πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



Ανάμεσα στην αποχή
και την αδυναμία να νιώσω το καρπούζι που τρώω,
πελάτης προεκλογικών σπότς που δείχνουν
 κόκκινα /θερινά /φρούτα /ζουμερά
ζευγάρια πυρπολημένα από ηλιοβασιλέματα
λουλουδιαστές γροθιές σε κάτασπρες αυλές
θάλασσες σκισμένες από τίμια καίκια
εφηβικά  λευκά πουκάμισα σε φόντους γαλανούς
-τι έπαθα ρε μαλάκα και εκστομίζω
κελαηδιστά ευχολόγια;-  την εποχή επικαλούμαι και λέω:
                                   καλό μας Καλοκαίρι με τις παρελάσεις των υψωμένων φαλλών
                                                 Καλοκαιράκι που δροσίζει η ασφάλεια
                                                       της νουνεχούς οσφυοκαμψίας σου
                             αγαπημένο Θέρος της φοροδιαφυγής με την μαγκιά της μπέσας σου
                               με τον ηλιοκαμένο σου λαό που τον αρμέγουν αλλοδαπά επιδόματα
                            των ξένων που είναι καλοί όταν αρμέγονται, κάνουν μπάνιο και δεν μιλάνε
                               Καλοκαίρι με τον ευρωπαίο και ταξικά μεσαίο ρακετίστα υπερήρωά σου,
                                                                           ρίξε τον λοιπόν
                                               τον μπζίφο σου στην κάλπη που μας πέταγε!
Κι έπειτα εμείς οι ολίγοι
που δεν ρουφάμε τις κοιλιές μας
αφυδατωμένοι ως άλλοι επιτυχόντες πανελλαδικών
 ξεζουμισμένοι
δίχως να προσποιηθούμε ανάταση μπροστά στον ήλιο που ανατέλλει
θα σκεφτόμαστε εσάς
που κάνετε γαργάρα τον αρκτικό πάγο που λιώνει στο μοχίτο σας.
Κι έτσι θα περνάνε τα καλοκαίρια μας:
πλάι στην νεκρή παιδική μας ηλικία
θρηνώντας και κηδεύοντάς την
για να μην εκπέμψει ποτέ της δυσωδία
-ακόμα και εδώ, στην εξορία.





Με δικό της νήμα


Οι ώμοι της τινάχτηκαν στο άνοιγμα της πόρτας. Τα είχε άραγε καταφέρει; Εδώ ήταν ασφαλείς; Στο τηλέφωνο την είχαν διαβεβαιώσει γι’ αυτό. 

Οκτώ μικροί πρασινόγκριζοι ρόμβοι σαν πέταλα άνθους στολισμένοι με λαδί τετράγωνη μπορντούρα. Το μοτίβο επαναλαμβανόταν σε παράλληλες σειρές από φαρδιά πλακάκια που κάλυπταν απ’ άκρη σ’ άκρη το πάτωμα του δωματίου. Τα μετρούσε ξανά και ξανά προσπαθώντας να κρατήσει το μυαλό της απασχολημένο χωρίς να τα καταφέρνει. Το πρωινό φως που έπεφτε απ’ το παράθυρο αποκάλυπτε ρωγμές και σπασίματα. Έξι σειρές χώριζαν το κρεβάτι από το τραπεζάκι κάτω απ’ το παράθυρο, με μοναδικό στολίδι του ένα μικρό γυάλινο βάζο με λευκά χρυσάνθεμα. Τρεις μόλις σειρές στ’ αριστερά της βρισκόταν η κούνια. Έτσι όπως καθόταν σκυφτή στο κρεβάτι παρατήρησε το δεξί της χέρι να τρέμει ελαφρά. Το σακίδιό της με τ’ απολύτως απαραίτητα, απείραχτο ακόμα, βρισκόταν ακουμπισμένο στο μικρό κομοδίνο. Απέναντί της ένας καθρέφτης οβάλ με ξύλινη κορνίζα. Τον προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει όταν μπήκε στο δωμάτιο, μήπως και χάσει το λιγοστό της κουράγιο. Σηκώθηκε κι έσκυψε πάνω απ’ την κούνια. Το μωρό ευτυχώς ακόμα κοιμόταν.

Το προηγούμενο βράδυ την είχε ξυπνήσει πάλι το επίμονο κλάμα του. ΄Εκανε να σηκωθεί μα σα βαρίδι έπεφτε ξανά στο κρεβάτι. Ο βραδινός καβγάς την είχε καταβάλει. Τον εκνεύριζε λέει που την έβλεπε σκεφτική και αφηρημένη όσο εκείνος μιλούσε την ώρα του φαγητού. «Τι σκατά σκέφτεσαι όταν σου μιλάω; Γιατί δεν απαντάς;» Ήθελε να ορίζει ως και τη σκέψη της μα δεν τα κατάφερνε κι αυτό τον εξόργιζε. Το κλάμα του μωρού δυνάμωσε. Τα χέρια της ξύλα.

«Τι θα γίνει; Δεν τ’ ακούς που κλαίει; Μη σηκωθώ απάνω...» Φοβήθηκε. Δεν άντεχε πάλι  τα ίδια. Φωνές, απειλές. Κι ύστερα τα σημάδια. Ασυναίσθητα κατέβασε τα μανίκια του νυχτικού ως κάτω. Της είχε γίνει συνήθεια ακόμα κι όταν ήταν μόνη να σκεπάζει τα σημάδια στα χέρια. Ντρεπόταν γι’ αυτά. Μάζεψε τις δυνάμεις της και σύρθηκε ως την κούνια. Προσπάθησε να ησυχάσει το μωρό κουνώντας την ελαφρά. Εκείνο όμως έσκουζε με στόμα ορθάνοιχτο,  απαιτητικό.  Έπρεπε με κάποιο τρόπο να το κάνει να σωπάσει.

Χωρίς δεύτερη σκέψη έσκυψε πάνω απ’ την κούνια και τράβηξε τα σκεπάσματα. Το άρπαξε με τα δυο της  χέρια  και το σήκωσε ψηλά ταρακουνώντας το με όση δύναμη είχε για να πάψει. Απ’ το ξαφνικό τράνταγμα που του ’κοβε την ανάσα, το μωρό σώπασε. Η απότομη σιωπή του την τρόμαξε. Τα χέρια της λύγισαν. Τι είχε κάνει; Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της να δει αν ανασαίνει. Το φίλησε, το ’βαλε στην αγκαλιά της κι άρχισε να το θηλάζει. Το κλάμα της βουβό. Κατάπινε το αναφιλητό της, μην την καταλάβει εκείνος και ξυπνήσει. Πώς ν’ αλαφρώσει το βάρος της ψυχής της; Τότε, εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, το αποφάσισε. Ήξερε πως την επόμενη μέρα εκείνος θ’ αργούσε να γυρίσει απ’ την οικοδομή. Τον τελευταίο καιρό δούλευε υπερωρίες γιατί ο εργολάβος βιαζόταν να παραδώσει. Με τα χρήματα που είχε μαζέψει απ’ όταν δούλευε στη βιοτεχνία, πριν μείνει έγκυος, θα ’φευγε στα κλεφτά, χωρίς να ειδοποιήσει κανένα. Θα ετοίμαζε το παιδί και θα ’παιρναν το πρώτο λεωφορείο που περνούσε  για Αθήνα.  

Έφερνε τώρα στο νου της την εικόνα του, θηρίο ανήμερο να την ψάχνει στα τηλέφωνα και στη γειτονιά αναστατώνοντας τους πάντες. Δεν την ένοιαζε πια. Δεν θα υποχωρούσε σε λόγια συγχώρεσης και υποσχέσεις, όπως τόσες φορές πριν. Ήξερε πως η ανακωχή ήταν πάντα θέμα λίγων ωρών μέχρι την επόμενη ελάχιστη αφορμή που θα πυροδοτούσε τη νέα έκρηξη. Πότε τα λιγοστά μεροκάματα, πότε η ανέχεια, πότε το φαγητό, πότε το κλάμα του μωρού, τα πάντα μπορούσαν να γίνουν αιτία για να ξεσπάσει. Είχε κουραστεί να μετρά τις κινήσεις της, τα βήματα, τις κουβέντες, ως και την ανάσα της. Ήθελε να βρει κανονικό ρυθμό ο χτύπος της καρδιάς της. Ήθελε να μην κρύβεται πίσω από πόρτες κλειστές, να μην προσπαθεί να περνά απαρατήρητη, σχεδόν αόρατη, να μην ψιθυρίζει. Ήθελε να ζήσει χωρίς να υπομένει.   

Η κοινωνική λειτουργός μπήκε στο δωμάτιο, κάθισε δίπλα της και την καθησύχασε. Κανείς δεν τους είχε αναζητήσει. Ο ξενώνας θα τους φιλοξενούσε για όσο χρειαζόταν. Μέχρι να καταφέρει να ξεμπερδέψει το κουβάρι της ζωής της,  για να την υφάνει ξανά απ’ την αρχή. Κι αυτή τη φορά με δικό της νήμα.











Πλάγιος μπακ: Ποιητικό εγχειρίδιο αυτοβοήθειας προς επίδοξους ποιητές ή προς τον εσώτερο εαυτό μας.

Πλάγιος μπακ (γράμματα σε νέο ποδοσφαιριστή) είναι ο τίτλος της πέμπτης ποιητικής συλλογής του Αχιλλέα Κατσαρού, τίτλος που φέρνει την μπάλα στο δικό μας μεταμοντέρνο γήπεδο, θυμίζοντας παιγνιωδώς τα Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

[…] «Δεν μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Έχετε βρει την απόκριση στο ερώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σας καλεί. Τότε αγκαλιάστε αυτή τη μοίρα, κρατήστε την για πάντα απάνω σας, μ’ όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιά αμοιβή απ’ έξω. Γιατί ο δημιουργός πρέπει να ’ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του»[1] […]
Αυτά μεταξύ άλλων συμβουλεύει ο Ρίλκε τον νεαρό στρατιωτικό Franz Xaver Kappus, επισημαίνοντάς του πως η τέχνη είναι ένα μακρύ, επώδυνο και μοναχικό ταξίδι προς τα μέσα και πως φυσικά δεν υπάρχει μεγαλείο δίχως ειδικό βάρος.

            Πάμε τώρα σε έναν Γερμανό. Ο Αντρέας Μπρέμε υπήρξε ένας από τους καλύτερους πλάγιους μπακ τις δεκαετίες ’80 και ’90, ένας από τους σπουδαιότερους Γερμανούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών και πρωταθλητής το 1990. Το δικό του πέναλτι στο τελικό με την Αργεντινή στο Ολίμπικο της Ρώμης, ήταν αυτό που ανέβασε στο υψηλότερο σκαλί την Γερμανία και οδήγησε στο περίφημο κλάμα του Ντιέγκο Αρμ. Μαραντόνα.
Ο άνθρωπος αυτός που κέρδισε την εκτίμηση όλων ως ένας από τους καλύτερους πλάγιους μπακ, με την ικανότητα να παίζει με την ίδια ευκολία και στις δυο πλευρές του γηπέδου, δυστυχώς, όπως διαβάζω σε γνωστή αθλητική σελίδα, δεν ήξερε να «παίζει» εκτός γηπέδου. Ο εθισμός του στον τζόγο και το ποτό τον οδήγησε στην καταστροφή και τα πολλά λεφτά που έβγαλε εξανεμίστηκαν, αναγκάζοντάς τον να πουλήσει το ίδιο του το σπίτι. Άστεγος και εξαντλημένος κατέληξε να δέχεται προτάσεις για να καθαρίζει τουαλέτες.
Η μικρή Οδύσσεια του Μπρέμε από την κορυφή στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, το καλό που γυρίζει σε «ξαφνικό κακό», συνιστά κατάλληλο πρόλογο για τον ποιητή που φοβάται πως ποτέ δεν θα γίνει/ ο ποιητής που θα ήθελαν/ ο πατέρας κι η μητέρα του. Αυτόν δηλαδή που, ανάμεσα σε όλα τα γαϊδουρινά τρεξίματα, βρίσκει τον χρόνο να διαβάσει τα μεγάλα αριστουργήματα ή να γράψει ένα ποιητικό εγχειρίδιο αυτοβοήθειας με την επιτελεστικότητα ενός ποδοσφαιριστή.
Καλά ως εδώ. Τι γίνεται όμως όταν γυρίζεις τη σελίδα και το δεύτερο ποίημα της συλλογής ονομάζεται «Τηλέμαχος»; Το τρίτο «Νέστορας»; Το τέταρτο «Πρωτέας» κ.ο.κ.; Τι γίνεται δηλαδή όταν ολόκληρη η ποιητική σύνθεση ακολουθεί συμβολικά τον νόστο του Οδυσσέα;
Μήπως αυτή η επιστροφή είναι το βύθισμα στον εσώτερο εαυτό, όπως το εννοεί ο Ρίλκε; Κι αν ναι, τι δυσκολίες έχει αυτός ο ιδιαίτερος επαναπατρισμός;
Συνήθως ένα βιβλίο αυτοβοήθειας γράφεται με σκοπό να δώσει στους αναγνώστες του οδηγίες για το πώς να επιλύσουν θέματα που τους απασχολούν. Ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό θα επιχειρήσω να εξετάσω κάποια από τα ζητήματα ταυτότητας, ετερότητας και σύγχρονης ποιητικής που θέτει η συλλογή.

[Ταυτότητα ή η μεταποιητική δύναμη της ποίησης]  

Ζούμε σε μια εποχή συγχρονικότητας, διασταυρώσεων, παραλληλίας και διασποράς, όπου το μόνο που μπορούμε να κάνουμε κατά Foucault είναι να κατοικούμε τη στιγμή. Πώς μπορεί ένας ποιητής να συγκροτήσει την ταυτότητα του σε έναν κόσμο που δεν αποτελεί πια ένα οργανικό όλον; Πρέπει απλώς να αποδεχτεί ότι είναι ένας γιος κατώτερος του πατέρα, όπως ο Τηλέμαχος, ένα αναλφάβητο ρόδο που αντιστέκεται με σθένος στην εποχή του θάμβους καθώς πορεύεται προς την άγνοια; Ή μήπως η ίδια η πρωτεϊκή διάσταση της ποίησης έχει κάτι να μας αντιπροτείνει; Ο Οδυσσέας άλλωστε δεν είναι μόνο ο πολύτροπος ήρωας της Οδύσσειας, είναι και ο αοιδός των Μεγάλων Απολόγων της. Αυτός δηλαδή που μπορεί να αλλάξει τον βιωμένο πόνο σε ακροαματική τέρψη.

[Τέρατα και άλλες δικαιολογίες] 

Στην ποίηση του Αχιλλέα Κατσαρού τα μυθολογικά τέρατα ανασταίνονται για να μας δείξουν ότι οι περιπέτειες στη ζωή δεν είναι πάντα συμμετρικά μοιρασμένες ούτε στρογγυλεύονται σε αριθμούς. Οι Λωτοφάγοι βρίσκουν ακόμη και τώρα ιδιαίτερα ευφάνταστους τρόπους να ληστεύουν όλα τα εκτός εποχής άρματα, να μας αφήνουν μόνους, χωρίς τα αναγκαία εργαλεία της ιστορικής μνήμης για να επεξεργαστούμε ή να μαντέψουμε το μάταιο. Οι Θεοί είναι πολύ αφηρημένοι, ενώ ο Πολύφημος και οι Σειρήνες έχουν ξεφύγει κατά πολύ από την μανιχαϊστική αντίληψη του καλού και του κακού. Ο πρώτος έχει ένα παραμελημένο γαλάζιο μέσα στο πληγωμένο του μάτι και οι Σειρήνες, αργοπορημένες γυναίκες, μοιάζουν με ζώα της Αφρικής που όμως δεν προορίστηκαν για καμία Αφρική, θύματα και οι ίδιες. Όσο για τον έρωτα, αυτή την όμορφη λαιμητόμο που αρέσκεται να πίνει ζεστό αίμα, αυτός μοιάζει να έχει απωλέσει προ πολλού τον παραδείσιο χώρο του. Την κοινή του ρίζα με το πνευματικό. Αντιστρέφω εδώ τον Ρίλκε . Η σωματική ηδονή δεν μπορεί να γίνει μια απαλότερη, πιο μυστηριακή, πιο γητεμένη, πιο αιώνια επανάληψη του έργου του πνεύματος.[2] Τίποτα δεν μπορεί να αποτελέσει πραγματική έμπνευση στον μετανεωτερικό αποδομημένο κόσμο μας. Αφού όλα ανακατεύονται γλυκά, χωρίς να βγαίνουν στη στεριά. Ή ίσως αυτή να είναι η δικαιολογία μας.

Ας διδαχτούμε λοιπόν μερικές τεχνικές καθόδου στον Άδη, αφού μας υποσχέθηκαν πως ο θάνατος μπορεί, έχοντας επέλθει ποιητικά, να μεταμορφωθεί σε καλό αγωγό του νόστου. Ή μήπως το αποτέλεσμα θα αποδειχτεί απλώς η άλλη όψη του νομίσματος, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Άδης»:

Εκμηδενίζομαι όταν με φυσάς.
Απομένω αυτό που ήμουν.
Στήθος.

Μήπως τελικά ο ποδοσφαιριστής μας ο Μπρέμε δεν θα καταφέρει ποτέ να μάθει να «παίζει» καλύτερα εκτός γηπέδου; Μήπως η μοίρα του ποιήματος είναι να σχεδιάζεται πάντα ατελές και άσχημο;
Επιχειρώντας να απαντήσω στα παραπάνω ερωτήματα θα ήθελα τέλος να καταδείξω το έντονο πολιτικό στοιχείο που υφέρπει στη συλλογή του Αχιλλέα Κατσαρού, το οποίο σε μερικά ποιήματα παίρνει το χαρακτήρα μιας δυσοίωνης διαχρονικής μαντικής πρόβλεψης. Ποιήματα όπως τα «Βόδια του Ήλιου» και η «Ιθάκη» συμπυκνώνουν ποιητικά με ιερό τρόμο τη χρυσή τερατόμορφη ανθρωπότητα και τη γλυκιά ρίζα του κακού που επιμένει να νεκρανασταίνεται.

Κι αν όλα πάνε καλά και νικηθούν οι μνηστήρες, τι μας επιφυλάσσει αυτή η τελική στιγμή της αναγνώρισης με την Πηνελόπη; Θα γίνει επιτέλους ο καθρέφτης της ευδαιμονίας μας ή θα δούμε, στη μακριά αυτή νύχτα, στα μάτια της την αντήχηση της μοναξιάς μας; Το βιβλίο σαν προορισμός επετεύχθη, το χρέος εξοφλήθηκε κι εμείς δεν έχουμε ιδέα τι να κάνουμε τώρα με τα χέρια μας. Το ποίημα θέλει να ζήσει και όχι να διαβάζεται, όπως η Πηνελόπη στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής εύχεται να είναι η πόρνη των Ευαγγελίων. Δεν αναγνωρίζει ως πατρίδα το ίδιο της το σώμα, πόσο μάλλον την Ιθάκη, και ψιθυρίζει καβαφικά:
Τόπος μου δεν είναι η Ιθάκη. Μόνο εκείνη η κάμαρα η πτωχική που όλα σαν να είναι θεός τα συγχωρεί.

Ο ποιητής έχει αμαρτήσει, και μόνο από την επιθυμία του, σαν άλλος Μπρέμε, να κάνει τον Μαραντόνα να κλάψει. Το ποίημα είναι ολόκληρο μια επιθυμία, και την ίδια στιγμή η ενοχή της επιθυμίας. Θα παραμείνει το πέναλτι που δεν δόθηκε/ Μαύρος αραχνιασμένος στίχος πίσω από τα δοκάρια.
Όμως εσύ, καλέ αοιδέ, όπως κι αν έρθουν τα πράγματα, συνέχισε να τραγουδάς ακόμη και στις τουαλέτες.




*Με πλάγια γράμματα παρατίθενται στίχοι ή ποιήματα από την ποιητική συλλογή Πλάγιος μπακ (γράμματα σε νέο ποιητή) με προσαρμοσμένες τις αντωνυμίες όπου κρίθηκε απαραίτητο.



[1] Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2010, σ.21

[2] ο.π. σσ.46-47






Σημείωμα σε σχέση με το θέμα

Αυτό είναι ποίημα, σημείο μηδέν.
Όσοι δε σκοπεύουν ευάλωτοι να μείνουν
θέση εδώ δεν έχουν.


Κομμουνισμός

Δεν είν' το πρόβλημα με τον κομμουνισμό πως κλειδωμένος βρίσκεται στο ποιός ξέρει ποτε, το πρόβλημα είναι, πως συνέχεια βρίσκεται εκεί. Κατοικεί στους χώρους που εισχωρούμε, με τις μηχανές που ζουν στο πλάι μας, και πάλι πάντα σε μια διάσταση που δεν υπάρχουμε. Κολασμένα παντού διαδεδομένος αλλά εντελώς εκτός εμβέλειας, όπως σε κάποιο αγωνιώδες όνειρο. Σαν πεθάνουμε, πιο σιμά θα βρεθούμε στον κομμουνισμό. Συνεπώς τ' ανίψια μας θαρρώ δεν θα προσεγγίσουν τον κομμουνισμό, μα παραπλεύρως αυτού, απομονωμένοι σε χειρότερη πραγματικότητα θα είναι. Θα το αισθάνονται μονάχα μεταξύ δυο ημερών μες στη βδομάδα, μεταξύ δυο προτάσεων. Εντός αυτών βρίσκεται το κόλπο.





Το πολίτευμα

Είναι το πολίτευμα της νύχτας απολυταρχικό ή δημοκρατικό;
Είναι καθήκον ανένδοτοι να παραμείνουμε: ανένδοτοι στο χρόνο, ανένδοτοι στο θάνατο,
όσο η συντροφική κριτική στο σύντροφο ανένδοτοι. Τ' αστέρια σέρνονται
με ορθότητα, με νευρώσεις οι πολίτες. Διερχόμενοι εισβάλλουν ο ένας
στον άλλο, είμαι ο εισβολέας σ' έναν περαστικό, που καταχωρημένος είναι με τ' όνομα μου . 
Πίσω απ' των κτιρίων τα τυλίγματα κάθε γειτονιάς κοπρίτης ξέρει, παρηγοριά δεν βρίσκεται στα πλάνα.
Ξεσπάω στο καθεστώς, χάνω ελπίδα: κάποιος μετακίνησε τη στάση του τράμ, απομάκρυνε το ΑΤΜ, το ρολόι αφαίρεσε .Μόνο τα κομμωτήρια μένουν αμετάπειστα.






Σύμπτωμα

Όσα κι αν κάνω με το σώμα μου κάνω
ώστε να μην χρειάζεται
την ανάσα μου ν' ακούω.

Τίποτα

Υπογραμμίζω το ποίημα
και σκέφτομαι:
το μεγάλο τίποτα.

Φέρνω στο νου
και η σκέψη
απροσδόκητα
με κινητοποιεί.

Το σωτήριο τίποτα:
δεν ανακρίνει,
δε ρωτά,
μήτε απαιτεί.
Είναι το τίποτα άνευ προσδοκιών.

Μοιράσου μ' εμένα τούτο το σπουδαίο μεγάλο
ήρεμο, ζεστό
τίποτα,
ας ξεκουραστούμε σ'αυτό
και ας ζεσταθούμε
σαν μέσα στην κοιλιά ενός χλιδάτου κτήνους.



Μετάφραση Νικόλας Κουτσοδόντης


Τα θερινά σινεμά δεν έχουν ιστορία. Κανείς δεν ξέρει πότε πρωτοεμφανιστήκανε στον κόσμο. Ούτε ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που είδε ποτέ ταινία σε θερινό σινεμά.

Φήμες λένε, πως η πρώτη ταινία που παίχτηκε ήταν η Βιριδιάνα. Φήμες λένε πως ,ακόμα τότε, δεν υπήρχανε κυλικεία με μπύρες και ποπ-κορν. Με αποτέλεσμα οι νηφάλιοι και νηστικοί θεατές να μην καταλάβουν τους συμβολισμούς του Μπουνιουέλ και να φύγουν απογοητευμένοι.

Φήμες, επίσης, λένε πως η επόμενη ταινία που παίχτηκε, με συνοδεία ποπ-κορν και μπύρας, ήταν η Περιφρόνηση. Τα υπέροχα χρώματα του Γκοντάρ και τα γαλάζια νερά της Σικελίας μαγέψανε τους θεατές. Με αποτέλεσμα να διαφανεί για πρώτη φορά η δυναμική του νεόκοπου «θερινού σινεμά».
Τις φήμες αυτές τις διαδίδει ο μπαμπάς μου. Έρχεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι μου πριν κοιμηθώ και μου λέει για εκείνη τη φορά που είδε το Αλφαβίλ με τον αδερφό του στο Ζέφυρο στα Πετράλωνα. Φύσαγε ένα ελαφρύ αεράκι και το κυλικείο κέρναγε ουίσκι. Ο μπαμπάς μου δεν έχει αδερφό. Μου λέει και για εκείνη τη φορά που πήγε με ένα κορίτσι να δούνε το Before Sunrise στο Σινέ Παρί. Φύγανε και οι δύο κλαίγοντας. Και η Ακρόπολη στο βάθος φαινότανε θολή από τα δάκρυα. Ο μπαμπάς μου δεν είχε γνωρίσει κανένα κορίτσι πριν από τη μαμά μου. Κι εγώ το 1995, όταν πρωτοβγήκε το Before Sunrise, ήμουνα ήδη έξι ετών.

Αν υπήρχαν θερινά σινεμά όλο το χρόνο, θα ήμουνα ευτυχισμένη. Θα μπορούσα να είμαι, πάλι,  έξι χρονών, ο μπαμπάς να μου ψιθυρίζει στο αυτί τα βράδια ιστορίες για το Κουρδιστό Πορτοκάλι ή για το Pretty Woman. Να μου μαθαίνει την Αρλέτα και να τραγουδάμε παρέα Batida de Coco. Εγώ να του λέω πως θα ‘ θελα να γκρεμίσουμε τους τοίχους για να κοιμόμαστε όλοι μαζί κι εκείνος να απαντάει ότι αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες.

Αν υπήρχαν θερινά σινεμά όλο το χρόνο, θα ήμουνα ευτυχισμένη. Θα μπορούσαμε να βλέπουμε ταινίες κάθε βράδυ με ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα. Να κλαίω κάθε βράδυ με τον έρωτα που δε τελειώνει ποτέ στην Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού. Να μου αγγίζεις τη ρώγα γιατί μ’ αγαπάς. Να μου κάνεις έρωτα την ώρα που κλείνουν τα μάτια μου γιατί νύσταξα και το πρωί δουλεύω και γιατί με νανουρίζει το καλοκαιρινό αεράκι. Και ο έρωτας σου να μοιάζει κάθε φορά διαφορετικός και υπέροχος, ακριβώς όπως οι ταινίες του Χέρτζογκ.

Αν υπήρχαν θερινά σινεμά όλο το χρόνο, θα ήμουνα ευτυχισμένη. Θα μπορούσα να σε τραβάω στο Ζέφυρο. Κι εσύ να έρχεσαι γιατί υποσχέθηκα να σε κεράσω ποτό μετά. Και μπροστά μας να κάθεται η Ζιλί Ντελπί ή η Ζιλιέτ Μπινός. Κι εγώ να χαίρομαι γιατί έτσι ίσως δε θα βαρεθείς στο Αγκίρε. Ίσως όταν τελειώσει να σε ρωτήσω αν σ’ άρεσε. Και ίσως να σ’ άρεσε στ’ αλήθεια. Να συζητήσουμε λίγο για το βλέμμα του Κλάους Κίνσκι και για την τρέλα του πολέμου. Μετά να μου πεις πόσο όμορφη είναι από κοντά η Ζιλιέτ Μπινός και να καθίσουμε σε εκείνο το γωνιακό μπαράκι με τις κρεμασμένες καρέκλες για διακόσμηση και τα ψηφιδωτά στο μπαρ. Να πάει η ώρα δύο και να φύγουμε επειδή άρχισα να κρυώνω και ξέχασα να πάρω τη ζακέτα μου.

Τα θερινά σινεμά δεν έχουν ιστορία. Κανείς δεν ξέρει πότε πρωτοεμφανιστήκανε στον κόσμο. Ούτε ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που είδε ποτέ ταινία σε θερινό σινεμά.



Ο οικογενειάρχης πλην άνεργος και καταθλιπτικός Μπερτράν έρχεται αντιμέτωπος με αγγελία για συμμετοχή σε ανδρική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης. Η επαφή του αρχικά με την αλκοολική προπονήτρια Ντέλφιν και η επιλογή του τελικά στην ομάδα θα τον φέρει κοντά στον νευρικό Λοράν, στον εκκεντρικό πωλητή πισινών Μαρκούς, στον ονειροπόλο ρόκερ Σιμόν και στον γλυκύτατο φροντιστή του κολυμβητηρίου Τιερί. 

Επτά άνδρες λίγο πριν λίγο μετά τα σαράντα στην προσπάθεια να φέρουν εις πέρας ένα όχι και τόσο… ανδρικό εγχείρημα, καταφέρνουν με κάθε τρόπο να εκτεθούν στα μάτια των υπολοίπων και κυρίως στα μάτια των ανθρώπων τους. Αν και κάθε χαρακτήρας βιώνει με τον τρόπο του τα ψυχολογικά και υπαρξιακά του όρια, η ομάδα θα τους προσφέρει συγκινήσεις που σίγουρα δεν περίμενε κανείς τους.


Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Ζιλ Λελούς (Gilles Lellouche), παρά τον πλατειασμό και τα σεναριακά της κενά, δεν παύει να είναι μία τρυφερή γαλλική κομεντί με πολλές ψυχογραφικές προεκτάσεις και αξιολάτρευτους χαρακτήρες. Διανθισμένη μάλιστα με τα πολύ ενδιαφέροντα μουσικά σχόλια του Jon Brion. Ό,τι πρέπει για θερινό σινεμά!

Θαυμάσιο καστ, προσεκτικά δομημένο, χωρίς την παραμικρή αίσθηση γελοιοποίησης των χαρακτήρων, όμορφες εικόνες εντός κι εκτός πισίνας, σεκάνς γεμάτες συγκίνηση και ευαισθησία που τολμούν να εκθέσουν τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου αλλά και τις βαθύτερες ανάγκες του. 


Μία παρηγορητική αγκαλιά, ένα χαμόγελο, ένα ταξίδι με φόντο την εικόνα του ήλιου που ανατέλλει, γίνονται η απάντηση στο αδιέξοδο της ανεργίας, της μοναξιάς, της κατάθλιψης και των διαλυμένων ανθρώπινων σχέσεων.




[Φωνή:]«Ω Θεέ μου! Τι καταπληκτικό δωμάτιο! Όλες αυτές οι κιθάρες είναι δικές σου;»
[Τηλεόραση – Συνομιλητής 1:] «Συγγνώμη κύριε, δεν ήθελα να σας ξαφνιάσω»
[Φωνή:]«Το μέρος αυτό είναι πιο μεγάλο από το διαμέρισμά μας!»
[Τηλεόραση - Συνομιλητής 2:] «Να με ειδοποιείς όταν μπαίνεις στο δωμάτιο»
[Τηλεόραση - Συνομιλητής 1:] «Ναι, κύριε»
[Φωνή:]«Εμ, μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;»
[Τηλεόραση - Συνομιλητής 1:] «Αναρωτιόμουν σχετικά με…»
[Φωνή:]«Θέλεις λίγο, ε;»
[Τηλεόραση - Συνομιλητής 2:] «Ναι…»
[Φωνή:]«Ουάου, απίστευτη μπανιέρα! Θες να… κάνουμε μπάνιο;»
[Τηλεόραση - Συνομιλητής 1:] «Θα πρέπει να ενημερωθώ από την κυρία Μπάνκροφτ τι ώρα θέλει να μας δει, για το βασικό της…»
[Φωνή:]«Τι βλέπεις;»
[Τηλεόραση - Συνομιλητής 2:] «Αν μπορείς να μου πεις μόλις μάθεις …η κυρία Μπάνκροφτ…»
[Φωνή:]«Με ακούς;»
[Τηλεόραση – Συνομιλητής 1:] «Δεν καταλαβαίνω…»
[Φωνή:]«Αισθάνεσαι καλά;»
[Τηλεόραση – Συνομιλητής 2:] «Θέλω να μείνω εδώ»

Κάθε μέρα που περνά
η αγάπη γερνά,
σαν το δέρμα
του νεκρού
λίγο πριν φύγει.
Και κάθε νύχτα που περνά
προσποιούμαστε
πως είναι όλα καλά.
Μα εγώ έχω μεγαλώσει
κι εσύ έχεις παγώσει
και τίποτα πια  
δεν μας χαροποιεί.
Και πλέον νιώθω
μια από τις αλλαγές μου
να έρχεται.
Νιώθω
σαν λεπίδα ξυραφιού ψυχρός,
σαν επίδεσμος σφιχτός,
στεγνός
σαν τύμπανο
που παίζει σε κηδεία.

Τρέξε στην κρεβατοκάμαρα,
μέσα στη βαλίτσα, αριστερά,
θα βρεις
το αγαπημένο μου τσεκούρι.
Μην κοιτάς με τρόμο,
αύριο θα μου περάσει,
είναι μια κακή μου φάση.
Θες να δούμε τηλεόραση;
Ή μήπως να μπλεχτούμε στα σεντόνια;
Ή ν’ αναλογιστούμε τη σιωπηλή εθνική οδό;
Θα ήθελες να σου βάλω φαΐ;
Θα ήθελες να μάθεις να πετάς;
Θα ήθελες;
Θα ήθελες να δοκιμάσω εγώ
ενώ κοιτάς;

Θα ήθελες να καλέσεις την αστυνομία;
Πιστεύεις ότι πρέπει να ηρεμήσω;
Γιατί τρέχεις να φύγεις;

Άλμπουμ: The Wall (1979)



Στίχοι/ Μουσική: Pink Floyd


Ίσως αυτό το κομμάτι να συνοψίζει όσο κανένα άλλο τα μοτίβα και τις αντιφάσεις του θρυλικού The Wall. Οι νόρμες οι οποίες μας καθιστούν ακούσιους υπηρέτες της ίδιας ρουτίνας, ακόμα και στις προσωπικές μας σχέσεις, η ανεπαίσθητη πολτοποίηση της επιθυμίας στο βωμό της καθημερινότητας, οι απαραίτητοι συμβιβασμοί, οι δεδομένες ανασφάλειες, τα αναπόφευκτα τραύματα, εγκλωβίζουν τον άνθρωπο. Όμως ενώ το άτομο στέκει ηττημένο, «σαν τύμπανο που παίζει σε κηδεία», ξαφνικά επαναστατεί, ενάντια στον εαυτό του πρωτίστως. Εκφράζει μια ένταση παράλογη, τραμπαλίζεται ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη σκληρότητα, στα δυο πρόσωπα της ευαισθησίας. Του φταίνε όλα, κοπανάει το κεφάλι του στο Τείχος. Διότι θέλει να απελευθερωθεί, να φύγει, αλλά δεν έχει που να πάει, δεν ξέρει πως. Επειδή Το Τείχος είναι ο ίδιος, εκείνος που περνάει τη ζωή του παλεύοντας να σκάψει λαγούμια για χάρη όλων όσων θέλει να αγγίξει, να ζήσει, να αγαπήσει.




Για μια στιγμή μαζεύονται οι αιώνες μια σταλιά
Ή η εμφάνιση του Συμβάντος ως θαύμα
(Σχόλια με αφορμή το βιβλίο του Γιώργου Ζησιμόπουλου, «Ανοικτά του Απρίλη» εκδ. Γαβριηλίδης 2018).

Μια μέρα θα συμβεί / να ανοίξει δρόμο ο καιρός / να φτάσουμε ψηλαφητά / στον ουρανό των ηδονών / και θα είναι Απρίλης (σελ. 13). Για τον Λούκατς το επαναστατικό υποκείμενο συγκροτείται σε μια συγκεκριμένη υπερπροσδιορισμένη στιγμή (μέσα από τη γερμανική λέξη Augenblick). Αυτό είναι δυνατό επειδή οι αντικειμενικές συνθήκες της ταξικής πάλης δεν είναι ποτέ «ώριμες» (Lukacs 2002, σελ. 60) αλλά αστάθμητες και γι’ αυτό επιδεκτικές στη ριζική απροσδιοριστία της Augenblick (βλ. και Ράντης 2006).

Μεγάλος ανατόμος ο Απρίλης / σε ανοίγει από το παρόν / μέχρι το μέλλον (σελ. 9)

Και πάλι:
Αλλόκοτος παίκτης ο Απρίλης / κερδίζει όλον τον καιρό / ξοδεύοντας το μέλλον. (σελ. 12)

Ο Γιώργος γνωρίζει από φιλοσοφία και εμπνέεται από αυτήν. Η διαλεκτική και η προβληματική εντός της, η οποία ανάγεται στην υποκειμενοποίηση και την αντικειμενοπόιηση, την τυχαιότητα και τον νομιναλισμό είναι έννοιες, που του έχουν φανεί χρήσιμες, στην διαδρομή του μέχρι να μπορέσει να περιγράψει έλλογα, ποιητικά ή πολιτικά έναν άλλο κόσμο. Στα είκοσι-τρία άτιτλα ποιήματα της έβδομής του συλλογής, ο Γιώργος συνεχίζει και κορυφώνει, κατά τη γνώμη μου, την πορεία της αντίφασης, την πορεία της άρνησης της άρνησης, την πορεία της ίδιας της διαλεκτικής, όπως την έχει ακολουθήσει με συνέπεια σε όλα του τα έργα. Με αυτό το σκεπτικό, θα προσπαθήσω να τοποθετήσω το βιβλίο του «Ανοικτά του Απρίλη» στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφικής πορείας. Η πορεία αυτή, όπως είδαμε, ξεκινάει με τη στιγμή. Η ελληνική λέξη στιγμή σχετίζεται ετυμολογικά με το στίγμα, δηλαδή το αισθητό σημάδι που αφήνει πίσω της μια βελονιά, ένα τσίμπημα ή ένα κάψιμο (βλ. και Ράντης 2006). Η αντίστοιχη γερμανική λέξη Augenblick, η οποία χρησιμοποιείται από τον Λούκατς και τον Αντόρνο, σημαίνει ετυμολογικά τη ματιά, το βλέμμα, στο έδαφος της οποίας υπάρχει η ανάδυση ή η φανέρωση.

Ματιά ματιά απλώνεται ο Απρίλης / το άπειρο στο καθετί / τυλίγεται στην αίσθηση του. (σελ. 11)

Και πάλι:

Έτσι πυκνός που πέφτει ο Απρίλης / καμιά στιγμή δεν προλαβαίνει / ν’ αρνηθεί το άγγιγμα του. (σελ. 23)

Ακόμα:

Εκεί που δεν το περίμενες / ήρθε ο καιρός για / όσα έγιναν / νερό και αλάτι / όσα δεν πρόλαβες / θα επιστρέψουν τον / Απρίλη. (σελ. 20)

Το αστάθμητο συνδέεται με την κάθε συγκεκριμένη αντίφαση, την αντίφαση της κάθε στιγμής. Το μπουμπούκι ενός φυτού είναι η συγκεκριμένη άρνηση του σπέρματός του, και το άνθος η συγκεκριμένη άρνηση του μπουμπουκιού. Στην άρση ή υπέρβαση συμμετέχουν εξίσου η στιγμή της αναίρεση και η στιγμή της διατήρησης. Έτσι μέσω της αναίρεσης-διατήρησης επιτυγχάνεται μια υψηλότερη βαθμίδα, η διαλεκτική (βλ. και Ράντης 2006, σελ. 228).

Ότι δεν σώζεται / γίνεται Απρίλης / και σε σώζει. (σελ. 21)

Και πάλι:

Όποια σκέψη και να κάνεις / δεν πιάνεται ο Απρίλης. / Από ρέμβη σε ρέμβη / χάνεται στην ύπαρξη σου. (σελ. 27)

Ή ακόμα

Κανείς δεν μπορεί / να επιστρέψει από την / εξορία του χρόνου / που δεν έζησε / πριν συναντήσει / τον Απρίλη. (σελ. 10)

Η διαλεκτική βασίζεται στη σχέση γενικού και συγκεκριμένου, στο έδαφος της οποίας αναπτύσσεται η αντίφαση, η οποία παράγει στο τέλος ενότητα.

Τη στιγμή που / ακούς βαθύτερα / από την ανάσα σου / φθάνει ο Απρίλης (σελ. 16)

Και πάλι:

Φθόγγο φθόγγο / κρύβεται η σιωπή / και οι δισταγμοί / ένας προς έναν / πνίγονται στο / στόμα του Απρίλη. (σελ. 15)

Ή ακόμα:

Καμιά πόρτα δεν είναι / πιο βαριά από το άνοιγμα της / είπε ο Απρίλης και / πέταξε (σελ. 17)

Η διαλεκτική, με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς μία καταφατική ερμηνεία της κυρίαρχης πραγματικότητας, αλλά εμπεριέχει συγχρόνως και την άρνησής της, την υπέρβασή της, ως μια νέα ενότητα.

Κι αν πάντοτε στο τέλος / βρίσκεται η αρχή / είναι γιατί στο / βάθος του κύκλου / πλανιέται ο Απρίλης. (σελ. 22)

Στο διαλεκτικό σκέπτεσθαι οδηγείται κανείς μόνο μέσω του διαλεκτικού σκέπτεσθαι. Δεν μπορεί κανείς να το μάθει όπως δεν μπορεί κανείς να μάθει κολύμπι χωρίς να βραχεί.

Αυτό που επιτηρεί τη σιωπή / δεν μπορεί να είναι ήχος. / Όπως αυτό που κλείνεις στην καρδιά σου για να την κρατήσεις ανοιχτή / δεν μπορεί να είναι / τίποτε άλλο / εκτός από τον Απρίλη. (σελ. 28)

Και όπως συμβαίνει με το κολύμπι, το οποίο πρέπει να μάθει κανείς κατευθείαν μέσα στο νερό, έτσι συμβαίνει και με την έρευνα του γιγνώσκειν: Aυτή δεν μπορεί να λάβει χώρα με άλλο τρόπο απ’ ό,τι γιγνώσκοντας (βλ. και Ράντης 2006).

Ο στίχος που δεν έγραψα / λευκός ολόλευκος / με φωτίζει (σελ. 31)

Για τον Χέγκελ έργο τέχνης είναι μόνο το προικισμένο με σημασία αντικείμενο· σε τελική ανάλυση: το σύμβολο που παράγει το νόημά του μέσω τού είναι του. Ενώ η ομορφιά είναι αλήθεια η οποία ξετυλίγεται στην εξωτερική πραγματικότητα, καθώς κάθε μέρος αυτού του ξετυλίγματος κάνει την ψυχή, την ολότητα να εμφανίζεται στα μέρη της.

Κι αν μόνο μια λέξη μένει / μην ξεγελιέσαι / ό,τι ακούς στην ερημιά σου / πληθαίνει τον Απρίλη. (σελ. 26)

Και πάλι:

Κι αν όλα ξανάρχονται / ακόμα μια φορά όσο ποτέ / θα ζήσεις τον Απρίλη. (σελ. 19)

Ακόμα:

Δεν έχει πια ψυχή / να εναντιωθεί ο χρόνος / την έκλεψε ο Απρίλης. (σελ. 29)

Αλλά αν αναρωτηθούμε σε ποιο ανθρώπινο όργανο η ψυχή εμφανίζεται ως ψυχή, τότε μεμιάς θα απαντήσουμε στα μάτια. Καθώς είναι στα μάτια που η ψυχή συγκεντρώνεται και η ψυχή δεν βλέπει απλώς, μέσω αυτών, αλλά επίσης βλέπεται μέσα από αυτά.

Έχει λόγο ο Απρίλης / εξαντλεί όλα σου τα μυστικά / κι όμως σε κρύβει. (σελ. 14)

Ή με απόδοση των λόγων του Πλάτωνα: Τ’ άστρα κοιτάς, αστέρι μου, μακάρι να γινόμουν ο ουρανός, να σ’ έβλεπα εγώ με χίλια μάτια.

Η τέχνη συγκεντρώνεται μέσα στα μάτια, εκεί όπου εμφανίζεται η καθαρή ψυχή μέσα στην εσώτερη αιωνιότητας της.

Ότι και να καταφέρεις / ότι δεν είναι πάθος / θα βουλιάξει στα / ανοικτά του Απρίλη (σελ. 24)

Και πάλι:

Μάταια περιμένεις. / Στο άπειρο ποτέ δεν σουρουπώνει. / δεν έχει σοφία ο Απρίλης / μόνο παλμούς / που τρέχουν πίσω σου / όπως οι Ερινύες. (σελ. 30)

Και τέλος:

Κι αν κάποτε κλειστείς / βαθιά στην κόχη του καιρού σου / βαθύτερα σε περιβάλει ο Απρίλης. (σελ. 25)

Θα μπορούσε το βιβλίο αυτό να περιστρέφεται γύρω από άλλο μήνα; Πιστεύω πως όχι, καθώς ο Απρίλης ως σημαίνον, συγκεφαλαιώνει τις αντιφάσεις του καιρού και του κόσμου. Η κατίσχυση και κυριαρχία της ζωής απέναντι στο θάνατο, η αναπαράσταση του έρωτα και της δημιουργίας συμπυκνώνουν τη στιγμή του αστάθμητου, τη στιγμή της ριζικής απροσδιοριστίας. Εξ’ ου και οι Μάηδες της ιστορίας, η Πρωτομαγιά του 1886, ο Μάης του ’68, ο Μάης του 2006 κι όσοι ακόμα γεννηθούν από τον Απρίλη.

Βιβλιογραφία
Lukacs G.: «Die Entauserung als philosophischer Zentralbegriff der “Phanomenologie des Geistes”», στο Materialien zu Hegels «Phanomenologie des Geistes», επ. H.F. Fulda και D. Henrich, 8η έκδ., Φραγκφούρτη 1998.

Ράντης Κ.: «Hegel, Marx, Adorno: Δοκιμές μιας εισαγωγής στο διαλεκτικό σκέπτεσθαι» Αξιολογικά, τ. 15, Μάιος, σ. 221-239.

Φάνης Παπαγεωργίου 11/6/2019

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA