πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.




Εσύ, κάθε πρωί που σηκώνεσαι, λες στη γυναίκα σου ότι πας στη δουλειά. Εγώ όμως λέω ότι πάω να πετάξω. Γι’ αυτό κι άξιζε να σκάσω εκατό χιλιάδες ευρώ για την εκπαίδευση πιλότου. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί πούλησα το μαγαζί του μπαμπά μου; Γιατί πήγα και ζήτησα άλλα πενήντα χιλιάρικα από τον Γιούρι, ενώ ήξερα καλά πως έτσι και δανειστείς από τον Γιούρι δεν ξεχρεώνεις ποτέ; Εκείνη τη μέρα όμως είχα την ευκαιρία να τον ξοφλήσω. Του είχα ήδη δώσει τα μαλλιοκέφαλά μου και φυσικά, χρωστούσα ακόμα. Βλέπεις ο Γιούρι δε μετράει σε ευρώ, μετράει σε μέρες -να μην πω δευτερόλεπτα και με χαρακτηρίσεις υπερβολικό. Σημασία δεν έχει πόσα θα του δώσεις, αλλά πότε. Ας είναι, ούτως ή άλλως οι γονείς μου είχαν πεθάνει και δε μ’ ένοιαζε ούτε το διαμέρισμα, ούτε η μερσεντές του μπαμπά, ούτε τα χρυσαφικά της μαμάς.
Να πετάω, αυτό μ’ ένοιαζε. Να πετάω και να μη βλέπω το νούμερο του Γιούρι στην οθόνη του κινητού μόλις το ανοίγω, μετά που σβήνουμε τις τουρμπίνες. Να γυρίζω το βράδυ σπίτι δίχως να ψάχνω στις γωνιές, μην τυχόν κι έχει στείλει ο Γιούρι τα παιδιά και με κάνουν νταούλι στο ξύλο∙ κι άντε να πετάξεις με σπασμένα δάχτυλα.
Όπως πριν από κανα μήνα. Με στρίμωξαν με το που βγήκα απ’ το φιατάκι μου –ξέρω, θα πεις πιλότος πράμα κι οδηγάς αυτό το σαράβαλο; Και πού να σου πω πόσο το αγόρασα. Της κόρης του Γιούρι ήταν και μου το φόρτωσε με το ζόρι ενώ χρωστούσα. Ποιος άλλος θα το ’παιρνε; Άσε που του το ’χα πληρώσει για καινούριο και με τους τόκους έφτασα να χρωστάω μαζεράτι. Τέτοιος είναι ο Γιούρι, καταλαβαίνεις;
Λοιπόν, έβγαινα από το φιατάκι και μου την έπεσαν δυο ντούκια, τα εκατοστά απ’ το μπόι τους αν τα ’κανες μοίρες, έπαιρνες πορεία νότια, εκατόν ογδόντα και. Κι εγώ όπως με βλέπεις, ένα πενήντα επτά, χωρίς να κρύβω κανέναν καρατέκα κάτω απ’ τη στολή, αυτή που βλέπεις τώρα∙ που λες, ούτε να χαστουκίσω καλά-καλά δεν ξέρω. Ό,τι σώσω στο μιλητό. Στο μιλητό είχα πουλήσει το μαγαζί του μπαμπά μου χρυσό, στο μιλητό είχα ψήσει τον Γιούρι να μου δανείσει, στο μιλητό είχα πείσει την αεροπορική να μου δώσει την ευκαιρία κι ας μην είχα σπουδάσει τίποτα –ναι, βέβαια, ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να σε προσλάβουν σε αερογραμμή έτσι κι έχεις αποφοιτήσει στο πεζοδρόμιο; Μόνο τις τράπεζες δεν κατάφερα να τουμπάρω, μετά που μπήκα στον Τειρεσία. Τέλος πάντων, έτσι και με τους μπράβους, τους έπιασα στο μπίρι-μπίρι. «Όχι, δεν τα μάζεψα, διακόσια ευρώ έχω πάνω μου, να σας τα δώσω; Μη γελάτε κυρ-μπράβε μου, μισθό παίρνω, το δώρο σε δυο μήνες, υπομονή».
Να μη στα πολυλογώ, εκείνοι τίποτα. «Ή σπάσουμε πόδια σου», λέει ο πιο ομιλητικός, «ή πάρεις πακέτο και το πας Ζυρίχη».
Ποιο πακέτο, αυτό. «Δε βγαίνω απ’ το αεροπλάνο, αγόρι μου, πού να το πάω;»
«Δε χρειάζεται βγεις, κοντοπούτανε. Περάσεις πακέτο από ελληνικό έλεγχο, πάρεις πακέτο μαζί κι έρθει φίλη μας, χαιρετήσει εσένα στο κόκπιτ, εκεί, Ζυρίχη. Σου πει φίλη του Γιάννη και δίνεις». Ποιος ήταν ο Γιάννης και τι ήταν αυτό το πακέτο, δε ρώτησα. Τι να ’ταν, σκέφτηκα, άσπρη, μαύρη, κάτι τέτοιο. Το ’χανε τυλίξει με ταινία, μόνο που δεν κόλλησαν κι ετικέτα «ναρκωτικά» πάνω.
«Μια χαρά τα λες, φιλαράκο, μόνο που εγώ δεν έχω δρομολόγιο Ζυρίχη στα κοντά. Εντάξει, εντάξει, θα ζητήσω. Μόνο που μετά ξεχρεώνω, ε; Τι; Τρεις αποστολές; Εντάξει, τρεις, ο,τι πει ο Γιούρι».
Τώρα, του χώρου είσαι, ξέρεις πώς είναι ο έλεγχος στο αεροδρόμιο με μας. Άμα πας από πάνω, σε ξεβρακώνουνε κι άμα πας από κάτω με στολή, καλημέρα σας, καλή πτήση, ευχαριστώ πολύ, τιιιιιιιιιιιιιιιτ, βαράει το μαραφέτι, δεν πειράζει, ευχαριστούμε, γεια σας. Για να μη φαίνεται πως τρέμω, πήρα έναν φρέντο να τον κουβαλάω στο αριστερό χέρι. Το πακέτο το ’χα στο σακάκι και θα το ’κρυβα αργότερα σε μια μικρή θήκη μέσα στην τσάντα που κρατούσα στο δεξί. Τελικά έριξα τον φρέντο κάτω, σαν τα μούτρα μου τα ’κανα, αλλά και πάλι δε μου ζήτησαν να βγάλω το σακάκι. Μόνο συγνώμη που δε μου ζήτησαν, δηλαδή. Άμα δε με πιστεύεις, πάρε κάρτα αεροδρομίου, βάλε στολή και τράβα να περάσεις. Όχι αυτή που φοράω τώρα, βέβαια, βρες δική σου.
Και να ’μαι, λοιπόν, στο τζετ. Χάζευαν οι καυλωμένοι μέσα απ’ τα τζάμια του αεροδρομίου, airbus σου λέει, λευκό και κόκκινο, CFM τουρμπίνες, γαμώ τα αεροπλάνα. Εγώ αυτό που ήξερα ήταν πως ο σειριακός αριθμός του ήταν τετρακόσια εβδομήντα δύο, που σήμαινε πως πριν από αυτό είχαν φτιαχτεί άλλα τετρακόσια εβδομήντα ένα κι απ’ αυτά δεν πρέπει να πετούσαν πλέον ούτε τα μισα. Χρέπι, κατάλαβες;
«Θες να πετάξεις τώρα ή στην επιστροφή;» μου κάνει ο καπετάνιος, στ’ αγγλικά φυσικά. Τον ήξερα, ωραίος τύπος, ψηλός, χοντρός, γερμαναράς, εκπαιδευτής, εξεταστής, τον ρωτούσες αν επιτρεπόταν να απογειωθείς με τα λινά στα λάστιχα να φαίνονται και σου απαντούσε τη μέγιστη διάμετρο που συνιστούσε η μαμά-airbus. Την είχε χτίσει την εταιρεία που δουλεύαμε.
«Ό,τι θες», του λέω.
«Πετάω εγώ ως τη Ζυρίχη», μου λέει, «κι εσύ το γυρίζεις».
«Εντάξει», του λέω και πάω να βγάλω το σακάκι, το ξανασκέφτομαι, πρέπει να βγάλω το πακέτο και να το βάλω στην τσάντα.
«Κάνε καλό έλεγχο κάτω», μου λέει ο κάπτεν, «μόλις το βγάλανε από σέρβις».
Πάει να πει, όλο και κάποια μαλακία θα ’χουνε κάνει οι μηχανικοί. Κατέβηκα κι εγώ κάτω. Στο σταυρό που σου κάνω, πρώτη φορά έκανα τέτοιον έλεγχο. Μόνο που δεν μέτρησα το λάδι μέσα στις μηχανές. Το ξεψείρισα. Δε βρήκα τίποτα περίεργο, αλλά έκανα και δεύτερη γύρα. Να μη μιλάω με κανέναν. Να τελειώσει η πτήση, να φύγει το πακέτο, να φύγει το βάρος, να φύγει η αποστολή, να μείνουν άλλες δυο. Ήχος από το κινητό μου. Τι τον θυμήθηκα; «Καλή πτήση», μου ’γραφε ο κωλορώσος. «Ευχαριστώ». Άλλες δυο αποστολές είχα, μην τον κακοκαρδίσω. Πήγα πάνω, κατευθείαν στην τουαλέτα να κατουρήσω.
«Τι θα φας μετά;» με ρωτάει η προϊσταμένη μόλις με βλέπει να βγαίνω. Η αεροσυνοδός, ντε.
«Τίποτα», λέω. Κοντός ξεκοντός, τρώω πολύ και μ’ έχουν μάθει.
«Πώς κι έτσι;»
Μεταφέρω μισό κιλό κοκαΐνη και μου ’χει κοπεί η όρεξη. Δεν το ’πα αυτό, δεν είπα τίποτα κι εκείνη χαμογέλασε. Τρύπωσα στο κόκπιτ, κάθισα δεξιά, υπολόγισα βάρη, ταχύτητες απογείωσης, συμπλήρωσα χαρτιά, τα ξέρεις.
«Με το σακάκι θα πετάξεις;» μου λέει ο κάπτεν.
« Α. Όχι», του λέω, «θα το βγάλω τώρα».
«Καλά, εγώ πάω τουαλέτα», μου λέει και πάει, λες κι ήξερε τι ήθελα να κάνω. Να βγάλω το πακέτο και να το χώσω στη θήκη μέσα στην τσάντα δηλαδή. Όταν γύρισε, του τα ’χα ετοιμάσει όλα απ’ τη χαρά μου, ρυθμίσεις, στοιχεία στον υπολογιστή, σχέδιο, τα πάντα. Κι είχα βγάλει και το σακάκι.
«Πώς το ’παθες;» μου λέει.
Σήκωσα τους ώμους. Μάλλον δεν το ’κανα συχνά. Μάλλον δεν το ’κανα ποτέ.
«Καλά», λέει και μου αρχίζει την ενημέρωση. Τέτοιο αεροπλάνο πετάμε, καιρός καλός, άνεμος έτσι, θα πρέπει να προσέξουμε αυτό, εκείνο, το άλλο. Το σχέδιο μάς πάει από εδώ, εκεί, παραπέρα, αρχικά για τα επτά χιλιάδες πόδια. Ήθελα να του πω, τα ξέρω, εγώ τα ’χω περάσει στον υπολογιστή, αλλά άντε πες το αυτό σ’ εξεταστή. Καθόμουν και παρίστανα πως τον ακούω, ενώ χάζευα πίσω απ’ την πόρτα τους επιβάτες. Λες να ’ναι αυτή η γκόμενα του Γιούρι; Ή εκείνη;
«Ερωτήσεις;» μου λέει ο κάπτεν.
«Ναι», λέω και τον ρωτάω μια μαλακία. Πάντα να βρίσκεις μια ερώτηση, έτσι μου ’χε πει όταν μ’ εκπαίδευε. Ε, είχε παραλείψει να αναφέρει μια μαλακία και του τη ρώτησα.
Μου απαντάει και μ’ ευχαριστεί που το θυμήθηκα. Σαν να ικανοποιήθηκε μου φάνηκε ή να τον έπιασε λόξυγγας. Έτριψε τον αριστερό αγκώνα του. Πού να καταλάβω εγώ τότε, χαμπάρι. «Πάρε άδεια εκκίνησης, να φύγουμε», μου λέει. Είχαν μπει επιβάτες, είχαν κλείσει πόρτες, όλα έτοιμα ήταν.
Μιλάω στον ασύρματο, παίρνω άδεια, βάζουμε μπρος και πάμε γι’ απογείωση. Εμένα να χτυπάει η καρδιά μου σαν τα λαμπάκια του διαδρόμου που πατούσε ο ριναίος τροχός στην απογείωση, ντούκου-ντούκου-ντούκου, όλο και πιο γρήγορα. Τραβάει ο γέρος το χειριστήριο, απογειώνεται το αεροπλάνο, ανεβάζω εγώ τροχούς και σα να μου ’φυγε το βάρος κομματάκι.
Ο μπάρμπας ενεργοποίησε τον αυτόματο, ανεβήκαμε, σβήσαμε τα φώτα για τις ζώνες των επιβατών πίσω κι όλα πήγαιναν ρολόι. Έπιασα την τσάντα δίπλα μου, έχωσα το χέρι μου στη θήκη με το πράμα και τη χάιδεψα. Σε δυο ώρες θα ’μασταν Ζυρίχη, η γκόμενα θα ’ρχόταν και θα το ξεφορτωνόμουν. Και μετά άλλα δυο τέτοια ταξιδάκια και γεια σας, κύριε Γιούρι, χάρηκα που σας γνώρισα. Το αεροπλάνο ανέβαινε κι εγώ άρχισα να συμπληρώνω χαρτιά.
Μπαμ, γκρρρρρρρ, το αεροπλάνο να τρέμει. Ειδοποιήσεις, σειρηνισμοί, κόκκινα λαμπάκια. «I have control and communications, ECAM actions», λέει ο μπάρμπας, ότι έχει τον έλεγχο και τον ασύρματο, δηλαδή, κι ότι εγώ πρέπει να κάνω τα υπόλοιπα.
Η κεντρική οθόνη γράφει: φωτιά στη μηχανή ένα, το λέω δυνατά του γέρου και συνεχίζω, του λέω να τραβήξει πίσω την αριστερή μανέτα, να κόψει το γκάζι στον κινητήρα που καίγεται δηλαδή, μα η χερούκλα του παίζει πιάνο. Του φωνάζω, μα εκείνος τίποτα. Η χερούκλα του στο στήθος. Η κεφάλα του χλωμιάζει. Βγάζει έναν ήχο σαν γατί, χσσστ, χσσστ. Γι’ αυτό έπιανε τον αγκώνα πριν απογειωθούμε. Καρδιακό, κατάλαβες;
«I have controls and communications», λέω, θαρρείς και μ’ ακούει. Πιάνω την αριστερή μανέτα και την τραβάω αργά προς τα πίσω. Ο αυτόματος δε βγαίνει, το αεροπλάνο ανεβαίνει ακόμα.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, ανεβείτε στο επίπεδο τριακόσια είκοσι», ακούω στα ηχεία στα ελληνικά και συνειδητοποιώ πως ο ελεγκτής πρέπει να το ’χει πει ήδη δυο-τρεις φορές στ’ αγγλικά.
«Mayday-mayday-mayday», του απαντάω, «Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, έχουμε χάσει έναν κινητήρα, standby». Περίμενε, ντε.
«Ελήφθη», απαντάει εκείνος.
Το κεφάλι του μπάρμπα μελανιάζει. Να καλέσω την προϊσταμένη ή να σβήσω την τουρμπίνα; Θυμάμαι τα λόγια του εκπαιδευτή μου, πρώτα να πετάω το αεροπλάνο, οριζοντιώνω κι εγώ, λοιπόν, μέσω του αυτόματου, βάζω το γκάζι στο φουλ στον κινητήρα δύο, είμαι σε καλό ύψος, δε χάνω ταχύτητα. Αρχίζω να κάνω ό,τι γράφει η λίστα στην οθόνη.
Κοιτάω το διακόπτη της τουρμπίνας ένα. Και ξανά την οθόνη. Ο μπάρμπας αργοσβήνει, κανονικά πρέπει να σιγουρευτούν κι οι δυο ότι είναι η σωστή, έτσι λένε τα βιβλία, μα τι κάνεις αν ο ένας πεθαίνει; Σβήνεις την τουρμπίνα ένα κι ο θεός βοηθός. Το κάνω. Η δύο δουλεύει, εντάξει, έχω σβήσει τη σωστή. Περιμένω δέκα δευτερόλεπτα, μα οι ενδείξεις φωτιάς παραμένουν. Ο κινητήρας φλέγεται. Βάζω το χέρι μου στο αριστερό κόκκινο κουμπί στο πάνω πάνελ, το απασφαλίζω και το πατάω. Σκάω τον πρώτο πυροσβεστήρα. Η φωτιά εκεί. Σκάω τον δεύτερο. Τρίτο δεν έχει.
Τώρα καλώ την προϊσταμένη μέσα. Μπαίνει, ξέρει τι να κάνει, λύνει τον μπάρμπα, τραβάει την καρέκλα πίσω. Ψάχνω στην οθόνη μου να βρω ένα αεροδρόμιο να προσγειωθώ. Δεν έχω τον κάπτεν να το συζητήσουμε, είμαι μόνος. Πίσω στο αεροδρόμιο που φύγαμε είχε καλό καιρό. Μόνο που αν προσγειωθώ εκεί, θα γίνει έρευνα. Θα ψάξουν τα πάντα. Πού θα κρύψω το πακέτο; Δεν έχω χρόνο να αποφασίσω, ακούω τα μπαμ-μπουμ από δεξιά και το μάτι μου πάει στο καύσιμο. Μηδέν. Διαρροή. Πάει κι ο δεύτερος, σβήνει. Τώρα στην κεντρική οθόνη διαβάζω πως έχω χάσει και τις δυο μηχανές κι ο αυτόματος απενεργοποιείται.
Έφταιγαν οι μηχανικοί για την πρώτη βλάβη; Έφταιγε η πρώτη βλάβη για τη διαρροή; Έφταιγε το αεροπλάνο που ήταν χρέπι; Αυτά θα τα βρεις εσύ. Πάντως εγώ την είχα γαμήσει. Τι να κάνω, παίρνω το χειριστήριο και βλέπω την απόσταση για το αρχικό αεροδρόμιο, με τους δυο κινητήρες σβηστούς δεν το φτάνω με τίποτα. Μένω σαν χαζός. «Τι… τι έγινε;» ακούω την προϊσταμένη να τραυλίζει. Δεν απαντάω. Βρίσκω ένα παραλιακό αεροδρόμιο, το ξέρω, μου κάνει. Αν κατέβω εκεί, με περιμένει έλεγχος επί τόπου. Θα ανοίξουν τη βαλίτσα μου, θα δούν τα ναρκωτικά, τέλος.
Εκτός κι αν ρίξω το αεροπλάνο στη θάλασσα. Ο διάδρομος που με βολεύει, ξεκινάει από την ακτή. Μπορώ να ισχυριστώ πως δεν τα υπολόγισα καλά. Κι ώσπου να βουλιάξει το αεροπλάνο, αδειάζω το πακέτο απ’ το παράθυρο. Αν είμαι τυχερός, μπορεί να με βγάλουν κι ήρωα, σαν τον Sully που ’γινε και ταινία. Τι άλλες επιλογές έχω; Να ανοίξω το παράθυρο και να πετάξω το πακέτο λίγο πριν προσγειωθώ; Ναι, με καμιά τρακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Καλή τύχη.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, έχουμε χάσει και τους δυο κινητήρες», λέω στον ασύρματο και του λέω πού θέλω να προσγειωθώ.
«Ελήφθη, Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, επικοινωνήστε με τον πύργο του αεροδρομίου», και μου λέει τη συχνότητα.
Στρίβω προς το μικρό αεροδρόμιο, επικοινωνώ με τον πύργο. Υπολογίζω ύψος κι απόσταση συνεχώς. Η αεροσυνοδός με ρωτάει αν θέλω κάτι, της λέω να πάει πίσω και να δεθεί. Το αεροπλάνο κατεβαίνει γρήγορα και τότε το συνειδητοποιώ: δεν μπορώ να το προσθαλασσώσω. Δηλαδή μπορώ, αλλά δεν θέλω, να ’τος ο διάδρομος, ευθεία μπροστά, με περιμένει σαν γκόμενα στο κρεβάτι. Προφταίνω, νομίζω, μόνο που πρέπει να χάσω ύψος. Ρίχνω τροχούς, χαμηλώνω φτερό, πατάω πηδάλιο κι άγιος ο Θεός. Σφίγγω το χειριστήριο που γλιστράει απ’ τον ιδρώτα μου. Η θέα του διαδρόμου παράξενη, είμαι πολύ πιο ψηλά απ’ ότι συνήθως μα κατεβαίνω και πιο γρήγορα.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία», λέει ο πύργος, «είστε ελεύθερος για προσγείωση στον δεκαέξι. Καλή τύχη».
Προσηλώνομαι τόσο, που ξεχνάω το πακέτο. Μιλάω πίσω στην καμπίνα: «brace for impact», λέω στους επιβάτες κι ακούω τις αεροσυνοδούς να επαναλαμβάνουν το ποίημά τους.
Φτάνω πάνω από το διάδρομο, τραβάω το χειριστήριο και σπάω το ρυθμό καθόδου. Ακούω το αεροπλάνο να μετράει το ύψος: «fifty, forty, thirty…» Οι τροχοί πιάνουν, το αεροπλάνο δε γλείφει, μα έχει πατήσει. Πλακώνομαι στα φρένα. Χωρίς αντίστροφη ώση το αεροπλάνο δε λέει να κόψει, φοβάμαι μη βγω εκτός διαδρόμου, ελέγχω την πίεση των φρένων, την αυξάνω. Το αεροπλάνο επιβραδύνει και τελικά σταματάει.
Μπροστά μου δυο πυροσβεστικά κι ένα ασθενοφόρο, ακούω φωνές στον ασύρματο, μα εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι πως είμαι ζωντανός. Όλοι είναι ζωντανοί, καταλαβαίνεις; Είναι μια κανονική προσγείωση σχεδόν. Ούτε από το διάδρομο δεν έχω βγει. Κοιτάζω τις οθόνες, οι ενδείξεις δείχνουν πως η φωτιά έχει σβήσει.
Ε, τα υπόλοιπα τα είδες. Ο κάπτεν δεν μου είπες αν έζησε. Δεν θα μου πεις; Τέλος πάντων, μακάρι να ζει. Λοιπόν, γι’ αυτό δε θέλω να σου δώσω την τσάντα. Άμα θες να την ανοίξεις, την ανοίγεις. Ψάξε και ποια είναι η γκόμενα του Γιούρι.
Τι; Το ότι έσωσα εκατόν τριάντα ένα επιβάτες μόνος μου, δε μετράει καθόλου; Έλα, ρε φίλε, ούτε καν μπάτσος δεν είσαι, της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας είσαι. Σε παρακαλώ, λυπήσου με. Μην… Μην καλείς τους μπάτσους… Ε, μα είσαι μαλάκας. Ναι, κύριε αστυνόμε. Τι έχω στην τσάντα; Να, αυτά. Και στη θήκη; Είσαι πολύ μαλάκας, όχι εσείς κύριε αστυνόμε, αυτός. Ε, λοιπόν, να τι έχω. Όχι, θα την ανοίξω εγώ εδώ μπροστά σας, να τι έχω μέσα στη θήκη. Να…»
Ανοίγω το πακέτο. Τι του λες τώρα; Ότι ήταν η πρώτη αποστολή κι ο Γιούρι πρέπει να με δοκίμαζε; «Ναι, περιοδικά. Τι πειράζει που τα ’χα σφιχτά τυλιγμένα, έτσι τα κουβαλάω εγώ τα περιοδικά. Ποιος Γιούρι; Λοιπόν, τι λέγαμε; Εσείς, κάθε πρωί που σηκώνεστε, λέτε στις γυναίκες σας ότι πάτε στη δουλειά. Εγώ λέω ότι πάω να πετάξω και τα λοιπά». Ξεφυσάω όλο ανακούφιση. Άλλες δυο αποστολές στη Ζυρίχη κι έχω ξεμπερδέψει.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA