πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.
ΛΕΝΑ  ΚΑΛΛΕΡΓΗ – ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ

εκδόσεις Γαβριηλίδης

( παρουσιάση , 03/07/19, Αντώνης Ψάλτης, Λάρισα )

Στην ιστορία της Μεσογείου ( από τα παράλια της εγγύς Ανατολής και τα συροπαλαιστινιακά ενδότερά, μέχρι το Γιβραλτάρ ) το πλοίο έχει, ήδη από την νεολιθική ή πιθανώς και από την μεσολιθική εποχή, την σημαντικότερη θέση. Είναι το πλοίο μέσω του οποίου ο προϊστορικός και αρχαίος άνθρωπος θα κατακτήσει τον ρου των ποταμών και την θάλασσα, ουσιαστικά έτσι συμβάλλοντας σημαντικά σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του ανθρώπου και του πολιτισμού. Είναι το πλοίο το μεταφορικό μέσo ανταλλαγής εμπορευμάτων. Είναι το πλοίο που θα μεταφέρει, ως τρόπο εμπορικής συνεννόησης αρχικά, μεμονωμένες λέξεις. Λέξεις λειτουργικές, αλλά και γλώσσες που βρίσκονται στην φάση της δημιουργίας τους ή σημαντικής εξέλιξης τους. Είναι εν τέλει το πλοίο ο αγωγός μέσω του οποίου θα υπάρξει η επικοινωνία όχι μόνο των τότε ελιτ, με ανταλλαγές πολύτιμων δώρων, αλλά και ολόκληρων των ξεχωριστών πολιτισμών, και είναι εξ αιτίας του πλοίου που αυτή η επικοινωνία θα δημιουργήσει έναν ευρύτερα αποκαλούμενο πολιτισμό, τον μεσογειακό (καταχρηστικό όνομα, πλην όμως έχει βάση), που είναι ο γενεσιουργός του δυτικού πολιτισμού.

Κάθε άλλο, λοιπόν, παρά τυχαίο είναι, το ότι ένας από τους βασικότερους μεσογειακούς και θρησκευτικούς μύθους είναι ο μύθος της κιβωτού του Νώε. Ωστόσο δεν πρόκειται για τόσο αυθαίρετο μύθο, άλλωστε ουδείς μύθος πατά απόλυτα στην αυθαιρεσία. Οι αρχαιολογικές μελέτες αναφέρονται σε κάποιο είδος υδάτινων καταστροφών περίπου το 3.000 πΧ, εποχή δηλαδή που οι γλώσσες της ευρύτερης περιοχής μπαίνουν στο στάδιο της αναδημιουργίας τους, της αναγέννησής τους, από την απλή σφηνοειδή, στην δημιουργία αλφάβητου, από τις απλοϊκές προτασούλες στην γραφή βασιλικών επιστολών, αλλά και ιερατικών ύμνων, και λίγο αργότερα επικών ύμνων, που αποτελούν την πρώτη μορφή  ποίησης.

Δεν είναι, λοιπόν και εξίσου, διόλου τυχαίο που το πρώτο μέρος του βιβλίου της Καλλέγρη, με τίτλο “ περισσεύει ένα πλοίο ” ξεκινά με ένα εισαγωγικό άτιτλο ποίημα, με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία, με θέμα την κιβωτό. Λαμβάνοντας αφορμή από τον μύθο του κατακλυσμού, μύθος που με διάφορες παραλλαγές, κυκλοφορούσε σε όλες τις περιοχές της μεσογείου,  η ποιήτρια εκθέτει τους προβληματισμούς της για την γραφή και την λειτουργία της ποίησης. Στις επόμενες τρεις ενότητες προχωρεί στην δική της ανάγνωση του κόσμου, όπως και αργότερα θα πω, αλλά εγώ στην σημερινή μας παρουσίαση θα ασχοληθώ κυρίως με την πρώτη ενότητα του βιβλίου.

Οι δύο πρώτοι στίχοι του βιβλίου έχουν ως εξής : “ Από τη σιγουριά της Κιβωτού / περίσσεψε ένας ”. Μήπως η σιγουριά της  Κιβωτού είναι ο δεδομένος κόσμος, η δεδομένη πραγματικότητα, η δίχως ανάγκη αναπαράστασης, δίχως ανάγκη τραγουδιού, δίχως ανάγκη γλώσσας πραγματικότητα. Που αλλού θα βρει κάποιος ασφάλεια, σιγουριά, παρά εκεί που ουδέν τίθεται υπό αμφισβήτηση, αφού έχουν γίνει όλα όπως τα θέλει και τα διδάσκει η σιγουριά; Δίπλα στη λέξη  σιγουριά μπορείτε να βάλετε παράδοση, θρησκεία, νόμοι, έθιμα... Εκεί που όλα προκαθορισμένα δίνονται και λειτουργούν ανέγγιχτα από την περιέργεια της γλώσσας, και κάθε είδους περιέργεια δεν μπορεί παρά να ριψοκινδυνεύει, να ενέχει τον κίνδυνο της ναυτίας, μιας και βρισκόμαστε στην πλημμύρα του μύθου, της θάλασσας ή της γλώσσας.

Κι όμως από αυτή τη σιγουριά περίσσεψε ένας, λέει η Καλλέργη. Κι αυτός ο ένας, που πατρίδα του είναι μόνο το σώμα του, εδώ ( μιας και μιλάμε παράλληλα με τον θρησκευτικό μύθο ) θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τον πλάνητα ( πάντα συμφωνά με την χριστιανική θρησκεία ) Ιησού, ο οποίος αναζητά να βρει ποιος ορίζει τον ρυθμό και τον λόγο. Ρυθμός και λόγος : μπαίνει σιγά σιγά στην πλάση του βιβλίου της Καλλέργη το ζήτημα της γραφής της ποίησης. Λίγο πιο κάτω στο ίδιο εισαγωγικό ποίημα ο Θεός μιλά ως παράταιρος, ως έξω από την σιγουριά, ως τρελός και μας λέει ότι στην αρχή είναι ο λόγος. Τρέλα να επιμένουμε στις μέρες μας ότι στην αρχή είναι ο λόγος και όχι πχ το νόμισμα, το συμφέρον, οι ατέρμονες υλικές απολαύσεις, ή τα μεταφυσικά μαξιλάρια που διόλου απλόχερα, αλλά με αντάλλαγμα την σιωπή, την πίστη, και την μη έρευνα, μας προσφέρουν οι θρησκείες.

Δεν πρέπει ουδέποτε να ξεχνάμε ότι δύναμη ουσιαστική της ποίησης είναι η πολυσημία, η μεταφορά, η αλληγορία. Μοιάζει, λοιπόν, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, και στα δικά μου μάτια, η Καλλέργη να μας μιλά, δανειζόμενη τον μύθο και την ιστορία της χριστιανικής θρησκείας, για την μοίρα του ιδίου του ποιητή. Είναι ο ποιητής ο δημιουργός δια της γλώσσας; Είναι αυτός που μεταφέρει το ποίημα – το δημιούργημα του θεού δια της γλώσσας στο χαρτί, και χωρίς ιερατικούς διαμεσολαβητές; Η σχέση θείου και ποίησης έχει διερευνηθεί  πάρα πολλές φορές και για μερικούς ποιητές, όπως πχ ο Χέλντερλιν, υπήρξε το μέγα – ίσως και το μοναδικό – ζήτημα.

Στο πρώτο λοιπόν ποίημα της πρώτης ενότητας, και μετά από όλα τα ζητήματα που θίγει η Καλλέργη στην προμετωπίδα της ενότητας, έχουμε ξεκάθαρα τον ποιητή να μιλά. Όχι να μιλά ο ποιητής για την έλλειψη σιγουριάς της γλώσσας, για τον παράταιρο θεό ή τι άλλο, αλλά έχουμε τον ποιητή να μιλά για τον ποιητή, για την μοίρα του, για την δική του ζωή. Μέσα σ’ αυτή τη σιγουριά, μας λέει, υπήρξα και γω, όμως δεν ξέρω από πλοία, δεν ξέρω από ταξίδια. Αυτό που πρέπει να κάνω, γράφει στον τελευταίο στίχο, είναι να φτιάξω ένα άλλο πλοίο, δικό μου. Άρα ο ποιητής, σύμφωνα με την Καλλέργη, οφείλει να φτιάξει μια δική του ποιητική ( το τονίζω αυτό  ) γλώσσα, αφού όπως μας λέει και στο επόμενο ποίημα, όπως τα πλοία έτσι και οι γλώσσες, άρα κάθε πλοίο και γλώσσα, άρα κάθε ποιητής ( που θέλει να φτιάξει ένα πλοίο -  ένα ποίημα ) πρέπει, αν θέλει να  δημιουργεί ως  ποιητής, να καταθέσει μια δική του ποιητική γλώσσα. Αν ο ποιητής δεν καταθέσει μια δική του ποιητική γλώσσα, αν με άλλα λόγια δεν φτιάξει το δικό του πλοίο, την δική του κιβωτό, έξω από την δεδομένη σιγουριά, τότε, αναρωτιέται η Καλλέργη, γιατί ποιεί ; Τι δημιουργεί ; Τι κάνει ; Στο τρίτο ποίημα, ένα έξοχο ποίημα, “το αλάτι”, όπως το ονομάζει, η Καλλέργη μας λέει ξεκάθαρα, ότι χωρίς την ποιητική γλώσσα του ο ποιητής αποτυγχάνει. Ότι χωρίς συγκεκριμένη πρόθεση, χωρίς το αριστοτελικό “ου ένεκα”, ας προσθέσω εγώ, ο ποιητής παύει να λειτουργεί ως ποιητής και εκπίπτει στην φιγούρα ενός ναυαγού που ψάχνει απλώς από κάπου να πιαστεί. “Όλοι έρχονται στην θάλασσα με στέρεες προθέσεις.” Έτσι ξεκινάει το ποίημα, με αυτή την τόσο ποιητικά γραμμένη καταγγελία ! Ποιος είναι ο λόγος να έρθεις στην θάλασσα, στην ποίηση δηλαδή, αν οι προθέσεις σου δεν είναι θαλασσινές, δεν είναι ποιητικές, αλλά στέρεες, δηλαδή σίγουρες και σταθερές. Αβρόχοις ποσί δεν γράφεται ποίηση και οι στέρεες προθέσεις δεν ταιριάζουν στην θάλασσα. Το να βουτάς στην θάλασσα της ποίησης απλώς για να δροσίσεις την φλεγόμενη ματαιοδοξία σου, αγνοώντας την ώσμωση, και τους κινδύνους της, ήδη, αποκαλύπτει τις προθέσεις σου : αποκαλύπτει πως η πρόθεσή σου δεν είναι το ποίημα, ακόμη και αν πνιγείς γι αυτό, αλλά η δική σου δροσιά, κάτι σαν τα θερινά μπάνια στις πλαζ, κι αυτό δεν είναι η λειτουργία της ποίησης, ούτε της θάλασσας. Στην γραφή των ποιημάτων δεν προστρέχουμε, μας λέει η Καλλέργη, και συμφωνώ απολύτως, ως ένα άλλο group therapy φλεγόμενων ατόμων προκειμένου να σβηστούν τα πάθη μας. Δεν είναι ψυχολογική σανίδα τα ποιήματα. Γι αυτό και όσοι κάτι τέτοιο ποθούν, δεν  βρίσκουν σωτηρία, αντιθέτως έτι περαιτέρω ουρλιάζουν και καίγονται, και φυσικά απορούν γι αυτό. Με άλλα λόγια τα ψυχολογικά προβλήματα και τα συμπλέγματα του καθενός δεν μας αφορούν εμάς τους αναγνώστες. Μπορούν να μείνουν ως  γραπτά στο συρτάρι τους. Κάποιων τα χέρια, πριν καν δαμάσουν την πρώτη θύελλα, γίνονται ξύλα. Και πως να γράψει ένα ξύλινο χέρι, παρά με ξύλινη γλώσσα, όταν ο σκοπός τους ήταν απλώς τα εύκολα ποιηματάκια, που μοιάζουν, αλλά δεν είναι, θαλασσινά τραγούδια ... Όσο για εκείνους που θέλουν μέσα στα ποιήματα να βυθιστούν, να σιωπήσουν, υπάρχει και η άνωση. Ο τελευταίος στίχος αυτού του εξαίσιου ποιήματος έχει ως εξής : “Δεν κάνουν τα ψάρια τη θάλασσα ούτε οι λέξεις τη γλώσσα”. Με μερικές λέξεις στη σειρά δεν φτιάχνεται, λοιπόν, ποιητική γλώσσα. Η γραφή του ποιήματος δεν είναι μολύβι, χαρτί, λέξεις. Στην συνέχεια η Καλλέργη συνεχίζει με τα επόμενα ποιήματα να αναπτύσσει τις σκέψεις της για την γραφή των ποιημάτων, καταλήγοντας να μας πει στο τελευταίο ποίημα της ενότητας με τον τίτλο “Τυχαίος χρησμός”, ότι η ίδια δοκιμάζει άλλες γλώσσες, αλλάζει πατρίδες, επιστρέφει σε άγνωστα κύματα, που  είναι σαν να μας λέει, ότι και η επανάληψη ενός ίδιου τρόπου γραφής των ποιημάτων από τον ίδιο ποιητή, αυτό που λέμε μανιέρα, κάθε άλλο παρά ωφέλιμο είναι για την πορεία του, για την δημιουργία του, για τα ποιήματα εν τέλει.

Στις επόμενες τρεις ενότητες η Καλλέργη ξεδιπλώνει, με την δική της ποιητική γλώσσα, τον τρόπο με τον οποίο θωρεί ζητήματα που μας απασχολούν όλους. Φτιάχνει τις δικές της ερωτήσεις, δίνει τις δικές της πιθανές απαντήσεις. Από κάπου εις κάπου, με στίχους εμβόλιμους ή ταιριαστούς στο ποίημα, συνεχίζει να αναφέρεται στο ζήτημα της γραφής. Δεν θα αναφερθώ σ’ αυτές τις επόμενες ενότητες, πλην ενός ποιήματος, μα απλώς θα σας προτείνω εσείς οι ίδιοι να  διαβάσετε τα ποιήματα της Καλλέργη και να επικοινωνήσετε μαζί τους και μαζί της. Γιατί, κατά την άποψη μου, χωρίς τον αναγνώστη το ποίημα είναι κολοβό.

Στο τελευταίο μέρος της συλλογής υπάρχει ένα ποίημα που λέγεται “Ατέλεια”. Σ’ αυτό το ποίημα διαβάζουμε τον στίχο “ένα πλοίο περισσεύει”. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, για πιο λόγο το πλοίο που περισσεύει, βρίσκεται στο ποίημα με τον τίτλο “Ατέλεια”. Σε τι συνίσταται αυτή η ατέλεια εξ αιτίας της οποίας ένα κατιτις, ένα πλοίο ( που σε λίγο θα προσπαθήσω να δω τι είναι αυτό το πλοίο ) περισσεύει, κάτι δηλαδή είναι περιττό ; ( Και ως περιττό ίσως και πολυτελές ...) Ή μήπως το αντίστροφο συμβαίνει ; Ακριβώς, δηλαδή, επειδή κάτι περισσεύει, διαπιστώνει η Καλλέργη και την ατέλεια ; Δεν πρόκειται περί φαύλου κύκλου. Κάτι άλλο κρύβεται σ’ αυτή την σχέση  περιττού και ατέλειας. Κάτι άγνωστο όπως γράφει η Καλλέργη στον τελευταίο στίχο της “Ατέλειας”. Μιλώντας για το περισσεύον πλοίο γράφει : “Το αφήνω / να ταιριάζει με το άγνωστο”. Προσέξτε : όχι  να συμπλέει με το άγνωστο, όχι να πλέει προς το άγνωστο ( τι φτηνός ρομαντισμός θα ήταν κάτι τέτοιο...), αλλά “ το αφήνω να ταιριάζει με το άγνωστο”. Ταιριάζει μεν, δεν είναι δε. Το άγνωστο, διαβάζω εγώ σ αυτό το στίχο, είναι η προσπάθεια ανάγνωσης της πραγματικότητας, του κόσμου, και το πλοίο, το ποίημα δηλαδή, που φτιάχνει ο ποιητής, έξω από την κιβωτό, ταιριάζουν, αλλά δεν είναι ίδια. Κάτι διαφορετικό, έστω ελαχίστως, έχει το πλοίο. Δεν είναι εντελώς άγνωστο, είναι σχετικά γνωστό, αλλά και από την άλλη έχει κάτι το σκοτεινό, το άγνωστο, το μυστηριώδες, είναι το ένα και μοναδικό όχημα του ανθρώπου, η γλώσσα, όπως αυτή μεταφέρεται με τα πλοία ήδη, όπως προείπα, από την νεολιθική εποχή. Ας επιστρέψουμε όμως στο περιττό. Θυμόμαστε τον περίφημο στίχο του Νίκου Καρούζου : “ο ποιητής, κύριοι, περισσεύει”. Βέβαια ο Καρούζος δίνει μια πιο “τρέχουσα” και καθημερινή ερμηνεία στον στίχο του όταν τον ρωτάν γι αυτό. Θυμόμαστε, εξίσου, και το μέγα ερώτημα του Χέλντερλιν, γιατί οι ποιητές;

Αν η ατέλεια, λοιπόν, έγκειται στο γεγονός ότι πάντα κάτι θα μας ξεφεύγει από την ερμηνεία του κόσμου, ή πάντα κάτι σιωπά στην ερμηνεία του κόσμου ( και αυτή η ερμηνεία γίνεται δια της γλώσσας ), τότε από την άλλη αυτό που περισσεύει, το πλοίο, δεν είναι άλλο τι από το την ποίηση, ή αν θέλετε ( πέρα από αφαιρέσεις και έννοιες ) το ίδιο το ποίημα. Εν τέλει : (το ίδιο) το βλέμμα του ποιητή. Αλλά γιατί να περισσεύει το βλέμμα του ποιητή και όχι το βλέμμα του αντιπροσώπου του θεού, ή του δικαστή ; Διότι το βλέμμα του ποιητή ( το οδύσσειο βλέμμα, όπως ο Αγγελόπουλος το κινηματογράφησε, σ’ εκείνη την αριστουργηματική ταινία ) βρίσκεται, όπως προείπα, έξω από την σιγουριά της κιβωτού, δηλαδή έξω από κάθε παραδεδεγμένη ανάγνωση του κόσμου, της πραγματικότητας. Και δεν θα μπορούσε, αν είναι ποίημα, να συμβαίνει αλλιώς, αφού αυτό είναι το ποίημα, αυτός είναι ο άσβεστος πόθος του ποιητή : Να αναγνώσει την πραγματικότητα, τον κόσμο κάπως αλλιώς, πέρα από την απαραίτητη, πλην κοπιαστική και αδιέξοδη, καθημερινότητα. Ο ποιητής δεν προσπαθεί να δραπετεύσει από την πραγματικότητα. Ο ποιητής ζει φρικτά μέσα στην πραγματικότητα, το αποδέχεται αυτό, το γνωρίζει καλά αυτό, και γι αυτό προσπαθεί με το ποίημα να την αναγνώσει αλλιώς. Αποδράσει σημαίνει αυτοχειρία, είτε βιολογική, είτε ποιητική. Και ο ποιητής κάθε άλλο παρά αυτόχειρας είναι. Ο ποιητής ψάχνει συνεχώς για μια άλλη ανάγνωση του κόσμου, είτε με επιτυχία, όπως στην περίπτωση της Καλλέργη, είτε – άλλοτε – με αποτυχία, και συχνά πυκνά η αποτυχία δεν είναι λογοτεχνική, και τότε  ακόμη διαβάζουμε πολύ καλά ποιήματα. Επιτυχία - αποτυχία εν τέλει δεν είναι αυτό που έχει την μέγιστη σημασία. Εν τέλει προτιμότερο είναι ένα πλοίο, ένα ποίημα, ο ποιητής να θαλασσοτσακίζεται στα βράχια της πραγματικότητας, παρά να μην προσπαθεί καθόλου να την αναγνώσει ποιητικά.

Το "Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα;" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΘΡΑΚΑ, το 2016.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων των εκδόσεών μας, παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία μας.

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Γιούλη Αναστασοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε Φιλοσοφία-Παιδαγωγική-Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών, Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού στη Σκωτία και Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είναι ψυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια και επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Αθηνών. Δε δηλώνει τόσο συγγραφέας όσο συστηματικός αναγνώστης.
Έγραψε την πρώτη της ιστορία το 1988. Το 2008 βρέθηκε ανάμεσα στους δώδεκα επιλεχθέντες του διαγωνισμού των εκδόσεων Πατάκη "Hotel Internet", με το διήγημα για το facebook "Κάνε με φίλο σου". To 2013 κέρδισε το 1ο βραβείο στο Διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό Παραξένες Μέρες. Το 2014 βραβεύτηκε στον διαγωνισμό Μίμης Σουλιώτης που διοργανώθηκε από το Παν/ Μακεδονίας, Τμήμα Δημιουργικής Γραφής. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη συγγραφή στο ΕΚΕΒΙ. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει ενεργά στη Λέσχη Δημιουργικής Γραφής Γομολάστιχα που αριθμεί οκτώ -μανιώδη με το γράψιμο- μέλη. Το "Ψυχή στην Κούλουρη" είναι η πρώτη της νουβέλα.


Στα πλαίσια του Φεστιβάλ  "Με Θέα το Αιγαίο" και του Ευρωπαικού προγράμματος κυκλικών λογοτεχνικών διαμονών "το καταφύγιο του Οδυσσεά"

Έλληνες, Κροάτες και Σλοβένοι ποιητές θα διαβάσουν ποίησή τους στα Αγγλικά και στα Ελληνικά
με θέα το αιγαίο . 


Σάββατο 27 Ιουλίου
Παράλια Λάρισας
Βελίκα 
Καφέ  Ηλιάτορας
19 :30

Ποιήματα τους διαβάζουν οι :

Marija Dejanovic
Katja Gorecan
Aljaz Koprivnikar
Ivan Srsen

Χρύσα Αλεξίου
Ελένη Αναστασοπούλου
Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
Θάνος Γώγος
Γιάννης Ζαραμπούκας
Παύλος Καστανάρας
Δημήτρης Κρανιώτης
Ηλίας Κουρκούτας
Σοφία Μπεκιώτη
Άκης Παραφέλας
Σωτήρης Παστάκας
Πέτρος Σκυθιώτης



Διοργάνωση Περιφέρεια Θεσσαλίας
Επιμέλεια εκδήλωσης : Θάνος Γώγος

Χορηγοί :
Ξενοδοχείο Μετροπόλ
Kubrik Pure Social Club

Πολύτιμος υποστηρικτής του Project "Το καταφύγιο του Οδυσσέα"
ΟΣΔΕΛ

Δωρητής του Project  "Το καταφύγιο του Οδυσσέα"
Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Συνδιοργάνωση του Project καταφύγιο του Οδυσσέα : Θράκα/ Αντιδημαρχία πολιτισμού και επιστημών δήμου Λαρισαίων 
«Ο φόνος του λευκού» του Παναγιώτη Δημητριάδη εκδόθηκε το 2016.

«Ένα βιβλίο την ημέρα...»: 
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων, παρουσιάζουμε παλιές και νεότερες εκδόσεις μας.


Επιλογή ποιημάτων από το βιβλίο:

αλληγορία ενός λεπτού

ήμουν εγώ
ο τυφλός θεατής
στο ασύμμετρο σώμα
που λείπει

ήμουν εγώ που ψιθύρισα
με φάλτσο φερέφωνο
στον κωφό ακροατή
λέξεις δίχως κόκκαλα
που έκρυψα
με περίσσια τέχνη
κάτω απ’ τη γλώσσα

δεν ήμουν εγώ
αλλά ό,τι χώρεσε η σιωπή
σε μια λέξη
---


υπό-λογισμός

η σκέψη σου στριμώχτηκε
σε κύτταρα κορνίζες
συμβολικά αναίσθητων
κρυστάλλων δακρυσμένων

ο όγκος διαμελίστηκε
με αθόρυβο ουρλιαχτό
κι όλη η δόξα των ψηφίων
σε βίαιες, κωφάλαλες, τραυλές
ηλεκτρισμένες νότες

μα πόση μνήμη να χωρά μια σταγόνα
στην πεπλεγμένη σκιά του καμβά
ανάπηρο γέννημα του χώρου
μοναχικά δυαδικών
δισδιάστατων ονείρων
----------------

Αποσπάσματα κριτικής:

[...] Λέξεις που επιδιώκουν να αποτυπώσουν την πληθωριστικά αυξανόμενη μελαγχολία του θραυσματικού, ρευστού σχεδόν, υποκειμένου της γραφής. Γιατί παρά το λευκό, που αγωνίζεται να συντονιστεί με το γαλάζιο,  παραπέμποντας στην «άχωρη χώρα» και τους γαλανόλευκους κατοίκους της, η φωνή εκφοράς   κραυγάζει την ασφυκτική αστική συνθήκη και όσα αυτή επιβάλλει, δυσανασχετεί και θλίβεται για την εναγώνια καθημερινότητα και τη φθορά (βλ. «ξύπνημα πρωινής πόλης», «πείραγμα των άκρων», «αστική μόδα» κ.ά.). Τη δολοφονία του λευκού, στην οποίαν παραπέμπει ο τίτλος της συλλογής, την αφήνει ο Δημητριάδης στην προσοχή του αναγνώστη να την ερμηνεύσει, προσοχή που δίκαια ζητά ποιητής με την πρώτη του ενδιαφέρουσα εμφάνιση. 
 
Βαρβάρα Ρούσσου, ο αναγνώστης






ΦΩΣ ΕΞΟΔΟΥ


Θεόρατη ήσουν.
Πώς είχες χωρέσει όλη μέσα μου;
Μόνο όταν σε έφτυσα σε είδα.

Εσύ
που κέρδισες τον θάνατο
και τον φυλάκισες στα μάτια σου
για να ξορκίζεις του κόσμου τη ντροπή
που με το γέλιο σου έκανες
το στέρφο το αίμα μου ν’ ανθίζει
πώς άφησες να γλιστρήσουν απ’ τα σπλάχνα σου
τα χέρια μου.

Κι εγώ
που τα κόκαλά σου λάτρεψα
πώς θρύψαλα έκανα* τα κόκαλά σου
πάνω που άρχισαν να λάμπουν
πώς θέρισα με μια χεριά
τα φύλλα από τον σβέρκο μας.

Λοιπόν
ένα ποίημα είμαι, που γράφεται μονάχο του
αρπάζει φωτιά όταν τελειώνει
και μιλά μέσα απ’ τις στάχτες του
κι ούτε θα μάθω ποτέ αν
το θαύμα άξιζε τον πόνο.

[Πώς το φως σου ξεφλούδισα
απ’ το δέρμα μου.
Τώρα κόκκινος
γυαλιστερός
τρεμάμενος
πορεύομαι]


*όπως κρατούσα εκείνο το βράδυ
στο χέρι ένα σπουργίτι και σου έλεγα
σου μοιάζει δες τι όμορφο που είναι
μέχρι που στα δάχτυλά μου έτριξε.





O Σλοβένος Αλίαζ Κοπριβνίκαρ στην Αθήνα

Οι εκδόσεις Βακχικόν, το περιοδικό Θράκα και η Αντιδημρχία πολιτισμού και επιστημών του Δήμου Λαρισαίων, σας προσκαλούν στην παρουσίαση των βιβλίων Ανθολογία νέων Σλοβένων ποιητών και Ανατομία, παρόντος του Σλοβένου ποιητή Αλίαζ Κοπριβνίκαρ, την Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019 στις 19.30 μ.μ. στο βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101 Αθήνα).








Ο σκοπός αυτός που μέρα νύχτα
το μυαλό μου τυραννά,
ο σκοπός αυτός έρχεται απ’ τα παλιά.
Φτάνει από μακριά, όπως κι εγώ,
με χιλιάδες μουσικούς να δίνουνε ρυθμό.

Μια μέρα αυτός ο σκοπός θα με οδηγήσει στην τρέλα.
Θέλησα εκατό φορές να εξηγήσω το γιατί.
Όμως με έκοβε πριν πω έστω μια κουβέντα,
έκανε πάντα εκείνος την αρχή,
σβήνοντας τη δική μου τη φωνή.

Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Πίσω μου τρέχοντας φτάνει.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Με βάζει στης ανάμνησης την πλάνη.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Είναι σκοπός που ένοχη να αισθάνομαι με κάνει.

Και σέρνω πίσω μου
σαν αλλόκοτη παραφωνία
αυτόν το σκοπό που ξέρει απ’ έξω
όλη μου την ιστορία.

Μου λέει: «Τα σκιρτήματα θυμήσου της καρδιάς σου.
Θυμήσου
γιατί έρχεται η σειρά σου.
Δεν υπάρχει λόγος να μη ρίξεις δάκρια πικρά
τ’ ενθύμιά σου όταν κρατάς στην αγκαλιά».

Κι εγώ αναπολώ αυτούς που έχουν απομείνει,
τα είκοσι μου χρόνια σαν ταμπούρλα να χτυπούν,
των χειρονομιών κοιτώ τη δίνη,
όλη τη κωμωδία των ερώτων που περνούν,
στη συνεχή επανάληψη αυτού του σκοπού.

Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Τα «Σ’ αγαπώ» στις δεκατέσσερις Ιουλίου.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Τα «Για πάντα» σε τιμή πεζοδρομίου.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Τα «Θέλεις-πάρε» στα όρια του γελοίου.

Kαι όλα αυτά μέχρι το επόμενο στενό
για να με κατακλύσει
αυτός ο σκοπός
που με είχε αναγνωρίσει.

Ακούστε σαματά που ξυπνά στα σωθικά.
Λες και όσα έγιναν απλώνονται στα μάτια μου μπροστά.
Πρέπει να κρατήσω λίγη λύπη για μετά.

Με κούρασε το σολφέζ του σκοπού
που χτυπά,
που χτυπά
σαν μια ξύλινη καρδιά.


Στίχοι: Henri Contet
Μουσική: Norbert Glanzberg
Πρώτη κυκλοφορία: 1951



Ο πατέρας της ήταν ακροβάτης, η μητέρα της τραγουδίστρια, η ίδια, η Édith Giovanna Gassion, έμεινε στην ιστορία ως ένα «σπουργίτι» (Piaf), μικροκαμωμένο και μαυροντυμένο. Παρατημένη από τη μητέρα της, μεγαλωμένη από τις εταίρες που δούλευαν στον οίκο ανοχής της γιαγιάς της, είδε να πεθαίνουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πολλοί έρωτες, έχοντας βιώσει και τον θάνατο του μοναδικού της παιδιού, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια. Ο τραγικός δυναμισμός της ερμηνείας της έδεσε, κάπως έτσι, με τη φιγούρα και την προσωπική ιστορία, δημιουργώντας τον θρύλο. Λες και η ζωή της ολόκληρη ήταν ένα performance της τέχνης της. Είναι αλήθεια πως πολλά από τα τραγούδια που ερμήνευσε, όπως το συγκεκριμένο, μπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτοβιογραφικά. Έχει όμως σημασία αυτό; Ναι, υπάρχει κάτι ρομαντικό στο προσωπικό δράμα. Ο σπουδαίος καλλιτέχνης όμως υψώνεται, μέσα από το έργο του, πάνω από την όποια κατάρα έχει χρεωθεί. Η Édith Piaf ήταν σπουδαία.

 
Κούλα Αδαλόγλου
Ο χρόνος, η καθημερινότητα και η καταγραφή τους
Αρχοντούλα Διαβάτη, Κινητή γιορτή, εκδ. Νησίδες, 2018

Το πρόσφατο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη περιλαμβάνει μικροαφηγήσεις, αυτές που πολύ νωρίς άρχισε να γράφει, και τις σφράγισε με το προσωπικό της ύφος, καθώς παράλληλα παρεισφρέουν ο ημερολογιακός χαρακτήρας και μια μορφή χρονογραφήματος. Με το κέντρο βάρους της αφήγησης να έχει μετατοπιστεί στο παρόν, αλλά και με τις αναγκαίες αναδρομές.
Η αφηγήτρια αγγίζει θέματα καθημερινά σε ένα μεγάλο εύρος: θέματα σχέσεων, οικογενειακών και διαπροσωπικών, θέματα κοινωνικά και πολιτικά. Με καθαρότητα, ειλικρίνεια, αμεσότητα. Με δύναμη πύκνωσης στην αφήγηση.
Επισημαίνω ιδιαίτερα την αφηγήτρια γυναίκα, με τις ιδιότητες της επιστήμονος, μητέρας, συγγραφέως, με το χαρακτηριστικό της γυναίκας που μεγαλώνει και με τις συνακόλουθες απώλειες, κάθε είδους. Οι αναφορές, επίσης, σε αναγνώσεις νέες και παλιές, σε ταινίες που προβληματίζουν. Οι αναφορές στα διαβάσματα καις τις ταινίες που έχουν εντυπωσιάσει την αφηγήτρια-τις αφηγήτριες γίνονται στο πλαίσιο των ανησυχιών μια γυναίκας όχι μόνο σπουδαγμένης, αλλά και με λογοτεχνικές ή/και καλλιτεχνικές ευαισθησίες.
Είναι ενδιαφέρον ότι όλες οι καταγραφές εντάσσονται στην καθημερινότητά της και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Δεν υπάρχει εκζήτηση ή πόζα, αλλά ανήσυχη αναζήτηση και αξεδίψαστη επιθυμία μάθησης.
Και στις λέσχες ανάγνωσης, αδιέξοδο: το ένα βιβλίο σε πάει στο άλλο κι από δίπλα η επικαιρότητα, οι κριτικές που εξάπτουν την επιθυμία, όλο και κάποιο νέο τίτλο θα έχεις εντοπίσει ως επιθυμητό, κι αυτό που προτείνουν οι άλλοι δεν είναι η δική σου φωνή. («Εσείς καλά;», σ. 29)
Η σχέση με τον χρόνο: στις αφηγήσεις αφετηρία συνήθως αποτελεί το παρόν, στο οποίο δίνεται πλέον η έμφαση. Από εκεί ξεκινά η αφηγήτρια. Το ζει με τους τωρινούς φίλους, οι πιο πολλοί από τους οποίους είναι φίλοι παλιοί, από το παρελθόν. Ταξιδεύουν, συζητούν, διαφωνούν, προβληματίζονται. Μεγαλώνουν με τις ιδιορρυθμίες και τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους. Ζευγάρια πάντα. Μαζί και οι στιγμές της αφηγήτριας με τον συμβίο. Ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν και οι αναδρομές στο παρελθόν.
Και πάλι αναπολούν τις περσινές διακοπές – σε ποιο νησί; – και τις προπέρσινες, προσπαθούν να θυμηθούν συνεταιρικά – προϊούσης της ηλικίας η μνήμη τους οπισθοχωρεί – χρονιές και τοπωνύμια, παλιά τους κατορθώματα, και ανέκδοτα και τραγούδια και ημερομηνίες, και δίνουν τόπο στην οργή και ανέχονται τον άλλο, που ποιος είναι στο κάτω κάτω, ο στενός τους φίλος είναι, η καλή τους φίλη που δοκιμάζει βέβαια τα όριά τους. («Σέλφι», σ.13)
Η νεότητα, τα όνειρα και οι απώλειες αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία των αφηγήσεων. Είτε απώλεια σημαίνει θάνατος είτε απομάκρυνση του αγαπημένου προσώπου από την καθημερινότητα της αφηγήτριας.
Και η στενή της φίλη, η κολλητή της έφυγε κι αυτή, τώρα βρήκε να φύγει, αποχωρίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι ζωής, ένα μεγάλο παγόβουνο που στηριζόταν σ’ αυτό και το ’λεγε ζωή της και τώρα έφυγε κάτω απ’ τα πόδια της, μαζί με τη φίλη και όσα μοιραζόταν μαζί της, τον κόσμο όλο. («Ασπίδα ή μετά την Ιζαμπέλα Μολνάρ», σ. 20)
Η αφηγήτρια στα πεζά της Διαβάτη αλλάζει κάποια χαρακτηριστικά από κείμενο σε κείμενο. Όμως τα βασικά χαρακτηριστικά παραμένουν τα ίδια: γυναίκα, παντρεμένη, σε ώριμη ηλικία, με παιδιά, με ανώτατη μόρφωση και κοινωνικές ανησυχίες. Οπότε, μπορούμε να πούμε ότι οι αφηγήτριες αποτελούν περσόνες της κεντρικής αφηγήτριας. Τα παιδιά επίσης αλλάζουν, ως προς το φύλο τους κυρίως, η ηλικία παραμένει παρόμοια. Η Διαβάτη, μέσα από μια ενδιαφέρουσα οπτική, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς μικρότητες, φανερώνει τη δυσκολία να αποδεχτούν τα παιδιά την έγνοια του γονιού, καθώς τη νιώθουν σαν παρεμβολή στη ζωή τους. Μιλά για τις συγκρούσεις που συχνά προκύπτουν.
Ήταν το παιδί τους εδώ, από τις σπάνιες φορές που είχε κοιμηθεί στο σπίτι των γονιών, κι έκανε εκείνη τους καφέδες, και άρχισαν την κουβέντα μάνα και κόρη, μέχρι νάσου πάλι ο καβγάς, όσο ανιχνευτικά και προσεκτικά κι αν μανουβράριζε εκείνη τις υποδείξεις που δεν άντεχε να μην κάνει και συνόψιζε και ανακεφαλαίωνε και υπογράμμιζε για την αχίλλειο πτέρνα της – να πρόσεχε έπρεπε, να σημείωνε τις προθεσμίες, να μη χάνει τα ραντεβού της, και πώς ντυνόταν έτσι, δεν τους είχε μάθει αυτή πως το ράσο κάνει τον παπά; Αυτό ήταν. Πάλι ένας χαρά Θεού φουντωμένος καβγάς, κι εκείνη να προσπαθεί να εκλογικεύσει διαλεκτικά – επαγγελματική διαστροφή – «θα ήμασταν οι καλύτερες φίλες, αν δεν ήμουνα η μάνα σου, έτσι δεν είναι;»
(σ.70)
Η λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά είναι οπωσδήποτε μια ενδιαφέρουσα οπτική για τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει κάθε τέτοια λογοτεχνική εμφάνιση, ανάλογα με τις ιδιότητες της συγγραφέως, που αντανακλά και στις ιδιότητες της αφηγήτριας/των αφηγητριών.
Έτσι, η αφηγήτρια μιλά για τον χρόνο που αλλάζει πρόσωπα και καταστάσεις και αναφέρεται στις σπουδές.
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – τον είχε φέρει ολοκαίνουργιο στο ραντεβού τους μετά τη Σχολή – είχε γράψει εκείνος το ονομά της με δικά του γράμματα και ημερομηνία, 6-8-1979.[…] Στον Κώδικα κατασχέσεις, μεσεγγυούχοι, κλητεύσεις, ανακοπές εκτελέσεως και ασφαλιστικά μέτρα σχολιάζουν ειρωνικά τον καιρό που έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Δεν χωρούν ένδικα μέσα. Όλα έχουν τελειώσει. Η αγάπη τους φευγάτη. (σ. 47)
Ο χρόνος που περνά πάνω από την αφηγήτρια, σε άλλη αφήγηση, αφήνει τα δικά του σημάδια
Ανοίγω τα μάτια. Είμαι μια μεγάλη δυσκίνητη βάρκα που ταλαντεύεται. […] Αρθρίτιδες ξεφυτρώνουν κάθε τόσο. Και στο στήθος μου νιώθω αυτόν τον αδιόρατο πόνο μετά. Πρώτα ο πόνος-μπλακεντέκερ – αυτός με ξύπνησε – και μετά η ηρεμία. Πανωλεθρία σε όλα τα επίπεδα. […] Τα εγγόνια μου δεν βρήκαν τον δρόμο να ’ρθουν στον κόσμο. Οι κόρες μου, βλέπεις – ακούραστες επιστημόνισσες στην Εσπερία - δεν βρήκαν χρόνο να με κάνουν γιαγιά. Καλή τους ώρα. Ας σηκωθώ σιγά σιγά να βάλω τον καφέ και μετά ντύνομαι για την πρωινή βόλτα. (σ. 65)
Είναι χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά της αφηγήτριας, και κατ’ επέκταση της συγγραφέως, όπως προαναφέρθηκαν, ότι παρουσιάζεται μια γυναίκα σε ώριμη ηλικία να στηρίζεται στη δημιουργικότητά της ως «όπλο» και ως δύναμη, για να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες του παρόντος, αλλά κι εκείνες που πιθανόν να έρθουν:
Όλα έγιναν για να έρθει τώρα αυτή η στιγμή, μετά τόσες απώλειες και ματαιώσεις χρόνων, να έρθει τώρα αυτή η στιγμή, να έχει μόνο μια μικρή ασπίδα να εμπιστεύεται, τη δημιουργικότητά της, απέναντι σε εχθρούς και φίλους. Αυτή τη μικρή ασπίδα, τον εαυτό της. (σ. 22)

Για όλους τους παραπάνω λόγους πιστεύω πως οι μικροαφηγήσεις της Αρχοντούλας Διαβάτη συνιστούν ένα πολύ ιδιαίτερο δείγμα. Με τις ποικίλες αναφορές και με τις μείξεις που συχνά τις διατρέχουν: Πότε η εσάνς του χρονογραφήματος, με το χιούμορ, την έμφαση σε κάποιο στιγμιότυπο, τον στοχασμό πάνω σ’ αυτό. Και πότε η ιδιωτικότητα της ημερολογιακής καταγραφής, με συναντήσεις, διαβάσματα, θεάματα και ό,τι άλλο σφράγισε τη μέρα της αφηγήτριας, να δένει με την αφήγηση και να γίνεται μέρος της ζωής ενός ευρύτερου συνόλου. Πιστεύω πως έχουμε εξαιρετικά δείγματα αναφορών μέσα στο πλαίσιο αυτό – και δεν υπάρχουν πολλά παρόμοια.
Η «Κινητή γιορτή» της Αρχοντούλας Διαβάτη είναι η ωριμότερη εμφάνιση της γραφής της – χωρίς να αδικώ τα προηγούμενα βιβλία της που με συγκίνησαν επίσης αφηγηματικά.



Για το συγκεκριμένο

Το ζωγραφιστό παγώνι
όχι λιγότερο πραγματικό
από το αληθινό
έχει μεγαλύτερη αξία
από το δεύτερο
καθώς επιζεί
χωρίς ανάγκες
χωρίς διατροφή
και βόλτα

όπως άλλωστε
συμβαίνει
και με τον
έρωτα



Η Ψυχή των Λέξεων

  • Μαρία Πατακιά «Ζυγός ψυχοστασίας» (Εκδ. «Μελάνι», Αθήνα 2018).

Ξεκινάω από ένα καθολικό αίτημα. Ο αναγνώστης της Ποίησης ζητά από τον δημιουργό της μία καθαρότητα στον Ποιητικό Λόγο, ώστε η πρόσληψη ενός ποιήματος να επιτευχθεί και να συνδράμει στην ψυχική και πνευματική διάθεση τού αναγνώστη. Τα ποιήματα πρέπει να έχουν έναν στόχο, και για να γίνει αυτό αντιληπτό από τον αναγνώστη απαιτείται μια ευκρινής συνέπεια και συνοχή ώστε να αναδειχτούν τα νοήματά τους με τρόπο διακριτικό και απτό. Αναφερόμαστε λοιπόν σε ποιήματα που διακρίνονται για την οργάνωση και την λειτουργική γλώσσα τους. Όλα τα παραπάνω υπηρετούνται από την Κα Μαρία Πατακιά.
Η Μαρία Πατακιά στην δεύτερη Συλλογή της «Ζυγός ψυχοστασίας» επιχειρεί έναν διάλογο με τον αναγνώστη που αναζητά μία νέα ποιητική προσέγγιση στα πράγματα και μία νέα ποιητική εκφορά στον λόγο. Ο διάλογος αυτός κρίνεται γόνιμος αφού η Ποιήτρια φρόντισε, μέσα από το παιχνίδι των λέξεων με τις σκέψεις, να τον υποστηρίξει. Η Μ. Πατακιά συνομιλεί με τους αναγνώστες της για όλα όσα απασχολούν το Ποιητικό Σύμπαν. Στα ποιήματά της αναπαριστά κι αποτυπώνει το νόημα της ζωής μέσα από την πάλη των συναισθημάτων με τον χρόνο. Οι ανθρώπινες σχέσεις, ο πόνος, η θλίψη, ο έρωτας, οι απογοητεύσεις, η απώλεια, η λήθη, ο θάνατος, αποτελούν κεντρικά θέματα στα ποιήματα της. Ποιήματα με στόχο και σκοπό. Ποιήματα που οδηγούν τον αναγνώστη στο ποιητικό ζητούμενο.
Πολύ εύκολα γίνεται αντιληπτή η λεξιλαγνεία της Ποιήτριας αφού το ευρύ και πλούσιο λεξιλόγιό της κατέχει κεντρική θέση στην Ποιητική της. Η Μ. Πατακιά με τις λέξεις, αλλά και τα γράμματα, κτίζει τα ποιήματά της με ξεχωριστή γραφή κι επίσης ξεχωριστή αρχιτεκτονική. Με ευρηματικό και παιγνιώδη τρόπο εισάγει και ξενικές λέξεις προσδίδοντας στα ποιήματα έναν τόνο «ευτράπελο», που ωστόσο δεν μειώνει τα νοήματά τους, ενώ ο λόγος της παραμένει πάντα μεστός. Την Συλλογή ωστόσο φαίνεται να σφραγίζει, μία λέξη, η «σιωπή», που επαναλαμβάνεται συχνά ως μοτίβο σε πολλά ποιήματα και δείχνει να έχει επίζηλη θέση στη νοηματική της Ποιήτριας. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Ποίησης της Μ. Πατακιά είναι η αυτοειρωνία, που φτάνει μέχρι τον αυτοσαρκασμό, στοιχεία που λειτουργούν ωστόσο απελευθερωτικά και βοηθούν την Ποιήτρια να συναντήσει το ποιητικό ζητούμενο, αλλά και αναδείξουν την ψυχή των λέξεων της.
Πολλά ποιήματα της Συλλογής «Ζυγός ψυχοστασίας» είμαστε βέβαιοι ότι θα γοητεύσουν τους αναγνώστες. Ωστόσο, επιλέγουμε το πρώτο και το τελευταίο, καθότι πιστεύουμε πως λειτουργούν ως πύλες που πρέπει να διαβεί ο αναγνώστης. Το πρώτο ως είσοδος για τον μυούμενο, και το τελευταίο ως έξοδος για τον μυημένο. Έτσι ολοκληρώνεται και ο γόνιμος διάλογος της Ποιήτριας με την ψυχή του Αναγνώστη. Έτσι, και η γοητευτική συνδιαλλαγή ανάμεσα στην Ύπαρξη και την Πραγματικότητα γέννησε τα θαυμάσια ποιήματα της Μαρίας Πατακιά.

Εκκοκκιστήριο Ιδεών
Βέρροια 15.05.2019





Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού προγράμματος λογοτεχνικών κυκλικών διαμονών «το Καταφύγιο του Οδυσσέα» (συνδιοργάνωση: Θράκα, Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών Δήμου Λαρισαίων) βρίσκεται στην πόλη μας η βραβευμένη ποιήτρια και μεταφράστρια Λένα Καλλέργη.

Την Τετάρτη 3 Ιουλίου στις 19 :30 στο βιβλιοπωλείο Κλου (Μεγάλου Αλεξάνδρου 6), οι ποιητές Θάνος Γώγος και Αντώνης Ψάλτης θα παρουσιάσουν την τελευταία της ποιητική συλλογή "Περισσεύει ένα πλοίο" εκδόσεις Γαβριηλίδης, η οποία βρέθηκε στην μικρή λίστα των κρατικών βραβείων για ποίηση.

Η ποιήτρια θα υπογράψει βιβλία της.

Την Πέμπτη 4 Ιουλίου στις 19:00 στο βιβλιοπωλείο Άνεμος (Κύπρου 49), η Λένα Καλλέργη συμμετέχει σε ανοιχτή συζήτηση με την λέσχη ανάγνωσης του βιβλιοπωλείου και θα μιλήσει για τη διαδικασία της γραφής αλλά και της μετάφρασης στην ποίηση.

Πολύτιμος υποστηρικτής: ΟΣΔΕΛ

Δωρητής:Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την Υποστήριξη του Διαχρονικού Μουσείου

Λένα Καλλέργη

Η Λένα Καλλέργη γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Νέα Αρτάκη Εύβοιας.

Σπούδασε βιολογία στην Πάτρα και γλωσσολογία στην Αθήνα και στο Λάνκαστερ της Αγγλίας, όπου έκανε μεταπτυχιακό και διδακτορικό.

Έχει γράψει τα βιβλία ποίησης «Περισσεύει ένα πλοίο» (Γαβριηλίδης, 2016 – Βραβείο Κύκλου Ποιητών, μικρή λίστα Κρατικών Βραβείων Ποίησης και βραβείων ‘Αναγνώστη’) και «Κήποι στην άμμο» (Γαβριηλίδης, 2010 - Βραβείο «Μαρία Πολυδούρη», μικρή λίστα βραβείων ‘Διαβάζω’).

Συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (Γαβριηλίδης, 2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (Γαβριηλίδης, 2012).

Συμμετείχε, επίσης, με δοκίμιά της, στους τόμους Μάτση Χατζηλαζάρου: Ποιήτριες μιλούν για το πρόσωπο και το έργο + μία συνέντευξη για την παράσταση, poema 2013 και Ποιητές στη σκιά, Γαβριηλίδης 2012 και 2013.

Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, ποίηση των Giacomo Leopardi (Η νύχτα απομένει, Γαβριηλίδης, 2013), Luis Cernuda, John Keats, William Wordsworth, Samuel Taylor Coleridge, κ.α. Έχει μεταφράσει, επίσης, κείμενα του Mario Vitti: Η πόλη όπου γεννήθηκα, Γαβριηλίδης 2013.

Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

εκδόσεις Θράκα


I


λοιπόν, άργησα. Ζω πια με την Ειρήνη – την Ειρήνη Ξένου. Κι έχω χάσει τις μέρες εντελώς. Ίσως και σένα που σωπαίνω πιο πολύ απ’ όλα αυτόν τον καιρό. Κατηγορούσες πάντα τις σιωπές μου. Ένας βίαιος εξαναγκασμός μέσα στο χρόνο – έλεγες. Μα έγιναν πολλά, αλήθεια. Δεν δικαιολογούμαι. Μόνο, για μια στιγμή διαφεύγω· ίσως. Σου γράφω. Όσα περισσότερα μπορώ. Έστω κι από εδώ. Με άλλον τρόπο δεν θα τα καταφέρουμε. Το ξέρεις. Κι εγώ φοβάμαι. Φοβάμαι πως μπορεί να μην προλάβουμε. Μπορεί. Ενώ χρειάζεται. Κι αυτό πια δεν είναι εξαναγκασμός· μοιάζει ελευθερία. Διαφωνείς. Το νιώθω ότι διαφωνείς. Όμως· σου γράφω πραγματικά για εμένα και για εκείνη και ξεκινώ το πρώτο μας πληθυντικό με δύο λέξεις που αγαπάς. Στο μεταξύ, πλησία­σε· η Ειρήνη –που ως τώρα την γνωρίζαμε μόνο σαν Ξένου ή κάποτε την φωνάζαμε με κάποιο άλλο όνομα, καθόλου συμπτωματικά, σε διαβεβαιώ– κάθεται δίπλα μου. Και βιάζεται. Όχι τόσο γιατί φλυαρώ· όσο γιατί αυτή τη στιγμή σχεδόν την προδίδω. Και πρέπει να το κάνω γρήγορα. Ώστε η προδοσία να ξεχαστεί, να μείνει η αλήθεια – όπως συνήθως γίνεται. Σου γράφω ακριβώς μ’ αυτόν τον σκοπό. Κάθε λέξη έχει πάντα έναν σκοπό και οι δικές μου όλες, αυτόν. Για αρχή τουλά­χιστον. Κι ακόμη πιο τουλάχιστον, κάθεται δίπλα μου, σ’ το είπα. Κι αυτό παίζει τον ρόλο του, συνταιριάζοντας όλους τους ρόλους. Φορές μιλάμε ακόμη ακόμη τα ίδια λόγια, λοιπόν. Είμαι η Ειρήνη. Η Ειρήνη Ξένου. Και εσύ πρέπει να είσαι. Ναι, όντως είσαι. Περίεργο. Αυτές οι συστάσεις λέω, περίεργες. Όμως, χαίρομαι. Το ξέρεις πως χαίρομαι. Μ’ αυτόν τον τρόπο, μου γνέφει, σε υπάρχω. Στις δυο αυτές σου λέξεις



II



πριν. Όλα αυτά σχεδόν συνέβησαν. Κι εκείνη στεκόταν ακόμη απέναντι. Σε απόσταση. Και είναι δύσκολο έτσι να δεις· μες στην απόσταση. Διπλασιάζεσαι. Τα μάτια σου καθρέφτες. Θυμήθηκα τότε εκείνη την κουβέντα σου πως· καλύτερος τρόπος για να καταστρέψεις μια ζωή δεν υπάρχει από το να την κάνεις δύο. Μία εδώ και μία εκεί. Την ίδια. Δύο. Mου πήρε καιρό να καταλάβω πως έκανες λάθος στους υπολογισμούς. Να την καταδικάσεις αφού σπάσει. Αυτό είναι τρομερότερο. Να μην διανύσεις το ενδιάμεσο. Συμφώνησα και γω. Γι αυτό του φώναξα: είμαι η Ξένου που θυμάσαι. Και η Ειρήνη που θα γνωρίσεις. Που θα γνω­ρίσεις, με ακούς; Όμως ήταν τόσος κόσμος ανάμεσα που δεν άκουγα τίποτα. Άνθρωποι αμέτρητοι, διάφοροι. Κάποιοι που περπατούσαν επιτηδευμένα ανίδρωτοι, όπως ήθελαν. Και άλλοι, πολλοί, που τους τραβούσανε στραγγαλιστές απ’ τα μαλλιά τα στόματα από παντού και σέρνονταν. Καθαρίστριες άνδρες γυναίκες, οδηγοί ταξί και λεωφορείων, εργάτες υπάλληλοι γραφείων, δάσκαλοι ντελιβεράδες κι άνεργοι και φοιτητές, πολλοί. Πολλοί. Νεκροί ή ζωντανοί, και τέλος πάντων νε­κροζώντανοι. Κι εγώ. Εγώ ήθελα με τη φόρα που έχει ένα κλουβί όταν σπάει ν’ ακούσω τ’ όνομα της το οποίο συνέχεια μου διέφευγε. Σου είπα καθόλου συμπτωματικά. Τότε σκαρφίστηκα ένα κόλπο. Εκείνοι κάτω είναι οι φίλοι σου, φώναξα μ’ όλη μου τη δύναμη. Έχουν στα χέρια τους τις σημασίες των πραγμάτων. Κι αυτό το άκουσε. Μάθε να ξεχωρίζεις τους φίλους σου. Καθένας κι ένα γράμμα μου. Όλοι μαζί το όνομα μου. Ειρήνη Ξένου. Και μη φοβάσαι. Σχημάτισε τους όπως θες. Πάντα θα βγαίνει τ’ όνομά μου. Κι έτσι έκανα, έτσι προσπαθώ να. Παραλείπω πολλά, το ξέρεις. Κι ακόμη περισσότερο, σίγουρα όλα αυτά σου φαίνονται αλλόκοτα. Σαν τις γνωστές παλιές μου παραισθή­σεις. Καμιά φορά, θα δεις, γίνονται τα γεγονότα που φέρνουμε στον κόσμο. Μη γελάς. Θα δεις. Τότε γιατί κάθομαι δίπλα του συνέχεια. Μόνο να είμαι σίγουρη ότι άκουσες πώς με λένε. Κι έπειτα, μαζί. Σαν γεγονότα. Σε όσα γίνονται. Μ’ αυτά τα λίγα που σου γράφουμε. Μαζί




III


συναντηθήκαμε. Πλάι σ’ όλους εκείνους και προς εκείνη. Στην πλάτη πάνω μιας εποχής. Δεν υπερβάλλω. Τραβούσα τα βλέφαρα μίας κυρίας γύρω στα σαράντα, έσερνα πίσω μου τα πρησμένα πόδια ενός άντρα που έψαχνε δουλειά, σχημάτιζα με τον νου μου τα μπράτσα της πιο όμορφης γυναίκας. Όλα αυτά –καθώς και τα προηγούμενα– για να συλλαβίσω αργά το όνομά της. Ει-ρή-νη-Ξέ-νου. Βλέπεις; Ώστε, Ειρήνη – είπα· και θυμήθηκα εσένα όταν ήσουν ακόμη παιδί. Τότε που σε μάγευαν τα πάζλ της βιτρίνας κάποιου συνοικιακού βιβλιοπωλείου κι απλωνόσουνα στο πε­ζοδρόμιο φαρδιά πλατιά ώσπου να σου πάρουν δώρο μία από τις πολλές σπασμένες εικόνες. Μετά δεν τις έφτιαχνες ποτέ. Κι εγώ συνέχισα από τότε να σου παίρνω για δώρο ένα πάζλ στα γενέθλιά σου. Γιατί χαιρόσουν μόνο και μόνο που ήξερες πως όσα κι αν ήταν τα κομμάτια, βρίσκονταν στο κουτί ακίνδυνα. Είχαν απλά την προοπτική μιας ενότητας. Απλά, μια προοπτική. Αρκούσε. Ένιωθες έτσι κάποια εξουσία. Ώστε, Ειρήνη, είπα ξανά, και ξαφνικά βρέθηκε δίπλα μου. Το θραύσμα και η εγγύτητα. Και η Ειρήνη δίπλα μου. Η τομή ολοφάνερη. Δος μου τα χέρια σου, του είπα. Κι ούτε που είχα προσέξει πως τα χέρια του ήταν ψεύτικά ή τέλος πάντων δεν ήταν πάντα αληθινά. Τριγύρω ο κόσμος περνούσε, περνούσαμε και εμείς, κι αυτός -ο ανόητος- μαζεύτηκε όταν κατάλαβα. Μα δεν χρειάζεται πια να είναι όλα αληθινά. Αρκεί να ‘ναι τόσα που να μπορούμε να φτιάξουμε τα υπόλοιπα πέρα από την ανάγκη. Πάρε τα χέρια μου –του είπα ξανά– ή έστω άσε με να νομίζω πως προσφέρεσαι· κι εγώ θα έρθω. Πλησίασα. Με μιαν ανώριμη σιγουριά. Μ’ εκείνη την τομή να χάσκει ακόμη. Μήπως φτάνει, με ρώτησε. Ίσως φτάνει, επανέλαβε. Όχι, όχι, επέμεινα· και συνέχισε. Κι όσο προχωρούσα οι άνθρωποι μαζεύονταν ένα ζυμάρι γύρω μας. Κι ο αέρας γέμιζε. Η Ειρήνη· τα πάντα βιάζονταν. Γιατί προδοσία δεν είναι το να εγκαταλείπεις, αλλά το να μην χτίζεις τον δρόμο. Κι αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα, θυμάσαι; Η τομή. Εκεί. (Φίλησέ με – Με φίλησε). Πάνω στο ίδιο σώμα. Ώστε, Ειρήνη – είπε. Ναι, ναι Ειρήνη – είπα. Κι ύστερα, μείναμε μαζί· εγώ και τα δύο της ονόματα. Το δώρο σου για φέτος, καλά μαντεύεις. Και μην ανησυχείς που φαίνεται να χάλασε. Φαίνεται. Μόνο, φαίνεται

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA