πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

 

Βασιλική Παππά
ΤΟΜΤΟΜ
Εκδόσεις Οκτώ
Απρίλιος 2019
Σελ. 147

Βασιλική Παππά
ΤΟΜΤΟΜ:
ΝΑ ΕΙΣΑΙ

Ένα ιδιότυπο, χαμηλών, φαινομενικά, τόνων, πεζογράφημα είναι το τρίτο, σύντομο σε έκταση, μυθιστόρημα της Βασιλικής Παππά Τομτόμ, από τις εκδόσεις Οκτώ (Απρίλιος 2019). Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα ενηλικίωσης, με κάποιες ιδιαιτερότητες: η πρωτοπρόσωπη αναδρομική αφήγηση-αυτοανάλυση απευθύνεται εξομολογητικά στον νεκρό πατέρα, ανεπαρκή μέντορα του ήρωα, ενώ άλλοτε παίρνει τη μορφή εσωτερικού μονολόγου. Είναι ο μονόλογος ενός ανθρώπου που βαδίζει προς τα πίσω αυτή τη φορά, τον σιωπηλό και μοναχικό δρόμο του στη ζωή. Το όνομα ενός μικρού και ήσυχου δρόμου της Κωνσταντινούπολης που υπήρξε η αφετηρία για το μεγάλο ταξίδι της ζωής του, δίνει στην αφήγηση τον τίτλο της.
Ο ήρωας της ιστορίας, γόνος ευκατάστατης οικογένειας εμπόρων, μεγαλώνει στην Πόλη κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, παιδί και έφηβος ευαίσθητος, ονειροπόλος, ερμητικός -αν και διαρκώς αυτοαναλυόμενος, υιοθετώντας μάλιστα, κάπως παράταιρα σε ορισμένα σημεία, το ύφος και τις εξειδικευμένες γνώσεις ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας. Οξύτατος παρατηρητής και κριτής των γονέων του και πιο πολύ του πατέρα του (ενός πατέρα αυτάρεσκου «παντογνώστη», εμμονικού με το Οριάν Εξπρές και φανατικού συλλέκτη τρένων σε μινιατούρες), μια μέρα νιώθει ότι μεγάλωσε αρκετά και ότι μπορεί επιτέλους να φύγει χωρίς προειδοποίηση, πληρώνοντας με το ίδιο νόμισμα τον πατέρα που στο παρελθόν είχε για ένα διάστημα εξαφανιστεί χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Η φυγή του γιου ακολουθεί χρόνια μετά τη φυγή του πατέρα, ως υπαρξιακή εξέγερση, ως το άνοιγμα των φτερών, το σπάσιμο των δεσμών.
Ποτέ, ωστόσο, δε λησμόνησε όσα τον διαμόρφωσαν και τον συντρόφευσαν μέχρι την κρίσιμη εκείνη στιγμή: τις παιδικές αγάπες και τις συναισθηματικές απώλειες, τους φανταστικούς του φίλους και τη μαγική παιδική ηλικία που μοιράστηκε μαζί τους, τους γονείς, το κορίτσι που υπήρξε η αγάπη της ζωής του. Κυρίως, όμως, θυμάται, μιλά και πονά για τον τόπο εκείνο που υπερβαίνει μέσα στην ψυχή του κάθε μεμονωμένη ανθρώπινη ψυχή γιατί συνοψίζει τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας, την άδολη αγάπη και τη φιλία, την καταφυγή και το καθαρτήριο από κάθε είδους «μόλυνση», τον Λόγο της επιστροφής. Η καρδιά του κόσμου χτυπά γι’ αυτόν στο Τομτόμ.
Κι αφού πεισματικά έζησε τη ζωή του μακριά, στη δύση, πια, του βίου του, αυτοδημιούργητος και σύμφωνα με τις κοινωνικές νόρμες «πετυχημένος» σε όλα τα πεδία, επιστρέφει στην Πόλη νικητής, δικαιωμένος και μόνος, αναζητώντας, ωστόσο, με βαθιά αγωνία, το αληθινό του πρόσωπο. Κι είναι πια ανοιχτός και έτοιμος να το αντικρίσει.
Επισκέπτεται τους τάφους των γονιών του, αποχαιρετά το σφαλισμένο ερείπιο του πατρικού σπιτιού, κλείνει μέσα του έναν έναν τους ανοιχτούς λογαριασμούς. Επιστρέφει, τέλος, σε εκείνον τον τόπο, τον πιο οικείο και από το σπίτι του, που μοιάζει με σκηνή θεάτρου, στο πλάτωμα του μικρού Τομτόμ σοκάκ που, όπως φαίνεται, ποτέ δεν έπαψε να είναι γι’ αυτόν ένας Τόπος–Μητέρα: η παρηγοριά, η αγκαλιά, ο καθρέφτης, το αρτεσιανό φρέαρ της παιδικής ψυχής του. Εκεί τον περιμένουν οι σκιές, η αύρα, το μετα-άγγιγμα των (υπαρκτών και φανταστικών) ανθρώπων που αγάπησε. Επιστρέφοντας βρίσκεται αίφνης στη δίνη της αγάπης και του αποκαλύπτονται τα μυστικά της, αυτά που μάταια κάποτε προσπαθούσε να εκμαιεύσει από τον ανυποψίαστο για την καταιγιστική ανάγκη του παιδιού του πατέρα. Αγάπη δεν είναι να έχεις, να κατακτάς, να κυνηγάς, ή να παλεύεις με φαντάσματα. Αγάπη είναι να είσαι. Να είσαι εκεί, κατά προτίμηση, πλήρως. Κι εκεί, με τον τρόπο αυτό, ο ήρωας της ιστορίας αναγεννιέται και ξεκινά τη ζωή του από την αρχή.
Το Τομτόμ στα ίχνη και των προηγούμενων πεζογραφημάτων της Παππά, αποκρύπτει με ξεκάθαρα ποιητικό βηματισμό και τεχνικές πύκνωσης, περισσότερα από όσα ομολογεί, οδηγώντας τον αναγνώστη στη διαδικασία της αναζήτησης ανάμεσα σε πλήθος ενδεχομένων λύσεων-υποθέσεων, που συνεχίζουν να αναδύονται μετά το τέλος της ανάγνωσης και που σχεδόν όλες το ίδιο εύκολα μπορούν να τεκμηριωθούν μα και να διαψευσθούν. Με τον τρόπο αυτό η συγγραφέας συγκροτεί από βιβλίο σε βιβλίο την αφηγηματική της ιδιόλεκτο: ενώ ο λόγος της είναι εξόχως πυκνός, πετυχαίνει στις περιγραφές της την εστίαση στην κρίσιμη μικρο–λεπτομέρεια, στο ανεπαίσθητο, το σχεδόν μη γενόμενο το οποίο μοιάζει τελικά να κινεί το βάρος του τροχού αυτού του κόσμου. Μας μεταφέρει δεξιοτεχνικά από το μικρό στο μεγάλο, από τη στιγμή στη διάρκεια, από το στοιχειώδες στην αποκάλυψη ενός κόσμου. Ο λόγος της έχει τη δύναμη να διαστέλλεται. Κι όλα αυτά συμβαίνουν με τον πιο φυσικό τρόπο, ήσυχα, υποδόρια, χωρίς εξάρσεις.
Στη σύνθεσή της η δημιουργός χρησιμοποιεί πλήθος μοτίβων. Μοτίβα λεκτικά, που δίνουν στο κείμενο ρυθμό, όπως, ενδεικτικά, «η εξαπατημένη συνείδηση», η «κρυστάλλινη» δεκάρα /διαύγεια, τα «κρυστάλλινα» λόγια, η «καθαρότητα/ διαύγεια/ διαφάνεια», η «φροντιστική αγάπη», αλλά και μοτίβα θεματικά.
Ο αποχωρισμός και η απώλεια λειτουργούν στο Τομτόμ ως καθοριστικά στοιχεία πλοκής, που επανέρχονται, σε όλο το εύρος του κειμένου καθώς έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα τη συναισθηματική μνήμη του ήρωα. Το βασικό θέμα, ωστόσο, που αναμφίβολα σχετίζεται με τον αποχωρισμό και την απώλεια, είναι η αγάπη. Παρακολουθώντας την αφήγηση του ήρωα ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά σχετικών ερωτημάτων. Ποιος μπορεί ή οφείλει να μας διδάσκει την αγάπη; Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπήσουν; Γιατί αφήνουμε την αγάπη να χαθεί και να σβήσει; Πώς μπορούμε να τη διαφυλάξουμε; Σε συνάρτηση με το θέμα της αγάπης, εμφανίζεται σε παραλλαγές κι αυτό, το μοτίβο των πουλιών, των αποδημητικών από τη μια, που ελεύθερα φεύγουν κι επιστρέφουν, της καρδερίνας, από την άλλη, στο κλουβί. Ποια είναι η σχέση της αγάπης με την ελευθερία; Είναι ένα ακόμα ερώτημα που βασανίζει τον ήρωα. Μπορείς να παραμένεις ελεύθερος αγαπώντας; Αν η αγάπη δεν είναι μια συνειδητή και ελεύθερη επιλογή, ποιο νόημα έχει; Κι ύστερα, έρχεται το μοτίβο των κλειδιών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν (αν βρίσκονταν), στην αλήθεια και ίσως στην αγάπη. Μα κάποια κλειδιά χάνονται παίρνοντας μαζί τους καλά κρυμμένα μυστικά, ενώ άλλα βρίσκονται χωρίς κανείς να ξέρει ποια κλειδαριά και ποιο μυστήριο μπορούν να αποκαλύψουν.
Τέλος, η απόσταση. Η άβυσσος ανάμεσά μας. Οι πολύτιμες στιγμές της συνύπαρξης, οι σπάνιες στιγμές της συνάντησης, επιβεβαιώνουν, ως εξαιρέσεις, το πόσο σπαρακτικά δύσκολο είναι να νιώσεις τον άλλο άνθρωπο. Όσες δεκάρες κι αν θελήσεις να πληρώσεις (“a penny for your thoughts”), και την ίδια την ψυχή σου αν δώσεις, πάλι στην καταδίκη του εαυτού σου επιστρέφεις. Ωστόσο, αυτές οι λίγες μοιρασμένες στιγμές, συμπυκνώνουν το νόημα της ζωής. «Αν δε βγεις από μέσα σου, δε μαθαίνεις ποτέ ποιος είσαι» είναι το μότο που πολύ ταιριαστά δανείζεται η συγγραφέας από τον Ζοζέ Σαραμάγκου.
Η Παππά, χειρίζεται με επιδεξιότητα ένα εύθραυστο και εύφλεκτο υλικό χάρη και στην εμπειρία που διαθέτει ως ποιήτρια, πεζογράφος και ψυχολόγος με συγγραφικό έργο σε όλα αυτά τα πεδία. Μικρές αδυναμίες του κειμένου συνιστούν κάποιες (ελάχιστες) εξεζητημένες λεκτικές επιλογές, όπως και το αίσθημα ότι στον πολύ ατμοσφαιρικά σκηνοθετημένο και πολύσημο «Επίλογο» ο αναγνώστης σε ορισμένα τουλάχιστον σημεία κινδυνεύει να «χαθεί».
Αυτό που μένει, όμως, από αυτό το ταξίδι, είναι ο στροβιλισμός της ψυχής μ’ έναν άλλο τρόπο, σε έναν τόπο, που ακόμα και αν δεν τον γνώρισε τον νοσταλγεί και τελικά, η διαρκώς αναγεννώμενη ελπίδα. Για μας, επιπλέον, η ευθύνη της πρότασης ενός σπάνιου, μυστικού και γενναιόδωρου βιβλίου.
 
Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους



παραλήπτης

η αναμονή
δε μάδησε ποτέ
αβεβαιότητα
κι αν πέρασα
το βλέμμα για ουρανό
θα σταθώ υπόλογη
στα διαφυγόντα όνειρα


γι’ αυτό τα αδέσποτα χαμόγελα
πρέπει να φτάνουν
με συστημένο γράμμα
να μειώνουμε τις απώλειες



Η Ελένη Παπαλαμπροπούλου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το διάφανο καταφύγιο είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. 



Πάνος Κυπαρίσσης, Καραϊσκάκης
Δειλινό και μαύρο φως
Διάττων, 2015

Τόσο η γλώσσα της ποίησης όσο και της πεζογραφίας βασίζεται, από την εποχή του Ομήρου ως σήμερα, στην ενότητα λόγου, μέλους και ρυθμού. Από τότε που εφευρέθηκε η τυπογραφία και μετά, έχουμε γίνει περισσότερο αναγνώστες γραπτών κειμένων, που τα διαβάζουμε με τα μάτια, ενώ στην αρχαιότητα και κατά τον μεσαίωνα, η πρόσληψη των κειμένων και του ποιητικού λόγου γινόταν μέσω της ακοής. Ο ακροατής, δηλαδή το κοινό, είχε μάθει να ακούει και γνώριζε και αναγνώριζε – αυτό σημαίνει το «αναγιγνώσκω»– τον πεζό και τον ποιητικό λόγο αποθηκεύοντάς τον στην πολιτιστική του μνήμη. Μόνο με την προφορική απόδοση ή την απαγγελία έπαιρναν τα κείμενα ζωντάνια, ώστε το κοινό τους να είναι πρόθυμο να τα αποδέχεται.

Πιστεύω ότι το σύνολο του ποιητικού έργου του Πάνου Κυπαρίσση ακολουθεί τη γραμμή της παράδοσης αυτής: είναι συντεθειμένο για να αναγινώσκεται. Στον Κυπαρίσση, οι λέξεις και η στίξη είναι κατ’ ουσίαν ήχοι. Επηρεασμός θεατρικής αγωγής; Θητεία στο σχήμα και το χρώμα ποτέ ερήμην της ακρόασης; Η ψυχή έχει βαθιά κρυμμένους δρόμους. Ο Κυπαρίσσης, γεννημένος στην ορεινή Ήπειρο, μεγαλωμένος στην Ουγγαρία, παιδί της ιθαγένειας και της υπερορίας μαζί, έμαθε Νέα Ελληνικά διαβάζοντας αρχαιοελληνικά ανώμαλα ρήματα, τοις του αυτού πατρός ρήμασι πειθόμενος...

Σπούδασε Μαθηματικά και Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο, θέατρο με τον Κάρολο Κουν, ποίηση και εικαστικά με τη ζωή (του) στον χώρο της Τέχνης και της Παιδείας.
Στο έργο του Καραϊσκάκης, μας βάζει μπροστά σε μεγαλειώδη σύλληψη του στίχου και των ήχων: με την ευγένεια των ρυθμών και τη μυστηριακή κλείδωση ήχου και νοήματος καταφέρνει μες στις τριάντα τέσσερις στροφές του να δώσει μερικά λειτουργικά απεικάσματα των ουσιών της ζωής και των υψηλών βλέψεών της.

Ο ποιητής εδώ ανιχνεύει τη μελωδική αγωγή της ψυχής του, γυρεύοντας ταυτόχρονα τη μουσική διάσταση των πραγμάτων όχι αναγκαστικά και μόνο των ιστορικών, μια «γλώσσα μέσα στη γλώσσα», μια πραγματικότητα μακρινή που είναι τελικά οικεία και αενάως παρούσα, σαν άλλος Σολωμός που στρατεύεται στην ακρόαση του απλού και του ατόφιου, ακούγοντας τα παιδιά στις αλάνες. Ποιητής: Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά. (Σολωμού, Διάλογος, 1824). Ο Κυπαρίσσης όμοια αφουγκράζεται τη λιτότητα και την αμεσότητα της αλήθειας του ήρωά του, σαν παιδί που ξέρει ότι το αφουγκράζονται. Και κάτι πιο πολύ, που έχω την αίσθηση ότι, ως «αναγνώστρια», το παρακολουθώ στο σύνολο το έργου του. Παλεύει με το σκοτεινό στον χώρο του φωτός, με τα απεικάσματα στον χώρο της γνώσης, με το αρνητικό στον τόπο του θετικού. Θλίβεται και πονάει για να μη θυμώσει. Θεωρώ ότι αυτό ακριβώς είναι η δεσπόζουσα του έργου του. Πάλι κατά τας γραφάς: Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σ’ εύρει θυμωμένον ο ήλιος οπού πέφτει. (Σολωμού, Διάλογος, 1824).

Γι’ αυτό, μετά από πολλές αναγνώσεις του Καραϊσκάκη του, αλλά και του Σκύβοντας ουρανέ (Γαβριηλίδης 2015) και του Κλέβοντας σκοτάδι (Γαβριηλίδης 2018) –θεωρώ τα τρία αυτά μια επαναστατικής μελωδίας τριλογία–, διαισθάνομαι ότι η ακολουθία Δειλινό και μαύρο φως, συνοδευτικό moto κάτω από τον τίτλο Καραϊσκάκης, μάλλον είναι εικαστική δι-ακροαματική και ίσως υποκρύπτει τη μετά-νοια Δεινό και μαύρο φως, που ούτως ή άλλως εμπεριέχει, αποδίδοντας μυστικά αφενός τη μουσική υπεροχή, αφετέρου τον αποκλεισμό του χρώματος, τα εργαλεία δηλαδή που κρατάει στα χέρια του, καθώς σκάβει τον χρόνο για να ανακαλύψει τον ήρωά του, τον Καραϊσκάκη. Η σχέση τους έτσι παραμένει σταθερή: σχέση ποιητικού υποκειμένου και ιστορικού προσώπου. Την ανάγνωση αυτή για την εικαστική δι-ακροαματικότητα των στροφών του Καραϊσκάκη την ενθαρρύνει, πιστεύω, και η ξυλογραφία που «χάραξε ο ποιητής σε όρθιο ξύλο»: λιτή και απέριττη λευκή σχεδόν μονοκοντυλιά σε μαύρο φόντο φέρνει στον νου τη μορφή της Ελευθερίας στο έργο του Νικολάου Γύζη: Η Δόξα των Ψαρών, μόνο που αντί της θηλυκής με λευκή εσθήτα μορφής, στο σχέδιο του ΠΚ απεικονίζεται ένας έφηβος γυμνός με φτερούγες αγγέλου. Και εδώ διαισθάνομαι ότι ο ποιητής μάς καλεί να παρακολουθήσουμε τους στίχους ως ακρόαμα. Γιατί;

Γιατί διαβλέπω ότι ο ΠΚ παλεύει να απεκδυθεί τον μάστορα εαυτό του και να αναδείξει μόνο τη σχέση του με το παρ[ελθ]όν, πλέκοντας σύμφωνα και φωνήεντα, με διαφορετικές φωνές και τόνους μέσα σε κάθε στίχο. Συνάμα και το moto Δειλινό και μαύρο φως, με τη χρήση του και σε ρόλο σύνδεσης συμπλεκτικής αλλά και εναντιωματικής μάς επιβάλλει τη στάση πριν την «ανάγνωση»: στη φράση αυτή το δειλινό έχει διπλή ιδιότητα, είναι δηλαδή και ουσιαστικό (αυτό κανονικά) και επίθετο. Και εξηγούμαι· εφόσον ακολουθείται από το και, συνδέεται αυτομάτως κατά παράταξη με το μαύρο. Και το μαύρο δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι λειτουργεί ως επίθετο στο φως. Αν μιλήσουμε με την ποιητική γραμματική, επιτίθεται στο φως. Εδώ κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οπότε με τον ήχο της φωνής μας και τον αναγνωστικό μας δισταγμό, προκύπτει η επόμενη ποιητική του και: αυτή της εναντίωσης. Και η φράση ακούγεται: Δειλινό παύση, αν και μαύρο (το) φως. Το Αόρατο άρθρο ενισχύει το μαύρο και δεν ορίζει το φως, όπως θα γινόταν, αν διαβάζαμε μόνο με τα μάτια μας ποίηση… Με τη δεύτερη χρήση του και, αυτήν του εναντιωματικού, στην ψυχή μου υπογραμμίζεται το δειλινό και ο ήχος αυτός μου επιβάλλει την παύση, ως προσήμανση για ό,τι ακολουθεί. Στη συνείδησή μου, βέβαια, και η μορφή της ξυλογραφίας έχει παίξει ρόλο. Με οδηγεί στην υποψία. Με κάνει υποψιασμένο αναγνώστη. Έτσι το σχήμα και το χρώμα δεν λειτουργούν ερήμην της ακρόασης· αντιθέτως πλαισιώνουν το «αναγιγνώσκω». Με την πρώτη μας ανάγνωση, λοιπόν, δεχόμαστε τα μηνύματα της ποιητικής γραμματικής του ΠΚ. Και προχωράμε εμείς στην ανάγνωση και ο ίδιος στην τέχνη την κρυπτική. Αλλά: ενώ αυτός παλεύει να κρυφτεί ο μάστορας, η μαστοριά και η τεχνική του απελευθερώνουν λαμπρά τον πλαστικό νου και την πλούσια φαντασία του, αρθρωμένα σε στίχους/ήχους μαζί με την ελαστικότητα της γλώσσας του, απλής δημοτικής, που είναι δεκτική σπουδαίας αρμονίας. Από τις αρθρώσεις αυτές βγαίνουν κι ακούγονται πάλι απλούστατες λέξεις, οι μόνες ικανές να εκφράσουν κατάλληλα τον ρυθμό, την ιδέα και την αρμονία του στίχου.

Χορεύει η ζωή με το θάνατο ταίρι
γεμίζουν νύχτα, μάτια, ψυχές και κορμιά
με μάχιμα νύχια στο πύρινο χέρι
της πατρίδας κοιτούν να σπάσουν μαύρα δεσμά

Πικροί, άφωνοι και ασάλευτοι χρόνια
γυμνοί, άτολμοι στης σκλαβιάς το μαράζι
κι η αρκούδα διψώντας αίμα στα χιόνια
θαρρεί πως η πείνα το σκοπό της αγιάζει

Δεν μπορούν στη γη να σταθούν, να πατήσουν
κατεβαίνουν στον Άδη γέροι γυναίκες παιδιά
μένουν λίγοι να μετρηθούν, να μετρήσουν
τόση μαύρη του μαύρου θανάτου σκλαβιά [] ( Καραϊσκάκης, σελ.7)

Με τους στίχους αυτού του ποιήματος, σιγουρεύτηκα ότι τον Πάνο Κυπαρίσση απασχολούν ζητήματα, όπως η φύση του ήχου, ιδιαίτερα του μουσικού τόνου, η «απήχησή» του στο ανθρώπινο αυτί, η ύπαρξη δευτερευόντων τόνων που δεν συλλαμβάνονται από τα ακουστικά όργανα του ανθρώπου, η ανθρώπινη φωνή ως ένα ιδιαίτερο φυσικό μουσικό όργανο και κυρίως το φαινόμενο της αρμονίας. Και ο τρόπος που άκουγα τη φωνή του μέσα στο κεφάλι μου να κάνει ψαλτική την ποιητική του πράξη, ζωντάνεψε στις μνήμες μου φωνές του Σολωμού. Ίσως και του Μπάιρον, κι ας είναι σε άλλη γλώσσα… Δεν κατάγομαι από τη μουσική, αλλά όλοι μας, όσοι αγωνιζόμαστε με τα Ελληνικά, είμαστε κληρονόμοι του Σολωμού. Και στη διαθήκη του μας άφησε τη μόρφωση της αρμονίας κάθε στίχου με τη φύση του ποιητικού νοήματος.1 Ο ΠΚ έχει ενσωματώσει στο έργο του αυτή τη διαθήκη2, δίνοντας καθαυτό ηχητική μορφή στη σκέψη του. Κατ’ αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι αυτές οι συλλογές που προανέφερα, παρότι δεν είναι αμέσως ορατό, αποτελούν τριλογία. Απλώς, το μουσικοποιητικό μέτρο τους δεν ανιχνεύει τόσο ξεκάθαρα, όσο οι στροφές του Καραϊσκάκη, τον ιαμβικό πόδα του 15σύλλαβου, παρόλο που ούτε εδώ τον ολοκληρώνει. Φτάνει τις 11 ή τις 12 (συνήθως), σπάνια τις 13 συλλαβές. Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι ακόμη και στις συλλογές αυτές, που ο ΠΚ δεν προσπαθεί εμφανώς να ψηλαφήσει την παράδοση, την ιδιαίτερη αξία της προφορικής μορφής του λόγου δηλαδή, δεν καταφέρνει να σιγήσει τον ρυθμό. Ο τελευταίος φαίνεται απλώς να παίρνει εδώ, στο Σκύβοντας ουρανέ και στο Κλέβοντας σκοτάδι, νέα δυναμική, γίνεται ίσως Rap και μετά αποσυντονίζεται επίτηδες. Γιατί ο ΠΚ ανιχνεύει τη ζοφερή πραγματικότητα του δεινού και μαύρου φωτός παντού γύρω του.
Πιο συγκεκριμένα στοιχεία μουσικής στη διαμόρφωση της γλώσσας του ΠΚ

  • Προσπαθεί να παραστήσει 1) τον ήχο ή και την απουσία του, 2) την κίνηση ή την ακινησία που περιγράφει με τους ήχους των λέξεων που μεταχειρίζεται.


2η στροφή
«Πικροί, άφωνοι και ασάλευτοι χρόνια
γυμνοί, άτολμοι στης σκλαβιάς το μαράζι
κι η αρκούδα διψώντας αίμα στα χιόνια
θαρρεί πως η πείνα το σκοπό της αγιάζει»

Στο τετράστιχο αυτό η εναλλαγή του ήχου «κρ»/«ρκ» και «σλ», «φν», «μν» μαζί με την εναλλαγή των τύπων: 1) «πικροί» «αρκούδα», 2) «άφωνοι» «ασάλευτοι» και 3) «γυμνοί» «άτολμοι» (τα τελευταία σε χιασμό) δίνουν ακουστικά την οπτική εικόνα της ακινησίας του θανάτου. Το τετράστιχο αυτό είναι χαρακτηριστική απόδειξη της μουσικής ιδιοσυγκρασίας του ΠΚ.


  • Στη 16η στροφή του, για να κάνει μελωδικότερους τους 11σύλλαβους και 12σύλλαβους που μέχρι εκεί έχει χτίσει, συνθέτει 16σύλλαβους τον α’, β’ και γ’ στίχους , ενώ 15σύλλαβο τον δ’ και καταληκτικό της στροφής. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, πετυχαίνει να αναδείξει τις ρίζες της δημοτικής παράδοσης, πηγαίνοντας πίσω στα Ακριτικά τραγούδια και τα πρόσωπα του Χάροντα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά, αλλά και στις παραλογές που φέρνουν σε άμεση επαφή τη ζωή με τον θάνατο, τους ζωντανούς με τους αποθαμένους.

    «Εκεί που ο Χάρος να βρει πολεμάει δικά του βιολιά
χορεύουν φεγγάρια σωρό παλικάρια, να σηκωθεί
ν’ ανοίξει στα βόλια τ’ ανίκητα στήθη ξανθή λευτεριά
κι από του τάφου σιωπή να βλαστήσει πάλι ζωή»


  • Επαναλήψεις, παρηχήσεις, αντιθέσεις, αλλαγή τόνου και νοήματος από την 16η στροφή:
«βιολιά/ βόλια, πολεμάει/χορεύουν, φεγγάρια σωρό παλικάρια, Χάρος/λευτεριά, τάφου/ζωή»

  • Με τον παρατονισμό που σπάζει ουσιαστικά τον ιαμβικό ρυθμό, μεταξύ γ’ και δ’ στίχου, αλλά και με τον διασκελισμό, δίνει και παραστατικά την εικόνα των νεκρών που θυσιαζόμενοι θα δώσουν δικαίωμα στη ζωή και την ελευθερία των κατιόντων.

  • Αξιοπρόσεχτο είναι πως σε όλο το έργο, μόνο τέσσερις στροφές αρχίζουν με φωνήεν, ενώ επίσης μόνο τέσσερις ( όχι οι προαναφερόμενες) τελειώνουν με σύμφωνο.

  • Εκτός από τα εξωτερικά μελωδικά στοιχεία, ο ΠΚ ενίσχυσε και διατήρησε επιπλέον και τα εκφραστικά που τα πλούτισε στον ύψιστο βαθμό, κατορθώνοντας έτσι με το κατάλληλο βάδισμα του στίχου και με την ηχητική των λέξεων να εκφράζει παραστατικά ή δραματικά και το περιγραφόμενο νόημα. Παρόλο που τα δείγματα που έχουν αναφερθεί δεν είναι πολλά, είναι εντούτοις ενδεικτικά.

Παρατηρούμε, λοιπόν, μεταξύ των τριών έργων που μελετάμε, τελείως αντίθετα στιχουργικά συστήματα. Κάποτε, στο Σκύβοντας ουρανέ και στο Κλέβοντας σκοτάδι αναζητούνται στίχοι φαινομενικά απαλοί, ίσως και ενίοτε μελωδικοί. Ο Καραϊσκάκης συντίθεται από στίχους ρωμαλέους και εκφραστικούς. Το κοινό σημείο είναι η προσπάθεια του ΠΚ να αποδίδουν οι στίχοι με το βάδισμα του ρυθμού τους και την ηχητική των λέξεών τους το περιεχόμενο νόημά τους.

Γνωστές άγνωστες λέξεις
Δύσκολα νιώθεις τις λέξεις
που στο σεντόνι της σιωπής
πάντα πλαγιάζουν
Ανεβαίνουν με σκέλη φωτεινά
στης σάρκας σου το σπαραγμό
ξεγελώντας πόθους μιας ζωής
κι άκαρπες στο μαύρο φως σου σβήνουν
Τι μέλλον έχει το ανείπωτο
τι τ’ όνειρο στο ποίημα που το ζώνει; (Κλέβοντας σκοτάδι, σελ. 63)


Το περιεχόμενο της έννοιας της ποίησης είναι ασταθές και πρόσκαιρο, αλλά η ποιητική λειτουργία, αλλιώς η ποιητικότητα, είναι κυρίως κατά Jakobson στοιχείο sui generis, το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί σε άλλα στοιχεία: είναι ένα στοιχείο το οποίο έχει απολύτως δικές του ιδιότητες. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ποιητικότητα; Η ποιητικότητα είναι μέρος μόνο μιας πολύπλοκης δομής, αλλά το μέρος αυτό μεταμορφώνει κατ’ ανάγκην τα άλλα στοιχεία του ποιητικού λόγου και μαζί μ’ αυτά, κατά συνέπεια, καθορίζει τον χαρακτήρα του όλου.

Αν λοιπόν η ποιητικότητα δίνει ταυτότητα και εν τέλει ιδιαιτερότητα στο όλον, τότε μέσα στους στίχους του Πάνου Κυπαρίσση η ποιητικότητα είναι σαφώς αποτέλεσμα της δεσπόζουσας ετερότητας, της επίμονης και επίπονης αισθητικής λειτουργίας. Ανήκει στη δομή και ταυτόχρονα μετασχηματίζει τα στοιχεία της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ποιητικότητα στους στίχους του Κυπαρίσση είναι παρούσα, κυρίως όταν η λέξη γίνεται κομμάτι αισθητό και του στίχου και συνάμα δικό μας. Γιατί γίνεται αισθητή ως λέξη απτή και όχι ως απλή αναπαράσταση ενός αντικειμένου που ονομάζεται ή ας πούμε ότι σχηματοποιείται ή σχεδιάζεται ή ακόμη ακριβέστερα προσπαθεί να στοιχειοθετηθεί: φέρει δηλαδή τότε ακριβώς την εκ μέρους του ποιητή εκδήλωση της συγκίνησης ορατότατη και ακουστότατη μπροστά στον αποδέκτη, που ανταποκρίνεται, γιατί οι λέξεις και η σύνθεσή τους, το νόημά τους, η εξωτερική και εσωτερική τους φωνή, αποκτούν βάρος και ταυτόχρονα μαζί μ’ αυτή την εσωτερική και εξωτερική μορφή τους, αποκτούν και δική τους αυτοτελή για το συγκεκριμένο περιβάλλον τους αξία, αντί να αναφέρονται απαθώς στην πραγματικότητα, είτε του συνταγματικού είτε του παραδειγματικού άξονα. Στα εκατό ακριβώς ποιήματα της συλλογής Σκύβοντας Ουρανέ, στα εκατόν δώδεκα της συλλογής Κλέβοντας Σκοτάδι και στις τριάντα τέσσερις στροφές του ποιήματος Καραϊσκάκης, ο λόγος του ΠΚ τόσο εκτυφλωτικά όσο και σκοτεινά, με μια μαγική ίσως και μεταφυσική διάσταση ταπεινότητας και απόσυρσης, σχεδόν σεμνής κρυψίνοιας, προσπαθεί να διαμορφώσει έναν χώρο που θα φορέσει στους στίχους του ήχους, για να τους κάνει να ζήσουν, να ολοκληρώσουν τον κύκλο της ζωής τους, χωρίς να τους απομονώσει από τη ζωντάνια, τη ζωτικότητα, τη δραστηριότητα, την ενάργεια της αναγνωστικής τους υποδοχής. Θα μπορούσε, ωστόσο, ο αναγνώστης του, πέραν αυτών, να πει με σιγουριά ότι δεν πεθαίνουν οι ήχοι, αλλά πιθανόν εκ των προτέρων πενθούν τις ιδέες, που φέρονται διά των σωμάτων μέσα σ’ αυτήν την ένδυση εσωτερική και εξωτερική· ένδυση μύθων, ένδυση σωμάτων, ένδυση ιδεών, ένδυση αισθητικής. Πένθος εν είδει ισχυρών προσημάνσεων, εν μέσω αντιθέσεων απόλυτης κατάφασης της ζωής, έστω αναποφάσιστης, αλλά ηδονικής...


Αντηχείο
Σπαράγματα
ψίθυροι σπασμένοι
Σα… γα…
και συ δεν έμαθες να δένεις
Πα… σα… γα…
κι ολοένα περιμένεις
Σα… γα… πα…
κι ακόμα δεν καταλαβαίνεις (Σκύβοντας ουρανέ, σελ.17)

Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση, αν αποτελούσαν ποτέ... Ο Σολωμός αλλά και ο Κάλβος έδειξαν ότι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δεν υπάρχει κι όπου όλα –γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα– είναι αισθητικά οργανωμένα. Το ίδιο και στην ποίηση του Πάνου Κυπαρίσση: τίποτα δεν προδίδει την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα έχει απλότητα, φυσικότητα και σπαραγμό, σε μία θαυμαστή ισορροπία νοήματος και μορφής, αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας. Μέσα στους στίχους του ΠΚ είναι αλήθεια ότι, εκτός από τη μελωδία, σαλεύει το σχήμα και το χρώμα· ποτέ όμως ερήμην των ήχων. Ο ΠΚ ρυθμοποιεί τον τόνο του στίχου δίνοντας την αληθινή και καθαυτό ηχητική μορφή στη σκέψη του ή σχηματίζοντας κάποτε καινούργιους πόδες μιας νέας ηχητικότητας απλής και σπουδαίας.
Dr. phil. Λουκία Στέφου
1 Αυτή τη διασύνδεση του νοήματος με το μουσικοποιητικό μέτρο στον ώριμο Σολωμό το είχε ήδη διακρίνει εμπειρικά ο Μάντζαρος. Γράφει στη «Σκιαγραφία»: «Μορφώνεται η αρμονία του κάθε στίχου με τη φύση του ποιητικού νοήματος.»
2 Να σημειώσουμε πως και σε αυτό τον μουσικοποιητικό του προβληματισμό ο Σολωμός είχε ως οδηγούς του τους δύο γερμανούς πρωτοπόρους θεωρητικούς, τον Mendelssohn και τον Lessing, που είχαν κηρύξει τη σύζευξη της ποίησης με τη μουσική με τέτοιο τρόπο ώστε το ποιητικό νόημα να ακολουθεί και να υποτάσσεται στον μουσικό ήχο.



Ό,τι απέμεινε από τις τρικυμίες
Πατρίτσια Αϊβαλή
εκδόσεις θράκα, 2019

γράφει ο Νίκος Φιλντίσης


Τη δεύτερη ποιητική της συλλογή «ό,τι απέμεινε από τις τρικυμίες» εξέδωσε προσφάτως η Πατρίτσια Αϊβαλή, στις εκδόσεις «θράκα». η πρώτη, με τίτλο «πώς η ζωή», κυκλοφόρησε το 2017, από τις ίδιες εκδόσεις κι είχε πραγματικά ποιητική άποψη. Έχοντας παρακολουθήσει λοιπόν τη μέχρι τώρα πορεία της Αϊβαλή, ως γενική παρατήρηση, διαπιστώνω πως η συγγραφέας έχει εμφανώς εξελίξει τη γραφή της σε τεχνικό επίπεδο αλλά και σε νοηματικό βάθος, γεγονός το οποίο αποτελεί δείγμα σκέψης, τίμιας εργασίας μα και υπόσχεση μέλλοντος.

Στο βιβλίο «ό,τι απέμεινε από τις τρικυμίες», από τον αινιγματικό κιόλας τίτλο πυροδοτείται ένα συνειρμικό, πρωθύστερο σχήμα, το οποίο σκιαγραφεί εμμέσως τη σφοδρότητα των τρικυμιών που προηγήθηκαν, αφήνοντας παράλληλα τον αναγνώστη να τις μεγεθύνει με τον νου. Η ανθρώπινη φαντασία εξάλλου, λειτουργεί ως επί το πλείστον ως μεγεθυντικός φακός, κάτι το οποίο φαίνεται να γνωρίζει καλά η συγγραφέας που την επιστρατεύει από νωρίς για να ενισχύσει την τέχνη της.

Τα ποιήματα της συλλογής, εβδομήντα πέντε στον αριθμό, καταχωρίζονται σε τρεις δομικές ενότητες: Ι. διαίσθηση/κίνηση ουράνια, ΙΙ. σκέψη/κίνηση γήινη, ΙΙΙ. ένστικτο/κίνηση υποχθόνια. Η ταξινόμηση αυτή προσδίδει μεν μια επιπλέον ταυτότητα στα κείμενα, από την άλλη δε, χαράσει αμυδρά έναν χρονικό άξονα. Έτσι, δημιουργείται μια συνεκτική πλοκή, μια ροή ανάγνωσης. Αξιοσημείωτο, η ραχοκοκαλιά της αφηγηματικής ιστορίας εντοπίζεται όχι μόνο στη διαδοχική, κάθετη ανάγνωση των ποιημάτων αλλά και στην οριζόντια ανάγνωση των τίτλων τους, τουτέστιν, όταν τοποθετηθούν στη σειρά, συνδέονται νοηματικά και σχηματίζουν μια ολοκληρωμένη φράση. Με αυτόν τον τρόπο η Αϊβαλή κινείται σε μια διεπίπεδη αφήγηση, ως μια απόπειρα να καλύψει κατά μήκος και κατά πλάτος όλο το ποιητικό πεδίο. Επίσης, σε αυτό το «καρτεσιανό» σύστημα εξιστόρησης, τα επιμέρους ποιήματα ίσως αποκτούν μια επεξηγηματική χροιά, σαν αστερίσκοι σε ένα ευρύτερο «υπερ-ποίημα».

Συμπυκνώνοντας τώρα το νοηματικό περιεχόμενο του βιβλίου, ψηλαφίζω την πορεία της σάρκας –ουράνια κίνηση ως γένεση, κίνηση γήινη ως εγκόσμια, κίνηση υποχθόνια ως επέκεινα, όπου η λέξη «κίνηση» θα μπορούσε να αντικατασταθεί ίσως με τον θεατρικό όρο «πράξη». Σε τούτο το καλώς σκηνοθετημένο έργο της Αϊβαλή, που δεν λείπει, έστω και αχνός, ο κινηματογραφικός τόπος –εντοπίζω το δωμάτιο 113, το μπαλκόνι του Π., μια κόκκινη Αμφιθέα– το βασικό ερέθισμα, η εκκίνηση της ποιητικής φλόγας μάλλον αποδίδεται στον έρωτα ή ακριβέστερα στον εκπληρωμένο κι ύστερα αποκαθηλωμένο έρωτα. Με έμφαση όμως και στα συνοδά αισθήματα της ήττας, που προσδίδουν έναν πολυδιάστατο, ευρύτερα υπαρξιακό χαρακτήρα στη συλλογή, σπάζοντας έτσι το «ερωτικό» στερεότυπο. Ενδεικτικά, παραθέτω δυο ποιήματα που προσωπικά ξεχωρίζω για την πυκνότητα του λόγου, την αρτιότητα του νοήματος, την ευθύτητα και τη δωρικότητά τους:


Διάλεξε.

Η μια αγάπη
απέραντα αστέρια
σ’ αμέτρητο ουρανό.
Η άλλη
αιμορραγεί,
θαμμένη στα δυο
σε σκισμένο βουνό.


Οι δυο μας.

Θ’ αυτοκτονούσα
όχι σήμερα.
Όταν θα ξεραινόταν η γαρδένια σού είπα.
Έσβησες το τσιγάρο μέσα της
με λύσσα
και την κοίταζες να πεθαίνει απότιστη.


Εν συνεχεία, διατρέχοντας το βιβλίο, αντιλαμβάνομαι από το βαθιά προσωπικό, σχεδόν εξομολογητικό, ύφος ότι η συγγραφέας, πιθανώς μάχεται να περισώσει τα τιμαλφή ενός ναυαγίου, αξιοποιώντας τα έπειτα ως υλικά δόμησης ενός πολυτραματισμένου μα νέου κόσμου. Καταραμένη νοσταλγία και συνάμα διάθεση αποτίναξής της σε μια αναζήτηση λύτρωσης. Προς επίρρωση της θέσης αυτής, επισημαίνω πως η ποιήτρια επιλέγει να απευθυνθεί άμεσα στο «εσύ», σε απογυμνωμένο τόνο απόδοσης ευθυνών, λες και στέκεται αντιμέτωπη με τον δαίμονά της για να τον αποδομήσει. Εδώ λοιπόν, παραθέτω το όμορφο ποίημα «Ήσυχα»:


Ήσυχα,

εσύ, ο μεθυσμένος απ’ το κενό σου,
ο ζαλισμένος απ’ το πιοτό της παράνοιάς σου,
που η αίσθηση του χρόνου σου
γειτονεύει με την απειρότητα του σύμπαντος
στραβά κρέμασες τη ζωή σου στο καρφί.
Γέρνει προς την πλευρά της εκδίκησης.
Ίσιωσέ τη λίγο γιατί
παρασύρει λαίλαπες και πνίγει πολλούς.
Μετακινήσου,
παρενοχλείς τις υπάρξεις.

Αφού με κοιτάς ειρωνικά,
στο στραβό καρφί κρεμασμένος
πέθανε τότε μόνος με τη σκουριά
κι άσε με ήσυχη ν’ αρμενίσω με ούριο άνεμο
στις ασφαλείς ακτές που με κόπο βρήκα.


Όσον αφορά τον γλωσσικό χαρακτήρα του βιβλίου, λόγος στρωτός, καθημερινός, εμβολισμένος βεβαίως κατά τόπους με κοσμητικά επίθετα και μαγικές εικόνες –πυρπολυθήκαμε από γαλήνη, σεργιάναγες στις εκρήξεις των λέξεων– αλλά και με εκλάμψεις σκληρότητας –πουτάνα η ζωή γεννάει πείνα, σφαγείο–. Η Πατρίτσια Αϊβαλή, υποβοηθά επίσης τη ροή της γλώσσας και με ρυθμικά μέσα ποντισμένων ιάμβων ενώ μάλιστα τα ποιήματα «ισοπεδώθηκαν» και «στη λύπη μου» συντάσσονται αμιγώς σε ιαμβικό μέτρο με πλεκτή ομοιοκαταληξία. Στον αντίποδα όμως, η ποιήτρια επιλέγει και την πεζή μορφή, όπως στα ποιήματα «ανίατη ιστορία», «με παραμορφώσεις», «το δίλημμα», δίνοντας μια εντύπωση σπουδής σε διαφορετικούς τρόπους σύνταξης της ποιητικής γλώσσας.

Κλείνω, κοιτώντας το βιβλίο ως αντικείμενο. Προσεγμένο, με ιδιαιτέρως καλαίσθητο και πρωτότυπο εξώφυλλο, σαν παδική ιχνογραφία, φιλοτεχνημένο από τη Σμαράγδα Παππά. Η απεικόνιση ενός ανθρώπου καρτούν –ή ό,τι απέμεινε τελος πάντων από τις τρικυμίες– που έχει σκεπασμένο το πρόσωπο με λευκό, εικάζω, πανί. Έκφραση ντροπής; Αποστροφής; Πένθους; Ένα είδος μισού φαντάσματος; Μάλλον ως μια ανάμνηση θα το μεταφράσω, να τα κλείσει όλα μέσα της, να περιφέρεται ποίηση ζώσα ανάμεσα σε επιζήσαντες.


Ἀπροσδιοριστία II


Ἀγαπάω τήν Σιωπή
ὅπως ἀγαπάω τό Σκοτάδι
ὅπως ἀγαπάω τόν καφέ καί τά τσιγάρα
μία γάτα πού λιάζεται
ἤ τά κορίτσια πού δέν πόθησα
εἶναι τό μπλούζ τῆς ὀργῆς ἡ Σιωπή
μέ σφιγμένα δόντια καί χείλια
μέ σφιγμένες γροθιές
σέ μία διαδήλωση βουβή κι ἀπελπισμένη
μέ τά μάτια ὀργίλα καί ὑγρά
μ᾽ ἕνα γιατί ζωγραφισμένο
στήν ψυχή καί στήν στρατιωτική μου τσάντα
Ἡ Σιωπή μέ ἐπιλέγει
ὅταν θέλει νά ἐκφραστεῖ


Reckless


Στήν ἄκρη τοῦ χειλιοῦ σου
ἀνεπίδοτα σ᾽ ἀγαπῶ
Στήν γραμμή τῶν δακρυϊκῶν σου
Τά χνάρια ἀπ᾽ ὅλα τά δάκρυα
πού σκούπισα μέ τά φιλιά μου
Στίς ἄκρες τῶν δακτύλων σου
ἀκούμπησα τίς πιό ἀκριβές μου μελωδίες
Στῆς ράχης σου τό πέλαγο
χάραξα τούς ναυτικούς μου χάρτες
Στίς μυστηριακές ἡδονικές σπηλιές σου
ἔκρυψα θησαυρούς
καί τό ἱπποτικό μου ξίφος
Τά ἀδιάσειστα στήθη σου
Βράχια, πού πάνω τους τό μπάρκο μου διελύθη.
Στέκουν ἐκεῖ περήφανα στητά
Ἀδυσώπητα
Τεκμήριο τῆς συντριβῆς μου


Ἠλίας Φραγκάκης

Γεννήθηκε στην Ἀθήνα. Σπούδασε κοινωνιολογία, πολιτική ἐπιστήμη,
μουσική καί σκηνοθεσία.
Εἶναι σκηνοθέτης.
Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη του ποιητική συλλογή.


Το Καταφύγιο του Οδυσσέα
Συμμετέχοντες συγγραφείς

Στο πλαίσιο του προγράμματος «Creative Europe» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το «Καταφύγιο του Οδυσσέα» προσφέρει από πέρσι τη δυνατότητα σε νέους συγγραφείς να γνωρίσουν την εμπειρία της διαμονής σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μετά από μια επιτυχημένη πρώτη χρονιά, το πρόγραμμα φέτος γνώρισε εξαιρετική ανταπόκριση, μια που μέσα σε έναν μόλις μήνα, και παρά το αυστηρό πλαίσιο προϋποθέσεων, κατατέθηκαν 18 αιτήσεις συγγραφέων, ποιητών και μεταφραστών υψηλής ποιότητας. Η ανταπόκριση αυτή μας χαροποίησε ιδιαίτερα, συγχρόνως όμως κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την τελική μας επιλογή.

Την κριτική επιτροπή για το πρόγραμμα αποτέλεσαν οι: Δημήτρης Αγγελής (ποιητής, διευθυντής του περιοδικού Φρέαρ και πρόεδρος του Κύκλου Ποιητών), Θάνος Γώγος (ποιητής και εκδότης της Θράκας) και Γιάννης Μπασκόζος (δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης του Αναγνώστη).

Μετά από μια περίοδο αξιολόγησης και διαβούλευσης, αποφασίστηκε ομόφωνα και αφού ελήφθησαν υπόψη κριτήρια αισθητικά, ηλικιακά αλλά και οι δηλώσεις συμμετοχής των υποψηφίων, ότι στο «Καταφύγιο του Οδυσσέα 2020» θα συμμετάσχουν οι εξής λογοτέχνες:

Δημήτρης Καρακίτσος

(Διαμονή: Μιλιέτ, Κροατία – Λάρισα, Ελλάδα)

Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας του ΤΕΙ Λάρισας. Ζει και εργάζεται στον Βόλο ως επιμελητής λογοτεχνικών κειμένων. Έχει εργαστεί σε ξενοδοχεία ως υπάλληλος υποδοχής και στο Κέντρο Τουριστικής Πληροφόρησης του Δήμου Βόλου. Επίσης έχει εργαστεί ως επιμελητής σε τοπική εφημερίδα. Δημοσιεύει σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Το 2018, το βιβλίο του Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ήταν στη μικρή λίστα για το βραβείο διηγήματος του περιοδικού Αναγνώστης.


Μαριλένα Παπαϊωάννου


(Μιλιέτ, Κροατία – Ουαλία)

Γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου και µεγάλωσε. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Γενετική στην Αλεξανδρούπολη και πραγµατοποίησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γενεύη. Στη συνέχεια εργάστηκε ως ερευνήτρια στη Νέα Υόρκη, µέχρι που επέστρεψε στην Ελλάδα το 2013. Έκτοτε επιµελείται και µεταφράζει συγγράµµατα βιολογίας, βιβλία εκλαϊκευµένης επιστήµης, καθώς και πρωτότυπα επιστηµονικά άρθρα.

Το 2013 εκδόθηκε το πρώτο της µυθιστόρηµα, το Νικήτας Δέλτα, από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας». Το βιβλίο ήταν υποψήφιο στα Κρατικά Βραβεία και στα Βραβεία του Αναγνώστη 2014 στην κατηγορία «Πρωτοεµφανιζόµενοι στην πεζογραφία». Ήταν επίσης υποψήφιο για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη Κλεψύδρα/ Έναστρον 2014 του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα, το οποίο και απέσπασε, από κοινού µε τον Γιάννη Αστερή.

Το 2016 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο της, µια νουβέλα µε τίτλο Κατεβαίνει ο Καµουζάς στους φούρνους (εκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας»). Ήταν υποψήφιο στα Βραβεία του Αναγνώστη 2017 στην κατηγορία «Νουβέλα-Διήγηµα», αλλά και για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2017 του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα.

Το τρίτο της βιβλίο, ένα µυθιστόρηµα µε τίτλο Τον νου σου στον Μελή, αναζητά προς το παρόν εκδοτική στέγη. Παράλληλα συλλέγει υλικό για το επόµενο έργο της.
Γράφει στο περιοδικό Yusra µικρά άρθρα, στα οποία εξηγεί βασικά βιολογικά φαινόµενα υπό το πρίσµα της καθηµερινής ζωής.

Θωμάς Τσαλαπάτης


(Μιλιέτ, Κροατία – Λιουμπλιάνα, Σλοβενία)

Ο Θωμάς Τσαλαπάτης γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα. Σπούδασε στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Το 2011 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ (εκδ. Εκάτη), η οποία βραβεύτηκε µε το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (2012). Το 2015 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή Άλµπα (εκδ. Εκάτη). Το 2017 η Άλµπα κυκλοφόρησε στα γαλλικά από τις Editions Desmos σε μετάφραση της Nicole Chaperon. Το 2018 βραβεύτηκε για την ποιητική ενότητα «Περιστατικά» (Circostanze) με το πρώτο βραβείο για την κατηγορία της ποίησης του Premio InediTO - Colline di Torino. Την ίδια χρονιά Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ κυκλοφόρησε στην Ιταλία από τον εκδοτικό οίκο Editore XY.IT σε μετάφραση Viviana Sebastio.

Το 2016 έγραψε τα κείμενα για την παράσταση Ανκόρ, η οποία ανέβηκε την ίδια χρονιά σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου στο θέατρο Άττις. Τα κείμενα για την παράσταση εκδόθηκαν το 2017 από τις εκδόσεις «Μωβ Σκίουρος» με τον τίτλο Πνιγμός. To 2018 το θεατρικό του κείμενο Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια ανέβηκε για πρώτη φορά σε μορφή αναλογίου στο Maison de la Poésie στο Παρίσι σε σκηνοθεσία Laurence Campet και μετάφραση της Clio Mavroeidakos. Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια ανέβηκε στην Αθήνα το 2019 σε σκηνοθεσία Νικόλ Δημητρακοπούλου, ενώ το κείμενο της παράστασης εκδόθηκε σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο «Μωβ Σκίουρος» την ίδια χρονιά.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα αραβικά κι έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αρθρογραφεί, στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην εφημερίδα Εποχή και σε άλλα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Το σύνολο των κειμένων του βρίσκεται στο ιστολόγιο Groucho Marxism στη διεύθυνση: http://tsalapatis.blogspot.gr

Ως αναπληρωματικοί τους ορίστηκαν οι συγγραφείς:
Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Βάσια Τζανακάρη, Μιράντα Βατικιώτη

*
Το «Καταφύγιο του Οδυσσέα» έχει ως σκοπό την οικοδόμηση ενός δικτύου ανταλλαγής λογοτεχνικών διαμονών σε όλη την Ευρώπη και σχεδιάστηκε πρωτίστως για νέους συγγραφείς πεζογραφίας ή/και ποίησης και μεταφραστές λογοτεχνίας. Επικεφαλής του προγράμματος είναι ο κροατικός εκδοτικός και λογοτεχνικός οργανισμός Sandorf που διαχειρίζεται το πρόγραμμα από κοινού με τη Θράκα στη Λάρισα, τη Literature Across Frontiers στην Ουαλία, την Krokodil στο Βελιγράδι της Σερβίας και την Εταιρεία Σλοβένων Συγγραφέων στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας.

Το πρόγραμμα λογοτεχνικών διαμονών περιλαμβάνει ως προορισμούς το νησί Mljet (Κροατία), τη Λιουμπλιάνα (Σλοβενία), τη Λάρισα (Ελλάδα), το Βελιγράδι (Σερβία) και διάφορες τοποθεσίες της Ουαλίας, και επικεντρώνεται στη διεύρυνση του κοινού και τη διεθνική κινητικότητα για αναδυόμενους συγγραφείς. Θα επιτρέψει στους νέους λογοτέχνες και μεταφραστές να εργαστούν και να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους και το έργο τους σε δύο διαφορετικά κοινωνικά και πολιτιστικά πλαίσια. Οι διαμονές αυτές προσφέρουν νέες ευκαιρίες και δυνατότητες επαφής με άλλους συγγραφείς, μεταφραστές, συντάκτες, εκδότες ή και εκπροσώπους διαφόρων λογοτεχνικών οργανώσεων από την Κροατία, τη Σλοβενία, τη Σερβία, την Ουαλία και την Ελλάδα. Οι διαμονές θα συνοδεύονται από ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων που θα απευθύνεται σε συγκεκριμένες τοπικές ομάδες.

Το θέμα του πρώτου έτους του πρότζεκτ «Καταφύγιο του Οδυσσέα 2», που αφορά όλους τους συμμετέχοντες που έχουν επιλεγεί, είναι η «Βιβλιοθήκη» ‒τόσο ως φυσικός χώρος όσο και ως εικονική βάση δεδομένων με σημαντικά και συναφή δεδομένα για κάθε κοινωνικό, πολιτιστικό ή καλλιτεχνικό πλαίσιο. Εμπνευσμένοι από τη δημιουργία της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Ποίησης που συνδέεται με την διαμονή στο Mljet ως μέρος του πρότζεκτ, οι φιλοξενούμενοι που επιλέχθηκαν θα κληθούν να αναλογιστούν πάνω στη σημασία της βιβλιοθήκης ως ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα ειρήνης και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των ανθρώπων, συνεισφέροντας ένα ποίημα, ένα δοκίμιο, μια καταχώρηση ιστολογίου ή μια μετάφραση σχετική με το θέμα, επιπλέον του κάθε νέου έργου που θα γράψουν κατά τη διάρκεια της διαμονής τους.

Το λογότυπο του έργου –ένα γαϊδουράκι που κουβαλάει ένα βιβλίο‒ αναφέρεται στο «προτιμώμενο μέσο μεταφοράς» του μικροσκοπικού κροατικού νησιού Mljet απ’ όπου ξεκίνησε το έργο.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA