πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η ποιήτρια Μαριάννα Κουμαριανού με αφορμή το βιβλίο της "Τόπος στη γαλήνη" (εκδ. Θράκα), συνεντευξιαζόμενη στο iart.gr από τον Κωνσταντίνο Σύρμο
«Ο φάρος του Σόρενσον» (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρα, εν παραλλήλω με το «Μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα» του Αχιλλέα Κυριακίδη, υπό την κριτική ματιά του Γιώργου Περαντωνάκη
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter



Στη Λάρισα είχε τύχει να βρεθώ ξανά κάποιες φορές στο παρελθόν, όμως ποτέ δε μου είχε δοθεί η ευκαιρία να περάσω λίγο παραπάνω χρόνο στην πόλη. Κάθε φορά που ερχόμουν ωστόσο, θυμάμαι πως η πόλη μου φαινόταν αλλαγμένη. Κι αυτή τη φορά, από την πρώτη μέρα που έφτασα, ένιωθα πάλι αυτό το ίδιο συναίσθημα. Οι πλατείες έμοιαζαν μεγαλύτερες, το κέντρο πιο πράσινο, τα ποδήλατα περισσότερα και η πόλη ήταν αισθητά πιο καθαρή από τις πόλεις στις οποίες έχω ζήσει. Ο Θάνος* ανέφερε πως μεγάλο μέρος του κέντρου έχει πλέον πεζοδρομηθεί, κάτι που μαζί με τον ήλιο -ο οποίος μας είχε τιμήσει με την παρουσία του αν και χειμώνας ακόμα- και τις ορδές κόσμου κάθε ηλικίας που είτε βόλταραν στους πεζόδρομους είτε έπιναν τον καφέ τους στην πλατεία , δημιουργούσε μια αίσθηση ανεμελιάς, σαν η πόλη να κινείται σε άλλους ρυθμούς από τον υπόλοιπο κόσμο.

Με τον Θάνο μέναμε παρέα, κινούμενοι ανάμεσα στο μικρό του διαμέρισμα με το μεγάλο μπαλκόνι στο κέντρο της πόλης, και στο σπίτι του σ’ ένα χωριό κοντά στον Αγιόκαμπο, εντελώς ερημικό λόγω εποχής, ακριβώς δίπλα στη θάλασσα.

Οι μέρες μας στην Λάρισα, πέρασαν ανάμεσα σε κόσμο, εκδηλώσεις και βόλτες στην πόλη. Από τα πρώτα μέρη που επισκέφθηκα ήταν τα πανέμορφης αισθητικής κτίρια του Μύλου του Παππά, που πλέον λειτουργούν σαν ένα μικρό πολιτιστικό χωριό στην καρδιά της πόλης, φιλοξενώντας το ομώνυμο μουσείο, ένα μουσείο κουκλοθέατρου, αίθουσες χορού , εκθέσεις αλλά και ένα θέατρο, στο οποίο είχα την τύχη να παρακολουθήσω την παράσταση «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» παρέα με καμιά εκατοστή Λαρισαίους μαθητές και μαθήτριες λυκείου, που υπήρξαν ένα εκδηλωτικό και πολλές φορές συγκινητικό με τις αντιδράσεις του κοινό.

Στον χώρο του Μύλου του Παππά επιστρέψαμε ξανά λίγες μέρες αργότερα για την παρουσίαση των «εφήμερων ζώων», παρέα με τα βιβλία των Πέτρο Σκυθιώτη και Θοδωρή Νταλούση. Κόσμος, συζήτηση για τη λογοτεχνία, κι έπειτα όλοι μαζί στο Αλομπάρ για περισσότερη κουβέντα παρέα με μουσική και ποτό. Η πόλη είναι εξίσου γοητευτική και τη νύχτα.



Θα μπορούσα να σταθώ σε κάθε μια από τις σίγουρα ενδιαφέρουσες δράσεις στις οποίες συμμετείχα παρέα με τον Θάνο, τον καιρό αυτό που έμεινα στη Λάρισα, στα πλαίσια του προγράμματος (ραδιοφωνικές συνεντεύξεις, συνάντηση με τον αντιδήμαρχοπολιτισμού και επιστημών Πάνο Σάπκα και την σκηνοθέτιδα του προαναφερθέντος θεατρικού έργου Κυριακή Σπανού, συμμετοχή στη συζήτηση για τον πολιτισμό με την υπουργό Μυρσίνη Ζορμπά). Προτιμώ ωστόσο να αναφερθώ περισσότερο στις επισκέψεις μας σε σχολεία της περιοχής, στο 5ο Λύκειο Λάρισας και στο 3ο γυμνάσιο Τυρνάβου, κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη εμπειρία ήταν πραγματικά από τις σημαντικότερες για έμενα . Και στα δύο σχολεία μιλήσαμε το μεσημέρι, ένα σχολικό δίωρο πριν από το σχόλασμα. Θυμούμενη τον μαθητικό εαυτό μου, περίμενα σιωπές που θα έπρεπε να καλυφθούν με μακροσκελείς μονολόγους, πολλές ματιές στα ρολόγια και μερικά συγκαλυμμένα χασμουρητά. Η αλήθεια είναι όμως πως τα παιδιά πάντα σε εκπλήσσουν ευχάριστα. Πολύ γρήγορα ξεπέρασαν την αρχική τους συστολή και συμμετείχαν έντονα, μοιράστηκαν τα διαβάσματά τους, τις σκέψεις τους για την ποίηση και το πώς διδάσκεται, άκουσαν και διάβασαν ποιήματα, σχολίασαν και συνέχισαν να ρωτάνε ακόμα κι όταν χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα. Τίποτα πιο όμορφο, ευχάριστο και ελπιδοφόρο κατά τη γνώμη μου από το ενδιαφέρον που έδειξαν αυτά τα παιδιά για τη σύγχρονη ποίηση.

Μετά απ΄ τις εκάστοτε εκδηλώσεις, με τον Θάνο συνηθίζαμε να επιστρέφουμε στο χωριό , περίπου 45 λεπτά έξω από την πόλη. Η αντίθεση ανάμεσα στην τόσο ζωντανή πόλη της Λάρισας και την ησυχία του φυσικού τοπίου ήταν έντονη. Στο χωριό περάσαμε αρκετό χρόνο διαβάζοντας, γράφοντας, και συζητώντας, απολαμβάνοντας μια φύση που πραγματικά δεν μπορούσε να σε αφήσει αδιάφορο.






*Θάνος Γώγος




Είναι κάποια βιβλία που σε βουβαίνουν. Όσο κι αν νιώθεις την ανάγκη να επικοινωνήσεις βαθύτερα μαζί τους, λέγοντας δυο-τρία λόγια ή γράφοντας δυο-τρεις αράδες, νιώθεις ότι δεν είσαι ακόμη έτοιμος. Η ανάγνωση της ποίησης, πολύ δε περισσότερο ο σχολιασμός της ποίησης, για να μην πω η κριτική της ποίησης, θέλει τους χρόνους της ωρίμανσης και της συνομιλίας – πολύ δε περισσότερο όταν έχεις να κάνεις με κάτι τόσο απαιτητικό, όπως η τελευταία συλλογή της Κουτσουμπέλη. Οπότε τέσσερις ολόκληροι μήνες, όσοι ακριβώς διαρκεί η δική μου η επώαση, μπορεί και να μην είναι αρκετοί. Αλλά νομίζω ότι ήρθε επιτέλους η ώρα.
Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση πυκνή σε νοήματα αλλά κοφτή σε γλώσσα. Ερμητική στον εαυτό της αλλά ανοιχτή στον αναγνώστη. Που εκφέρεται από το περίσσεμα του νοήματος, ισορροπώντας διαρκώς μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Όπου το ένα υπάρχει όχι για να αντιμάχεται ή να επιβάλλεται, αλλά για να βοηθάει και να προάγει το άλλο.
Στέκομαι στο πρώτο ποίημα. Δεν έχω ξαναβρεί καλύτερη ομολογία προθέσεων ή δημιουργία κλίματος σε εναρκτήριο ποιητικό νεύμα: Ο εντολοδόχος έχει πεθάνει. Τα πάντα γύρω καταρρέουν. Ο χρόνος περνάει, οι αιώνες φεύγουν. Το ποιητικό υποκείμενο κρατάει μια ομπρέλα. Είναι η δική του αντίσταση μπροστά στη βιασύνη του χρόνου και στην αντιξοότητα των συνθηκών.
Το σημείωμα της Οδού Ντεσπερέ είναι λέξη τη λέξη, ποίημα το ποίημα έκφραση αυτής της αντίστασης. Η απουσία του εσύ, η υπαρξιακή αγωνία, η έλλειψη νοήματος, η απώλεια της επαφής γίνονται ποιητικά σημειώματα. Πίσω τους υπάρχει πάντα ένα ορισμένο βιωματικό φορτίο που προφυλάσσει την επικοινωνιακή πράξη από τον κίνδυνο των εγκεφαλικών κατασκευών και των λεκτικών παιχνιδιών. Το ποιητικό υποκείμενο ξορκίζοντας δια της γραφής τις οδύνες του και επουλώνοντας δια του λόγου τις πληγές του απευθύνει στον αναγνώστη τα σημειώματά του σαν αισθητική επεξεργασία μιας κοινής εμπειρίας.
Ό,τι εμένα με έλκει πιο πολύ σε αυτή την επεξεργασία είναι το κλίμα στοχαστικής αποστασιοποίησης κάτω από το οποίο διαμείβεται η επικοινωνία. Ο φορέας του λόγου σαν να κρατά μια απόσταση απ’ ό,τι εξιστορεί ή εκφράζει, λες και δεν κινείται, σχεδόν δεν αναπνέει. Η παρουσία του γίνεται αντιληπτή μόνο διά της εκφοράς του λόγου και από τη διακριτική υπόμνηση του γραμματικού υποκειμένου του ή κάποιων μνημονικών ανακλήσεών του. Αλλά όσο ήρεμο, όσο αποστασιοποιημένο κι αν είναι αυτό το κλίμα, όσο διακριτική κι αν είναι η παρουσία του ποιητικού υποκειμένου μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι πίσω από τις συνεκδοχές, πίσω από τις αποσιωπήσεις και πίσω από τους υπαινιγμούς υπάρχουν κάποια καζάνια που ζεσταίνονται και βράζουν, βράζουν και ζεματάνε.
Εδώ ακριβώς, εννοώ στην έκφραση και στον έλεγχο της συναισθητικής έντασης, αναγνωρίζω την αρμονία της αισθητικής κατασκευής. Αφενός μέσα από μια επινοητική γλώσσα υψηλών εντάσεων και συνεχών εκρήξεων, που ταιριάζει τα λεκτικά αταίριαστα χωρίς να χάνει την αίσθηση του φυσικού και οικείου. Αφετέρου μέσα από τη συνεχή διασπορά και προβολή του προσωπικού βιώματος έξω από τον φορέα του, έτσι που τα κοάλα, οι ασπιρίνες, τα νησιά του Αιγαίου, η Αλίκη, η βαλβίδα της χύτρας, τα ποτήρια του κονιάκ να μιλάνε εξ ονόματος της ποιήτριας για να πούνε ό,τι θα ήταν είτε δύσκολο είτε υπερβολικό να εκφράσει απευθείας η ίδια.
Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να γράψω για τα σπασμένα ποτήρια του Ποιήματος Ποιητικής, για το ανέγγιχτο Σώμα της γυναίκας ύψιλον, για τη γροθιά που δέχτηκα διαβάζοντας την Άσκηση, για τον βουβό σπαραγμό του Οδηγού Μαγειρικής, για την αποστομωτική απλότητα του Επιλόγου, αλλά δεν πρέπει να αδικώ τα υπόλοιπα. Δεν είναι άλλωστε ρόλος ενός κριτικού σημειώματος μια τέτοια απαιτητική ανάλυση. Η συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη προσφέρεται από δω και πέρα στους φιλολόγους για τέτοιες αναλύσεις. Προηγουμένως όμως προσφέρεται για εξαιρετικές αναγνωστικές απολαύσεις.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, 23.4.2019


 
ΕΛΙΚΟΦΟΡΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
1.-
 
<< Κάποτε ήσουν η πρόφαση των ετερώνυμων μεταλλαγών μου >> είπες
Σε φόρτωσα στην πλάτη μου σαν τραυματιοφορέας και σ΄ απίθωσα στο γρασίδι
΄Ενας πιλότος ελικοφόρου δοκίμαζε ακροβατικά στο στομάχι μου
΄Εσκυψα να δω μέσα μου και δεν βρήκα παρά μόνο την βρεφική μου αγχόνη
΄Ηθελα να κρύψω το μπεκετικό μου παραλήρημα με μικρές θεατρικές παύσεις
<<  Ωστόσο πάντα ήξερες πως οι τροχοί του πάθους μου είναι καλοακονισμένοι >> -είπα
<< Είσαι μία μαύρη μεμβράνη αστόχαστης περιαυτολογίας >> είπες
Συμφώνησα κι άρχισα να σε μαδάω φιλί φιλί σαν λιγοθυμισμένη μαργαρίτα

2.-

Κάτω από την ακακία δειπνήσαμε με τυριά κι ελληνικό κρασί
Είπαμε κάποια μυστικά που ο χρόνος τα ξεζούμισε ήδη από την ουσία τους
Ξέραμε πως η φύση κρύβει στο χώμα μυστικά μικρόφωνα
Και μαγνητοφωνεί τις πικρές φυσαλίδες των λέξεων που φωνασκούνε
Είχα μαζί μου ένα μικρό μαχαίρι και σκάλισα στο δέντρο τ΄ όνομά σου
Δεν σκάλισες το δικό σου όνομα και μια καρδιά – μουρμούρισες
 Δεν σκάλισα το όνομα και την καρδιά που αρνήθηκες –ψιθύρισα
Από το φύλλωμα της ακακίας ξεπήδησαν ξαφνικά χιλιάδες πουλιά
Τρομάξαμε τόσο πολύ που κρυφτήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου
Δεν κάνεις για σαπουνόπερα –είπες- είσαι άδολος σαν μωρό
Ωστόσο είμαι τραγική φιγούρα –είπα - κακέκτυπη κραυγαλέα και μιαρή
που ο ουρανός την μάρκαρε με την μορφή σου και την σφράγισε με σιωπή
Οι τύψεις τρύπησαν τελικά τη φωνή σου που έσκουξε σαν μαυροπούλι


Συνδεόμαστε με την άδεια πλατεία



Πάνε τέσσερα χρόνια
που άδειασε η πλατεία
και εξωραΐστηκε
πλάκα-πλάκα
σηκώθηκε με γερανούς γερμανικούς
και μεταφέρθηκε απέναντι
έγινε αίθριο στη Βουλή
υπαίθριο
μουσείο με εκθέματα
τα λάβαρα των όχι
τα φονικά μαγκάλια των αναθυμιάσεων
και τα σχοινιά των αυτοκτονιών.

Πάνε τέσσερα χρόνια
που τέλειωσε η πορεία
της Επετείου, προς την πρεσβεία
και στρώσαμε στις λεωφόρους
και τα αεροδρόμια
κόκκινα χαλιά υποδοχής
σε όλους τους άλλους
που έχουμε γίνει εμείς.

(μάθαμε ξένες γλώσσες
και τρόπους αστικούς)

Εμείς;
Εμείς αυτοί;
Είμαστε ίδιοι;
Με τους τεχνίτες του εφικτού;
Και με τους αυταπατηθέντες;

Δεν είμαστε
και μεταξύ μας
η τέχνη
δεν αυταπατάται
φυτρώνει πιο βαθιά
στο χώμα της πλατείας
και ακούγεται πιο καθαρά
χωρίς ντουντούκες και
μικροφωνικές παραμορφώσεις
διαβάζεται πιο ευκρινώς
έξω από πανό, αφίσες,
φέιγ βολάν και ψηφοδέλτια.

Και ούτε ετεροπροσδιορίζεται
από τη νοσταλγία μιας ιδέας.

(αριστερή και μελαγχολική)

Δε γενεαλογείται δεν ανθολογείται
από το Public και τη Μεγάλη Βρετανία.

Κλείνει τετραετία πια
που σκόρπισε η πλατεία.


Δημήτρης Π. Κρανιώτης «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» (Κέδρος 2018): της Μαρίας Πυλιώτου
                  

      Έφτασε στα χέρια μου από την αγαπημένη, αξέχαστή μου Λάρισα. Το ξεφυλλίζω με αγάπη κι η χαρά μου μεγάλη που γνωρίζω ακόμα ένα ποιητή και το βιβλίο του. Πρόκειται για ένα καταξιωμένο ποιητή, ένα ποιητή με οκτώ ακόμα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, γνωστό στην Ελλάδα, μα και στο εξωτερικό. Ο ποιητής, γιατρός στο επάγγελμα, ειδικός παθολόγος, ζει κι εργάζεται στη γενέτειρά του πόλη.

      Ξεκίνησε το 1980, στα 14 του χρόνια δημοσιεύοντας για πρώτη φορά ποιήματά του σε έντυπα της Λάρισας. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1985, κυκλοφορούν τα «Ίχνη». Το 1992 τα «Πήλινα Πρόσωπα», το 2005 η «Νοητή Γραμμή», το 2007 οι «Θίνες» (Ρουμανία), το 2010 το «Ενδόγραμμα» κι η «Έδδα» κι αυτό στη Ρουμανία. Ακολουθούν οι «Ψευδαισθήσεις» ξανά το 2010, (Ρουμανία) και τέλος τα «Φύλλα Φωνήεντα», το 2017 (Ιταλία). Μια πλούσια ποιητική παραγωγή και μια ενδιαφέρουσα θεματική διαδρομή που το αποτέλεσμά της είναι εμφανές και στην τελευταία του συλλογή «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» που προτείνει σήμερα η Στήλη μας. Ίσως με το βιβλίο του αυτό ο ποιητής ξεκινάει μια νέα περίοδο δημιουργικής παρουσίας. Πριν απ’ αυτό είναι σημαντικό ν’ αναφέρουμε πως το 2011, ο ποιητής επιμελήθηκε και εξέδωσε στα αγγλικά την Ανθολογία «World Poetry» με 205 ποιητές από 65 χώρες. Κι άλλες δραστηριότητές του που ο χώρος δεν μας αρκεί να τις αναφέρουμε. Εξάλλου, το νέο του βιβλίο «Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς» μας καλεί να το δούμε και να το σχολιάσουμε με την αγάπη πάντα που βλέπουμε τη σωστή ποίηση.

Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας

Το αβέβαιο
Της θέλησής μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας

Κάθε πρωί
Που θρηνούμε όνειρα
Κάθε βράδυ
Που κερνάμε υποσχέσεις

Υψικάμινος», σελ. 18)

      Ο ποιητής ξεκινάει με το «Αλφαβητάρι» (σελ. 9), συμβολικά ίσως, μα με χιούμορ, για να κλείσει τη συλλογή με ακόμα 51 ποιήματά του. Ποιήματα λιτά, συχνά ολιγόστιχα με το τελευταίο «Συγκάτοικος λέξεων» (σελ. 60) για να μας πει πως δεν θα ’ναι βέβαια το τελευταίο του στη συνέχεια, «καθώς ξυπνάει στο μπαλκόνι ανάμεσα σε σελίδες που ακόμα γράφονται».

Έφυγε η γραφή
Κι έμεινε η σιωπή
Κολλημένη στην άμμο ρίμας

Που έπλασε
Με στάχτες  χαϊκού
Ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
Σε χαλεπούς καιρούς

Με ενδιάμεσους σταθμούς
Γυμνά διηγήματα
Που δεν άντεξαν
Το καθωσπρέπει της ενδοχώρας

Και ντυμένα ποιήματα
Που τιμωρήθηκαν
Σε ακτές γυμνιστών
Με απαγόρευση εισόδου

Γυμνά διηγήματα», σελ. 29)

       Ποίηση μοντέρνα, με προσωπική σφραγίδα, στίχοι που δεν τους λείπει ο ρυθμός και συχνά όπου ταιριάζει η ρίμα, «Το κόκκινο ποίημα» (σελ. 23) κι άλλα. Ο ποιητής μπορεί να μην αγγίζει τον σουρεαλισμό όπως τον γνωρίζουμε (Μπρετόν, Αραγκόν κ.ά.), μα σίγουρα έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί ένα δικό του υπερρεαλιστικό τρόπο βασισμένο στις εμπειρίες και στην ικανότητά του να μετατρέπει τις καθημερινές εικόνες σε ποιητικές.
     
Διψάνε οι λέξεις
Και πίνουν κρασί
Να με μεθύσουν

Οργώνω, θερίζω
Μα τώρα σωπαίνω
Μη σβήσουν
Σαν στεγνές κατάρες
Σε ξερά χόρτα

Σπάζω στάμνες
Μα υγρή ηχώ
Να ξαποστάσω
Μες στο λιοπύρι
Χωρίς νερό
Με μια χούφτα λάθη

Διψάνε οι λέξεις», σελ. 36)

       Είναι στιγμές που εξωτερικά ο στίχος δείχνει δυσνόητος, μα γρήγορα ανακαλύπτεις το εσωτερικό του βάθος, γεμάτο ανθρώπινη καθημερινή ζωή. Πρέπει, επίσης, να υπογραμμίσω την πυκνότητα του στίχου, συχνά επιγραμματική και το συνεχές ψάξιμό του για τις λέξεις. Είναι πολύ σημαντικό για ένα ποιητή να ’χει στην έγνοια του τις λέξεις. Τον ήχο τους, πώς τοποθετούνται σ’ ένα ποίημα και πώς βοηθούν στην ολοκλήρωσή του («Αγρίμι», σελ. 40).

Ξένος αθέατος αναγνώστης
Άγνωστου ποιήματός μου
Που ακόμη
Δεν εμπνεύστηκα
Το βλέμμα σου

Με ποτίζει λέξεις
Και σκαλίζει μέσα μου
Κήπους ανθέων και δακρύων
Καίγοντας τις άκρες
Των δακτύλων μου

Αρνούμενος να δεχτώ
Να γράψω τους στίχους
Που ήδη ξέρεις

Το άγνωστο ποίημα», σελ. 55)

       Μια ενδιαφέρουσα ποίηση, πρωτοπόρα. Ακόμα και χωρίς να ’χεις διαβάσει την προηγούμενη δουλειά του, το τωρινό ποιητικό του βιβλίο περικλείει όλη την εμπειρία και την ωριμότητα που χρειάζεται ο ποιητής για να προχωρεί κάθε φορά πιο ψηλά.


*   Η Μαρία Πυλιώτου είναι συγγραφέας και κριτικός από την Κύπρο. [Η παραπάνω βιβλιοκριτική δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λευκωσίας στην Κύπρο στις 10 Ιανουαρίου 2019].



«ΑΔΕΙΟ ΚΕΛΙ»

Υπάρχεις στο άδειο κελί με το κεφάλι γερμένο στον ώμο ˙ μια κλωστή το συγκρατεί για να μην κοπεί και κατρακυλήσει, σαν κολοκύθα, στο γκρίζο πάτωμα. Ακόμα δεν έχεις καταλάβει γιατί βρίσκεσαι εκεί μέσα, απόπειρα ανθρωποκτονίας, λένε, αλλά όταν το λένε τα πρόσωπά τους μοιάζουν φτιαγμένα από χαρτί που με ένα σου και μόνο, πύρινο βλέμμα, γίνονται στάχτη. Όμως, ένα σπίρτο είσαι εσύ και εκείνοι έχουν ολόκληρο δάσος για απόθεμα. «Απόπειρα ανθρωποκτονίας». Μπαρούφες. Εάν ήθελες να σκοτώσεις, μια θράκα θα γινόταν ολάκερη η πόλη που θα έζεχνε μυρουδιά καμένης σάρκας. Μπροστά σου ο Νέρωνας θα ήταν ερασιτέχνης εμπρηστής. Να προστατέψεις ήθελες, μόνο να προστατέψεις. Και τώρα υπάρχεις στο άδειο, στενό κελί ˙ όπως το κεφάλι εκείνου που το επινόησε: χωρίς καμπύλες και φαντασία. Ευτυχώς που Εκείνη σου στέλνει γράμματα δίχως να φοβάται, δίχως να υπολογίζει το κόστος, η πιο δυνατή σου παρηγοριά. Σε κάποιο απ` τα τελευταία, σου έγραφε: «Η καρδιά μου δε μπαίνει σε μαντρί, καλύτερα να φαγωθεί απ` τους λύκους παρά να νιώθω τη γκλίτσα ενός αμόρφωτου τσοπάνη επάνω μου καθημερινά». Κάποια μέρα θα σε επισκεφτεί, έτσι σου υποσχέθηκε.

Ανοίγει το συρόμενο πορτάκι και σέρνεται μέσα το κατσαρόλι με το φαγητό. Το πορτάκι κλείνει, σφραγίζει. Ο φύλακας είναι υπάκουος και υπομονετικός άνθρωπος. Πως δίνει τροφή σε έναν φερόμενο εγκληματία άλλωστε; Κάπου- κάπου, μιλάτε κιόλας, μόνο που όταν η κουβέντα ξεφεύγει απ` τα τυπικά εκείνος σωπαίνει, σαν προγραμματισμένο ρομπότ. Δεν θέλει να εκτεθεί, θέλει να πειθαρχεί στο νόμο αφού και οι ανώτεροί του πειθαρχούν ̶ το θεωρεί δεδομένο αυτό ̶ και θα ήταν τουλάχιστον ασέβεια να παρεκκλίνει. Τίμιος άνθρωπος είναι, για ένα κομμάτι ψωμί γίνεται ψίχουλο στα τσιμπούσια των αχόρταγων κυρίων με τα κοστούμια και τις γραβάτες, για ένα κομμάτι ψωμί, ψίχουλο γίνεται.

Στον τοίχο υπάρχει ένα μικρό άνοιγμα. Μια ηλιαχτίδα το φωτίζει τα απογεύματα και τότε οι σκέψεις σου ξεγλιστρούν στον έξω κόσμο και φτάνουν στα αυτιά φίλων και συγγενών και σε θυμούνται και χαμογελούν. Κι είναι σαν να συναντιέστε σε τόπους αλλιώτικους και μακρινούς, εκεί που αυτοί με τα στενά κεφάλια και την ακρωτηριασμένη φαντασία εξορίζονται στο διηνεκές.

Ώρες-ώρες, κοιμάσαι και νομίζεις ότι είσαι ξύπνιος, είσαι ξύπνιος και νομίζεις ότι κοιμάσαι. Λες και ο χρόνος είναι ένα αιώνιο τρένο που ταξιδεύει μέσα σε κάποιο σκοτεινό τούνελ δίχως σταματημό. Και μοναδικός του επιβάτης είσαι εσύ, εσύ και ο εισπράκτορας που μπαινοβγαίνει στα βαγόνια ατσαλάκωτος, με ύφος ξεπεσμένου ευγενούς. Και πάντα σε σκουντάει στον ώμο μπήγοντας το δάχτυλό του στο δέρμα σου, ακόμα κι αν γνωρίζει ότι ο μοναδικός και μόνιμος επιβάτης είναι ο ίδιος και με το εισιτήριο πληρωμένο εφ` όρου ζωής. Και όταν απομακρύνεται, με το τακούνι να χτυπάει στα φθαρμένα σανίδια, σκέφτεσαι την απόδραση. Απ` το παράθυρο, αλλά όταν το ανοίγεις, το σκοτάδι του τούνελ διαχέεται στο βαγόνι σαν πολτοποιημένη πίσσα. Είναι σκοτάδι ζωντανό. Βγάζεις το ένα σου πόδι απ` έξω αλλά πάντα το μετανιώνεις: προτιμάς να θαφτείς στην πίσσα παρά να πνιγείς στο άγνωστο. Κάθε φορά το ίδιο, όπως ο εθισμός στο δηλητήριο που, σταγόνα-σταγόνα, το συνηθίζεις ώσπου γίνεται συστατικό στοιχείο του αίματος σου. Και να, το πορτάκι ανοίγει, το κατσαρόλι σέρνεται στο κελί. Ξανά. Ανεβοκατεβάζεις το χέρι στο στόμα, παρατείνεις την ύπαρξη σου στο ορθογώνιο κουτί. Τι αξίζει ένα αδειανό σπιρτόκουτο χωρίς κάποιο κρυμμένο σκαθάρι μέσα του; Το μπαγιάτικο οξυγόνο σωρεύεται στα πνευμόνια σου και πήζει, μια αόρατη πανοπλία, θα βγεις απ` το λαγούμι αυτό σύντομα, αυτό ακόμα το θυμάσαι.

Ανάδυση. Στο προαύλιο της φυλακής, γυμνασμένα κορμιά κρέμονται στα μονόζυγα. Άλλοι συζητούν σε πηγαδάκια. Και κάποιοι άλλοι κοιτούν τα πουλιά στον ουρανό και ταξιδεύουν μαζί τους πάνω απ` την πόλη. Κάθεσαι σε μια γωνιά σκεπτικός και μόνος. Έχεις κερδίσει το σεβασμό τους προ πολλού, όπως όταν δεκάδες τσακάλια γυροφέρνουν μια μοναχική τίγρη αλλά διστάζουν να της επιτεθούν γιατί ο σίγουρος θάνατος των λίγων θολώνει την σίγουρη επικράτηση των πολλών. Στα εστιατόρια προχωράς με το δίσκο στα χέρια, κάθεσαι στη γωνιά του τραπεζιού και τρως αμίλητος. Χτυπούν τα μαχαιροπίρουνα στα πιάτα και σηκώνεται οχλοβοή. Μια μικρή, αναγκαστική γιορτή, κατάλοιπα του παρελθόντος, όπως τότε που ζούσαν ελεύθεροι ανάμεσα σε αόρατους ανθρώπους και πάσχιζαν να διαλευκάνουν το μυστήριο της ύπαρξης αλλά πάντα εκείνοι, οι αόρατοι άνθρωποι, τους εμπόδιζαν, τη μια φίλοι και την άλλη φίδια, καπνός. Και έτρεχες να τους προφτάσεις και σε παρέσυραν σε λαβύρινθους δίχως νήματα, σε μονοπάτια στεφανωμένα με άνθη και προορισμούς ουτοπικούς. Η προσπάθεια, όμως, μετράει σου έλεγαν. Τουλάχιστον κάμποσες φορές μύρισες την άνοιξη κι ας μη την είδες ποτέ. Τουλάχιστον γνώριζες ότι υπάρχει.

Και πάλι πίσω στο γκρίζο κελί. Χτύπησες κατάμουτρα έναν τύπο ο οποίος επέμενε να σε χρησιμοποιήσει για τις βρώμικες δουλειές του. «Εσύ είσαι πέρα από κάθε υποψία» έλεγε. Η απάντηση σου τον αποστόμωσε: «Τα μεγάλα γρανάζια δεν λειτουργούν χωρίς τα μικρότερα και δίχως λάδωμα σκουριάζουν. Όμως, εγώ, ούτε γρανάζι είμαι, ούτε λάδωμα θέλω. Κι ας χαλάσει ολόκληρη η μηχανή». Μετά ο τύπος νευρίασε, όμως, έχασε. Ο ήλιος γυρνάει και μια ηλιαχτίδα πέφτει στη ρωγμή του τοίχου. Ένα μυρμήγκι εισβάλει στο κελί. Αγγελιοφόρος θα είναι, το μαρτυρά ο τρόπος που κινείται: τρέχει, σταματά, ελέγχει και τρέχει ξανά. Και τρυπώνει παντού χωρίς την άδεια κανενός. Σηκώνεται στα πισινά του πόδια, στριφογυρίζουν οι κεραίες του, έχει σκαρφαλώσει στην κορφή του δαχτύλου σου. «Ζω στη σκιά των γιγάντων και οι γίγαντες με σκοτώνουν για παιχνίδι, για διασκέδαση, από απροσεξία, όσο εγώ μοχθώ να μαζέψω τροφή για το χειμώνα, τουλάχιστον βρίσκομαι μέσα στο πλήθος ενώ αρκετοί από εκείνους πεθαίνουν μόνοι και ξεχασμένοι». Κι άρχισε να κατεβαίνει στον πήχη σου και από εκεί τράβηξε προς το άνοιγμα και πάλι. «Όλοι πεθαίνουν μόνοι και ξεχασμένοι». Φώναξες: «Γιατί μου τα λες αυτά;» Αλλά το μυρμήγκι παρά μόνο κούνησε τις κεραίες του διαδοχικά και εξαφανίστηκε στο φθαρμένο σοβά.

Σχέδιο απόδρασης: απειλείς το φύλακα, αντιστέκεται ˙ απειλείς την οικογένεια του, υποκύπτει ˙ δεν αντέχει την πίεση των ενοχών, το θάνατο των άλλων εξαιτίας του, το θάνατο που θα του γίνει βαρίδιο μέχρι και το δικό του θάνατο και τέτοιο φορτίο στην ψυχή αρνείται να κουβαλήσει, θα καταντούσε ένας καταθλιπτικός και εκείνος αγαπά τις ηδονές της ζωής: για τον εαυτό του θα ενδώσει στις απειλές σου και μόνο γι` αυτόν. Μετά καταφεύγεις στο εξωτερικό, η αναζήτηση σου θα λάβει διαστάσεις αερόστατου που διασχίζει τις πέντε ηπείρους, η σύλληψη σου θα σκληρύνει τα σίδερα της φυλακής ακόμα πιο πολύ, θα καταστήσει το τέρας του εγκλεισμού ανίκητο, ένα τέρας με τα νύχια του απλωμένα πάνω απ` όλη την οικουμένη ˙ μια σφεντόνα και μια οκά μυαλό αρκούν για να σκοτώσεις έναν μονόφθαλμο κύκλωπα, αλλά όχι κι έναν γίγαντα με δέκα, εκατό, χιλιάδες μάτια, γι` αυτό χρειάζονται δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες σφεντόνες και μια οκά μυαλό. Απόρριψη σχεδίου απόδρασης. Ξαφνικά σε διαπερνά ένα κύμα αισιοδοξίας. Γυρίζεις ανάσκελα, παρατηρείς το ταβάνι. Το τσιμέντο τσακίζει, πτυχώνει, παίρνει τη μορφή Εκείνης: πλατιές γραμμές, σαν τον αφρό που αφήνουν οι βάρκες στην ήρεμη θάλασσα. Αναπνέετε τον ίδιο αέρα, μικροσκοπικά χέλια γίνονται οι επιθυμίες σου και διαχέονται στα μόρια του οξυγόνου και ταξιδεύουν και φράζουν τους πόρους του δέρματος Εκείνης. Οι πιο αληθινές στιγμές δεν πραγματώνονται ποτέ, μόνο αιωρούνται στο γαλάζιο ουρανό και γνέφουν από ψηλά, δεν εγκλωβίζονται σε ανθρώπινες καρδιές γιατί φθείρονται και πεθαίνουν μαζί τους.

Ο σύρτης ανοίγει, το κατσαρόλι σέρνεται στο κελί. Μες το καφέ ζουμί υπάρχει και ένα κομμάτι κρέατος τούτη τη φορά. Ο φύλακας ψιθυρίζει ότι είναι κερασμένο από εκείνον και κλείνει το σύρτη. Λες και είχε διαβάσει απ` το μυαλό σου το απορριφθέν σχέδιο της απόδρασης σου και ήθελε να σε ευχαριστήσει. Όσφρηση σκύλου το ένστικτο του ανθρώπου: του δίνεις κόκκαλο και σου χαρίζει αφοσίωση. Και για να απαλλάξεις το φύλακα απ` τη σύγχυση και την αγωνία του, καταβροχθίζεις το κρέας και χτυπάς την πόρτα, ο σύρτης ανοίγει και πετάς το κόκκαλο έξω. Ο φύλακας κάτι λέει μέσα απ` τα δόντια του και σφραγίζει το σύρτη με δύναμη. Μάλλον είχε καταλάβει. Μάλλον.
Επιβιβάζεσαι στο τρένο του χρόνου και διασχίζεις το σκοτεινό τούνελ για άλλη μια φορά. Η συνείδηση μεταμορφώνεται σε ένα ποντίκι πιασμένο στη φάκα του χάους. Ο εισπράκτορας μπαίνει στο βαγόνι αλλά σε προσπερνά, μοιάζει απορροφημένος από κάποιον ασυνήθιστο ήχο στο βάθος ˙ καινούριοι επιβάτες στο τρένο; Απ` το παράθυρο διακρίνεις τα μουχλιασμένα πετρώματα του τούνελ, σαν να αραίωσε η πίσσα του σκοταδιού. «Ίσως φτάνω κάπου» συλλογίζεσαι. Και το τούνελ φωτίζεται περισσότερο, ο εισπράκτορας επιστρέφει στο βαγόνι και σε προσπερνά και πάλι χωρίς να μπήξει το δάχτυλό του στη σάρκα σου. Κάτι τον απασχολεί. Καινούριοι επιβάτες στο τρένο;
Ο φύλακας σε συνοδεύει στο χώρο του επισκεπτηρίου, μόλις έχει λήξει η μακρά περίοδος απαγόρευσης επικοινωνίας με τους δικούς σου. Τα πόδια σου κινούνται αλλά η σκέψη σου είναι κολλημένη αλλού, σφεντόνα που τανιέται, σβώλος βαρύς που στοχεύει, άνθρωπος των σπηλαίων στα σύνορα του αλλόκοσμου. Ο φύλακας σταματά και συνεχίζεις μόνος, χαλαρώνεις. Πίσω απ` το τζάμι σε περιμένει μια γυναίκα. Εκείνη. Άργησε αλλά τήρησε την υπόσχεσή της. Κρατά ένα λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Μια νέα πραγματικότητα στρώνεται μπροστά σου σκεπάζοντας την παλιά. Κολλάτε τα χέρια στο τζάμι, φωτογραφίζεις την αιωνιότητα σε ένα πετάρισμα του βλεφάρου της. Κι αυτό αρκεί.

Και μετά πίσω στο γκρίζο κελί και πάλι. Δεν γνωρίζεις το λόγο. Χωρίς λόγο; Μάλλον θα φταίει η αγάπη, στην τιμωρία δεν χωρά αγάπη, περισσεύει, γίνεται βορά στα στόματα των αρπακτικών, η αγάπη απειλεί εκείνους που δεν τη βίωσαν ποτέ, τσεκούρι στα χέρια ανέραστων φανφαρόνων, η αγάπη ευωδιάζει και ενοχλεί εκείνους που δεν περπάτησαν ποτέ σε ολάνθιστο κήπο την εποχή του Έρωτα. Ο σύρτης ανοίγει, φράσσεις το πέρασμα με τα χέρια. Αντιστέκεσαι. Μια πίεση κατεβαίνει απ` το κεφάλι στο στομάχι σου και ανακατεύεσαι. Ο φύλακας παραμιλά και κλωτσά το κατσαρόλι. Χάνεσαι στον παράδρομο των ψευδαισθήσεων. Το τρένο ζυγώνει, όμως, δεν ανεβαίνεις, κατέκτησες την επιλογή να μην ανέβεις. Έχεις τη δύναμη να μην ανέβεις. Ο εισπράκτορας σε κοιτά ανέκφραστος απ` το παράθυρο, ώσπου χάνεται. Το κεφάλι σου γέρνει στον ώμο, έχει βαρύνει, τώρα η κλωστή που το συγκρατεί κόβεται και το κεφάλι κατρακυλά στο σάπιο πάτωμα. Αναταραχή. Συναγερμός. Ο δράστης αναζητείται μέχρι και σήμερα. Κάποιος πρέπει να κριθεί ένοχος. Ένοχος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Όχι. Ψέματα. Ένοχοι είμαστε όλοι και περιμένουμε στην ουρά, τη σειρά μας, βουβοί και με βλέμμα που σκοτώνει.




ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ


Στην πλατεία σύντοιχα
σέρνεται και πάλι μιά Σκιά.

Ψηλή
με πετρωμένη χούφτα.

Οι μυροφόρες χωνεμένες στους αιώνες
χαμογελούν πικρά.

Αγκαλιασμένες με καρφιά
κι ερωτευμένες μ΄ένα ξόδι που γλυστρά
στο ψύχος της συνήθειας.

Γυμνές απο εγκώμια
μ΄αυθεντικές στον πόνο.

Εκεί στο τέλος της πομπής
η Μάνα.

Στον κόρφο της βαθιά θρηνεί
ζεστός κι απορημένος

ο αληθινά Εσταυρωμένος εαυτός μας.
 
Ένα κριτικό σημείωμα για το βιβλίο του Αντώνη Γιανακού 
‘Τέσσερις Βολικοί Θάνατοι’, Εκδόσεις Κέδρος.
 
Της Εύης Κουτρουμπάκη

Η διδασκαλία της Ιστορίας αποτελεί μια πάγια εκπαιδευτική διερώτηση.
Συνήθως διδάσκεται γραμμικά, θεματικά , μέσα από παραθέματα, από παράλληλα κείμενα ή από πηγές. Διαβάζοντας κάποιος το βιβλίο του Αντώνη Γιανακού ‘Τέσσερις βολικοί θάνατοι’ συνειδητοποιεί πως ένας εξαιρετικός τρόπος διδασκαλίας της Ιστορίας είναι μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα τα οποία βοηθούν τις αραχνιασμένες χαλκομανίες της Ιστορίας να αποκτήσουν φωνή και να επιτρέψουν στον αναγνώστη να ξαναδεί τα ιστορικά γεγονότα μέσα από το δικό του πρίσμα και τις δικές του αναγνωστικές και ιστορικές συνιστώσες.

Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και οι ‘Τέσσερις βολικοί θάνατοι’ του Αντώνη Γιανακού .
Ένα μυθιστόρημα που το ιστορικό του πλαίσιο είναι το ταραγμένο έτος 1936, έτος των Ολυμπιακών Αγώνων, περίοδο κατά την οποία ξεσπά ο ισπανικός εμφύλιος, γίνονται οι δίκες της Μόσχας και επικρατεί ο Στάλιν. Η αρχή μιας από τις μελανότερες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας ξεκινά , καθώς ο Χίτλερ εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή και κερδίζει ραγδαία έδαφος.

Το ιστορικό επίδικο τούτου του βιβλίου είναι το πώς κάποια γεγονότα ή συγκυρίες, μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος στην προκειμένη δε περίπτωση της δικτατορίας του Μεταξά. 
 
Οι ηγέτες της συντηρητικής παράταξης πεθαίνουν από αιφνίδιο θάνατο ο ένας μετά τον άλλο Κονδύλης, Τσαλδάρης, και Δεμερτζής και διευκολύνουν αφάνταστα και εξαιρετικά ύποπτα, τον Μεταξά και το παλάτι για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.

Το μυθιστόρημα του Αντώνη Γιανακού διαιρείται σε δώδεκα κεφάλαια, όσοι και οι μήνες του έτους. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του εναλλάξ, ως πρωτοπρόσωπος και ως τριτοπρόσωπος αφηγητής , εύρημα που προσδίδει ροή και ενάργεια στην πολιτική τοιχογραφία που στήνει αλλά και στην ανθρωπογεωγραφία της εποχής.

Κεντρική αφηγήτρια η γιαγιά πια, Μαρία Βουνοπούλου, απευθύνεται στον εγγονό της, αφηγούμενη τη γνωριμία με τον άντρα της, το σημαδεμένο έτος 1936 «…λες και δεν υπήρχα προηγουμένως, λες και γεννήθηκα εκείνη τη χρονιά…». Όλη η αφήγηση, οι κρίσεις κτλ είναι της γιαγιάς, πλέον, Μαρίας, ενώ παρεμβάλλονται σελίδες από το τότε ημερολόγιό της ως νεαρά.

Βασικός ήρωας:ο Αντώνης Τζανετής, 24ετών, από την Ποταμιά Θάσου που μόλις αποφοίτησε από την Ιατρική και προσελήφθη στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία στην Αθήνα, ενώ ήθελε να γίνει χειρουργός ( αλλά μόνο θέση στην ιατροδικαστική υπήρχε κι έπρεπε να βιοποριστεί).

Με αφόρμηση την προσωπική ιστορία του Αντώνη Τζανετή και της Μαρίας Βουνοπούλου, στήνεται αριστουργηματικά το πολιτικό χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσεται η προσωπική ιστορία ζωής των δυο ηρώων.

Η έκρυθμη πολιτική κατάσταση της εποχής με τρόπο σχεδόν ημερολογιακό διαχέεται εντός του μυθιστορήματος και καταδεικνύει εναργέστατα την πολιτική πόλωση και το ρόλο των ανακτόρων για τη φρενήρη πορεία του Μεταξά προς την εξουσία.

Στα Ανάκτορα για παράδειγμα, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ σε σύσκεψη με το Γερμανό πρέσβη και το Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο , καλεί σε συνάντηση και τον Ιωάννη Μεταξά, πρόεδρο των Ελευθεροφρόνων (ενώ πήρε μόλις 7 έδρες στις εκλογές). Επίδικο ο φόβος της επικράτησης των Μπολσεβίκων. Ο Μεταξάς αναφέρει χαρακτηριστικά στο Γερμανό «αποτύχαμε πλήρως, ευρισκόμεθα προ αδιεξόδου έρμαια εις τα ορέξεις του Βενιζέλου και των μπολσεβίκων». Ο Γερμανός απάντησε πως «ο Φίρερ θα κάνει τα πάντα να παραμείνει η Ελλάς ένα κράτος φιλικά προσκείμενο, οτιδήποτε χρειαστεί και με οποιοδήποτε μέσον. Σκοπός του Φίρερ είναι να συντρίψει το μπολσεβικισμό με κάθε μέσον». Ο Μεταξάς προτείνει στο βασιλιά κυβέρνηση εξωκομματική χωρίς Κοινοβούλιο, ήγουν δικτατορία πολιτική (όχι στρατιωτική). 
 
Με το βιβλίο αυτό, έρχονται στην επιφάνεια άγνωστες πτυχές της ταραγμένης τότε και έκρυθμης πολιτικής κατάστασης.

Περνούν από μπροστά μας κεφαλαιώδεις στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας όπως για παράδειγμα το σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα, η απεργία της Πρωτομαγιάς, τα καπνεργατικά της Θεσσαλονίκης της 8ης Μαΐου του 36 κ.α.

Όλες αυτές οι ιστορικές παράμετροι είναι αρμονικότατα ενταγμένες μέσα στην πλοκή του μυθιστορήματος και της εξέλιξης της πλοκής της προσωπικής ιστορίας των ηρώων. 
 
Η ανάπτυξη των χαρακτήρων σε ένα μυθιστόρημα αποτελεί μια από τις Στο βιβλίο αυτό διαβάζοντας το, παρατηρούμε τη σταδιακή μετεξέλιξη και την πολιτική ωρίμανση της Μαρίας Βουνοπούλου καθώς επίσης και ποιες παράμετροι τυχαίες κάποιες φορές , ακραίες και άδικες άλλες συντελούν στην μετεξέλιξη αυτή. Αυτή η σταδιακή διαμόρφωση της Μαρίας Βουνοπούλου, υφαίνεται από το συγγραφέα με τρόπο αριστοτεχνικό.

Η εξέλιξη του χαρακτήρα αυτής της ηρωίδας του βιβλίου, αποτελεί μια από τις επιτυχέστερες αναπτύξεις ηρώων στη πρόσφατη παραγωγή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η ηρωίδα παρουσιάζεται στην αρχή σαν ένα ανέμελο δεκαοκτάχρονο κορίτσι που διαβάζει την ‘Κυρία με τας καμελίας’, ένα κορίτσι που σκέφτεται τον έρωτα και το γάμο για να καταλήξει σταδιακά μια συνειδητοποιημένη και πολιτικοποιημένη γυναίκα, σύντροφος και συνοδοιπόρος ενός ενεργού κομμουνιστή , έχοντας πια διαμορφώσει και η ίδια στοιχειοθετημένη πολιτική άποψη.

Ο Γιανακός με εξαιρετικό τρόπο παρεμβαίνει στη διαμόρφωση της γυναικείας του περσόνας πλαισιώνοντας την με όλα εκείνα τα πολιτικά και ιστορικά χαρακτηριστικά της εποχής που συντελούν στη σταδιακή της διαμόρφωση.

Χαρακτηριστικά αναφέρει πως όταν στην στην Αθήνα, η κυβέρνηση απαγορεύει την πώληση φρέσκου ψωμιού (μόνο μπαγιάτικο) τούτο το γεγονός είναι κάτι που θυμώνει και πεισμώνει τη Μαρία κάνοντας την να μονολογεί («θα μπορούσες να πεις ότι έγινα αυτό που έγινα γιατί κάποιος από τους ηλίθιους υφυπουργούς έβγαλε την απαγόρευση της πώλησης του φρέσκου ψωμιού»). 
 
Μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί από το απόσπασμα αυτό, πως μπορεί να συντελεσθεί η κατά Θουκυδίδη ‘εναντία των πραγμάτων μεταβολή’ και πως μπορεί αυτή να πυροδοτηθεί από γεγονότα που ίσως δεν είναι αναγνωρίσιμα δια γυμνού οφθαλμού.
Στο βιβλίο αυτό ο Αντώνης Γιανακός στήνει αριστοτεχνικά ,παράλληλα σύμπαντα, τα οποία σχολιάζει ενδελεχώς.

Σύμπαν πρώτο:
Η θέση της γυναίκας, η καταπίεση που υφίσταται σε ότι αφορά το γάμο , την οικογενειακή αποκατάσταση και την θέση της απέναντι στη διαμορφωμένη ηθική.
Γεγονός αξιοσημείωτο μέσα σ’ αυτόν το στενό ηθικό κανόνα που αφορά τη θέση της γυναίκας την εποχή αυτή για παράδειγμα, αποτελεί το ότι οι γυναίκες στην Ευρώπη αρχίζουν και φορούν παντελόνια.

Σύμπαν δεύτερο:
και βαθειά αντικατοπτριζόμενο και στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα: Η δύναμη της εικόνας . Ο Χίτλερ είχε από νωρίς κατανοήσει την ακατάλυτη δύναμη της γι αυτό και προσέλαβε στην υπηρεσία του μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφίστριες εκείνης της εποχής, τη Leni Riefenstahl, για να κινηματογραφεί τις συγκεντρώσεις του και να προβάλλονται αυτές με στόχο απώτερο την καθυπόταξη των μαζών.
Χαρακτηριστικά ο Γιανακός στο βιβλίο του, συγκαταλέγει σε μια επιτροπή Γερμανών που επισκέπτεται τον πρώην Ολυμπιονίκη Γεωργιάδη και ήρωα του βιβλίου και τη Leni Riefenstahl . Η επιτροπή αυτή με την έγκριση του Βασιλιά, του ζητά να συνδράμει στη διοργάνωση τελετής ολυμπιακών αγώνων στην Ολυμπία και να τρέξει πρώτος σε σκυταλοδρομία φλόγας 3000χλμ με 3000 αθλητές, από την αρχαία Ολυμπία σε Βερολίνο. «Το αρχαίο κάλλος θα συνδεθεί με το σύγχρονο Γερμανικό κάλλος». Η ηρωίδα, η Μαρία ,αμύητη ακόμη τονίζει χαρακτηριστικά στο Γεωργιάδη και θείο της : «Θα είναι πολύ ωραίο, συμβολικό!». Η αφήγηση κλείνει με την εξής φράση.: «Κανείς δεν είχε καταλάβει τότε τίποτα. Τη δύναμη της εικόνας. Τη δύναμη των συμβόλων». «ούτε ψυχανεμιζόμασταν αυτά που θ’ ακολουθούσαν. Και δε λέω τον πόλεμο…. Όπως έγινε και όπως κατέληξε, αλλά έναν άλλο πόλεμο. Εννοώ τη δύναμη της εικόνας. Την προπαγάνδα. Τη χειραγώγηση του κόσμου». 
 
Σύμπαν τρίτο:
Η καθυπόταξη της επιστήμης και της έρευνας και η συγκάλυψη της αλήθειας στα φασιστικά και δικτατορικά καθεστώτα και ποιος είναι ο ρόλος και το χρέος του επιστήμονα σε ανάλογες περιπτώσεις.
Οι νεκροτομές των αιφνίδια θανόντων πολιτικών γίνονται τυπικά χωρίς να υπάρχει πρόθεση διαλεύκανσης των πραγματικών αιτίων του θανάτου τους για να μην εξαφθούν πολιτικά πάθη και γιατί θα έθεταν οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες σε κίνδυνο τη θέση τους και γιατί όχι και την ίδια τη ζωή τους.

Παράλληλα ο συγγραφέας θέτει προβληματισμούς που αφορούν τα πειράματα ευγονικής του Χίτλερ περιγράφοντας δια του λογοτεχνικού εμμέσου τον επερχόμενο ζόφο και την περίκλειστη κοινωνία στα δικτατορικά καθεστώτα.

Πως μπορεί για παράδειγμα να καεί μεταξύ όλων των μιαρών αναγνωσμάτων και ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου όταν η δικτατορία επιβάλλει την καύση ανάλογων αναγνωσμάτων στις στήλες του Ολυμπίου Διός.

Τούτα τα παραπληρωματικά θέματα καθώς και τα ψυχογραφήματα που διατρέχουν το βιβλίο, λειτουργούν σαν βαλβίδες αποσυμπίεσης από τον κορμό της αφήγησης και επιτρέπουν στη γραφή να αναπνέει. 
 
Κι όλα αυτά με μια γλώσσα ρέουσα , σε ένα ρόλο απόλυτα προσαρμοσμένο στις εκάστοτε ανάγκες είτε των διαλογικών είτε των αφηγηματικών μερών.

Οι τέσσερις βολικοί θάνατοι, το βιβλίο αυτό του Αντώνη Γιαννακού, δίνει την αίσθηση πως όλο αυτό το περιβάλλον είναι το ίδιο μια κοινωνική και πολιτική μήτρα εντός της οποίας ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται και η ιστορία της Μαρίας και του Αντώνη που βαδίζει παράλληλα με την Ιστορία την ίδια, ανοίγει παράθυρα και λειτουργεί σαν βαλβίδα εκτόνωσης στην ανάγνωση.

Σ’ αυτά τα φουσκωμένα απόνερα της ιστορίας, σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα του ανεπανόρθωτου, ο Γιανακός έστησε ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα και μας έκανε κοινωνούς μιας ταραγμένης και εξαιρετικά σημαντικής ιστορικής περιόδου που έκρινε σε βαθμό μεγάλο τα επερχόμενα δεινά της χώρας , περιγράφοντας εναργέστατα τη μυστική δράση, τον αγώνα, τις διώξεις, το φόβο και το φρόνημα των κομμουνιστών, εναλλάσσοντας με ακρίβεια δοσομετρητή το φως του έρωτα με τα σκοτάδια των πολιτικών γεγονότων της ταραγμένης εκείνης περιόδου.






Ενσυναίσθηση και Μνήμη

Ένα κριτικό σημείωμα της Περσεφόνης Τζίμα για την ποιητική συλλογή της
Κούλας Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2018

Στην τελευταία ποιητική συλλογή της Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα η Κούλα Αδαλόγλου, χαμηλόφωνα και με αφορμή γεγονότα, μνήμες, εικόνες, αθέατες για τους πολλούς, δημιουργεί μια ιδιαίτερη ποίηση χωρίς κραυγαλέες διατυπώσεις. Συνθέτει άρτιες εικόνες, μεταφορές και διαυγείς ποιητικές φράσεις, χωρίς όμως πάντα το νόημα να είναι ξεκάθαρο. Μερικές φορές στην προσεκτική ανάγνωση, στάθηκα με αμηχανία μπροστά σ’ αυτό που λέμε «τι θέλει να πει ο ποιητής». Συνολικά όμως αισθάνθηκα την ποίηση της Αδαλόγλου, εντυπωσιάστηκα από το κάλλος της μορφής και μου δημιουργήθηκε το συγκινησιακό αποτέλεσμα. Γιατί η Αδαλόγλου δεν κόβει τις γέφυρες ακόμη και με τον αμύητο αναγνώστη.

Η ποιητική συλλογή, αφιερωμένη στη μικρή της εγγονή Νεφέλη, περιλαμβάνει δύο ενότητες: Η πρώτη, με τον τίτλο « Όλα μες στο σκοτάδι θα γίνουν», ο οποίος υπάρχει σαν στίχος στο ποίημα «Σκουριά». Πράγματι, τα περισσότερα ποιήματα της πρώτης ενότητας εμπεριέχουν σκοτάδι, παρασκήνιο, μοναξιά.

Στην ποίηση της Αδαλόγλου εντοπίζονται τα ατομικά-ποιητικά συμφραζόμενα, που διαπλέκονται και συλλειτουργούν με τα κοινωνικά συμφραζόμενα.  Αυτά λοιπόν τα «όλα» που θα γίνουν «μες στο σκοτάδι» αφορούν τις προσωπικές σχέσεις και τα ψυχικά γεγονότα του ποιητικού υποκειμένου καθώς και τα κοινωνικά γεγονότα.

Η ασφαλιστική «Δικλείδα» τού να αποφύγει κανείς τον παραλογισμό από έναν ευτελισμό, μία προδοσία ή ακόμα κι από μία κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, τίθεται σε λειτουργία από το ποιητικό υποκείμενο, που εκφράζει μία υποδόρια οργή, ένα αίσθημα αδικίας εις βάρος του: «Ένιωσα περίπου σαν φλασάκι, πεσμένο στο πίσω κάθισμα ταξί.  Σε λίγες μέρες / είδα τους συλλογισμούς μου να ξεπουλιούνται στο παζάρι. / Δεν έμενε παρά να με διαπομπεύσουν και να με εξευτελίσουν. Αν δεν αυτοχειριάστηκα / οφείλεται στο ότι στο αρχείο που φύλαγα προσεκτικά στο πίσω μέρος του κρανίου μου / βρήκα μια ξεχασμένη δικλείδα ασφαλείας και δραπέτευσα».

Και βέβαια, «Δεν θέλει πολύ» ένας καλόβολος άνθρωπος να σηκώσει παντιέρα επανάστασης με φονικές διαθέσεις, ενάντια σε βολεμένους των γραφείων, σε επαναπαυμένους και ανάλγητους: «Πίσω και σας έφαγα κερατάδες βαλτωμένοι». Μάταιη όμως η αγανάκτηση, αφού στο τέλος ο ίδιος πενθεί κρατώντας έναν νεκρό καραγκιόζη, τον εαυτό του. Η επίθεση ήταν μια παράσταση εκτόνωσης, που δεν έφερε καμία μόνιμη αλλαγή.

Η ποίηση της Αδαλόγλου, λυρική και συνάμα ρεαλιστική, συνδυάζει το κρυμμένο και φανερό συναίσθημα με τον πραγματισμό, σκοτεινό εν πολλοίς, επίβουλο και απειλητικό, με ανάλαφρα όμως μέσα, με χιούμορ, απρόοπτες εικόνες και προσωποποιήσεις με έναν ιδιότυπο υπερρεαλισμό: «Σκάει το στήθος της σε πεταλούδες διάφανες…οι πιο δυνατές όμως…ανοίγουν την εξώπορτα και βάζουν μέσα τους περαστικούς».

Αρκετά συχνά η ποιήτρια κάνει χρήση υποκοριστικών, που υποδηλώνουν κυρίως τρυφερότητα και κομψότητα αλλά και υποβάθμιση και ασημαντότητα, όπως: Το κανιστράκι (με τα σαλιγκάρια)/Γέμισε η κουζίνα ζωούλες, το ποτηράκι (απ’ το σερβίτσιο της γιαγιάς), φτεράκια (γλάρων), βαρκούλα, γλυκάκι (υποβάθμιση θερμίδων και τύψεων), το σουγιαδάκι (ευτελές όπλο, αδυναμία του φορέα να το χρησιμοποιήσει).

Σχεδόν τα μισά ποιήματα από τα είκοσι της πρώτης ενότητας είναι μικρά και θυμίζουν επιγράμματα με αισθητική και νοηματική επάρκεια. Είναι περιεκτικά, σαν μια πυκνή ποιητική ανάσα.

Όπως εξηγεί στις σημειώσεις της η ποιήτρια, είναι ελάχιστες οι αφιερώσεις που υπάρχουν σε ποιήματα της συλλογής. Έγιναν μόνο σε περιπτώσεις που τα πρόσωπα, τα κείμενα ή τα λόγια τους αποτέλεσαν αφετηρία του ποιήματος.  Ένα τέτοιο ποίημα με αφιέρωση στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, τον Κύπριο ποιητή, είναι «Τα σαλιγκάρια», απ’ όπου εμπνεύστηκε μέσω της προσωπικής της μνήμης το ομώνυμο ποίημα.  Επίσης στο ποίημα «Χασμωδία», αφιερωμένο στην Ελένη Κάρτσακα, μια γλωσσική αναζήτηση με την Ελένη και μια απροσεξία έφεραν μαζί και φιλοξενούν και τις δυο γιαγιάδες  στη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου.

Πυκνές αποτυπώσεις στιγμών μνήμης αποτελούν αρκετά ποιήματα της ενότητας αυτής, όπως και η «Κρέμα νυκτός». Εδώ, ως αφορμή λειτουργεί μια οσφρητική μνήμη από την κρέμα της μαμάς, για να ξεδιπλωθεί ο υπαρξιακός φόβος. Τώρα πια, που δεν υπάρχει αυτή, παίρνει τη σκυτάλη με την κρέμα νυκτός η κόρη, αλλά με τη συναίσθηση ότι παίρνει η ίδια σειρά για την «επαπειλούμενη σήψη». Ο άνθρωπος της ποίησής της δεν διστάζει να αποδεχτεί νηφάλια τη θλίψη που γεννά η διαπίστωση της φθαρτής υπόστασής του.

Η Κούλα Αδαλόγλου παραθέτει αρκετές αντιθέσεις στα ποιήματά της, που υποδηλώνουν ειρωνεία, τραγικότητα αλλά και το απρόοπτο, τις ανατροπές, όπως η ίδια η ζωή. Στο μικρό ποίημα «Καρφωμένη», είναι συγκλονιστική η εικόνα της εργαζόμενης γυναίκας στο καφέ του αεροδρομίου, «με τα τσιμεντένια πόδια», που η μόνιμη διαμονή της εκεί και η καταδίκη της να μην μπορεί να πετάξει ποτέ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όλους όσοι ταξιδεύουν με αεροπλάνο.

Η δεύτερη ενότητα της συλλογής έχει τον τίτλο «Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα», όπου τα περισσότερα ποιήματα αναφέρονται με βαθιά τρυφερότητα αλλά και αγωνία μαζί στη Νεφέλη αλλά και στα μικρά παιδιά των προσφύγων κυρίως, των οποίων το παρόν είναι δύσκολο και το μέλλον ασαφές, με περιορισμένες προοπτικές. Γι’ αυτό και διακρίνουμε τη συγκίνηση από την περιγραφή των παιδιών που μεγαλώνουν φυσιολογικά, να τη διαδέχονται εικόνες φτωχών παιδιών και προσφύγων με ζοφερές αναφορές, που εμποδίζουν τη χαρά, σχεδόν γεννούν τύψεις στο ποιητικό υποκείμενο: «ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια / εκείνα όμως βλέπουν γονείς στραγγισμένους ή τους χάνουν / δεν ονειρεύονται».

Με το προσωπικό ενδιαφέρον συμπορεύεται το κοινωνικό, η ανθρώπινη  ενσυναίσθηση για τους αδύνατους, όχι μόνο για παιδιά αλλά και για μάνες εξαθλιωμένες που πάσχουν για τα παιδιά τους. Το ποιητικό υποκείμενο συμπάσχει με έμπρακτο ενδιαφέρον, όπως διακρίνεται στην «Κάμερα, το πρώτο ποίημα της ενότητας.

Η ιαματική επίδραση από την επαφή με ένα αθώο μικρό παιδί φαίνεται και στα «Φύλλα ευκαλύπτου». Η παιδική αρτιότητα, η ειλικρίνεια και ο αυθορμητισμός δρουν σαν πανάκεια σε κάθε πληγή, αν και οι φόβοι των μεγάλων για τους κινδύνους που διατρέχουν τα παιδιά πάντα θα τους ταλανίζει εμμονικά.

Κάποια οριακά γεγονότα ή πρόσωπα που μας σημαδεύουν μπορεί να σπάσουν τον χρόνο σε πριν και μετά –«Ante quem και post quem», να μας αφήσουν σημάδια, ακόμα κι όταν γίνουν παρελθόν – με πολλαπλά κατάγματα η μνήμη – και τίποτα πια να μην είναι όπως πριν, αφού το ποιητικό υποκείμενο στο διάστημα μετά, το post quem, λειτουργεί μηχανικά στην καθημερινότητα, ακόμα κι αν αυτή είναι σημαντική. Μέσα του όμως  κραυγάζει από μια διάψευση ή από μια τραγική συναίσθηση. 
 
Σε αυτή την ομάδα ποιημάτων εμφανίζονται λέξεις, ονόματα ή τοπωνύμια στα Αγγλικά: ο Leith, skate board, η Daisy, τo Crewe, green, purpl, Broken voice, η αποβάθρα Salty decks κ ά. Η χρήση αυτών των λέξεων στα αγγλικά γίνεται με τρόπο φυσικό έπειτα από βιώματα, εμπειρίες και σπουδές της ποιήτριας στη Σκωτία, από τις περιηγήσεις της στην Αγγλία και στην Ουαλία και, βέβαια, επειδή το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται σε αγαπημένα πρόσωπα που ζουν εκεί.

Για το ποιητικό υποκείμενο πάντα υποβόσκει ένας κίνδυνος πιθανός, ανατροπέας της χαράς: Αλαβάστρινή μου, να προσέχεις / όταν εκτελείς τις χορευτικές σου κινήσεις. Η κινητικότητα και ο ενθουσιασμός στη ζωή του μικρού παιδιού από τη μια, και η σωματική βραδύτητα ή ο σκεπτικισμός του μεγάλου από την άλλη. Το ποιητικό υποκείμενο διχάζεται ανάμεσα στον ενθουσιασμό και στη μελαγχολία της συγκράτησης με την εναλλαγή χρωμάτων (κόκκινος χαρταετός, μωβ κλαδιά δειλινού).  Το μωβ χρώμα, κατ’ αρχήν αγαπημένο χρώμα της ποιήτριας, υπάρχει και στο «Ξωτικό» και στη «Διαρκή μωβ σύνδεση».

Τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής αποτελούν εξέλιξη και ολοκλήρωση προηγούμενων παραλλαγών. Του «Broken voice» η 1η παραλλαγή βρίσκεται στη συλλογή Οδυσσέας, τρόπον τινά, όπου το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει τη χαρά της επικοινωνίας με ένα αγαπημένο του πρόσωπο: «ήσουν εδώ, μπουμπούκιαζαν οι λέξεις, /κάθε πρωί νοτίζονταν οι φθόγγοι, μελίρρυτοι, γλύκαιναν τα νέα». Της παραλλαγής η 1η μορφή βρίσκεται στη Διπλή άρθρωση, που προηγείται, από όπου απουσιάζει η χαρά της επικοινωνίας με το ίδιο αγαπημένο πρόσωπο: πληκτρολογώ μηνύματα /που ένας σέρβερ ακυρώνει.

Η «Αποβάθρα-Salty decks» πρωτοεμφανίζεται στη Διπλή άρθρωση σε τέσσερις στίχους, που εκφράζουν κινητικότητα, εξερεύνηση, νεανικά ταξίδια. Τώρα, η ξύλινη αποβάθρα δεν κουνάει πια, είναι σταθερή, στέρεη και δίβουλη.

Όπως σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, θυμίζουμε ότι το πρώτο πρόσωπο αφορά μια κατασκευασμένη μυθοπλαστική ταυτότητα που μπορεί να είναι συγκρίσιμη με αυτή της ποιήτριας αλλά δεν είναι ταυτόσημη με αυτήν. Είναι το ποιητικό υποκείμενο, που υποκινείται και κατευθύνεται από την ποιήτρια.

Τέλος, θα έλεγα επιλογικά ότι η ποίηση της Αδαλόγλου είναι στοχαστική και χαρακτηρίζεται από υπαρξιακή αγωνία και κοινωνική ευαισθησία. Είναι και ποίηση της μνήμης. Ως προς τη χρήση της γλώσσας, τη χαρακτηρίζει μεγάλη ποικιλία ποιητικών εκφράσεων με έξοχες εικόνες και μεταφορές. Κάνει χρήση λέξεων της καθημερινής κουβέντας αλλά και υψηλών λυρικών φράσεων και συνολικά εισπράττουμε ευγένεια ύφους.

Η Κούλα Αδαλόγλου έδωσε και με αυτά τα ποιήματά της έναυσμα για στοχασμό και συγκινησιακή ανταπόκριση. Εύχομαι ολόψυχα να συνεχίσει να γράφει με έμπνευση.                 

                                     
 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA