πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η ποιήτρια Μαριάννα Κουμαριανού με αφορμή το βιβλίο της "Τόπος στη γαλήνη" (εκδ. Θράκα), συνεντευξιαζόμενη στο iart.gr από τον Κωνσταντίνο Σύρμο
«Ο φάρος του Σόρενσον» (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρα, εν παραλλήλω με το «Μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα» του Αχιλλέα Κυριακίδη, υπό την κριτική ματιά του Γιώργου Περαντωνάκη
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter

Antej Jelenić/ Άντεϊ Γιέλενιτς




Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Δεν έχει πλέον σημασία το τι λέμε
Αλλά πως το λέμε
Και έχουμε ξεχάσει γιατί
Μιλάμε αφού μιλάμε υπερβολικά
Και ελάχιστα ανασαίνουμε ανάμεσα στους φθόγγους

Όταν λέτε «κληροφασισμός
Εγώ ακούω θρόισμα φύλλων»
Όταν λέτε «δεξιές οργανώσεις»,
Τα μυρμήγκια έρχονται να μου ζητήσουν συγνώμη
Όταν συζητάτε τη γραμμή των αμβλώσεων
Εγώ χαϊδεύω το βάτο που
Ο άνεμος συνέλαβε στην τσέπη μου
Όταν μιλάτε για τη Γιουγκοσλαβία
Εγώ αναρωτιέμαι γιατί τα πρόσωπά μας
Δεν φωτίζονται

Πόλη χωρίς φωτιά                                     
Δεν είναι πόλη
Πόλη χωρίς ολομέλεια
Δεν είναι πόλη
Πόλη χωρίς κοινό
Είναι μια πόλη
Που είναι πόλη δίχως παρτίδα
Σκακιού με όντα ζωντανά

Δεν έχει πλέον νόημα να μιλάμε                           

Η ψήφος χαρίζεται                                    
Η ψήφος πωλείται
Ψήφος αποκτάται με εκβιασμό
Ψήφοι πυρπολούνται
Ψήφοι απαριθμούνται
Λόγοι αφαιρούνται ως ψήφοι
Οι ψήφοι μετατρέπονται
Σε καρέκλες που μιλάνε                      

Οι ψήφοι συγκεντρώνονται
Για να μιλήσουν ομόφωνα
Για να χλευάσουν τη φωνή
Που τραυλίζει
Που έρχεται απ΄ τα προάστια
Που προέρχεται πέρα από τα δύο βουνά
Που βγαίνει από οποιοδήποτε παιδί
Που δεν έχει βγει στην τηλεόραση

Η φωνή αυτή δεν έχει δικαίωμα ψήφου
Η φωνή αυτή πρέπει να σιωπά όσο εσείς μιλάτε
Λόγω της φωνής αυτής εσείς οφείλετε να αλλάξετε
Τον τόνο της φωνής σας
Αλλά αυτό είναι αδύνατο γιατί η φωνή σας
Είναι μνημείο

 Η αισθητική επικράτησε της ηθικής
 Ο θάνατος είναι της μόδας

ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ                                    

Νεαρό ζευγάρι Ολλανδών, δεν είναι γκέι, κάθονται  σε lounge

Μαγαζί μασουλώντας tris καπνιστού σολομού

Σερβιρισμένο με ρόκα, βούτυρο και φρυγανισμένο ψωμί.

Το δέρμα τους είναι λεπτό σαν industrial lounge

Psybient jazz μουσική ηχεί ανάμεσα στα αγκυροβολημένα

Κότερα.

Η κοπέλα με πορτοκαλί μαλλί,

Περιτριγυρισμένη είναι από πρωτεΐνες ασφαλείας

Έχει γεροντίστικο κραγιόν και μαργαριτάρια

Στ΄ αφτιά

Ο χοντρός άντρας με το γυαλισμένο κεφάλι

Στον αριστερό πήχη έχει τατουάζ ένα σπουργίτι

Με μολύβι αντί για μύτη

Και το σπουργίτι είναι κομμένο στη μέση.

Κι οι δύο πίνουν War-hole κόκα κόλα,

Όλα είναι μια χαρά.

Η μουσική ταπετσαρία τους θυμίζει ότι οι cyborg ακόμη

Λειτουργούν κανονικά

Τα τρακτέρ στο Ρότερνταμ εύθυμα φορτώνουν τουλίπες

Τα χωράφια είναι και πάλι οργωμένα

Η White widow μαριχουάνα τυλιγμένη σε τούλι

Τα  Coffee shops χάσκουν ανοιχτά με χειρουργικούς

Δίσκους και χάρτινα σακουλάκια για κείνους που

Επιθυμούν να επαναφέρουν τα αποικιακά space cake

Είναι ήσυχα.

Οι κλιματικοί μετανάστες μέχρι την επιστροφή τους

Θα αναδομηθούν με  wi-fi ακτινοβολία.

Σποραδικά ξεσπάσματα βίας υπήρχαν ανέκαθεν,

Είναι το υλικό για τους στατιστικούς της έκπληξης.

Εντούτοις βλέπω κάτι

Που εξηγεί τον σκληρό τους πόλεμο με τη βαρύτητα

Κατά τη νέα παραγγελία:

Αυτή τη φορά  είναι  βοδινό tartar DE MAR με μαύρη τρούφα,

Με ολλανδική σάλτσα και καψαλιστό ψωμί.

Με το σήκωμα του χεριού προς το προσωπικό

Με την αλλαγή θέσης τους στην πρώτη  σειρά κοντά στο 

Βενζινάδικο για τα ταχύπλοα

Στο δεξί του μπράτσο βλέπω τατουάζ

Ένα παγόβουνο:

                Τρίξιμο. Τρίψιμο. Κενό.

                 Το παγωμένο νύχι που ξήλωσε τον τιτάνα

                 Και προκάλεσε ταραχή ανάμεσα στις τάξεις,

Εντούτοις ξέρουν για τον Enzensberger,

Καλά, καλά.

Μετά το ταρτάρ ελέγχουνε τα μέιλ

Παρακολουθούν το χρηματιστήριο των εκπεμπόμενων ρύπων

Και αποστηθίζουν τα ωράρια των γύρω ιατρείων

Έπειτα φωτογραφίζουν  τα δάχτυλα των ποδιών

Και την κροατική μπίρα στο τραπέζι

Με μερικά επιδέξια αγγίγματα στις έξυπνες οθόνες

Η εικόνα πολλαπλασιάζεται και τυπώνεται σε 20.000 φύλλα

Οι μαύροι εργάτες τους στη συνοικία Geuzenveld-Slotermeer

Περιμένουν τη νύχτα να ξεκινήσουν την παράνομη διανομή.

Από τον αφαλό της κοπέλας ακούγεται  λεπτός συριγμός.


ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ, 
Εκδόσεις θράκα, 2018 

γράφει η Κατερίνα Τσιτσεκλή
 
Η Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους στρώνει το δρόμο με τις λέξεις της σε ένα τοπίο ονειρικό, ενίοτε ομιχλώδες όπου τα συναισθήματα μεταγγίζονται όπως το αίμα, οι χαμένες πατρίδες κληρονομούνται μαζί με τα χαρακτηριστικά και οι αγαπημένοι νεκροί ζωντανεύουν μέσα στην ποίησή της, όπως στα όνειρα. Οι λέξεις της είναι φτιαγμένες με σκηνές και κομμάτια υφάσματος από την παιδική ηλικία, έχουν τη γεύση από ψωμί βουτηγμένο στο γάλα,την πληρότητα ενός συναισθήματος αγάπης που ταξιδεύει μέσα από τους διαύλους του χρόνου για να συναντήσει τους αγαπημένους που έφυγαν. Η ποίησή της, ιχνηλατεί τα μονοπάτια της μνήμης, γίνεται ο ξανακερδισμένος χρόνος.
της γιαγιάς η ανάσα/με χάιδεψε στο μέτωπο// πετάρισμα/ μικρού πουλιού// αμέτρητες ώρες ταξίδεψε/ μπαίνοντας και βγαίνοντας/ ανάστροφα/ στο ποτάμι του χρόνου// - άλλα σου είχα τάξει/ το ξέρω/ γιαγιά μου

Η ποίησή της μιλάει για μια χαμένη πατρίδα που εκείνη γνώρισε και αγάπησε μέσα από τις φράσεις του παππού, τη διένυσε μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα που απέστρεφε, τη συνοφρύωση της γιαγιάς, το κλάμα της…

ξεκινήσαμε από πολύ μακριά/ ο τόπος μας ήταν άλλος/ τον περπάτησα με δέος/ πάνω στις φράσεις του παππού/ δεν ήταν αυτή η πατρίδα μας/ μακρινές θολές εικόνες/ διάνυσα ακροπατώντας/ τις σιωπές το βλέμμα που απέστρεφε/ τη συνοφρύωση της γιαγιάς/ το κλάμα της/ -ούτε κι αυτό δεν μπορούσε να/ ευχαριστηθεί απαρατήρητη-/ κάναμε το αντίστροφο ταξίδι/ η ανάγκη/ δεν ήταν ανάγκη για ψωμί/ ήταν ανάγκη για αγάπη/ γι’ αυτό μένει/ αλύτρωτη/ μας ενώνει/ -όχι η πατρίδα

Είναι ο τρόπος που επιλέγει να μιλήσει για τις χαμένες πατρίδες, καταθέτοντας την προσωπική της εμπειρία για ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της εποχής μας. Σκιαγραφεί έτσι με ευαισθησία και αμεσότητα τον πόνο του ξεριζωμού, τους καημούς και τις ελπίδες των ανθρώπων της προσφυγιάς στις μέρες μας, ενώνει τη φωνή της με τη δική τους φωνή. Μιλάει για εκείνο το δάκρυ που σέρνει πίσω της, για χρόνους και καιρούς, απαρηγόρητο:

δεν ξέρω τι να κάνω/ μ΄αυτό το δάκρυ/ το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς/ δε λιγοστεύει -σκυλί σκέτο/
τρέμω φοβάμαι/ γίνομαι όλη ένα τόξο/
οι τόποι που αγάπησα είναι μακριά/ κάθομαι εδώ περιμένοντας/όσα δεν έρχονται/ ενώ οι απώλειες γίνονται/ -ξανά-/ ποτάμι/

Η χαμένη πατρίδα εξιδανικεύεται, είναι ο χαμένος παράδεισος, ένας καλύτερος κόσμος που χάθηκε ανεπιστρεπτί.

(τα μαγικά χαλιά/ που φτιάχναμε στον τόπο μας/ παππού/ στάχτες έγιναν/ μάθαμε να χάνουμε/ και δυστυχώς/ αυτός ο κατήφορος/ δε σταματά πουθενά/ κι όλα τα ονόματα/ που άφησες/ ποιος μπορεί/ να τ΄ αναστήσει ξανά;)

Λέξεις κατακλύζουν τα όνειρά της, θραύσματα παλιών συζητήσεων, επιζητούν τη συνέχεια του χρόνου, διεκδικούν έναν χώρο για να υπάρξουν.

θα έπρεπε να απομακρύνω/όλες αυτές τις λέξεις/ από το προσκεφάλι μου// όταν αποκοιμιέμαι/το σούρσιμό τους/ οι απόπειρες ν’ αλλάξουν θέσεις/ οι μπερδεμένες συλλαβές/ ήχοι πρωτόγνωροι και κρυφοί/ μου ταράζουν/ τον ύπνο/ μου κλέβουν/ τον λιγοστό ειρμό/…
Η ποίησή της γίνεται το ιδανικό σύμπαν, όπου συζητήσεις ανολοκλήρωτες και λέξεις μισές μπορούν να ξαναβρούν το νόημά τους, να συνεχιστούν, ονόματα τόπων να μνημονευτούν. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη από τις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής της έχει τον τίτλο «Ο δρόμος με τις λέξεις»
 
οι λέξεις δεν υποχωρούν/ παραδίνομαι/ σ΄ένα στρόβιλο που δεν ελέγχω/ έρχονται από παντού/ άλλες μ’ αγκαλιάζουν/ άλλες με χτυπούν// παραγγέλνουν:
-Παϊπαάν
-Έμρη Μαχαλεσί
-Εγιρδίρ
-Ερζερούμ
Αλλού:
σμήνη ψυχών/ με περιβάλλουν/ επικαλούμαι την προστασία τους/ ο παλιός ο νέος ο άδικος πόνος τους/ ζητά/ αγάπη και μνήμη/
Ο παράλογος ο τρομερός/ ο αδυσώπητος/ χωρίς γυρισμό/ κι ανώφελος/ δρόμος/ προς το χάος/ απλώνεται μπροστά/ απαράλλακτος…

Στην ποίηση της Ε. Χατζηχαραλάμπους, η συλλογική απώλεια εμπλέκεται με την προσωπική απώλεια, πρώτα ενός παιδικού φίλου που η ποιήτρια αποκαλεί Αγαμέμνονα και μετά της μητέρας. Οι επικλήσεις της στον παλιό της φίλο να ξυπνήσει από τον βαθύ του ύπνο αποζητούν μια ζωή από την αρχή και ίσως ένα νέο ξεκίνημα του κόσμου που θα αφύπνιζε μέσα του την παιδική ψυχή. Το όνομά του που παραπέμπει στον αρχαίο βασιλιά των Μυκηνών και του Άργους προσδίδει σε αυτή την ενότητα των ποιημάτων αμφισημία και μια μεταμοντέρνα πινελιά. Οι λέξεις της χορεύουν χορό πυρρίχιο για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο κενό και το θάνατο. 
 
μικροσκοπικά μηδενικά/ στη σειρά/ η χρονομέτρηση του μηδενός/ αφασική/ μηδέν και μηδέν/ μηδέν επί μηδέν/ όλα ένα άδειος κύκλος/ περιστρεφόμενη ρόδα/ σελήνη/ το άρθρο του αρσενικού/
επιστροφή στο πρώτο/ανάμεσα σε όλα τα μηδέν/ -τότε που άγριες νεαρές λέξεις/ διεκδικούσαν την ύπαρξή τους/ κι εγώ τις άφησα/ να κείνται εκεί//… και τα μικρά μηδενικά/ πιασμένα το ένα απ’ το άλλο/ σε πυρρίχιους/ του τίποτα…

Στην τελευταία ενότητα αποκαλύπτεται το μυστικό που την πονάει και πυροδοτεί το ονειρικό ποιητικό της ταξίδι. Η μητέρα μπαίνει στον κύκλο... Θαρρείς ότι όλες οι προηγούμενες λέξεις στήνουν το σκηνικό για να υποδεχθούν και να αποτίσουν φόρο τιμής σε αυτήν την τελευταία μεγάλη απώλεια, νωπή ακόμα πληγή…

Ο δρόμος με τις λέξεις της έτσι μεταβάλλεται σε μια τελετή μνήμης, ένα προσκύνημα στην προγονική γη που λειτουργεί σαν αντίβαρο στην ονταλγία, την έλλειψη νοήματος και το κενό της απώλειας, στη μάταιη αναζήτηση ενός Θεού που δεν δύναται να παράσχει θαύματα
Τα ποιήματά της χωρίς να χάνουν την ονειρική υφή τους, γίνονται πιο ρεαλιστικά, αποκτούν δραματικότητα, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την πραγματικότητα του θανάτου. Οι εικόνες πιο έντονες, όσο η αίσθηση του πένθους βαθαίνει, πυροδοτούν μια επιστροφή στην απαρχή της αγάπης: τώρα που σ’ έχασα/ ψηλαφώ στο ημίφως/ την αφετηρία μου/ (ήσουν η αρχή μου)/ είσαι η αρχή μου/κι αυτό που με πονούσε/ κάθε στιγμή/ κι αυτό που δεν είχα/ κι αυτό που ήθελα να έχω/ είναι ότι/ πάντα μόνο εσύ ήσουν/ η μητέρα μου…

Μιλάει για την ξαφνική μοναξιά: …το «εμείς» στο στόμα του πατέρα/ ακόμα και όταν δεν προφέρεται/ μένει ριζωμένο/ στοιχειωμένο σέρνει το κουβάρι μιας άλλης εποχής…Μιλάει και για τη δική της άρνηση να αποδεχτεί την απώλεια, με τη φύση, τον δυνατό αέρα, την αγριεμένη θάλασσα να αντανακλούν την εξωτερίκευση του πόνου της: 
 
είναι σαν να με/ χτυπά ακόμα/ ο δυνατός αέρας/ της πρωτομαγιάς που πέρασε/ μπροστά στη θάλασσα/ που ήθελα να με πάρει/
η απουσία σου/ μπλεγμένη με τα κύματα/ να έρχεται και να φεύγει/ με τις ριπές του ανέμου/ να με χτυπά/ απ΄όλες τις μεριές/ να αισθάνομαι την κάθαρση/ να με σαρώνει/ να με τραντάζει/ να είμαι εκεί/ μα να είμαι αλλού…

Τα ποιήματα της τελευταίας αυτής ενότητας μοιάζουν με ανοιχτή επιστολή προς την απούσα μητέρα. Η ποιήτρια μιλάει για τις μέρες και τις ώρες που πέρασε κοντά της αλλά και για όσα αισθάνθηκε και συνειδητοποίησε με την απώλειά της· τις σκέψεις της για τον Θεό, τη ζωή και τον κόσμο. Εμπεριέχει μέσα της όχι μόνο μια διαδικασία ίασης μέσα από την αποδοχή της απώλειας αλλά και ένα φόρο τιμής στην αγάπη και την ιδιότητα της να αλλάζει τη ψυχή και τον κόσμο. 
 
Κατερίνα Τσιτσεκλή
(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό ιστολόγιο “στίγμα λόγου”, stigmalogou.blogspot.com  στις 15 Απριλίου 2019. Εδώ αναδημοσιεύεται με κάποιες μικρές αλλαγές. )





Όταν ριζώνει ο αέρας

1.
Λίγες ώρες απέμεναν πια για το θαύμα του Θεανθρώπου, την νίκη της ζωής απέναντι στο θάνατο, του φωτός απέναντι στην τυφλότητα, της κρεοφαγίας απέναντι στην λαχανοφαγία. Οι διάφοροι, κατά-τόπους πιστοί, σπάζανε απλόχερα την αναμονή τους, σε μικρά, μόλις αντιληπτά μέρη, άλλοτε τρίβοντας τα χέρια τους κι άλλοτε μαντεύοντας την ώρα με τον ήλιο. Όλοι τους ετοιμάζονταν πυρετώδικα για το καθιερωμένο έθιμο.

Πι: Το έθιμο!
Φι: Τι μεστή λέξη!
Νι: Σχεδόν πλήρης!
Λι: Και χωράει μέσα ότι θέλεις!
Πι: Το αγαπημένο μου φαγητό!
Φι: Το ημερολόγιο!
Νι: Το αγαπημένο μου μέρος!
Λι: Την καθημερινή μου βόλτα!
Πι: Την πυρίτιδα!
Φι: Την στρακαστρούκα!
Νι: Το βαρελότο!
Λι: Την κροτίδα!
Πι: Κανείς δε μας σταματά!
Φι: Θα το γλεντήσουμε!
Νι: Κανείς δε μας σταματά!
Λι: Θα το κάψουμε!
Πι, Φι, Νι και Λι: μέρες που είναι!

Οι κάτοικοι έσκαβαν στις περυσινές αποσκευές τους, στις αυλές τους, και όπου αλλού μπορούσε να έχει κρυφτεί, για την ανάσυρση της μεγαλύτερης ανακάλυψης της ανθρωπότητας, της πυρίτιδας και μέσω αυτής, ολόκληρου του εθίμου. Η σωστή τέλεση του εθίμου απαιτούσε αγιασμό της αποθηκευμένης πυρίτιδας από τοπικό μητροπολίτη ή από διάκονο ενορίτη.

Πι, Φι, Νι και Λι: Θα πάμε στον πάτερ Ραψωμανίκη!
Πι: Θα διαβάσει την πυρίτιδα!
Φι: Θα διαβάσει κι εμάς!
Νι: Θα διαβάσει την πυρίτιδα!
Λι: Θα διαβάσει κι εμάς!
Πι: Έτσι
Φι: δεν θα έχουμε
Νι: ατυχήματα
Λι: ούτε τραυματίες!
Πι, Φι, Νι και Λι: μέρες που είναι!

Το έθιμο ζητούσε σαν αδηφάγο ζώο ή απλώς πεινασμένο γατάκι μεράκι και μαεστρία στην κατασκευή, εκρηκτικών, πυροσωλήνων και πυροκροτητών, από πλευράς συμμετεχόντων.

Πι: Πέρασε κιόλας ένας χρόνος!
Φι: Δείξαμε αρετή!
Νι: Θα επιβραβευθούμε!
Λι: Τι όμορφο το Πάσχα!
Πι, Φι, Νι και Λι: μέρες που είναι!

Ο Πι, ο Φι, ο Νι και ο Λι είχαν σκάψει στις αυλές και στις αποθήκες για να ανασύρουν την πιο φίνα πρώτη ύλη, την πιο καλή πυρίτιδα. Εκεί, την βρήκαν τακτοποιημένη από κάποιο πόλεμο - αδιάφορο αν ήταν εμφύλιος ή όχι. Ο Πι, ο Φι, ο Νι και ο Λι είχαν διανύσει μεγάλες αποστάσεις στον απαιτητικό στίβο του εθίμου. Είχαν χρησιμοποιήσει όλη την πρόσφατη πυρίτιδα και τώρα αναμόχλευαν την ιστορία.

Πι: Αυτός ο πόλεμος
Φι: μας προίκησε
Νι: με την πιο φίνα
Λι: πυρίτιδα.
Πι: Μας έλεγαν
Φι: να μην σκαλίζουμε
Νι: τον πόλεμο.
Λι: Ήταν δεν ήταν
Πι: εμφύλιος
Φι: μας προίκισε
Νι: με την καλύτερη
Λι: πυρίτιδα.
Πι, Φι, Νι και Λι: μέρες που είναι!


2.
Τις επόμενες μέρες, η συντροφιά ετοίμασε μια κυριολεκτικά δυσβάσταχτη ποσότητα βαρελότων, κροτίδων, στρακαστρούκας και πυροσαΐτας. Εξασφαλίστηκε έτσι, εκτός των άλλων, η μη διόγκωση του εμπορικού ελλείμματος της γειτονιάς και η εύρυθμη οικονομική λειτουργία σε μέσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Οι κάτοικοι προμηθεύτηκαν αλεξίσφαιρα, ως είθισται, γιλέκα και για τα διάφορα ζωντανά πλάσματα ετοιμάστηκαν ωτοασπίδες για να παραμείνουν οξείες η ακοή, η ενσυναίσθηση και η ευσυνειδησία τους. Τα σφαχτά τοποθετήθηκαν με ευλάβεια σε στοίβα, σχηματίζοντας πρόχειρα το όρος Γολγοθά. Την επαύριον θα γκρεμιζόταν στα εξόν συνετέθην, μοιράζοντας ένα σφαχτό σε κάθε σπίτι, συμβάλλοντας έτσι στην ομαλή κυκλοφορία των ποδηλάτων - τα ποδήλατα χρειάζονται μόνο πεδιάδες και ισώματα για να μπορούν να κουνάν ανέμελα τις ουρές τους, αναπτύσσοντας μεγάλες ταχύτητες. Έτσι, η εμπειρία της σταύρωσης διαχεόταν στην κοινωνία, καθώς κατέληγε, σε κάθε σπίτι και έπειτα, μέσω του ουρανίσκου, στο στομάχι του κάθε πιστού ξεχωριστά.
Τότε, ο παππάς Ραψομανίκης απίθωσε το αρκουδοτόμαρο που φορούσε πάνω σε μια καρέκλα, ξεβάφτηκε σχολαστικά και ετοιμάστηκε να φορέσει τα άμφια για να κερδίσει άλλο ένα μεροκάματο από τα τάματα, τα κεριά, το φως και το λιωμένο χρυσό της Ανάστασης. Λίγες μέρες πριν, είχε κάνει μια τόσο επίμονη, άσχημη και λυτρωτική σκέψη, που δεν έλεγε να αναχωρήσει από το κρανίο του. Σκέφτηκε να απομακρύνει το δισδιάστατο κόντρα-πλακέ που αναπαριστούσε τον Ιησού από το Ιερό, απαγορεύοντας το δια παντός. Θα έβαζε στη θέση του ένα πίνακα του Καραβάτζιο, ή το αρκουδοτόμαρο του, για να κάνει το χώρο πιο καλλιτεχνικό ή πιο ζεστό και πιο σπιτίσιο. «Πόσο συντηρητικά τα αφεντικά μου!» σκέφτηκε και έβγαλε το πόρισμα ότι η φύση της δουλειάς του ήταν αλλεργική στην καινοτομία. Ύστερα, γύρισε σε ένα χαρτί που είχε πέσει στο πάτωμα, περιμένοντας να διαβαστεί. Το είχε φέρει το όργανο της τάξης μαζί με τα κιβώτια πυρίτιδας για τον απαραίτητο, από τις αρχές, καθαγιασμό τους. Το χαρτί έγραφε πάνω-κάτω τα εξής: «Αγαπητέ διάκονε του Θεού, Ανώτατη αρχή της πόλης και άοπλε συνάδελφε, εσείς, το χωνί, μέσα από το οποίο, ακούγεται Εκείνος, εσείς τέλος πάντων κύριε Ραψωμανίκη, ξέρω καλά, ή μάλλον, πολύ καλά, τι σκαρώνετε, θέλω να πω με όλο το θάρρος, η πυρίτιδα πρέπει να πολλαπλασιαστεί, όχι φυσικώς, πράγμα που και κάποιο βρέφος θα εγνώριζε ότι δεν γίνεται, αλλά τεχνητώς ή τεχνικώς, πρέπει με άλλα λόγια να πολλαπλασιαστεί η δύναμη που εκτονώνεται, ο ήχος που αναστατώνει, ούτως ώστε και προκειμένου να κερδίσουμε τους ανταγωνιστάς μας, αυτά τα μιαρά ανθρωπάρια, τους ανθρώπους των σπηλαίων, τους γείτονες μας, βεβαίως, τους τύπους που κατοικούν στην απέναντι πόλη, εμείς τα όργανα της πόλης, κυρίως αυτά, οφείλουμε απέναντι στους προγόνους μας, την επικράτηση αυτή, να ακουστούμε δηλαδή πιο καλά, σπάζοντας την τζαμαρία ή ακόμα και το τύμπανο, στο σπίτι ή το αυτί του ηλικιωμένου κυρίου που κάθεται ακριβώς στα μισά της απόστασης, σχηματίζοντας ένα ισοσκελές τρίγωνο και καθότι ο χώρος καμπυλώνεται από την ύπαρξη οροσειρών, ο ήχος εγγράφεται σε κύκλο με ακτίνα 2πρ2 και νικώντας την ταχύτητα του φωτός θα αποδείξουμε περίτρανα και περήφανα την πίστη μας. Μα την πίστη μου, ο Θεός να μας ανταμείβει για τα κατορθώματα μας. Συγχωρέστε με για την πρότερα φράση, μου ξέφυγε, αλλά, όπως και να έχει, πιστεύουμε περισσότερο από εκείνους. Για τυχόν θύματα ή ζημιές η Χάρη του θα μας προστατέψει, προστατεύοντας εμάς, και ζημιώνοντας τους αντιπάλους. Έχουμε βέβαια μεριμνήσει μοιράζοντας ειδικά γιλέκα και ωτοασπίδες στους πιστούς και στους ζωντανούς. Έχουμε ακόμα μεριμνήσει, έχοντας διπλές βάρδιες επιφυλακής στα σύνορα για να αποτρέψουμε κάποια προβοκατόρικη ενέργεια, σε κάθε περίπτωση και εν τοιαύτη περιπτώσει, έχουμε πάρει τα μέτρα μας, έχουμε αναθέσει μάλιστα στους Πι, Φι, Νι και Λι το σχεδιασμό ενός νέου εξελιγμένου και βελτιωμένου συστήματος, προκειμένου για την επιτυχία μας, αποκαθάροντας την ιστορική μνήμη και χρησιμοποιώντας θαμμένα όπλα από ένα κυνήγι κεφαλών που είχε συμβεί ποιος-ξέρει-πόσα χρόνια πριν. Κάντε λοιπόν το καθήκον σας απέναντι στην πόλη, στους πολίτες, στους πιστούς, σε εσάς τον ίδιο, στο λόγο του Κυρίου Δεηθώμεν. Μάλιστα, για τον Κύριο τον ίδιο».
Ο πάτερ Ραψωμανίκης τύλιξε προσεκτικά το σημαντικό κείμενο που είχε μόλις διαβάσει. Ήταν στολισμένο με δεκάδες σφραγίδες και πινακίδες που έγραφαν «απόρρητο» και «εύθραυστο», κι έτσι, το φύλαξε για περιτύλιγμα κάποιας επιστολής που ίσως θα ετοίμαζε προς τον ανώτερο κλήρο και την ηγεσία της εκκλησίας, ή προς κάποιους φίλους για να κάνει φιγούρα, να τους πετάξει, δηλαδή, στα μούτρα την ανωτερότητα του βουνού απέναντι στη θάλασσα, ή του αγριόχοιρου απέναντι στο χοίρο. Ο πάτερ Ραψωμανίκης ήταν ήσυχος μιας και είχε εκτελέσει το καθήκον του, ή δεν είχε παραφάει. Είχε διαβάσει και καθαγιάσει την πυρίτιδα μιλώντας σε χωνί για να πολλαπλασιάσει τη δύναμη του ήχου και τη δυναμική της πράξης. Είχε φορέσει το αρκουδοτόμαρο του για να κάνει την αγριότητα μέρος της ιεροτελεστίας και για να ακονίσει τα δόντια του για τη μάσα του Πάσχα. Είχε επικαλεστεί Θεούς και δαίμονες, αναθεματίζοντας τους ειδωλολάτρες που ορίζουν τις τύχες της εκκλησίας και κατόπιν, βγαίνοντας στο μπαλκόνι μίλησε στους γλάρους, οι οποίοι του κάλμαραν τα νεύρα, όσο και το πιοτό. Τώρα, το μόνο που έμενε για να τελειώσει η κοπιαστική ημέρα, ήταν να πάει σε δύο ή τρεις ναούς να σημάνει τις καμπάνες, να διαβάσει τις ατάκες που του είχαν υπαγορεύσει και να περάσει ο αναγκαίος χρόνος, μέχρις ότου να προσεγγίσει το σήμα τις πείνας στα κοφτερά, στιλπνά του δόντια. Ο πάτερ Ραψωμανίκης ακόνιζε συχνά τα δόντια του με λίμα φυλακής για να επιτρέπει την απόδραση των γεύσεων στον ουρανίσκο. Θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κάποιος, ντελικάτο και γευσιγνώστη, έναν ντελάλη του καλού γούστου και των καλών τρόπων, έναν πρωτεργάτη της ομορφιάς. Αγαπούσε το ψάρεμα και τα ζάρια, το καλό κρασί και τη ρετσίνα, την ρεντιγκότα του και το αρκουδοτόμαρο του. Το τελευταίο το είχε κερδίσει όταν βοήθησε ένα παιδάκι να ρίξει όλους τους στόχους στο διαγωνισμό σκοποβολής κάποιου τσίρκου. Εκεί και ελλείψει άλλου δώρου τον αντάμειψαν για την γενναιοδωρία του με το βασιλικό αυτό ένδυμα, υπέρ-εκατονταετή κληρονομιά και σήμα κατατεθέν του τσίρκου.


3.
Ο Πι, ο Φι, ο Νι και ο Λι ήταν τόσο ανυπόμονοι που δεν άκουσαν το σάλπισμα της καμπάνας, τον ήχο, που φωλιάζει στην καρδιά κάθε πιστού, το χαρμόσυνο μήνυμα της επικράτησης της ζωής όταν αυτό στρογγυλοκάθεται στις ταραγμένες ψυχές. Ύστερα παρατηρώντας τον ουρανό είδαν την παλινδρόμηση του μετάλλου, το ταξίδι μέχρι τις άκρες του καμπαναριού, την κίνηση με τρόπο εκκρεμούς και τέλος, άκουσαν τον, σαν από αρμόνιο, αρμονικό ήχο από το χυτό μέταλλό, της στιγμής της αλλοπρόσαλλης κρούσης. Έκλεισαν τα μάτια προκειμένου να καταλάβουν την φορά του ήχου και την τροχιά του αέρα στην περιοχή.

Πι: Μοιάζει να έρχεται από τη Στέπα.
Φι: Μοιάζει ταραγμένος και συγχυσμένος.
Νι: Μοιάζει να έρχεται πρώτα σε εμένα.
Λι: Μοιάζει να ταξιδεύει με καράβι.
Πι: Έτσι είναι ο ήχος!
Φι: Αυτά κάνει ο άνεμος!
Νι: Για να μας μπερδεύει!
Λι: Για να μας χωρίζει!
Πι: Να πετάξουμε το πράμα Νότια.
Φι: Μα δεν έχει κόσμο.
Νι: Έτσι θα κερδίσουμε
Λι: με τη βοήθεια του αέρα
Πι: και του ήχου
Φι: και του Θεού
Νι: και της επιστήμης!
Λι: Είμαστε πιστοί ή δεν είμαστε;
Πι: Κι αυτός ο Ραψωμανίκης την έκανε τη δουλειά!
Φι: Ο πάτερ!
Νι: Μερακλής!
Λι: Μάγκας!
Πι: Όπως κι εμείς!
Φι: Βάλαμε κι εμείς το χεράκι μας!
Νι: Βάλαμε κι εμείς το χεράκι μας!
Λι: Το κάναμε το θαυματάκι μας!
Πι: Ας ρίξουμε
Φι: λοιπόν
Νι: το
Λι: πράμα!
Πι, Φι, Νι και Λι: μέρες που είναι!

Ο Πι, ο Φι, ο Νι και ο Λι άναψαν τα φυτίλια τους και ξεκίνησαν να ρίχνουν με βουλιμία τις κροτίδες τους προς οποιοδήποτε σημείο τους ερχόταν έχοντας σκοπό να καβαλικέψουν τον ήχο και την απόσταση. Να γίνουν οι καβαλάρηδες του ήχου. Οι παρευρισκόμενοι, πίστεψαν προς στιγμή, ότι πόλεμος από αλλόθρησκους είχε ξεκινήσει. Οι πόλεμοι, καθώς ξέρουμε, αγαπούν τις ημερομηνίες. Μικροί και μεγάλοι λάκκοι άρχισαν να σχηματίζονται, κρατήρες από το χώμα που απρόθυμα μετανάστευε για παραπλήσια λημέρια. Το χώμα όρθωνε το ανάστημα του σηκώνοντας σκόνη. Η σκόνη εμπόδιζε την όραση, την όσφρηση και την ακοή. Όλεςτους τις αισθήσεις δηλαδή. Οι ζωντανοί απομακρύνονταν αλαλάζοντας, κάνοντας το τοπίο ίδιο με τη Σελήνη. Ενώ, εκεί που συνωστίζονταν οι ζωντανοί, θα μπορούσε κάποιος με πολλή φαντασία να ζωγραφίσει το Ναό, τους Ρωμαίους, τους γραμματείς και τους φαρισαίους, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι τι.
Αφού είχε γίνει επαρκής φασαρία, ξεριζώνοντας ακόμα και τα σκουλήκια, εκχερσώνοντας ακόμα και τα αγριοκρέμμυδα και τα σκόρδα, συνέβη κάτι ανήκουστο, κάτι πρωτοφανές, κάτι που και η πιο καλλιεργημένη φαντασία δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Διακινδυνεύοντας το κεφάλι μας και παίζοντας την ύπαρξη μας, κορώνα γράμματα, θα ρισκάρουμε να το μνημονεύσουμε ακριβώς όπως το διηγήθηκαν τα δισέγγονα του Πι, του Φι, του Νι και του Λι. 


4.
Μέσα στα σύννεφα από ανασηκωμένο χώμα – αυτό που για λόγους ευκολίας, αποκαλούμε σκόνη – ξεριζωμένα ζωντανά και χέρσα ζαρζαβατικά, εκεί όπου ο οποιοσδήποτε θα έχανε όχι μόνο την ακοή του αλλά και την ίδια του τη ζωή – μέσα, δηλαδή, σε μια σύγχρονη δυστοπία – συνέβη το ανήκουστο. Ο ηλικιωμένος κύριος, ο άρχοντας του ισοσκελούς τριγώνου, ο τριγωνάρχης, ο δίκαιος κριτής της ηχορύπανσης και της πίστης, ο διγενής ακρίτας της περιφέρειας, ο φύλακας των συνόρων είχε πεθάνει από φυσιολογικά αίτια, λίγο πριν το Αναστάσιμο θαύμα. Πέθανε όταν ένα μακρόπνοο, φυλακισμένο από καιρό, στους πνεύμονες του γεράκου, χασμουρητό, αποφάσισε να ξεμυτίσει για να προλάβει να γίνει ανάσα ενός οδικού πτηνού και ύστερα γλυκό κελάηδισμα, τέτοιο που μόνο οι μήνες του Πάσχα ξέρουν, απλόχερα, να δίνουν.  Κάποιος γιατρός θα ονόμαζε αυτό το χασμουρητό, ρόγχο, μιας και η επιστήμη έχει μια λέξη για κάθε πράγμα και κάθε φαινόμενο. Νικητής, λοιπόν, δεν υπήρχε χωρίς κριτή. Αυτή η αλήθεια έμελε να αποδειχτεί προς απογοήτευση και των δύο πλευρών, ή μήπως προς ευχαρίστηση μιας εκ των δύο πλευρών, εκείνης που γνώριζε καλά ότι δεν υπήρχε τρόπος να έχει κερδίσει. Υπήρχαν αποδείξεις, ένα σμήνος αποδημητικών πουλιών είχε φύγει την ώρα των εκρήξεων, μια πόλη είχε συντριβεί, μια πόλη από χαμόσπιτα βεβαίως, πάντως μια πόλη. Ένα καραβάνι είχε απλόχερα σχηματιστεί, με τους κατοίκους της γειτονικής πόλης να έχουν ξεκινήσει για το μακρύ και δίχως γυρισμό, μερικές φορές, ταξίδι των διακοπών. Παίζοντας χωρίς αντίπαλο, οι κάτοικοι της πόλης αδυνατούσαν να γευτούν τη χαρά της νίκης, τη γλύκα της επικράτησης απέναντι σε κάτι ποταπό και βδελυρό, την ευτυχία που πηγάζει από το κοίταγμα των πεσμένων μούτρων και ματιών των αντιπάλων, το πάθος που γεννιέται από το κλάμα τους, το δείπνο των νικητών και τα ξηροκάρπια στα γλέντια-μετά-αλκοόλ των επινικίων.
Μέσα στα σύννεφα από ανασηκωμένο χώμα – αυτό που για λόγους ευκολίας, αποκαλούμε σκόνη – ξεριζωμένα ζωντανά και χέρσα ζαρζαβατικά, εκεί όπου ο οποιοσδήποτε θα έχανε όχι μόνο την ακοή του αλλά και την ίδια του τη ζωή και παίζοντας χωρίς αντιπάλους, αφού εκείνοι αναχωρούσαν για διακοπές, και παίζοντας χωρίς κριτή, αφού εκείνος ήταν ήδη νεκρός, ο Πι, ο Φι, ο Λι και ο Νι έγιναν μάρτυρες ενός θαύματος τέτοιου που είναι απίθανο να γίνει πιστευτό.
Μέσα λοιπόν σε αυτή την σύγχρονη δυστοπία, όπου οι αισθήσεις δεν μπορούν να νοηθούν ως αισθήσεις, η όραση παγιδευμένη στη σκόνη, η ακοή παγιδευμένη στην ηχορύπανση, η αφή παγιδευμένη στο μέταλλο του βαρελότου και στις ταχείς κινήσεις προς αποφυγή τραυμάτων, η όσφρηση και η γεύση παγιδευμένες στη γεύση του ανασηκωμένου χώματος ο Πι, ο Φι, ο Λι και ο Νι συνάντησαν Θεούς και Αγίους. Κι όμως ναι! Θεούς και Αγίους!
Μέσα από κάθε βαρελότο ξεπρόβαλε μια θρησκευτική φυσιογνωμία της ιστορίας, κι επειδή σε τούτα τα μέρη η πλειοψηφία ήταν χριστιανοί, έμεινε η πεποίθηση πως επρόκειτο για Θεούς και Άγιους του χριστιανισμού. Καθώς λένε, η δύναμη της πίστης του χωριού ήταν τόσο μεγάλη, που δεν θα επέτρεπε να έχει εμφανιστεί κάτι λιγότερο από Αυτούς, ή κάποιος αλλόθρησκος Θεός. Σε κάθε βαρελότο ένας Θεός ή ένας Άγιος! Εδώ ένας αυτοσχέδιος μυστικός δείπνος, εκεί ο Αβραάμ και αλλού η Παναγία, ο Μωυσής και κάποιος φαρισαίος, σχημάτιζαν ένα παιχνίδι τύχης για την κρυμμένη φυσιογνωμία σε κάθε τμήμα πυρίτιδας. Ο Πι, ο Φι, ο Λι και ο Νι στοιχημάτιζαν για το ποια φιγούρα θα εμφανιστεί στο επόμενο πέταγμα. Ενώ, ο πάτερ Ραψωμανίκης κρυμμένος μέσα στο αρκουδοτόμαρο του και παρέα με το κιάλι του, παρακολούθησε την τελετή βγάζοντας τα απαραίτητα κοινωνικά, πολιτικά και θρησκευτικά συμπεράσματα.
Οι φιγούρες ζαλισμένες καθώς έβγαιναν από τη χρόνια κατοίκηση τους σε κάποιον, μακρινό χωρικά και χρονικά, κόσμο, έκαναν κινήσεις ξεμουδιάσματος, τεντώνονταν και έτριβαν τα μάτια τους, βγάζοντας τις απαραίτητες κραυγές. Προς στιγμήν, και καθώς ο Πι, ο Φι, ο Λι και ο Νι είχαν ξαμολήσει επαρκή αριθμό κροτίδων απελευθερώνοντας ισόποσες ιστορικό-θρησκευτικές φυσιογνωμίες, φάνηκε σαν οι φυσιογνωμίες αυτές να ξεχνούσαν τη συγκυρία που τις είχε γεννήσει και τη σειρά των γεγονότων που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε. Έτσι, κάποιος ανίδεος θα έβλεπε την Παναγία να φλερτάρει έναν φαρισαίο, τον Άγιο Παύλο να κάνει ακροβατικά μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, και τον Άγιο Πέτρο, οικονομολόγο στο επάγγελμα να συζητάει το ενδεχόμενο επαγγελματικής σύμπραξης με τους δύο προηγούμενους, στην κατεύθυνση της δημιουργίας εταιρείας θεαμάτων. Ο Ιωσήφ μάζευε πέτρες και ο Βαλτάσαρ ετοιμαζόταν να δειπνήσει τρώγοντας κάποιο παρακείμενο ζωντανό. Αφού πέρασε ποιος-ξέρει-πόση ώρα και αφού το πάζλ έτεινε προς συμπλήρωση, αφού μόνο ο Ηρώδης και κάποιοι κομπάρσοι δεν είχαν προλάβει να εμφανιστούν, η μνήμη των παρευρισκόμενων, αλλά και οι οδηγίες του Πι, του Φι, του Λι και του Νι έβαζαν σιγά-σιγά τα πράγματα στη θέση τους. Έτσι, ο Χριστός ανέβηκε σε παρακείμενο λόφο, ο Βαραβάς όλο συναίσθηση τον ακολούθησε, οι φρουροί μπήκαν στη θέση τους, η Παναγία απηύθυνε χαιρετισμό.
Αφού λοιπόν τα σκηνικά άρχισαν να στήνονται σαν σε ταινία αφιερωμένη στο Θεάνθρωπο, κάποιος από τους επισκέπτες, άγνωστος μεταξύ αγνώστων ρώτησε: «Γιατί μας ξυπνήσατε; Τι καπρίτσιο είναι πάλι τούτο; Κανονικά δεν θα έπρεπε ποτέ να επανεμφανιστούμε. Είμαστε με έναν τρόπο ιστορικά και σημαίνοντα πρόσωπα. Είμαστε δηλαδή ιστορία! Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι ακριβώς κάνω αυτή τη στιγμή εδώ πέρα, ανάμεσα σε σύννεφα σκόνης, τρεις τύπους που θέλουν να καθαρίσουν το όνομα τους λέγοντας πως είναι οι 3 βασιλείς και όχι οι 3 μάγοι, ένα παιδί που δηλώνει θεάνθρωπος και κρεμιέται αυτοβούλως από ένα δοκάρι. Ξέρω μόνο πως αυτό που συμβαίνει δεν μου αρέσει καθόλου». Και τότε εκείνος που δήλωνε Θεάνθρωπος πήρε το λόγο και είπε «Εγώ, ως απόγονος υψηλών ιδανικών και αποτέλεσμα της συνάντησης του Θεϊκού με το ανθρώπινο στοιχείο, ως, δηλαδή, κάτι ποιοτικά διαφορετικό από τη μέχρι τώρα πορεία της ιστορίας, μιας ιστορίας που έγραψαν κάποιοι άλλοι για εμάς, σας λέω ότι είστε ελεύθεροι να πράξετε όπως εσείς θέλετε, όπως εσείς πραγματικά πιστεύετε πως είναι σωστό, ή θα μιλήστε στον κόσμο για αυτήν την ιστορία που εσείς, μόνοι σας ή με άλλους συνεργάτες, στήσατε, που μας φέρατε, δηλαδή, μέχρι εδώ, ίσα-ίσα για να κάνετε το κομμάτι σας, ή δεν θα μιλήσετε, ή θα κάνετε ότι ακριβώς θέλετε εσείς, σε κάθε περίπτωση, εμείς και μόνο εμείς, θα κρίνουμε αν σας αξίζει αυτό το συμβάν, αν πρέπει να αναχθεί στη μοίρα, στην ποιότητα της πυρίτιδας και της επιστήμης, στη θέση των πλανητών, ή αν ήταν απλώς μια δική μας επιλογή, αν ακόμα μπορεί να ξαναγίνει και ποια θα είναι η θέση του εθίμου αυτού στην κοινωνία σας και σε κάθε κοινωνία, αφού εγώ ξέρω καλύτερα από τον καθέναν πως πρέπει να γιορτάζουν το θάνατο και την επιστροφή μου, σε κάθε περίπτωση είστε ελεύθεροι, και τώρα μπορείτε να πηγαίνετε, εσείς οι τέσσερεις που δεν καταδεχτήκατε καν να μας πείτε καν τοα ονόματα σας, αλλά βρήκατε πολύ διασκεδαστικό να στήσετε ολόκληρο σκηνικό για την θρησκευτική ιστορία, καταστρέφοντας τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης, εσείς λοιπόν».


5.
Πι: Είδαμε το Χριστό!
Φι: Είδαμε και την Παναγία!
Νι: Ζωντανούς!
Λι: Την τύχη μας θα ζήλευε κι ο τυχερός!
Πι: Έτσι είναι η τύχη!
Φι: Αυτά φέρνει η ώρα!
Νι: Για να μας κάνει να αμφιβάλουμε!
Λι: Να αμφισβητούμε!
Πι: Τους μάθαμε ιστορία!
Φι: Τους δείξαμε πως να στέκονται!
Νι: Έμαθα στον Ιωσήφ την τέχνη!
Λι: Κι εγώ προειδοποίησα τον Βαλτάσαρ να δώσει κάτι στο μωρό!
Πι: Μα να μην ξέρει ο Βαραβάς ότι κρεμιέται;
Φι: Κι αυτή η Μαγδαληνή ήταν Μαρία!
Νι: Κι ο Παύλος να συμπράξει με τον Ιωάννη;
Λι: Σε εταιρία τσίρκου;
Πι: Ευτυχώς που δεν συνέπραξε με τον Ιούδα!
Φι: Μετά την αποχώρηση του πελάτη από το ταμείο
Νι: κανένα λάθος δεν αναγνωρίζεται!
Λι: Είμαστε πιστοί ή δεν είμαστε;
Πι: Να πάμε στον πάτερ Ραψωμανίκη να μας ξεματιάσει!
Φι: Στον πάτερ!
Νι: Μερακλής!
Λι: Μάγκας!
Πι: Όπως κι εμείς!
Φι: Δεν θα πιστέψει λέξη!
Νι: Να ρίχνουμε κάθε χρόνο!
Λι: Τουλάχιστον εκτονωνόμαστε!
Πι: Και μπορεί να τους ξαναδούμε!
Φι: Θα μας θυμιούνται!
Νι: Λες;!
Λι: Μακάρι!
Πι, Φι, Νι και Λι: μέρες που είναι!


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA