πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Λόγια για την ποιητική συλλογή Satī της Βάσως Χριστοδούλου, εκδ. Κύμα

Μου είναι αδιάφορο αν στον καιρό μου γράφονται ακόμα στίχοι. Μάλλον γιατί μου είναι αρκετά αδιάφορος ο κόσμος για να αναζητώ ποιητικές φόρμες και γραφή που συνταράζει. Περισσότερο, ίσως, αναζητώ τους λόγους που επιθυμεί κανείς να γράψει και να εκτεθεί.

Με αφορά η έκθεση, όπως και η πρωτοπρόσωπη εξομολογητική αφήγηση. Ιδίως εκείνη που καταγράφει δυσδιάκριτες λεπτομέρειες ή τόσο πασιφανείς που αδυνατούμε να εκφράσουμε.

Βρήκα, πράγματι, κάτι που με αφορά στους καλοδουλεμένους στίχους της Βάσως Χριστοδούλου. Με αφορά πώς μία ερωτική σχεδόν γραφή, γίνεται στοχαστικά υπαρξιακή, ακόμα και αν εκκινεί από κάποιον ιδιότυπο φετιχισμό, όπως τα ίχνη που αφήνουν τα σώματα πάνω στα σεντόνια. Ή πώς το ελάχιστο των λέξεων μπορεί κάποτε να περιγράψει το όλον της ύπαρξης.

Σπίτια καταφύγια / και γι’ άλλους σπίτια / κελιά

Με αφορά όταν οι στίχοι εκκινούν ή επιστρέφουν στον εγκλεισμό, το ξόδεμα και την σκληρή αυτοκριτική της ενηλικίωσης, όταν μες στο απύθμενο της μοναξιάς το στοίχημα παραμένει η συνύπαρξη∙ έστω και η παροδική.

Ένας περαστικός / με φώναξε μοναξιά / και γύρισα

Βαρέθηκα να αναζητώ ποιητές στις στάχτες μιας γενιάς προώρως γερασμένης. Είδα πως ο έρωτας παραμένει ακόμα υπόθεση αυστηρώς προσωπική και είναι ίσως ο μοναδικός μηχανισμός που αναγκάζει –σχεδόν δια της βίας– να βγουν στην επιφάνεια σοβαρές λεπτομέρειες.

Οι νύχτες σου μυρίζουν νεραντζιές / κι εγώ αναρωτιέμαι / στους πόσους έρωτες τρελαίνεσαι

Θα καούμε κάποτε μαζί με τους εραστές, τις ερωμένες και τις ανέκφραστες καύλες μας. Αν δεν έχουμε ήδη καεί.



Η Δύναμη της Συμπύκνωσης

 Εξηνταπέντε χαϊκού, εκδόσεις ΑΩ, 2018.



Έπειτα από δέκα ακριβώς χρόνια στο χώρο της ποίησης, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, και αφού δοκιμάστηκε επιτυχώς στον ελεύθερο στίχο, αποφασίζει να στραφεί και να καλλιεργήσει ένα ιδιαίτερα δύσκολο, απαιτητικό όσο και προκλητικό είδος ποίησης. Πρόκειται για το μικρότερο σε έκταση ποίημα, το περίφημο χαϊκού, ιαπωνικής προέλευσης - τώρα πια παγκόσμιας εμβέλειας - που κέντριζε και συνεχίζει να κεντρίζει το ενδιαφέρον και τη δημιουργική διάθεση των ποιητών. Η δοκιμή και η δοκιμασία πάνω στη φόρμα του χαϊκού μπορεί, είτε να λειτουργήσει ως πρόκληση και άσκηση για ένα νέο ποιητή, είτε ως πειραματισμός για έναν ποιητή περισσότερο έμπειρο που έχει καλλιεργήσει την ποίηση σε άλλες μορφές και επιδιώκει τώρα να τιθασεύσει και να χωρέσει την έμπνευσή του σε 17 μόλις συλλαβές, αυστηρά κατανεμημένες στο σχήμα 5-7-5 συλλαβών σε κάθε στίχο. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση ανήκει η Ασημίνα Ξηρογιάννη.
Με ένα σύνολο εξηνταπέντε ποιημάτων – χαϊκού, η ποιήτρια κατορθώνει να δείξει πως η μικρή φόρμα είναι ίσως πιο καίρια και καταλυτική στην έκφραση της ποιητικής σκέψης και στη μορφοποίηση της ποιητικής έμπνευσης. Κι αυτό γιατί η δέσμευση του χώρου, αλλά και του χρόνου, δημιουργεί την ανάγκη για συντομία και αφαίρεση, έτσι που να μένει μόνο ο πυρήνας και η ουσία που, λειτουργώντας ακριβώς σαν σπόρος, μπορεί να δώσει αφορμή για έναν χείμαρρο σκέψεων και συσχετισμών από την πλευρά του αναγνώστη.
Η θεματολογία των ποιημάτων της συγκεκριμένης συλλογής εκκινεί από διάφορες κατευθύνσεις. Ένας πρώτος μεγάλος κύκλος αποτελείται από τα ποιήματα που μιλούν και ορίζουν την ίδια την ποίηση και την ποιητική δημιουργία. Οι λέξεις ως πρώτη ύλη της ποίησης και η αγάπη του ποιητή γι’ αυτές («Αρκεί ν’ αγαπάς / τις λέξεις για να είσαι / ποιητής;» Ρωτάς!), η έμφυτη τάση του τελευταίου να βυθίζεται στη σιωπή (Πάντα τη σιωπή/αναζητάς. Γνήσιος/είσαι ποιητής.), η έμπνευση και η φύση της (Η παραφορά/δεύτερη φύση είναι/για σένα, Μούσα), η λειτουργία της φαντασίας (Ό,τι δυνατό/μέσα στη φαντασία/πάντα υπάρχει), η σημασία της ποίησης για τον ποιητή (Την γραφή σου λες/ουσία της ύπαρξης/που έχεις ντυθεί), η διαδικασία δημιουργίας του ίδιου του χαϊκού (Με τις Ιδέες/φλερτάρεις και τις Λέξεις./Φτιάχνεις χαϊκού), η ανατρεπτική λειτουργία της τέχνης, η ποίηση ως αντίδοτο στο πέρασμα του χρόνου, ο σκοπός και το ζητούμενο κάθε ποιητικής δημιουργίας, αλλά και η ποίηση ως υποκατάστατο του έρωτα (Γεια σου, εραστή!/Καλή μας αντάμωση/μες στο ποίημα.) είναι μερικά από τα θέματα που θίγει η ποιήτρια σε σχέση με την τέχνη του λόγου, ενώ κοντά σε αυτά στέκουν τα χαϊκού που μιλούν για την τέχνη του θεάτρου (Κάνεις θέατρο./Υπερβαίνεις το ψέμα/μιας ρηχής ζωής.).
Έναν δεύτερο κύκλο αποτελούν τα ποιήματα που αφορμώνται από τυπικά και αγαπημένα – υπαρξιακά κυρίως - θέματα των ποιητών όπως είναι η μοναξιά (Φάε μοναξιά!/Θα γίνεις πιο δυνατός!/Φάε μοναξιά), η φθαρτή φύση του ανθρώπου (Είμαστε τρωτοί./ Αν το αποδεχθείς,/όμορφα θα ζεις.), η αγάπη (Αγάπη είναι:/αληθινή έκφραση./Μόνο αυτό), ο έρωτας, η ηδονή, η μνήμη και η λήθη, το όνειρο, η αμαρτία, οι εμμονές. Η προσέγγιση των θεμάτων αυτών, μόνο και μόνο λόγω της φόρμας του χαϊκού, γίνεται με έναν τρόπο τελεσίδικης απόφανσης ή αποφθέγματος, με μια φιλοσοφία και θυμοσοφία ζωής που αποδεικνύει περίτρανα ότι μια σκέψη απλή και αβίαστη μπορεί να μορφοποιηθεί σε ποίηση και, αντίστροφα, η ποίηση να προσφέρει το όχημα σκέψεων που ενώ φαντάζουν περίπλοκες, στην πραγματικότητα είναι τόσο απλές, όσο και η ίδια η ζωή.
Μια άλλη, μεγάλη ομάδα αποτελούν τα διδακτικά – συμβουλευτικά χαϊκού με τα οποία η Ξηρογιάννη είτε δίνει γενικές συμβουλές για τη ζωή (Την άλλη ζωή/περιμένοντας πάντα,/ποτέ σου δε ζεις) και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει ο κάθε άνθρωπος να αντιμετωπίζει τον εαυτό του, είτε προτρέπει τον ποιητή να λειτουργεί αφυπνιστικά των συνειδήσεων (Ξεβόλευσέ τους/με τους στίχους, ποιητή!/Βάλε τους φωτιά!), αλλά και τον κάθε άνθρωπο να μιλά γιατί μόνο έτσι μπορεί να αισθάνεται ζωντανός. Άλλοτε πάλι αποφαίνεται για την αληθινή φύση του καλού και του κακού (Καλό και κακό/συχνά την ίδια μάσκα/φοράνε, ακούς;), για την έννοια και το νόημα της αληθινής θρησκείας (Θρησκεία είναι:/όπως εσύ θέλεις να/ζεις τη ζωή σου.), αλλά και για τη ματαιότητα των προσπαθειών του ανθρώπου, ένα θέμα που έχει διαχρονικά, από τον Όμηρο κιόλας, δώσει σπουδαία ποιήματα με κορυφαίο τους «Τρώες» του Καβάφη.
Τέλος, αν και λιγότερα, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα ποιήματα με τα οποία η Ξηρογιάννη αποτίει φόρο τιμής σε μεγάλους καλλιτέχνες – ζωγράφους, λογοτέχνες, θεατρανθρώπους, σκηνοθέτες. Μοντιλιάνι, Μουνκ, Λόρκα, Σαίξπηρ, Καβάφης, αλλά και Βογιατζής, Γούντι Άλλεν είναι τα πρόσωπα εκείνα στα οποία απευθύνεται ή με τα οποία συνδιαλέγεται η ποιήτρια εντασσόμενη με αυτόν τον τρόπο σε μια παράδοση και, το κυριότερο, αναγνωρίζοντας τις οφειλές της σε μια σειρά μεγάλων δημιουργών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο υπήρξαν δάσκαλοι και εμπνευστές της.
Εκείνο που, συνολικά, αξίζει να παρατηρήσει κανείς είναι η σαφής προτίμηση της ποιήτριας στη χρήση του δεύτερου ενικού προσώπου. Είναι πολλά τα ποιήματα στα οποία η Ξηρογιάννη απευθύνεται σε κάποιον, που θα μπορούσε να είναι και ο ίδιος της ο εαυτός, άλλοτε για να αναρωτηθεί και άλλοτε για να αποφανθεί ή να ζητήσει κάτι. Η προτίμηση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί από μια τάση της ποιήτριας, ενδεχομένως ενδόμυχη, λόγω της ενασχόλησής της με το θέατρο στο οποίο το β΄ ενικό είναι το κατεξοχήν πρόσωπο και το οποίο συγκροτεί τους διαλόγους. Στην ποίηση, βέβαια, το β΄ ενικό χρησιμοποιείται κυρίως για να προσδώσει έναν συμβουλευτικό χαρακτήρα και να καταστήσει τη σχέση δημιουργού – αναγνώστη αμεσότερη και στενότερη.
Με τη Δεύτερη Φύση η Ξηρογιάννη εισέρχεται σε έναν ποιητικό χώρο ιδιαίτερα απαιτητικό, όσο και γοητευτικό, πετυχαίνοντας έναν διπλό σκοπό. Αφενός μεν να βαθύνει, να εξελίξει και να δώσει νέα κατεύθυνση στην τέχνη της, αφετέρου δε να προσφέρει στον αναγνώστη ένα εγχειρίδιο ζωής και να τον κάνει κοινωνό της δικής της βιοθεωρίας, των δικών της αντιλήψεων, αλλά και των δικών της συναισθημάτων, εμπειριών και βιωμάτων. Η ποίησή της, κι σε αυτή τη συλλογή διακρίνεται για την αλήθεια και την ειλικρίνεια της και φυσικά για την οικονομία και τη λιτότητα του ποιητικού λόγου. Από αυτήν την άποψη βαθαίνει κι πλουτίζει την μακροχρόνια παράδοση των χαϊκού, προσφέροντας όμως παράλληλα και μια απόλαυση αισθητικής τάξεως που προκύπτει από την απλότητα, τη συμπύκνωση και την ευστοχία.


Τι τελικά;




Κάποιοι πήγαν κι ήρθαν

Και είδανε

Άλλοι λάμψεις ξαφνικές
άλλοι φωτισμένες σήραγγες
Και άλλοι φωτεινό σημάδι
Να κινείται πιλαλώντας στον αιθέρα

Όλοι τους είδαν φως κι όχι σκοτάδι

Αν όμως πληρώνεις με φως
Γιατί αγοράζεις σκοτάδι;

Κι αν έτσι τελικά
Πηγαίνεις ή έρχεσαι;

Μυστήρια εγκατάσταση
Ο θάνατος.







Η πλάνη του Νέρωνα




«Μέμφομαι τον άνευ Ελλήνων αιώνα»
είπες Νέρωνα
όταν σου μήνυσε η Πυθία
-πώς τόλμησε σ’ εσέ τον αυτοκράτορα!-
πως Έλληνες πια δεν υπάρχουν

Μα ναι, τούτο έγινε, θα πεις
σε μια παλιά της πτώσης και της παρακμής
αλλοπρόσαλλη εποχή
Όπου άπαν το ελληνικό
μοναχό, κατατρεγμένο
έπεφτε σαν γηραλέος, ανήμπορος ιέραξ
Ευθεία πάνω στα βράχια

Θα το άκουγες και σήμερα, Νέρων
Απ’ το στόμα μιας Πυθίας
Τούτο το ‘δεν υπάρχουν’
Και ξανά εσύ ‘μέμφομαι’ θα απαντούσες
Γιατί ο τροχός δεν ξετυλίγεται, Νέρωνα
Μα αιωνίως κυνηγάει την ουρά του

Ήδη in extremis, Νέρωνα
Όση ώρα γράφεται τούτο το ποίημα
Κάποιες prima facie ασήμαντες
ανόητες αποστάσεις απ’ τα πράγματα
σου αφαιρούν το στέμμα.







*
Ο Γιώργος Κουλιανός είναι φιλόλογος και ποιητής. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά κι έντυπα μέσα, έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους και διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Η «Άμωμη αλίευση» από τις εκδόσεις Μελάνι, είναι η πρώτη ποιητική του συλλογή και η «Απο ποίηση Ευθυνών» ( ιδιωτική έκδοση) η δεύτερη.





θάνατοι πουλιών

κανείς δεν μιλάει για τα πουλιά
ο χειμώνας κατασταλάζει
το χάραμα κοκκαλώνει στα φτερά τους
κι αυτά πέφτουν απ’ τα κρυσταλλιασμένα σύννεφα
ασθενικά και γεμάτα τοπία

στα σπουργίτια ο χειμώνας κατατρώει τα πιο
πεισματάρικα ένστικτα της φωλιάς
κι αυτά βουτάνε απ’ τον ουρανό σαν
καμικάζι
στα στρώματα της λευκής γαλήνης

γενιές και γενιές κρατήσαμε το μυστικό
ότι τα πουλιά δεν πεθαίνουν στ’ αλήθεια

με τον πρώτο νοτιά
ζωντανεύουν μέσα τους οι ηλιακές κηλίδες
για να τα επιστρέψουν στις αρχικές
συντεταγμένες




ένωση με τον θάνατο

ο πατέρας πέθανε
όλα είναι μισάνοιχτα
ο θεός θα μπορούσε να γλιστρήσει
μες στο σπίτι μας χωρίς να το καταλάβουμε

κάνει ρεύμα

κρατάω τα νεφρά μου με τα χέρια μου απ’ τον φόβο μιας ανεπάρκειας
τώρα που έχουν όλα πλημμυρίσει
τα δάχτυλά μου ζάρωσαν σαν φλούδια από καρύδια
έχω για ώρες τα πόδια μου στο παγωμένο νερό
και τρέχω όλη την ώρα στην τουαλέτα

τα μαλλιά μου είναι βρεγμένα
η μητέρα φωνάζει ότι αρρωσταίνω εύκολα
αλλά δεν ξέρει να κλείσει
τις πόρτες ή τα παράθυρα




η αλεπού

ο πατέρας είχε μερικές προσωπικότητες που τις φορούσε
στο πρόσωπό του ανάλογα την υγρασία του αέρα
και την ένταση του φθινοπώρου
τις βαριές μέρες του Οκτώβρη
που μούλιαζαν τα σωθικά του
καθόταν μπροστά απ’ το σπίτι
καλούσε τ’ αδέσποτα γατιά
μ’ εκείνη την παράξενη βλαστήμια κάτω απ’ τη γλώσσα του
που ξετυλιγόταν για χιλιόμετρα μέσα στο δάσος
πέρα απ’ την αγκαθωτή αγριάδα της καστανιάς

τις καλύτερες μέρες του φθινοπώρου
ζούσε στην ιστορία της μητέρας μου που ‘λεγε πως
αν το σούρουπο είναι αρκετά καθαρό
κι απλώνεται πάνω απ’ τον ώμο του δάσους
εκείνος μεταμορφώνεται σε αλεπού
κι επιστρέφει κάθε δέκα χρόνια
σαν κατάρα




ένωση με το χώμα

θα έπρεπε
να μας είχαν λαδώσει με πιο καλοσυνάτες λέξεις
η ανθρωποτροφία είναι δύσκολη δουλειά
και τα χέρια της μητέρας σκληρά και άπειρα

εκείνο τον καιρό στουμπίζαμε καλαμπόκια
παραβγαίναμε ποιος θα τέλειωνε πρώτος μια μακριά σειρά
ποιος θα κομμάτιαζε πρώτος μια πεταλούδα
και θα ‘τρεχε γρήγορα προς το δάσος
για μέρες μετά, γέμιζαν φουσκάλες οι παλάμες
και δύσκολα γιατρεύονταν
χωρίς ζεστασιά






*


Η Monika Herceg γεννήθηκε το 1990 στο Σίσακ της Κροατίας και σπούδασε φυσική στο πανεπιστήμιο της Ριέκα. Τα δύο πρώτα της βιβλία απέσπασαν σημαντικά βραβεία στην Κροατία και το εξωτερικό.

 Το 2019 επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο project Versopolis ως εκπρόσωπος της Κροατίας.

Είναι συντάκτης στο λογοτεχνικό περιοδικό “Poezija”και επιμελήτρια στον ομώνυμο εκδοτικό οίκο με έδρα το Ζάγκρεμπ. Η μόνικα ζει, γράφει και μεγαλώνει δύο παιδιά στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας.



**
Μετάφραση από τα Αγγλικά
Αγγλική μετάφραση :
 Mirza Purić

αριστερή φωτογραφία:Γιώργος Λοβέρδος
δεξιά φωτογραφία: Marilliz Ritsardi
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων από τις εκδόσεις μας, 
παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία.
απόσπασμα από το βιβλίο:

ΝΑΙ, “ΜΕΜΗ” ΕΙΠΕ. Ότι έχει μια αδερφή που τη λένε Μέμη. Έτσι της ήρθε. Αποφάσισε να υποδυθεί την Αθηνά. Για ποιο λόγο; Ο Θεός κι η ψυχή της. Μπορεί για  να χύσει το φαρμάκι της πάλι. Για να την κατηγορήσει. Ή, μήπως, για να της δώσει λίγο δίκιο; Για να καταλάβει, όσο αυτό ήταν δυνατόν, τη συμπεριφορά της; Η Τασία την άφησε να συνεχίσει.

– Έχει πρόβλημα η αδερφή μου, η Μέμη. Δεν είναι νορμάλ. Είναι... πώς να το πω; Ελαττωματική. Ζει σ’
έναν κόσμο δικό της. Μετά απ’ το δυστύχημα το ’παθε. ετά απ’ το “Μπελ Ετουάλ”. Έχετε ακουστά το “Μπελ
Ετουάλ”;

Τι να της πει; Σάμπως κατάλαβε τι είναι το “Μπελ Ετουάλ”;

***
Πηγή: www.lifo.gr
Ο Πέτρος Μπιρμπίλης διαβάζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του "Μπελ Ετουάλ" Πηγή: www.lifo.gr

Ο συγγραφέας διαβάζει ένα κεφάλαιο από το βιβλίο στη LiFO:
https://www.lifo.gr/articles/anagnoseis_articles/173108

***

απόσπασμα από τη συνέντευξη του Πέτρου Μπιρμπίλη στη Σοφία Πολίτου-Βερβέρη του nakasbookhouse.gr

Μιλήστε μας λίγο για το νέο σας βιβλίο Μπελ Ετουάλ, από τις εκδόσεις Θράκα. Πώς προέκυψε η σύλληψη αυτής της ιστορίας, αυτής της πρωταγωνίστριας;
 
Προέκυψε πριν από οχτώ χρόνια, καθώς κολυμπούσα, ενώ ταυτόχρονα έκλαιγα από απελπισία. Είχα μπλέξει άσχημα εκείνη την εποχή, δεν είναι της ώρας να πω τον λόγο, και είχα φύγει σαν κυνηγημένος στην Τυνησία. Κατέληξα σε μια παραλιακή κωμόπολη, με ψαράδες και ντόπιους παραθεριστές. Ήθελα να μη σκέφτομαι τίποτα. Την πρώτη μέρα, λοιπόν, μπήκα στη θάλασσα και μ' έπιασαν τα κλάματα. Αν και δεν προσεύχομαι συχνά, τότε προσευχήθηκα. Είπα «βοήθεια». Δεν ξέρω ποιος μηχανισμός λειτούργησε μέσα μου και μόλις βγήκα από τη θάλασσα τα μάζεψα και κατευθύνθηκα στην αγορά, όπου αγόρασα δυο τετράδια και ένα στυλό. Τις επόμενες μέρες έγραφα από το μεσημέρι μέχρι το δειλινό κάτω από μια ομπρέλα στη παραλία, ενώ δίπλα μου όλοι οι άλλοι κολυμπούσαν, και αργότερα, από το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα, οπότε έβγαινα μια βόλτα στον κεντρικό δρόμο, που πάντα είχε κόσμο, όλη τη νύχτα. Παρέες από νέους που διασκέδαζαν και πωλητές του δρόμου που πουλούσαν φιστίκια, γρανίτες κ.α. Έτσι έγραψα το βιβλίο στην αρχική του μορφή, μέσα σε δέκα μέρες. Κι έτσι γλίτωσα από τις σκέψεις μου. Πάντως το βιβλίο στην πορεία το ξανάγραψα πάνω από είκοσι φορές. Ξεκίνησε σαν μυθιστόρημα και κατέληξε νουβέλα.

Ντένις Σκόφιτς / Denis Škofic

Αϋπνία

Όταν πέφτει το σκοτάδι, πηγαίνω να παρακολουθήσω τους λαθραλιείς που μεταφέρουν μεγάλα κούτσουρα, στο καθένα είναι στερεωμένο γερό σχοινί με αγκίστρι. Για να μην φοβίσουν τα ψάρια, αντί για κουπιά χρησιμοποιούν μακρυές ξύλινες ράβδους με τις οποίες σπρώχνουν το βυθό και ωθούν μπροστά. Ψάχνουν για θάμνους που αναπτύσσονται στο νερό, κάτω απ'τους οποίους οι γουλιανοί σκάβουν λαγούμια στις όχθες περιμένοντας την λεία. Έτσι μου είπανε όταν τους ρώτησα πρώτη φορά για τις περίεργες πράξεις τους. Φτάνοντας στο σωστό μέρος, αθόρυβα με μια κίνηση σταματάνε το καΐκι τους, από τον κουβά βγάζουν ένα νεκρό πουλί, συνήθως σπουργίτι, και το καρφώνουν στο αγκίστρι, έπειτα το βυθίζουν μαζί με το κούτσουρο στο νερό δίπλα στον θάμνο. Μετά με μια κίνηση αθόρυβα φεύγουν από κει.

Τα ξημερώματα η επιφάνεια είναι γεμάτη κούτσουρα που κινιούνται, που λικνίζονται στο σβέρκο του νερού. Μερικά για μια στιγμή εξαφανίζονται κάτω απ'την επιφάνεια, μετά όμως εκτοξεύονται με δύναμη έξω απ'το νερό. Λίγο μετά έρχονται οι λαθραλιείς και τα ακολουθάνε με τα καΐκια τους. Μαζεύουν τα κούτσουρα απ'το νερό, με σχοινιά σέρνουν τους βαρείς γουλιανούς στα καΐκια, έχουν τουλάχιστον το ίδιο ύψος μ'αυτούς, αν δεν είναι και μεγαλύτεροι. Έχει ψύχρα το πρωί, γι'αυτό μ'ενοχλεί ο λαιμός. Έχω περίεργο αίσθημα στο στόμα, είναι ξηρό, σαν όλα τα σάλια μου να τα είχε απορροφήσει το φτέρωμα του νεκρού πουλιού που νιώθω ανάμεσα στα δόντια. Ο πόνος στο στόμα γίνεται ανυπόφορος, το μόνο που θέλω είναι να μπώ στο μαύρο λαγούμι. Με όλη μου την δύναμη ορμάω προς τα'κει, αλλά το νεκρό πουλί στο στόμα με τραβάει ξανά και ξανά πίσω προς την επιφάνεια. Το λαγούμι με τραβάει μέσα του όλο και πιο δυνατά, αλλά η άνωση του νεκρού πουλιού είναι πιο δυνατή τελικά. Ενεργοποιώ όλη μου την δύναμη και μετά απορώ με πόση ευκολία ο λαθραλιέας με φέρνει στο καΐκι του, ενώ είμαι πολύ πιο μεγάλος απ'αυτόν.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, Εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.


Έρως και θάνατος

Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
απ'το μέτωπο των νεαρών ελαφιών
φυτρώνουν τα χέρατα,
τα χέρατα με τεντωμένα,
άκαμπτα, άπληστα δάχτυλα.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
τα νέα ελάφια παλεύουν
εώς τα χέρατα να πιαστούν απ'τα χέρατα,
εώς τα δάχτυλα να γραπώσουν τα δάχτυλα.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
γίνεται πάλη,
μέχρι που να υποχωρήσει ο πιο αδύναμος
ή να αποκολληθεί το ένα του χέρι και πέσει
στο κενό σαν απορριπτέα συμφιλίωση.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
κερδίζουν τα πιο μεγαλοπρεπή χέρατα,
με μακρυά δάχτυλα που με ευκολία
χτενίζουν το τρίχωμα του θηλυκού.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
κερδίζουν τα μεγαλύτερα χέρατα,
αυτά που μπορούν να πιάσουν
στην παλάμη τους ολόκληρο το θηλυκό.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
ακόμα και τα κρανία των ελαφιών
στους τοιχους με τα κοκκάλινα τους χέρια
αγωνιούν να αρπάξουν την ασέλγεια.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.

Άρρωστο ασπρογρίβαδο

Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού,
τα ναρκωμένα ψάρια σέρνει η ροή σαν το κελάηδημα των πουλιών.
Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού
και κοιτά την ροή να σέρνει τα ναρκωμένα ψάρια σαν το κελάηδημα των πουλιών.
Συσπάται το κεφάλι του προς την πλευρά τους,
άλλα αυτά δεν χωράνε στο στόμα,
το στόμα είναι γεμάτο κουδουνίσματα,
το στόμα είναι βουλωμένο από τους γδούπους,
οι οποίοι ήδη σπαρταράνε ξεψυχώντας,
σαν το παρατημένο καμπαναριό,
όπου το φθινόπωρο αντί για την καμπάνα καμπανίζει η φωλιά των πουλιών.
Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού
και κοιτά την ροή να σέρνει τα ναρκωμένα ψάρια σαν το φτέρωμα των πουλιών.
Συσπάται το κεφάλι του προς την πλευρά τους,
άλλα αυτά δεν χωράνε στο στόμα,
το στόμα είναι γεμάτο κουδουνίσματα,
το στόμα είναι βουλωμένο από τους γδούπους,
βαλσαμωμένο από τον θόρυβο
που βγαινει από το κούφιο βόμπλερ
σφηνωμένο στον λάρυγγά του,
από το βόμπλερ που γεμισμένο με μολυβένιες σφαίρες
κουδουνίζει σαν την κουδουνίστρα,
απειλεί σαν τον κροταλία και δεν αφήνει
να αντιλαλήσει η κραυγή του από τα κίτρινα αυγοτάραχα
όπου το είχε στριμώξει.
Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού,
τα ναρκωμένα ψάρια σέρνει η ροή σαν το φτέρωμα των πουλιών.
Από μακριά αχνοφαίνεται παρατημένο καμπαναριό
όπου αντί για την καμπάνα καμπανίζει η φωλιά των πουλιών
και τα δέντρα ήδη αθόρυβα χάνουνε κίτρινα αυγοτάραχα.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.


Η μετακίνηση

Κάτι άλλαξε μέσα μου,
κάτι έσπασε,
κάτι πήρε μπρος.
Κάτι πήρε μπρος
και έβαλε μπρος
όλα τα υπόλοιπα. Έβαλε σε κίνηση,
σε κίνηση σαν την μετακίνηση των τεκτονικών πλακών.
Κάτι χτύπησε,
μετά άρχισε να κροταλίζει
και ύστερα να κροτά όλο και πιο δυνατά,
μέσα στα κόκκαλα, στα πλευρά .
Τα πλευρά άνοιξαν και
μετά ξεκίνησαν να στρίβουν προς τα πάνω
σαν τα κλαριά προς τον ήλιο
και να σπρώχνουν τους πνεύμονες και την καρδιά
μέσα απ'την τραχεία στο κεφάλι
μέχρι που ανέπνεα σκέψεις
μέχρι που διοχέτευα αποφάσεις
μετά διαπερνώντας το κρανίο
γιγαντώθηκαν σε κέρατα ελαφιού
οι σκέψεις
λαχάνιασαν
ενώ οι αποφάσεις
άρχισαν να κάνουν σαν τρελές

αγρίεψαν
έπεσα στα τέσσερα
για να, με τα δύο μου μάτια,
βγάλω το φρέσκο δέρμα απ' τα κέρατα

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.
Μετάφραση Lara Unuk


(Σ)ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
εκδόσεις Μελάνι 

Είναι και το θέμα της γλώσσας («Θαυμαστικό»), της υπαρξιακής αγωνίας («Φωτογραφίες», «Εφηβεία», «Τελετές ενηλικίωσης»), των διαπροσωπικών σχέσεων («ΔΟΞΗι ΚΑΙ ΤΙΜΗι»), της αυτοαναφορικής ποιητικής γραφής («Ποιήματά μου», «Η αγωνία της γραφής»), της συνομιλίας με άλλους δημιουργούς («Του Χάρη», «Κωνσταντίνος Θεοτόκης») κτλ. αλλά αυτό που κυριαρχεί στο πρώτο μισό της συλλογής και αυτό που επανέρχεται σποραδικά στο δεύτερο μισό της συλλογής είναι το θέμα της αγάπης, στο οποίο θα ήθελα – δίχως σε καμία περίπτωση να υποτιμώ όλα τα άλλα – να επικεντρωθώ με το σύντομο κριτικό σημείωμά μου. Λέω, λοιπόν.

Ένα πανταχού κυρίαρχο εσύ δονεί, κινεί και εμπνέει τη γραφή. Κάθε ποίημα, ή τουλάχιστον τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, είναι και μια έκφραση λατρείας, μια ομολογία αγάπης, μια δήλωση αφοσίωσης. Το ποιητικό υποκείμενο θύει την ποίησή του στον βωμό του εσύ, απ’ όπου πηγάζει ο λόγος και η δικαίωση της ποίησής του. Οι λέξεις δεν είναι απλό μέσο ανακοίνωσης αυτής της αγάπης. είναι το πεδίο άσκησης, ο χώρος διερεύνησης, εντέλει είναι η αρτεσιανή πηγή της.

Ο ποιητής λαξεύει, σκάβει, σμιλεύει τις λέξεις των ποιημάτων του, σαν να προσπαθεί να τις αποκαθάρει απ’ την υποκρισία, απ’ τον ψεύτικο συναισθηματισμό, απ’ τα περιττά εννοιολογικά λίπη. Κι έτσι άδολες, αθώες και αγνές παιδούλες να τις παραδώσει στην εμπειρία ενός πρωτοφανέρωτου αισθήματος απ’ όπου αρδεύει τον ποιητικό του λόγο. Τα πιο πολλά απ’ τα ποιήματα της συλλογής είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας επεξεργασίας.

Εν ολίγοις, το ερωτικό θέμα είναι εδώ αρμονικά συνταιριασμένο με το γλωσσικό θέμα. Υπάρχουν, υφίστανται, εξελίσσονται από κοινού σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Η γλώσσα αναζητά το περιεχόμενό της, ο έρωτας αναζητά τη μορφή του και ο ποιητής αναζητά μια άλλη ματιά απέναντι στον κόσμο. Το ποίημα προκύπτει ως συνένωση μορφής και περιεχομένου, αλλά κυρίως ως μια άλλη ποιητική στάση απέναντι στην πραγματικότητα. Ο καταληκτικός στίχος «εγωσύ» του ποιήματος «Η λέξη» είναι η κορύφωση της διπλής αυτής, γλωσσικής και ερωτικής, διαδικασίας μέσα απ’ την οποία μια νέα βίωση της πραγματικότητας αναφαίνεται ή ακόμη καλύτερα μια νέα κοσμογονία περιεχομένων και μορφών αναφύεται. Το «εγωσύ» είναι ο ιδρυτικός της λόγος, το ποιητικό και φιλοσοφικό της αγκωνάρι.

Ομοίως αρμονικός είναι ο συνδυασμός που αναγνωρίζω και σε δύο ακόμη τινά.

Ο ποιητικός λόγος συναιρεί το συγκεκριμένο με το αφηρημένο, το προσωπικό με το διυποκειμενικό. Εκκινώντας από ένα ορισμένο πάντα εσύ, σαν να το ξεχνάει στη συνέχεια αφήνοντάς το ασχημάτιστο, απρόσωπο και ανώνυμο για να μιλήσει, τελικά, για κάθε εσύ. Έτσι, δυνάμει αποδέκτης του ποιήματος είναι κάθε εσύ και δυνάμει συγγραφέας του ποιήματος είναι κάθε εγώ. Το βίωμα του δημιουργού συναντά ή παρακινεί το βίωμα του αναγνώστη σε μια από κοινού ερωτική απεύθυνση, που κατά τα άλλα διατηρεί πάντα τον χαρακτήρα της χαμηλόφωνης συνομιλίας ανάμεσα σ’ ένα ορισμένο εγώ και σ’ ένα ορισμένο εσύ.

Ο ποιητικός λόγος είναι παρ’ ολίγον δωρικός στην έκφραση, σχεδόν εγκεφαλικός στην εκφορά αλλά λυρικός στη σύλληψη και συναισθηματικός στο περιεχόμενο. Ομολογεί ένα αίσθημα, χωρίς να το φωνάζει, χωρίς να υπερβάλλει στην έκφρασή του, χωρίς να επενδύει την ποιητική υπόστασή του με περιττά γλωσσικά ψιμύθια. Χειρίζεται με τέτοια σιγουριά, εμπειρία και αυτοπεποίθηση τα εκφραστικά του μέσα, ώστε κάθε λέξη να ηχεί δικαιωμένη ανάμεσα στις άλλες και κάθε ποίημα να διατηρεί μέσα στις επιμέρους συνδηλώσεις του ένα ξεκάθαρο νοηματικό περίγραμμα. Διαβάζοντάς τον έχεις την αίσθηση μιας διαρκούς ακροβασίας πάνω σε μια λεπτή κόκκινη γραμμή αισθήματος και λογικής, λυρικού και δωρικού ύφους, απ’ όπου προέρχεται η αναγνωστική αίσθηση της κατακτημένης ισορροπίας.

Κλείνω με τις απαραίτητες συστάσεις. Ότι δηλαδή αναφέρομαι στην ποιητική συλλογή του Σπύρου Κιοσσέ, Το κάτω κάτω της γραφής, εκδ. Μελάνι, 2018, γιατί στο κάτω στο κάτω κάτω της γραφής αγαπάω, υπερασπίζομαι και εμπνέομαι από κείνες τις γραφές που τόσο ωραία ξέρουν να αγαπάνε, να υπερασπίζονται και να εμπνέουν.


Το βιβλίο της Σάντις Βασιλείου "28 μέρες κάτω από τη γη" εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2017.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων από τις εκδόσεις μας, 
παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία.
από το βιβλίο:

30 τ.μ.

Το σπίτι είναι τόσο μικρό
Πού να χωρέσει τέτοιες συνθήκες πολέμου
Έτσι, δε ζω πια εδώ
Εδώ
Περιμένω

Τα βράδια δανείζομαι ένα ζευγάρι γκρίζα φτερά
Από τον θυρωρό που κάποτε ήτανε πουλί
Ανεβαίνω στην ταράτσα και χορεύω
Όλη νύχτα φλερτάρω
Mε την ιδέα
Να πετάξω

*** 

βιογραφικό:

Η Σάντι Βασιλείου γεννήθηκε το 1995. Ζει στην Αθήνα και σπουδάζει Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η πρώτη ποιητική συλλογή της "28 μέρες κάτω από τη γη" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θράκα το 2017.

***

από κριτικό σημείωμα του ποιητή Γιώργου Ψάλτη στη bookpress:

Η αίσθηση του βιβλίου είναι αυτή ενός μωρού που μεγαλώνει, μεγαλώνει, παραμένει μωρό, μεγαλώνει, γίνεται μεγαλύτερο από τα έπιπλα και τους ανθρώπους, συνεχίζει να μεγαλώνει, να φουσκώνει, παραμένει ένα γλυκό μωρό, καταλαμβάνει όλο το δωμάτιο, οι τοίχοι εξαϋλώνονται, το πάτωμα και το ταβάνι εξαϋλώνονται, το μωρό, ακίνητο, άγαλμα, χαμογελά, αιωρείται, ακίνητο παρακολουθεί την αδιαφορία όσων πριν ήταν στο δωμάτιο μαζί του.  [...]


Στις 16 & 17 Αυγούστου 2019 στο Κάστρο Βελίκας το φεστιβάλ OPEN NIGHTSdefragπαρουσιάζει ένα διήμερο για τον εορτασμό της Αυγουστιάτικης πανσελήνου με τίτλοΣτο φως του φεγγαριού.
Ένα διήμερο οπου το διακαλλιτεχνικό φεστιβάλ OPEN NIGHTS, στον 4ο χρόνο δημιουργίας, με τον ειδικό τίτλο Defrag (= αποκερματισμός), συνεχίζει τον διάλογο μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού και ανοίγει την εμπειρία σε άλλες, εκτός της πόλης της Λάρισας, περιοχές της Θεσσαλίας και της Ελλάδας.
Στο κάστρο της Βελίκας η βάση του φεστιβάλ θα είναι μια εικαστική έκθεση στον αρχαιολογικό χώρο ανοικτή για το κοινό και τις 2 ημέρες από τις 19:00-24:00 ενώ θα παρουσιαστούν Performances Χορού και Ποίησης και πολύ Μουσική.
Το διήμερο φεστιβάλ τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και είναι μια συμπαραγωγή της ομάδας OFF ART με την  Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας, το Δήμο Αγιάς και την Κοινωφελή Επιχείρηση «Καλυψώ». Υποστηρίζεται απο την Περιφέρεια Θεσσαλίας, την ΠΕΔ Θεσσαλίας, την  Αντιδημαρχία Πολιτισμού Λάρισας,  το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το περιοδικό ποίησης ΘΡΑΚΑ και το Quartair Contemporary Art Initiatives (Χάγη, Ολλανδία).
Η είσοδος είναι ελεύθερη ενώ παρέχεται μεταφορά στο Κάστρο με λεωφορείο (έναρξη διαδρομών:19:00 /Πλατάνια Βελίκας)
Στην έκθεση παίρνουν μέρος οι εικαστικοί: Zeger Reyers(Ολλανδία), Fab Jonkers(Ολλανδία), Βαγγέλης Βλαχοδήμος (Λάρισα), Άρτεμις Διαμαντή- (μουσική: Θεόδωρος Καρκατσέλας) (Λάρισα), Ιφιγένεια Σδούκου (ποίηση: Στέλλας Νταβαρούκα) (Λάρισα), Λία Σταμοπούλου(Αθήνα), Σοφία Τερζίδου(Μεγαλόβρυσο Αγιάς), Χάρης Τζίκας(Λάρισα), Κωστής Τσιάχας (Λάρισα)
Ποιητές που θα παρουσιάσουν ποίηση δική τους και άλλων ειναι οι:  Jasmina Mukic (Κροατία), Katja Gorecan  (Σλοβενία), Θάνος Γώγος (Λάρισα), Χρήστος Κολτσίδας (Καρδίτσα), Αντώνης Ψάλτης (Λάρισα)
Χορεύουν: Μαρία Κυρμά, Ρούλα Πίκουλα, Λαμπρινή Πολύζου, Βάσω Σουλτούκη, Κατερίνα Χονδρού
Την καλλιτεχνική διεύθυνση, Σκηνοθεσία και Χορογραφία υπογράφει η Ρούλα Καραφέρη.
Χορηγοί είναι το Spitaki Café και  Ηλιάτορας –coffee & snack bar, ενω χορηγοί επικοινωνίας η  Eφημερίδα των Συντακτών και η διαδυκτιακή πλατφόρμα All about Festivals.

Η «Βεγγέρα» της Μαργαρίτας Νταλακμάνη εκδόθηκε το 2017 από τις εκδόσεις Θράκα.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων από τις εκδόσεις μας, 
παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία.
Από το βιβλίο:
Καμιά φορά ζηλεύω τους ανθρώπους που έχουν άνοια. Σε περιμένουν χωρίς αγωνία, δεν έχουν τίποτα να τους στερήσεις πια, καμία ανάμνηση, κανέναν αγαπημένο, κανένα όνομα. Δεν σε ζητάνε ως λύτρωση, δεν μετράνε τον χρόνο, δεν υπάρχει χρόνος. Τον μεγαλύτερο μου φόβο, μη χάσω το μυαλό μου, μη ξεχάσω τα ονόματα των ανθρώπων μου, τα πρόσωπά τους, τις φωνές τους, τον χειρότερο εφιάλτη μου, τον βλέπω σαν την καλύτερη εκδίκησή σου.

*

Από κριτικό σημείωμα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου που δημοσιεύθηκε στο blog του:

Η Βεγγέρα της Μαργαρίτας Νταλακμάνη είναι ένα από αυτά τα πολύ μικρά βιβλία που μας αρέσει να τα διαβάζουμε μονοκοπανιά, όταν ξέρουμε πως δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας, για να βρεθούμε τελικά να τα πιάνουμε από την αρχή δυο και τρεις φορές στη σειρά, γιατί δεν μπορούμε να τ’ αφήσουμε τόσο γρήγορα κάτω.

*
Βιογραφικό:
Η Μαργαρίτα Νταλακμάνη γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1977. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA