πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Τα «ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ»
της ΕΥΤΥΧΙΑΣ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

εκδ Κέδρος


Η «ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΗ» ΩΣ «ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ»
«κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή
αύριο χωριζόμαστε»
(«Σχέδιο διάσωσης»)

του Πέτρου Γκολίτση


Ι

Πέρα από το δοκιμιακό − και σαφώς αναγνωρισμένο και ξέχωρο − κατόρθωμα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (βλ. το δοκίμιό μας «Η Πέραν της γραφής ποιήτρια-κριτικός Ε.-Α. Λουκίδου. Μεταξύ γήινης θλίψης και ενόρασης»[1]), πρέπει να σταθούμε και στην ποιητική της και συγκεκριμένα στην έως τώρα πλέον ώριμη σύνθεσή της, στο έβδομο ποιητικό της βιβλίο, στα Αφόρετα θαύματα (2017). Ένα βιβλίο στο οποίο η ποιήτρια με ποιήματα-συμβάντα απογυμνώνεται και απογυμνώνει αποκαλύπτοντας, σε ένα μετα-καφκικό σκηνικό, σχέσεις και σύνολα που δομούν ιδιότυπες καταστάσεις που στέκονται πλάι, ενδιάμεσα και πάνω σε «ιερά» τέρατα, όπως ο Κ.Π. Καβάφης, ο Γιώργος Θέμελης και η Ζωή Καρέλλη.
Να σημειωθεί εξ αρχής πως αναφέρομαι συνειδητά στην ποιητική της Λουκίδου και όχι στην ποίησή της. Κι αυτό διότι πρέπει να την βλέπουμε, πέρα από μια στοχαστική, ευαίσθητη και με αυξημένη την ενσυναίσθηση δημιουργό, ως μια συνειδητοποιημένη τεχνουργό, αφού αντιμετωπίζει την ποιητική ως μια συνεχή διαλεκτική δραστηριότητα και όχι απλά ως μια μάθηση ή ως ένα αποτέλεσμα, καθώς δεν «συμμορφώνεται» με το ήδη κατορθωμένο και προχωρά ανοδικά.
Η Λουκίδου στρέφεται προς το ποίημα με τρόπο ανιχνευτικό –αντί μιας κατευθυνόμενης από νοησιαρχικά ή συναισθηματικά σχήματα προκαθορισμένης στόχευσης– ξεναγώντας μας ευλαβικά και σαγηνευτικά όχι σε δύσβατα μονοπάτια, αλλά στην σταδιακή ανάπτυξη του ποιήματος.
Ενώ ξεκινά με τρόπο συχνά κρυπτικό, θα λέγαμε από δυσπρόσιτα-κλειστά δωμάτια, εντός των οποίων έχει συντελεστεί ήδη η ποιητική πράξη, προχωρά ελέγχοντας τα πατήματά της, για να αποκαλύψει το ποιητικό δράμα, το οποίο και κατορθώνει να μας το μεταφέρει με την τόσο ιδιαίτερη αίσθησή του, τη μυρωδιά του και τις ιδιαίτερες χρωματικές-ατμοσφαιρικές και στοχαστικές αποχρώσεις του. Με τον αναγνώστη να γίνεται κοινωνός ενός αισθήματος που προ-υπήρξε και που αν-οικειώνει το οικείο και το αντίστροφο, τον εισάγει σε μια μυστηριακή σχέση εντός της οποίας επανακτάται η ιερότητα –μυστικότητα του ποιητικού φαινομένου, χωρίς να αφήνει καμία αίσθηση αναχρονισμού, κάτι που μερικώς συμβαίνει επειδή η ποιήτρια καλλιεργεί μια αίσθηση που συναντάται και στην αφήγηση του μαγικού παραμυθιού και επειδή επίσης καλλιεργεί μιαν ιδιότυπη ειρωνεία.
Πιο συγκεκριμένα, με εύληπτο αλλά όχι εύκολο ύφος, ζωντανό κι ευφρόσυνο συνάμα, κάποτε αυστηρό και λίγο απόμακρο –ελλειπτικό χωρίς όμως να γίνεται δυσνόητο– ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο μες στη χαρακτηριστική ροή και στα «μετρήματα» και στα περάσματά του, η Λουκίδου ελέγχει τη σκηνική διάρθρωση των ποιημάτων της και διαφοροποιείται από την τρέχουσα και την παρελθοντική ποίηση με τη σκηνοθετική και ποιητική της δεξιοτεχνία, κατορθώνοντας να κομίσει έναν ποιητικό λόγο που προσθέτει νέα μέλη και τόπους στο ποιητικό μας corpus.
Κι αν ο μεταφυσικός ή θρησκευτικός της μετεωρισμός σχετίζεται με την αγωνία του ισόβιου αγώνα του στοχαστικού, ευαίσθητου και ηθικά ανοιχτού ανθρώπου, που οδηγεί αναπόφευκτα στην ολοκληρωτική του συντριβή −μεταφυσικά πρωτίστως και κοινωνικά δευτερευόντως− η Λουκίδου δεν παύει να ελπίζει στην αποκάλυψη κάποιας έστω πτυχής της κοσμικής κυρίως ουσίας. Μια ελπίδα που την ενώνει με τους σημαντικότατους λογοτέχνες του βορρά, τους λεγόμενους «υποστασιακούς», δηλ. τους Θέμελη, Πεντζίκη, Καρέλλη και Βαρβιτσιώτη, την γραμμή των οποίων ξανα-τονίζει και συνεχίζει.
Η «ζωή» καθίσταται στην ποίησή της, έστω ως αξίωση, «μέρος της ύπαρξης», του «υπαρκτικού συμβάντος», ενός πράγματος δηλ. μεγαλύτερου, επιτρέποντας μιαν «άλλη» απάντηση στο ερώτημα: «Ποιος θα μας συμφιλιώσει λοιπόν με τον χρόνο;». Το ον, σύμφωνα με τη θεώρησή της και βάσει κομβικών στίχων που δείχνουν την ποίησή της ως μια «άλλη χρονικότητα» ή την «άλλη γραφή» ως μια «βελούδινη γυμνότητα και «σαν δόξα ξημερώματος». Όλα αυτά μας κατευθύνουν ώστε να αναγνώσουμε τα «Αφόρετα θαύματα» ως «φωτεινές ματαιότητες», ως απόπειρες να συμφιλιωθεί η ποιήτρια με την ύπαρξη εντός του χωροχρόνου, χωρίς να αποκλείει το «εκτός» του χωροχρόνου (δηλ. το ένα πλην το «εντός του χωροχρόνου»). Έχουμε να κάνουμε επομένως με ένα ποιητικό συμβάν «ευαγγελιζόμενο μια ελευθερία που καταρρίπτει το γεγονός του θανάτου», μια ελευθερία που βρίσκεται τόσο πέραν της γραφής όσο και πέραν του κόσμου και του θανάτου.

ΙΙ

Η ποίηση της Λουκίδου δεν πρέπει να θεαθεί ως ένα αισθητικό αποτέλεσμα, με την όποια μεταβαλλόμενη πρόσληψή του, ή ως ένα καλλιτεχνικό κατόρθωμα που συνδυάζει απλώς την σκέψη και το συναίσθημα, αλλά ως μια τεχνουργική ισόβια ιεροτελεστία, που καθιστά την ποιητική πράξη κέντρο της ύπαρξής της, συμπεριλαμβάνοντας βέβαια και τον άλλον. Τείνει λοιπόν προς τον κόσμο, έχοντάς τον όχι μόνο ως αντικείμενο, αλλά και ως αυτό που αποκλείει τον κάθε μετέχοντα από την πληρότητα και την πραγμάτωσή του εντός αυτού. Ή με τους στίχους της αυτή τη φορά:

Και άξαφνα κληθήκαμε /να βγούμε έξω απ’ τα λόγια /σαν να χωρίζαμε το σώμα μας /από τη λύπη που του αναλογούσε /σαν να αφήναμε να γλιστρήσει η μουσική /έξω από το λιμπρέτο /ν’ αρχίσει η άγρια μοιρασιά της θάλασσας /που απότομα τραβήχτηκε /και της στεριάς που μεγαλύνθηκε /να υποδεχτεί ξενιτεμένους. //Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ /ανυπεράσπιστη / μέσα στις λέξεις περπατάω /κι οι στίχοι που μου δόθηκαν /ούτε ένα φόνο δεν εξιχνιάζουν /μόν’ άχραντοι κι ανεκλάλητοι /κοιτάζουν το μαρτύριο πίσω από το τζάμι /μπλέκουν τα ξένα κρίματα /με την ηχώ καινούργιων ονομάτων […]
Άλλος κανείς μαζί μ’ εμάς / μονάχα το φθινόπωρο /κι ό,τι εγγράφεται αθέατο εντός του /αθέατο σαν γνώση που δεν λέγεται / σαν έρωτας αμήχανος / έκπτωτος απ’ το μέλλον //γιατί αν δεν βρεις το κέντρο σου /αν δεν μπορείς / την άθλια τούτη αποδοχή / να την εξασφαλίσεις //πώς τ’ όνομα που γράφεται / εντός σου να φωνάξεις /δίχως κουπί και άνεμο /να πλεύσεις στη γαλήνη;
(«Το νέο όνομα»)
Με τη χαρακτηριστική της ειρωνεία επίμονα παρούσα:

Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ /να αποδώσουμε τιμές /στη νεκρή αιωνιότητα /να αποχαιρετήσουμε με ύφος ανάλαφρο /τις μάταιες διαβαθμίσεις του φωτός /να ανταλλάξουμε τα θαύματα /με την επιείκεια. […]
(«Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης»)

Διεισδυτική και κοφτερή, πέρα από ειρωνική, η ματιά της ποιήτριας λοιπόν. Με μια ιδιαίτερη απόσταση επίσης χαρακτηριστικά παρούσα. Βρίσκει τους πυρήνες των πραγμάτων, παίζει μαζί τους, άλλοτε συμπονώντας και άλλοτε προτάσσοντας ή και χρησιμοποιώντας τα πράγματα και τα πρόσωπα, για να περάσει στους επόμενους πυρήνες.
Βρισκόμαστε πλέον μέσα στο νερό ή ίσως σε έναν αστρικό χώρο. Και περιμένουμε, όχι να φορέσουμε τις δορές μας (όπως στον Αποθέτη, 1993 του Γιάννη Δάλλα), αλλά τα «θαύματα» τα οποία παραμένουν αφόρετα, καθώς ενημερωνόμαστε ήδη από τον τίτλο. Θαύματα δηλαδή δυνάμει ανοιχτά. Δεν αποκλείονται λοιπόν τα όποια ενδεχόμενα. Τα οποία όμως διαρκώς εξισορροπούνται με την «λουκίδεια» ειρωνεία της. Όπως βλέπουμε και στη συνέχεια του ποιήματος «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης» με το χαρακτηριστικό μότο «Άνθρωπον ουκ έχω…», από το Κατά Ιωάννην, ε΄ 7:

[…] θραύεται διαδοχικά /η λάμψη του νερού.[…] Μα ήταν πολλοί οι ανίατοι /και πώς εγκαίρως να συρθούν/ως τη δεξαμενή; /Παράξενη κι η ελπίδα τους /ανταγωνιστική /σ’ έναν Θεό που επικροτεί /την επιδεξιότητα των αναπήρων. // Και κάπου εκεί, παράμερα κι αυτός. / Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του / και στους κινδύνους ασκημένος / να αγρυπνά από ένστικτο / και να επιζεί αγόγγυστα / -έτη τριανταοκτώ- / της παραλύσεώς του.  […] Κύριε της Σπλαχνίσεως /απόλυσε τον άγγελο /και τη μελαγχολία των ωρών /με μια μακρόσυρτη κραυγή /αλλοίωσέ την /να εξατμιστεί το μαύρο φως /να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά /η άκρη του γκρεμού /να στεφανώσει την πληγή /έναστρη αμνηστία /κι αργά αργά να σηκωθούν /όλοι οι γονατισμένοι. […]

Πρόκειται για υπερ-κόσμιες και άλλοτε υπερ-ιστορικές πλεύσεις, με θρησκευτική ή ιστορική αφετηρία, με πρόσωπα που κρατούν φωτεινά καρβέλια και αναμένουνε, όπως τα πρόσωπα αναμένουν έξω από το «κιγκλίδωμα» στον Δενδρόκηπο (ποίημα «Χ», 1955) του Γιώργου Θέμελη. Πρόσωπα που δεν αρκούνται σε ψίχουλα, και ζητούν το αδύνατο, χωρίς δογματισμούς. Πρόσωπα που τους στρέφουνε τα φώτα, όντα υπερ-φυσικά, με προβολείς, να μας τυφλώνουνε, ως άλλοι Πάουντ, σαν τα σκυλιά, κλεισμένοι μες στην κλούβα. Ο καθένας μας μέσα σε μια χωροχρονική φυσαλίδα. Και η ποιήτρια εκεί, να την σκάει με μια καρφίτσα, ποιητική, από μέσα. Για να πέσουμε στην επόμενη. Ωσότου ίσως ελευθερωθούμε. Έστω, με την οριστική αναίρεσή μας:

Χρειάζεται μια επίσημη σιωπή /να εισβάλει μες στο σπίτι /σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί /και να το κατακλύσει / […] Μα η άμμος αναπάντεχα έρχεται κάθε βράδυ / ντυμένη νήματα γυαλιού / είδωλα αλλοιωμένα / ρινίσματα παλιάς ζωής φέγγουν μες στο σκοτάδι / που αμέσως σκοτεινιάζουνε / στενεύουν, δεν θυμίζουν / πέφτουνε γύρω μας βροχή /χιλιάδες ροκανίδια/μια πρώιμη εξοικείωση /μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα /που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει.  
(«Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»)

Πρόσωπα φιλικά των εξορμήσεων με μια κηλίδα από σκουριά στο βλέμμα ή στα ακροδάχτυλα, με ξέφτια από ασημένια φορέματα ως κουμπιά ή κολλημένα στο δέρμα, πρόσωπα χαλασμένα μες στο φως, μισά, μέσα σε μια ισόβια Νέκυια, πρόσωπα αστρικά, μετέχουνε στα οράματα αυτής της ποίησης.

[…] σαν εξοικείωση λυγμού /με το αναφιλητό του /σαν νόσος που ανησυχεί /μην έρθει η γιατρειά της. //Δεν ξέρω πια σε ποιον σταθμό /ούτε κι αν πρόκειται ποτέ /στ’ αλήθεια να σε συναντήσω. //Με φως τρισύλλαβων φιλιών /τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω /για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ/μα πώς να με πιστέψεις; / Είν’ ακατάπαυστο το βουητό των ερειπίων στο στήθος. // Κρατήσου από το άγγιγμα /να σε τραβήξω πάνω /θυμήσου νέα άνθηση /από την ηδονή μου[…]  
(«Το χόρτο της επιστροφής»)

Με τον κηρωμένο βρόγχο επίσης αδιάκοπα παρόντα, να επικρέμεται, πλάι στην κεφαλή μας. Πλάι στην κεφαλή της ίδιας της ποιήτριας. Κι ως άλλος Ιβάν των Αδερφών Καραμαζώφ, να λογοδοτεί, σε μια αντιστροφή, σε μια ανθρωποδικία, που λαμβάνει χώρα πάνω σε μια ουράνια πλατφόρμα, μέσα στο μαύρο και το σκούρο μπλε, με παρούσα μια ιδιότυπη ειρωνεία. Να στρέφει ανάποδα η ποιήτρια τα τεκταινόμενα, να αντιπροτείνει μια θεοδικία, όπως είδαμε στο κομβικό ποίημα της συλλογής «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης» ή στο ποίημα «Πλάνη πανσέληνη» που παραθέτουμε:

[…] κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό /για μιαν αιωνιότητα να κλάψω //και έπειτα /σαν πυρετός που υποχωρεί /αργά να εγκαταλείψω /αφήνοντας ύστατο παραμιλητό /για τα άφεγγα που καραδοκούν /να μας εξουθενώσουν[…]

Ή και στο ποίημα «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», δηλ. του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:

[…] του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος /όπως αυτός μες στα ποιήματα /-ενίοτε κατοπτρικός /και πάντα λασπωμένος- /λες και στοιβάζεται αργά /πάνω στο χιόνι χιόνι /σινδόνα και σάβανο μαζί //για να παραδοθούν /αγιασμένες και λευκές /στη νέα μέρα οι ψυχές /στεφανωμένες οι άμοιρες /την πιο πικρή τους γνώση / πως βεβαιότητα καμιά /σκοπό δεν το ‘χει να μας χαριστεί /ολισθηρότητα καμιά /σκοπό δεν το ‘χει να μας παρακάμψει. //Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά /θα ‘ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία /ένας θάνατος εκ γενετής /και ένα πένθος αέναο /κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού/του Παλαιού των Ημερών/του Τρισαγίου.

Με την ειρωνεία της να απογειώνεται, σατιρικά και ανελέητα πλέον, όχι όμως από αναίδεια, αλλά από πόνο και εγκατάλειψη παρασυρμένη, διαβάζουμε στο ποίημα «Ο μονόλογος της ερχομένης»:

[…]
– Μη μ’ αγκαλιάζεις /άφησέ με χιονισμένη /άσε με να συντηρηθώ /μέσα στην τέλεια ψύξη /να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω / με ακίδες μες στο αίμα…// Μα τώρα που κάτι άστραψε /μέσα στη μαύρη οθόνη /πώς θα διέλθω διάφανη /τέτοιον αποκλεισμό; /Πώς θα επιστρέψω τελικά το ακριβές σκοτάδι; //Έχω διαγραφεί /-να φανταστείς-/ κι απ’ τους αγνοημένους…// Επείγει η επάνοδος! // Το έργο που δεν έπαιξα /αιφνίδια κατεβαίνει…

 Σε έναν τέτοιον τόπο βλέπουμε να αναδύονται επίσης, πέρα από τον Θέμελη, τον Πεντζίκη και την Καρέλλη[2], τα φάσματα επίσης των Ανδρέα Κάλβου και του Γιώργου Μπουζιάνη. Ο Μπουζιάνης, με τα σέπια του, τα μωβ του και τους τόνους του, με τη βουβή καρτερικότητά του και τον αρρενωπό του πόνο, και ο οποίος μας λέει: «Σας χαρίζω το φως. Εγώ κρατώ την αντανάκλασή του»[3]. Και έτσι, αντίστοιχα συμβαίνει και με τα ποιήματα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου. Συνδυάζοντας εδώ την αισθητική του Μπουζιάνη με την κοσμολογική συνείδηση του Κάλβου, αντιλαμβανόμαστε έναν καφκισμό που είναι εξ αρχής χαρακτηριστικά παρών στα Αφόρετα θαύματα, με μεταφυσικούς, αισθητικούς και σκηνογραφικούς όρους, για να ωριμάσει στα ποιήματα «Στο ανακριτικό» και «Ο μονόλογος του κλέφτη», που παραθέτουμε αντίστοιχα:

Κι εσείς /πώς ξαφνικά βρεθήκατε εκεί; /Και δεν μιλάω βέβαια μόνο για κείνη τη φορά. /
Η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας /στον τόπο του εγκλήματος /εγείρει υποψίες σοβαρές /περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας. //Κι ας υποθέσουμε πως είναι λογικό /ας το αποδώσουμε καλόπιστα στην τύχη. /Όμως στην έκθεση αναφέρεστε /ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς /συμβάντων ανεξήγητων /που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα /στους πίσω κήπους μίας λέξης /και μάλιστα /την ίδια ώρα ακριβώς /που στο κοινόβιο της αποθήκης /οι κούκλες /(μόνον αυτές από τον στόλο /των ανθεκτικών πραγμάτων) /έλυναν γρίφους και αινίγματα /να ξεσκεπάσουν τη φθορά /και τη σεπτή νεότητα /οριστικά να εγκαταστήσουν. //Βλέπω σιωπάτε…// Κι ανοίξτε τη σφιγμένη σας γροθιά…/Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί /-ας είναι και τσαλακωμένο- /εξέχουν λάμψεις και καπνοί /μέσα απ’ τα δάχτυλά σας /φαίνονται /σας προδίδουν.// Συνεργαστείτε /θλιβερέ μου ποιητή /όσο ακόμα είναι καιρός /ή διαφορετικά /ομολογήστε.
(«Στο ανακριτικό»)

Και στο ποίημα: «Ο μονόλογος του κλέφτη»:

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται / πίσω απ’ την απουσία /τα βράδια ωστόσο κατοικώ /σ’ ένα χρυσωρυχείο.// Φοβάμαι το αιφνίδιο / τρέμω τα καλοκαίρια / μα πιότερο απ’ την ερημιά / η ασθένεια με πονά / των συμπτωμάτων.// Κλέβω χαρτονομίσματα / βιβλία διαβασμένα / κι από τα ρούχα ειδικά /αυτά που έχουν τσέπες.// Των μεγαφώνων η σιγή / και η μελαγχολία /είναι απλώς η αφορμή για τη λαθροχειρία.// Κυρίως νομίζω ευθύνεται / η σκοτεινή αγκαλιά μου.// Σας κλέβω μόνο την αφή /το άγγιγμα που αφήσατε /πάνω στις πορσελάνες /γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή /δίχως το άλλο σώμα /και τελευταία πετάγομαι /κλαίω μέσα στον ύπνο. […] Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά /στις αμυχές της σάρκας /γίνεστε εσείς η υπογραφή /της άγραφης ζωής μου.// Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:// Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός /που βλέπει με τα χέρια…/ Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο /να βρει δικαιολογίες /ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών /το άνοιγμα της πόρτας /ή μια προστακτική φωνή /να του φωνάζει:// μείνε.

Η Λουκίδου αφήνει την «ελπίδα» πιο χαρακτηριστικά ανοιχτή, ενώ ταυτόχρονα την αποκλείει, προεξοφλώντας τη συνάντηση και ίσως τη συνύπαρξη του τραγικού με το αδιανόητο. Η ποιήτρια διασώζεται είτε ακροπατώντας, εντασσόμενη σαφώς εντός του μοντερνισμού, είτε υιοθετώντας την «διπλή» και όχι μόνο «καβαφική ειρωνεία» είτε και επικεντρωνόμενη σε ποιήματα ποιητικής. Όπου και διαβάζουμε στο «Λαγωνικό ή η έμπνευση»:

Εμφανιζόταν κι έφευγε /και σάλπιζε υποχώρηση /όμως την ύστατη στιγμή /θριαμβικά επέστρεφε /κρατώντας μες στα δόντια της /-θήραμα άχρηστο, ακριβό- / το ρίγος ενός βλέμματος /ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες /κουρέλια αποκριάτικων στολών /γεμάτα μούχλα και υγρασία /κι ίσως μιαν επιφύλαξη //όπως, ας πούμε, ότι / λέω, σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ /όμως ποιος δίνει τώρα σημασία /τώρα που όσο ποτέ /ανθίστανται τα πράγματα /και ούτε μιαν ανάμνηση /δεν είναι δυνατό ν’ ανακαλέσεις //τώρα που τα βερίκοκα /δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι / κι οι λέξεις /ελάχιστη σχέση έχουν τελικά /μ’ εκείνο που σημαίνουν.

Έτσι, σύμφωνα με μια τέτοια ανάγνωση, χωρίς τους μετα-συμβολισμούς του Θέμελη, με την πλατωνική του αύρα και φορά και με την ρίλκεια (βλ. Ρ. Μ. Ρίλκε) θρησκευτική, μονότονα φορτισμένη ευαισθησία του παρούσα (βλ. και την ποίηση της Καρέλλη και του Πεντζίκη εδώ), φαίνεται πως η Λουκίδου, με τη μετα-σεφερική, μετα-μπουζιάνια (κατά τον Γ. Μπουζιάνη) και τη μετα-ρουωική (κατά τον Ζ. Ρουώ) της πινελιά, κινείται σε έναν περίκλειστο χώρο τον οποίο και «επαναλαμβάνει» φορτίζοντάς τον με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο, αντλώντας από το ιδιαίτερο του εσωτερικού της κόσμου, ο οποίος και προβάλλεται φωτίζοντας τα «έξω» τεκταινόμενα. Πρόκειται για έναν όντως κλειστό χώρο, ποτισμένο με κλεισούρα και υγρασία, ίσως στον Θέμελη και στον Βαρβιτσιώτη, ο οποίος διασώζεται και γίνεται κατοικήσιμος λόγω της αρχοντιάς της, στην περίπτωση της Καρέλλη, και με την αύρα της, με την «ποιητική» της και με την διπλή της ειρωνεία στην περίπτωση της Λουκίδου.

III

Ας σταθούμε όμως και στα χρώματα των Αφόρετων θαυμάτων. Σε αυτό του ασημιού και του υδράργυρου, του κατακερματισμένου και τριμμένου, του βαθυκύανου, του μοβ και της σκουριάς (των αισθημάτων, της μοναξιάς και του εγκλωβισμού), του σκούρου μπλε, ίσως με μια τρέμουσα σκουριά παρούσα εδώ, και του εκτυφλωτικού μαύρου, που αυξομειώνεται σε ένταση και καταλήγει ως κηλίδα ή ως μια απουσία στα μάτια των «αιώνιων» και μη συντρόφων της. Με μια υποψία από σέπια και με το χρώμα του σκοτωμένου ή ανεκπλήρωτου αίματος και της απώλειας, να διασχίζει και άλλοτε να υποστυλώνει τα υπόλοιπα. Έτσι, οι μορφές της θα λέγαμε πως παρουσιάζουν μια συγγένεια με τις μορφές του Μπουζιάνη και του Θέμελη, ενώ από πίσω ορθώνεται ένα κάλβειο κοσμολογικό σκηνικό και εντός του, ή πάνω του επιπλέει, σαν μέσα σε μια φυσαλίδα, η ποίηση της Λουκίδου.

IV

Είναι ώρα όμως πλέον να μπούμε, κλείνοντας, στην πόλη των «ονείρων» και των «οραμάτων» της Λουκίδου. Επομένως, η «πόλη των ονείρων» της Λουκίδου, είναι ένας τόπος του ποιητικού φαντασιακού, ως κάτι όμως το πραγματικό και υλοποιημένο, που όντως συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, ως ένας τόπος δηλαδή, όπου αναιρείται η χρονικότητα ή που κινείται η ίδια η ποίηση ως μια άλλη χρονικότητα.
Συνεπώς, βρισκόμαστε επίμονα σε έναν τόπο έρημο, στην έρημο του πραγματικού που μας συμβαίνει και στο οποίο επαναληπτικά και χωρίς να ερωτηθούμε μετέχουμε. Πρόκειται για έναν τόπο μετα-θρησκευτικό βεβαίως, όπου η έννοια του θεού, αποκαθηλωμένη, έδωσε πρόσκαιρα την θέση της στον άνθρωπο-θεό για να μείνει τελικά ο άνθρωπος μόνος, να κοιτά μια τα χέρια, μια τον ομφαλό, για να καταλήξει και να επικεντρωθεί τελικά στον τραγικό αυτόν μετεωρισμό. Και εξ ου ίσως η ανάγκη, της ποιήτριας, να σπάσει αυτόν τον κύκλο. Εδώ, συναντούμε σαφώς τη στάση ενός υγιούς ρομαντισμού, τη στάση του Beethoven, ο οποίος παίρνει θέση απέναντι από το πραγματικό και το υπερβατικό, με το οποίο και συνδιαλέγεται επί ίσοις όροις, για να ξεφύγει όμως σε τελική ανάλυση από τον κόσμο και την αίσθηση που ο ίδιος δομεί. Τέτοια ίσως η ελευθερία του όντος. Και πώς να την αντέξεις; Ή με τα λόγια της ποιήτριας. Πώς: […]δίχως κουπί και άνεμο/να πλεύσεις στη γαλήνη;
ή: νοσταλγοί τού πάντοτε /και φυσικά τού αλλού. («Χάρτινη σύναξη των ποιητών»)
 Κι αν ο χώρος του υπερβατικού είναι όντως κενός, ή έστω αν γυρίζουν εκεί μόνον οι δορυφόροι των εταιριών τηλεπικοινωνίας και ίσως τα πάνελ που θα μεταφέρουν ασύρματα την ηλιακή ενέργεια στη γη, η ποιήτρια, ως άλλη Ζωή Καρέλλη, ελευθερώνει και επιτρέπει την ειρωνεία της να εκδηλωθεί, ενίοτε τη συγκρατημένη της οργή και άλλοτε τον θυμό της, δίνοντας έναν άλλον τρόπο, που μετά τη συγκρατημένα συγκρουσιακή στάση της Καρέλλη, και την καθαρά −στη μεταφυσική της διάσταση− ειρωνική της Δημουλά (βλ. το σύμπαν που την εμπαίζει), προσθέτει μια διακριτή ποιητική στάση στο ποιητικό μας corpus, συνομιλώντας και με την ανοικτή και «ποιητικά βέβηλη» στάση του Νίκου Καρούζου, διατηρώντας τους χυμούς της ιδιοπροσωπίας της και της ηθικής της. Μας λέει, λοιπόν, ο Καρούζος: διάττοντες κομήτες η ρεύση του όντος /η οπτική ονείρωξη
ενώ η Λουκίδου: γαντζάκια από πλεξιγκλάς / θα συγκρατούν το αθέατο («Κάτω απ’ το νερό»)
ή, με αλλιώτικα τα ζύγια αυτή τη φορά: ο έρως προς το έσχατον / κοινή καταγωγή μας («Σελανίκ Ι»)
Την αντίφαση του Καρούζου, την αίρει αποκαλυπτικά η διαπίστωση: «Θεός είναι ο τρόπος που μηχανεύομαι τον εαυτό μου»[4]. Κι αν άλλοι ποιητές, στη θέση της θεότητας, βάζουν την τεχνουργική τους, αποφασίζοντας να γίνουν δημιουργοί κόσμων, τι συμβαίνει στην περίπτωση της Λουκίδου; Και απαντούμε: αν η αμηχανία στον Καρούζο ενσαρκώνεται και γίνεται «ποιητική οντογνωσία», επιμένοντας ως αδυναμία ταυτισμού του όντος και της ποίησης − περνώντας μέχρι και στη σωματοποίηση του αδιεξόδου − και αν στον Ελύτη ή τον Δάλλα, ενδεικτικά, το πρόβλημα και το αδιέξοδο «λύνεται» με τη διαρκή δράση, εκσκαφή (δοκίμιο) και δόμηση (ποιητική), και με τη «μεταφυσική ηλιακή» επιπρόσθετα στον Ελύτη, πώς λύνεται το πρόβλημα της αμηχανίας στην Λουκίδου το οποίο σαφώς και επιμένει;
Η δράση και η ποιητική συμπόρευση βέβαια απαλύνει τη μοναξιά, το αδιέξοδο και τη δυσκολία της ύπαρξης, αλλά δεν «λύνει» το πρόβλημα. Εφόσον το πρόβλημα τεθεί βεβαίως λύση δεν υπάρχει. Ωστόσο, το πρόβλημα στην Λουκίδου μερικώς λύνεται − στην πραγματικότητα μετατίθεται − με την πίστη πως τα θαύματα, ενώ παραμένουν αφόρετα, θα φορεθούν. Και με τέτοια φορέματα-θαύματα θα λυθούν τα «μάγια», και το πλανερό μαγνάδι της θεότητας Μάγιας όχι απλά θα πέσει και θα αποκαλύψει το «όντως» πραγματικό, αλλά με όχημα το φόρεμα-θαύμα θα περάσουμε στον τόπο της και ίσως θεωθούμε. Και μέχρι τότε στο τίποτα θα ανθίζουμε, για να θυμηθούμε και για να παίξουμε με τον τίτλο της τέταρτης ποιητικής της συλλογής (Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, 2004). Έστω ως μια προβολή των βαθύτερων πόθων μας. Με παρούσα τη διαρκή της έγνοια να αντισταθμίσει τα «δογματικά» και τα παρηγορητικά, της άλλης παραμυθίας. Διαβάζουμε, ενδεικτικά: κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή /αύριο χωριζόμαστε. («Σχέδιο διάσωσης»)
Συγκεντρωτικά, κλείνοντας, θα λέγαμε πως πρόκειται για μια οπτική ανθρωπο-θεο-λογική και όχι ανθρωπιστική, μια αίσθηση όχι βιολογική αλλά βιωματική, και μια αντίληψη και μια συγκίνηση άλλοτε αισθηματική και άλλοτε νοητική. Ποιήματα, που πέρα από την έκδηλη αγάπη τους για τον εαυτό ως πρόσωπο και τη ζωή, φέρουν και μια έξυπνη και κοφτερή ειρωνεία, η οποία όμως ταυτόχρονα είναι εφιαλτική, καθώς η ζωή παραμένει στο σύνολό της, ή έστω στη δική μας εκδοχή, αδιέξοδη (άσχετα αν μας περιμένει η «έξοδος» του θανάτου του προσώπου, ως μια τάχα «λύση»). Κι αν τέλος, όντως βρισκόμαστε μπροστά σε μια «αιώνια» νιτσεϊκή ανακύκληση-επιστροφή, που ίσως υπονοεί επίσης η ποιήτρια, μεταξύ διαστημικών και φασματικών «ταρκοφσκικών»[5] εξορμήσεων, τότε πού και πώς καταλήγει το δράμα, η μεταξύ Μπέκετ και Κάφκα ιλαροτραγωδία που μας συμβαίνει;
Και εκεί η ποιήτρια επαναληπτικά μπαίνει στη «φανταστική οικουμένη» της και διασώζεται στην ποιητική της. Πιάνεται από την λέξη και κρύβεται στον πίσω κήπο της. Κι όμως και εκεί δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής. Το πραγματικό, στην αλλοίωση και στην παραμόρφωσή του και πάλι την συναντά. Ωστόσο, στον τόπο αυτόν της παραμυθίας και των ονείρων της, ποιητικών και μη, τα θαύματα-φορέματα παραμένουν πιθανά. Προτού πάψει οριστικά ο κόσμος και αναιρέσει τη δική μας −έστω− και τη δική της συγκεκριμένη εκδοχή.
Πλάι στα άλογα που φεύγουν στο βίτσισμα του χρόνου λοιπόν, και στους τόπους που φοβούνται να γεννήσουν αγάλματα, πέρα από τα Νυχτερινά επίσης αγάλματα −όπως αυτά συναντώνται στο Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ του Ezra Pound[6]− η Λουκίδου με τα ποιήματά της μας παραπέμπει και μας παρασέρνει σε μετα-φυσικές, εσωτερικού όμως τύπου, πλατείες τύπου Ντε Κίρικο, σε μεταφυσικά −άγρια και όχι μόνο− τοπία τύπου Μαξ Έρνστ και με τα χέρια της, χέρια δικά της που αγγίζουν και θυμίζουν και τα χέρια των γυναικών του Πολ Ντελβώ, προσθέτει στην τέχνη τα Αφόρετα θαύματά της, τα οποία εφεξής θα μας περιμένουν, θα μας αγγίζουν και θα μας συνοδεύουν. Με την κρυφή ελπίδα ή με τα χρόνια να μας στοιχειώσουν και να μας βοηθήσουν στη λύση του δράματος ή στη μετάθεση του προβλήματος, όποτε το υπαρκτικό συμβάν μάς καταπλακώνει. Έστω και αν τελικά, μετά την τόση έκθεση, ο σπαραγμός μονάχα αυξάνεται. Αν και εκεί ακριβώς είναι που ταυτόχρονα μας ανακουφίζει.




[1] Βλ. «Η άλλη ποιητική Θεσσαλονίκη», εκδ. Ρώμη, 2016.
[2] Οι οποίοι και συναντιούνται στο ποίημα «Σελανίκ Ι» όπου διαβάζουμε: «[…] με Υπερώο θαλασσινό / για να σταθούν επάνω του / Καρέλλη και Πεντζίκης»
[3] Γιάννης Δάλλας, «Τα γράμματα του Μπουζιάνη προς τον γκαλερίστα Χ. Μπάρχφελντ», Ευρυγώνια, Δοκίμια για την ποίηση και την πεζογραφία, εκδ. Νεφέλη, 2000, σ. 260, και τόμος Γιώργος Μπουζιάνης, Γράμματα προς τον Χάινριχ Μπάρχφελντ, εισ.-μτφρ.-σχολ. Φ. Μίχος, εκδ. ΜΙΕΤ, 1989.
[4] Βλ. ό.π., σ. 216.
[5] Βλ. την ταινία Σολάρις του Αντρέι Ταρκόφσκι και το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στάνισλαβ Λεμ.
[6] Αναφορά στην μηχανική προσήλωση στην παράδοση. Βλ. το ποίημα «Μώμπερλυ (1920), ΙΙ» στο Έζρα Πάουντ, Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ, εισ., μτφρ. και σχολ. Χ. Βλαβιανός, εκδ. Πατάκη, 2010. Συγκεκριμένα: «Είχε κινηθεί ανάμεσα στη φαντασμαγορία της, /ανάμεσα στους γαλαξίες της, / ΝΥΚΤΟΣ ΑΓΑΛΜΑ» (στο πρωτότυπο στα αγγλικά: «NUKTOSAGALMA»).



Είσαι ωραία
σαν παραλήρημα
όπως νοερά κόψη
μπουκαδόρου σε σπίτι
ιπτάμενο εορταστικό

Είσαι ωραία
σαν απελπισία
μπροστά στο κενό χαρτί
προτού υπάρξει χρόνος
και πεταλούδες
και τσιγάρα

Είσαι ωραία
και μαζί φριχτή
γιατί υπάρχεις στιγμιαία
στο μυαλό μου
και τότε πέφτω στον ύπνο

Είσαι ωραία
αλλά δεν συχνάζεις
στους δαιδάλους της πόλης
που πετάει
στο ιδανικό Περού
των αισθήσεων
κυμαίνεσαι από δώδεκα
ως πενήντα κουπιά ταξίδι
στον εσωτερικό καταρράχτη
και φοράς μιαν απορία
γιατί εγώ να ειπωθώ
γιατί εγώ να μοιάσω πεθαμένη
κι αυτή η υπαρξιακή υστερία
παρότι απολύτως νόμιμη
και ερωτική όταν βάφεσαι μαύρη
σε χώνει και συγκρατείς
την αγωνία μου πριν βρέξει

Είσαι ωραία
κυκλοθυμικά
όπως ανακατεύουν χρώματα
οι αρχαίοι ζωγράφοι

Είσαι ωραία
τηλεπαθητικά
όπως ξημερώνει
στην άγονη γραμμή
και κάποιος χάνεται
για πάντα
σ’ ένα σβώλο ανυπομονησίας
στα φανάρια της Συγγρού

Είσαι ωραία
και διστακτική
όταν μου λες
θα το σκεφτώ
και εννοείς ποτέ
κι αν κάποτε δεχτείς
θα έχω γίνει κύκλωπας
το τραγούδι θα τραγουδιέται
ανάποδα με σάλια νεκρικά
και μια οσμή θυμιάματος
θα κρεμάει τα λεπτά

Είσαι ωραία
και με τα μάτια κλειστά
όταν ταξιδεύεις
και τα δάχτυλά σου
σχεδιάζουν ρυθμικά
μια νέα ύπαρξη
το τοτέμ του Αδάμ
το θείο τραγί
το μανιφέστο των αιώνων
αμήν

Είσαι ωραία
με τον τρόπο σου
σαν δισταγμός
πριν από διαγώνισμα
κι έπειτα ξεχύνεσαι
εφηβικά σε λεωφόρους
ανύπαρχτες ως τότε
που υφαίνει το μυαλό σου
από νοσταλγία για κάτι
μυστικό
μες στο αίμα σου μυρωδάτο
κι απαγορευτικό
ενώ ο συνθέτης δίνει το χέρι
στο μαέστρο
κι αποθεώνεσαι σαν συμφωνία
τεράτων
και άγρια ανεμώνη
επαναληπτική και κτηνώδης

Είσαι ωραία
και συνεργάζεσαι
με χθόνια ψέματα
βλέμματα πειρατικά
οσμές βρύων στα κατώτατα
πηγάδια
ωκεανοί Σμύρνης
ποτάμια Προύσας
συνωμοτούν τότε
κι ένα ολέθριο ξημέρωμα
σε στεφανώνει
οι πιστοί σου ξεχύνονται
σαν νότες
κλείνεις το παράθυρο
κανείς δεν ξέρει
τι αιώνα ζεις
σε ποια πέτρα
ελπίζεις
θεά σκοτεινή
ανήξερη
κυκλική

Είσαι ωραία
γιατί δεν μπορείς
αλλιώς

ΒΚ

The Garden of Earthly Delights, Hieronymus Bosch

[πρόβλημα του κακού]

Τι κι αν το βαφτίζεις Ριζικό
και Μοίρα;
Μοιραία τώρα
ρίζωσε.
Είναι κ’ η τύχη σου που τελικά δεν έχει
την τέλεια οδοντοστοιχία που φαντάστηκες
κι από το μάτι του Θεού
κρέμεται πάντα ένα δάκρυ.

Γραμμένο ξεγραμμένο
δεν έχει ιστορία προέλευσης
το μαύρο που σε τρώει.

Δεν είναι φρούτο να το κόψεις απ’ το δέντρο.

Δεν έχει καν
όνομα.


Χρήστος Κολτσίδας





[πρόβλημα του κακού]

Μια φορά ήταν το πανάγαθο, αλλά εδώ θα το λέμε Μάκη. Ο Μάκης δεν μπορούσε με τίποτα να πει όχι κι έτσι όταν ζήτησε το κακό να διαβεί την πύλη, δεν υπήρχε περίπτωση να του αρνηθεί. Το κακό μπήκε και άρχισε τις πλεκτάνες εις βάρος πολλών, αλλά κυρίως του Μάκη. Ο Μάκης δεν μπορούσε ν’ αντιληφθεί την έννοια της πλεκτάνης, αλλά και να μπορούσε δεν θα υπήρχε περιθώριο ούτε για θυμούς ούτε για τιμωρίες. Σταδιακά το κακό άρχισε να αποδυναμώνει τον Μάκη που από πανάγαθο έμεινε σκέτο αγαθό. Τώρα έχουν την ίδια δύναμη. Ο Μάκης νιώθει πως συνυπάρχουν αρμονικά, ενώ το κακό σχεδιάζει μυστικά την οριστική απομάκρυνση του Μάκη αν όχι και την εξόντωσή του.


Γιώτα Τεμπρίδου






Τα δύο κείμενα ‒ποίημα και μικρο-διήγημα αντίστοιχα‒ αντλούνται από ένα υπό διαμόρφωση βιβλίο, το οποίο δουλεύουμε από κοινού τους τελευταίους μήνες. Εντός του, ποίηση και μικρο-διήγημα συνυπάρχουν αντικριστά και καταπιάνονται ταυτόχρονα κάθε φορά με μία φιλοσοφική έννοια, μία/έναν φιλόσοφο ή ένα πρόσωπο το οποίο παραδοσιακά συνδέθηκε, με τον δικό του τρόπο, με τη φιλοσοφία.



‘’Από σίδερο... ’’ 
Νίκη Μπλούτη

Σωτήρης  
Περπάταγα στα δέκα. Πού τη βρήκα τόση δύναμ’ ρε παιδί μ’; Αδύνατος σαν το κλαράκ’ ήμ’να. Λαγοκοιμόμ'να κείνο το βράδ’, απάν’ που πήγαιν’ να με πάρ’ ο ύπνος άκ’σα το βήμα τ’ κι κατάλαβα πως ήταν ξανά λιάρα στο μεθύσ’, αλλού πάταγ’ κι αλλού βρισκόταν. Καθόμαστ’ όλα τσούτα απ’ το φόβο μας μόλις τον πέρναμ’ χαμπάρ’ πως έμπαιν’ στο σπίτ’. Πέντε μ’κρά κατάχαμα στη στρωματσάδα. Κάθε βράδ’ η μάνα μ’ κουκλωνόταν μέχρι το κεφάλ’ κι έκαν’ πως κ’μόταν. Ήρθε καλπά καλπά κοντά μ’ κι ύστερα άκ’σα ένα σούρσ’μο που τράβ’ξι το σεντόν’ τς Χάιδως μας. Άρχισ’ το κορίτσ’ να κλωτσάει και να φωνάζ’. Εμένα τι μ’ ήθελες κείν’ την ώρα! Μ’ ανέβ’κε όλο το αίμα στο κεφάλι απ’ τα νεύρα μ’. Νόμ’ζα κι εγώ θα πάει στη μάνα μας να τη βατέψ’ όπως έκαν’ κάθε βράδ’. Αμ αυτός είχε βάλει στο μάτ’ το κορίτσ’ από καιρό. Είχα πιάσ’ τη ματιά τ’ πολλές φορές όταν την έρ’χνι απάνω τς. Την τέραγ’ σαν παλαβός... Πετάχτ’κα απάν’ σα το λιοντάρ’ που βρυχιέται κι άρπαξα μες στο σκοτάδ’ το παλιοσίδερο απ’ τη παραστιά που έβαζ’ κάρβουνα η μάνα μ’ τότε για να σιδερών’ τα ρούχα. Τ’ δίνω μια στο κεφάλι όπως ήταν σκυμμένος από πάνω τς και πάρτον κάτ’. Άν’ξι το κεφάλι τ’ στα δυο. Η μάνα μ’ έκαν’ σαν τρελή. Σουρομαδιόταν! Όχ’ γι’ αυτόν. Για τη Χάιδω μας και για μένα την έκοφτ’, τι θα απογίνουμ’... Αρχίσαν και τα μ’κρά να κλαίν’ κι να ουρλιάζ’νι μόλις είδαν το αίμα να τρέχ’ ποτάμ’ στο πάτωμα. Τον σκέπασ’ η μάνα μ’ γρήγορα μ’ ένα παλιοσέντονο και πήρε τη Χάιδω στον κόρφο τς να την ησυχάσ’. Αυτή να κλαίει χωρίς δάκρυα η καψερή. Μετά τρέχ’νε δυο γειτόν’σσες με τς ρόμπες αλαφιασμένες σαν ξωτ’κά μες στη νύχτα και παίρν’νε τα μ’κρά στα σπίτια τς. Συννενοήθ’καν με τα μάτια με τη μάνα μ’. Καταλάβαν τι έγιν’ και δε βγάλαν τσιμουδιά. Ύστερα ξαναήρθαν μαζί με άλλες. Εγώ καθόμ’να παράμερα κι δεν έβγαζα μιλιά απ’ τη τρομάρα μ’. Δε μου ’χε περάσ’ ακόμα ο θυμός. Έβραζ’ το αίμα μ’ και χτυπάγαν τα μηλίγγια μ’ όπως η καρδιά μ’. Έρχετ’ κοντά μ’ μετά η μάνα μ’ αγκαλιάζ’ κι μ’ λέει στ’ αυτί. «Σύρε να φωνάξ’ς τον χωροφύλακα και τον παπά. Αν σε ρωτήσ’νι τίποτα θα πεις πως πεδικλώθ’κι στα σκεπάσματα κι έπεσ’ κι άνοιξ’ το κεφάλι τ’ γιατί ήταν πιωμένος. Τίποτ’ άλλο. Αν καταλάβ’νε τίποτα θα το πάρω απάνω μ’. Τ’ άκ’σες; Θα πω πως το ’κανα εγώ. Εμένα δε θα με κάν’νε τίποτα. Τον ξέραν’ τι παλιοτόμαρο ήταν. Το νου σ’ κακομοίρη μ’...» Έκανα όπως με διάταξ’ η μάνα μ’. Ήρθαν κι ο χωροφύλακας κι ο παπάς κι από κοντά μαζεύτ’κι όλο το χωριό. Όλ’ κατάλαβαν αλλά κανένας δεν είπε παραπανίσια κ’βέντα. Ο χωροφύλακας μίλαγ’ με τη μάνα μ’ συνέχεια κι οι γ’ναίκες μαζεύαν το σπίτ’ και τον ετοιμάζαν για τη κηδεία. Στο τέλος με κοντοζύγωσ’ ο χωροφύλακας κι με χάιδεψ’ στο κεφάλ’. Ύστερα γύρ’σι κι είπε σιγά στη μάνα μ’... «θα σ’ φέρω ένα χαρτί να υπογράψ’ς κι εξαφανίστε το σίδερο μέχρι να ματάρθω». Τον θάψαμ’ την ίδια μέρα. Η Χάιδω μας όποτ’ με κοίταγ’ στα μάτια από τότε βούρκων’. Ο παπα-Θύμιος μετά το ξόδ’ με πήρε παράμερα κι έσκυψ’ κι μου ’πε στ’ αυτί... «να ’ρθεις μια μέρα να ξομολογηθείς παιδί μ’, να φύγ’ από πάνω σ’ η αμαρτία, θα σ’ κάν’ καλό...». Μετά από χρόνια πήρα μια μέρα την απόφασ’ κι πήγα. Τ’ τα είπα χαρτί κι καλαμάρ’. Μου ’δωσ’ άφεσ’ κι μου ’πε πως είμαι έτοιμος να κοινωνήσω. Σα γύρ’σα στο σπίτ’ μ’ ανάλαφρ’ τη καρδιά βρήκα τη μάνα μ’ να σιδερών’ μ’ αυτό το παλιοσίδερο και τη Χάιδω μας στο ντιβανάκ' να μπαλών’ τς κάλτσες μας. Μ’ χαμογέλασαν κι οι δυο μόλις τς είπα πως έρχομ’ απ’ το παπά. Μετά ποτέ δεν ξαναμιλήσαμ’ γι’ αυτό.



Μάνα.
Πού τη βρήκε τέτοια δύναμ’ βρε παιδάκι μ’ μια στάλα χαϊβάν’; Ευτυχώς που ο παπα-Θύμιος κι ο χωροφύλακας πήραν το μέρος μας και δε βγάλαν’ κ’βέντα. Ο παπάς το ’χε κι βάρος από τότε που μ’ κάναν το προξενιό με τς αδερφές μ’. Είχε ανακατευτεί κι αυτός. «Πάρ’ τον μωρέ παιδί μ’, μου ’χε πει, έχ’ς δυο μ’κρά παιδιά ν’ αναθρέψ’ς, πώς θα τα καταφέρ’ς μοναχή σ’ φτωχειά γ’ναίκα;» Πέσαν απάν’ κι οι αδερφές μ’ για να μη μ’ έχ’νι έννοια κι με καταφέραν στο τέλος. Έμεινα χήρα στα εικοσ’πέντε απ’ το πρώτο άντρα μ’. Με το γιο χρονιάρ’κο και τη Χάιδω στα τέσσερα. Δεν ήθελα να τον πάρω γιατί σκεφτόμ’να το κορίτσ’ που θα μεγάλων’. Όλο εκεί τον είχα το νου μ’ όσο ξεπεταγόταν, μη μ’ το μαγαρίσ’ ο άχρηστος. Γι’ αυτό δε παντρευόντ’σαν οι χήρες με παιδιά τότε, φοβόντ’σαν το κακό, ειδικά αν είχαν κορίτσια σα και μένα. Με πήραν στο λαιμό τς οι αδερφές μ’ κι ο παπάς που επιμέναν. Πάνε δέκα χρόνια από τότες. Έκανα μετά άλλα τρια παιδιά μ’ αυτόν. Μαύρη ζωή. Η Χάιδω κι ο Σωτηράκ’ς αναλάβ’ τα μ’κρά κι εγώ έτρεχα στα χωράφια για ένα μεροκάματο. Αυτός όλ’ τη μέρα στα πρόβατα την έβγαζ’ και τα βράδια σα γύρναγ’ τύφλα στο μεθύσ’ ερχόταν μονάχα για να με βατέψ’. Καθόμ’να τσούτα η καψερή, τι να ’κανα; Του ’κανα όλα τα χατίρια για να μη βάλ’ το κορίτσ’ στο μάτ’. Καλύτερα σε μένα παρά να πάει στο κορίτσ’, έλεγα από μέσα μ’ κι το βούλωνα. Το κακό όμως δεν άργησ’ να έρθ’. Κείνο το βράδ’ πήγε ευθεία στη Χάιδω μ’ να τη μαρκαλέψ’ ο άσωτος. Έζεχν’ από μακριά σαν το κριάρ’ που ρίχνετ’ στς προβατίνες. Παρδασκέλ’σι τα μ’κρά και τς τράβ’ξε το σεντόν’ που ’χε κουκλωθεί απ’ το φόβο τς. Πετάχτ’κε ο Σωτηράκ’ς απάν’ σα θεριό ανήμερο κι τ’ φέρν’ μια στο δόξα πατρί με το σίδερο που ’χα αφήσ’ απ’ το σούρουπο παραδίπλα στη παραστιά για να κρυώσ’νι τα κάρβουνα. Δε χρειάστ’κε δεύτερ’. Ξαπλώθ’κι κάτ’ με τα μάτια ανοιχτά και το αίμα να τρέχ’ ποτάμ’... Μετά τρόμαξα να συνεφέρω το κορίτσ’. Τα μ’κρά αρχίσαν το σκουσμό σαν είδαν τα αίματα κι τ’ ακούσαν οι γειτόν’σσες και τρέξαν μες στη νύχτα να μας παρασταθούν. Μαζέψαν τα παιδιά κι ειδοποιήσαν κι άλλες να τρέξ’νι για να καθαρίσουμ’ το τόπο. Με τα μάτια συνογιόμ’να με τς γ’ναίκες. Όλες γνωρίζαν τον καημό μ’. Ο μ’κρός είχε μαζευτεί σα κουβαράκ’ από τον τρόμο τ’ στη γωνιά κι δεν έβγαζ’ μιλιά. Κατακίτρινο σα το φλουρί ήταν το μούτρο τ’. Το πήρα στην αγκαλιά μ’ να το ηρεμήσω το μαναράκι μ’ και το διάταξα τι να πει στο παπά και στο χωροφύλακα. Ύστερα το ’στειλα να τς φωνάξ’ κι τς δυο. Σα γυρίσαν μαζί με το παιδί, τς τα είπα όπως τα ’χα σχεδιάσ’ στο μυαλό μ’. «Γλίστρησ’ κι άν’ξι το κεφάλι τ’ στο σίδερο που ’χα από βραδύς παρατήσ’ παράμερα...» Με κοιτάξαν κι οι δυο στραβά μ’ αμφιβολία αλλά δεν βγάλαν κ’βέντα. Καταλάβαν αλλά σωπάσαν. Ο παπάς καθόταν με την ουρά στα σκέλια. Τι να πει; Το ’χε κι αυτός βάρος απ’ το προξενιό που μ’ κάναν. Με λυπ’θήκαν κιόλας κι εμένα και τα χαΐβάνια μ’ που ’ταν σκιαγμένα. Κι ο κόσμος όμως δεν λέω, όλ’ μας στηρίξαν’. Ποιος να βγει να υποστηρίξ’ τον άσωτο; Όλο το χωριό ήξερ’ τι κουμάσ’ ήταν. Σιγά μη τον κλαίγαμ’ κιόλας...



Χωροφύλακας
Δεν αισθάνομ’ τύψεις παπά μ’. Το ξέρ’ς κι εσύ κι εγώ πως δεν έφταιγ’ το παιδί. Καλύτερα που ’ρθαν έτσ’ τα πράματα κι καταφέραμ’ κι τα κουκ’λώσαμ’. Απαλλάχτ’κι η φαμελιά απ’ τον άσωτο. Εγώ το περίμενα το κακό σαν έβλεπα το κορίτσ’ να μεγαλών’. Κάθε φορά που το απάνταγα στο δρόμο κι το ’βλεπα ν’ ανθίζ’ σα μοσχολούλουδο όλο εκεί πήγαιν’ το μυαλό μ’, στο κακό. Και να που βγήκα αληθινός. Μη μ’ πεις πως κι σένα δε σ’ πέρναγ’ απ’ το νου αυτό το πράμα γιατί δε θα σε π’στέψω. Πώς τη πήρατ’ μωρέ στο λαιμό σας τη γ’ναίκα κι τη καταφέρατ’ να πάρ’ αυτόν τον άχρηστο; Με συγχωρείς παπά μ’ που σ’ ρίχνω ευθύνες αλλά έτσ’ είναι. «Βάλατ’ το λύκο να φυλάξ’ το μαντρί...», έτσ’ δε λέει η παροιμία; Παντρεύοντ’ μωρέ οι χήρες ξανά που έχ’νι κορίτσια; Εδώ ακούς για πατεράδες που μαρκαλεύ’νι τα ίδια τα σπλάχνα τς... Κρέμασμα θέλ’νι όλ’ αυτοί για μένα όχ’ σκότωμα, μπαμ κι κάτ’. Κρέμασμα για να αργοπεθαίνι. Μωρέ καλά τον ξεπάστρεψ’ ο μικρός. Δέκα χρονών χαΐβάν’ κι δε φοβήθ’κι τίποτα...Καλά τον κανόν’σι. Να καθαρίσ’ ο τόπος από τέτοια καθάρματα σα κι του λόγου τ’. Εγώ μια φορά δεν αισθάνομ’ τύψεις που σκέπασα το φονικό. Δε το θεωρώ δηλαδή έγκλημα. Αυτό έπρεπ’ να γίν’. Όποιος κι να ’ταν στη θέσ’ τ’ παιδιού ή τς μάνας τ’ το ίδιο θα έκαν’. Εσύ πάλι δε ξέρω πώς το βλέπ’ς. Στη θέση σ’ πάντως θα το ’χα βάρος. Για το προξενιό λέω. Τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα. Αφού τα μπαλώσαμ’ κι δεν είχαμ’ τρεχάματα παραπέρα με την αστυνομία, όλα καλά. Τώρα δε μέν’ παρά να πεις στς χωριανούς να συντρέξ’νι ο καθένας όπως μπορεί τη φτωχιά τη φαμελιά τς Χρυσούλας. Ήταν άτ’χη η καψερή κι στον πρώτο γάμο που έχασ’ τον άνθρωπό τς κι στον δεύτερο που τς έλαχ’ ο άσωτος. Κι σένα παπά μ’ δε σου ’κοψ’ τότε που κάνατ’ το προξενιό να τς βρεις κάναν καλύτερο; Κι εγώ ανύπαντρος ήμ’να κι τη λιγουρευόμ’να τη χήρα που ’ταν σα τα κρύα τα νερά. Θα πέρναγ’ ζωή κι κότα κοντά μ’. Και τώρα ακόμα καλά κρατιέτι, δε λέω... αλλά είν’ αργά. Ποιος βάζ’ στο κεφάλι τ’ τέτοιους μπελάδες; Δυο φορές χήρα με πέντε παιδιά; Κι να ’θελα δηλαδή να τη πάρω κι μόνο που σκέφτομ’ πως έχ’ άλλά δυο κορίτσια πίσω απ’ τη μεγάλ’ με πιάν’ κρύος ιδρώτας. Πολύ θέλ’ ο διάολος παπά μ’ να σπείρ’ μέσα σ’ το κακό; Άμα τα βλέπ’ς κι ανθίζ’νι σα τα κρίνα δεν έχ’ς εμπιστοσύν’ ούτε στον ίδιο σ’ τον εαυτό. Γιατί απ’ έξω απ’ το χορό, που λέει κι η παροιμία, πολλά τραγούδια λες... Άμα όμως μπεις ο ίδιος στο χορό; Ποιος στο υπογράφ’ πώς θα φερθείς; Λυγάει ο άνθρωπος καμιά φορά. Δεν είμαστ’ από σίδερο καμωμέν’... Τι λες κι εσύ; Άδικο έχω;



ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ

Φύτεψέ με σ’ άγριο χώμα
μες στο κατάκρυο άσε με να βγω
Άμα δε βαστάξω
σημαίνει πως δεν κάνω για χειμώνες.




Ο ΚΗΠΟΣ ή ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Ξεπετρίζεις τον κήπο σου
μα έχεις βουνό ολόκληρο από κάτω
να χαλάσεις.




ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ

Έρωτας·
να μπαίνει από την πόρτα βάδην
τροχάδην να βγαίνει απ’ τα παράθυρα

Με εντυπωσιακή αλλαγή συναισθημάτων.



ΤΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΌ

Τα χρόνια· μπούκαραν μέσα
λυγίσαν τα κλειδιά μπατάρανε τα μάνταλα
ξεχαρβάλωσαν τις πόρτες τα παράθυρα
ξηλώσαν τα πατώματα
Στο πλυσταριό πάνω καθίσανε μούχλα

Λάμπαξε ο σπιτονοικοκύρης
λουφάξανε οι ένοικοι.




ΚΑΚΟΗΘΗΣ ΥΙΟΣ

Γόνιμος καρπός που καταπίνω ‒γέννα‒
και είμαι έγκυος στη μάνα μου
Έρχεσαι από μέρος εύφορο
ζητάς χρωστικά κι αγύριστα μα δεν περισσεύουν
Ούτε το γάλα στο βυζί δε φτάνει

Μην περιμένεις πολλά από καλοχαϊδεμένους.



Παίζοντας σκοινάκι

Δεν παίζει, μονάχα τραγουδά
και παρατηρεί τα κορίτσια εκείνα
με τον φωλιασμένο στην καρδιά τους φόβο
καθώς το φίδι σέρνεται πλάι τους
απειλώντας με ένα και μόνο τσίμπημα νωχελικό
το κορίτσι να πάψει να είναι κορίτσι
και το κάθε της τραγούδι να σιωπήσει.

Μα δεν σιωπά, καθώς κι αυτά
αέναα περνούν μέσα από αψίδες θριαμβικά.
Με το ύψος τους αναμετρώνται
πριν αποφασίσουν να σκεβρώσουν.
Το φίδι σείει συθέμελα τις καμάρες τους
και προλέγει για μιαν Αλίκη πως από μια χασμωδία
μέσα σε μαιάνδρους λεκτικούς θα ενηλικιωθεί.

Ήρθε καιρός λοιπόν και σιώπησε.
Η αρένα της ένα απέραντο λευκό,
άσπιλο από το κόκκινο κάθε χαμένης μάχης.
Κι ήταν όμως σε αυτές τις κερδισμένες
όταν ξαπόσταινε για λίγο σε εκείνα τα σκοινιά
όπου άπλωνε τα τρικυμισμένα της τραγούδια τα παιδικά
κι αναρωτιόταν, τι θα γινόταν αν τα σκοινιά γίνονταν κάποτε θηλιά.




Μέδουσα

Συναντά την εφιαλτική γοργόνα.
Γρατζουνάει ανυποψίαστους λουόμενους.
Συνοδεύει μέδουσες στο ακρογιάλι.
Βυθίζεται με ομαδικές ρίψεις βοτσάλων
για να αναδυθεί πάλι,
το ξύλο που κολυμπάει στη θάλασσα
κάθε που πρόσωπα παραμορφωμένα
φιλιώνουν πηγμένα απ’ το ηλιόφως αμμοχάλικα.

Ξυπνώ.
Εγώ,
γιατί δεν πέτρωσα απ’ τον φόβο;

Σε λίγο θα ‘ρθουν τα κορίτσια
να παίξουμε πεντόβολα.



1η δημοσίευση "Μονόκλ"

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA