμάς, που σκάει στα γέλια όταν γκρεμίζεται στον βαρύ χορό και αναμετριέται με τον Χάρο (Με μια μαγκούρα από κρανιά / τον στούμπηξα στα μούτρα), αυτός είναι που οδηγεί την ποίηση αυτή στον οίστρο της ζωής μέσα από τον φόβο του θανάτου. 





Μαρία Ιατρού 

Επίκουρη Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας 



























[1] Βλ. ενδεικτικά τις κριτικές: Π. Γκολίτση, «Τα μετατοπιζόμενα όρια μιας γυμνώσεως. Η πρώτη φωνή του Χρήστου Κολτσίδα», Θράκα, 09. 10. 2017 http://www.thraca.gr/2017/10/blog-post_69.html τελευταία πρόσβαση 03.04. 2020 

Γ. Τεμπρίδου, «Βόλτα στο βουνό: Προσεγγίζοντας Τα Ορεινά του Χρήστου Κολτσίδα» (Χρήστος Κολτσίδας, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2016), Ποιητική 23 (2019) 17 

Δ. Κόκορης, «Είκοσι ένα βήματα στο ορεινό μονοπάτι. Χρήστος Κολτσίδας, Τα ορεινά, Αθήνα, Εκδόσεις Μελάνι, 2015, σελ. 32.», Το Κοράλλι, 8 (2016) 159-160 




[2] Βλ. ενδεικτικά Μ. Ιατρού, «Αναζητώντας την «παράδοση» στα κείμενα του Μάρκου Μέσκου», Πόρφυρας, 156-157 [2015] 182-194 


[3] Βλ. για τον όρο Yi-Fu Tuan, Topophilia, Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall, 1974, όπου διερευνώνται οι τρόποι κοινωνικής διάδρασης ανθρώπων και τόπων. 


[4] Για τη διάκριση χώρος (space) – τόπος (place) βλ. J. Wainwright-T. J. Barnes, “Nature, economy, and the space - place distinction”, Environment and Planning D: Society and Space 2009, volume 27, 966- 986, ειδικά 969: “Place was good; it meant humanism, and opposed to a cold, heartless science represented by spatial science και 972: The evacuation of place reached its apex in the idea of space as a system of mathematical points (Newton, Descartes, and Locke). The rise of commercial capitalism, with its necessary abstractions of time and space, and the development of technologies such as mapping, transformed objective place into a pie in the sky, at best a dream to which Romantic poetry could longingly aspire'' 


[5] Δ. Πατσιάλα Ελευθεράκη, Όεις εκλαογραφισμού στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία οι περιπτώσεις της Ζυράννας Ζατέλη, του Σωτήρη Δημητρίου και του Μάρκου Μέσκου, Α. Π. Θ., 2013, σ. 5 (ανέκδοτη διπλωματική εργασία) 


5 T. Zick, "Space, Place, and Speech: The Expressive Topography," George Washington Law Review 74, no. 3 (April 2006) 439-505, ειδικά σσ. 440: “ As the planet shrinks, we are left with more and more space, but fewer and fewer places in which to connect with one another through expressive activity” και 485: “[…]the conditions of modernity, including mass urbanization, mobility,and technological advancement, ought to, if anything, heighten our resolve to maintain meaningful connections to places” (Όπου δεν δηλώνεται διαφορετικά, η απόδοση στα ελληνικά είναι δική μου.) 


[7] Δ. Πατσιάλα Ελευθεράκη, ό. π., σημ. σ. 5. Πρβ. και σ. 6: «Προς χάριν ποιας αληθοφάνειας, ποιας λογοτεχνικής διεκδίκησης θα τολμούσε ένας ηθογράφος να βάλει στα χείλη των ηρώων του τούρκικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, μακεδονίτικα ή κάποια βαλκανική γλωσσική μίξη, ομιλουμένη στην ύπαιθρο του ελλαδικού χώρου, που δεν ηχεί όμως και τόσο «ελληνική». Την πράξη αυτή την βλέπουμε να εφαρμόζεται στους σύγχρονους συγγραφείς μας.» 


[8] Για την ακρίβεια, υπάρχει μια μνεία της φωτογραφίας στο ποίημα «Ο θάνατος της Ευαγγελίας» αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο μιας παρομοίωσης («Σα να την τραβάν φωτογραφία γελά») 


[9] Ρολάν Μπαρτ , Ο φωτεινός θάλαμος. Δοκίμιο για τη φωτογραφία (μετάφραση Γιάννης Κρητικός), Αθήνα, Ράππας, 1983, σσ. 25, 28. 


[10] Για μια επισκόπηση του θέματος (και ειδικά στην σχέση του με τη λογοτεχνία) βλ. Δ. Παπαστάθη, Κική Δημουλά. «Αχθοφόρος μελαγχολίας». Ποίηση και ποιητική του πένθους, Αθήνα, Gutenberg, 2018, σσ.338-3599 (το κεφάλαιο «Φωτογραφίες: Memento mori») 


[11] Susan Sontag, Περί φωτογραφίας (μετάφραση Ηρακλής Παπαϊωάννου), Αθήνα, Φωτογράφος, 1993, όπως παρατίθεται στο Παπαστάθη, ό. π., σημ. 10, σ, 339. 


[12] Βλ. Γ. Πασχαλίδης, «Αυτό/βιο/φωτο/γραφία: η εαυτότητα στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγής», Gramma: Journal of Theory and Criticism, 3 (1995) 91-113, ειδικά 102-106: «[…] η φωτογραφία-σύμβολο δεν προσφέρεται σαν μια αντανάκλαση του πραγματικού, ούτε σαν ένα αναπλάσιμο βίωμα, αλλά σαν μια στιλπνή, αδιαφανής επιφάνεια που προκαλεί και μαζί γοητεύει γιατί, όπως ακριβώς και το όνειρο, συνδυάζει το πραγματικό και το συμβολικό με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ταυτόχρονα συμβολογραφική, και συνεπώς αναγνώσιμη, αλλά και ριζικά αδιαπέραστη.» (106) 


[13] Η ίδια συνύπαρξη των αντιθέτων θεματίζεται και στο δεύτερο ποίημα της συλλογής, που φέρει τον ομιλούντα τίτλο «Εισαγωγή»: 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Κι αν ήπιες κάποτε με τον Θάνατο καφέ 

και δεν το ξέρεις; 

Κι αν πέρασε από μπροστά σας η Ζωή 

και μόνο Αυτός της χαμογέλασε; 


[14] Μ. Ιατρού, «Ο ύπνος της Μαντελένιας· σημειώσεις σε κειμενικά όνειρα από τον Γρυπάρη στον Εμπειρίκο», στο Μ. Ιατρού, Εψές είδα στον ύπνο μου...Μελέτες για το ονειρικό θέμα στη νεοελληνική ποίηση, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2011, σσ. 135-167. 


[15] Η συνύπαρξη αυτή παράδοσης και μοντερνισμού δεν είναι βέβαια κάτι καινούριο. Ο μοντερνισμός ανέκαθεν αναζήτησε ένα αντίδοτο στη δυτική λογοκρατία διερευνώντας προνεωτερικούς και εξωευρωπαϊκούς πολιτισμούς (βλ. ενδεικτικά για την ελληνική περίπτωση Χ. Δανιήλ, Σύγχρονη ποίηση και δημοτική παράδοση: το δημοτικό τραγούδι στην ποίηση των μεταπολεμικών υπερρεαλιστών ποιητών (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα, 1999.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA