πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



Ριζώματα και ασυνέχειες. 

(Δύο πιο σύντομες εκδοχές του κειμένου διαβάστηκαν στις παρουσιάσεις του βιβλίου στο café Bazaar, στις 29 Νοεμβρίου 2018, και στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, στις 10 Μαΐου 2019.)

Στην αφιέρωση της συλλογής μικρο-διηγημάτων της Γιώτας Τεμπρίδου Διαδοχικές ασυνέχειες (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2018) διαβάζουμε: «Για τη ζωή μου / που όλο ρωτάει να / βρει πώς γίνεται». Θα προσπαθήσω λοιπόν να δω τι συμβαίνει σ’ αυτά τα διηγήματα, αλλά κυρίως πώς γίνεται: τους τρόπους που υπάρχουν και συνομιλούν, και κάποτε τις εκτροπές ή τις μεταστροφές τους.

Πώς γίνεται
Είναι προφανές, ακόμη και με μία πρώτη ανάγνωση, ότι τα διηγήματα αυτά είναι πυκνά και επικοινωνούν μεταξύ τους. Συνδέονται, άλλοτε φανερά και άμεσα, με μια λέξη ή μια σκηνή που επαναλαμβάνεται, άλλοτε με υπόγεια λαγούμια, και άλλοτε με άλματα και διακεκομμένες πτήσεις, που κάποιες φορές φτάνουν και έξω από το βιβλίο, σε διακειμενικές αναφορές.

Και καθώς συνδέονται η πυκνότητά τους αυξάνεται – σχηματίζουν κόμβους πολλαπλά διασυνδεδεμένους, μοτίβα που επαναλαμβάνονται – και όπως επαναλαμβάνονται μεταμορφώνονται. (Έχει σημασία να επισημάνουμε εξαρχής ότι όλα αυτά δεν αποσκοπούν κι ούτε καταλήγουν σε μια τελική ενότητα, δεν αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας ιστορίας.)

Αυτές τις συνδέσεις θα τις ονομάσω ριζωματικές και τον χρόνο τους ασυνεχή – και θα επανέλθω στις έννοιες αυτές παρακάτω, αφού όμως προηγουμένως δούμε πώς γίνεται στα δύο πρώτα διηγήματα του βιβλίου.
Ανάθημα
Παντρεύτηκες κι έγινες και συ: ο καλός· τώρα μάλιστα. Γύρω γύρω η ζωή η χαρισάμενη και το ανθοστολισμένο βιος και στη μέση, αυτονοήτως, ο Μανόλης.

Τα τελευταία λόγια της
Ήταν και η Λένα, η αδερφή του Μανώλη, που αυτοκτόνησε πριν γίνει είκοσι. Τη βίασε μια νύχτα ένας τύπος κοντά στο μπαρ του αδερφού της. Άφησε σημείωμα: «Όταν μεγαλώσω, θα γίνω μικρή. Μου φάγατε τα χρόνια μου, θα φάω τη λογική σας. Αν δεν μεγαλώσω, να πάτε στο διάολο. Και να με βρείτε μπροστά σας».

Στο πρώτο διήγημα είναι φανερή η αναφορά στον Μανόλη Αναγνωστάκη και στον πρώτο στίχο από το ποίημά του «Επιτύμβιον»:
Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός.[1]
Η Γιώτα αισθάνεται νομίζω οικεία με το κλίμα πικρής ειρωνείας του Αναγνωστάκη, και μέσα σ’ αυτό το κλίμα μετατρέπει το «πέθανες» σε «παντρεύτηκες» – και τον Λαυρέντη του ποιήματος σε Μανόλη, με όμικρον όπως και ο Αναγνωστάκης. (Όμως στο επόμενο διήγημα θα γίνει Μανώλης με ωμέγα, εγκαινιάζοντας το παιχνίδι των συνδέσεων και των μεταμορφώσεων.)

Σε ένα τόσο σύντομο διήγημα συμβαίνουν πολλά: Γίνεται ένας γάμος σε εκκλησία – κι εδώ θα μπορούσαμε να δούμε τις συνδέσεις με άλλες εκκλησίες σε άλλα διηγήματα, ή επίσης με τους διάφορους θεούς-ξένους που εμφανίζονται αλλού, άλλοτε με μικρό θήτα και μια φορά με κεφαλαίο. (Όμως η νύφη σ’ αυτόν τον γάμο είναι άφαντη – μια ισχυρή απουσία.)

Υπάρχει επίσης μια ευχή τυπική σε γάμο, για «βίον ανθόσπαρτον», μεταλλαγμένη εδώ ειρωνικά σε «ανθοστολισμένο βιος». Και η συμπαράθεση βίου και ζωής (ή ίσως ο διαχωρισμός τους) μπορεί να μας οδηγήσει ώς τα κείμενα του Τζόρτζιο Αγκάμπεν.
Και σαν να αντικαθιστά τον χορό του Ησαΐα, ακούγεται ένα τραγουδάκι από παιδικό παιχνίδι – το «γύρω γύρω όλοι». Κι εδώ αξίζει να σταθούμε:

·       Το μοτίβο της παιδικής ηλικίας και του παιχνιδιού επανέρχεται σε αρκετά διηγήματα. Εδώ ας σημειώσουμε μόνο ότι δεν πρόκειται ποτέ για κάποια αθώα παιδικότητα – μάλλον μέσα στα αίματα και τα τραύματα παρουσιάζεται – και τα παιχνίδια είναι συχνά ζοφερά.
·       Το συγκεκριμένο παιδικό παιχνίδι είναι ένας κυκλικός χορός. Το μοτίβο του κύκλου παίρνει διάφορες μορφές στα διηγήματα: Άλλοτε είναι η ασφυκτική καθημερινή επανάληψη του ίδιου, άλλοτε είναι ο επικίνδυνος κύκλος των διδύμων (είδωλο μαζί και διχασμός), άλλοτε έχει την υπόγεια ένταση των αντιφάσεων, και κάποτε γίνεται απλώς μια τρύπα στο νερό – κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις δημιουργούνται βρόχοι μεταξύ των διηγημάτων, όπου τα επόμενα θα έπρεπε κανονικά να προηγούνται – κανονικά, αν ο χρόνος ήταν «κανονικός».
·       Έχουμε λοιπόν έναν κυκλικό χορό, που είναι πάντοτε μια τελετουργική αναπαράσταση του κυκλικού χρόνου. Όμως εδώ όλες οι συμβάσεις του υπονομεύονται και φτάνει να εκρήγνυται – όπως θα εκραγεί και ο γραμμικός χρόνος σε ένα διήγημα που θα εξετάσουμε αργότερα.
·       Μπορούμε τώρα να ακούσουμε το τραγουδάκι:
Γύρω γύρω όλοι
στη μέση ο Μανόλης
χέρια πόδια στη γραμμή
κι όλοι κάθονται στη γη.
Κι ο Μανόλης στο σκαμνί.
Στο παιδικό παιχνίδι διάλεγαν συνήθως το πιο μικρό παιδί να κάνει τον «Μανόλη», και κατά κάποιον τρόπο τον έστεφαν βασιλιά – καθόταν στο σκαμνί-θρόνο. Στο διήγημα, όμως, τα παιδικά παιχνίδια και ο κυκλικός τους χρόνος έχουν παρέλθει – κι ούτε καν νοσταλγούνται. Ο Μανόλης κάθεται στο σκαμνί και δικάζεται. Και αν ο γάμος είναι εντέλει δίκη, η καταδίκη εκφέρεται στο επόμενο διήγημα, στα «Τελευταία λόγια της», κι έχει τη μορφή κατάρας. Εδώ έχουμε και πάλι έναν κύκλο («όταν μεγαλώσω θα γίνω μικρή»), με διακηρυγμένη πρόθεση να φάει τη λογική τους, μια πολεμική ποιητική που βγαίνει από το τραύμα – έναν κύκλο όμως που αμέσως μετά σπάει («αν δεν μεγαλώσω…»).

Έχουν ενδιαφέρον οι άμεσες συνδέσεις με άλλα διηγήματα που μπορούμε να εντοπίσουμε –άμεσες γιατί κι αυτά με τη σειρά τους έχουν τις δικές τους συνδέσεις, γεγονός που θα έκανε την αποτύπωσή τους πολύ πιο πολύπλοκη:
·       Πιο φανερή είναι η σύνδεση με το διήγημα που ακολουθεί («Ο Τάκης και ο άλλος»), όπου μπορούμε κάλλιστα να σκεφτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με τον βιαστή της Λένας.
·       Ακόμα, το θέμα της αυτοκτονίας, ή πιο συχνά την παραλλαγή του τού άλματος στο κενό, θα τα συναντήσουμε και σε άλλα διηγήματα.[2]
·       Στο διήγημα με τον τίτλο «Ζήτημα βάθους» η φράση «όταν μεγαλώσω θα γίνω μικρή» γίνεται «όταν μεγαλώσω θα γίνω χωρομέτρης» – μια παραλλαγή και μετατόπιση από το ζήτημα του χρόνου σε αυτό του χώρου – και μια προφανής αναφορά στον Πύργο του Κάφκα.
·       Τέλος, στο διήγημα με τον τίτλο «Γονικά» εμφανίζεται μία ακόμη Λένα, σαραντάχρονη που «δε θέλει να κάνει παιδιά» – κι επειδή συμβαίνει άπαξ να υπάρχουν δυο πρόσωπα με το ίδιο όνομα, μάλλον δεν είναι τυχαίο.

Η άπειρη πυκνότητα της στιγμής
Μπορούμε τώρα να δούμε λίγο πιο προσεκτικά τις έννοιες του ριζώματος και του ασυνεχούς χρόνου – και μετά θα επιστρέψουμε σε ένα ακόμα διήγημα.
Δανείζομαι την έννοια του ριζώματος από τους Ντελέζ και Γκουαταρί,[3] τόσο γιατί μου φαίνεται πολλαπλά χρήσιμη γενικότερα, όσο και γιατί, ειδικά εδώ, με βοηθάει να δω πώς αναπτύσσονται τα διηγήματα και πώς συνδέονται –μεταξύ τους αλλά και με τα έξω κείμενα– ενώ συγχρόνως παραμένουν ανοιχτά και δεν θέλουν να κλείσουν σε ένα ενιαίο σύνολο.

Το ρίζωμα δεν είναι δέντρο, δεν είναι το Ένα, η κεντρική ενότητα απ’ όπου εκπορεύονται τα πάντα.
Ούτε είναι η νεωτερική/μοντέρνα διάλυση, το χάος του κόσμου, που όμως νοσταλγεί μια παρελθούσα χαμένη ενότητα ή επιθυμεί μια νέα μελλοντική –μυστική ή περιεκτικότερη– ενότητα.
Το ρίζωμα είναι μια πολλαπλότητα άκεντρη και μη ιεραρχική, χωρίς κεντρική καθοδήγηση, δίχως αρχή ούτε και τέλος, που συνδέεται επίσης μη ιεραρχικά με άλλες πολλαπλότητες, και καθώς συνδέεται αλλάζει και μεταμορφώνεται. Το ρίζωμα είναι σχέσεις και γίγνεσθαι. Και οι συνδέσεις του αυτές με τις άλλες πολλαπλότητες γίνονται άλλοτε άμεσα, με ριζίδια, και άλλοτε με άλματα, με εντομάκια που επικονιάζουν.
Το ρίζωμα δεν είναι ένα σταθερό σημείο – είναι μαζί και ριζίδιο και έντομο, είναι μαζί όλες οι σχέσεις και οι συνδέσεις του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν το δέντρο αναπτύσσεται στον κυκλικό χρόνο, και η μοντέρνα διάλυση αναζητά έναν τελικό σκοπό στον γραμμικό χρόνο, το ρίζωμα ζει κατεξοχήν στον ασυνεχή χρόνο.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο τελευταίο του κείμενο, «Για την έννοια της ιστορίας»,[4] γραμμένο το 1940 και ενώ ο ναζισμός θριαμβεύει, προτείνει μια ρήξη με την αντίληψη του ιστορικού χρόνου ως συνεχούς. Ο Μπένγιαμιν ενδιαφέρεται να αντιπαλέψει μια θετικιστική αντίληψη της ιστορίας (που κυριαρχούσε και στην αριστερά της εποχής του) και η οποία θεωρούσε τον χρόνο ομοιογενή και κενό – και την πρόοδο αναπόφευκτη. Και ενδιαφέρεται να την αντιπαλέψει όχι γιατί είναι απλώς λάθος θεωρητικά, αλλά κυρίως γιατί οδηγεί σε εντελώς καταστροφικές πολιτικές στρατηγικές. Ο Μπένγιαμιν βλέπει ότι «ακόμα και οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει. Και ο εχθρός δεν έχει σταματήσει να νικά». Ο Άγγελος της Ιστορίας του έχει στραμμένο το βλέμμα του στον πόνο και την οργή των ηττημένων – και αυτούς θέλει με μια αναστροφή να λυτρώσει: Ο χρόνος είναι ασυνεχής, «γεμάτος θραύσματα μεσσιανικού χρόνου». «Κάθε δευτερόλεπτο είναι μια πύλη απ’ όπου μπορεί να εισέλθει ο Μεσσίας».

Κάθε στιγμή, λοιπόν, μπορεί να είναι σαν χάικου – όπως εδώ στο βιβλίο το χάικου της αφιέρωσης. Κάθε στιγμή μπορεί να έχει άπειρη πυκνότητα, να είναι γεμάτη ερείπια και πόνους, γεωλογικά χάσματα που είναι ασυνέχειες του φλοιού της γης και τραύματα που είναι ασυνέχειες του φλοιού του ανθρώπου, και μαζί μπορεί να έχει σχέσεις και συνδέσεις ριζωματικές, και αγάπες κι έρωτες και διφορούμενα αχ.

Η έκρηξη του γραμμικού χρόνου
Αν στα δύο πρώτα διηγήματα που διαβάσαμε ο ασυνεχής χρόνος προτείνεται μέσα από την υπονόμευση του κυκλικού χρόνου, σε αυτό που ακολουθεί αναδύεται μέσα από τα θανατηφόρα νερά του γραμμικού χρόνου:
Το «αόρατο χέρι»
Σε κείνο το σημείο το ποτάμι ήταν ρηχό, το νερό τού ερχόταν ώς το γόνατο. Μέτρησε με το μάτι την απόσταση, να είναι ίση από κάθε όχθη. Παρατήρησε τον κόσμο στ’ αριστερά και τον κόσμο στα δεξιά: ήταν ίδιος, μολονότι το ποτάμι αποτελούσε φυσικό σύνορο. Φαντάστηκε πώς θα ήταν να είχε ζωστεί με εκρηκτικά και ξαφνικά να τα πυροδοτούσε, όπως άκουγε στις ειδήσεις κάθε τρεις. Δεν ήταν φτιαγμένος γι’ αυτά, και μόνο η σκέψη τού έφερε ίλιγγο. Κοίταξε βιαστικά αριστερά και δεξιά, να διαλέξει λες με ποιους θα πάει. Μόνο τότε πρόσεξε, απέναντί του ακριβώς, στα μισά του ίδιου ποταμού, έναν άντρα, βρεγμένο ώς το γόνατο. Ούτε μια στιγμή μετά, ήρθε η έκρηξη.

Διάφορα σημεία μου φαίνονται ενδιαφέροντα εδώ.
·       Αρχικά, τα φανερά μοτίβα: το νερό (το ποτάμι), η αυτοκτονία (ένας πιθανός καμικάζι-βομβιστής), ο ξένος (ένας μετανάστης που διασχίζει τον Έβρο).
·       Αλλά και δύο μοτίβα πιο κρυφά: «Μέτρησε με το μάτι την απόσταση, να είναι ίση από κάθε όχθη», που μας παραπέμπει στο μοτίβο του χωρομέτρη («Όταν μεγαλώσω θα γίνω χωρομέτρης», που είχαμε δει πώς επικοινωνούσε με το «Όταν μεγαλώσω θα γίνω μικρή» στο σημείωμα αυτοκτονίας της Λένας), και
·       Το μοτίβο των διδύμων: Αν στο διήγημα «Ο Τάκης και ο άλλος» ο διχασμός φαίνεται να αφορά ένα πρόσωπο, εδώ έχουμε δύο συμμετρικά πρόσωπα που είναι σαν να αποτυπώνουν τον διχασμό σκέψης και δράσης – ή τον διχασμό μιντιακής εικόνας και συμβάντος.
·       Έχουμε ακόμη το πέρασμα από το ειρωνικό ύφος της κυριολεξίας-μεταφοράς του αμέσως προηγούμενου διηγήματος στο βιβλίο (που καταλήγει με τη φράση «Έκαστος στο είδος του και ο Γιάννης είναι άριστος στις τρύπες στο νερό»), στη δραματική κυριολεξία εδώ, μιας τρύπας στο νερό εξαιτίας μιας έκρηξης.
·       Σημαντική είναι επίσης η ένταση που προκαλείται από την αμφισημία μεταξύ βομβιστή αυτοκτονίας και μετανάστη που ανατινάζεται εξαιτίας μιας νάρκης.
·       Μπορούμε κάλλιστα να σκεφτούμε τον τίτλο του διηγήματος, «Το “αόρατο χέρι”», ως αναφορά στον Άνταμ Σμιθ και το περίφημο «αόρατο χέρι της αγοράς». Που παρότι αόρατο, μπορεί να χαράζει σύνορα και να τα ναρκοθετεί, μπορεί να ξεκινάει πολέμους και να εκδιώκει πληθυσμούς, μπορεί να παράγει βομβιστές αυτοκτονίας και συγχρόνως τους τηλεθεατές τους.
·       Τέλος, το ποτάμι είναι από παλιά μια εικόνα του χρόνου που περνά ανεπίστρεπτα, ενός χρόνου γραμμικού που κυλά σε συγκεκριμένη κοίτη. Και εδώ ο γραμμικός χρόνος –αυτός ο χρόνος-όριο– εκρήγνυται.

Είναι γνωστό το απόσπασμα του Ηράκλειτου: «Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι». Όμως εδώ, αυτά τα δύο συμμετρικά πρόσωπα, διαχωρισμένα όπως είναι σε σκέψη και πράξη, συγχρονίζονται – αφού «ούτε μια στιγμή μετά» έρχεται η έκρηξη. Και η έκρηξη, έτσι όπως ενώνει τη μοίρα τους, φαίνεται σαν να διαλύει τον διαχωρισμό τους και να εισάγει έναν χρόνο ασυνεχή όπου ο συγχρονισμός γίνεται κυριολεκτικά και με την πρωταρχική έννοια συγχώρεση: το να μπαίνεις δηλαδή πραγματικά στη θέση του άλλου.

Εκεί λοιπόν που μια έκρηξη καταλύει το τραύμα των συνόρων, του γραμμικού χρόνου και των διαχωρισμένων ταυτοτήτων, μήπως ένα άλλο αόρατο χέρι υπογράφει ελαφρά στο νερό;


ΥΓ1. Θα κλείσω με έναν προσωπικό συνειρμό, που όμως ίσως και να εξηγεί τον τρόπο που λειτουργούν τα ριζώματα. Το τρίτο από τα Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας του Οδυσσέα Ελύτη έχει τίτλο “Ad libitum”. Και το έκτο μέρος του ποιήματος καταλήγει:

ανεξήγητα μετακινούνται οι θάμνοι
                        πνοή νοιώθω να με παίρνει
                        ελαφρά στο νερό
                                    υπογράφω και χάνομαι
                        Ad libitum.[5]

Και στο In girum imus nocte et consumimur igni ο Γκυ Ντεμπόρ αναφέρεται με ιδιαίτερη τρυφερότητα στον φίλο του Ιβάν Στσεγκλώφ:

Μα πώς μπορώ να ξεχάσω αυτόν που βλέπω παντού, στις πιο μεγάλες στιγμές των περιπετειών μας; Αυτόν που σ’ εκείνες τις αβέβαιες μέρες άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο και προχώρησε τόσο γρήγορα, διαλέγοντας αυτούς που θα έρχονταν. Γιατί κανείς άλλος δεν τον έφτανε τη χρονιά εκείνη. Θα ’λεγες πως κοιτάζοντας απλώς την πόλη και τη ζωή, τις άλλαζε. Ανακάλυψε σ’ ένα χρόνο μέσα αντικείμενα διεκδικήσεων για έναν αιώνα. Τα βάθη και τα μυστήρια της πόλης υπήρξαν κατακτήσεις του.
Οι σύγχρονες εξουσίες, με τη φτωχή τους αλλοιωμένη πληροφόρηση, που τις αποπροσανατολίζει τόσο όσο περίπου ζαλίζει και τους υπηκόους τους, δεν μπόρεσαν ακόμη να μετρήσουν τι τους κόστισε το σύντομο πέρασμα αυτού του ανθρώπου. Μα τι πειράζει; Αυτοί που προκαλούν τα ναυάγια γράφουν το όνομά τους μόνο στο νερό.[6]

ΥΓ2. Το διήγημα “Pinastri” δανείζεται τον τίτλο του από την ταινία «Ο δούκας της Βουργουνδίας» του Peter Strikland. Στην ταινία παρακολουθούμε τη σχέση δύο γυναικών –μιας μαζοχίστριας και μιας κατ’ επίφαση σαδίστριας, όπως διαβάζουμε στο διήγημα–, και η μία γυναίκα είναι εντομολόγος και το σπίτι της είναι γεμάτο βαλσαμωμένες πεταλούδες. “Pinastri” είναι η λέξη ασφαλείας που χρησιμοποιούν στο παιχνίδι ρόλων που παίζουν – και είναι το όνομα μιας νυχτοπεταλούδας, το οποίο προέρχεται από τον συνδυασμό των λατινικών ονομάτων για το πεύκο και τα αστέρια. Το πλήρες λατινικό της όνομα είναι Sphinx Pinastri και ανήκει στην οικογένεια των σφιγγιδών.

Η Σφίγγα, ως γνωστόν, είναι τρισυπόστατη –είναι κορίτσι, λιοντάρι και αετός–, ή καλύτερα γίνεται κορίτσι και γίνεται λιοντάρι και γίνεται αετός, συγχρόνως κι όλα μαζί – κι απ’ την ανάποδη.
Και κατ’ αναλογίαν θέτει ένα τριπλό ερώτημα: Ποιο είναι αυτό το υβρίδιο που έχει τέσσερα και δύο και τρία πόδια; Κρατάει δηλαδή έναν καθρέφτη που προτείνει το αίνιγμα του χρόνου – και στο πίσω μέρος του καθρέφτη γράφει: «Άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά».

Η Σφίγγα έρχεται από τον κάτω κόσμο των ηττημένων, και είναι προ-οιδιπόδεια και μετα-οιδιπόδεια. Και ως ρίζωμα δεν θα γίνει ποτέ δέντρο – μπορεί όμως κάλλιστα να είναι μια λέξη για να σταματήσει τον πόνο, ένα δέντρο μ’ αστέρια μαζί.



[1] Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Πλειάς 1975, σ. 146.
[2] Εκτός από «Τα τελευταία λόγια της», στα διηγήματα «Το “αόρατο χέρι”», «Βύρωνας», «”Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο”», «Γνωριμιά και αποχαιρετίσματα» και μία νύξη στα «Αρώματα».
[3] Βλ. «Εισαγωγή: Ρίζωμα», στο Gilles DeleuzeFélix Guattari, Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια. 2. Χίλια πλατώματα, μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, Πλέθρον 2017, σελ. 15-42.
[4] Χρησιμοποιώ τη μετάφραση του Σπύρου Δοντά, από την έκδοση Μπένγιαμιν – Εκλογή, στιγμή 2014, σελ. 76-92.
[5] Οδυσσέας Ελύτης, Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, Ίκαρος 1982, σ. 38. Και στο τέλος του “Ad libitum”:

είναι που πλέον δε νογάει κανένας
τι πάει να πει αντανάκλαση μεσημεριού
πώς κι από πού ακουμπάει τ’ ωμέγα στο άλφα
ποιος εν τέλει αποσυνδέει τον Χρόνο

                  Ad libitum.
[6] Γκυ Ντεμπόρ, In girum imus nocte et consumimur igni, μτφρ. Ανδρέας Βαρίκας, Γαβριηλίδης 1995, σελ. 71-73.


Antej Jelenić/ Άντεϊ Γιέλενιτς




Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Δεν έχει πλέον σημασία το τι λέμε
Αλλά πως το λέμε
Και έχουμε ξεχάσει γιατί
Μιλάμε αφού μιλάμε υπερβολικά
Και ελάχιστα ανασαίνουμε ανάμεσα στους φθόγγους

Όταν λέτε «κληροφασισμός
Εγώ ακούω θρόισμα φύλλων»
Όταν λέτε «δεξιές οργανώσεις»,
Τα μυρμήγκια έρχονται να μου ζητήσουν συγνώμη
Όταν συζητάτε τη γραμμή των αμβλώσεων
Εγώ χαϊδεύω το βάτο που
Ο άνεμος συνέλαβε στην τσέπη μου
Όταν μιλάτε για τη Γιουγκοσλαβία
Εγώ αναρωτιέμαι γιατί τα πρόσωπά μας
Δεν φωτίζονται

Πόλη χωρίς φωτιά                                     
Δεν είναι πόλη
Πόλη χωρίς ολομέλεια
Δεν είναι πόλη
Πόλη χωρίς κοινό
Είναι μια πόλη
Που είναι πόλη δίχως παρτίδα
Σκακιού με όντα ζωντανά

Δεν έχει πλέον νόημα να μιλάμε                           

Η ψήφος χαρίζεται                                    
Η ψήφος πωλείται
Ψήφος αποκτάται με εκβιασμό
Ψήφοι πυρπολούνται
Ψήφοι απαριθμούνται
Λόγοι αφαιρούνται ως ψήφοι
Οι ψήφοι μετατρέπονται
Σε καρέκλες που μιλάνε                      

Οι ψήφοι συγκεντρώνονται
Για να μιλήσουν ομόφωνα
Για να χλευάσουν τη φωνή
Που τραυλίζει
Που έρχεται απ΄ τα προάστια
Που προέρχεται πέρα από τα δύο βουνά
Που βγαίνει από οποιοδήποτε παιδί
Που δεν έχει βγει στην τηλεόραση

Η φωνή αυτή δεν έχει δικαίωμα ψήφου
Η φωνή αυτή πρέπει να σιωπά όσο εσείς μιλάτε
Λόγω της φωνής αυτής εσείς οφείλετε να αλλάξετε
Τον τόνο της φωνής σας
Αλλά αυτό είναι αδύνατο γιατί η φωνή σας
Είναι μνημείο

 Η αισθητική επικράτησε της ηθικής
 Ο θάνατος είναι της μόδας

ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ                                    

Νεαρό ζευγάρι Ολλανδών, δεν είναι γκέι, κάθονται  σε lounge

Μαγαζί μασουλώντας tris καπνιστού σολομού

Σερβιρισμένο με ρόκα, βούτυρο και φρυγανισμένο ψωμί.

Το δέρμα τους είναι λεπτό σαν industrial lounge

Psybient jazz μουσική ηχεί ανάμεσα στα αγκυροβολημένα

Κότερα.

Η κοπέλα με πορτοκαλί μαλλί,

Περιτριγυρισμένη είναι από πρωτεΐνες ασφαλείας

Έχει γεροντίστικο κραγιόν και μαργαριτάρια

Στ΄ αφτιά

Ο χοντρός άντρας με το γυαλισμένο κεφάλι

Στον αριστερό πήχη έχει τατουάζ ένα σπουργίτι

Με μολύβι αντί για μύτη

Και το σπουργίτι είναι κομμένο στη μέση.

Κι οι δύο πίνουν War-hole κόκα κόλα,

Όλα είναι μια χαρά.

Η μουσική ταπετσαρία τους θυμίζει ότι οι cyborg ακόμη

Λειτουργούν κανονικά

Τα τρακτέρ στο Ρότερνταμ εύθυμα φορτώνουν τουλίπες

Τα χωράφια είναι και πάλι οργωμένα

Η White widow μαριχουάνα τυλιγμένη σε τούλι

Τα  Coffee shops χάσκουν ανοιχτά με χειρουργικούς

Δίσκους και χάρτινα σακουλάκια για κείνους που

Επιθυμούν να επαναφέρουν τα αποικιακά space cake

Είναι ήσυχα.

Οι κλιματικοί μετανάστες μέχρι την επιστροφή τους

Θα αναδομηθούν με  wi-fi ακτινοβολία.

Σποραδικά ξεσπάσματα βίας υπήρχαν ανέκαθεν,

Είναι το υλικό για τους στατιστικούς της έκπληξης.

Εντούτοις βλέπω κάτι

Που εξηγεί τον σκληρό τους πόλεμο με τη βαρύτητα

Κατά τη νέα παραγγελία:

Αυτή τη φορά  είναι  βοδινό tartar DE MAR με μαύρη τρούφα,

Με ολλανδική σάλτσα και καψαλιστό ψωμί.

Με το σήκωμα του χεριού προς το προσωπικό

Με την αλλαγή θέσης τους στην πρώτη  σειρά κοντά στο 

Βενζινάδικο για τα ταχύπλοα

Στο δεξί του μπράτσο βλέπω τατουάζ

Ένα παγόβουνο:

                Τρίξιμο. Τρίψιμο. Κενό.

                 Το παγωμένο νύχι που ξήλωσε τον τιτάνα

                 Και προκάλεσε ταραχή ανάμεσα στις τάξεις,

Εντούτοις ξέρουν για τον Enzensberger,

Καλά, καλά.

Μετά το ταρτάρ ελέγχουνε τα μέιλ

Παρακολουθούν το χρηματιστήριο των εκπεμπόμενων ρύπων

Και αποστηθίζουν τα ωράρια των γύρω ιατρείων

Έπειτα φωτογραφίζουν  τα δάχτυλα των ποδιών

Και την κροατική μπίρα στο τραπέζι

Με μερικά επιδέξια αγγίγματα στις έξυπνες οθόνες

Η εικόνα πολλαπλασιάζεται και τυπώνεται σε 20.000 φύλλα

Οι μαύροι εργάτες τους στη συνοικία Geuzenveld-Slotermeer

Περιμένουν τη νύχτα να ξεκινήσουν την παράνομη διανομή.

Από τον αφαλό της κοπέλας ακούγεται  λεπτός συριγμός.


ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ, 
Εκδόσεις θράκα, 2018 

γράφει η Κατερίνα Τσιτσεκλή
 
Η Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους στρώνει το δρόμο με τις λέξεις της σε ένα τοπίο ονειρικό, ενίοτε ομιχλώδες όπου τα συναισθήματα μεταγγίζονται όπως το αίμα, οι χαμένες πατρίδες κληρονομούνται μαζί με τα χαρακτηριστικά και οι αγαπημένοι νεκροί ζωντανεύουν μέσα στην ποίησή της, όπως στα όνειρα. Οι λέξεις της είναι φτιαγμένες με σκηνές και κομμάτια υφάσματος από την παιδική ηλικία, έχουν τη γεύση από ψωμί βουτηγμένο στο γάλα,την πληρότητα ενός συναισθήματος αγάπης που ταξιδεύει μέσα από τους διαύλους του χρόνου για να συναντήσει τους αγαπημένους που έφυγαν. Η ποίησή της, ιχνηλατεί τα μονοπάτια της μνήμης, γίνεται ο ξανακερδισμένος χρόνος.
της γιαγιάς η ανάσα/με χάιδεψε στο μέτωπο// πετάρισμα/ μικρού πουλιού// αμέτρητες ώρες ταξίδεψε/ μπαίνοντας και βγαίνοντας/ ανάστροφα/ στο ποτάμι του χρόνου// - άλλα σου είχα τάξει/ το ξέρω/ γιαγιά μου

Η ποίησή της μιλάει για μια χαμένη πατρίδα που εκείνη γνώρισε και αγάπησε μέσα από τις φράσεις του παππού, τη διένυσε μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα που απέστρεφε, τη συνοφρύωση της γιαγιάς, το κλάμα της…

ξεκινήσαμε από πολύ μακριά/ ο τόπος μας ήταν άλλος/ τον περπάτησα με δέος/ πάνω στις φράσεις του παππού/ δεν ήταν αυτή η πατρίδα μας/ μακρινές θολές εικόνες/ διάνυσα ακροπατώντας/ τις σιωπές το βλέμμα που απέστρεφε/ τη συνοφρύωση της γιαγιάς/ το κλάμα της/ -ούτε κι αυτό δεν μπορούσε να/ ευχαριστηθεί απαρατήρητη-/ κάναμε το αντίστροφο ταξίδι/ η ανάγκη/ δεν ήταν ανάγκη για ψωμί/ ήταν ανάγκη για αγάπη/ γι’ αυτό μένει/ αλύτρωτη/ μας ενώνει/ -όχι η πατρίδα

Είναι ο τρόπος που επιλέγει να μιλήσει για τις χαμένες πατρίδες, καταθέτοντας την προσωπική της εμπειρία για ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της εποχής μας. Σκιαγραφεί έτσι με ευαισθησία και αμεσότητα τον πόνο του ξεριζωμού, τους καημούς και τις ελπίδες των ανθρώπων της προσφυγιάς στις μέρες μας, ενώνει τη φωνή της με τη δική τους φωνή. Μιλάει για εκείνο το δάκρυ που σέρνει πίσω της, για χρόνους και καιρούς, απαρηγόρητο:

δεν ξέρω τι να κάνω/ μ΄αυτό το δάκρυ/ το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς/ δε λιγοστεύει -σκυλί σκέτο/
τρέμω φοβάμαι/ γίνομαι όλη ένα τόξο/
οι τόποι που αγάπησα είναι μακριά/ κάθομαι εδώ περιμένοντας/όσα δεν έρχονται/ ενώ οι απώλειες γίνονται/ -ξανά-/ ποτάμι/

Η χαμένη πατρίδα εξιδανικεύεται, είναι ο χαμένος παράδεισος, ένας καλύτερος κόσμος που χάθηκε ανεπιστρεπτί.

(τα μαγικά χαλιά/ που φτιάχναμε στον τόπο μας/ παππού/ στάχτες έγιναν/ μάθαμε να χάνουμε/ και δυστυχώς/ αυτός ο κατήφορος/ δε σταματά πουθενά/ κι όλα τα ονόματα/ που άφησες/ ποιος μπορεί/ να τ΄ αναστήσει ξανά;)

Λέξεις κατακλύζουν τα όνειρά της, θραύσματα παλιών συζητήσεων, επιζητούν τη συνέχεια του χρόνου, διεκδικούν έναν χώρο για να υπάρξουν.

θα έπρεπε να απομακρύνω/όλες αυτές τις λέξεις/ από το προσκεφάλι μου// όταν αποκοιμιέμαι/το σούρσιμό τους/ οι απόπειρες ν’ αλλάξουν θέσεις/ οι μπερδεμένες συλλαβές/ ήχοι πρωτόγνωροι και κρυφοί/ μου ταράζουν/ τον ύπνο/ μου κλέβουν/ τον λιγοστό ειρμό/…
Η ποίησή της γίνεται το ιδανικό σύμπαν, όπου συζητήσεις ανολοκλήρωτες και λέξεις μισές μπορούν να ξαναβρούν το νόημά τους, να συνεχιστούν, ονόματα τόπων να μνημονευτούν. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη από τις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής της έχει τον τίτλο «Ο δρόμος με τις λέξεις»
 
οι λέξεις δεν υποχωρούν/ παραδίνομαι/ σ΄ένα στρόβιλο που δεν ελέγχω/ έρχονται από παντού/ άλλες μ’ αγκαλιάζουν/ άλλες με χτυπούν// παραγγέλνουν:
-Παϊπαάν
-Έμρη Μαχαλεσί
-Εγιρδίρ
-Ερζερούμ
Αλλού:
σμήνη ψυχών/ με περιβάλλουν/ επικαλούμαι την προστασία τους/ ο παλιός ο νέος ο άδικος πόνος τους/ ζητά/ αγάπη και μνήμη/
Ο παράλογος ο τρομερός/ ο αδυσώπητος/ χωρίς γυρισμό/ κι ανώφελος/ δρόμος/ προς το χάος/ απλώνεται μπροστά/ απαράλλακτος…

Στην ποίηση της Ε. Χατζηχαραλάμπους, η συλλογική απώλεια εμπλέκεται με την προσωπική απώλεια, πρώτα ενός παιδικού φίλου που η ποιήτρια αποκαλεί Αγαμέμνονα και μετά της μητέρας. Οι επικλήσεις της στον παλιό της φίλο να ξυπνήσει από τον βαθύ του ύπνο αποζητούν μια ζωή από την αρχή και ίσως ένα νέο ξεκίνημα του κόσμου που θα αφύπνιζε μέσα του την παιδική ψυχή. Το όνομά του που παραπέμπει στον αρχαίο βασιλιά των Μυκηνών και του Άργους προσδίδει σε αυτή την ενότητα των ποιημάτων αμφισημία και μια μεταμοντέρνα πινελιά. Οι λέξεις της χορεύουν χορό πυρρίχιο για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο κενό και το θάνατο. 
 
μικροσκοπικά μηδενικά/ στη σειρά/ η χρονομέτρηση του μηδενός/ αφασική/ μηδέν και μηδέν/ μηδέν επί μηδέν/ όλα ένα άδειος κύκλος/ περιστρεφόμενη ρόδα/ σελήνη/ το άρθρο του αρσενικού/
επιστροφή στο πρώτο/ανάμεσα σε όλα τα μηδέν/ -τότε που άγριες νεαρές λέξεις/ διεκδικούσαν την ύπαρξή τους/ κι εγώ τις άφησα/ να κείνται εκεί//… και τα μικρά μηδενικά/ πιασμένα το ένα απ’ το άλλο/ σε πυρρίχιους/ του τίποτα…

Στην τελευταία ενότητα αποκαλύπτεται το μυστικό που την πονάει και πυροδοτεί το ονειρικό ποιητικό της ταξίδι. Η μητέρα μπαίνει στον κύκλο... Θαρρείς ότι όλες οι προηγούμενες λέξεις στήνουν το σκηνικό για να υποδεχθούν και να αποτίσουν φόρο τιμής σε αυτήν την τελευταία μεγάλη απώλεια, νωπή ακόμα πληγή…

Ο δρόμος με τις λέξεις της έτσι μεταβάλλεται σε μια τελετή μνήμης, ένα προσκύνημα στην προγονική γη που λειτουργεί σαν αντίβαρο στην ονταλγία, την έλλειψη νοήματος και το κενό της απώλειας, στη μάταιη αναζήτηση ενός Θεού που δεν δύναται να παράσχει θαύματα
Τα ποιήματά της χωρίς να χάνουν την ονειρική υφή τους, γίνονται πιο ρεαλιστικά, αποκτούν δραματικότητα, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την πραγματικότητα του θανάτου. Οι εικόνες πιο έντονες, όσο η αίσθηση του πένθους βαθαίνει, πυροδοτούν μια επιστροφή στην απαρχή της αγάπης: τώρα που σ’ έχασα/ ψηλαφώ στο ημίφως/ την αφετηρία μου/ (ήσουν η αρχή μου)/ είσαι η αρχή μου/κι αυτό που με πονούσε/ κάθε στιγμή/ κι αυτό που δεν είχα/ κι αυτό που ήθελα να έχω/ είναι ότι/ πάντα μόνο εσύ ήσουν/ η μητέρα μου…

Μιλάει για την ξαφνική μοναξιά: …το «εμείς» στο στόμα του πατέρα/ ακόμα και όταν δεν προφέρεται/ μένει ριζωμένο/ στοιχειωμένο σέρνει το κουβάρι μιας άλλης εποχής…Μιλάει και για τη δική της άρνηση να αποδεχτεί την απώλεια, με τη φύση, τον δυνατό αέρα, την αγριεμένη θάλασσα να αντανακλούν την εξωτερίκευση του πόνου της: 
 
είναι σαν να με/ χτυπά ακόμα/ ο δυνατός αέρας/ της πρωτομαγιάς που πέρασε/ μπροστά στη θάλασσα/ που ήθελα να με πάρει/
η απουσία σου/ μπλεγμένη με τα κύματα/ να έρχεται και να φεύγει/ με τις ριπές του ανέμου/ να με χτυπά/ απ΄όλες τις μεριές/ να αισθάνομαι την κάθαρση/ να με σαρώνει/ να με τραντάζει/ να είμαι εκεί/ μα να είμαι αλλού…

Τα ποιήματα της τελευταίας αυτής ενότητας μοιάζουν με ανοιχτή επιστολή προς την απούσα μητέρα. Η ποιήτρια μιλάει για τις μέρες και τις ώρες που πέρασε κοντά της αλλά και για όσα αισθάνθηκε και συνειδητοποίησε με την απώλειά της· τις σκέψεις της για τον Θεό, τη ζωή και τον κόσμο. Εμπεριέχει μέσα της όχι μόνο μια διαδικασία ίασης μέσα από την αποδοχή της απώλειας αλλά και ένα φόρο τιμής στην αγάπη και την ιδιότητα της να αλλάζει τη ψυχή και τον κόσμο. 
 
Κατερίνα Τσιτσεκλή
(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό ιστολόγιο “στίγμα λόγου”, stigmalogou.blogspot.com  στις 15 Απριλίου 2019. Εδώ αναδημοσιεύεται με κάποιες μικρές αλλαγές. )

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA