πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η ποιήτρια Μαριάννα Κουμαριανού με αφορμή το βιβλίο της "Τόπος στη γαλήνη" (εκδ. Θράκα), συνεντευξιαζόμενη στο iart.gr από τον Κωνσταντίνο Σύρμο
«Ο φάρος του Σόρενσον» (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρα, εν παραλλήλω με το «Μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα» του Αχιλλέα Κυριακίδη, υπό την κριτική ματιά του Γιώργου Περαντωνάκη
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter


«ΑΔΕΙΟ ΚΕΛΙ»

Υπάρχεις στο άδειο κελί με το κεφάλι γερμένο στον ώμο ˙ μια κλωστή το συγκρατεί για να μην κοπεί και κατρακυλήσει, σαν κολοκύθα, στο γκρίζο πάτωμα. Ακόμα δεν έχεις καταλάβει γιατί βρίσκεσαι εκεί μέσα, απόπειρα ανθρωποκτονίας, λένε, αλλά όταν το λένε τα πρόσωπά τους μοιάζουν φτιαγμένα από χαρτί που με ένα σου και μόνο, πύρινο βλέμμα, γίνονται στάχτη. Όμως, ένα σπίρτο είσαι εσύ και εκείνοι έχουν ολόκληρο δάσος για απόθεμα. «Απόπειρα ανθρωποκτονίας». Μπαρούφες. Εάν ήθελες να σκοτώσεις, μια θράκα θα γινόταν ολάκερη η πόλη που θα έζεχνε μυρουδιά καμένης σάρκας. Μπροστά σου ο Νέρωνας θα ήταν ερασιτέχνης εμπρηστής. Να προστατέψεις ήθελες, μόνο να προστατέψεις. Και τώρα υπάρχεις στο άδειο, στενό κελί ˙ όπως το κεφάλι εκείνου που το επινόησε: χωρίς καμπύλες και φαντασία. Ευτυχώς που Εκείνη σου στέλνει γράμματα δίχως να φοβάται, δίχως να υπολογίζει το κόστος, η πιο δυνατή σου παρηγοριά. Σε κάποιο απ` τα τελευταία, σου έγραφε: «Η καρδιά μου δε μπαίνει σε μαντρί, καλύτερα να φαγωθεί απ` τους λύκους παρά να νιώθω τη γκλίτσα ενός αμόρφωτου τσοπάνη επάνω μου καθημερινά». Κάποια μέρα θα σε επισκεφτεί, έτσι σου υποσχέθηκε.

Ανοίγει το συρόμενο πορτάκι και σέρνεται μέσα το κατσαρόλι με το φαγητό. Το πορτάκι κλείνει, σφραγίζει. Ο φύλακας είναι υπάκουος και υπομονετικός άνθρωπος. Πως δίνει τροφή σε έναν φερόμενο εγκληματία άλλωστε; Κάπου- κάπου, μιλάτε κιόλας, μόνο που όταν η κουβέντα ξεφεύγει απ` τα τυπικά εκείνος σωπαίνει, σαν προγραμματισμένο ρομπότ. Δεν θέλει να εκτεθεί, θέλει να πειθαρχεί στο νόμο αφού και οι ανώτεροί του πειθαρχούν ̶ το θεωρεί δεδομένο αυτό ̶ και θα ήταν τουλάχιστον ασέβεια να παρεκκλίνει. Τίμιος άνθρωπος είναι, για ένα κομμάτι ψωμί γίνεται ψίχουλο στα τσιμπούσια των αχόρταγων κυρίων με τα κοστούμια και τις γραβάτες, για ένα κομμάτι ψωμί, ψίχουλο γίνεται.

Στον τοίχο υπάρχει ένα μικρό άνοιγμα. Μια ηλιαχτίδα το φωτίζει τα απογεύματα και τότε οι σκέψεις σου ξεγλιστρούν στον έξω κόσμο και φτάνουν στα αυτιά φίλων και συγγενών και σε θυμούνται και χαμογελούν. Κι είναι σαν να συναντιέστε σε τόπους αλλιώτικους και μακρινούς, εκεί που αυτοί με τα στενά κεφάλια και την ακρωτηριασμένη φαντασία εξορίζονται στο διηνεκές.

Ώρες-ώρες, κοιμάσαι και νομίζεις ότι είσαι ξύπνιος, είσαι ξύπνιος και νομίζεις ότι κοιμάσαι. Λες και ο χρόνος είναι ένα αιώνιο τρένο που ταξιδεύει μέσα σε κάποιο σκοτεινό τούνελ δίχως σταματημό. Και μοναδικός του επιβάτης είσαι εσύ, εσύ και ο εισπράκτορας που μπαινοβγαίνει στα βαγόνια ατσαλάκωτος, με ύφος ξεπεσμένου ευγενούς. Και πάντα σε σκουντάει στον ώμο μπήγοντας το δάχτυλό του στο δέρμα σου, ακόμα κι αν γνωρίζει ότι ο μοναδικός και μόνιμος επιβάτης είναι ο ίδιος και με το εισιτήριο πληρωμένο εφ` όρου ζωής. Και όταν απομακρύνεται, με το τακούνι να χτυπάει στα φθαρμένα σανίδια, σκέφτεσαι την απόδραση. Απ` το παράθυρο, αλλά όταν το ανοίγεις, το σκοτάδι του τούνελ διαχέεται στο βαγόνι σαν πολτοποιημένη πίσσα. Είναι σκοτάδι ζωντανό. Βγάζεις το ένα σου πόδι απ` έξω αλλά πάντα το μετανιώνεις: προτιμάς να θαφτείς στην πίσσα παρά να πνιγείς στο άγνωστο. Κάθε φορά το ίδιο, όπως ο εθισμός στο δηλητήριο που, σταγόνα-σταγόνα, το συνηθίζεις ώσπου γίνεται συστατικό στοιχείο του αίματος σου. Και να, το πορτάκι ανοίγει, το κατσαρόλι σέρνεται στο κελί. Ξανά. Ανεβοκατεβάζεις το χέρι στο στόμα, παρατείνεις την ύπαρξη σου στο ορθογώνιο κουτί. Τι αξίζει ένα αδειανό σπιρτόκουτο χωρίς κάποιο κρυμμένο σκαθάρι μέσα του; Το μπαγιάτικο οξυγόνο σωρεύεται στα πνευμόνια σου και πήζει, μια αόρατη πανοπλία, θα βγεις απ` το λαγούμι αυτό σύντομα, αυτό ακόμα το θυμάσαι.

Ανάδυση. Στο προαύλιο της φυλακής, γυμνασμένα κορμιά κρέμονται στα μονόζυγα. Άλλοι συζητούν σε πηγαδάκια. Και κάποιοι άλλοι κοιτούν τα πουλιά στον ουρανό και ταξιδεύουν μαζί τους πάνω απ` την πόλη. Κάθεσαι σε μια γωνιά σκεπτικός και μόνος. Έχεις κερδίσει το σεβασμό τους προ πολλού, όπως όταν δεκάδες τσακάλια γυροφέρνουν μια μοναχική τίγρη αλλά διστάζουν να της επιτεθούν γιατί ο σίγουρος θάνατος των λίγων θολώνει την σίγουρη επικράτηση των πολλών. Στα εστιατόρια προχωράς με το δίσκο στα χέρια, κάθεσαι στη γωνιά του τραπεζιού και τρως αμίλητος. Χτυπούν τα μαχαιροπίρουνα στα πιάτα και σηκώνεται οχλοβοή. Μια μικρή, αναγκαστική γιορτή, κατάλοιπα του παρελθόντος, όπως τότε που ζούσαν ελεύθεροι ανάμεσα σε αόρατους ανθρώπους και πάσχιζαν να διαλευκάνουν το μυστήριο της ύπαρξης αλλά πάντα εκείνοι, οι αόρατοι άνθρωποι, τους εμπόδιζαν, τη μια φίλοι και την άλλη φίδια, καπνός. Και έτρεχες να τους προφτάσεις και σε παρέσυραν σε λαβύρινθους δίχως νήματα, σε μονοπάτια στεφανωμένα με άνθη και προορισμούς ουτοπικούς. Η προσπάθεια, όμως, μετράει σου έλεγαν. Τουλάχιστον κάμποσες φορές μύρισες την άνοιξη κι ας μη την είδες ποτέ. Τουλάχιστον γνώριζες ότι υπάρχει.

Και πάλι πίσω στο γκρίζο κελί. Χτύπησες κατάμουτρα έναν τύπο ο οποίος επέμενε να σε χρησιμοποιήσει για τις βρώμικες δουλειές του. «Εσύ είσαι πέρα από κάθε υποψία» έλεγε. Η απάντηση σου τον αποστόμωσε: «Τα μεγάλα γρανάζια δεν λειτουργούν χωρίς τα μικρότερα και δίχως λάδωμα σκουριάζουν. Όμως, εγώ, ούτε γρανάζι είμαι, ούτε λάδωμα θέλω. Κι ας χαλάσει ολόκληρη η μηχανή». Μετά ο τύπος νευρίασε, όμως, έχασε. Ο ήλιος γυρνάει και μια ηλιαχτίδα πέφτει στη ρωγμή του τοίχου. Ένα μυρμήγκι εισβάλει στο κελί. Αγγελιοφόρος θα είναι, το μαρτυρά ο τρόπος που κινείται: τρέχει, σταματά, ελέγχει και τρέχει ξανά. Και τρυπώνει παντού χωρίς την άδεια κανενός. Σηκώνεται στα πισινά του πόδια, στριφογυρίζουν οι κεραίες του, έχει σκαρφαλώσει στην κορφή του δαχτύλου σου. «Ζω στη σκιά των γιγάντων και οι γίγαντες με σκοτώνουν για παιχνίδι, για διασκέδαση, από απροσεξία, όσο εγώ μοχθώ να μαζέψω τροφή για το χειμώνα, τουλάχιστον βρίσκομαι μέσα στο πλήθος ενώ αρκετοί από εκείνους πεθαίνουν μόνοι και ξεχασμένοι». Κι άρχισε να κατεβαίνει στον πήχη σου και από εκεί τράβηξε προς το άνοιγμα και πάλι. «Όλοι πεθαίνουν μόνοι και ξεχασμένοι». Φώναξες: «Γιατί μου τα λες αυτά;» Αλλά το μυρμήγκι παρά μόνο κούνησε τις κεραίες του διαδοχικά και εξαφανίστηκε στο φθαρμένο σοβά.

Σχέδιο απόδρασης: απειλείς το φύλακα, αντιστέκεται ˙ απειλείς την οικογένεια του, υποκύπτει ˙ δεν αντέχει την πίεση των ενοχών, το θάνατο των άλλων εξαιτίας του, το θάνατο που θα του γίνει βαρίδιο μέχρι και το δικό του θάνατο και τέτοιο φορτίο στην ψυχή αρνείται να κουβαλήσει, θα καταντούσε ένας καταθλιπτικός και εκείνος αγαπά τις ηδονές της ζωής: για τον εαυτό του θα ενδώσει στις απειλές σου και μόνο γι` αυτόν. Μετά καταφεύγεις στο εξωτερικό, η αναζήτηση σου θα λάβει διαστάσεις αερόστατου που διασχίζει τις πέντε ηπείρους, η σύλληψη σου θα σκληρύνει τα σίδερα της φυλακής ακόμα πιο πολύ, θα καταστήσει το τέρας του εγκλεισμού ανίκητο, ένα τέρας με τα νύχια του απλωμένα πάνω απ` όλη την οικουμένη ˙ μια σφεντόνα και μια οκά μυαλό αρκούν για να σκοτώσεις έναν μονόφθαλμο κύκλωπα, αλλά όχι κι έναν γίγαντα με δέκα, εκατό, χιλιάδες μάτια, γι` αυτό χρειάζονται δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες σφεντόνες και μια οκά μυαλό. Απόρριψη σχεδίου απόδρασης. Ξαφνικά σε διαπερνά ένα κύμα αισιοδοξίας. Γυρίζεις ανάσκελα, παρατηρείς το ταβάνι. Το τσιμέντο τσακίζει, πτυχώνει, παίρνει τη μορφή Εκείνης: πλατιές γραμμές, σαν τον αφρό που αφήνουν οι βάρκες στην ήρεμη θάλασσα. Αναπνέετε τον ίδιο αέρα, μικροσκοπικά χέλια γίνονται οι επιθυμίες σου και διαχέονται στα μόρια του οξυγόνου και ταξιδεύουν και φράζουν τους πόρους του δέρματος Εκείνης. Οι πιο αληθινές στιγμές δεν πραγματώνονται ποτέ, μόνο αιωρούνται στο γαλάζιο ουρανό και γνέφουν από ψηλά, δεν εγκλωβίζονται σε ανθρώπινες καρδιές γιατί φθείρονται και πεθαίνουν μαζί τους.

Ο σύρτης ανοίγει, το κατσαρόλι σέρνεται στο κελί. Μες το καφέ ζουμί υπάρχει και ένα κομμάτι κρέατος τούτη τη φορά. Ο φύλακας ψιθυρίζει ότι είναι κερασμένο από εκείνον και κλείνει το σύρτη. Λες και είχε διαβάσει απ` το μυαλό σου το απορριφθέν σχέδιο της απόδρασης σου και ήθελε να σε ευχαριστήσει. Όσφρηση σκύλου το ένστικτο του ανθρώπου: του δίνεις κόκκαλο και σου χαρίζει αφοσίωση. Και για να απαλλάξεις το φύλακα απ` τη σύγχυση και την αγωνία του, καταβροχθίζεις το κρέας και χτυπάς την πόρτα, ο σύρτης ανοίγει και πετάς το κόκκαλο έξω. Ο φύλακας κάτι λέει μέσα απ` τα δόντια του και σφραγίζει το σύρτη με δύναμη. Μάλλον είχε καταλάβει. Μάλλον.
Επιβιβάζεσαι στο τρένο του χρόνου και διασχίζεις το σκοτεινό τούνελ για άλλη μια φορά. Η συνείδηση μεταμορφώνεται σε ένα ποντίκι πιασμένο στη φάκα του χάους. Ο εισπράκτορας μπαίνει στο βαγόνι αλλά σε προσπερνά, μοιάζει απορροφημένος από κάποιον ασυνήθιστο ήχο στο βάθος ˙ καινούριοι επιβάτες στο τρένο; Απ` το παράθυρο διακρίνεις τα μουχλιασμένα πετρώματα του τούνελ, σαν να αραίωσε η πίσσα του σκοταδιού. «Ίσως φτάνω κάπου» συλλογίζεσαι. Και το τούνελ φωτίζεται περισσότερο, ο εισπράκτορας επιστρέφει στο βαγόνι και σε προσπερνά και πάλι χωρίς να μπήξει το δάχτυλό του στη σάρκα σου. Κάτι τον απασχολεί. Καινούριοι επιβάτες στο τρένο;
Ο φύλακας σε συνοδεύει στο χώρο του επισκεπτηρίου, μόλις έχει λήξει η μακρά περίοδος απαγόρευσης επικοινωνίας με τους δικούς σου. Τα πόδια σου κινούνται αλλά η σκέψη σου είναι κολλημένη αλλού, σφεντόνα που τανιέται, σβώλος βαρύς που στοχεύει, άνθρωπος των σπηλαίων στα σύνορα του αλλόκοσμου. Ο φύλακας σταματά και συνεχίζεις μόνος, χαλαρώνεις. Πίσω απ` το τζάμι σε περιμένει μια γυναίκα. Εκείνη. Άργησε αλλά τήρησε την υπόσχεσή της. Κρατά ένα λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Μια νέα πραγματικότητα στρώνεται μπροστά σου σκεπάζοντας την παλιά. Κολλάτε τα χέρια στο τζάμι, φωτογραφίζεις την αιωνιότητα σε ένα πετάρισμα του βλεφάρου της. Κι αυτό αρκεί.

Και μετά πίσω στο γκρίζο κελί και πάλι. Δεν γνωρίζεις το λόγο. Χωρίς λόγο; Μάλλον θα φταίει η αγάπη, στην τιμωρία δεν χωρά αγάπη, περισσεύει, γίνεται βορά στα στόματα των αρπακτικών, η αγάπη απειλεί εκείνους που δεν τη βίωσαν ποτέ, τσεκούρι στα χέρια ανέραστων φανφαρόνων, η αγάπη ευωδιάζει και ενοχλεί εκείνους που δεν περπάτησαν ποτέ σε ολάνθιστο κήπο την εποχή του Έρωτα. Ο σύρτης ανοίγει, φράσσεις το πέρασμα με τα χέρια. Αντιστέκεσαι. Μια πίεση κατεβαίνει απ` το κεφάλι στο στομάχι σου και ανακατεύεσαι. Ο φύλακας παραμιλά και κλωτσά το κατσαρόλι. Χάνεσαι στον παράδρομο των ψευδαισθήσεων. Το τρένο ζυγώνει, όμως, δεν ανεβαίνεις, κατέκτησες την επιλογή να μην ανέβεις. Έχεις τη δύναμη να μην ανέβεις. Ο εισπράκτορας σε κοιτά ανέκφραστος απ` το παράθυρο, ώσπου χάνεται. Το κεφάλι σου γέρνει στον ώμο, έχει βαρύνει, τώρα η κλωστή που το συγκρατεί κόβεται και το κεφάλι κατρακυλά στο σάπιο πάτωμα. Αναταραχή. Συναγερμός. Ο δράστης αναζητείται μέχρι και σήμερα. Κάποιος πρέπει να κριθεί ένοχος. Ένοχος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Όχι. Ψέματα. Ένοχοι είμαστε όλοι και περιμένουμε στην ουρά, τη σειρά μας, βουβοί και με βλέμμα που σκοτώνει.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA