πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



Όλοι μετρούν στη μητρική τους

ena

Να ήταν η γλώσσα
πόλη
να περιέκλειε
να μην
αναχωρούσε

Οι λέξεις να ήταν
φωτεινές να ήταν
φάσμα

Να μιλούσαμε
μόνο με αρχαία
ονόματα δέντρων

Εδώ

είναι σκοτεινά.
Το τεχνητό φως
καίει τα μάτια
καίει

το τσιμέντο είναι
ασφαλές
στην περατότητά του



dio

Η ξένη γλώσσα
με αποβάλλει
αλλα από το να τη
σκέφτομαι
ξεχνάω τη μητρική

και η μητρική

με ξεχνάει
κι εκείνη
και γλώσσα
δε μου μένει
να σκέφτομαι
καμιά

μονάχα μία γλώσσα
να μετράω




tria

Η γλώσσα μου
μία γλώσσα
με κόκκαλα
σπασμένα
κι επανα-
συναρμολογημένα-
μια γλώσσα
για αριθμούς

Έρημη
σε ένα αεροδρόμιο
ρωτάει
διαβάτες και περαστικούς
αν ζει κανείς που τη ζητά
και ας μην είναι βασιλιάς
και ας μην είναι άρχων

ας είναι ένας άσωτος
που απλά γυρνάει
πίσω



Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ του Εντουάρ Λουί
Μετάφραση Μιχάλης Αρβανίτης, εκδόσεις Αντίποδες, 2018




Ένα ομοφυλόφιλο αγόρι της εργατικής τάξης αφηγείται 
του Νικόλα Κουτσοδόντη


Ψηλό κτίριο από χάλυβα και κόκκινα τούβλα. Ίσως μια τέτοια κατασκευή να συμπυκνώνει τη συναισθηματική αρχιτεκτονική του βιβλίου, με την τετράγωνη λογική του που, καθώς σε ένα κτίριο, πάλλεται μέσα του το ανθρώπινο στοιχείο. Με τα υλικά αυτά είναι δομημένα τα σχολεία, είναι και το εργοστάσιο μπρούτζου από το οποίο, και γύρω από το οποίο, ζουν οι 1300 κάτοικοι του χωριού Αλενκούρ(Hallencourt) και αποτελεί τον υλικό όρο ζωής και διαμόρφωσης των ανθρώπων του.

Αυτό το παγωμένο και σκληρό κοινότοπο υλικό είναι ο μίτος που μας οδηγεί στην κατανόηση της αλήθειας του συγγραφέα. Είναι αυτό το υλικό που σαν να διαπερνά, να έχει παρουσία, έστω σκιωδώς, σε κάθε διαπροσωπική σχέση, σε έκαστη ατομική εξέλιξη των ηρώων που σκιαγραφεί ο νεαρός ευφυέστατος συγγραφέας.

Το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» προέρχεται από έναν από εκείνους της πλέμπας. Ο Εντουάρ Λουί αυτοβιογραφείται, για ποιον όμως γράφει; Το βιβλίο ξεκινά με μια χλέπα στο πρόσωπο, έτσι βίαια αναπτύσσεται μια ιστορία για την επώδυνη ταξική και σεξουαλική συνειδητοποίηση του συγγραφέα - ήρωα. Γράφει γιατί υπέφερε από το θέμα του, όπως θα έλεγε ο Ιλία Έρενμπουνγκ, αναδεικνύοντας την εσωτερική ζωή  του κι έτσι μας κάνει τη θεματική του οικεία, βρίσκουμε τον εαυτό μας στην ιστορία του[1]. Ο Μπρεχτ αναρωτιόταν αν η επεξεργασία των βασάνων στη γραφή τα κάνει λιγότερο επώδυνα και τι γίνεται με όσους δεν μπορούν να τραγουδήσουν τα δικά τους βάσανα; Πώς μπορώ, έλεγε, να κρατήσω έξω από τα γραπτά μου ό,τι έχει επηρεάσει τη ζωή μου και αν δεν μπορώ να βρω μια διέξοδο για τα βάσανα των αναγνωστών μου, πώς κι εκείνοι να βρουν το δρόμο για τα γραπτά μου; [2]Ο Εντουάρ Λουί είναι ρητός: γράφει για να κάνει την μπουρζουαζία να ντρέπεται[3], γνωρίζοντας ότι δεν θα διαβαστεί απο εκείνους[4] στους οποίους απευθύνεται, από τους αμόρφωτους γονείς του, από το χωριό του, από την τάξη του, τους πόνους της οποίας εξιστορεί. Έχοντας μελετήσει Σαρτρ, ο συγγραφέας καταλαβαίνει πως το κοινό του θα έπρεπε να είναι η εργατική τάξη που διαβάζοντας τον θα είχε στο στόμα της την ίδια γεύση, θα τους συνέδεαν τα ίδια κουφάρια[5]. Ωστόσο τελικά, οι μορφωμένοι αστοί θα τον διαβάσουν, εξού και επιθυμεί να τους προκαλέσει να αναλογιστούν τις ευθύνες τους για την κατάσταση της εργατικής τάξης, να προκαλέσει την αγανάκτηση και την ντροπή τους[6].

Το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» είναι ένα πολυσύνθετο μυθιστόρημα. Θα το αναλύσουμε ως μυθιστόρημα μαθητείας, θα αναδείξουμε τη διαλεκτική που διαπερνά τα περιστατικά που αφηγείται και θα τονίσουμε κάποιες κοινωνιολογικές πτυχές του βιβλίου.

Ένα μυθιστόρημα μαθητείας

Το βιβλίο του Λουί είναι ωμός ρεαλισμός. Κύρια επειδή είναι αυτοβιογραφικό, αλλά περισσότερο καθώς από αυτό δεν απουσιάζει καθόλου η, κατά τον Μιχαήλ Μπαχτίν, κατανόηση της συνολικότητας των κοινωνικοπολιτικών φαινομένων. Θα συνέβαινε αν ήταν νατουραλιστικό μυθιστόρημα, οπότε ο κόσμος θα αποσυνδεόταν σε ξεχωριστά πράγματα, φαινόμενα και γεγονότα που απλώς θα αναμειγνύονταν[7].  Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. 

Αποτελεί ένα μυθιστόρημα μαθητείας όπου ο ήρωας λειτουργεί ως μεταβλητή[8]. Μέσα στο ανθρώπινο γίγνεσθαι του βιβλίου, παρά τον αδιάρρηκτο δεσμό με το ιστορικό γίγνεσθαι, η κοινωνία του χωριού είναι αμετάβλητη . Στον μικρό βιολογικό χρόνο του συγγραφέα, που είναι και μυθιστορηματικός, δεν συντελείται κάποια αλλαγή στις συνθήκες, ώστε να μην υπάρχει κοινωνική και πολιτική στασιμότητα. Η μόνη μεταβολή αφορά στις πολιτικές παρεμβάσεις σχετικά με την κοινωνική πρόνοια, που χειροτερεύει τις συνθήκες ζωής της οικογένειας ή τη φθορά του πατρικού σώματος από την εργασία στο εργοστάσιο που οδηγεί στην ανεργία, με συνέπεια να βγει η μάνα στον εργασιακό στίβο. Μάλιστα, υπάρχει η υπέροχα πετυχημένη εικόνα της γυναίκας υπό τη σκέπη της πατριαρχίας με τη μάνα να πηγαίνει στη δουλειά με το ποδήλατο, φορώντας το φθαρμένο αδιάβροχο του άντρα που την κάνει στόχο χλευασμού των άλλων γυναικών. 

Ο ήρωας αντιλαμβάνεται γύρω του το κοινωνικό περιβάλλον και την εξαθλίωση των δικών του και ολόκληρης της τάξης από τα ίδια τα βιώματα. Αυτά τον εξαναγκάζουν να προβεί σε δραστική αλλαγή της ζωής του με κάθε θυσία. Η ατομική απόφαση του ήρωα και συγγραφέα να ξεφύγει από το αδιέξοδο, να συγκρουστεί με αυτό, καθιστούν το βιβλίο μυθιστόρημα μαθητείας. 

Κατ’ επέκταση, η ομοφυλοφιλία του ήρωα είναι ο μοχλός ριζοσπαστικότητάς του. Εφόσον θα μπορούσε δίχως αυτόν τον ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα, να ακολουθήσει την πορεία των γονιών και αδερφών του, εγκλωβισμένος από πολύ νέος σε ένα γάμο και μια δική του οικογένεια που ως αρχηγός της θα αναπαρήγαγε την αντρική και πατρική ταυτότητα που κληρονόμησε και λειτουργώντας στα σπουδαστικά και εργασιακά όρια του χωριού του μαζί και με αυτά τα πολιτικά όρια, την υιοθέτηση της ακροδεξιάς που, υποτίθεται, μιλάει μονάχα για την εργατική τάξη . 

«Μου έδινε οδηγίες άνοιξε τα πόδια σου, σήκωσε λίγο τον κώλο σου. Υπάκουα σε όλες του τις απαιτήσεις μ’ αυτή την εντύπωση ότι έκανα πραγματικότητα και γινόμουνα επιτέλους αυτό που ήμουν »[9]

Το κομβικότερο σημείο του βιβλίου είναι η πρώτη σεξουαλική εμπειρία του ήρωα. Μαζί του μυρίζουμε το αγορίστικο σώμα που μοιράζεται, που ενώνεται. Δοσμένο μαγευτικά, με όλη τη γυμνότητά του, είναι το κομμάτι της αφήγησης που ο ήρωας μετατράπηκε εμπράκτως σε σώμα εκτός του κοινωνικού σώματος. Το σημείο, που σύμφωνα με τον Γκόφμαν, αποκόπτεται από τις κανονιστικές προσδοκίες της κοινότητας, γίνεται ξένο στοιχείο, μη αναγνωρίσιμο και αποδεκτό, κακό ή επικίνδυνο και σίγουρα αδύναμο[10] . Κερδίζει επάξια το στίγμα του «πούστη», που έρχεται να χειροτερέψει το ήδη υπάρχον στίγμα του φτωχού, δηλαδή το συλλογικό στίγμα της τάξης[11] . Εδώ η μαθητεία γίνεται η αποδοχή της σεξουαλικότητας του και η αναγκαστική σύγκρουση με τον κόσμο. 

Είναι εξαιρετικά σπάνια και φρέσκια στη λογοτεχνία η σύνδεση και αλληλεξάρτηση της ομοφυλόφιλης με την ταξική καταπίεση. 

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λογοτεχνικά, η μύηση στο ομοφυλόφιλο σεξ από άτομα της εργατικής τάξης ή η παρουσίαση χαρακτήρων εργατών και χαρακτήρων από τα κατώτερα στρώματα που κάνουν γκέι σεξ. Ας δούμε μερικά παραδείγματα: 

1) Ο Αλμίρο και ο Μπαραντάο είναι δευτερεύοντες χαρακτήρες στο μοντερνιστικό αριστούργημα του κομμουνιστή Ζορζί Αμάντου(Jorge Amado) "Καπετάνιοι της άμμου"[12] από το 1937. Ζουν σε μια ισότιμη κοινότητα παιδιών στη Βραζιλία και τις νύχτες τα δύο αγόρια κάνουν έρωτα από καθαρή σαρκική ανάγκη μιας πρόωρης ενηλικίωσης, τέτοιας που προσφέρει η ζωή στους δρόμους.

2) Ο Τζιοβάνι από το αριστούργημα του Τζέιμς Μπόλντουιν(James Baldwin), το «Δωμάτιο του Τζιοβάνι»[13] από το 1956. Ο Εντουάρ Λουί έχει επηρεαστεί  απο τον μεγάλο συγγραφέα που περιγράφει την εσωτερική, ατομική διαπάλη για την αποδοχή της ομόφυλης έλξης σε ένα βιβλίο για τον ανθρώπινο πόνο και το σαρκικό πάθος. 

3) Ο Έρνεστ και ο Γιάκομπ στο "Ένας τέλειος σερβιτόρος"[14] του Αλαίν Κλωντ Ζούλτσερ (Alain Claude Sulzer )του 2004. Είναι δύο σερβιτόροι σε ένα ξενοδοχείο το 1935 και έχουν μια σαρκική στιγμή στη λίμνη δίπλα στο ξενοδοχείο.

4) Ο Ντάνι Κέλι στο «Μπαρακούντα»[15] του Χρήστου Τσιόλκα του 2014. Ένας έφηβος από την αυστραλιανή εργατική τάξη βλέπει το όνειρο του στην κολύμβηση να χάνεται. Η μύηση στον έρωτα με έναν συναθλητή του, το πρωκτικό σεξ που τον κάνει να νιώθει πως ξεπερνά την ταπείνωση και την οδύνη[16].

5) Ο Μπίλι Πράιορ στα βραβευμένα με Μπούκερ " Το μάτι στην πόρτα" και "Ο δρόμος των φαντασμάτων"[17] της Πατ Μπάρκερ (Pat Barker) από το 1993 και 1995 αντίστοιχα. Είναι ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ο Πράιορ είναι ένας bisexual στρατιώτης από την εργατική τάξη. Η Μπάρκερ απεικονίζει έναν γνώριμο τύπο άντρα και είναι ερεθιστικά γλαφυρή στην περιγραφή ενός ψωνιστιριού με έναν αξιωματικό ή το σεξ με ένα αγροτόπαιδο που πηγαίνει με στρατιώτες για ένα πακέτο τσιγάρα. 

6)  Ο Μαροκινός εργάτης Σερίφ στο "τα σκοτεινά μονοπάτια του έρωτα"[18] του Άλαν Χόλινγκχερστ(Alan Hollinghurst) από το 1994. Στα μοναδικά και καλογραμμένα βιβλία του βραβευμένου με Μπούκερ αστού συγγραφέα, συνήθως είναι αριστοκράτες ή μεσοαστοί οι ήρωες και συμβαίνει να είναι τύποι αντρών που στ’ αλήθεια μπορείς να συναντήσεις μέσα στh γκέι κοινότητα. Αναζητούν συνεχώς το σεξ, συναισθηματικά αποξενωμένοι, συχνά εγωιστές και σνομπ.

Ποια είναι η εικόνα, λοιπόν, που έχουν τα παραπάνω μυθιστορήματα σχετικά με τη σεξουαλικότητα ηρώων απο την κατώτερη και την εργατική τάξη, σε σχέση με τον εαυτό τους και την κοινωνία; Μπορούμε να πούμε αρχικά ότι στον Αμάντου οι δεσμοί της φιλίας στην ισότιμη κοινοβιακή ζωή των παιδιών του δρόμου επιβάλλουν σεβασμό και διακριτικότητα στα μέλη της ομάδας με ομοφυλόφιλη ερωτική δραστηριότητα. Στον Μπόλντουιν ο πιο συνειδητοποιημένος, έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για την αγνή αγάπη και το πάθος του, είναι ο απελπισμένος σερβιτόρος σε ένα γαλλικό γκέι μπαρ Τζιοβάνι. Ο αντρικός έρωτας εδώ σκοντάφτει στον φόβο διακινδύνευσης της αρρενωπότητας που καθορίζει η απορριπτική κοινωνία, καθώς και στην καταλυτική επιθυμία του πλούσιου μαγαζάτορα. Ο Σερίφ του Χόλινγκχερστ, ένας από τους εραστές του πρωταγωνιστή Έντουαρντ, υποτιμάται από εκείνον, καθώς τον θεωρεί υποδεέστερο, ζωώδη. Σαν τον Τζιοβάνι του Μπόλντουιν, ο απλός εργάτης Σερίφ είναι τρυφερός και ερωτευμένος μαζί του, κάτι που σημαίνει πόνο. Στην Μπάρκερ, υπάρχει ο αντρικός κόσμος των στρατιωτών σε πολεμική περίοδο, από τη φεμινιστική σκοπιά μιας συγγραφέα με καταγωγή εργατική. Παρουσιάζει έναν κυνικό και γεμάτο ελαττώματα αντρικό χαρακτήρα, να ικανοποιεί τη σωματική ανάγκη, όπως κάθε στρατιώτης, απρόσωπα και χωρίς συναίσθημα. Στην Barker ο στρατιώτης Πράιορ “γαμάει” -αυτό είναι το σωστό ρήμα - για ξεκαύλωμα τους ερωτικούς του συντρόφους, άντρες και γυναίκες. Στον Ζούλτσερ το εργασιακό τους περιβάλλον, η εποχή και η επαφή με το χρήμα και την αστική τάξη θα καθορίσει τη σχέση τους. Τέλος, στον Τσιόλκα το όνειρο του πρωταγωνιστή να είναι «ο καλύτερος, ο ταχύτερος, ο δυνατότερος» κολυμβητής και το bullying για την εργατική του καταγωγή απο τους πλούσιους συναθλητές του, το βίαια ανταγωνιστικό περιβάλλον της ταξικής κοινωνίας της Αυστραλίας τον οδηγεί στην καταστροφική βια. Ο Ντάνι, θύμα και θύτης της κοινωνίας που ζει, έχει να διαχειριστεί την αποτυχία, τη διαβρωτική ντροπή και μετατρέπεται σε έναν καταρρακωμένο άντρα που δεν καταφέρνει να καλύψει το κενό μεσα του ούτε στην ερωτική του ζωή.  

Κάνοντας αυτή την παράθεση παραδειγμάτων, μπορούμε να αναλογιστούμε τι καινούριο κομίζει ο Εντουάρ Λουί στη λογοτεχνία, είτε έχει θέμα τη ζωή της εργατικής τάξης είτε έχει queer θεματική. Ας δούμε όμως άλλο ένα παράδειγμα:

Ένα ακόμα μυθιστορήμα μαθητείας είναι και το στρατευμένο γαλλικό μυθιστόρημα «Μπω μασκ»[19]που έγραψε ο κομμουνιστής Ροζέ Βαγιάν (Roger Vailland) το 1954.  Κεντρική ηρωίδα είναι μια γυναίκα εργάτρια, η Πιερρέτ Αμάμπλ και τοπικό στέλεχος του ΚΚ Γαλλίας στην περιοχή του Κλουζό. Η Πιερρέτ είναι μια κομμουνίστρια που εμπνέει, οργανώνει  και κερδίζει τον σεβασμό. Ταυτόχρονα είναι ανεξάρτητη, από επιλογή της χωρισμένη με παιδί και ζει ελεύθερα τον έρωτα με τον τυχοδιώκτη Ιταλό γαλατά Μπω μασκ (η μαθητεία στο βιβλίο είναι η ταξική συνειδητοποίηση του Μπω μασκ, καθώς η Πιερρέτ δεν εξελίσσεται, είναι ήδη ολοκληρωμένη). Αυτό το χτίσιμο του γυναικείου χαρακτήρα, του αποφασιστικού, μαχητικού, αυτόνομου είναι δείγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού δυτικού τύπου στην προσπάθειά του, όπως θα έλεγε ο μαρξιστής αισθητικός Τζον Μπέρτζερ, να εισάγει στον λογοτεχνικό κόσμο που συνθέτει τις ποιότητες που βλέπει να λείπουν από τη ζωή[20], καθώς μια άνοδος της ταξικής πάλης δεν προϋποθέτει αυτόματα τη μετατροπή πολυάριθμων εργατριών σε Πιερρέτ.

Αυτός είναι ένας τρόπος να κάνεις πολιτική τέχνη, να σμιλεύεις δηλαδή ήρωες στη συνείδηση του αναγνώστη, να ωθείς μέσα από αυτή τη διαδικασία σταδιακά κοινωνικές αλλαγές. Πόσο αλήθεια διαφέρει όμως η Πιερρέτ από τη μάνα του Λουί που είναι και υπαρκτό πρόσωπο, πρόσωπο δημιουργημένο σε εποχές, όπως θα έλεγε ο Γκολντμάν, δίχως συλλογικό ενθουσιασμό, όπου δεν υπάρχει οργανική και ζωντανή ενότητα ανάμεσα σε οργανώσεις (πρωτίστως το ΚΚ Γαλλίας) και την κοινωνική τάξη που εκπροσωπούν[21]. Σε εποχές δίχως προοπτική και ελπίδα ο Λουί προτάσσει μια λογοτεχνία αντιπαράθεσης και όχι στρατευμένη, μια λογοτεχνία του ανεξάρτητου, ελεύθερου σκοπευτή που έτσι απαιτεί η εποχή για να εκφράσει καλύτερα τη συλλογική ανάγκη. Αυτό θα ισχύει τουλάχιστον έως ότου αλλάξουν οι συσχετισμοί δύναμης στο πεδίο της ταξικής πάλης. 


Ένα διαλεκτικό μυθιστόρημα

Η σπουδαιότητα του βιβλίου του Λουί έγκειται στο ότι οι συνεκτικότητες στο βιβλίο (το εννοιολογικό σύστημα αποτελούμενο από το σύνολο των ατόμων που δρουν στο λογοτεχνικό έργο) συγκροτούν, σύμφωνα με τη διαλεκτική ανάλυση του Λουσιέν Γκολντμάν, ολότητες που τα μέρη μπορούν να κατανοηθούν τα μεν με βάση τα δε, και προπάντων, με βάση τη δομή του συνόλου[22]. 

Υπάρχει το κεφάλαιο «ο πόνος». Εδώ δένεται όλη η διαλεκτική του βιβλίου, μια διαλεκτική ατομικού και κοινωνικού, με κεντρικό ερώτημα το ζήτημα της συνενοχής στη βία, είτε την ομοφοβική είτε εκείνη του εγκλωβισμού της εργατικής τάξης στο αδιέξοδο της ανυποληψίας, της ντροπής, της έλλειψης προοπτικής, στο αδιέξοδο της πλήρους αποδοχής των όρων και των ορίων της εκμεταλλευτικής, ταξικής κοινωνίας. Αρχίζει με ένα «Ήρθαν ξανά», ο ψηλός με τα κόκκινα μαλλιά (όπως τα κόκκινα τούβλα του σχολείου και του εργοστασίου) και ο κοντός με την καμπούρα στο σημείο που όλοι συναινούν – ακόμη και ο ήρωας που είναι το θύμα - να χτυπηθεί, επειδή είναι «πούστης», το ξένο, το εξοβελιστέο στοιχείο από την κοινότητα.

Εντελώς έντιμα και ευφυέστατα, ο Εντουάρ Λουί περνά την αφήγηση αμέσως στους πόνους που έχουν οι εργάτες στη μέση και συγκεκριμένα ο πατέρας του, που σφαδάζει από αυτούς, κλαίει και ουρλιάζει. Εξού και θα ήταν μέγα λάθος να αντιμετωπίσουμε ξεκομμένα το ατομικό (την ομοφοβική βία) από το κοινωνικό (την ταξική βία) ως θέματα του βιβλίου, καθώς ο συγγραφέας γνωρίζει τον νόμο της αλληλεπίδρασης και της καθολικής σύνδεσης των φαινομένων της ζωής.

Ο εγκλωβισμός, όταν η αφήγηση προχωρά στο σημείο:
«Μου τραβάνε τα μαλλιά, πάντα με τη διαπεραστική μελωδία από τις βρισιές αδερφή, πούστη. Ζαλάδα, τούφες απο ξανθά μαλλιά στα χέρια τους. Κι ο φόβος μην κλάψω και τους εκνευρίσω περισσότερο»[23]

έχει το αντίστοιχο κοινωνικό και ψυχολογικό εμβαδόν ενός άλλου σημείου:
«Αυτή η Σαμπρίνα, που το παίζει ιστορία, που παριστάνει την κυρία και νομίζει πως είναι καλύτερη απο τις άλλες. Με τον καιρό χαμήλωσε σταδιακά τον πήχη των προσδοκιών της, όπως η αδερφή μου, και από χειρουργός ήθελε να γίνει παθολόγος, μετά νοσοκόμα, μετά αποκλειστική σε νοσοκομείο και τέλος αποκλειστική σε σπίτια (να δίνει φάρμακα και να ξεσκατίζει γέρους, το επάγγελμα της μάνας μου)»[24]. 


Ένα κοινωνιολογικό μυθιστόρημα

Ο Λουί είναι κοινωνικός επιστήμονας . Το αξιοθαύμαστο σε αυτόν είναι πως δίνει ένα λογοτεχνικό έργο συναισθηματικά έντονο, συναρπαστικό, που ταυτόχρονα θυμίζει κοινωνιολογικό κείμενο της βιογραφικής μεθόδου ανάλυσης των ατομικών ιστοριών και κοινωνικών τροχιών των ανθρώπων της εργατικής τάξης . Επειδή, όπως υποστήριζε ο καθηγητής Σίκινγκ, η συγκεκριμένη ύπαρξη, η χροιά και η ιδιοτυπία σε μεγάλο βαθμό, εξηγούνται από το κοινωνιολογικό υπέδαφος απ’ όπου αναπτύχθηκαν οι λογοτεχνικές δημιουργίες[25],  ας κάνουμε μια μικρή προσέγγιση σε αυτό.

Η γενιά των γονιών του Λουί έζησε την εκβιομηχάνιση της δεκαετίας του 60, τη μετάβαση σε καταναλωτική κοινωνία, συνακόλουθα την αλλαγή στις σχέσεις των δύο φύλων. Αυτή είναι ωστόσο, κατά τον Μπουρντιέ, μια αποπλανημένη γενιά[26], έχοντας γνώση ότι θεωρητικά η εργατική τάξη έχει πρόσβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο ο χρόνος αποδεικνύει το αντίθετο. Ο Μπουρντιέ αναγνωρίζει στο σχολικό σύστημα μια αμφισβήτηση της ταυτότητας και της ίδιας της εικόνας των παιδιών της εργατικής τάξης, κάτι που ο Υβ Kλο μεταφράζει ως λιγότερη καρτερία, ρεαλισμό και πολλή προσωπική ενοχή. Η μάνα του ήρωα είναι χαρακτηριστική εκφράζοντας μια διττή, διφορούμενη στάση ενοχής που είναι αμόρφωτη και ταυτόχρονα περηφάνειας που έκανε οικογένεια. Είναι αυτή η αβεβαιότητα των ευκαιριών που αντί να γίνεται αντιληπτή ως κοινωνική κρίση, μεταφράζεται σε προσωπική, σε ατομική ευθύνη και αποτυχία[27]. 

Αυτή η ένταση ανάμεσα σε δυνατότητες και αδυναμίες συνιστά μια κοινωνική κρίση και σύμφωνα με τον Υβ Κλο οδηγεί σε δοκιμασία το πρόσωπο και ωθεί σε άσκηση ικανότητας χειραφέτησης, σε απελευθέρωση από τις εμμονές μιας στάσιμης κοινωνίας[28]. Η κοινωνική εκείνη εμμονή που εξοστρακίζει τον ήρωα από την κοινωνία που μεγάλωσε είναι η ομοφυλοφιλία του. 

Τι γίνεται όμως με την ομοφοβία της εργατικής τάξης; Στον ρώσο ποιητή Γιεβγκένι Α. Μπαρατίνσκι αποδίδεται η φράση: «Προκατάληψη! Ένα θραύσμα της παλιάς αλήθειας»[29]. Μέχρι το 1973 η ομοφυλοφιλία, που φυσικά ήταν καταχωρημένη στις ψυχικές διαταραχές, ήταν επίσης θύμα καταστολής θεσμικά από το κράτος. Σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού Υπουργείου Δικαιοσύνης απο τους 284 που καταδικάστηκαν για ομοφυλοφιλία το 1969 στη Γαλλία οι 132 ήταν εργάτες, όμοια το 1970 απο τους 269 οι 111, το 1971 απο τους 306 οι 123 και το 1973 απο τους 251 οι 110[30]. Στο «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ», φαίνεται η κληρονομιά του Κράτους στις λαικές συνειδήσεις, «να ποιους φτύνει ο κόσμος κατάμουτρα»[31] έλεγε ο ακτιβιστής Ζαν Λουί Μπορύ απο το 1977, δηλαδή τους ομοφυλόφιλους εργάτες που δεν είχαν κοινωνικό status και οφίτσια να κρυφτούν και έμεναν έρμαια μιας κοινωνίας εκπαιδευμένης να εξοστρακίζει την «ανωμαλία», τιμωρητική όσο και η αστική νομοθεσία, που μπορεί πλέον να έχει αλλάξει ρότα, έπειτα από χρόνων πάλη και θυσιών της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.

Ο Λουί συνδέοντας το ατομικό με το συλλογικό δεν εγκλωβίζεται στην πολιτική μικρής κλίμακας που κυριαρχεί στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα[32] . Η ριζοσπαστικότητά του δεν περιορίζεται σε διεκδίκηση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων ξεκομμένα από την ταξική τους φύση, καθώς είναι σαφές πως το περιβάλλον καθορίζει την έκφραση και ένταση της ομοφοβικής βίας. Το κατά Μπουρντιε "πολιτιστικό κεφάλαιο"[33], η κουλτούρα που τα παιδιά λαμβάνουν από την οικογένεια και την κοινότητα, είναι απότοκο της ταξικής εκπαίδευσης που αφήνει απ’ έξω την εργατική τάξη. 

Τα περιστατικά που διαδέχονται το ένα το άλλο δεν είναι ατάκτως ερριμμένα. Το εντυπωσιακό είναι το καθημερινό: σε μια αβάσταχτα ανιαρή ζωή ένας θάνατος μετατρέπεται σε ενδιαφέρον θέαμα, το έγκλημα σε ηρωική πράξη αμφισβήτησης της εξουσίας και απόδειξης του ανδρισμού. Η αλήθεια του βιβλίου παύει να είναι φωτογραφική και μίμιση της πραγματικότητας, επειδή ακριβώς το κείμενο επιτρέπει και επιθυμεί, δεν βραχυκυκλώνει την πολιτική και κοινωνική ερμηνεία και κατ’ επέκταση δράση. Στο μεταμοντέρνο, υποστηρίζει ο Τζέημσον, το υποκείμενο χάνει την ικανότητα να οργανώνει το παρελθόν και το μέλλον σε συνεκτική εμπειρία[34], όλα τα μυθιστορηματικά υλικά μυθοποιούνται, εξιδανικεύονται σε αναπαραγωγή ιλουστρασιόν στερεοτύπων. Ο Λουί δεν ενδιαφέρεται να λειάνει τις γωνίες, ούτε καν για να φέρει μια εκθειασμένη ατομικότητα σε σύγκρουση με ένα γκροτέσκα τοξικό περιβάλλον φτώχειας. Η ιστορία του Λουί δεν έχει το καρναβαλικό στοιχείο της ταινίας "βίαιοι βρώμικοι και κακοί" του Έττορε Σκόλα, όμως θυμίζει τα όνειρα και τους κόπους ενός άλλου εργατόπαιδου, του Μπίλι Έλιοτ και αλλού η αδρότητα των εικόνων της φτώχειας, όπως το λιγοστό ζεστό νερό που βρωμίζει, καθώς όλη η οικογένεια πλένεται με το ίδιο, θυμίζει εικόνες της προπολεμικής γερμανικής φτώχειας από την ταινία "Napola, Hitler's youth". 

Η παράθεση της ζωής της εργατικής τάξης γίνεται με εικόνες που τεκμαίρουν τη θέση που έχει ο συγγραφέας. Σε αντίθεση με τα θραύσματα , όπως λέει ο Τζέημσον, τη χύδην ανομοιογενή, τυχαία, αποσπασματική και αχανή συλλογή εικόνων[35] σε έργα του μεταμοντερνισμού, που επιτείνουν την αίσθηση έλλειψης συνοχής στην κοινωνία και το αδύνατο της ερμηνείας του κόσμου, ο Λουί παραθέτει ένα περιβάλλον με ανθρώπινους τύπους και συμπεριφορές γνώριμες: την εικόνα των λαϊκών γυναικών που μονολογούν και ψιθυρίζουν μόνες όταν δουλεύουν στο σπίτι, την ένταση της φωνής όταν διηγούνται μια ιστορία τους (οι μπουρζουάδες μιλάνε πάντα ήρεμα), το κρύο που τρυπώνει από παντού στα σπίτια των μοναχικών ηλικιωμένων γυναικών και έπειτα τα πολλά υλικά που μαρτυρούν το επίπεδο ανέχειας: τοίχοι από γυψοσανίδες, χαρτόνια κούτας στη θέση ενός σπασμένου τζαμιού και πολλά άλλα.  


Συμπερασματικά

Η κοσμοθεώρηση του Λουί είναι προλεταριακή. Το σύστημα σκέψης του είναι ανάλογο των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που έζησε και για τις οποίες γράφει. Επιπρόσθετα μπορούμε να πούμε ότι μια τέτοια συνοχή, σύμφωνα και με τον Γκολντμάν, ωθεί στο να ιδωθεί το κείμενο με μια προοπτική[36]. Βλέπουμε όλη την προσωπική δουλειά ενός ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο να φροντίσει τον εαυτό του, να επιβιώσει συναισθηματικά, να βγει νικητής. Όπως υποστήριζε άλλωστε και ο μαρξιστής ψυχολόγος Henry Wallon, στην εφηβεία κερδίζεται η αίσθηση οτι η προσωπικότητα μας είναι πολυσήμαντη και άρα ελεύθερη[37]. Σε αυτή τη διαδικασία καταφέρνει να συγχωρέσει, παρότι παραμένει πληγωμένος και φοβερά οργισμένος, τους γονείς και ολόκληρη την τάξη του, παίρνοντας την απόφαση να συμβάλει στην χειραφέτηση τους, υποδεικνύοντας τις ευθύνες της μπουρζουαζίας, λειαίνοντας τον δρόμο για την ανατροπή δυναμικά της εξουσίας αυτής της τάξης.  

Διόλου τυχαία ο Λουί παραδέχεται ότι έκανε εχθρούς στη Γαλλία.  Φαίνεται και από τις εν Ελλάδι φτηνές κριτικές, τις ευχές να γράφει λιγότερο ταξικά, τον φόβο για τον "ρατσισμό" ενάντια στην μπουρζουαζία, εννοώντας το ταξικό μίσος που απειλεί το οικοδόμημα της καθαγιασμένης τους Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Λουί χαλάει τη σούπα των Ελλήνων κονδυλοφόρων που τρέχουν να κρυφτούν πίσω από την υπεράσπιση της διαφορετικότητας των ομοφυλόφιλων, στην προσπάθειά τους να τον καπελώσουν αφαιρώντας του την ταξικότητα της προοπτικής του. Ωστόσο, το βιβλίο του Εντουάρ Λουί δεν είναι προϊόν υποθέσεων και φιλολογικών συγκινήσεων, είναι ρέουσα πραγματικότητα με βαθιά ψυχολογική αλήθεια, είναι ένα σύγχρονο φιλολογικό, κοινωνικό και πολιτικό αριστούργημα που μας τονίζει τη μεγάλη υποχρέωση που έχουμε, όσοι πιστεύουμε σε μια καλύτερη κοινωνία, και αυτή είναι η ανάγκη της ενότητας της εργατικής τάξης, της πάλης κατά των διακρίσεων στη βάση της σεξουαλικότητας, της θρησκείας, της φυλής και τελικά η πάλη για άλλη εξουσία. 




[1] Έρενμπουργκ, Ισακόφσκι, Χικμέτ. Η λογοτεχνία και η αισθητική της. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985, Μετάφραση Γιάννη Χαρατσίδη, Σελ.19-21
[2] Bertolt Brecht: Για τον ρεαλισμό, Μετάφραση Λουκία Κοντή, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1990, σελ.30-31 Και 75-76
[3]Μικέλα Χαρτουλάρη, «Γράφω για να κάνω τη μπουρζουαζία να ντρέπεται», Εφημερίδα των Συντακτών, 15/9/2019, https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/210724_grafo-gia-na-kano-tin-mpoyrzoyazia-na-ntrepetai
[4]M. Hulot, “Εντουάρ Λουι:ο νεαρός συγγραφέας που έγινε η πιο μαχητική φωνή υπέρ της εργατικής τάξης στη Γαλλία. Εφημερίδα Lifo, 10/9/2019, https://www.lifo.gr/articles/sunenteukseis_articles/213424/entoyar-loyi-grafo-gia-toys-anthropoys-poy-gennithikan-mesa-sti-via
[5] Jean Paul Sartre: Τί είναι λογοτεχνία, Μετάφραση Ευγενία Τσελέντη, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2006, σελ..99
[6] Jean Paul Sartre: Τί είναι λογοτεχνία, σελ. 116
[7] Μιχαήλ Μπαχτίν, Δοκίμια Ποιητικής, Μετάφραση Γιώργος Πινακούλας, εκδοσεις ΠΕΚ, Ηράκλειο 2014, σελ. 9 και 27-28
[8] Μιχαήλ Μπαχτίν, Δοκίμια Ποιητικής, ΠΕΚ, σελ. 27
[9] Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, σελ. 132
[10] Erwin Goffman: «Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας». Μετάφραση Δήμητρα Μακρυνιώτη. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001, σελ. 64
[11] Erwin Goffman: «Στίγμα. Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας». Σελ. 67
[12] Μετ. Μαρια Κούρση, 1992, εκδόσεις Πορεία
[13] Μετ. Τερέζα Βεκιαρέλλη, 2004, εκδόσεις Μεταίχμιο
[14] Μετ. Γιώργος Δεπάστας, 2010, εκδόσεις Μεταίχμιο
[15] Μετ. Άννα Παπασταύρου, 2014, εκδόσεις Ωκεανίδα
[16] Ο ήρωας του Τσιόλκα έχει κοινά με τον ήρωα του Εντουάρ Λουί με την διαφορά ότι η μπουρζουαζία στον Λουί καταπιέζει χωρίς να υπάρχει στο πλάνο καθαρά απο την αθλιότητα που έχει οδηγήσει την εργατική τάξη, ενω στον Τσιόλκα είναι διαρκώς παρούσα, με ανύποτη ευημερία, με νταηλίκη και υποτίμηση, με ανταγωνισμό, με μια ύπουλη βία.
[17] Μετ. Κατερίνα Καφούρου, 1997, εκδόσεις Οδυσσέας και Μετ. Μπάμπης Κολώνιας, 1998, εκδόσεις Οδυσσέας
[18] Μετ. Γιάννης Ν. Γαλάτης, 1997, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος Σ.Ι.
[19] Μετ. Παύλος Τσιώμης, 1981,  εκδόσεις Κέδρος
[20] John Berger: Ένας ζωγράφος του καιρού μας, Μετάφραση Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος, εκδόσεις ΠΕΚ, Ηρακλειο 2002, σελ. 140
[21] Lucien Goldman, Διαλεκτικές Έρευνες, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1986, σελ. 66
[22] Lucien Goldman, Διαλεκτικές έρευνες, σελ.62
[23] Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, Σελ. 34
[24] Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, Σελ. 164
[25]Levin Ludwig Shucking, η κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου, Μετάφραση Τάκης Κονδύλης, εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1970, σελ. 22
[26] Pierre Bourdieu, «La Distinction», 1979, παρατίθεται στο Yves Clot, «Στο σχολείο της εφηβείας», απο το «Εγω. Για την ατομικότητα», Μετάφραση Τόνια Μάκρα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα `1991, σελ. 113
[27] Pierre Bourdieu  στο Yves Clot, «Στο σχολείο της εφηβείας», απο το «Εγώ. Για την ατομικότητα», Σύγχρονη Εποχή, σελ.116
[28] Yves Clot, «Στο σχολείο της εφηβείας», απο το «Εγω. Για την ατομικότητα», Σύγχρονη Εποχή, σελ. 118
[29] Αλεξάντρ Λούκ, Συγκινήσεις και προσωπικότητα, Μετάφραση Νίκος Κυτόπουλος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987, σελ. 77. Ο Γιεβγκένι Α. Μπαρατίνσκι (1800-1844) ήταν ποιητής και φιλόσοφος.
[30] Jean Louis Bory, Στο φως της μέρας. Το δικαίωμα να είσαι ομοφυλόφιλος. Αθήνα, 1979, εκδόσεις Δέκα, Μετάφραση Πέτρος Παπαδόπουλος, σελ. 130-132.
[31] Ο Μπορύ υποστήριζε ορθά πως άνοιξε τότε ο διάλογος, ωστόσο σε χωριά και χωριουδάκια οι ομοφυλόφιλοι παραμένουν «τοιούτοι», για να γίνονται ανεκτοί έπρεπε να φέρονται, να μιλάνε και να ντύνονται καθώς πρέπει, να είναι«μπινέδες με γραβάτες» και προειδοποιούσε πως αυτό ήταν το δώρο των δυνατών στους αδύνατους και πως η  ανοχή είναι μια προσάρτηση-παγίδα που συνοδεύεται απο κατατρεγμούς στην επαρχία και μέσα στον λαο. Ο Μπορύ είχε απευθύνει αυτές τις παρατηρήσεις στην κομμουνιστική αριστερά που εξίσου συνέβαλε στη διαιώνιση των διακρίσεων.
[32] Fredric Jameson: “Μεταμοντέρνο. Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού», Μετάφραση Γιώργος Βάρσος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, σελ. 52
[33] David Blackledge, Barry Hunt: «Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης», Μετάφραη Μαρία Δεληγιάννη, εκδόσεις Μεταίχμιο, αθήνα 1994, σελ. 256
[34] Fredric Jameson: “Μεταμοντέρνο. Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού», σελ. 62
[35] Fredric Jameson: “Μεταμοντέρνο. Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού», σελ. 64
[36] Lucien Goldman: Διαλεκτικές Έρευνες, Γνώση, σελ. 68
[37] Gaston Mialaret: «Κείμενα παιδείας. Henry Wallon». Μετάφραση Έλενα Θεοδωροπούλου, Γιώτα Ξανθάκου, Εκδόσεις Ατραπός, Αθήνα 1999, σελ.9--91

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA