πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Lara Mitraković / Λάρα Μητράκοβιτς



Αν είχα αρχίδια

Αν είχα αρχίδια:
               Θα σε έπαιρνα αμέσως εδώ πάνω στο τραπέζι               
               Θα σου έστυβα όλους τους σωματικούς χυμούς
Ενώ έτσι απλώς θα σου πω ότι διάβασα κάποιες εργασίες σου
Κι ότι δεν είναι κακές, μπορεί και να χαμογελάσω
Μπορεί να σου πω κι ότι έχεις ωραίο πουκάμισο
Αν είχα αρχίδια θα σου έλεγα:
                Αυτή η ζωή είναι πολύ μικρή για παιχνίδια της γάτας με το ποντίκι
               Πάρε με απ΄ το χέρι να φτιάξουμε κάτι δικό μας
Όμως δεν τα έχω
(Όμως δεν τα έχω)

Εξάλλου, ποιος θα ήθελε γυναίκα που βρίζει σαν καροτσιέρης
 Και περνάει τα κυριακάτικα δειλινά καπνίζοντας στο μπαλκόνι
 Ενώ φαντάζεται ότι έχει αρχίδια

 Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Απαρίθμηση λαθών» (ΜΗ Κάρλοβατς, 2016)


 Όλοι πεθαίνουν καλοκαίρι


αυτό το καλοκαίρι όλοι
αποφάσισαν να πεθάνουν
οι υπόλοιποι, τουλάχιστον έτσι νόμιζαν πριν πεθάνουν,
θα τους θυμούνται περισσότερο έτσι (και με πόνο)
είναι η κατάλληλη εποχή να ντυθούν στα μαύρα
να ψήνεται κανείς  στον ήλιο
να πίνει περισσότερο νερό
τα δάκρυα αφυδατώνουν το σώμα
σκέφτηκα κάτι πολύ εύστοχο
θα γίνω εκείνος
που τα καλοκαίρια με χρυσές πινέζες
καρφώνει τα αγγελτήρια θανάτων
στους πίνακες ανακοινώσεων
σε περίπτωση έλλειψης
μελάνης και χαρτιού
θα στέκομαι στην κεντρική πλατεία
θα διαλαλώ τα στοιχεία
θα περιγράφω τις φωτογραφίες
θα επινοώ τις περιπέτειες των εκλιπόντων
μαυροφορεμένη
σε θερμοκρασία άνω των σαράντα
κάτω απ’ τη λουλουδένια ομπρέλα 

εγώ θα πεθάνω  φθινόπωρο                                
οι πενθούντες θα έρθουν
με μπότες ψαρέματος

 Δημοσιεύτηκε στη Συλλογή «Απαρίθμηση λαθών» (ΜΚ Κάρλοβατς, 2016)



Είμαι καλά, μπαμπά

Είμαι καλά, μπαμπά
Ο κόσμος έχει ακόμη περίγραμμα πραγματικότητας
Τα σπίτια είναι εδώ για να μένει κανείς μέσα σ΄ αυτά
Οι άνθρωποι για να τους εγκαταλείπουν                                          
Μπορούμε και μόνοι μας φωνάζουν από τις ουρές
Αυτοί μπορούν και μόνοι τους, μπαμπά
Φωνάζουν από τις ουρές κάτω απ΄το παράθυρό μου
Γράψε μας ένα τραγούδι εσύ είσαι πάντα ευτυχισμένη
Πάντα γελάς γράψε μας ένα τραγούδι
Για το πώς τρυπώνω στη λεκάνη σου
Τίποτα δεν είναι εντάξει μπαμπά
Το στόμα μου φτερά χελιδονιού πάντα προς τα κάτω
Κορμοί δέντρων ανάποδα με τις ρίζες τους να φαίνονται
Κανείς δεν τις ποτίζει δεν έχει νόημα χωρίς  χώμα  
Η καρδιά χτυπά στο ρυθμό που κάνουν τζόκινγκ οι άνθρωποι κάτω απ΄ το παράθυρο
Τα παράθυρα τα καλύπτω με εφημερίδες που δε διαβάζω
Κοιμάμαι με το κινητό πάνω στο πρόσωπο
Με μια κόκκινη ειδοποίηση στις βλεφαρίδες
Με το τρεμόπαιγμα των κύκλων  αρχίζω το πρωί                
Αντί για καφέ με κρασί ποτίζομαι
Δεν είμαι καλά, μπαμπά
Λένε είσαι πάντα τόσο ευτυχής πάντα τραγουδάς
Γράψε μας ένα τραγούδι εσύ η ωραία
Οι παλάμες σου είναι τόσο μικρές τα μάτια σου μεγάλα
Μέσα τους βρίσκεται όλος μα όλος ο  κόσμος
Που κάνει τζόκινγκ κάτω απ΄ το παράθυρό μου                     
Μύριες φωνές γράψε μας έλα  λοιπόν
Κανείς δε με γαμάει μπαμπά
Όλοι με το κεντρί τους τη φωλιά μου πολιορκούν
Αλλά κανείς τους δεν τσιμπάει
Έμαθα θανάσιμα τα πόδια  μου να κλείνω
για πάντα σαν αλογάκι της παναγίας
Με πολιορκούν στέλνουν μηνύματα με τη δική τους
Κόκκινη ειδοποίηση στα τσίνορα ξυπνάω το πρωί
Πλένομαι με νερό και καθαριστικό προσώπου
Για ευαίσθητο δέρμα πρωί και βράδυ
Είμαι καλά μπαμπά
Θα έρθει και πάλι ο σκουπιδιάρης να τους πάρει στο φορτηγό του
Σαν το πριγκιπόπουλο που θα κατακτήσει την καρδιά μου

Δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο της λογοτεχνικής ομάδας 90+ «Κάποιος βάζει φωνή, και τα παιδιά μεγαλώνουν» (Fraktura, 2018)



Ηλεκτρική σκούπα

κάνοντας ακανόνιστα οχτάρια με την ηλεκτρική σκουπίζω
τις δικές σου ή και ξένες τρίχες απ΄ το παλιό σπίτι  
όσο ο μπαμπάς ξαπλωμένος στο κρεβάτι δεν σαλεύει καν
εκτός από τα μάτια και το στόμα που γκρινιάζει για την παράλειψή μου
για τα μυγάκια στο πάτωμα τις τάβλες πάνω στο κρεβάτι τις υποχρεώσεις
οι κρόταφοι πάλλονται στο ρυθμό της αδηφάγου λάμιας
που έχασε τον πόλεμο γιατί ένα τσιμπιδάκι της έκατσε στο λαιμό
ξερνάει το βραχυκύκλωμα και τον τένοντα απ’ το μέτωπο του μπαμπά
σκέφτομαι πως εδώ κοιμόμασταν μαζί
αν και πιο πολύ αγρυπνούσαμε πάνω από τις ίδιες μας τις ανάσες                                                                                                                          
τώρα το μόνο που μου μένει είναι να παίζω κυνηγητό με τα κύτταρα της επιδερμίδας σου                                                                                                                                                
και μ΄ένα ζευγάρι κάλτσες σε σακουλάκι μεγάλης εμπορικής αλυσίδας
θα το κάνουμε μπαλάκι για το σκύλο
θα το χρησιμοποιήσει μια φορά  κι έπειτα θα το χάσει
το ανοιξιάτικο εκείνο δειλινό ενώ στην άλλη άκρη της πόλης
θα φτερνίζεσαι στο μαξιλάρι σου κι εγώ θα θρηνώ το σκύλο που ποτέ δεν υπήρξε
ο σωλήνας της σκούπας σκοντάφτει στην κάσα της πόρτας
αναπαράγοντας τη μελωδία που παίζεται στις κηδείες
όταν το πτώμα βυθίζεται στη χωματένια θάλασσα  και τα γόνατα τρέμουν
το καλώδιο τυλίγεται στους αστράγαλους γαργαλάει τα πόδια
γιατί είν΄ η εποχή που είναι πολύ κοντά τα παντελόνια
και διακόπτουν την παράδοση των ενδυμάτων
στα σκουπίδια θα πετάξω την ξέχειλη σακούλα
μόρια σκόνης θα χορεύουν γύρω από μια αχτίδα ήλιου
θα τα κοιτάζω ανοιγοκλείνοντας τα μάτια υποδυόμενη το φανάρι
στο δρόμο με την πιο μεγάλη κίνηση θα συμβεί σύγκρουση
ο οδηγός του τραμ θα βγει με το μεταλλικό ραβδί
βρίζοντας τον ήλιο και τον πωλητή καλαμποκιού
αυτό θα είναι η πιο δημοφιλής φωτογραφία στο άλμπουμ  του  ανθρώπου
που ίσως κάποτε γράφοντας τη βιογραφία μου
θα ξεχάσει να σε αναφέρει

Δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο της λογοτεχνικής ομάδας 90+ «Κάποιος βάζει φωνή, και τα παιδιά μεγαλώνουν» (Fraktura, 2018)


έντυσε όλους τους νεκρούς

έντυσε όλους τους νεκρούς τούτης της πόλης
βγήκαμε από τον αφαλό της
και οι δέκα, στοιβαχτήκαμε
ο ένας πάνω στον άλλο
σαν γραμμές στις κάσες της πόρτας
στο ίδιο δωμάτιο κοιμόμασταν
τα κρύα μας πόδια ζεσταίναμε το χειμώνα
το καλοκαίρι με ανοιχτά χέρια παρακαλούσαμε τον άνεμο να φυσήξει
όλους τους νεκρούς έντυσε, με τα χέρια της
χτένιζε τα μαλλιά τους, προς τα πίσω
διόρθωνε τις πτυχές του υφάσματος
τους σφάλιζε τα βλέφαρα τους φιλούσε στο μέτωπο
σαν νυχτοπεταλούδα επιδέξια, περιφερόταν
γύρω από το ζεστό θάνατο έθρεφε τα παιδιά
απέφευγε την καύτρα συνόδεψε τους άλλους
εις την τρυφερότητα
κάποιος από μας αύριο θα ντύσει εκείνη
στο ίδιο δωμάτιο, εμείς οι δέκα
θα της ράψουμε φόρεμα από φτερά πεταλούδας
 στα δάχτυλα θα μείνει σκόνη
δεν θα μπορέσει να πετάξει
θα χαράξουμε στο δέντρο το πρώτο σφάλμα
αμέσως πάνω από τον πρωτότοκο γιο 

 Από το χειρόγραφο »Δυο δρόμοι για τον Νότο» ανολοκλήρωτο

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA