πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ, 
Εκδόσεις θράκα, 2018 

γράφει η Κατερίνα Τσιτσεκλή
 
Η Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους στρώνει το δρόμο με τις λέξεις της σε ένα τοπίο ονειρικό, ενίοτε ομιχλώδες όπου τα συναισθήματα μεταγγίζονται όπως το αίμα, οι χαμένες πατρίδες κληρονομούνται μαζί με τα χαρακτηριστικά και οι αγαπημένοι νεκροί ζωντανεύουν μέσα στην ποίησή της, όπως στα όνειρα. Οι λέξεις της είναι φτιαγμένες με σκηνές και κομμάτια υφάσματος από την παιδική ηλικία, έχουν τη γεύση από ψωμί βουτηγμένο στο γάλα,την πληρότητα ενός συναισθήματος αγάπης που ταξιδεύει μέσα από τους διαύλους του χρόνου για να συναντήσει τους αγαπημένους που έφυγαν. Η ποίησή της, ιχνηλατεί τα μονοπάτια της μνήμης, γίνεται ο ξανακερδισμένος χρόνος.
της γιαγιάς η ανάσα/με χάιδεψε στο μέτωπο// πετάρισμα/ μικρού πουλιού// αμέτρητες ώρες ταξίδεψε/ μπαίνοντας και βγαίνοντας/ ανάστροφα/ στο ποτάμι του χρόνου// - άλλα σου είχα τάξει/ το ξέρω/ γιαγιά μου

Η ποίησή της μιλάει για μια χαμένη πατρίδα που εκείνη γνώρισε και αγάπησε μέσα από τις φράσεις του παππού, τη διένυσε μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα που απέστρεφε, τη συνοφρύωση της γιαγιάς, το κλάμα της…

ξεκινήσαμε από πολύ μακριά/ ο τόπος μας ήταν άλλος/ τον περπάτησα με δέος/ πάνω στις φράσεις του παππού/ δεν ήταν αυτή η πατρίδα μας/ μακρινές θολές εικόνες/ διάνυσα ακροπατώντας/ τις σιωπές το βλέμμα που απέστρεφε/ τη συνοφρύωση της γιαγιάς/ το κλάμα της/ -ούτε κι αυτό δεν μπορούσε να/ ευχαριστηθεί απαρατήρητη-/ κάναμε το αντίστροφο ταξίδι/ η ανάγκη/ δεν ήταν ανάγκη για ψωμί/ ήταν ανάγκη για αγάπη/ γι’ αυτό μένει/ αλύτρωτη/ μας ενώνει/ -όχι η πατρίδα

Είναι ο τρόπος που επιλέγει να μιλήσει για τις χαμένες πατρίδες, καταθέτοντας την προσωπική της εμπειρία για ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της εποχής μας. Σκιαγραφεί έτσι με ευαισθησία και αμεσότητα τον πόνο του ξεριζωμού, τους καημούς και τις ελπίδες των ανθρώπων της προσφυγιάς στις μέρες μας, ενώνει τη φωνή της με τη δική τους φωνή. Μιλάει για εκείνο το δάκρυ που σέρνει πίσω της, για χρόνους και καιρούς, απαρηγόρητο:

δεν ξέρω τι να κάνω/ μ΄αυτό το δάκρυ/ το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς/ δε λιγοστεύει -σκυλί σκέτο/
τρέμω φοβάμαι/ γίνομαι όλη ένα τόξο/
οι τόποι που αγάπησα είναι μακριά/ κάθομαι εδώ περιμένοντας/όσα δεν έρχονται/ ενώ οι απώλειες γίνονται/ -ξανά-/ ποτάμι/

Η χαμένη πατρίδα εξιδανικεύεται, είναι ο χαμένος παράδεισος, ένας καλύτερος κόσμος που χάθηκε ανεπιστρεπτί.

(τα μαγικά χαλιά/ που φτιάχναμε στον τόπο μας/ παππού/ στάχτες έγιναν/ μάθαμε να χάνουμε/ και δυστυχώς/ αυτός ο κατήφορος/ δε σταματά πουθενά/ κι όλα τα ονόματα/ που άφησες/ ποιος μπορεί/ να τ΄ αναστήσει ξανά;)

Λέξεις κατακλύζουν τα όνειρά της, θραύσματα παλιών συζητήσεων, επιζητούν τη συνέχεια του χρόνου, διεκδικούν έναν χώρο για να υπάρξουν.

θα έπρεπε να απομακρύνω/όλες αυτές τις λέξεις/ από το προσκεφάλι μου// όταν αποκοιμιέμαι/το σούρσιμό τους/ οι απόπειρες ν’ αλλάξουν θέσεις/ οι μπερδεμένες συλλαβές/ ήχοι πρωτόγνωροι και κρυφοί/ μου ταράζουν/ τον ύπνο/ μου κλέβουν/ τον λιγοστό ειρμό/…
Η ποίησή της γίνεται το ιδανικό σύμπαν, όπου συζητήσεις ανολοκλήρωτες και λέξεις μισές μπορούν να ξαναβρούν το νόημά τους, να συνεχιστούν, ονόματα τόπων να μνημονευτούν. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη από τις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής της έχει τον τίτλο «Ο δρόμος με τις λέξεις»
 
οι λέξεις δεν υποχωρούν/ παραδίνομαι/ σ΄ένα στρόβιλο που δεν ελέγχω/ έρχονται από παντού/ άλλες μ’ αγκαλιάζουν/ άλλες με χτυπούν// παραγγέλνουν:
-Παϊπαάν
-Έμρη Μαχαλεσί
-Εγιρδίρ
-Ερζερούμ
Αλλού:
σμήνη ψυχών/ με περιβάλλουν/ επικαλούμαι την προστασία τους/ ο παλιός ο νέος ο άδικος πόνος τους/ ζητά/ αγάπη και μνήμη/
Ο παράλογος ο τρομερός/ ο αδυσώπητος/ χωρίς γυρισμό/ κι ανώφελος/ δρόμος/ προς το χάος/ απλώνεται μπροστά/ απαράλλακτος…

Στην ποίηση της Ε. Χατζηχαραλάμπους, η συλλογική απώλεια εμπλέκεται με την προσωπική απώλεια, πρώτα ενός παιδικού φίλου που η ποιήτρια αποκαλεί Αγαμέμνονα και μετά της μητέρας. Οι επικλήσεις της στον παλιό της φίλο να ξυπνήσει από τον βαθύ του ύπνο αποζητούν μια ζωή από την αρχή και ίσως ένα νέο ξεκίνημα του κόσμου που θα αφύπνιζε μέσα του την παιδική ψυχή. Το όνομά του που παραπέμπει στον αρχαίο βασιλιά των Μυκηνών και του Άργους προσδίδει σε αυτή την ενότητα των ποιημάτων αμφισημία και μια μεταμοντέρνα πινελιά. Οι λέξεις της χορεύουν χορό πυρρίχιο για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο κενό και το θάνατο. 
 
μικροσκοπικά μηδενικά/ στη σειρά/ η χρονομέτρηση του μηδενός/ αφασική/ μηδέν και μηδέν/ μηδέν επί μηδέν/ όλα ένα άδειος κύκλος/ περιστρεφόμενη ρόδα/ σελήνη/ το άρθρο του αρσενικού/
επιστροφή στο πρώτο/ανάμεσα σε όλα τα μηδέν/ -τότε που άγριες νεαρές λέξεις/ διεκδικούσαν την ύπαρξή τους/ κι εγώ τις άφησα/ να κείνται εκεί//… και τα μικρά μηδενικά/ πιασμένα το ένα απ’ το άλλο/ σε πυρρίχιους/ του τίποτα…

Στην τελευταία ενότητα αποκαλύπτεται το μυστικό που την πονάει και πυροδοτεί το ονειρικό ποιητικό της ταξίδι. Η μητέρα μπαίνει στον κύκλο... Θαρρείς ότι όλες οι προηγούμενες λέξεις στήνουν το σκηνικό για να υποδεχθούν και να αποτίσουν φόρο τιμής σε αυτήν την τελευταία μεγάλη απώλεια, νωπή ακόμα πληγή…

Ο δρόμος με τις λέξεις της έτσι μεταβάλλεται σε μια τελετή μνήμης, ένα προσκύνημα στην προγονική γη που λειτουργεί σαν αντίβαρο στην ονταλγία, την έλλειψη νοήματος και το κενό της απώλειας, στη μάταιη αναζήτηση ενός Θεού που δεν δύναται να παράσχει θαύματα
Τα ποιήματά της χωρίς να χάνουν την ονειρική υφή τους, γίνονται πιο ρεαλιστικά, αποκτούν δραματικότητα, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την πραγματικότητα του θανάτου. Οι εικόνες πιο έντονες, όσο η αίσθηση του πένθους βαθαίνει, πυροδοτούν μια επιστροφή στην απαρχή της αγάπης: τώρα που σ’ έχασα/ ψηλαφώ στο ημίφως/ την αφετηρία μου/ (ήσουν η αρχή μου)/ είσαι η αρχή μου/κι αυτό που με πονούσε/ κάθε στιγμή/ κι αυτό που δεν είχα/ κι αυτό που ήθελα να έχω/ είναι ότι/ πάντα μόνο εσύ ήσουν/ η μητέρα μου…

Μιλάει για την ξαφνική μοναξιά: …το «εμείς» στο στόμα του πατέρα/ ακόμα και όταν δεν προφέρεται/ μένει ριζωμένο/ στοιχειωμένο σέρνει το κουβάρι μιας άλλης εποχής…Μιλάει και για τη δική της άρνηση να αποδεχτεί την απώλεια, με τη φύση, τον δυνατό αέρα, την αγριεμένη θάλασσα να αντανακλούν την εξωτερίκευση του πόνου της: 
 
είναι σαν να με/ χτυπά ακόμα/ ο δυνατός αέρας/ της πρωτομαγιάς που πέρασε/ μπροστά στη θάλασσα/ που ήθελα να με πάρει/
η απουσία σου/ μπλεγμένη με τα κύματα/ να έρχεται και να φεύγει/ με τις ριπές του ανέμου/ να με χτυπά/ απ΄όλες τις μεριές/ να αισθάνομαι την κάθαρση/ να με σαρώνει/ να με τραντάζει/ να είμαι εκεί/ μα να είμαι αλλού…

Τα ποιήματα της τελευταίας αυτής ενότητας μοιάζουν με ανοιχτή επιστολή προς την απούσα μητέρα. Η ποιήτρια μιλάει για τις μέρες και τις ώρες που πέρασε κοντά της αλλά και για όσα αισθάνθηκε και συνειδητοποίησε με την απώλειά της· τις σκέψεις της για τον Θεό, τη ζωή και τον κόσμο. Εμπεριέχει μέσα της όχι μόνο μια διαδικασία ίασης μέσα από την αποδοχή της απώλειας αλλά και ένα φόρο τιμής στην αγάπη και την ιδιότητα της να αλλάζει τη ψυχή και τον κόσμο. 
 
Κατερίνα Τσιτσεκλή
(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό ιστολόγιο “στίγμα λόγου”, stigmalogou.blogspot.com  στις 15 Απριλίου 2019. Εδώ αναδημοσιεύεται με κάποιες μικρές αλλαγές. )

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA