πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Η ιστορία ξεκινά όταν ο καθηγητής Ρίτσαρντ Μπράουν (Τζόνι Ντεπ) μαθαίνει ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια. Την επόμενη στιγμή αποφασίζει να ζήσει το υπόλοιπο του διαθέσιμου χρόνου του ξεπερνώντας κάθε όριο. Θα κάνει την αρχή ξεκαθαρίζοντας λογαριασμούς με οικογένεια και χώρο εργασίας.

Μπορεί το σενάριο του Γουέιν Ρόμπερτς να μπάζει νερά, κατορθώνει ωστόσο να «μιλήσει» άμεσα στον καθένα. Ακόμα και τα κοινότοπα τσιτάτα του άνετου Ρίτσαρντ φτάνουν καθαρά στα αυτιά μας.


Παρά το κάπως υπερβολικό της ερμηνείας του Ντεπ, επιστρατεύοντας τις γνωστές υποκριτικές του μανιέρες, παρά τον στόμφο της φωνής και της κίνησης, στα θετικά συγκαταλέγονται οι συγκρατημένες λήψεις και η στυλάτη σκηνοθεσία, όμοια με την φράντζα του ήρωα στο πλάι του μετώπου ή τη χαλαρή γραβάτα κάτω από το σκούρο γιλέκο.

Τουλάχιστον, η συγκεκριμένη ταινία δεν πουλάει εντυπωσιασμούς. Επιστρέφει στην ασφάλεια των κλισέ, επαναφέροντας το αυτονόητο και το στοιχειώδες ως βασικά συστατικά της δημιουργίας. Και το πιο σημαντικό, λέει όσα έχει να πει μόλις σε 90 λεπτά!


Ο αγώνας για ηδονή πάντα μεγαλύτερος από τον αγώνα για επιβίωση, τα προσχήματα και το ψεύδος των κοινωνικών ρόλων, διαλυμένες ανθρώπινες σχέσεις και στο βάθος το τετελεσμένο του βίου. Γιατί όλοι θα πεθάνουμε. Τίποτα πιο κοινότοπο από αυτό. Μέχρι τότε, πρέπει να ζήσουμε.




Ο ίλλιγγος του φωτός

Αυτό που αισθάνεστε δεν είναι ο δικός σας φόβος
Είναι ο ίλιγγος του φωτός καθώς πέφτει
Μέσα σε ανοιχτά βλέφαρα

Είναι το νερό που έγινε πίδακας
Το χλιμίντρισμα του ουρανού
H σιωπή που αγρίεψε

Αυτό που ακούς δεν είναι το χορτάρι που ορθώνεται
Είναι οι γωνίες των τριγώνων που εκκολάπτουν κύκλους
Είναι αυγά που σπάνε
Και που δεν ανήκουν πια ποτέ σε ένα μόνο σχήμα

Οι σκιές απλώνονται σαν ανεξάντλητοι ιστοί
Μόλις αρχίζεις να τις παρατηρείς
Χωρίς να επεμβαίνεις καθόλου
Ζωντανεύουν
ΚΙ υπνοβατούν στο σχοινί της ημέρας
με το μέσα στραμμένο μέσα
και το έξω στραμμένο έξω

Όταν ο καιρός είναι καλός το κερί λιώνει
Κι όλες οι κάμαρες
Όλα τα δάχτυλα
Όλες οι ματιές
Συγκλίνουν
Μέσα από ένα μεγεθυντικό φακό
Πάνω σε ένα μπουμπούκι

Αν τις αντέξει
Θα ανθίσει
Αν όχι
Θα πιάσει φωτιά



Η ευαισθησία των ράβδων

Σπίρτα στη νύχτα
Αποκαλύπτουν
Ένα ποτήρι νερό
Παρατημένο στο πεζοδρόμιο
Δίπλα ένας άστεγος
Ντυμένος μήλο
Απλώνει το χέρι
Και χαϊδεύει
Μια γάτα

Στο σκοτάδι αστράφτει
Το δάκρυ του αλόγου
Το παράθυρό της Α.
Κι οι προσευχές
Του νυχτολούλουδου

Ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο
Στάζει
Γάλα κόκκινο
Στα μάτια
Των περαστικών
Που τόλμησαν να τις ακούσουν

Μια νιφάδα καλαμποκιού
Μέσα στο φλιτζάνι μου
Περνάει το δρόμο απαρατήρητη
Σα να σηκώνει το χέρι

Η γιαγιά Μποζένκα
Είναι η καλύτερη φίλη μου
Τυλιγμένη σε πλαστικά σάβανα
Με tracking number: Λουλούδια

Ο φωτεινός τάπητας αυξάνει 30-50 φορές
Την ευαισθησία των ράβδων
Λέει το ποταμάκι στο χορτάρι το χλωρό
Τώρα που το ξέρεις
Μπορείς να κοιμηθείς
Μέχρι το επόμενο
Νανούρισμα




Μπρέντα Σπένσερ
είσαι δική μου κόρη

Κράτα τον ακατοίκητο πάγο μέσα στα μάτια σου
Θα κρατήσω εσένα:

Οι φακίδες σου είν' η ζωή
/
μου ψιθυρίζεις :

Άσε τη τάξη νεκρή.




Στη Λατινική Αμερική

Οι γυναίκες της Λατινικής Αμερικής
είναι γυναίκες του τόπου σου:
Καθεμιά τους σε νανούρισε στην κούνια σου
όταν ήσουν παιδί
και κάθε γριά που την κουβάλησαν στον τάφο της
είναι η γιαγιά η δική σου



Φήμες

Είμαι έτοιμος για τις φήμες
που θα ακουστούν σύντομα
και έτοιμος να τις επιβεβαιώσω

Θα επιβεβαιώσω τις φήμες που λένε ότι
εγώ, το τάδε πρωί
ή την τάδε νύχτα
θρηνούσα, απ’ τα βάθη
της καρδιάς μου, για μια Γερμανίδα Εβραία
που ήρθε με την οικογένειά της – μια οικογένεια
που μου ΄κλεψε τη χώρα μου

Όσο για τον λόγο πίσω απ’ τα δάκρυά μου
θα τον αφήσω στις φήμες




Μια σιωπηλή στιγμή

Και τι είπαν οι Αρμένιοι;

Ένας Ομεϋάδας μοναχός
κλώθει σιτάρι και μαλλί επάνω μας

Ο χρόνος είναι ένα σκιάχτρο

Αυτό είπαν οι Αρμένιοι




Αυτοσαρκασμός

Αυτοί δεν είναι θείοι: είναι τα τάγιστρα για τις ύαινες
Αυτοί δεν είναι γονείς: είναι τα βλέφαρα των αρπακτικών
Αυτοί δεν είναι φίλοι: είναι χαμαιλέοντες

Δεν είμαι εγώ που γράφω τούτες τις λέξεις:
Είναι ένας άλλος μπάσταρδος






*

Najwan Darwish – Nothing More to Lose
Μετάφραση στα αγγλικά από τα αραβικά: Kareem James Abu – Zeid
Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρουσώ Αθανασίου



Σήλικα Ρηγοπούλου, Μαθήματα οικιακής οικονομίας, Μελάνι, 2017





   Ποιος ο ρόλος του οίκου στη λογοτεχνία; Αν πάμε πίσω στον χρόνο, θα βρούμε εντός του την υπομονετική Πηνελόπη, θα βρούμε τα τραγούδια του αργαλειού και του γάμου, θα βρούμε όμως και τις οικογενειακές κατάρες κα τις καταστροφές, όπως κατεγράφησαν στην αρχαία τραγωδία. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οίκος ορίζεται από την παρουσία της γυναίκας: είτε πρόκειται για την αρετή είτε για τα σκοτεινά πάθη είτε για τα ακατάβλητα παιχνίδια της μοίρας. Η Σήλικα Ρηγοπούλου επιστρέφει στον οίκο, θέτει στο κέντρο του και πάλι τη γυναίκα και γράφει ένα βιβλίο, που αποτελείται μεν από διακριτά ποιήματα, αλλά λειτουργεί και ως μια ποιητική σύνθεση, εντός της οποίας το ένα θέμα, η μία κατάσταση ξεδιπλώνεται μέχρι την τελική λύση.

   Η συλλογή ξεκινά με ένα κορίτσι από την Άπω Ανατολή, τη Μακότο, που ακολουθεί το δίδαγμα του σοφού δασκάλου της πως την αλήθεια Εσύ είσαι αυτός που πάντα μέσα σου/ Την κουβαλάς. Έτσι, η Μακότο εφάρμοσε όσα είχε καταλάβει,/ στην καθημερινή, απλή ζωή της. Εξαρχής, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ότι τα ποιήματα που ακολουθούν προσεγγίζουν ακριβώς αυτή τη μιρκή διάσταση των πραγμάτων, που όμως γίνεται αποκαλυπτική της αλήθειας. Εξάλλου, μέσα στη μικρή διάσταση, στον μικρό χώρο συμβαίνουν τα πάντα: Μέσα στο σπίτι/ ο πόλεμος μαίνεται/ άγριος υγρός. Μέσα στο σπίτι, μπορείς να αρθείς οποιαδήποτε στιγμή πάνω από την ύλη, να δεις τη μυστική ενέργεια που ακολουθεί τους νόμους του κόσμου, τη διαρκή κίνηση της ζωής: Τα παιδιά πείνασαν και δίψασαν/ τα παπούτσια λασπώθηκαν/ το σπίτι λερώθηκε./ Όλα έγιναν όπως έπρεπε, αναφέρεται στην Οικιακή προσευχή.

   Στη συνέχεια του βιβλίου, οι οικιακές εργασίες και τα στοιχεία του οίκου παίρνουν υπόσταση σημαντική, γίνονται συχνά αφορμές για το πέρασμα σε μια διερεύνηση της φύσης του ανθρώπου. Έτσι, στη σκόνη Λίγο πριν εξαφανιστεί/ σχεδιάζω πάνω της το ιδεόγραμμα/ του βασιλεύοντος ήλιου: δίνω αξιοπρέπεια στην αποχώρηση/ νόημα στον αφανισμό ή το μωσαϊκό είναι Η μωσαϊκή ήπειρος./ Η έκτη./ Η δική μου.

   Άλλες φορές οι καθημερινές πράξεις λειτουργούν ως μικρές τελετές, ως κύκλοι που συνοδεύουν τους κύκλους των εποχών και του χρόνου, που προχωρούν απαρατήρητοι, καθώς έχουμε το βλέμμα στραμμένο στο παρόν και στο μέλλον: Σβήνω τα ίχνη της γιορτής των παιδιών,/ του μεσημεριανού, του έρωτα./ Κανένας δεν με υποπτεύεται. Κανείς δεν αναζητά τον χαμένο χρόνο.

   Συχνό θέμα των ποιημάτων είναι τα όρια, ο τρόπος με τον οποίο το σπίτι οριοθετείται σε σχέση με τον έξω κόσμο. Σε αυτή την περίπτωση, το σπίτι γίνεται ο εαυτός που προσπαθεί να κατανοήσει τη δική του υπόσταση σε σχέση με όσα τον περιβάλλουν. Ας αναφερθούμε ενδεικτικά στο ποίημα Τοίχοι: Οριοθετούν χώρους/ προφυλάσσουν από ατίξοες συνθήκες/…/ Προστατεύουν και καταστρέφουν/ με την αμφίβια ειλικρίνεια της μητρικής αγκαλιάς.

   Ο εσωτερικός χώρος, όμως, δεν είναι περίκλειστος. Αντιθέτως δέχεται τα ερεθίσμα του έξω και τα αποδέχεται, τα κάνει οικεία και αγαπητά: έτσι, όταν η μύγα εισβάλλει, στο ποίημα Οικόσιτο, γίνεται μέλος της οικογένειας, αποκτά όνομα και υπόσταση, ενώ τα φυλλοβόλα του μπαλκονιού γίνονται ένας τρόπος να δει κανείς την αλήθεια της φύσης γυμνή και διαυγή. Το σπίτι προετοιμάζει, διδάσκει, φωτίζει, μέχρι να έρθει η στιγμή της εξόδου και της ένωσης με τον κόσμο: Έτοιμη πια μετά τις τόσες πρόβες/ για την πραγματική συνάντηση/ με μένα.

   Είναι μια ποίηση τολμηρή το να καταπιάνεται κανείς με το ελάχιστο και να το αναγάγει σε έναν καθολικό προβληματισμό, όπως είναι και τολμηρό το να τίθεται στο επίκεντρο το γυναικείο ποιητικό υποκείμενο, το οποίο δηλώνει τον εαυτό του, τον περιγράφει και κατακτά την ιδιαιτερότητα του στοχασμού του, με χιούμορ, ειρωνεία, ευφυΐα και σοφία.







Εσύ, κάθε πρωί που σηκώνεσαι, λες στη γυναίκα σου ότι πας στη δουλειά. Εγώ όμως λέω ότι πάω να πετάξω. Γι’ αυτό κι άξιζε να σκάσω εκατό χιλιάδες ευρώ για την εκπαίδευση πιλότου. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί πούλησα το μαγαζί του μπαμπά μου; Γιατί πήγα και ζήτησα άλλα πενήντα χιλιάρικα από τον Γιούρι, ενώ ήξερα καλά πως έτσι και δανειστείς από τον Γιούρι δεν ξεχρεώνεις ποτέ; Εκείνη τη μέρα όμως είχα την ευκαιρία να τον ξοφλήσω. Του είχα ήδη δώσει τα μαλλιοκέφαλά μου και φυσικά, χρωστούσα ακόμα. Βλέπεις ο Γιούρι δε μετράει σε ευρώ, μετράει σε μέρες -να μην πω δευτερόλεπτα και με χαρακτηρίσεις υπερβολικό. Σημασία δεν έχει πόσα θα του δώσεις, αλλά πότε. Ας είναι, ούτως ή άλλως οι γονείς μου είχαν πεθάνει και δε μ’ ένοιαζε ούτε το διαμέρισμα, ούτε η μερσεντές του μπαμπά, ούτε τα χρυσαφικά της μαμάς.
Να πετάω, αυτό μ’ ένοιαζε. Να πετάω και να μη βλέπω το νούμερο του Γιούρι στην οθόνη του κινητού μόλις το ανοίγω, μετά που σβήνουμε τις τουρμπίνες. Να γυρίζω το βράδυ σπίτι δίχως να ψάχνω στις γωνιές, μην τυχόν κι έχει στείλει ο Γιούρι τα παιδιά και με κάνουν νταούλι στο ξύλο∙ κι άντε να πετάξεις με σπασμένα δάχτυλα.
Όπως πριν από κανα μήνα. Με στρίμωξαν με το που βγήκα απ’ το φιατάκι μου –ξέρω, θα πεις πιλότος πράμα κι οδηγάς αυτό το σαράβαλο; Και πού να σου πω πόσο το αγόρασα. Της κόρης του Γιούρι ήταν και μου το φόρτωσε με το ζόρι ενώ χρωστούσα. Ποιος άλλος θα το ’παιρνε; Άσε που του το ’χα πληρώσει για καινούριο και με τους τόκους έφτασα να χρωστάω μαζεράτι. Τέτοιος είναι ο Γιούρι, καταλαβαίνεις;
Λοιπόν, έβγαινα από το φιατάκι και μου την έπεσαν δυο ντούκια, τα εκατοστά απ’ το μπόι τους αν τα ’κανες μοίρες, έπαιρνες πορεία νότια, εκατόν ογδόντα και. Κι εγώ όπως με βλέπεις, ένα πενήντα επτά, χωρίς να κρύβω κανέναν καρατέκα κάτω απ’ τη στολή, αυτή που βλέπεις τώρα∙ που λες, ούτε να χαστουκίσω καλά-καλά δεν ξέρω. Ό,τι σώσω στο μιλητό. Στο μιλητό είχα πουλήσει το μαγαζί του μπαμπά μου χρυσό, στο μιλητό είχα ψήσει τον Γιούρι να μου δανείσει, στο μιλητό είχα πείσει την αεροπορική να μου δώσει την ευκαιρία κι ας μην είχα σπουδάσει τίποτα –ναι, βέβαια, ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να σε προσλάβουν σε αερογραμμή έτσι κι έχεις αποφοιτήσει στο πεζοδρόμιο; Μόνο τις τράπεζες δεν κατάφερα να τουμπάρω, μετά που μπήκα στον Τειρεσία. Τέλος πάντων, έτσι και με τους μπράβους, τους έπιασα στο μπίρι-μπίρι. «Όχι, δεν τα μάζεψα, διακόσια ευρώ έχω πάνω μου, να σας τα δώσω; Μη γελάτε κυρ-μπράβε μου, μισθό παίρνω, το δώρο σε δυο μήνες, υπομονή».
Να μη στα πολυλογώ, εκείνοι τίποτα. «Ή σπάσουμε πόδια σου», λέει ο πιο ομιλητικός, «ή πάρεις πακέτο και το πας Ζυρίχη».
Ποιο πακέτο, αυτό. «Δε βγαίνω απ’ το αεροπλάνο, αγόρι μου, πού να το πάω;»
«Δε χρειάζεται βγεις, κοντοπούτανε. Περάσεις πακέτο από ελληνικό έλεγχο, πάρεις πακέτο μαζί κι έρθει φίλη μας, χαιρετήσει εσένα στο κόκπιτ, εκεί, Ζυρίχη. Σου πει φίλη του Γιάννη και δίνεις». Ποιος ήταν ο Γιάννης και τι ήταν αυτό το πακέτο, δε ρώτησα. Τι να ’ταν, σκέφτηκα, άσπρη, μαύρη, κάτι τέτοιο. Το ’χανε τυλίξει με ταινία, μόνο που δεν κόλλησαν κι ετικέτα «ναρκωτικά» πάνω.
«Μια χαρά τα λες, φιλαράκο, μόνο που εγώ δεν έχω δρομολόγιο Ζυρίχη στα κοντά. Εντάξει, εντάξει, θα ζητήσω. Μόνο που μετά ξεχρεώνω, ε; Τι; Τρεις αποστολές; Εντάξει, τρεις, ο,τι πει ο Γιούρι».
Τώρα, του χώρου είσαι, ξέρεις πώς είναι ο έλεγχος στο αεροδρόμιο με μας. Άμα πας από πάνω, σε ξεβρακώνουνε κι άμα πας από κάτω με στολή, καλημέρα σας, καλή πτήση, ευχαριστώ πολύ, τιιιιιιιιιιιιιιιτ, βαράει το μαραφέτι, δεν πειράζει, ευχαριστούμε, γεια σας. Για να μη φαίνεται πως τρέμω, πήρα έναν φρέντο να τον κουβαλάω στο αριστερό χέρι. Το πακέτο το ’χα στο σακάκι και θα το ’κρυβα αργότερα σε μια μικρή θήκη μέσα στην τσάντα που κρατούσα στο δεξί. Τελικά έριξα τον φρέντο κάτω, σαν τα μούτρα μου τα ’κανα, αλλά και πάλι δε μου ζήτησαν να βγάλω το σακάκι. Μόνο συγνώμη που δε μου ζήτησαν, δηλαδή. Άμα δε με πιστεύεις, πάρε κάρτα αεροδρομίου, βάλε στολή και τράβα να περάσεις. Όχι αυτή που φοράω τώρα, βέβαια, βρες δική σου.
Και να ’μαι, λοιπόν, στο τζετ. Χάζευαν οι καυλωμένοι μέσα απ’ τα τζάμια του αεροδρομίου, airbus σου λέει, λευκό και κόκκινο, CFM τουρμπίνες, γαμώ τα αεροπλάνα. Εγώ αυτό που ήξερα ήταν πως ο σειριακός αριθμός του ήταν τετρακόσια εβδομήντα δύο, που σήμαινε πως πριν από αυτό είχαν φτιαχτεί άλλα τετρακόσια εβδομήντα ένα κι απ’ αυτά δεν πρέπει να πετούσαν πλέον ούτε τα μισα. Χρέπι, κατάλαβες;
«Θες να πετάξεις τώρα ή στην επιστροφή;» μου κάνει ο καπετάνιος, στ’ αγγλικά φυσικά. Τον ήξερα, ωραίος τύπος, ψηλός, χοντρός, γερμαναράς, εκπαιδευτής, εξεταστής, τον ρωτούσες αν επιτρεπόταν να απογειωθείς με τα λινά στα λάστιχα να φαίνονται και σου απαντούσε τη μέγιστη διάμετρο που συνιστούσε η μαμά-airbus. Την είχε χτίσει την εταιρεία που δουλεύαμε.
«Ό,τι θες», του λέω.
«Πετάω εγώ ως τη Ζυρίχη», μου λέει, «κι εσύ το γυρίζεις».
«Εντάξει», του λέω και πάω να βγάλω το σακάκι, το ξανασκέφτομαι, πρέπει να βγάλω το πακέτο και να το βάλω στην τσάντα.
«Κάνε καλό έλεγχο κάτω», μου λέει ο κάπτεν, «μόλις το βγάλανε από σέρβις».
Πάει να πει, όλο και κάποια μαλακία θα ’χουνε κάνει οι μηχανικοί. Κατέβηκα κι εγώ κάτω. Στο σταυρό που σου κάνω, πρώτη φορά έκανα τέτοιον έλεγχο. Μόνο που δεν μέτρησα το λάδι μέσα στις μηχανές. Το ξεψείρισα. Δε βρήκα τίποτα περίεργο, αλλά έκανα και δεύτερη γύρα. Να μη μιλάω με κανέναν. Να τελειώσει η πτήση, να φύγει το πακέτο, να φύγει το βάρος, να φύγει η αποστολή, να μείνουν άλλες δυο. Ήχος από το κινητό μου. Τι τον θυμήθηκα; «Καλή πτήση», μου ’γραφε ο κωλορώσος. «Ευχαριστώ». Άλλες δυο αποστολές είχα, μην τον κακοκαρδίσω. Πήγα πάνω, κατευθείαν στην τουαλέτα να κατουρήσω.
«Τι θα φας μετά;» με ρωτάει η προϊσταμένη μόλις με βλέπει να βγαίνω. Η αεροσυνοδός, ντε.
«Τίποτα», λέω. Κοντός ξεκοντός, τρώω πολύ και μ’ έχουν μάθει.
«Πώς κι έτσι;»
Μεταφέρω μισό κιλό κοκαΐνη και μου ’χει κοπεί η όρεξη. Δεν το ’πα αυτό, δεν είπα τίποτα κι εκείνη χαμογέλασε. Τρύπωσα στο κόκπιτ, κάθισα δεξιά, υπολόγισα βάρη, ταχύτητες απογείωσης, συμπλήρωσα χαρτιά, τα ξέρεις.
«Με το σακάκι θα πετάξεις;» μου λέει ο κάπτεν.
« Α. Όχι», του λέω, «θα το βγάλω τώρα».
«Καλά, εγώ πάω τουαλέτα», μου λέει και πάει, λες κι ήξερε τι ήθελα να κάνω. Να βγάλω το πακέτο και να το χώσω στη θήκη μέσα στην τσάντα δηλαδή. Όταν γύρισε, του τα ’χα ετοιμάσει όλα απ’ τη χαρά μου, ρυθμίσεις, στοιχεία στον υπολογιστή, σχέδιο, τα πάντα. Κι είχα βγάλει και το σακάκι.
«Πώς το ’παθες;» μου λέει.
Σήκωσα τους ώμους. Μάλλον δεν το ’κανα συχνά. Μάλλον δεν το ’κανα ποτέ.
«Καλά», λέει και μου αρχίζει την ενημέρωση. Τέτοιο αεροπλάνο πετάμε, καιρός καλός, άνεμος έτσι, θα πρέπει να προσέξουμε αυτό, εκείνο, το άλλο. Το σχέδιο μάς πάει από εδώ, εκεί, παραπέρα, αρχικά για τα επτά χιλιάδες πόδια. Ήθελα να του πω, τα ξέρω, εγώ τα ’χω περάσει στον υπολογιστή, αλλά άντε πες το αυτό σ’ εξεταστή. Καθόμουν και παρίστανα πως τον ακούω, ενώ χάζευα πίσω απ’ την πόρτα τους επιβάτες. Λες να ’ναι αυτή η γκόμενα του Γιούρι; Ή εκείνη;
«Ερωτήσεις;» μου λέει ο κάπτεν.
«Ναι», λέω και τον ρωτάω μια μαλακία. Πάντα να βρίσκεις μια ερώτηση, έτσι μου ’χε πει όταν μ’ εκπαίδευε. Ε, είχε παραλείψει να αναφέρει μια μαλακία και του τη ρώτησα.
Μου απαντάει και μ’ ευχαριστεί που το θυμήθηκα. Σαν να ικανοποιήθηκε μου φάνηκε ή να τον έπιασε λόξυγγας. Έτριψε τον αριστερό αγκώνα του. Πού να καταλάβω εγώ τότε, χαμπάρι. «Πάρε άδεια εκκίνησης, να φύγουμε», μου λέει. Είχαν μπει επιβάτες, είχαν κλείσει πόρτες, όλα έτοιμα ήταν.
Μιλάω στον ασύρματο, παίρνω άδεια, βάζουμε μπρος και πάμε γι’ απογείωση. Εμένα να χτυπάει η καρδιά μου σαν τα λαμπάκια του διαδρόμου που πατούσε ο ριναίος τροχός στην απογείωση, ντούκου-ντούκου-ντούκου, όλο και πιο γρήγορα. Τραβάει ο γέρος το χειριστήριο, απογειώνεται το αεροπλάνο, ανεβάζω εγώ τροχούς και σα να μου ’φυγε το βάρος κομματάκι.
Ο μπάρμπας ενεργοποίησε τον αυτόματο, ανεβήκαμε, σβήσαμε τα φώτα για τις ζώνες των επιβατών πίσω κι όλα πήγαιναν ρολόι. Έπιασα την τσάντα δίπλα μου, έχωσα το χέρι μου στη θήκη με το πράμα και τη χάιδεψα. Σε δυο ώρες θα ’μασταν Ζυρίχη, η γκόμενα θα ’ρχόταν και θα το ξεφορτωνόμουν. Και μετά άλλα δυο τέτοια ταξιδάκια και γεια σας, κύριε Γιούρι, χάρηκα που σας γνώρισα. Το αεροπλάνο ανέβαινε κι εγώ άρχισα να συμπληρώνω χαρτιά.
Μπαμ, γκρρρρρρρ, το αεροπλάνο να τρέμει. Ειδοποιήσεις, σειρηνισμοί, κόκκινα λαμπάκια. «I have control and communications, ECAM actions», λέει ο μπάρμπας, ότι έχει τον έλεγχο και τον ασύρματο, δηλαδή, κι ότι εγώ πρέπει να κάνω τα υπόλοιπα.
Η κεντρική οθόνη γράφει: φωτιά στη μηχανή ένα, το λέω δυνατά του γέρου και συνεχίζω, του λέω να τραβήξει πίσω την αριστερή μανέτα, να κόψει το γκάζι στον κινητήρα που καίγεται δηλαδή, μα η χερούκλα του παίζει πιάνο. Του φωνάζω, μα εκείνος τίποτα. Η χερούκλα του στο στήθος. Η κεφάλα του χλωμιάζει. Βγάζει έναν ήχο σαν γατί, χσσστ, χσσστ. Γι’ αυτό έπιανε τον αγκώνα πριν απογειωθούμε. Καρδιακό, κατάλαβες;
«I have controls and communications», λέω, θαρρείς και μ’ ακούει. Πιάνω την αριστερή μανέτα και την τραβάω αργά προς τα πίσω. Ο αυτόματος δε βγαίνει, το αεροπλάνο ανεβαίνει ακόμα.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, ανεβείτε στο επίπεδο τριακόσια είκοσι», ακούω στα ηχεία στα ελληνικά και συνειδητοποιώ πως ο ελεγκτής πρέπει να το ’χει πει ήδη δυο-τρεις φορές στ’ αγγλικά.
«Mayday-mayday-mayday», του απαντάω, «Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, έχουμε χάσει έναν κινητήρα, standby». Περίμενε, ντε.
«Ελήφθη», απαντάει εκείνος.
Το κεφάλι του μπάρμπα μελανιάζει. Να καλέσω την προϊσταμένη ή να σβήσω την τουρμπίνα; Θυμάμαι τα λόγια του εκπαιδευτή μου, πρώτα να πετάω το αεροπλάνο, οριζοντιώνω κι εγώ, λοιπόν, μέσω του αυτόματου, βάζω το γκάζι στο φουλ στον κινητήρα δύο, είμαι σε καλό ύψος, δε χάνω ταχύτητα. Αρχίζω να κάνω ό,τι γράφει η λίστα στην οθόνη.
Κοιτάω το διακόπτη της τουρμπίνας ένα. Και ξανά την οθόνη. Ο μπάρμπας αργοσβήνει, κανονικά πρέπει να σιγουρευτούν κι οι δυο ότι είναι η σωστή, έτσι λένε τα βιβλία, μα τι κάνεις αν ο ένας πεθαίνει; Σβήνεις την τουρμπίνα ένα κι ο θεός βοηθός. Το κάνω. Η δύο δουλεύει, εντάξει, έχω σβήσει τη σωστή. Περιμένω δέκα δευτερόλεπτα, μα οι ενδείξεις φωτιάς παραμένουν. Ο κινητήρας φλέγεται. Βάζω το χέρι μου στο αριστερό κόκκινο κουμπί στο πάνω πάνελ, το απασφαλίζω και το πατάω. Σκάω τον πρώτο πυροσβεστήρα. Η φωτιά εκεί. Σκάω τον δεύτερο. Τρίτο δεν έχει.
Τώρα καλώ την προϊσταμένη μέσα. Μπαίνει, ξέρει τι να κάνει, λύνει τον μπάρμπα, τραβάει την καρέκλα πίσω. Ψάχνω στην οθόνη μου να βρω ένα αεροδρόμιο να προσγειωθώ. Δεν έχω τον κάπτεν να το συζητήσουμε, είμαι μόνος. Πίσω στο αεροδρόμιο που φύγαμε είχε καλό καιρό. Μόνο που αν προσγειωθώ εκεί, θα γίνει έρευνα. Θα ψάξουν τα πάντα. Πού θα κρύψω το πακέτο; Δεν έχω χρόνο να αποφασίσω, ακούω τα μπαμ-μπουμ από δεξιά και το μάτι μου πάει στο καύσιμο. Μηδέν. Διαρροή. Πάει κι ο δεύτερος, σβήνει. Τώρα στην κεντρική οθόνη διαβάζω πως έχω χάσει και τις δυο μηχανές κι ο αυτόματος απενεργοποιείται.
Έφταιγαν οι μηχανικοί για την πρώτη βλάβη; Έφταιγε η πρώτη βλάβη για τη διαρροή; Έφταιγε το αεροπλάνο που ήταν χρέπι; Αυτά θα τα βρεις εσύ. Πάντως εγώ την είχα γαμήσει. Τι να κάνω, παίρνω το χειριστήριο και βλέπω την απόσταση για το αρχικό αεροδρόμιο, με τους δυο κινητήρες σβηστούς δεν το φτάνω με τίποτα. Μένω σαν χαζός. «Τι… τι έγινε;» ακούω την προϊσταμένη να τραυλίζει. Δεν απαντάω. Βρίσκω ένα παραλιακό αεροδρόμιο, το ξέρω, μου κάνει. Αν κατέβω εκεί, με περιμένει έλεγχος επί τόπου. Θα ανοίξουν τη βαλίτσα μου, θα δούν τα ναρκωτικά, τέλος.
Εκτός κι αν ρίξω το αεροπλάνο στη θάλασσα. Ο διάδρομος που με βολεύει, ξεκινάει από την ακτή. Μπορώ να ισχυριστώ πως δεν τα υπολόγισα καλά. Κι ώσπου να βουλιάξει το αεροπλάνο, αδειάζω το πακέτο απ’ το παράθυρο. Αν είμαι τυχερός, μπορεί να με βγάλουν κι ήρωα, σαν τον Sully που ’γινε και ταινία. Τι άλλες επιλογές έχω; Να ανοίξω το παράθυρο και να πετάξω το πακέτο λίγο πριν προσγειωθώ; Ναι, με καμιά τρακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Καλή τύχη.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, έχουμε χάσει και τους δυο κινητήρες», λέω στον ασύρματο και του λέω πού θέλω να προσγειωθώ.
«Ελήφθη, Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, επικοινωνήστε με τον πύργο του αεροδρομίου», και μου λέει τη συχνότητα.
Στρίβω προς το μικρό αεροδρόμιο, επικοινωνώ με τον πύργο. Υπολογίζω ύψος κι απόσταση συνεχώς. Η αεροσυνοδός με ρωτάει αν θέλω κάτι, της λέω να πάει πίσω και να δεθεί. Το αεροπλάνο κατεβαίνει γρήγορα και τότε το συνειδητοποιώ: δεν μπορώ να το προσθαλασσώσω. Δηλαδή μπορώ, αλλά δεν θέλω, να ’τος ο διάδρομος, ευθεία μπροστά, με περιμένει σαν γκόμενα στο κρεβάτι. Προφταίνω, νομίζω, μόνο που πρέπει να χάσω ύψος. Ρίχνω τροχούς, χαμηλώνω φτερό, πατάω πηδάλιο κι άγιος ο Θεός. Σφίγγω το χειριστήριο που γλιστράει απ’ τον ιδρώτα μου. Η θέα του διαδρόμου παράξενη, είμαι πολύ πιο ψηλά απ’ ότι συνήθως μα κατεβαίνω και πιο γρήγορα.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία», λέει ο πύργος, «είστε ελεύθερος για προσγείωση στον δεκαέξι. Καλή τύχη».
Προσηλώνομαι τόσο, που ξεχνάω το πακέτο. Μιλάω πίσω στην καμπίνα: «brace for impact», λέω στους επιβάτες κι ακούω τις αεροσυνοδούς να επαναλαμβάνουν το ποίημά τους.
Φτάνω πάνω από το διάδρομο, τραβάω το χειριστήριο και σπάω το ρυθμό καθόδου. Ακούω το αεροπλάνο να μετράει το ύψος: «fifty, forty, thirty…» Οι τροχοί πιάνουν, το αεροπλάνο δε γλείφει, μα έχει πατήσει. Πλακώνομαι στα φρένα. Χωρίς αντίστροφη ώση το αεροπλάνο δε λέει να κόψει, φοβάμαι μη βγω εκτός διαδρόμου, ελέγχω την πίεση των φρένων, την αυξάνω. Το αεροπλάνο επιβραδύνει και τελικά σταματάει.
Μπροστά μου δυο πυροσβεστικά κι ένα ασθενοφόρο, ακούω φωνές στον ασύρματο, μα εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι πως είμαι ζωντανός. Όλοι είναι ζωντανοί, καταλαβαίνεις; Είναι μια κανονική προσγείωση σχεδόν. Ούτε από το διάδρομο δεν έχω βγει. Κοιτάζω τις οθόνες, οι ενδείξεις δείχνουν πως η φωτιά έχει σβήσει.
Ε, τα υπόλοιπα τα είδες. Ο κάπτεν δεν μου είπες αν έζησε. Δεν θα μου πεις; Τέλος πάντων, μακάρι να ζει. Λοιπόν, γι’ αυτό δε θέλω να σου δώσω την τσάντα. Άμα θες να την ανοίξεις, την ανοίγεις. Ψάξε και ποια είναι η γκόμενα του Γιούρι.
Τι; Το ότι έσωσα εκατόν τριάντα ένα επιβάτες μόνος μου, δε μετράει καθόλου; Έλα, ρε φίλε, ούτε καν μπάτσος δεν είσαι, της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας είσαι. Σε παρακαλώ, λυπήσου με. Μην… Μην καλείς τους μπάτσους… Ε, μα είσαι μαλάκας. Ναι, κύριε αστυνόμε. Τι έχω στην τσάντα; Να, αυτά. Και στη θήκη; Είσαι πολύ μαλάκας, όχι εσείς κύριε αστυνόμε, αυτός. Ε, λοιπόν, να τι έχω. Όχι, θα την ανοίξω εγώ εδώ μπροστά σας, να τι έχω μέσα στη θήκη. Να…»
Ανοίγω το πακέτο. Τι του λες τώρα; Ότι ήταν η πρώτη αποστολή κι ο Γιούρι πρέπει να με δοκίμαζε; «Ναι, περιοδικά. Τι πειράζει που τα ’χα σφιχτά τυλιγμένα, έτσι τα κουβαλάω εγώ τα περιοδικά. Ποιος Γιούρι; Λοιπόν, τι λέγαμε; Εσείς, κάθε πρωί που σηκώνεστε, λέτε στις γυναίκες σας ότι πάτε στη δουλειά. Εγώ λέω ότι πάω να πετάξω και τα λοιπά». Ξεφυσάω όλο ανακούφιση. Άλλες δυο αποστολές στη Ζυρίχη κι έχω ξεμπερδέψει.

της Σοφίας Γουργουλιάνη 


Ένας άντρας γεννιέται και, τελικά, πεθαίνει μέσα σε ένα πλοίο. Και η όποια μοίρα κι ένας ναύτης που θα τον βρει του χαρίζουν το όνομα 1900. Κι αν ο δια βίου εγκλεισμός φέρνει στο νου φουρτούνες, τρικυμίες και καραβοτσακισμένους μελοδραματισμούς, ο μονόλογος του Αλεσάντρο Μπαρίκο, 1900, και η παράσταση, Lemon, της ομάδας Experimento, ξορκίζει το μελόδραμα για να μιλήσει για την απεραντοσύνη της ζωής και για τον πηλό που σου προσφέρει αφειδώς για να της δώσεις, μόνος, σχήμα.

Την παράσταση φιλοξενεί η αίθουσα χορού του ιστορικού ξενοδοχείου «Μπάγκειον» αγκαλιάζοντας με την αίσθηση των περασμένων μεγαλείων την ιστορία ενός άντρα που πέρασε τα χρόνια του παίζοντας πιάνο στα διαφορετικά σαλόνια ενός πλοίου. Κι αν ίσως τα περασμένα μεγαλεία επιτάσσουν «θυμώντας τα να κλαις», εδώ η συνειδητοποίηση πως ο χρόνος κυλάει, τελικά, με τα δικά μας μέτρα και σταθμά καλεί σε συγκρατημένα πλην αισιόδοξα χαμόγελα.

Ενώ, οι δύο πρωταγωνιστές, Γιώργος Δρίβας και Μελαχρινός Βελέντζας υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Γεωργίας Τσαγκαράκη, μοιάζουν να ανήκουν στην «κάστα» των παθιασμένων. Και να πετυχαίνουν, εδώ, εκείνη την περιβόητη ισορροπία ανάμεσα σε πάθος και φόρμα, χαρίζοντας μια θεατρική εμπειρία απεκδυμένη από κινησιολογικούς ελιτισμούς κι από αναίτιους θεατρινισμούς.
Με τη βεβαιότητα ότι η θεατρική εμπειρία είναι σύνολο συνιστωσών αλλά και ζωντανό συναίσθημα, το Lemon παραδίδει «θέατρο» με αξιοσημείωτη συνέπεια, αλλά (κυρίως) τον παλμό μιας αγνής θεατρικής καρδιάς. Και γοητεύει τελικά, όχι μόνο με την αρτιότητα του καλλιτεχνικού του αποτελέσματος, αλλά με την αυταρέσκεια της ακλόνητης πίστης στις προθέσεις του και στο θάρρος του να (σε) κοιτάξει κατάματα και να σου αφηγηθεί μια ιστορία για την ομορφιά της ζωής και τα αυτοσχέδια σύνορα που πλάθουμε γύρω από πάσης φύσεως εαυτούς.     

Με αφορμή την παράσταση και την «ομορφιά» της συνάντησα τον έναν εκ των δύο πρωταγωνιστών, Μελαχρινό Βελέντζα, για μια κουβέντα για το Lemon, το πάθος για θέατρο και το αδικοχαμένο νόημα των λέξεων



Η ζωή είναι απέραντη. Ενώ είναι τοπικά και χρονικά περιορισμένη, είναι απέραντη. Ο 1900 έδωσε σχήμα στη δική του απεραντοσύνη.

Στην ιδέα δίνεις σχήμα. Σε κάτι το οποίο σου έχει δοθεί. Το θέμα είναι πως θα συνθέσουμε τα πράγματα. Το πιάνο του 1900 έχει 88 πλήκτρα. Το πώς θα τα συνδυάσεις και τι θα δεις τελικά εξαρτάται από τη δική σου πρόθεση στα πράγματα και την τελική επιλογή. Ο 1900, δύο φορές ορφανός καθώς μετά τους γονείς του που τον εγκατέλειψαν πεθαίνει και ο ναύτης που τον βρήκε, οδηγείται στη μουσική. Για να επιβιώσει. Ο Μπαρίκο συμβολικά τον τοποθετεί εγκαταλελειμμένο πάνω στο πιάνο με την ουρά στην αίθουσα χορού της πρώτης θέσης.

Ο 1900 δημιουργεί την αίσθηση μιας φιγούρας θεϊκής. Και γενικά, ο γιατρός και ο καλλιτέχνης δημιουργούν συχνά μια τέτοια αίσθηση…

Το πλάσμα αυτό, ο 1900, είναι λίγο απόκοσμο. Δεν είναι γειωμένος. Έχει αρκετά ρομαντικά στοιχεία. Είναι σαν αερικό. Έχει επίσης μια παιδικότητα. Παρατηρεί πάρα πολύ. Έτσι προσλαμβάνει τον κόσμο. Και παίζει πιάνο γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Με τη μουσική του ζει πέρα από το καλό και το κακό λέγοντας με τον δικό του τρόπο πως αυτή είναι η πραγματικότητά μου. Και μέσα σε αυτή ζει ευτυχισμένος, δημιουργώντας μία υπερβατική εικόνα για τους άλλους που παρακολουθούν την ιστορία του.

Νιώθω πως η μεγάλη εικόνα του ρόλου της τέχνης είναι ότι μπορεί να φτάσει στην έφηβη στο χωριό μου στο Πήλιο και να την επηρεάσει. Σε ένα αστικό περιβάλλον μπορεί να καλλιεργήσει μια αισθητική. Είναι αυτό αρκετό σήμερα;

Αρχικά το να δημιουργούμε και να εκφραζόμαστε μέσω της τέχνης μας είναι ένα ζητούμενο. Επίσης, το ό,τι προβαίνουμε σε πράξεις καλλιτεχνικές είναι θετικό. Παράγουμε. Δεν πιστεύω σε κάποιον υψηλό και απώτερο στόχο της τέχνης. Γιατί αν πιστέψω τότε ίσως γίνω ελιτιστής. Αυτό θα με απομακρύνει από την έφηβη στο χωριό σου και από τον εν δυνάμει θεατή στο αστικό περιβάλλον της Αθήνας. Η παιδεία είναι το ζητούμενο και όχι η εκπαίδευση. Στην παιδεία συζητάς για όσα δεν ξέρεις και θες να αναλακύψεις, στην εκπαίδευση προϋποθέτεις ότι ξέρεις.

Δεν είναι πολύ αστική λέξη η παιδεία;
Ξέρεις, σήμερα έχουμε χάσει τις λέξεις. Το μικρό μου όνομα είναι Μελαχρινός. Από την παιδική μου λοιπόν ηλικία έμαθα να ακούω σε ένα όνομα και μετά όταν κοιταζόμουν στον καθρέφτη, όντας ξανθός η λέξη ερχόταν σε σύγκρουση με την πραγματικότητά μου. Έτσι, συνειδητοποίησα από παιδί ακόμη πως οι λέξεις είναι συμβάσεις που τις κατασκευάζουμε για να συνεννοούμαστε. Και λίγο μεγαλύτερος, κατάλαβα πως τις λέξεις τις χρησιμοποιούμε για να εξουσιάζουμε. Να επιβάλλουμε το δικό μας νόημα. Που είναι πάντοτε υποκειμενικό.

Η αισθητική φαίνεται πιο αντικειμενική ως λέξη. Είναι αισθητική η επιλογή να βγαίνεις στα Εξάρχεια και όχι στο Κουκάκι. Το ότι σου αρέσει ο Φασμπίντερ και όχι ο Τζέιμς Κάμερον. Το Παρίσι και όχι το Λονδίνο.

Λέει ένας φίλος μου πολύ ωραία «Η αισθητική είναι μία. Ή την έχεις ή δεν την έχεις.» Εννοώντας την αισθητική της αισθητικής.  Είναι η πρόθεση να βλέπεις τα πράγματα με μια αισθητική προσέγγιση. Ο Μάνος (Χατζιδάκις) μιλούσε για μία συνολική αισθητική στα πράγματα. Τώρα, η επιλογή μιας συγκεκριμένης αισθητικής είναι μία καθαρά υποκειμενική επιλογή. Ευτυχώς. Γιατί μας θυμίζει πως είμαστε διαφορετικοί. Αλλιώς, ο φασιμός παραμονεύει για να ομογενοποιήσει τους πάντες που θα υποταχτούν σε μία κυρίαρχη ιδεολογία. Λένε πως ο Χίτλερ ερχόταν σε στύση όταν έβλεπε από το βάθρο της ομιλίας του να συγχρονίζονται τόσες χιλιάδες άνθρωποι μ’ ένα του παράγγελμα. Νομίζω πως τα πράγματα γονιμοποιούνται και ανθίζουν εάν αποδεχτούμε τη διαφορετικότητά μας και δεν την υποτάσσουμε σε ένα κυρίαρχο δόγμα. Σκέψου το απλό παράδειγμα της φράσης: το κοινό της παράστασης. Είναι λάθος. Το μόνο κοινό είναι πως διαφορετικοί άνθρωποι έχουν μαζευτεί για να παρακολουθήσουν την ίδια παράσταση. Την οποία θα προσλάβουν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Και θα προκύψουν ανάμεσά τους ομοιότητες και διαφορές. Που πολλές φορές δεν εξηγούνται λογικά, διότι μιλάμε για ανθρώπους. Για ανθρώπους που καταλαβαίνουν και αισθάνονται διαφορετικά. Έτσι είναι.

Όλα έχουν μια εξήγηση. Δεν ακούγεται πολύ ρομαντικό το ότι νιώθουμε πράγματα χωρίς εξήγηση;

Πάντα θέλουμε να δώσουμε εξήγηση στα πράγματα. Βαθύτερα, για να δώσουμε νόημα στην ύπαρξη μας. Το νόημα όμως δεν υπάρχει. Εμείς το κατασκευάζουμε. Θυμήσου στο σχολείο την ερώτηση: ποιο είναι το νόημα του ποιήματος; Και σε βαθμολογούσαν κιόλας. Ας αφήσουμε κάποια πράγματα ανεξήγητα. Τότε, θα αναγκαστούμε να προσεγγίσουμε εξωλεκτικά: με το σώμα, με τις αισθήσεις μας.

Η τέχνη εξηγεί πράγματα; Υπάρχει αντικειμενικότητα;

Δες λιγάκι ακόμα ακόμα τη διαδικασία που κάνουμε τώρα: συνέντευξη. Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με λέξεις. Κυνηγώντας το νόημα. Το νόημα μας διαφεύγει διαρκώς, γιατί ψάχνουμε να το βρούμε. Κι αυτό πολλές φορές μας ευχαριστεί. Ένας θεωρητικός του θεάτρου έλεγε για την αποτυχία του βλέμματος στο θέατρο. Μπαίνεις και νομίζεις ότι βλέπεις όλη τη σκηνή. Το βλέμμα ποτέ δεν μπορεί να πιάσει όλη τη σκηνή. Για δικούς σου λόγους εστιάζεις σε πράγματα που για σένα έχουν ενδιαφέρον.

Πόσο γοητευτικό είναι όμως όταν ξαφνικά συνειδητοποιείς πόσο όμορφή είναι ολόκληρη η εικόνα. Έχει τρομερή ομορφιά.
Αυτό δε γίνεται με το βλέμμα. Γίνεται με την ψυχή. Είναι ένα ενεργειακό βλέμμα.

Έχοντας δει την παράσταση και μιλώντας μαζί σου, νιώθω ότι δεν έχετε τίποτα το ελιτίστικο, αλλά ταυτόχρονα έχετε μια σοβαρότητα σ’ αυτό που υπηρετείτε. Βλέπω γύρω μου πολύ κόσμο που δημιουργεί χωρίς διάθεση να το επικοινωνήσει, να επηρεάσει ένα-δύο-τρία μυαλά. Αν δεν το επικοινωνείς γιατί το κάνεις; Είναι η ψυχοθεραπεία σου;

 Κι εδώ όμως αναζητάς μια εξήγηση…

Ναι, γιατί σε ό,τι αφορά την τέχνη, την έχω πολύ ψηλά.

Αυτό δεν είναι ελιτίστικο;

Με την έννοια ότι μπορεί  να έχω τις καθημερινές ανάγκες πολύ χαμηλά, ίσως. Αλλά με την έννοια πως πιστεύω ότι ο ρόλος της τέχνης είναι κυρίως να επηρεάσει την έφηβη στο χωριό μου και όχι να καταναλωθεί από μια καθηγήτρια πανεπιστήμιου που μένει στην Κηφισιά, νομίζω πως όχι.

Πολλές φορές μπορεί η προβληματική να είναι ότι διαχωρίζουμε την τέχνη από τη ζωή και την καθημερινότητα. Ας σκεφτούμε ότι το θέατρο είναι κάτι το εγγενές. Αν παρατηρήσεις τα παιδιά, το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι να στήνουν θεατρικές παραστάσεις για γονείς. Λένε «μπαμπά, μαμά! Έχουμε θέατρο σήμερα. Ελάτε!» Η αναπαράσταση και η αφήγηση αυτή είναι μέσα μας. Αν το δούμε έτσι, θα πάψουμε να υποφέρουμε από τέτοιους διαχωρισμούς.

Ως καλλιτέχνες; Δε μ’ αρέσει η λέξη καλλιτέχνης.

Οι άνθρωποι είμαστε φύσει καλλιτέχνες. Αλλά, όταν μπλέκουμε με τους τίτλους χανόμαστε στη μετάφραση.

Αυτό, πάλι, ακούγεται πολύ ρομαντικό. Από τη στιγμή που γεννιέσαι έχεις κάποιον «πάνω από το κεφάλι σου». Είσαι ποτέ αγνός;

Πρέπει να επιστρέψεις στον εαυτό σου. Να απομονωθείς λίγο από τους άλλους. Πολύ εύστοχα ο 1900 το προτείνει. Είναι ένας άνθρωπος που γεννιέται και εγκαταλείπεται μόνος του. Και καταλήγει μόνος του. Μέσα σ’ αυτό το πράγμα ανακαλύπτει πάρα πολλά για τον εαυτό του. Σήμερα αυτό που γίνεται εσφαλμένα είναι, ότι σου έχουν δώσει δομές να παρουσιάσεις τον εαυτό σου ως συμπαγές αντικείμενο (πχ το facebook). Και όλο αυτό σε εξουθενώνει και σε διασπά. Σε εκατομμύρια αδιάφορες εικόνες. Οπότε δεν μπορείς να συγκεντρωθείς. Σήμερα δεν υπάρχει σιωπή, δεν υπάρχει παύση. Παλαιότερα, το ανθρώπινο υποκείμενο εξουθενωνόταν από εξωτερικούς παράγοντες. Σήμερα λόγω των υπερβολικών επιλογών εξουδετερώνει και εξουθενώνει το ίδιο τον εαυτό του. Είμαστε σκλάβοι του εαυτού μας.

Μέσα σε όλο αυτό, μπορείς να βρεις τον εαυτό σου αν τον «ψυχαναγκάσεις» να ασχοληθεί με την τέχνη ή ο εαυτός βρίσκεται αν διαβάζεις, ακούς, μιλάς μόνο για όσα σε ικανοποιούν;

Πρώτα απ’ όλα ο εαυτός δεν είναι κάτι έξω από μας. Να σου δώσω το παράδειγμα του πιάνο. Συχνά, σου δίνουν μια παρτιτούρα και σου λένε παίξε. Η παρτιτούρα δεν είναι παρά μια γραπτή αποτύπωση της φωνής. Άρα αυτό που θα παίξω υπάρχει μέσα μου. Προϋπάρχει. Δεν υπάρχει κάτι έξω που πρέπει να ανακαλύψουμε. Σήμερα ψάχνουμε έξω γιατί έχουμε φτιάξει καθρέφτες και ψάχνουμε επιβεβαιώσεις για να αισθανθούμε πιο συμπαγείς. Σε σχέση με τον ψυχαναγκασμό σκέψου έναν ηθοποιό πάνω στη σκηνή. Σου είναι πιο επιδραστικός, σου περνάει την ιστορία εάν δεις πράγματα που του συμβαίνουν όντως. Του βγαίνουν οργανικά. Βλέπεις έναν ηθοποιό που κάνει ότι κλαίει και έναν που κλαίει. Στη δεύτερη περίπτωση ,μάλλον, επηρεάζει πιο πολύ το θεατή. Το ζητούμενο δεν έχει να κάνει με ψυχαναγκασμούς. Είναι να βρεις εσένα τι σου προκύπτει. Σκέψου τις σέλφι. Γιατί είναι αποτυχημένες φωτογραφίες; Γιατί δεν έχει προκύψει κάτι. Και μάλιστα ο χρήστης επανέρχεται σε αυτές για να τις ξανα-κατασκευάσει. «Μαλακία είναι, ξαναβγάλτη». Φτάνουμε έτσι σ’ αυτό που λέει ο Baudrillard «Η κατασκευή της πραγματικότητας προηγείται της πραγματικότητας φτάνοντας ακόμα και να την ορίζει.» Είμαστε γεμάτοι λάθη, κι αν αυτό το αγκαλιάσουμε δε θα χρειάζεται ούτε να ψυχαναγκαζόμαστε ούτε να υπηρετήσουμε τι είπε ποιος. Θα είμαστε πιο αρμονικοί σε σχέση με τον εαυτό μας.   Ο 1900 ας πούμε ήταν ο σπουδαιότερος πιανίστας του Ωκεανού. Αν κατέβαινε στη στεριά θα αποκτούσε τα πάντα. Δεν μεγάλωσε, όμως, σε μια αστική κοινωνία. Ο 1900 εκφράζει την ακατέργαστη πλευρά των ενστίκτων που οι αστοί φαντασιώνονται στον ύπνο τους και όταν είναι ξύπνιοι η ίδια αυτή πλευρά τους τρομάζει.

Άρα ίσως αν κανείς μεγαλώσει μακριά απ’ την αριστεία της αστικής κουλτούρας να μπορεί να βρει πιο εύκολα την ηθική ικανοποίηση απ’ αυτό που έχει μέσα του.

Κάνω ιδιαίτερα μαθήματα πιάνο. Διαλογικές συναντήσεις τα ονομάζω. Έρχεται λοιπόν μία μητέρα με το παιδί της και η πρώτη της ερώτηση είναι «πότε θα πάρει πτυχίο;» Καταλαβαίνεις τη ρίζα του πράγματος εκεί. Στην παράσταση αντιλαμβάνομαι πολύ τον κόσμο που είναι από κάτω. Και έχουμε κάποιες κυρίες που έρχονται και νομίζουν ότι θα δούνε Τορνατόρε στα βελούδινα καθίσματα του Παλλάς. Χαίρομαι πολύ για τη διασκευή της Γεωργίας (Τσαγκαράκη) στο κείμενο και τον τρόπο που έχει ενεργοποιήσει τα σώματά μας επί σκηνής. Στον τελευταίο μονόλογο μου αρέσει που  στάζω ιδρώτα πάνω από τα κεφάλια τους και γίνεται άβολο. Το θέατρο θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι λίγο άβολο, να σε μετακινεί.

Το ζωντανό της υπόθεσης είναι εξ’ ορισμού άβολο. Και θα πρέπει να γίνεται όσο πιο άβολο πάει.

Εδώ βέβαια υπάρχει ένας κίνδυνος. Υπάρχει αυτή τη στιγμή ένα ρεύμα στις ελληνικές θεατρικές παραγωγές με πολύ γαμωσταύρισμα και μπινελίκι. Υπάρχει όλο αυτό το θέμα της ελληνικής οικογένειας (πχ Στέλλα κοιμήσου κα)

Όλο αυτό το οικογενειακό δράμα στο θέατρο, νιώθω ότι αργοπεθαίνει. Ο Τένεσι Ουίλιαμς ήταν επανάσταση για την εποχή που ανήκε… Δεν υπάρχει ένας πιο μοντέρνος συμβολικός τρόπος να μιλήσεις για τα πράγματα;

Ξέρεις γιατί δεν έρχεται η αλλαγή. Γιατί κι αυτοί που το αντιλαμβάνονται δεν το βάζουν στη δημόσια σφαίρα. Όταν αυτά τα πράγματα θα αρχίσουμε να τα συζητάμε ανοιχτά τότε θα αλλάξουν. Τα πράγματα στην τέχνη γεννιούνται στα σημεία μετάβασης.

Και όλο, όμως, αυτό το στερεότυπο της οικογένειας που κάθεται γύρω από ένα τραπέζι και πλακώνεται. Δεν το είδαμε; Δεν πρέπει να κάνουμε κάτι καινούριο; Κάτι που θα αγαπηθεί γιατί σπάει το κατεστημένο; Να πειραματιστούμε και λίγο με τη φόρμα. Το Lemon το κάνει αυτό. Δεν είναι κωμωδία, δεν είναι δράμα, δεν είναι μιούζικαλ…

Αν πάψουμε να μας απασχολεί να βρεθεί ένα νόημα, θα πάψουμε να μας απασχολεί να βρούμε μία αισθητική. Αυτό που πρέπει να κάνουμε όταν δημιουργούμε μια παράσταση και αυτό που κάναμε εμείς στο Μπάγκειον είναι να δημιουργήσουμε την αίσθηση ότι ο θεατής μπαίνει σε ένα κόσμο. Αυτό παραβιάζεται πολύ συχνά. Πόσες φορές βγαίνει κάποιος (σε ρόλο ταξιθέτη) και φωνάζει δυνατά «όσοι έχετε εισιτήρια…». Κάτι χάνουμε εκεί. Αυτό είναι ζήτημα παιδείας, η ένταση της φωνής στο θέατρο. Ή οι θεατές με τα κινητά. Ένας ηθοποιός μπαίνει στη σκηνή για να συγκεντρωθεί και ο κόσμος κάθεται με τα κινητά. Μόλις αρχίσει να μιλάει κάποιος, τότε «α, αρχίζει η παράσταση». Έχουμε να κάνουμε επίσης με περιπτώσεις απαίδευτων θεατών, που φέρουν μία τηλεοπτική κουλτούρα. Άμα τους δώσεις ποπ κορν θα το φάνε παρακολουθώντας την παράσταση.

Σχετικά με την ένταση της φωνής υπάρχει και η άποψη ότι το κοινό πρέπει να είναι ελεύθερο να αντιδράει σε αυτό που βλέπει.

Η σιωπή, όμως, είναι πιο δυνατή από τις λέξεις. Έχει την εξής διαφοροποίηση από τις λέξεις. Όταν επιλέγεις κάποιες λέξεις, αυτό έχει μια εξουσία. Να γιατί η φράση που λένε συχνά οι δημοσιογράφοι «Μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις» είναι μια μαλακία και μισή. Γιατί ποιες ίδιες λέξεις; Σκέψου ότι παρουσιάζουν το γεγονός ότι στα Εξάρχεια δείρανε έναν άντρα, τον αφήσανε γυμνό και του είπανε «να σε πηδήξω από πίσω». Η πρώτη εκδοχή είναι «ένταση στο κέντρο της Αθήνας». Η δεύτερη «γδύσανε κάποιον και πήγαν να τον γαμήσουν από πίσω». Οι λέξεις είναι που καθοδηγούν την ερμηνεία. Στο θέατρο οι πιο δυνατές στιγμές πολλές φορές βρίσκονται στις σιωπές, τις εικόνες και τις παύσεις.
Ποια είναι τα πλάνα του Lemon μετά το Μπάγκειον;
Εμείς μετά το Μπάγκειον, παίρνουμε το βανάκι μας και με όρους χειροποίητου θεάτρου πάμε και παίζουμε σε μικρές πόλεις και χωριά ανά την Ελλάδα. Πάμε να κάνουμε ένα ερευνητικό οδοιπορικό με όρους εντελώς ανεξάρτητους. Είσαι εσύ, το μέρος και η παράσταση. Και θα κάνουμε και φεστιβαλικές παραστάσεις. Σκεφτόμαστε να έχουμε και εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Να έχουμε ένα δεύτερο έργο, όπως κάνανε παλιά στα μπουλούκια. Τη μία μέρα να παίζει το ένα και την άλλη το άλλο.
Το σκέφτεστε για καλοκαίρι;
Και πιο νωρίς ίσως.

Η παράσταση Lemon με τους Μελαχρινό Βελέντζα και Γιώργο Δρίβα, σε σκηνοθεσία Γεωργίας Τσαγκαράκη, θα παίζεται στο «Μπάγκειον Ξενοδοχείον» στην Πλατεία Ομονοίας, κάθε Σάββατο (19:15 και 21:15) και κάθε Κυριακή (20:00) μέχρι 1/12.
*Extra παράσταση λόγω μεγάλης προσέλευσης: Τετάρτη 27/11 (20:00)



ΑΤΙΤΛΟ

Έιναι   μια   εγχείρηση
που  πονάς   όταν   μπείς   μέσα
άσπρα   κόκκαλα   χυμένα    στα   πλακάκια
είναι   ενα   αιμάτωμα
            που    αιμοραγεί    στο   μάτι
είναι   κατι   μπλάβα   κομμάτια   πύον
είναι   τα  δάχτυλα   πνιγμένα  μεσα
στο   δισκοπότιρο
είναι   μια   πληγή   που   φαίνεται   
κόκκινο  νωπό   αίμα
με   επιδέσμους   τυλιγμένος   μέχρι   τα  αυτιά
το   ματι   ανοίγει   μεσα   στα   γυαλιά
Είναι  το χόρτο  καμμένο
άνθη   απο  σάρκες   μεγαλώνουν
στο  μαυρο   εκδοτηριο      εκει   που   τραβιέται
το δόντι  του  θανάτου.




Σινεφίλ


            Κτηνώδες, φονικό, πυρηνικό, καθαρτικό ελληνικό καλοκαίρι. Βαθύ σαν κώμα. Τριγύρω άνθρωποι μεταλλαγμένοι, υπερφωτισμένοι από ακτίνες γάμμα που κανένα αντηλιακό δεν δύναται να απωθήσει. (Μαγιώ προαιρετικό. Πίτσμπουϊν απαραίτητο.) Πλαστικές καρέκλες, αναθυμιάσεις μαζούτ, πάτωμα στρωμένο αποτσίγαρα. Οθόνη LCD προβάλλει ντεφιλέ της Fashion TV προς βρώσην και συμμόρφωσην του ανθυπολούμπεν μεταπρολεταριάτου πορνογραφικής αισθητικής που συνωστίζεται στο κατάστρωμα του Άγιος Γεώργιος υπό τη μουσική υπόκρουση του The House of the Rising Sun. Ο ήλιος πράγματι ανατέλλει πίσω από τις πολυκατοικίες. Εφτά η ώρα το πρωί κι άλλη μια μέρα ξεκινά. Γι’άλλη μια φορά. « Μάλλον τη γλυτώσαμε κι αυτή τη νύχτα », σκέφτομαι. Μέχρι πότε όμως;

            Γαστρική προβολή. Aκατάσχετες εικασίες βαυκαλιστικού κάλλους τυμπανίζουν ασύστολα τις συνάψεις μου. (Ντένιμ. Για τον άνδρα που δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ.) Χαρούμενες παιδικές υπάρξεις ξερνάν πετρέλαιο υπό την επίβλεψη λεπτεπίλεπτων ροζ μηχανών. Το κατοχικό σύνδρομο γίνεται καταναλωτικός κανιβαλισμός εικόνων που ψηλαφίζουν τρυφερά την επιφάνεια των ίδιων τους των σπλάγχνων. Κατατονική ευφορία, υπερτροφικά βλέμματα που εισβάλλουν με τακτ στον κόσμο ενός παραμυθιού που σκοντάφτει στις πατερίτσες του. (Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Σάντα Μπάρμπαρα.) Απρόσμενες θυσίες μητρικών ενστίκτων σε βόθρους εκκλησιών. Μυστικιστικές τελετές απύθμενου ρεαλισμού σε αναγκάζουν να δεις την πραγματικότητά σου με τα μάτια των άλλων που, όχι, δεν είναι η κόλαση, αλλά μια παιδική χαρά ψυχεδελικής σύλληψης. Κάτι σαν Κουκουρούκου με γεύση LSD, δόλωμα στα χέρια του Δρακουμέλ – Χάρβεϊ Καϊτέλ που εκδίδει δωδεκάχρονα σε ψυχωτικούς ταξιτζήδες. Ηθικοπλαστικά λογίδρια καταχρηστικού πολιτικά ορθού, αποπληξία απρέ-σκί, μπροστά στο τζάκι, με όλη την οικογένεια, προσπαθώντας να θυμηθείς γιατί δεν είσαι εδώ, ανακαλώντας εφιαλτικές εικόνες προσώπων που σε απειλούν με κατανόηση και αφοσίωση. Γυναίκες ψυχικά κατακρεουργημένες, άντρες διανοητικά ανίκανοι, ζευγάρια που κάνουν τις φυλακές τους καταφύγια. Δραματική απεικόνιση της αδυναμίας σύλληψης αυτού δίχως το οποίο ουδέποτε θα μπορέσουμε να υπάρξουμε. Ξέβρασμα λέξεων ανισόρροπων όπως το νόημά τους, αντίθετων από το νόημά τους, ανικανότητα σύγκρισης με την πραγματική εκδοχή μιας ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ.

            Γνωστοί άγνωστοι. Γνωσιακοί αγνωστικιστές. Γνωστικοί γνωσιολόγοι. Άνoμα συμφέροντα. Πελατειακές σχέσεις. Ανίερες συμμαχίες. Ξύλινη γλώσσα. Φως ιλαρόν. Εξωκοινοβουλευτικά σχήματα. Παράνομες συναλλαγές. Κίτρινος τύπος. Τα παιδιά των φαναριών. Ανήλικοι εγκληματίες. Εργασιακή εκμετάλλευση. Σεξουαλική παρενόχληση. Πολιτικά ανορθόδοξο. Η επιστροφή του Εγκέλαδου. Ο Μολώχ της ασφάλτου. Η αγκαλιά του Μορφέα. Αλβανική μαφία. Ύποπτα στοιχεία. Παρακείμενη καφετέρια. Αναρχικοί τύποι. Περιθωριακή συμπεριφορά. Απροσάρμοστα άτομα. Λεκτικές παρεκτροπές. Υπαρξιακές αναζητήσεις. Ολλανδικά μπουρδέλα. Γιάρι Λιτμάνεν. Νίκος Βαλαώρας. Φάντομ Ντακ. Μίστερ Νο. Αστική νοοτροπία. Παραστρατιωτικές ομάδες. Παραθρησκευτικές οργανώσεις. Καταπληκτικό θέρετρο. Καταθλιπτικό φέρετρο. Καταθλιπτικό θέρετρο. Καταπληκτικό φέρετρο.

            Κρίση πανικού μέσα στο σούπερ μάρκετ. Η πίκρα από τα τσιγάρα της προηγούμενης νύχτας δεν έλεγε να εγκαταλήψει τη στοματική μου κοιλότητα, σαν επίμονη ανάμνηση φορτωμένη σε κλεμμένο μικροτσίπ ασύμβατο με τον επεξεργαστή του εγκεφάλου μου. Στέκομαι απέναντι από τις σοκολάτες, τα μπισκότα, τα κέικ και λοιπά μπινελίκια (μόνο τριάντα τοις εκατό λιπαρά) υπνωτισμένος, ανίκανος να διαλέξω (στην πραγματικότητα δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι γυρεύω εκεί, γιατί πήγα, από πού έρχομαι και γιατί δεν αποφασίζω επιτέλους να φύγω), ανίκανος να πάρω την παραμικρή πρωτοβουλία που θα με έβγαζε απ’αυτό το λήθαργο και θα με ξανάφερνε πίσω στον κόσμο των ζωντανών. « Υπάρχουν ορισμένα ήδη κωλόχαρτου που κάνουν πιο καλά για χαρτομάντηλα απ’ό,τι οι χαρτοπετσέτες. » Χθες, πλησιάζοντας το είδωλό μου στον καθρέφτη του μπάνιου, πρόσεξα ότι με τα χρόνια, η επιδερμίδα του προσώπου μου είχε πάρει κάτι σαν πατίνα, όπως το δέρμα μιας γέρικης βαλίτσας που κουβαλάω εδώ και καιρό, απ’τόνα μέρος στ’άλλο, όπου κι αν πάω, μια βαλίτσα που δεν μπορώ να ξεφορτωθώ και στο πετσί της οποίας κάθε ταξείδι έχει αφήσει τα σημάδια του. Θαμώνας κέντρων διερχομένων, τακτικός πελάτης καφετεριών υπεραστικών ΚΤΕΛ, λάτρης του ωραίου φύλου και του καλού γαλακτομπούρεκου, αυνανίζομαι βλέποντας το Πατέρας αφέντης των αδελφών Ταβιάνι, υπολογίζοντας πόσες μέρες μου απομένουν μέχρι την Αποκάλυψη, όπου θα μπορέσω επιτέλους να βρώ το Ραμόν Μερκαντέρ στην άλλη άκρη και να τον ρωτήσω, σαν νέος Δάντης, αν μετά από τόσο καιρό μετάνιωσε για τη μαλακία που έκανε.  

            Κι όμως, κάτι περίεργο συνέβαινε που δεν είχε καμία σχέση με το προσωπικό μου ντελίριο. Ένας μυστικός στρατός είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται προοδευτικά και αδιόρατα σε διάφορες συνοικίες της πόλης. Άνθρωποι απομακρυσμένοι μεταξύ τους, χωρίς άλλο κοινό στοιχείο από αυτή την απόσταση, ξεκινούσαν να σχηματίζουν μικρές ομάδες και κοινότητες στα πιό απίθανα μέρη. Δημόσια ουρητήρια, εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, λεβητοστάσια πολυκατοικιών, βουλκανιζατέρ και γραφεία κηδειών γίνονταν χώροι περιστασιακών και παροδικών συναντήσεων στερούμενων παντελώς σκοπού και αντικειμένου. Κανένα εξωτερικό χαρακτηριστικό δεν επέτρεπε να διακρίνει κανείς τα μέλη των νεοσύστατων κοινοτήτων. Καμιά πρόθεση δεν κρυβόταν πίσω τους, καμιά προκήρυξη δεν θα αποσαφήνιζε τους σκοπούς τους, κανένα πρόγραμμα δεν εμπεριείχε τα αιτήματά τους. Κι όμως, το βαθύτερο κοινωνικό τους ασυνείδητο υπέθαλπε ένα κοινό όραμα: τη δημιουργία ενός συλλόγου σινεφίλ με σκοπό τη σύνθεση της πληρέστερης δυνατής συλλογής ταινιών βάσει κριτηρίων τόσο απροσδιόριστων όσο και αναντίρρητων, με ιδιαίτερη μνεία στην κατηγορία του κοπρολαγνικού φιλμ νουάρ μεταφυσικών τάσεων. Προβάλλοντας μια ταινία ημερησίως απευθυνόμενη αποκλειστικά στα μέλη του, ο σύλλογος θα έφερνε εις πέρας το θεάρεστο έργο του όταν πια το σύνολο της συλλογής θα είχε εξαντληθεί. Κατόπιν τούτου ο αξιότιμος πρόεδρος και η αξιοσέβαστη επιτροπή αυθαίρετα εκλεγμένοι με αλφαβητική κλήρωση, θα κύρητταν τη λήξη της αποστολής τους και θα καλούσαν τους ευτυχείς συνδαιτυμόνες (που για την περίσταση θα φορούσαν το μουσταρδί κιμονό του θανάτου) να διαπράξουν ομαδική τελετουργική αυτοκτονία μπροστά στην οθόνη κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης προβολής του Σαλώ του Πιέρ-Πάολο Παζολίνι και του Θριάμβου της Θελήσεως της Λένι Ρίφενσταλ και ενώ η μελωδία του Φεγγαράκι μου λαμπρό θα αντηχούσε μεγαλοπρεπώς μέσα στην αίθουσα, ερμηνευμένη με τον απαιτούμενο στόμφο από τη χορωδία του Κόκκινου Στρατού υπό την μουσική διεύθυνση του Μάριλυν Μάνσον. Το όλον υπό την αιγίδα του Οσίου Ιωσήφ Γκαίμπελς, προστάτη των γραμμάτων και των τεχνών και την ευγενική χορηγία της Μοσάντ.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA