Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.
Για τη Σκλήθρα της Ράνιας Καραχάλιου (εκδ. Εκάτη, 2018)
του Παναγιώτη Μηλιώτη −

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι εκείνα τα κρίσιμα και κομβικά χρόνια στα οποία το κοινωνικό περιβάλλον σημαδεύει καθοριστικά τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Δε σας κρύβω ότι μέσα από την ανάγνωση των πεζών ποιημάτων της Σκλήθρας, όπως κι άλλοι αναγνώστες κι αναγνώστριες, ανίχνευσα τα δικά μου βιώματα. Κι εκεί νομίζω έγκειται το κατόρθωμα της Καραχάλιου. Κατάφερε να μεταπλάσσει τα παιδικά της βιώματα σε συλλογικά χωρίς ωστόσο να χαθεί το βιωματικό στοιχείο. Για να μην παρερμηνευθεί, η κρίση που διατύπωσα, δε θεωρώ ότι η Σκλήθρα είναι αποκλειστικά ένα βιβλίο για την παιδική ηλικία. Αναφέρεται και στην ενήλικη ζωή όταν αποκτάμε πλέον συνείδηση της απώλειας κυρίως σε δύο κατευθύνσεις: αφενός όταν χάνουμε κάτι που θεωρούμε σημαντικό λόγω του κοινωνικού καταναγκασμού, αφετέρου όταν χάνουμε έναν κοντινό μας άνθρωπο λόγω ενός πρόωρου θανάτου.
Θα ξεκινήσω να σχολιάζω τις παιδικές μνήμες, κυρίως γιατί το παραπάνω συμπέρασμα ήταν και το αρχικό όταν διάβασα για πρώτη φορά τη Σκλήθρα. Μέσα στα έντεκα πεζά ποιήματα αναπαρίστανται ανάγλυφες οι παιδικές μνήμες. Είναι σαν μικρά, μυτερά, κομμάτια ξύλου –σκλήθρες− τα οποία μπήγονται και μέσα στα ίδια τα γεγονότα αλλά και μέσα στη μνήμη του υποκειμένου. Έτσι, αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας μέσα στα γεγονότα, αλλά και τα σημάδια που μας άφησαν. Όταν όμως διαβάζουμε πρέπει να είμαστε ταυτόχρονα κι έξω από τα γεγονότα, για να μπορούμε όχι μόνο να αισθανθούμε αλλά και να σκεφτούμε τι κρύβεται πίσω από τα γεγονότα, εκεί όπου αναδύεται το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων. Βλέπουμε ότι από τότε, από πολύ μικρή ηλικία, ήρθαμε σ’ επαφή με το κοινωνικό μυστήριο και το πέπλο που τα περιβάλει.
Η διήγηση ξετυλίγεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο καθώς διαλέγεται με οικεία πρόσωπα όπως: η γιαγιά, η θεία Μερόπη, η Μαρία η δαιμονισμένη. Η γλώσσα της αφήγησης είναι ρυθμική. Δεν είναι λίγα εκείνα τα σημεία, όπου οι αναγνώστες αισθάνονται τη ροή του λόγου πότε θέρμη και φιλική διάθεση, και πότε με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Το συγγραφικό ύφος είναι προσωπικό. Η γλώσσα είναι πρωτότυπη και το κράμα της περιλαμβάνει καινούρια συνθετικά, ντοπιολαλιά, λόγιες λέξεις κι επιστημονικούς όρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρώτη παράγραφο από το ποίημα: όνομα και πράμα: Τις Κυριακές στη λειτουργία χορταίναμε μέχρι σκασμού λιβάνι και λέξεις ακαταλαβίστικες. Μετά η κύρα-Γιάνναινα μας φίλευε γλυκό του κουταλιού στο σκαλοπάτι. Κεράσι, κίτρο, νεραντζάκι, περγαμόντο για κάθε γούστο, για κάθε βαθμό ζαλάδας. Ευτυχώς οι μασουλιές ξόρκιζαν γρήγορα τα κυριελέησον.
Από την παραπάνω απόσπασμα διακρίνουμε την κοινωνική αντίθεση μεταξύ της ακαταλαβίστικής γλώσσας της κυριακάτικης λειτουργίας και της βαριάς μυρωδιάς του λιβανιού, με τη δίκαιη απαίτηση ή αλλιώς αναπάντητη ερώτηση ενός παιδιού που ’χει σταθεί για ώρες φρόνιμο κι έχει ζαλιστεί χωρίς να κατανοεί το θρησκευτικό μυστήριο. Είχα κι εγώ από τότε σκεφτεί με παρόμοιο τρόπο και μου πήρε αρκετό χρόνο για να κατανοήσω, ότι ο στόχος είναι τα μυστήρια να παραμένουν μυστήρια, διότι οι ίδιες οι κοινωνικο-οικονομικές δραστηριότητες δεν αποκαλύπτουν σχεδόν τίποτα, παρά υπάρχουν μέσα στη μυστικότητα στην οποία τυλίγονται. Αν συνεχίσουμε την ανάγνωση, θα καταλάβουμε, ότι τη γλώσσα των Ευαγγελίων τη διαδέχεται η δημοτική της κύρα-Γιάνναινας Το δικό της «κήρυγμα» είναι πιο αστείο αλλά έχει τον ίδιο σκοπό, − τα παιδιά να παραμένουν φρόνιμα: για το μικρό Μέμα που ’χε ένα κόκκινο τσουλούφι και έλεγε πάντα στη μαμά του μα, για μάγισσες που φυλάκιζαν πιτσιρίκια σε κλουβιά και τα βασάνιζαν με φτερά παγωνιών μέχρι ν’ απαρνηθούν τις σκανταλιές, τις τάρτες και τα γλειφιτζούρια. Παθήματα που γίνονταν μαθήματα και, κυρίως, ένα σακούλι γέλιο που χώναμε στις τσέπες.
Σ’ ένα άλλο ποίημα με τίτλο βαλσαμωμένα πουλιά το μικρό παιδί έρχεται αντιμέτωπο όχι με το θρησκευτικό μυστήριο άλλα με το απόκοσμο και μάλιστα στο γραφείο-ιατρείο του παιδίατρου Λάμπρου Σαλαμαλίκη. Αν και το εξεταστήριο έχει επιπλωθεί με αντικείμενα σαν παιδικά παιχνίδια, φιλικά για την εξέταση της υγείας ενός παιδιού – στο βάθος το σκηνικό αντιστρέφεται σε μια αλλόκοτη επίπλωση. Ένα γραφείο, δύο πολυθρόνες και μια βιβλιοθήκη ψηλή ως το ταβάνι. Εκεί το παιδικό βλέμμα ανακαλύπτει ότι η βιβλιοθήκη είναι και φωλιά πουλιών βαλσαμωμένων. Οι άνθρωποι θεραπεύονται για να συντηρούν την ύπαρξή τους ίσα-ίσα, δίχως να μπορούν να κοιμηθούν, χωρίς να μπορούν να πετάξουν. Τι πιο απόκοσμο! Να μπορεί η επιστήμη να εξηγεί το άγνωστο ή περιοχές του αγνώστου, αλλά γύρω σου να πληθαίνουν τα κοινωνικά μυστήρια.
Γιατί να υπάρχει εκείνη η αλλόκοτη σιωποφοβία; Την απάντηση τη δίνει η ίδια η ποιήτρια: Πιο πολύ, όμως, από τ’ άγρια θηρία και του κρότους φοβόμουν τη σιωπή, γιατί ένιωθα να γδέρνει το δέρμα μου από τα μέσα. Στο ποίημα ζελοτέιπ για περίπτωση ανάγκης μετά την ομιλία του προέδρου για την εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου κι όταν το πλήθος σταθεί αμίλητο και κοκαλωμένο, ακούμε ένα μικρό παιδί ν’ ακυρώνει την «επίσημη ατμόσφαιρα» τραγουδώντας με όλη του τη δύναμη σαν άλλη Βέμπο. Εδώ, δε γίνεται να μη γελάσει κάποιος με την άμεση αντίδραση των μεγάλων. Την εκτόξευση πλήθους συριστικών συμφώνων και τις βλοσυρές ματιές και πιότερο με τη χαρακτηριστική γκριμάτσα της μητέρας όταν δαγκώνει τον αριστερό της δείχτη. Προκαλείται θυμηδία στον αναγνώστη όταν ζωντανεύουν στη μνήμη τέτοιες αστείες και παλιομοδίτικες συμπεριφορές αντιμετώπισης μιας αυθόρμητης κι ασύμφωνης συμπεριφοράς ενός μικρού παιδιού, αλλά και με τα μέτρα πρόληψης, το ζελοτέιπ.
Στις Ιστορίες του κ. Κόϋνερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ διαβάζουμε: Τι νόημα έχει να κλαις με τέτοιο δυνατό αγέρα όπου είναι αδύνατο να σε ακούσουν; Ρωτά ο κ. Κούνερ τον γιο του. Έτσι στον αστερίσκο που ακολουθεί έξω από το σώμα του ποιήματος, δηλώνεται η σοφή απόφαση της μικρής Ράνιας η οποία κατανοεί, ότι πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο για ν’ αμυνθεί έναντι της σιωποφοβίας. Όταν μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει σιγά-σιγά κατανοεί και την ωφελιμότητα αυτών των όπλων. Μπορεί ν’ αναποδογυρίσει τον εμπορευματικό κύκλο των πραγμάτων, για ν’ αποκαλύψει ότι όταν όλα πουλιούνται κι αγοράζονται − και τα πράγματα και οι άνθρωποι – προηγείται το εμπόρευμα. Εδώ, έχουμε εισέρθει στο β΄ κύκλο των πεζών ποιημάτων. Είμαστε στην ενήλικη ζωή και τα οικογενειακά πρόσωπα αντικαθίστανται από άγνωστους κυρίους και κυρίες με ονόματα Νεοκλής, Βίκτωρας, Αμαλία. Οι αντιθέσεις πλέον δεν επαληθεύονται μόνο στο οικογενειακό περιβάλλον αλλά και στο πιο ευρύ. Μέσα από μια γενικευμένη επανάληψη των αντιθέσεων εντοπίζουμε νέα στοιχεία. Ο κυρ Νεοκλής απομακρύνεται από τη βιτρίνα μ’ ένα αγκίστρι στον ώμο γαντζωμένο. Τα δύο ζευγάρια παπούτσια στο ποίημα υποδηματοπομπή προχωρούν ανέμελα σχηματίζοντας ευφάνταστους βηματισμούς. Οι ρυθμικοί βηματισμοί τους σχετίζονται με τη λαχτάρα για την αναγκαία απελευθέρωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου απ’ το σκληρό εξαναγκασμό του καταστροφικού ξεπουλήματος. Τα δύο ζευγάρια παπούτσια τα βλέπουμε μόνα τους κι όταν χορεύουν κι όταν σκαρφαλώνουν στον πάγκο για να ξεπουληθούν. Αλήθεια; Οι δύο άνθρωποι πού να βρίσκονται; Παπούτσια δίχως ανθρώπινα πέλματα, κατ’ αναλογία «βάθρα… που τους λείπουν τ’ αγάλματα…»* όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Σεφέρης στη δοκιμή του Κ.Π, ΚΑΒΑΦΗΣ, Θ.Σ. ΕΛΙΟΤ· ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ. Η υποδηματοπομπή δείχνει τη συγκίνηση δίχως τους δύο ανθρώπους, που ήταν εκεί, τούς είδαμε να χορεύουνε ή μπορεί να χορεύαμε κάποτε εμείς.
Στο επόμενο ποίημα το οποίο διαβάζεται αντικριστά με την υποδηματοπομπή, εμφανίζονται τύποι πελώριοι σαν καρικατούρες, φορούν μαύρα σακάκια κι είναι λες και κρύβουν τα ξυλοποδαρά τους. Σ’ έναν πάγκο στην μέση της πλατείας απιθώνουν μια ζυγαριά πολυτελείας. Ζυγίζουν πόσο κοστίζει σε χρυσό η σιωπή. Όταν ισορροπεί η ζυγαριά, αναποδογυρίζεται το απόφθεγμα που αναφωνούν με δέος η σιωπή είναι χρυσός. Ετούτη τη σιωπή και το δέος που τυφλώνουν ταυτόχρονα το βλέμμα ώστε να εξελίσσεται ανενόχλητη η κρυφή κλοπή των καλύτερων μας χρόνων διατρέχει ως θεματική πολλά ποιήματα της Σκλήθρας. Είναι μια σιωπή η οποία δεν επιβάλλει μόνο, αλλά διδάσκει, ότι η υποταγή αλλά κι η απόφαση για αντίσταση ή κι ακόμη η ίδια η ταξική πάλη στις ποικίλες κι αντιφατικές μορφές διεξαγωγής της είναι καταστάσεις οι οποίες εξελίσσονται κρυφά. Η Καραχάλιου συνδυάζει το επιστημονικό βλέμμα με το παιδικό για να μπορεί ν’ αποκαλύψει εκείνο που δε φαίνεται με την πρώτη ματιά και σκέψη. Αν σταθούμε μονάχα στον αυτοματικό τρόπο σκέψης θα οδηγηθούμε σ’ εσφαλμένα κι οπισθοδρομικά συμπεράσματα όπως ήταν κι η απόφαση του παππού στο ποίημα προξενιό. Με αυτό το συνδυασμό το βλέμμα μεγεθύνει για ν’ αποκαλύψει και το μέγεθος συγκλονισμού της παιδικής ψυχής απ’ τα ίδια τα γεγονότα. Η γλωσσική παρεξήγηση στο ποίημα σκαμπίλι και σωσσύρ παρομοιάζεται ως διαμάχη ελληνοϊταλική για να δείξει το μέγεθος της τραυματικής εμπειρίας αλλά και την αγωνία για το ξεπέρασμα μέσα από την κατανόησή της.
Η μεγέθυνση εξουδετερώνει το τυφλό βλέμμα και βλέπει μ’ ένα εφευρετικό και συμπυκνωμένο τρόπο την ταξική πάλη να εξελίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο στο κεφάλι του κ. Βίκτωρα. Οι οξυμένες αντιφάσεις προκαλούν αϋπνίες και πονοκεφάλους. Ο γιατρός που εγχειρίζει το κεφάλι του κ. Βίκτωρα εντοπίζει τη ρίζα του κακού μεταξύ της περιοχής μπροκά και βέρνικε. Να σημειώσουμε ότι οι περιοχές μπροκά και βέρνικε εδρεύουν στο αριστερό ημισφαίριο και οι λειτουργίες της κατανόησης, της αντίληψης και της αναπαραγωγής του λόγου, που αποτελούν τη γλωσσική επεξεργασία, συνδέονται άρρηκτα με αυτό το ημισφαίριο. Εκεί είχε σκαλώσει μια πατρίδα σκάκι. Ο λευκός στρατός να νικάει το μαύρο άλλα το πιόνι αρνείται ν’ αναστήσει τη βασίλισσα του. Ανάλογα με την ταξική θέση που κατέχουν στο στράτευμα ο πύργος, το αλογάκι, κι ο αξιωματικός έχουν και την ανάλογη συμπεριφορά στη στάση του εκμεταλλευόμενου πιονιού. Ο γιατρός ως από μηχανής θεός δίνει και τη λύση. Με το δεξί του δείκτη δίνει μια πισώπλατη σπρωξιά στο πιόνι. Ο συνδυασμός της λογικής με τη φαντασία είναι οι κύριες αρετές που πρέπει να διατηρήσει το συγγραφικό υποκείμενο και να τις ανανεώνει σε όλη του τη ζωή δίνοντας μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό, το ακατανόητο των ανθρωπίνων σχέσεων, με το περιβάλλον και τη φθορά από τον ιστορικό και τον ατομικό χρόνο. Φαίνεται ότι αυτές τις αρετές η Ράνια Καραχάλιου της έχει κατακτήσει ως ένα βαθμό. Εύχομαι καλή επιτυχία στο πρώτο της συγγραφικό της πόνημα.




28/3/2019






















ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA