πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.


Προδημοσίευση από το Μυθιστόρημα ‘’Γράμματα σ’ έναν δραπέτη’’ (Εκδόσεις Θράκα) της
Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Όταν ο Ηλίας μου αποκάλυψε ότι βλεπόσαστε σάστισα. Έμεινα σιωπηλή για ώρα να τον κοιτάω σαν χαμένη. Περίμενε υπομονετικά να τον ρωτήσω κάποια πράγματα για την καινούργια σου ζωή, αλλά δεν το έκανα. Δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω, δεν ήξερα αν ήθελα να μάθω. Άρχισε μόνος του να μου μιλάει ήρεμα κι εγώ αφέθηκα να τον ακούω και να προσπαθώ να σε φανταστώ με το ράσο και το κοτσάκι στα μαλλιά. Αυτός μου είπε για το κελί σου, για τα περιποιημένα παρτέρια σας, για τα σκόρπια εκκλησάκια που μαζεύεστε και προσεύχεστε, για την όμορφη απέραντη θέα που απολαμβάνεται από ψηλά, για την ήρεμη ζωή σας. Κι εμένα μέσα μου, φούντωνε περισσότερο ο θυμός και η οργή, για το μονοπάτι που διάλεξες, σίγουρος πως δεν υπάρχει σταυροδρόμι για να μας ανταμώσεις ποτέ. Γιατί πήγες εκεί που δεν μπορώ να σε φτάσω; Τώρα θα μου πεις, κι αλλού να είχες πάει, δεν ξέρω αν θα ερχόμουνα να σε δω ποτέ. Μου στοίχισε πολύ η φυγή σου. Ήταν το πρώτο δυνατό χαστούκι που έφαγα στη ζωή, απ’ το δικό σου χέρι. Ακόμα νιώθω πως έχω το σημάδι του στο πρόσωπό μου.
Ο Ηλίας μου είπε τότε, πως μπορώ αν θέλω να σου γράφω. Πέρασαν χρόνια, ώσπου ν’ αποφασίσω να πιάσω το μολύβι στα χέρια μου και ν’ αρχίσω να το κάνω. Ο θυμός δεν ξεθυμαίνει εύκολα ούτε στο χαρτί, σε μένα άργησε πολύ να καταλαγιάσει. Και δεν ξέρω αν μαλάκωσε η καρδιά μου με το πέρασμα του χρόνου ή αν έπαιξε καταλυτικό ρόλο η αρρώστια μου. Νομίζω το δεύτερο. Αναρωτιέμαι αν σου μίλησε ο Ηλίας γι’ αυτό το κομμάτι της ζωής μου. Δε τον ρώτησα κι ούτε θα το κάνω. Έμαθα, όμως, πως σου γράφει και η Κατερίνα. Μου το είπε η ίδια, το βράδυ που έμεινε στο προσκεφάλι μου όταν εγχειρίστηκα. Μου μιλούσε ψιθυριστά όλη νύχτα, για ν’ απαλύνει τον πόνο μου. Σαν παραμύθι μου τα έλεγε, μόνο που δε θυμάμαι το τέλος. Αποκοιμήθηκα με το γλυκό νανούρισμα της φωνής της. Πόσο ανάγκη έχουμε από μια γλυκιά φωνή να μας συντροφεύει τις δύσκολες ώρες! Εσύ δεν ένιωσες ποτέ αυτή την ανάγκη;
Αλλά εσύ διάλεξες το πιο εύκολο μονοπάτι για να περπατήσεις στη ζωή. Σηκώνεσαι κάθε πρωί δίχως καμιά έγνοια να σε ταλανίζει. Παραιτήθηκες, αυτό ξέρω και λέω εγώ. Τι τα έκανες τα όνειρά σου; Τα έκλεισες μέσα στο σεντούκι του κελιού σου μαζί με τα πολύτιμα βιβλία σου; Σου φτάνει δηλαδή ένα μονό κρεβάτι, ένα σεντούκι, μια καρέκλα και μια δίφυλλη ντουλάπα για να τα χωρέσεις; Αυτό γύρευες απ’ τη ζωή σου, γιατί εγώ τουλάχιστον θυμάμαι άλλα. Ήθελες να γίνεις μεγαλοδικηγόρος, να διαπρέπεις μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων με τον λόγο σου, να βοηθήσεις τους ανθρώπους να βρουν το δίκιο τους, να υποστηρίξεις τα δικαιώματά τους. Ήθελες, έλεγες με περίσσιο πάθος κάποτε, να κάνεις οικογένεια με πολλά παιδιά, να ταξιδέψεις μαζί τους ως την άκρη της γης. Τώρα, πώς ταξιδεύεις μονάχος σου σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό; Τι τα έκανες τα φτερά σου;
Εγώ τουλάχιστον πάλεψα να τα υλοποιήσω. Έγινα δασκάλα, αυτό που πάντα ονειρευόμουνα. Ήμουνα ανάμεσα σε πιτσιρίκια κάθε μέρα, τ’ άκουγα να κελαηδάνε και να μουρμουρίζουν, τα έβλεπα να παίζουν στο προαύλιο, να κυνηγιούνται, να φωνάζουν, να τρέχουν κι ύστερα τα μάζευα σαν σαλιγκαράκια μέσα στην τάξη μου για να τους μάθω πέντε πράγματα που θα τους είναι εφόδια για τη ζωή. Προσπάθησα να κάνω οικογένεια, παντρεύτηκα, έκανα ένα παιδί, χώρισα. Έφερα στον κόσμο ένα παιδί! Υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα απ’ αυτό;
Ο Ηλίας μου λέει συχνά, πως οι περισσότεροι άνθρωποι είμαστε εγωιστές, στην ουσία δε θέλουμε την πραγματική ευτυχία για τους αγαπημένους μας, γι’ αυτό μετράμε την επίπτωση που θα έχει στη δική μας ζωή η οποιαδήποτε πράξη τους ή απόφασή τους. Αυτό, όπως καταλαβαίνεις, το λέει για μένα, γιατί δεν μπόρεσα ακόμα ν’ αποδεχτώ πως μας παράτησες για πάντα. Κι ούτε πιστεύω πως θα το πετύχω ποτέ. Με προβληματίζει πολύ η άποψή του, για μέρες ολόκληρες τη σκέφτομαι συνεχώς προσπαθώντας να βγάλω ένα συμπέρασμα. Και κατέληξα πως έχει δίκιο, τελικά. Θα έπρεπε λογικά να μου αρκεί το ότι εσύ είσαι ευτυχισμένος και ήρεμος εκεί που είσαι, κι όχι να κοιτάω πόσο άλλαξε τη δική μου ζωή η απόφασή σου να εξαφανιστείς. Λογικά. Εμένα, όμως, δεν μου αρκεί η λογική, μου περισσεύουν τα αισθήματα. Είμαι εγωίστρια; Είμαι, αφού πονάω αφόρητα ακόμα απ’ αυτόν τον χωρισμό και δεν καταλαγιάζει ο πόνος ούτε όταν με βεβαιώνει ο αδερφός σου πως εσύ είσαι ευτυχισμένος. Τι θα πει ευτυχισμένος; Μακριά μας;
Ένα γλυκό ξημέρωμα, όπως καθόμουνα στο κρεβάτι του νοσοκομείου ανασηκωμένη, μέσα στους τέσσερις λευκούς τοίχους του δωματίου και χάζευα απ’ το παράθυρο το χάραμα με τις αποχρώσεις του στον ουρανό, ένιωσα μια ενδόμυχη ανάγκη να σου γράψω. Τέντωσα το χέρι και χτύπησα το κουδούνι να καλέσω τη νοσοκόμα. «Θέλω ένα τετράδιο κι ένα στυλό, αν σας είναι εύκολο», παρακάλεσα τη νεαρή κοπέλα όταν κατέφθασε να μ’ εξυπηρετήσει. «Τέτοια ώρα; Μάλιστα, θα κάνω ότι μπορώ…» ψέλλισε εκείνη σαστισμένη με την επιθυμία μου. Όταν ήρθε ο Ηλίας, μετά από ώρες, με την άσπρη ποδιά του και μια συνοδεία από φοιτητές πίσω του ν’ ακολουθούν τον κύριο καθηγητή, με βρήκε σκυμμένη στο τετράδιο να γράφω. «Μπα!» Έκανε έκπληκτος. «Γράφουμε και ημερολόγιο τώρα;» με ρώτησε κι έσκυψε από πάνω, τάχα μου, για να ελέγξει τι γράφω. Το έκλεισα αργά κάτω απ’ τα βλέμματα των νεαρών απέναντί μου, που είχαν σταθεί στη σειρά και με κοιτούσαν. «Δεν είναι ημερολόγιο, έχει παραλήπτη… Έναν δραπέτη», του τόνισα ψιθυριστά στ’ αυτί, έτσι όπως είχε πλησιάσει για να μ’ εξετάσει. Τα μάτια του Ηλία φωτίστηκαν από χαρά, όταν κατάλαβε ποιον εννοούσα, αλλά ίσως περισσότερο επειδή αντιλήφθηκε πως η καρδιά μου άρχισε επιτέλους να μαλακώνει. Αυτό ήταν το πρώτο μου γράμμα σε σένα, που το έχωσα με τρόπο στην τσέπη της άσπρης ποδιάς του για να στο δώσει όταν με το καλό σε ξαναδεί.







Ασφυκτιώ


Χαμογελάω ψύχραιμα στη γωνία
του οικοδομικού μου τετραγώνου 


Βάζω σημάδια στους νευρώνες μου 
Ακριβώς όπως πριν είκοσι χρόνια
για να μην χάσω
το δρόμο του σπιτιού μου


Μελετάω σκέψεις δυνατά 
και κρατώ τους φόβους μου
στην αφωνία 


Γνωρίζω πόσα μέτρα έιναι η αυλή
και πόσα το κελί μου 


Ο λαβύρινθος του αυτιού μου μίκρυνε 
και ο θόρυβος που ζεί εκεί 
έχει μεγαλώσει 


Από τον ιππόκαμπο μου
τίποτα δεν σώθηκε 
Και δεν λειτουργεί πλέον 
η αμυγδαλή μου 


Με λίγη προσπάθεια 
Συμμορφώθηκα 


Και τώρα
ζούν άλλοι για μένα
τη ζωή μου







ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ



Η πόλη έχει αδειάσει
Ένα κορίτσι περπατά στους δρόμους της με γρήγορο ρυθμό
Αγγαλιάζει ένα πακέτο παιχνίδια από sex shop και ένα
κεσεδάκι φράουλες

Στέκεται στην ουρά βιβλιοπωλείου που πουλάει και λάμπες
Περιμένει το βιβλίο που πρόσφατα
άκουσε να απαγγέλουν στο ραδιόφωνο
«Άλμα Μάλερ: η τέχνη να σ’ ερωτεύονται»
Φοράει παλτό χωρίς εσώρουχα
που κάνει τους σεκιουριτάδες
να την καληνυχτούν και να της
ανοίγουν τις πόρτες
Η πόλη μυρίζει βιολογικό καθαρισμό
Οι πιστοί συνωστίζονται σε ένα εκκλησάκι
βυθισμένο στο χώμα
Ψαλμωδίες, λιβάνι, το απαλό φως των κεριών  

Εκείνη παρ’ όλο που δεν φορά
τα εσώρουχά της
δεν χωρά
δεν χωράει στην μικρή τελετή τους
Είναι πρόστυχη

Κατευθύνεται στην σπηλιά
Εκεί μπορεί να κλειδαμπαρωθεί ελεύθερη
Την περιμένει ο ορειβάτης
μια ψηφιακή φωνή
σε text messenger




 Από την θεματική ποιημάτων
«Πεδινές Ορειβασίες»
Αθήνα, 13.03.20
Ιώ Αρματά


Εκδόσεις Μελάνι. Αθήνα, Σεπτέμβριος 2019
Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη
 Το βιβλίο «Οταν ο ψίθυρος» του Δημήτρη Δημητριάδη είναι η δεύτερη ποιητική του συλλογή που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.Το βιβλίο ανοίγει με αυτόν τον στίχο:« Τους ανθρώπους που είναι μόνοι, τους ακούς να ψιθυρίζουν[...][σελ.9] »Ο ψίθυρος μπορεί να είναι εξομολόγηση,διατύπωση σκέψεων ,ταξίδι στα συναισθήματα,ένδειξη μοναξιάς.Μπορεί να είναι ακόμα και καταβύθιση στα άδυτα του εαυτού  και ταξίδι αυτογνωσίας.Μέσω του ψιθύρου  «άσε με να σου μιλήσω για επιθυμίες/και άλλα επικίνδυνα/για τη φωνή σου εκείνη τη νύχτα /που οι νύχτες χόρευαν/και η αφή έγερνε ως την άκρη του κόσμου[..] »[σελ.10]Και λίγο παρακάτω στη σελίδα 11 διαβάζω:«Απόψε ας γεράσουμε μαζί/να υποφέρει ο χρόνος αντί για εμάς/ας φλυαρίσουμε φορτωμένοι ψιθύρους/εσύ εγώ και κανείς/γύρω μας[...]
Γράμματα σκόρπια στο εξώφυλλο ,που ο άνεμος τα παίρνει.Αυτή η κινητικότητα,το σκόρπισμα στον αέρα των λέξεων που σε προκαλούν να τις ακούσεις,που θέλουν να σου ψιθυρίσουν.Η ποίηση μιλά χαμηλόφωνα εξάλλου ,αγγίζοντας τις ευαίσθητες χορδές ,τις μύχιες σκέψεις των ανθρώπων.
Ο καθείς με το χρόνο του( θέμα που επανέρχεται),το Κακό που τριγυρνάει στα τοπία του ποιήματος και αμφίβολο αν μπορούν οι ψίθυροι να τον αντέξουν ή να τον προσπεράσουν .Ο ήχος του Κακού αντιμάχεται την ίδια τη σιωπή ,επιβάλλεται.Στη σελίδα 15 ο ποιητής γράφει -σε γράμματα πλάγια:«Ξυπνώ κι ο ήχος του κακού ένας βόας σκόνη και ατσάλι,σκιζει τη γη δύναμη της αβύσσου,να καταπιεί τη σάρκα χωρίς χρώμα στα φτερά,βουβά μας καλούν τα στόματα ως την αναάσα και της ψυχής το υπόλοιπο,μέχρι να γίνει κραυγή ο ψίθυρος,να ηχήσει πιο ψηλά απ΄το κακό,ν΄ακούσουμε κάποτε τις τελευταίες τους λέξεις.»΄Ισως αν ο ψίθυρος γίνει κραυγή ίσως αυτό να λειτουργήσει λυτρωτικά,ιαματικά .
Και σαφώς  δεν μιλάμε εδώ ούτε για μια διανοητική ούτε για μια ρεαλιστική γραφή.Αλλά είναι εμποτισμένες τούτες οι αράδες με κάτι το μεταφυσικό ή το κρυπτικό,γιατί -μεταξύ άλλων-κι αυτό μπορεί να είναι η ποίηση.Να έχει και μια τέτοια διάσταση και να καταλύει κάθε στέρεο και συμβατικό νόημα.Βρήκαν τον ψίθυρο να κρέμεται ανάποδα στο δέντρο. Μόλις έκοψαν το σχοινί, όλα τα κλαδιά άνθισαν. Κι η ποίηση έγινε φως, και το νερό έγινε μέλι, κι η τρέλα σίγησε. Κι ακούστηκαν ακόμη και τα βήματα της πασχαλιάς στο νωπό γρασίδι.[σελ.35]
To θέμα είναι ότι κάθε ποιητής είναι ευάλωτος μπροστά στα ίδια τα δικά του βιώματα.Αλλά και στις ξένες ιστορίες,ή στις υποθέσεις που αφορούν στους άλλους.Χρειάζεται να τιθασεύσει τις λέξεις και τις σκέψεις προκειμένου να δώσει μορφή σε μια θρυμματισμένη συνείδηση,σε συνειρμούς,σε γεγονότα.Χρειάζεται αυτός που θέλει να λέγεται ποιητής να αποκηρύξει τον εαυτό του και να δημιουργήσει έναν άλλο,ποιητικό εαυτό ,μια ποιητική περσόνα ,που θα λειτουργεί και σαν είδος φίλτρου ανάμεσα σε αυτόν και την πραγματικότητα.Συχνά υπάρχει και το πρόβλημα του Εαυτού,της ταυτότητας που ειδικά για κάποιον που γράφει ,είναι ουσιαστικό και μπορεί να ερμηνεύσει πολλά αναφορικά με τον τρόπο της γραφής του.«Ξύπνησα μ΄έναν σκοπό σήμερα/να μάθω ποιος είμαι/ή μάλλον να μάθω ποιος κρύβεται στη σκιά μου/και χαλά το περίγραμμα/δεν είμαι εγώ άλλωστε αυτός που ζει τη ζωή μου/είναι ο άλλος,ο νυσταγμένος αναβάτης των αλόγων,/ο κηπουρός που ξεχνά τη μυρωδιά των δέντρων λίγο πριν δύσει ο ήλιος/ο αγράμματος βιβλιοφάγος που μένει ατιμώρητος /ενώ ξεφυλλίζει άσκοπα τις σελίδες/[...]»
Δύσκολο από τον ψίθυρο να περάσεις στην κραυγή του ποιητικού λόγου ,δύσκολο να δώσεις και ορισμό περί του τι είναι τελικά η ποίηση.Κλείνω τούτο το σημείωμα με το ποίημα (Μια μέρα ενός ποιητή)(σελ .40) που έχει μια θυμοσοφία  ,αλλά και τη δική του αλήθεια: «‘Ένα πρωί/ο ποιητής  είδε τον άνθρωπο να παραπατά/σκέφτηκε ποιο φιλέσπλαχνο εμπόδιο/του σπάει την περήφανη όρθια στάση/και του μαθαίνει τη ζωή των μυρμηγκιών./Ένα μεσημέρι είδε τον άνθρωπο να ματώνει/σκέφτηκε πολέμους και αδέσποτες σφαίρες/εκείνος είναι πληγωθεί/στον φράχτη του γείτονα/… Ένα απόγεμα είδε τον άνθρωπο να  κολυμπά/ σκέφτηκε πως ζηλεύει/αν είχε μάθει ο ίδιος κολύμπι/θα είχε σώσει τον ήλιο/που έβλεπε να πνίγεται τα δειλινά/…’,για να  δώσει τρόπον τινά και τον ορισμό,να μιλήσει για τον ρόλο  του ποιητή: ‘…Ένα βράδυ είδε τον άνθρωπο να κλαίει/σκέφτηκε γρήγορα να βρει ένα δοχείο/να το γεμίσει/ του είχε τελειώσει το μελάνι !»

  Κουβάρι η απόγνωση,κόμπος η ρωγμή,κι όμως στο βασίλειο της δυστοπίας «ζυγίζουμε τις πιθανότητες για λίγο φως.»



«Καραμουρατᾶδες»

            Ἐκεῖνο τὸ πρωὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου βούτηξε ξανὰ στὴν ἀδικία, ὅτι φανήκανε στὸ ἔμπα τοῦ χωριοῦ, ἔφιπποι, οἱ κατσικομούρηδες οἱ σκύλοι, λυσσασμένοι γιὰ παλούκωμα καὶ γιὰ ἀργύρια. Καὶ πήρανε, ξανά, μανάδες καὶ παιδιά· καὶ μαγαρίσανε τὶς ἄγουρες· κι ἄλλους τοὺς κόψανε καὶ σκύλεψαν τὸν τόπο ὅλο τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἀγέρας πέτρωνε ἀπὸ βλαστήμιες κι οὐρλιαχτά.
Σὰ μεσημέριασε, οἱ χωριάτες μονομεριάσανε κι ἔλαβαν τὴν ἀπόφαση, ἐπειδὴ τὸ κακὸ πλήθαινε κι ἡ φρίκη ἄγγιζε τὴν τρέλλα, ν’ ἀρχίσουν τὰ παμπάλαια συνήθεια γιὰ νὰ καταπραΰνουν τοὺς θεοὺς κι ἔτσι νὰ βγοῦνε ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἔρεβος.
Τὸ ῥίξανε, λοιπόν, στὴν ἀφαγία καὶ στὰ πατερμά· κι ἀναμαζώξανε τὰ ζωντανὰ καὶ τὰ ξεπάστρεψαν ἀπάνω στοὺς βωμούς. Κάποιοι βαλθῆκαν νὰ ξεσκίζουνε τὰ ῥοῦχα τους ἢ νὰ ξεπατώνουν τὶς γενειάδες τους μπροστὰ στοὺς ἅγιους χορούς, κι ἄλλοι ἀγγίχτηκαν μὲ λύσσα ἀναμεταξύ τους.
Τὰ βουνὰ ῥίχναν τὸν ἴσκιο τους στὴ γῆ κι ἡ ὥρα τῆς ἀνάστασης πλησίαζε· ὁ ἀγέρας σειότανε, ἀκόμα, ἀπ’ τὶς βλαστήμιες, τοὺς βόγγους καὶ τὶς προσευχὲς ὅταν φανήκανε ξανὰ οἱ σκύλοι, ἔφιπποι. Σὲ λίγο ὅρμαγε στὰ χείλια τῶν χωριαταρέων ὁ λόγος· «Στείλτε στὸν διάολο τὸν Θεό . . . , στεῖλτε στὸν διάολο τὸν Θεό!» καὶ μ’ ἄγριο βλέμμα στράφηκαν κατὰ τὴν ἐκκλησιά.
Μεγάλως ὀλολύζοντας κατέβασαν κι ἀποκεφάλισαν τ’ ἀγάλματα καὶ γδάρανε τοὺς τοίχους ὅλους· ὕστερα, μαστίγωσανε τὰ τέμπλα καὶ κατούρησαν τὰ σκαλοπάτια.  Κουφοὶ κι ἀκίνητοι, ὅμως, οἱ ἁγίοι· κι οὔτ’ ἕνας εἶδε νὰ σηκώνῃ ἡ Παναγιὰ τὰ χέρια της, τὰ μάτια γιὰ νὰ κλείσῃ. Μόν’ ὁ παπᾶς κοιτοῦσε μὲ θωριὰ σὰν νὰ μὴν εἶχε αἷμα.
Τώρα ἡ μέρα χανόταν μὲς στὸ σκοτάδι κι οὔτ’ ἀγεριοῦ ἢ ῥυακιοῦ τραγούδι ἀκούγονταν· μόνο βαρὺς ὁ στεναγμὸς ἀπ’ τὴν ψυχὴ πετιόνταν, γιατὶ πειστῆκαν τελικὰ πὼς δὲν ὑπάρχει τ ί π ο τ α γιὰ νὰ τοὺς συγχωρῇ ἢ καὶ νὰ τοὺς λυπᾶται.
Σὰν τό ’μαθαν οἱ ἄλλοι χάρηκαν καὶ στείλανε πρεσβεία: ἕνας κίναιδος κατὴς μαζὶ μὲ ἰμάμηδες καὶ παστρικιὲς  κόπιασε στὸ χωριὸ γιὰ νὰ πουλήσῃ θεοὺς στὸν ὄχλο. Ἀμέσως ὅλοι τους προσκύνησαν μὲ ἀνακούφιση καθὼς ἡ μυρωδιὰ τῆς κνῖσας καὶ τοῦ λίβανου χυνότανε, ἀκόμα, στὴν ἐρμιά.






Κβάντα



Ο πατέρας μου, ο ασθενής δίπλα του, η γυναίκα του,

που ξάπλωσε το κεφάλι της μπρούμυτα στο προσκεφάλι

και κοιμάται δίπλα του, τα ιατρικά

μηχανήματα, οι ηλιαχτίδες που πλημμυρίζουν το δωμάτιο,

εγώ, τα δάχτυλά μου πάνω στα πλήκτρα,

η νεκροφόρα που περιμένει έξω

με ανοιχτή την πίσω πόρτα, τόσες συνομαδώσεις

ατόμων, κάποιες συνειδητές, κάποιες ασύνειδες,

χοροί της ύλης,  έργα του έλλογου νου,

πόσο μυστήρια είναι όλα!

Θα μπορούσε κανείς να τραγουδά μαζί με το Λουκρήτιο

για την Αφροδίτη που μας δένει όλους με όλα τώρα,

τώρα, τώρα

και ποτέ ξανά,

και πάντα ξανά, και εις τους αιώνας των αιώνων

αμήν, κβάντα,

παράφορη γλώσσα και παράδοξη αλήθεια

ατάραχη παρηγοριά του πεπερασμένου, ενδοφλέβια

εμπειρία του αντικειμενικού.

Στο θάλαμο βασιλεύει ο ύπνος των σωμάτων, αμφίσημος,

χημικός, κι εγώ συναθροίζω και σκορπίζομαι

υπό την ασταμάτητη βροχή

των υποατομικών σωματιδίων,

με τα όμορφα ονόματα, με την αδιάκοπη

ροή μέσα στο σώμα μου, κάτω

απ’ τα θεμέλια του νοσοκομείου,

κάτω απ’ τον μανδύα

της γης, μέσα στο διψασμένο από τη ζέστη

του θαλάμου

λαρύγγι μου.




Interregnum


Στο μεσοδιάστημα

των ζωτικών φαντασιώσεων

η οξείδωση της λυρικής

φωνής. Ατελέσφορη η αυγή

και οι συμβουλάτορες

βουβοί. Panem et circenses.

Η αυτοκρατορία

μια ανάπηρη πόρνη

βάφει τα μαλλιά της σταχτί.

Οι στωικοί

αυτόχειρες ξηλώνουν τις

ραφές τους, ξετυλίγουν

τα σπλάχνα τους, επαναλαμβάνουν μάταια

τον κύκλο. The center cannot hold:

Ανάμεσα στο σίδερο της ισχύος

και στο σίδερο της διάψευσης

η απόμακρη φλόγα, η αδιάφορη φωτιά.

Το βασίλειον

του υπομονετικού βιβλιοσκώληκος

ελεύσεται.






Αυτός που τον πατέρα του στους ώμους κουβαλάει



Αυτός που τον πατέρα του στους ώμους κουβαλάει, ένα ζευγάρι γέρικα πόδια

γεννώντας απ’ την άδεια του κοιλιά, για μενταγιόν φορώντας δυο

τρεμάμενα κόκαλα ντυμένα με δέρμα λιοκαμένο, κι ένα

κεφάλι πίσω απ’ το κεφάλι του στηρίζοντας

αυτός που αναλαμβάνει την αβάσταχτη

ελαφρότητα του σκελετού του να σηκώσει πάνω στις σπασμένες

πέτρες της ρημαγμένης πολιτείας, το ματωμένο δέντρο στην ξερολιθιά

που σηκώνει τη ρίζα του με τα ίδια τα κλαδιά του, είναι ο άνθρωπος που αρχίζει από Άλφα,

που φέρει ο ίδιος τις προϋποθέσεις του στην πλάτη, το βιβλίο που παραθέτει

όλα τα προηγούμενα βιβλία, το ευρετήριο κάθε ευρετηρίου,

το αρχέγονο διακείμενο, παιδί που του πατέρα του

είναι πατέρας, σκέπη του ανέστιου κόσμου

θύμα του Οδυσσέα κι ο Οδυσσέας μαζί,

ο Βιργίλιος κάτω απ’ το βάρος του Ομήρου,

ο Βιργίλιος χωρίς ελληνικά δεσμά, ο ξένος, η αντανάκλαση

που δραπέτευσε απ’ τον καθρέφτη μας,  η ευλογία που μας δίνεται, η πληγή που μιλάει.





Η κούπα



Μισό μηδέν

για να κρατώ

το όλον·

λευκό χιόνι

πορσελάνης

ημισέλινος

σκιάς

στίλβη

χείλους—

η αγαθή συμπαιγνία

περιέχοντος

και περιεχομένου

δίπλα μου

συντροφιά

στο δρόμο

χωρίς ίχνη

σ’ αυτό το σιωπηλό

μονοπάτι.





*





Ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Πτυχίο) και στο Πανεπιστήμιο της Μιννεσότα, στις ΗΠΑ (Μάστερ και διδακτορικό). Από το 2001 εργάζεται στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Κοσμήτορας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών.

Στον χώρο της δημιουργικής γραφής, δημοσίευσε αγγλόφωνη ποίηση και δημιουργική πρόζα στο περιοδικό Shoppinghour (Βρετανία, 2009-2012) και ελληνόφωνη ποίηση στο περιοδικό Cadences: A Journal of Literature and the Arts in Cyprus (2011). Δημοσίευσε επίσης δύο τόμους ποιητικής πρόζας στις εκδόσεις Astra (Απ’ το μάτι της βελόνας. Αρχείο ελλειπτικών παρορμήσεων και Το βιβλίο των μικρών Συλλογισμών, Αθήνα, 2011). Το 2020 επίκειται η δημοσίευση της πρώτης του ποιητικής συλλογής, με τίτλο Πολλαπλότητες του Μηδενός, από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, καθώς και η προδημοσίευση νέας του ποιητικής δουλειάς από το περιοδικό Χάρτης.






Ακονισμένα μονοπάτια

(εφόσον τα πόδια μου δε θα βαδίσουνε σε τίποτε άλλο πάνω)

Σε ψάχνω όπως τη βελόνα στ’ άχυρα
Ως παγωμένο αεροσκάφος
Σε νησί που λιώνει
Στο οποίο θα μπορούσα
Να τοποθετήσω μια αρκούδα πολική
Ώστε να νιώσει λιγάκι
Ασφαλέστερη.

Σ’ αναζητώ καθώς θα έκανα σ’ ενός καθρέφτη
Την αντανάκλαση
Κρύβοντας την ηλικία μου
όπως ποδήλατο κρυμμένο στη σοφίτα
για ν’ αγνοήσω τη νεότητα μου,
σ’ αναζητώ καθώς θα έκανα με το μαχαίρι
του γείτονα όπου έσφαζε
τις μπάλες ποδοσφαίρου μας
ή σαν το δίχτυ, τη ψαροπαγίδα, το σακί
με τα οποία για ψάρεμα πηγαίναμε
κατά μήκος του μισοξεραμένου ποταμού
σ’ αναζητώ καθώς κάνναβη της Μανίλας
κλωστική
που σκίστηκε  απ’ το χαρταετό
που θα πετάξει μακριά στ’ ατέλειωτο γαλάζιο
θα μπορούσαμε με υπομονή να πάμε και να τη μαζέψουμε
ώστε να προσπαθήσουμε
ξανά
σ’ αναζητώ καθώς θα έπρατα για την κρυφή καψούρα μου
απ’ τα χρόνια της παιδιάστικης παλαβομάρας μου
ή καθώς γυαλόχαρτο
να γυαλίσω τα πώματα δοχείων μπύρας
ώστε την άσφαλτο κάτω να τσουλίσουν
όταν παίζαμε
το παιχνίδι των Μονοπατιών.
Και γνωρίζω πως χάθηκες σε μονοπάτι
Γυρεύοντας κάτι
Και θα μπορούσες να γυρίσεις
Να μιλήσεις τ’ όνομα μου
Όπως θα έκανες τον όρκο σου, ή των προγόνων
Τη λησμονημένη σκιά
Ως απόδειξη ότι τα Luden μου υπάρχουν
Ώστε να καταδείξουν ότι δεν υπάρχει
Πισίνα να μην έχουμε ορμήσει  μέσα
Που να μη προσπάθησε να μας βλάψει
Και κανένα δεν υπάρχει άτομο να’ χει τρομάξει
Την παρουσία μας
Δεν υπάρχει αγέννητο παιδί περιμένοντας να σπάσει
Την ακαλούπωτη μας φαμελιά
Καθρέφτης
-φυσικά εφτά χρόνια γκρίνιας
Θα μας πλήξουνε,
Αν όχι μια ζωή…
Είμαστε άνθρωποι,
Εξού κι έχουμε πέσει
Εδώ.


Ένα τρίμηνο ανακυκλώσιμο, σημάδι ανακούφισης

(μέρες, στις οποίες συγκρουόμαστε, αλλά μέσα σ’ αυτές, όπως σκηνές
Από λάθος ταινία, αποξενωνόμαστε, προσπερνούμε ο εις τον άλλο)

Ξεφορτωνόμαστε το χρόνο σαν να μην φέρει
Νόημα
Αφήνουμε να ξεπλύνει η βροχή
Σήματα Προσεγγίζουμε Κάθε μέρα όπως προχωρούμε
Με το παιχνίδι μας –εσύ το άρχισες!
Τούτες οι  νύχτες παίρνουν θέρμη απ΄ την τελευταία
Των φλογών
Εαρινός παγανισμός και νεοπλαστικοί νευρώνες
-παλιά περιοδικά, η αίσθηση πρωτάκουστων ιστοριών

Κάτω απ’ των δρόμων τα πεύκα ν’ ακούσεις μπορείς το θρόισμα
Του ανέμου,
Θα θέλεις να στραγγίξεις το μεδούλι π’ τα πλευρά του ανέμου

Είν’ αποκλειστικό το ενδιαφέρον μας,
Η προσοχή μας- σοκαριστικός
Ο πόθος κάτι ν’ αλλάξουμε κάτι –βιάσου!

Ρίχνουμε την ελπίδα στις απελπισίας τον λαβύρινθο
Έπειτα σκούζουμε καθώς λευκά ποντίκια σφινωμένα
Στην πικρία
Όπως κάνουνε τα πιο ωραία ζώα, ικετεύουμε
Τη να γίνει τη γούνα να μας γδύσουν
Αυτό καθώς θα νιώθουμε το γδάρσιμο μιας ίντσας τη στιγμή

Σηκωνόμαστε την επομένη
Με τον καφέ να μας παρηγορεί
Πως στης κούπας τον πάτο
Κάποιος έβαλε φαρμάκι
Τη μέρα μας να συντομέψει
Κι οπουδήποτε κι αν πάμε, θα μας
Υποδέχονται με κέικ.
Επενδύουμε στα εσφαλμένα σήματα,
Όλοι μας αποτελούμε ένα «αλλά» στο λάθος θέατρο.
Χάνουμε το ότι λίγο έχουμε
Απ’ το λίγο που είμαστε ανεπαρκείς
Να ψωνίζουμε συχνότερα:
Χρόνος, υπομονή, βλέμματα, θαλπωρή και χαμόγελα
Διαρκής (επαν) εμφάνιση
Ουράνια, του άλλου κόσμου απολαύσεις
Παγίδα είναι κάθε απόπειρα την πόρτα να κλείσεις
Την οποία ουδέποτε προτού είχες ανοίξει
Είμαστε μικροσκοπικές ψυχές, κόκκοι άμμου χαμένοι
Στο σύμπαν των σπουδαίων κήπων νειρόμενοι τους μαγικούς
Κήπους
Μολαταύτα ουδέποτε μονάχοι δε φαίνεται να οργώνουμε
Δεν είμαστε κοντά καθόλου να παράξουμε τροφή
Παρόλα ταύτα εμείς σκεφτόμαστε λουλούδια

Χάνουμε τα λεωφορεία
Και τα μαλλιά της κεφαλής δίνουμε για ταξί
Στις θέσεις παρατάμε τα τηλέφωνα μας
Κι αφήνουμε να φαγωθούν τα όνειρα μας

Και τελικά πιάνουμε πυρετό
Κι εσώτερα της ψυχής κρυολογήματα
Και την ιδιόρρυθμη μυρμηγκοφωλιά μέσα στην αδυναμία μας
Η οποία
Τη δική μας ρυπαίνει χαρά.



Λοβοτομή στο θρήνο

Αφήστε τις γάτες όλες κάτω απ’ τα περβάζια
Να μιλήσουν στη μωρουδιακή μιλιά τους
Κουτές κουταμάρες
Στα μάτια των πρεσβύτερων,
Αφήστε να σχηματιστεί ο μινιμαλισμός
Απ’ τον ίσκιο της μέρας
-οι κλεμμένες μας μπάλες ποδοσφαίρου είναι παντοτινά
Ξεκοιλιασμένες

Τα ζώα πράγματι έχουν συναισθήματα
Ωστόσο δεν κατέχουν λέξεις για να μας τα πουν
Η σιωπηλή ηχώ έχει ξεσπάσει
Πνιγήκαμε στης φαντασίας τον νεροχύτη
Νειρόμαστε
Δεν είναι αυτό που είναι μια μπανιέρα μέχρι
Ο ηλεκτρικός σου ψίθυρος
Να πέσει μέσα

Ο αιώνας ωστόσο;

Ο αιώνας διασχίζει το δρόμο σ’ ερυθρό φωτισμό
βαρέως αιχμαλωτισμένο.

Συνημμένος

Έντρομος καθώς στο πρόσωπο μιας ελαφίνας
Με τον αργό της σταθερό βηματισμό
Χωρίς χαρά καθόλου
Ή χάδι
Χωρίς λεπίδες χόρτου
Ν’ αγγίζουν, ξεχασμένη μια σταγόνα στα δικά της μάτια
Με μια χώρα στρεβλωμένη κι ένα χορό
Σταματημένο
Με μια ψυχή ανώτερη
Που ωστόσο ερημοφέρνει

Στις αλύσους,
Βαριές αλυσίδες
Που πάντα τόσο αγάλι
Καταρρέουν
Τη φλυαρία τους.









Η ετεροδοξία του έρωτα

Δυο άντρες σουλατσάρουν
στην γειτονιά μου
o ένας δίπλα από τον άλλον
o ένας μέσα στον άλλο
o ένας ανήκει σε μένα
o άλλος στον ουρανό

ο ένας φοράει  καπέλο
o άλλος  το σώμα μου
ο πρώτος δεν μιλάει στους προγόνους
ο άλλος δεν θέλει απογόνους
ο ένας αγαπάει τα σκουλαρίκια γυναικών
ο άλλος τους άντρες που πέφτουν από μαχαίρι
ο πρώτος δεν νοιάζεται για τη ροή του χρόνου
ο άλλος για τη συνείδηση του πόνου
ο πρώτος λατρεύει τους στίχους
ο δεύτερος τις γραφές στα κοιμητήρια
ο ένας είναι δρόμος
ο άλλος δήμιος και πόνος
ο ένας έχει σώμα και παιδί
ο άλλος μωρό και στήθος
ο ένας αερόστατο που δεν  πιάνεις
ο άλλος  λόγος
που χτυπάει στην καρδιά
ο ένας  είναι φάρος
στο κύμα του θανάτου
ο  άλλος  είναι ίδια η θάλασσα
 με  τους πνιγμούς και τα κλειστά αμπάρια

ένας Οδυσσέας 
που ξενιτεύεται με τις σειρήνες
και δεν γυρίζει στην Ιθάκη




ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Έξω από το χωριό στήνουν τσαντήρια.

Για τα χωράφια έρχονται.

Γυρνάν κι από πόρτα σε πόρτα

για λίγο στάρι, αυγά, ρούχα, παλιά,

ό,τι μας βρίσκεται.

Δίνει η μάνα μου. Μα δεν το κουνούν.

Τα μάτια τους γρήγορα εξερευνούν το τοπίο.

Τίποτα άλλο;

Δεν έχω, λέει εκείνη

και κινεί προς τα έξω.

Μανταλώνει την αυλόπορτα δύο φορές.

Στην ανηφόρα, λαχανιάζω.

Νάτος ο κάμπος.

Πώς ξεχωρίζουνε τα σπίτια μας.

Όσο και να φυσήξει,

κανένας λύκος δεν θα μπει.

Τα σπίτια μας είναι γερά

Κανένας θάνατος δεν θα μας διαπεράσει. 



εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗ


Σαββαά – ρόλος γυναίκας – Φοροεισπράκτορες [Διαχειριστές]

Σαββαά σκεύος εκλογής Θεού σχεδόν παιδί σχεδόν γυναίκα σκύβω και φιλώ φιλώ σε
 φίλημα φιλί σε σένα δίνω
στα μάτια σου αστράφτει ο τρόμος των παρθένων
όσο εκτελώ τα χρέη προς το Ράμα ενόσω γίνεσαι το σκεύος εκλογής Του μη τα δω
κμχ
κμχ
Σαββαά ω Σαββαά αξιώθηκες γυναίκα να γενείς Αμήν
«Αμήν»



*





ΛΛΔ|Δ|ΛˍΔ|ˍΔΔ|Δ|Λˍ – ˍˍ|ˍ|ΛΔΔ|ΛΔΛ|ΛΛΔ ˍΛΛ|ˍΛΔ|ˍΛ|Δ|ˍΛΔ|ΛˍΔ|ΛˍΛ|ˍ – ΛΛ|ΛˍΔ|ˍˍ|ˍ|ΛˍΔ|ΛˍΛ|
ΛΛΔ|ΛΔΔ|Δ|ˍΔΛ|ΛˍΔ|ΛΔˍ|ΛΔΛ|Δ|ΛˍΔ|ˍΛ [ˍ|ΛˍΛ|ΛˍΛ|ˍΛΛ|ˍΔˍ|ˍΛΔ|ˍˍ|ˍˍ|ˍ|ˍΔ|Λ|ˍΛ]

ˍΛˍ|ˍΔΛ|ˍΛˍ|ΛΛ|Δ|ΛˍΛ ˍ|ΛˍΔ|Λ|Λˍ|ˍ|ˍ ˍΔˍ|ˍΔˍ|ΛΛˍ|ˍ|Λˍˍ|ˍΔΔ|ΛΛΔ Λˍˍ|ΛΛΔ|Λˍ|Λˍ ΛΛΔ|ΛΔ|
ΛΛΔ|ΛˍΛ|ΛΔΛ|Λˍˍ ΛΔΔ|ΛˍΛ|ΛΔˍ|ˍΛΔ|ˍΛΔ ˍΛ|ˍΔΛ|ΛˍΔ|ˍΛΔ|ΛˍΔ|ΛΛΔ ΛΛˍ|Δ|ΛΛΔ|Λˍ|ΛˍΛ|ˍΛ|ˍΔΛ 
ˍΛ|ˍΔˍ|Λˍ|ΛˍΔ|ˍΔˍ ΛˍΔ|Λˍ|ΛˍΛ ˍΔˍ|ΛΔˍ|ΛΛˍ|ˍΔ ΛΛ|ˍˍ|ΛΔΔ|Λ ΛΛΔ|ˍΔˍ ˍΔˍ|ΛΔˍ|ΛΛˍ|ˍΛˍ|ΛΛΛ|ΛˍΛ ˍΛˍ|
ΛˍΛ|ˍΔΛ|ΛˍΛ ˍΛˍ|ΛˍΔ ˍΛ|Λ|ΛΛΔ|ΛˍΛ ΛˍΛ|ΛˍΛ|Λˍˍ|Λ

ˍΛˍ|Λ|Δ ˍΔΔ|Δ|ˍΛΛ|ΛΔˍ|Δ ΛΛΔ|ΛΔΛ|ˍΛΔ ˍΔΛ|ˍΛ|ΛΔˍ|ˍˍ|ΛˍΛ|ˍΛˍ|ˍΔ|Λ|ΛˍΛ ˍ Λ|ˍˍ|ΛˍΔ|ΛΛΛ|ˍ|ˍ ˍΔ|ˍΔ|Λ
ΛΔ Λ|ˍΔΛ|ˍˍ|ˍΛΛ|ˍΔˍ|ΛΛ|ˍΔˍ|ΛΛΔ

ΛˍΔ|ˍΛ|ˍ ΛˍΔ|ΛˍΔ|ΛΔˍ|ˍΔˍ|ˍΔ|ˍΔˍ ˍΔ|Λˍ ΛΔ|Δ|ΛˍΔ|ˍΔΔ ΛΛˍ|ˍˍ|ˍ|ˍ ˍΔ|ΛˍΔ ˍˍ|ΛˍΛ|ˍˍ|Δ Λ|ΛΛΔ|ˍ|ˍ|Λ ΛΔ|ΛˍΛ|ΛΛ|ΛˍΔ|ˍΛ|Λˍ|ΛˍΛ ˍΛΛ|Λˍ ˍΛ|ˍΔˍ|ˍΔˍ|ˍΛΔ|Λˍ|ˍΛ Λ|ΛˍΔ|ˍΔ|Λˍ|ˍΛΛ|ˍΛˍ|ˍΛ ˍΛΛ|Λˍ|Λˍ ˍΔΔ|ˍΔΔ ˍΛΛ|ˍΔΛ ˍΛΔ|ˍΔ

ΛˍΔ|Λˍ|ˍΛΛ

ΛˍΔ|ˍΔΔ|ΛΔ

ˍΛˍ|ˍΔΛ|ˍΛˍ|ΛΛ|Δ|ΛˍΛ ˍΔˍ ˍΛ|Λˍ|ˍΛˍ|ΛˍΔ|ˍΔΛ|Δ Λˍ|ΛΔˍ|ˍˍ|ˍΔˍ|Λˍˍ|ˍΛˍ|ΛˍΔ|ΛΛΔ|ˍ ˍΛΛ|ΛΔΛ|ΛΛΔ|ΛˍΛ|ΛΔˍ|ΛˍΔ|Λˍ ΛΛΔ|ΛˍΛ Λˍˍ|ˍΔˍ|Λˍˍ|ˍΔˍ|ˍˍ|ˍ Δ|ˍΔΔ|ˍΔΔ|ΛΛ

«ˍΔΛ|ΛΛΛ|ˍΛˍ|ΛΛΔ»





«Δε λες κουβέντα» - «Η νύχτα με τα 13 φεγγάρια»: Τα σύνορα που ποτέ δεν χαράσσονται

Κάποια σκοτεινή – ή και φωτεινή- ημέρα του 1980 ή του 1979, η Μπέλλου μπήκε στο στούντιο και χάρισε τη φωνή της στους στίχους του Κώστα Τριπολίτη και στη μουσική του Δήμου Μούτση για το περίφημο «Δε λες Κουβέντα». Ο αστικός μύθος που συνοδεύει την ηχογράφηση αυτή, είναι η μετέπειτα εισβολή της Μπέλλου στο σπίτι του Μούτση για να καταθέσει έντονα τις ενστάσεις της για την όποια πεσιμιστική διάθεση μπορεί να κρύβει η απουσία απ’ το τραγούδι ενός «σ’ αγαπώ». Η Μπέλλου εισβάλλει μαινόμενη, ουρλιάζοντας ««Τι με έβαλες, ρε συ, να πω αυτό το κωλοτράγουδο; Ολο «όχι» κι «όχι» είναι. Δε λες κουβέντα, δεν πας πουθενά, δεν κάνεις τίποτα! Τι διάολο δηλαδή, χάθηκε να λέει και κάπου πως παρ’ όλα αυτά σ’ αγαπάω;». Το φινάλε της ιστορίας, βέβαια, γράφτηκε με την παρουσίαση της τελικής εκδοχής του τραγουδιού και την πλήρη αποδοχή της Μπέλλου της απουσίας του «σ’ αγαπώ».

Το 1978, αυτοκτονεί ένας από τους πλέον προσφιλείς εραστές του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ο Φασμπίντερ διοχετεύοντας οδύνες, πένθος και πάθη στην τέχνη του, χαρίζει στην κινηματογραφική ιστορία, «Τη νύχτα με τα 13 φεγγάρια», ένα ηχηρό μανιφέστο για την αγάπη ως εκμετάλλευση και -εν τέλει- εμφατική απουσία.

Είτε η Μπέλλου πίστεψε παροδικά στην αγάπη ως φαρέτρα στο όπλο της εμπορικής επιτυχίας του τραγουδιού, είτε εξέφρασε την πίστη της στην αγάπη ως αυτονόητη απόρροια των όσων πασχίζουν να ειπωθούν, ο Φασμπίντερ κινηματογραφεί ποιητικά την απόλυτη απάντηση. Δηλώνοντας, λοιπόν, εμφατικά πως η αναζήτηση της αγάπης εκτός του εαυτού χαρίζει –τελικά- μόνο πανοραμική θέα σε αρχίδια, τοίχους και αρνήσεις περασμένων εραστών και μεγαλείων, βρίσκει το alter ego του πρωταγωνιστή του στο στίχο του Κώστα Τριπολίτη « Ξέρω τ' όνομά σου, την εικόνα σου και πάλι από την αρχή, ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας μια αλλιώτικη ζωή»
.
Ο Φασμπίντερ διαθέτει για πρωταγωνιστή του την Ελβίρα –δια σαρωτικής ερμηνείας Volker Spengler- ,μία transgender γυναίκα σε μια Οδύσσεια με μοναδική Ιθάκη την αποδοχή του εαυτού της. Κι αν ίσως οι πάσης φύσεως Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες βρίσκονται τελικά εντός της, εκείνη πασχίζει να τους εντοπίσει σε όσους αγάπησε, αναζητώντας παθιασμένα ρανίδες όσων κάποτε πέρασε για πάθη και συναίσθημα. Και περιφερόμενη ανάμεσα σε δρόμους και εραστές θα βρεθεί εν τέλει με ανίατα σημάδια από ελλείψεις κι απουσίες.

Η Μπέλλου, ο Μούτσης κι ο Τριπολίτης με φωνή, μουσική και στίχο για μάσκα τους, διαθέτουν για πρωταγωνιστές τους την αλήθεια του Φασμπίντερ. Ο Φασμπίντερ διέθετε έναν αυτόχειρα εραστή -απόλυτο και μοναδικό- κι έπλασε μια ταινία ύμνο σε χιλιετίες αυτόχειρων εκδοχών των πάσης φύσεων εαυτών, ερώτων και σχέσεων. Ενώ, διεκδικώντας και κερδίζοντας την απρόσωπη αλήθεια της αναζήτησης της αγάπης σε σώματα και χρώματα διάφορα του εαυτού μας, το «Δε λες κουβέντα», ενσαρκώνει την αλήθεια της Ελβίρα και της κάθε Ελβίρα που αρπάχτηκε από μαλλιά κι από σώματα για να βρει αποκούμπι –μόνο- στην απουσία.

Κι αν τελικά, η απόλυτη αλήθεια στην εξίσωση εαυτός, τέχνη κι αλήθεια κρύβεται στο απλό και ευσύνοπτο «αν βάλεις τη ζωή στο θέατρο κερδίζεις, αν βάλεις το θέατρο στη ζωή έχασες», ο Φασμπίντερ αποποιείται κάθε είδους νόρμες και φόρμες για να θέσει την απόλυτη αλήθεια του ως σφάγειο στο βωμό της τέχνης. Ενώ, δυο χρόνια αργότερα, φωνή, μουσική και στίχοι άλλων πολιτισμών ποδοπάτησαν ελαφρά τα χαράγματα του Φασμπίντερ για να αποδείξουν περίτρανα πως τέχνη και ζωή εισβάλλουν πάντοτε ορμητικά η μία στα χωράφια της άλλης. Και πως –εν τέλει- όσα μας λερώνουν είναι βαθιά κι απαράλλαχτα.



Μετά από μήνυση που δεχθήκαμε από 7 διαφορετικά ταχυφαγεία δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά την αναστολή του περιοδικού και των εκδόσεών μας , μέχρι η δικαισύνη να αποφανθεί.

Ευχαριστούμε για την στήριξή σας τόσα χρόνια.




Τα υλικά του φόβου

Η πορεία είναι δυαδικός κώδικας
ένας κόσμος κι ένας άλλος
μηδέν συνεχίζεις
ένα χτυπάς
το μπροστά χωρίς γεωμτρία
το εδώ χωρίς ύπαρξη

Η πορεία είναι συντεταγμένες
που είμαστε
που θα πάμε
ποιοι είμαστε
ποιοι θα πάμε

Όταν ζοριζόμαστε
ζοριζόμαστε όταν

Για κάποιους από εμάς δεν θα ισχύσει
η αντιμεταθετική ιδιότητα
για κάποιους που ανήμποροί
να χτυπήσουν το χέρι
για να ζητήσουν διακιοσύνη
να αποδώσουν ευθύνες
στο κράτος, στον άνθρωπο
στη φύση
στους μασώνους ή στους εξωγηίνους
θα μείνουν ορθάνοιχτοι
έκθετοι
στην ιστορία

Καθώς ο φόβος σχετίζεται
πάντα με κάποιο είναι
ή τελικά με το Είναι
και τις προεκτάσεις του
σαν να αντλεί
την ύπαρξη του
από τη μεγάλη πηγή
του ανθρώπου
και των πράξεων του

Ή σαν να αντλεί
την ύπαρξη του
από την ακόμα μεγαλύτερη πηγή
των δυνατοτήτων του γίγνεσθαι
και των μορίων
που χωράει ένα μπαλόνι



Στο Λευκό του βυθού, Λεωνίδα Κακάρογλου
Το ποιητικό έργο Στο Λευκό του Βυθού του Λεωνίδα Κακάρογλου - επανέκδοση 2019, εκδ. Ραδάμανθυς - είναι μια ενιαία σύνθεση κατά την οποία υπερρεαλιστικά κείμενα που παραπέμπουν σε διηγήσεις ονείρων, όπως το προλογικό Γενέθλιο απόντων, εισάγουν ενότητες με ποιήματα υπαρξιακού χαρακτήρα. Το έργο ολοκληρώνεται με το ποίημα που φέρει τον τίτλο 20/07/1952, γενέθλια ημέρα του ποιητή. Έτσι, ως προς το χρόνο, η ποιητική αφήγηση εξελίσσεται σε ένα αινιγματικό παιχνίδι αρχής και τέλους, θανάτου και ζωής, με διπλή κι αντίστροφη γραμμική και ταυτόχρονα αναδρομική διαδρομή .
Θεματικός πυρήνας του ποιητικού έργου είναι ο χρόνος και η μνήμη. Ο χρόνος ως φυσική διάσταση, ως χρόνος του κόσμου, και η συλλογική κοινή μνήμη ως σωματική, διανοητική και ψυχική ταυτότητα, ως κοινό πεπρωμένο: Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου, κι όλοι μέσα της κολυμπάμε τα χρόνια μας. Και παράλληλα ο χρόνος ο ανθρώπινος, ο πεπερασμένος, ο χρόνος που αφαιρεί, και η μνήμη η προσωπική, που καταμετρά τις αφαιρέσεις με νοσταλγία και οδύνη για ό,τι χάθηκε, με αγωνία και φόβο για ό,τι θα χαθεί.

Φτάνει που οι μέρες μου
Ποδοπατήθηκαν από τον χρόνο
Φτάνει που πλήγιασαν
Από το πήγαινε-έλα στην αναμονή
Κάτι να μείνει απ’ αυτές
Να τις θυμίζει
Στις προσευχές
Της μάνας μου
Γύρω από τον πυρήνα της μνήμης και του χρόνου, αναπτύσσονται ως παράλληλα θεματικά κέντρα η ζωή και ο θάνατος, το όνειρο, και η ποίηση, σε σχέσεις σύζευξης ή αντινομίας, ως απόλυτα όρια ή ως γέφυρες ανάμεσα σε παράλληλους κόσμους. Έτσι, η μνήμη ανακαλεί τη ζωή και τον θάνατο, το όνειρο τη μνήμη και αντίστροφα, η ποίηση συναντά το όνειρο και την μνήμη, και ούτω καθεξής, σε ένα ποιητικό ταξίδι με καταλύτη τον χρόνο, όπου όλες οι συναντήσεις είναι εφικτές και ταυτόχρονα ανέφικτες, όλα συνυπάρχουν ή διαλύονται, ενοποιούνται ή χάνονται σε ένα αινιγματικό παιχνίδι φωτός και σκότους.
Leitmotif του ποιητικού έργου είναι η θάλασσα, ως επιφάνεια ή ως βάθος, ως φυσικό τοπίο ή μεταφορά. Η θάλασσα έραψε πάνω της τα κύματα/και δεν με ταξιδεύει/για τούτο και τη φωτογραφίζω ολημερίς… Η θάλασσα λειτουργεί κατά περίπτωσιν ή ταυτόχρονα ως σκηνικό ονείρου ή πραγματικότητας, φωτογραφία, ακουαρέλα ή κάδρο, ή ανάμνηση φωτός και θέρους. Ακόμη, ως σύμβολο ποιητικό του χρόνου και του αγνώστου, ως αλληγορία του ανθρώπινου ασυνείδητου, της ανθρώπινης ψυχής και μνήμης, αλλά και της ίδιας της ποίησης.

Τ΄ άσπρο χαρτί
Θάλασσα που κυματίζει
Και πώς να κολυμπήσουν
Οι λέξεις μου
Έτσι που τα νερά γεμίσαν
Φύκια
Και υπολείμματα ναυαγίων;
Άλλα θεματικά μοτίβα - ενισχυμένα στις επόμενες ποιητικές συλλογές του Λεωνίδα Κακάρογλου, ως στέρεα πλέον και διακριτά δομικά στοιχεία της ποίησής του- είναι το σκοτάδι σε αντιδιαστολή με το φως, το φθινόπωρο και ο χειμώνας σε αντιδιαστολή με το καλοκαίρι, η σκόνη, η νύχτα, το χιόνι, η βροχή και η υγρασία, το σπίτι και ο εγκλεισμός, η σιωπή και η αγρύπνια.
Στα λυπημένα σπίτια
τα βράδια, έχουν σβηστά τα φώτα
Φωνές δεν αντηχούν
Μονάχα σεργιανούν καημοί
Σμίγουν σιωπές με ήχους μακρινούς της πόλης
Με γλωσσική και υφολογική απλότητα, ο ποιητής άλλοτε αναπαριστά παράδοξα όνειρα - συναντήσεις με τη μνήμη και τον θάνατο μέσα από την αποτύπωση, εναλλαγή και διαδοχή υπερρεαλιστικών ή απολύτως ρεαλιστικών εικόνων. ...Μια ανθρώπινη πομπή ερχόταν από το βάθος της μεγάλης πλατείας. Τότε, η νέα γυναίκα άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Έμεινε τυλιγμένη μ΄ ένα θαλασσί πανί που κι αυτό όμως άρχισε να το ξετυλίγει.
Όταν τέλειωσε, στάθηκε ολόγυμνη μπροστά μου και μου είπε: και τη θάλασσα κλέψαμε για χάρη σου. Στη φέραμε να΄ χεις να κολυμπάς εκεί που πηγαίνεις.
Πού πηγαίνω: ρώτησα.
Οι δυο γυναίκες γέλασαν κι άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος της πομπής που όλο και πλησίαζε. Ο αέρας σήκωσε το πανί ψηλά και με τύλιξε ολόκληρο...
Άλλοτε, με τόνο χαμηλόφωνο και εξομολογητικό, μοιράζεται διαπιστώσεις και εκμυστηρεύσεις που ανασύρει στις ώρες της προσωπικής μοναξιάς και αναμέτρησης με τον βαθύ εαυτό.

Περίλυπη η ψυχή μου έως θανάτου”
Ποιος είπε αυτή τη φράση;
Και για τη λύπη δε με νοιάζει
Μα για αυτό το έως θανάτου
Θανάτου
Θ...α...ν…
Φοβάμαι

Πρόκειται για ποίηση με έντονη συναισθηματική αποτύπωση των ψυχικών διαθέσεων του ποιητή, με έντονη αυτοαναφορικότητα και με εμφανή απόπειρα να γεφυρώσει αντιθέσεις θεματικές και μορφολογικές.
Ο ίδιος ο τίτλος Στο λευκό του βυθού, αποτυπώνει το ποιητικό ταξίδι του Λεωνίδα Κακάρογλου μέσω όλων αυτών των αντινομικών αναζητήσεων. Αν ο βυθός με τη σκοτεινότητά του συνιστά τη βαθιά μνήμη, ατομική και συλλογική, το άχρονο και το άχωρο, το άγνωστο και το αινιγματικό της ανθρώπινης ύπαρξης, την οδύνη των πάσης φύσεως ναυαγίων, έναν παράλληλο κόσμο ονείρου ή και τον ίδιο τον θάνατο, ταυτόχρονα συνιστά και τη μήτρα της ζωής και της γνώσης. Το λευκό αντίστοιχα ανιχνεύεται και αναδύεται ως η πραγματικότητα της ίδιας της ζωής που γεννιέται ή ως η επίγνωση της αιώνιας ροής - διαδοχής των πάντων. Ο ίδιος ο ποιητής ολοκληρώνοντας την ποιητική του σύνθεση στο γενέθλιο ποίημα καταλήγει :
Στην άκρη της καταπακτής
Με τράβηξαν στο φως …

Μικρές φωνές πολιορκούσαν
Τη μυρωδιά
Του κόσμου.
Ίσως εν τέλει στο λευκό του βυθού ο ποιητής να συναντά μια ολότητα φωτός που υπερβαίνει και ενοποιεί ό,τι υπήρξε, υπάρχει ή θα υπάρξει: όνειρο ή μνήμη, ζωή ή θάνατο. Ίσως ακόμη να συναντά και την ίδια την ποίηση, σύνθεση ζωής και ονείρου, σιωπής και φωνής, ερώτηση και ταυτόχρονα απάντηση στο αίνιγμα του χρόνου και της μνήμης.

Άννα Λαμπαρδάκη, φιλόλογος

(Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 7/10/2019 κατά την παρουσίαση του βιβλίου στα Χανιά)



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA