πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΧΑΓΕΡ-ΜΠΟΥΦΙΔΗ (1899-1950)

Εκατόν δέκα χρόνια από την γέννησή του

ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ: Γιάννης Σ. Βιτσαράς


Ο Ν. Χάγερ-Μπουφίδης, όπως επιθυμούσε να υπογράφει στα βιβλία του, γεννήθηκε στα 1899 κι έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα, ενώ ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, στο γαλλικό λύκειο του Καϊρου. Ύστερα αφιχθείς στο Αθήνησι, εργάστηκε -ως τον πρόωρο θάνατό του- στην Εθνική Τράπεζα. Διαρκούσης της πνιγηρής ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής, ενεπλάκη στην Εθνική αντίσταση και κατά τον αδελφοκτόνο εμφυλιοπολεμικό σπαραγμό φυλακίσθηκε –λόγω της αριστερής ιδεολογικής του στράτευσης- στις φυλακές Χατζηκώστα. Μνήμες από αυτήν την ζοφώδη περίοδο της ζωής του, κατέγραψε σε πεζό κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στην λογοτεχνική εφημερίδα της εποχής: ‘’Ελεύθερα Γράμματα’’. Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονος στην Αθήνα, εν έτει 1950 σε ηλικία μόλις 51 ετών.

Ο Ν. Χάγερ-Μπουφίδης, ανήκει γραμματολογικά - στην νεορρομαντική και νεοσυμβολιστική ποιητική γενιά του 1920. Πλην των ποιημάτων, ο Μπουφίδης έγραψε και πεζογραφία [Τρεις νύχτες ηδονής, 1927], με το ψευδώνυμο Ίσαντρος Άρις, ενώ επιδόθηκε από νωρίς και στην γραφή θεατρικών έργων με πρώτο το μονόπρακτό του, υπό τον τίτλο: Η νύχτα [1916], το οποίο εξέδωσε σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Έγραψε δε, ευάριθμα διηγήματα που δημοσιεύτηκαν σε λαϊκά έντυπα καθώς και σε ποικίλης ύλης περιοδικά οικογενειακά, [π.χ. ‘’Σαββατόβραδο : Μεγάλο εβδομαδιαίο περιοδικό’’(1947) στο οποίο εμφανίζεται ως διευθυντής ο Ν. Χ. Μπουφίδης] διαπορθμεύοντας το λαϊκό αίσθημα.

Στα 1918 εκδίδεται η πρώτη ποιητική συλλογή του, υπό τον τίτλο: ‘’Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς’’, με διακριτό μορφολογικό στοιχείο, την ρήξη με την ‘’σκληροπυρηνική’’ έμμετρη ποιητική παράδοση και την ανάπτυξη του ελευθερωμένου στίχου. Στα 1919 δημοσιεύει ‘’Τα μοντέρνα και το καινούργιο μανιφέστο’’, όπου διακηρύσσει την θραύση της ‘’ρουτίνας’’ και των στιχουργικών στερεοτυπικών μορφολογικών ποιητικών ‘’καλουπιών’’. Στα 1922, έτος της απηνούς Μικρασιατικής Εμπλοκής και εν τέλει Καταστροφής, ο Μπουφίδης εκδίδει την συλλογή ποιημάτων: ‘’Τα Ιωνικά και οι Ανοιξιάτικες Αγάπες’’, στην οποία έκτυπες είναι οι βιωματικές μνήμες από την Σμύρνη και εν γένει την Ιωνία. Στα 1930, δημοσιεύονται τα ‘’Δέκα ποιήματα’’, ποιητική συλλογή -πλακέτα, όπου ενυπάρχει και το περίπυστο έκτοτε- ποίημά του ‘’Παράκληση στο Θεό για έναν μικρό καμπούρη’’, που αγαπήθηκε, διαβάστηκε και ανθολογήθηκε πολύ, στην δεκαετία του 1930. Στα 1935 ο Μπουφίδης δημοσιεύει την ολιγοσέλιδη ποιητική πλακέτα:‘’ Η Δεύτερη Ζωή’’, στον ‘’Κύκλο’’ (οίκο εκδόσεων του Απόστολου Μελαχρινού). Στα 1943, εκδίδεται η ‘’Αυτοβιογραφία’’ μια αυτοανθολόγηση με την προσθήκη μερικών νέων ποιημάτων, ενώ στα 1946 δημοσιεύονται ‘’Τα Παράλληλα’’, υπό την αιγίδα του αριστερού κατοχικού εκδοτικού οίκου, των ‘’Νέων Βιβλίων’’.
Το θάλπος και η νοσταλγία της αμετάκλητα χαμένης τρυφερότητας, οι εναργείς εικόνες της παιδικότητας, οι ατελέσφοροι έρωτες με φασματικές, θήλειες μορφές, η ανυπόκριτη ενσυναίσθηση των εξόφθαλμα αδικημένων, περιθωριοποιημένων και παραγκωνισμένων πλασμάτων( υποταγμένες νεαρές υπηρέτριες, απηνώς χλευασμένοι μαθητές), αλλά και η ακροτελεύτια καταφυγή στην άδολη και απαράβλητη ευαισθησία και αγνεία των κατοικιδίων ζώων, είναι μερικά θεματικά –επανερχόμενα- μοτίβα, στην αναίτια λησμονημένη, πλην όμως ευδιάκριτη αισθητική υπόσταση τού μεσοπολεμικού, απαλώτατου ποιητικού ‘’αστέρος’’, τού Ν. Χάγερ-Μπουφίδη. Οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε ήταν και είναι δυσεύρετες έως ανεύρετες (στην Εθνική Βιβλιοθήκη[!] δεν υπάρχει λόγου χάριν, ούτε ένα αντίτυπο της ‘’ Δεύτερης ζωής’’ που κυκλοφορήθηκε στα 1935, αριθμημένη σε χαρτί σαμουά υψηλής ποιότητας).



Εργογραφία:
Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς, 1918.
Τα Μοντέρνα και το καινούργιο μανιφέστο, έκδ. δεύτερη, 1921.
Τα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922.
Δέκα ποιήματα, 1930.
Η Δεύτερη ζωή, έκδ. Κύκλου 1935.
Αυτοβιογραφία, εκδότης Αριστ. Ν. Μαυρίδης 1943.
Τα Παράλληλα, εκδ. Τα Νέα Βιβλία 1946.



















ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟ ΞΩΦΥΛΛΟ ΚΑΠΟΙΟΥ
ΣΟΒΑΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Και δεν ανατριχιάζω σά θυμάμαι
όσα έχουνε πια πεθάνει,
και μένουνε παγωμένα
και παλιά παλιά – και περασμένα
στη θύμησή μου.

Παλιά παλιά
σαν παραμυθάκια τρομαχτικά
π’ ακούν τα ολόξανθα παιδάκια
-δρακόντοι μαζί κι ανεράϊδες-
και δεν ανατριχιάζω
-γιατί νιώθω την άχνα τού κορμιού σου-
και της ψυχής σου την αγάπη τη γλυκιά
-γλυκιά, ξανθιά-
νάρχεται να με ζεστάνη.
Και δε νιώθω πια τον πάγο τού ό,τι έχει πεθάνει.

Αντίκρυ, με κοιτάς μ’ αγάπη,
και μια φροντίδα το μέτωπό σου γλυκοφεγγίζει
-Φροντίδα μάννας, αγαπητικιάς;-

Και μέ κοιτάς μ’ αγάπη
και δε μιλάς, δε μιλάς
να μη διακόψης τη μελέτη
που με θαρρείς βυθισμένο.
Και πού νάξερες
πως δε διαβάζω Σοπενχάουερ γιά Νίτσε
μόνο πως στη γωνιά του ξώφυλλου
του χοντρού βιβλίου
ένα τραγουδάκι γράφω
γλυκό απαλό,
το τραγουδάκι της τορινής μας τής ζωής
της ευτυχίας.

Άνοιξη τόρα.
Τις χιονοθύελλες
του χειμώνα, ποιος τίς θυμάται;
Τις ξεχνάμε.
Άνοιξη.
Και τίποτα περασμένο,
εξόν το χαμόγελό σου τίποτ’άλλο
-δε θυμάμαι.

(Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς, 1918)






ΑΝΙΑ

Τα ηλεχτρικά κουράζαν. Αχ, το θάμπος
κι η βαριά η μυρουδιά…
Κουρασμένα αντήχαν από πέρα
ως και τα βιολιά…

Είτανε βαμένη, κι είταν
όμορφη σαν Παναγιά,
κι η αγάπη της, η ψεύτικη αγάπη της,
βάλσαμο είταν στην καρδιά.

Κάτι της ψιθύρισε. Μα εκείνη
δεν του απάντησε και κοίταξε αλλού.
Τότες αυτός πιο δυνατά ψιθύρισε: « Έλα…»
-κι έσφιξε νευρικά το χέρι ενός του φίλου-
Αυτή, καθώς εκάπνιζε μες σε μια ρουφηξιά
είπε μόνο: «Τι τρέλλα…»
Κι είταν σαν Παναγιά τού Ραφαήλου.

Μα όλα γύρου είταν τόσο κουραστικά…

(Τα Μοντέρνα και το καινούργιο μανιφέστο, 1921)





ΣΜΥΡΝΗ

Στη θύμησή μου δε θα πάρω, Σμύρνη,
τα χρυσοκόκκινα στον ήλιο σου ακρογιάλια…
Κι ούτε που θα φυλάξω μέσ’ στη μνήμη
του Κορδελιού σου τη γλυκόπιοτη ηδονή…
Αυτά, θα ξεχαστούν στα περασμένα…
Μα, μέσα στην ψυχή μου θα κρατήσω,
και θα φυλάξω με μεγάλη προσοχή,
τον πιο ατίμητό σου, Σμύρνη, θησαυρό:
Κάτι σιγοειπωμένα λόγια, ένα φιλί,
και μια γλυκιά, τρεμάμενη φωνή…

Και δε θ’αφίσω τίποτα πια πίσω μου:
Θάν η ψυχή σου, Σμύρνη, στο φιλί…

(Τα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922)






ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΥΛΛΟΓΙΕΜΑΙ…

Θέλω να συλλογιέμαι κάτι λόγια
που ειπωθήκαν τόσο σιγανά·
θέλω να συλλογιέμαι κάτι σκέψεις
για κάτι πράματα ασήμαντα, παλιά…

Κάτι μορφές θέλω να συλλογιέμαι
τόσο θλιμένες, τόσο μακρινές·
θέλω να ξαναζήσω κάτι αγάπες
τόσο θαμπές, τόσο παλιές, τόσο δειλές…

(Τα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922)






ΣΟΜΑ

Στη ράχη του βουνού μια πολιτεία.
Γλυκό αεράκι, κάτασπρα σπιτάκια.
-Πού να ξανάϊδα κείνα τα ματάκια
Γεμάτα πόνο, πόθο, νοσταλγία;

(Tα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922)






ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΘΕΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ
ΜΙΚΡΟ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Δε φάνηκεν, αλήθεια, (και νυχτώνει….)
-σαν κάθε βράδυ τέτοιαν ώρα, στο μπαλκόνι
δε φάνηκε ο αντικρυνός μικρός
πούναι καμπούρης και καχεκτικός.

Είν’ τα παράθυρά του, ωστόσο, φωτισμένα,
-και πίσω από τα τζάμια τα κλεισμένα-
περνούν ανήσυχες σκιές, μισοσβυσμένες,
-αχ, κάμε Θεέ μου, να μην είναι δακρυσμένες…

Είν’ τόσο ήρεμος, Θεέ μου, τόσο απλός,
κι είν’ η ψυχή του τόσο πονεμένη
σαν βγαίνει στο μπαλκόνι μοναχός
μόλις η νύχτα ερθεί, σκοτεινιασμένη…

Το μεσημέρι μένει ώρα πολλή
πίσω απ’ τις γρίλιες των κλειστών παραθυριών.
Και με τι προσοχή παρατηρεί,
στο δρόμο, τα παιχνίδια των παιδιών…




Αυτός δεν παίζει, κι ούτε που τολμά
να κατεβή, να τρέξη, στο στενό.
Κάποτε πούτρεξε κι αυτός, τάλλα παιδιά
φύγαν και τον αφίσαν μοναχό…

Κι όταν η μάννα του τού λέει: «Γιατί και σύ
δεν πας να παίξης όπως τάλλα τα παιδιά;»
«Βαρυέμαι» απαντάει αυτός σιγά.
Και τον περνούνε για ιδιότροπο πολύ.

Ύστερα, μελετάει το μάθημά του,
δίχως βοήθεια, μόνος, δυνατά…
-Κι είν’ η φωνή του σαν προμήνυμα θανάτου
ως αντηχεί, βραχνή, στη σκοτεινιά…

Μόλις βραδυάσει, βγαίνει στο μπαλκόνι.
Ούτε διακρίνεται στο σκότος το πυκνό.
Μια οκαρίνα είν’ η συντροφιά του η μόνη,
κι όλο σφυράει τον ίδιονε σκοπό.

Απόψε όμως δε φάνηκε. Και τρέμουν
οι σκιές στο δωμάτιό του το κλειστό…
Ω, πως φοβάμαι, πως φοβάμαι Θεέ μου,
μην του συνέβη τίποτα κακό…




Είν’ η ψυχή του πάντοτε θλιμένη…
Είναι καμπούρης και καχεκτικός…
Κάμε τουλάχιστον, Θεέ μου, η πονεμένη
ψυχή του νάναι ήρεμη διαρκώς…

Κι αν είναι να πεθάνη, ας μη το ξέρη…
Σε μια γλυκιά οπτασία ας βλέπη πως
στη γειτονιά του κάποιο μεσημέρι
με τάλλα τα παιδιά παίζει κι αυτός…

(Δέκα ποιήματα, 1930)







ΚΙΤΡΙΝΑ ΦΥΛΛΑ

Η φθινοπωρινή βραδυά μού εμίλησε
με κάτι λόγια που έμοιαζαν σα χάδια…
Μού εμίλησε για τα καράβια που εξεχάστηκαν
μέσα σε γκρίζα, απάνεμα λιμάνια.
Μου εμίλησε για κάτι αγνές ψυχές που εχάθηκαν
μες στα λαμπρά τα φώτα της ζωής.
-Μού εμίλησε για κάτι σκέψεις, κάτι δάκρυα
που δεν τολμούνε πλέον καν να μας πλησιάσουν-

Προς τι να βασανίζουμε τη σκέψη μας
με κάτι λόγια που δεν είχαμεν εκφράσει;
να τυραννάμε και τη φαντασία μας
με κάτι εικόνες που έχουνε περάσει;…
Τα φώτα κι η λαμπρότης της ζωής,
προς τι τάχα να πέρνουνε στα μάτια μας
αξία, όταν πλέον τάχουμε χάσει;…

Η φθινοπωρινή βραδυά μού εμίλησε
για της ψυχής μου μόνο το σκοτάδι…
Κι είταν γλυκό κι ανάλαφρο το μίλημα
-κι έμοιαζε το φρικίασμα σα χάδι…


(Η Δεύτερη Ζωή, 1935)





ΩΣΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΣΒΥΣΕΙ…

Ώστε δεν είχαν σβύσει τα παιδικά μου χρόνια,
οι ξεχασμένες οι φωνές του δρόμου, η ατμοσφαίρα
εκείνη…

-Άρκεσε να βρεθής ακουμπισμένη
στο χαμηλό παράθυρο κοντά μου,
μια αχτίδα να χρυσώση τα μαλλιά σου,
άρκεσε να ηχήση πλάϊ μου το γέλιο σου, η χαρά σου
για να ξαναβρεθώ στην ατμοσφαίρα
εκείνη,
με ξένοιαστη, ελαφρή ψυχή, με παιδικές
τις σκέψεις…

Και για ν’ακούσω έκθαμβος, σαν τότε, δροσερές
φωνές να φθάνουν, με τον ήχο τους τον ξεχασμένον,
απ’τον δρόμο…

(Αυτοβιογραφία, 1943)





ΝΤΙΚ

Σ’εσένα δυό τετράστιχα, φτωχέ μου Ντικ… Έτσι είταν
η μοίρα σου: ν’αρκείσαι στο περίσσευμα των όσων
υπήρχαν γύρω σου αγαθών, με τόση καρτερία…
-κι ας είταν η καρδούλα σου γεμάτη από λατρεία,

Κι ας ήσουνα όλο αίσθημα, κι ας φρόντιζες, φτωχέ μου,
να πιάνης όσο πιο μικρό τόπο μπορούσες γύρω…
Πάρε λοιπόν και τόρα όσο περίσσευμα μας μένει
βουβών δακρύων, Ντικ, μικρή ψυχούλα αγαπημένη…

(Αυτοβιογραφία, 1943)












ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA