Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά
Του Πέτρου Γκολίτση

Ένας αρχάγγελος και αρματωλός της λαϊκής και της μοντέρνας φαντασίας και συνείδησης. Ο ποιητής Χρήστος Μπράβος

[…] Δε θα γλιτώσεις Ιφιγένεια· αυτά
που ήξερες για σύννεφα πονετικά να
λησμονήσεις. Κορμί φιδιού θα
δέρνεσαι στο χώμα, δίχως κεφάλι
πετεινός και θα χυμάς. […]
(«Προγραφή», Μετά τα μυθικά)

Ο Χρήστος Μπράβος (1948-1987) είναι ένας μοναδικά γνήσιος ποιητής, ο οποίος στον χρόνο που του δόθηκε, κυνηγώντας θανάτους από το παρελθόν, κατόρθωσε όχι μόνο να χαρτογραφήσει τα όρια του παρόντος και του κόσμου, που εν μέρει συνάντησε και εν μέρει επινόησε, αλλά τα μετασχημάτισε −με την χαρακτηριστικά ελλειπτική θεματική και γραφή του− σε ένα ποιητικό συμβάν. Που βρίσκεται και που θα παραμείνει σε τροχιά ανόδου ωσότου λάβει τη θέση που του αναλογεί.
Παρά ή καλύτερα πέρα από τη φιλία του και την μαθητεία του πλάι στους Μίλτο Σαχτούρη (1919-2005) και Γιάννη Δάλλα (γ. 1924), από την πρώτη του εμφάνιση με το Ορεινό Καταφύγιο (1983), είναι και παραμένει ένας πολλαπλά ιδιοπρόσωπος ποιητής, κομίζοντας εξ αρχής μια νέα καταβολή στα γράμματά μας. Έτσι, έστω κι αν κάποιος υποθέσει, εισαγωγικά, πως το σαχτουρικό στοιχείο είναι παρόν στο έργο του, ο Μπράβος προχώρησε πολύ πέραν αυτού, με μια χαρακτηριστικά και ολότελα δική του ποίηση στην οποία και κυριαρχούν σκηνές ματωμένες και αποσπασματικές, δοσμένες με έναν δικό του, καίριο τρόπο ∙εικαστικά, σκηνοθετικά και ποιητικά μιλώντας. Με τους δικούς του χρόνους, και με τα δικά του περάσματα, επέμεινε και επέλεξε να μείνει άλλοτε στο βάθος των πραγμάτων, και άλλοτε στην πίσω πλευρά του χρόνου στην οποία και κυρίως στόχευε.
Στην ποιητική του, λοιπόν, για να προχωρήσουμε, οικειώνεται το κλίμα μιας ευρύτερης εποχής με τρόπο νέο, χαρτογραφώντας, στα πλαίσια μιας νεκρικής γεωγραφίας, τις σφαγμένες γυναίκες της Ηπείρου −στο πέρασμά μας προς τη μετα-οθωμανική περίοδο− και τους νεκρούς των βουνών του εμφυλίου, Βίτσι και Γράμμο, για να φτάσει μέσω ενός ανοίγματος προς τους εξόριστους της Τασκένδης σε έναν υπερ-ιστορικό, σε μιαν ανάγνωση, χρόνο, που εφάπτεται σε μια κοσμολογική οπτική. Η οποία και πρωτίστως μας ενδιαφέρει. Διαβάζουμε:

[…] κι ακούστηκε ο κρότος ο μεγάλος
της γης
που τσακιζότανε τυφλή
πάνω στο βράχο.
(«Συντέλεια», Μετά τα μυθικά)
ή:
[…] Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά

μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.
(«Απόκρυφο», Μετά τα μυθικά)

Ο Μπράβος δεξιώνεται εμβληματικά μοτίβα από τη λαϊκή μυθολογία και με αυτά ως προ-πλάσματα κατορθώνει, ως μέρος μιας ευρύτερης παράδοσης κι ενός ρεύματος που συναιρεί το μοντέρνο −στην εξπρεσιονιστική του εκδοχή− με το δημοτικό μοντέλο, να ανοιχτεί προς νέες φόρμες που δεν έχουν ένα άμεσο αντίστοιχό τους. Η προσοχή μας εδώ πρέπει να πέσει κυρίως πάνω στη λέξη «μοντέλο» (δημοτικό μοντέλο), καθότι πρόκειται, εν μέρει τουλάχιστον, για μια αφορμή τελικά, ώστε να κινηθεί ο ποιητής, μέσω ενός μοντέλου, ως άλλος π.χ. Ροντέν, ή Χένρυ Μουρ, στον κόσμο που ο ίδιος επιθυμεί και μπορεί να ποιήσει, ως καλλιτέχνης, ο οποίος ενώ φέρει την επάρκεια και τη φύση ή την προτεραιότητα ενός poeta faber (ποιητή τεχνίτη), στην ουσία είναι ένας poeta vates (ποιητής προφήτης), εφόσον καθαρά και επίμονα επενδύει και φαίνεται να είναι όντως φορέας της οπτικής της πίσω πλευράς του χρόνου. Διαβάζουμε:

[…] Ξάφνου ξυπνά το αίμα
βάφει τον ουρανό
και το δρόμο
σφαίρες πέφτουν
στην πίσω πλαγιά
του χρόνου. […]
(«Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο)

και:
[…] Η μάνα είπε άκουγε σφυριά
πνιγμένους χτύπους είπε οληνύχτα
σαν νά ’ρχονταν του βάθους. […]
(«Τα καρφιά», Ορεινό καταφύγιο)

ή:
[…] Το χέρι που θα βάλει την τελεία
βγαίνει σφιχτά κρατώντας την ομπρέλα
που αρπάζεις και πηδάς έξω απ’ τον χρόνο
(«Το κόκκινο κεφάλι…», Με των αλόγων τα φαντάσματα)

Αίσθηση και στόχευση που επιμένει στο ποίημα «Δίκοπη μέρα». Ποίημα το οποίο επιπρόσθετα κινείται ανάστροφα στον χρόνο. Ξεκινά με τη μάνα του ποιητή ως γριά, «πώς μπαμπακιάσαν τα μαλλιά», και μέσω ενός ατυχήματος του δικού του παιδιού, «ο φράχτης στάζει κόκκινο», το παιδί που πληγώθηκε, περνά στη μάνα, ίσως στη σύντροφο, στη γυναίκα εν γένει, με τα μαύρα μαλλιά, και στο γδάρσιμο που μας επιφυλάσσει ο χρόνος. Ποίημα που γράφεται, το Πάσχα του 1981. «Κι όπως της γδέρνω το λαιμό…», μας λέει, έτσι, σε μια αντιστροφή και σε μια συναίρεση, μας γδέρνει −όπως εμείς τα κατσίκια− ο χρόνος. Διαβάζουμε:

Πώς μπαμπακιάσαν τα μαλλιά
της μάνας μου…
Φέγγουν στο κόκκινο
          της μέρας με τυφλώνουν.

          Τρέχει ο μικρός μου γιος
          τρέχει γελώντας
          τρέμοντας τρέχω
          «ο φράχτης στάζει κόκκινο»

           κι όπως της γδέρνω
           το λαιμό και με σκεπάζει
           χάνομαι μες στο μαύρο
           των μαλλιών της.
(«Δίκοπη μέρα», Ορεινό καταφύγιο)

Με το κόκκινο της μέρας εδώ να μας τυφλώνει, ενώ αλλού να είναι «βαρύ άλιωτο κόκκινο (στο ποίημα «Αναστάσιμο»), αλλού κόκκινο-γκρι ή κόκκινο-μαύρο. Διαβάζουμε στο ποίημα «Ανατολή»: «Είδα τα σκέλια του βουνού∙ ανοιχτά και ταράζονταν. Έβγαινε με κεφάλι ματωμένο η μέρα». Αυτοί είναι και οι κύριοι χρωματικοί του συνδυασμοί και τάσεις, που πέρα από το χιόνι, το χώμα, τη φωτιά και την αστραπή («αστράφτουν σαν καπούλια οι πλαγιές», «ο Θόλος άστραψε»), συνοψίζουν την οπτική του αίσθηση, καλώντας και συμπλέοντας με την αίσθηση, μιας άλλης βέβαια χρωματικής παλέτας, του Αντρέι Ταρκόφσκι, ο οποίος και έλεγε πως προτού πούμε οτιδήποτε, οφείλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;».
Έτσι, ο Μπράβος, όπως και ο μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης, είναι πρωτίστως ένας ποιητής-δημιουργός ενός κόσμου, του δικού του, ο οποίος και αναδύεται μαζί με τα χώματα από μεγάλα βάθη. Πρόκειται για έναν κόσμο αμιγώς προσωπικό στην εκφορά του και πρωτότυπο, απέχοντας από τον τόνο του κηρύγματος και της ευκολίας αρκετών μοντερνιστών –των προηγούμενων κυρίως δύο, της δικής του γενιάς, γενεών−, αλλά επίσης απέχοντας και από τα συχνά ανούσια πειραματικά παιχνίδια και τα τεχνάσματα των συνομηλίκων του και των νεότερων του. Κατορθώνοντας, αφού πρώτα εξασφάλισε τα εφόδια και οργάνωσε τους όρους της ποιητικής του, τις αρχές και τα αποχρώντα μοτίβα του, τα άλματα και τις μεταπηδήσεις του −μέσω των ποιητικών του μορφών και εκτελέσεων− να δείξει πως μπορεί να αρδεύεται και να αυτοτροφοδοτείται κομίζοντας κάτι το όντως πραγματικά νέο στα γράμματά μας.
Έτσι η ποιητική του σοφία αναπαράγεται και συνομιλεί, κατά τη θεώρησή μας πάντοτε, με τους ζωγράφους Μαρκ Σαγκάλ, Φράνσις Μπέικον, Φραντς Μαρκ, Μαξ Μπέκμαν, Αντόνι Τάπιες, τέτοια είναι δηλ. τα εικαστικά του ανάλογα, του ευρύτερου θα λέγαμε εξπρεσιονιστικού χώρου. Ένα δείγμα, πέρα απ’ τις νύφες του Σαγκάλ, και τα άντερα αλά Μπέικον: ένας σταυρός που συνομιλεί με αυτούς του Αντόνι Τάπιες:

[…] Στις πόρτες μαύρους είδανε σταυρούς.
(«Παράλυτα μαλλιά», Με των αλόγων τα φαντάσματα)

Κομίζοντας μια νέα ένταση και στοχεύοντας διαρκώς στη θραύση της ποιητικής του ύλης, στην πλαστική και στην εκφραστική της διάσταση. Με αποκορύφωμα, κατά τη θεώρησή μας, τα ποιήματα «Η μηλιά» και το «Απόκρυφο», και τον στίχο «Το τζάμι του θανάτου που θα σπάζει». Διαβάζουμε το ποίημα «Απόκρυφο»:

Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό
να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος
σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.

Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο
στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς
και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου
που θα σπάζει.

Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά

μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.
(«Απόκρυφο», Μετά τα μυθικά)

Ο Μπράβος ο οξύτατος λοιπόν αυτός δημοτικός-εξπρεσιονιστής μας, ξεπερνά κατά πολύ τους δημοτικούς, επώνυμους και ανώνυμους, «τραγουδιστές» μας, και κινείται πέρα από τα δημοτικά μοτίβα των αλόγων, των νυφών και των νεκρών ενδεικτικά, προχωρώντας και φέρνοντας μπροστά μας άλλα πρόσγεια τοπία, κατάσαρκα δεμένα με εμπειρίες που ανακαλούν μια «νέα», την επόμενη της δημοτικής θα λέγαμε, εποχής: αυτή, που ήδη αναφέρθηκε, του εμφυλίου δηλαδή, και των γνωστών ακροτήτων του. «Βιώματα» και ακούσματα μεταπλασμένα και δοσμένα, και αυτό είναι το σημαντικότερο και πρέπει να υπογραμμισθεί, σε μια νέα διεθνώς μορφή.
Έτσι τα ποιήματα του Μπράβου φαίνεται να είναι άλλοτε «ντυμένα» και άλλοτε μπολιασμένα εξπρεσιονιστικά, πάνω στο δημοτικό μας σώμα και υπόστρωμα, και εκτελούνται, στην εκφώνησή τους, με τον πυρήνα τους μονίμως πυρακτωμένο, ο οποίος και πρέπει, κάθε φορά, σε κάθε ανάγνωση, να πυροδοτηθεί. Αυτή η στόχευση. Στην εκτέλεση του ποιήματος. Και τότε; Γύρευέ τον, τον ποιητή. Όπως συμβαίνει και με τα ποιήματα «Ανεπίδοτο», «Οι Τουρκάλες» και «Η μηλιά», την οποία θεωρούμε ως ένα από τα καλύτερα ποιήματα του νεοελληνικού ποιητικού 20ου αιώνα, και άρα, ως τέτοιο, πρέπει να ακουστεί:

Σε φράκτη τέλειωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ’παιρνε πάλι.
Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια
σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη∙
κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
−ωι μηλιά−
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

Με τρόπο επομένως άμεσο, ευθύβολο και δυνατό, ο Μπράβος, ενώ φαίνεται δεμένος, όπως ο Μιχάλης Γκανάς, τόσο με τον ηπειρωτικό τόπο όσο και με την ιστορία (η σύζυγος του Ερμιόνη, η οποία είναι ανάμεσά μας, κατάγεται από την Ηγουμενίτσα, ο ίδιος από τα διπλανά Γρεβενά) κινείται μεταπλάθοντας με τρόπο δικό του −και με υλικά πυρακτωμένα− τις μνήμες από τα εγκλήματα που έγιναν ενάντια στις αρβανίτισσες (εδώ εντάσσεται «Η μηλιά», όπως και το ποίημα «Οι Τουρκάλες» όπου διαβάζουμε για τις «γκαστρωμένες»: «χτυπούσε η κάμα χαμηλά, απ’ την κοιλιά / να μπαίνει ο θάνατος»), πείθοντάς μας πως όχι μόνο έχει εμπειρίες από την άλλη πλευρά του χρόνου, αλλά γνωρίζει πώς να τις δώσει γνησιότερα και αμεσότερα, δηλ. πιο καίρια, με τη φορά της «μοντέρνας» τέχνης της εποχής του.
Επομένως, ο ποιητής πιάνει το δημοτικό στοιχείο από την ίδια του την πηγή, και με τρόπο διαφορετικό το αποκαλύπτει στην εκφορά του ως απωθημένο και ως χωνεμένο βαθιά, φέρνοντάς το βεβαίως στην συγχρονία μας. Δείχνοντας πως προφανώς και είχε εμπιστοσύνη σε αυτό που έπλαθε, ως τεχνίτης που κατέχει την τέχνη του, βγάζοντας από την πρόσγεια βάση του το ποίημα-πλάσμα του, ξεπερνώντας κατά πολύ τα αρχικά πρωτοπλάσματά του, και γνωρίζοντας προς τα που και πώς να κατευθυνθεί. Ολοκληρώνοντας τα περισσότερα από τα ποιήματά του, όπως καθίσταται φανερό εξάλλου αν συγκρίνει κανείς ορισμένα από τα ανολοκλήρωτα ποιήματα από τα Μετά τα μυθικά που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του (το opus posthumous του δηλ.), και που συμπεριλήφθησαν, σωστά, στον υπό παρουσίαση τόμο.
Συνοψίζοντας, με την ευθυβολία του παρούσα, ο ποιητής Μπράβος τονίζοντας και επιμένοντας στο νεκρικό στοιχείο με μια πρωτόγνωρη σε σημεία ένταση, εξορύσσει τις ζωισμένες κατά το βιωμένες του εικόνες, οι οποίες και βγαίνουν από μέσα του σε θερμοκρασίες που τις συγκρατούν συγκολλημένες και άρα άρτιες, στην καλλιτεχνική τους εκφορά. Εικόνες ικανές να μεταδώσουν το βάρος και το βάθος του αργού και στοχευμένου τους βιώματος.
Ακολουθώντας τον ίδιο τον ποιητή, στην κριτική του αυτή τη φορά εκφορά, θα λέγαμε πως είναι τελικά ένα «ταπεινός οραματιστής, διασταύρωση αρχάγγελου και αρματολού στη λαϊκή φαντασία και συνείδηση, που συντρίφτηκαν για να εκπέσουν στο μαυσωλείο μιας ποίησης σύγχρονου μύθου», από όπου και αναδύεται ο ίδιος στην λογοτεχνική και καλλιτεχνική μας επιφάνεια για να παραμείνει. Και θα παραμείνει.
Κλείνοντας, να επαναλάβουμε πως μονίμως τείνει προς έναν ενιαίο υποχθόνιο στόχο, τον οποίο προσπαθεί να πετύχει και να συνθλίψει. Ένας στόχος που σύμφωνα με τη φορά του ποιητή, προτάσσοντας τα εισαγωγικά στοιχεία της μορφολογίας του θεάτρου και ορισμένα επαναλαμβανόμενα δημοτικά μοτίβα, μας περνά μέσω της εξπρεσιονιστικής του ορμής, στην οποία μετέχουμε, στον αρχέγονο πυρήνα των πραγμάτων, που είναι η ίδια τραγική και αδιέξοδη ουσία τους, από όπου και ανεβαίνουμε κατακόρυφα, μαζί του, ως βολίδες του εαυτού μας, αφήνοντας πίσω τα ποιήματα ως νομίσματα που μας περνούν στην άλλη πλευρά του χρόνου. Στην οποία πλευρά θα συναντήσουμε τον ποιητή. Ο οποίος ποιητής μας περιμένει.

Θεσσαλονίκη, 15 Φεβρουαρίου 2019

(Ομιλία στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο)




Μεσόγειος γη, ένοχη θάλασσα

ιδρωμένα σώματα
στο παλμό του Ήλιου
απ’ την Ίμπιθα
ως την Αλεξάνδρεια
μπιτ ανατολίτικα
έξαλλοι ρυθμοί
για τους αιώνιους έφηβους
όλων των εποχών
όλων των ενοχών
που κινούνται στην παλίρροιες
της νύχτας
αναζητώντας τον έρωτα
όπως οι τρόφιμοι
τα τσιγάρα
στα Δημόσια ψυχιατρεία
της Μεσογείου

κι εμείς συνεχίζουμε να υπάρχουμε
πλάσματα της νύχτας
φωσφορίζοντα
να φωτογραφίζονται
ως σπάνιο είδος
στη θάλασσα της Σικελίας
που έχει αφρώδη πώματα
και ήσυχους ψαράδες




                                                               Κέδρος, Αθήνα 2017


Ο Χάρης Ψαρράς επανέρχεται με την πέμπτη, κατά σειρά, ποιητική συλλογή που φέρει τον λατινικό τίτλο Gloria in Excelsis (Κέδρος, 2017) σε αρκετά διαφορετικό κλίμα και σχήμα. Παρόλο που και στις προηγούμενες συλλογές του είχε φλερτάρει αισθητά με τους πειραματισμό επί της μορφής, είχε δηλαδή αποπειραθεί να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της παραδοσιακής ποίησης, τώρα αυτό γίνεται περισσότερο συνειδητά και οργανωμένα. Τώρα η ομοιοκαταληξία - πλεκτή, ζευγαρωτή ή άναρχη - αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή του ποιήματος και σε βασικό εργαλείο της ανάδειξης του νοήματος, ενώ το μέτρο, με το ρυθμό και την αρμονία που παράγει, συμβάλλει καθοριστικά στην αναγνωστική απόλαυση. Σε αυτήν βεβαίως συντελεί και ο παιγνιώδης τόνος που διαπερνά τους στίχους και κυμαίνεται από την ειρωνεία και το σαρκασμό ως τη σάτιρα και την αλληγορία. Σε κάθε περίπτωση, στόχος του ποιητή είναι η αμφισβήτηση και, μέσω αυτής, η αναζήτηση της αλήθειας ή τουλάχιστον η εύρεση μιας απάντησης ικανοποιητικής και καίριας πάνω στα εναγώνια διαχρονικά ανθρώπινα ερωτήματα. Η επιλογή ενός δομημένου και αρχιτεκτονημένου ποιητικού λόγου γίνεται για να υπηρετήσει καλύτερα αυτόν το σκοπό.

Ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο (μτφρ. Δόξα εν υψίστοις) θα ήθελα να επισημάνω την ευθύς εξ αρχής δεδηλωμένη πρόθεση του ποιητή να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη θεματική γραμμή. Μια γραμμή που έχει στο ένα άκρο της τον Άνθρωπο, την ανθρώπινη ποιότητα και στην άλλη τον Θεό.

Στα εικοσιοκτώ ποιήματα της συλλογής αυτής διερευνώνται πτυχές της σχέσης θεού και ανθρώπου, αλλά και πτυχές του κατεξοχήν ανθρώπινου βίου. Η θεολογία του ποιητή εκκινεί κυρίως από τη Βίβλο και θίγει το ζήτημα του παντεπόπτη οφθαλμού («Behind the arras»), της απειλής του φιδιού («Ανακτήσεις»), του Άβελ και του Κάιν («Ο γιος του Αδάμ»), του διαχρονικού προπατορικού ζεύγους, Αδάμ και Εύας («Εξόδιον», «Εύα»), της ανάστασης των νεκρών («Κατά των Εθνικών»).

Κοντά σε αυτά στέκουν τα πολύ ενδιαφέροντα ποιήματα που έχουν αρχαίες ελληνικές αφορμές, αλλά και εκείνα που εμφορούνται από διακειμενική διάθεση. Από αυτά της πρώτης ομάδας ιδιαίτερη μνεία αξίζει το ποίημα «Πολύφημος» στο οποίο ο Ψαρράς, με αφορμή το γνωστό επεισόδιο της ομηρικής Οδύσσειας, καταθέτει τη δική του άποψη για την ανθρώπινη ευθύνη, την τιμωρία, τη συγχώρεση.

Θύτης και θύμα καθενός ο εαυτός του κι άλλος κανείς.
Πεθαίνοντας λέει: «Ας ονειρευτώ
πως είναι ο πατέρας μου θεός
και θα με συγχωρέσει».

Χαρακτηριστικά παραδείγματα της δεύτερης περίπτωσης είναι τα ποιήματα που εμπνέονται από έργα και ήρωες του Σαίξπηρ, όπως το ειρωνικό ποίημα «Behind the arras» με πρωταγωνιστή τον ήρωα του Άμλετ, Πολώνιο, ο οποίος, ως παρατηρητής και εδώ, παρακολουθεί ατάραχος πίσω από την κουρτίνα τα ανθρώπινα, αλλά και το ποίημα «Δυσδαιμόνα» που αφορμάται από τον σαιξπηρικό Οθέλλο και έχει ως θέμα του το ερωτικό πάθος και την ζήλια που αυτό γεννά.

Στα χέρια σου τα μαύρα
με κλείνει αγάπης αύρα.


Είσαι ο αγαπητικός μου.
Ο χαλασμός του κόσμου


θα γίνει, όπως προστάξει
στην Πέμπτη ο Σαίξπηρ πράξη.


Γεννά του νου του η δίνη
Τη ζήλια και μας γδύνει.


Όπως και στις προηγούμενες συλλογές, έτσι κι εδώ ο Ψαρράς επιλέγει να μιλήσει απλά και αβίαστα, αλλά ουσιαστικά, για τα ανθρώπινα: το ζήτημα του χρόνου, της φθοράς, του θανάτου, του νοήματος της ζωής, του ερωτικού βιώματος, ζητήματα δηλαδή καθαρά υπαρξιακά.

Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Vivere pericolosamente» στο οποίο ο ποιητής με λιτό και άμεσο τρόπο διαλογίζεται πάνω στο θέμα του χρόνου και του θανάτου, απαλύνοντας τη σκληρή του αίσθηση με το χιούμορ, αλλά και με την επιλογή του πρώτου πληθυντικού προσώπου που μοιράζει το βάρος της προοπτικής αυτής σε όλους τους ανθρώπους.

Με πούδρες, στίχους και, αν χρειαστεί, με υπνοστεντόν
Επιβραδύνουμε το βήμα των ετών,


Αλλά δεν ανακόπτουμε τη ροή του χρόνου.
Φεύγουμε ανήσυχοι. Τα σώματά μας λιώνουν.


Μένουν τα οστά. Κάτω απ’ το χώμα ή μες στην άμμο.
Δεν ξέρεις ποια δικά σου, ποια δικά μου.



Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής σκηνοθετεί πρόσωπα του μυθολογικού και θρησκευτικού παρελθόντος, προκειμένου να μιλήσουν με σύγχρονους όρους στον αναγνώστη. Η Εύα, για παράδειγμα, στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Αναγνώριση», βγαίνει από το βιβλικό πλαίσιο, διαπερνά τους αιώνες και φτάνει στο σήμερα για να γίνει η ξανθιά θαμώνας του χαμάμ που δεν έχει απωλέσει στο ελάχιστο το βάρος της αμαρτωλής της παρουσίας.

Ο χρόνος είναι το ρολόι που λέει λάθος την ώρα,
το παρελθόν που πρόκειται εκ νέου να λάβει χώρα.


Η ξανθιά που ’δες χθες στο χαμάμ
είν’ η Εύα, η ερωμένη του Αδάμ.

Στην ίδια λογική κινείται και το ποίημα «Ο γιος του Αδάμ». Εδώ ο Κάιν μιλά με κυνισμό για την αδελφοκτονία που διέπραξε, γίνεται το αρχέτυπο του ανθρώπου που εγκληματεί και στο τέλος στοχάζεται και διερωτάται:

Όλα περνούν. Ποιος το θυμάται πως με λένε Κάιν;

Ζητήματα και νοήματα βαριά που προσεγγίζονται με τον καλύτερο τρόπο, το χιούμορ. Ένα χιούμορ άλλοτε εμφανές, άλλοτε υποδόριο, πάντοτε όμως κατάλληλο να σπάσει τον πάγο, αλλά και τα κόκκαλα όσων επαναπαύονται σε στέρεα σχήματα.


Η νέα συλλογή του Χάρη Ψαρρά αποτελεί μια άξια συνέχεια των προηγούμενων και μια περίτρανη απόδειξη ότι ο ποιητής έχει βρει τη «φωνή» του, την ιδιαίτερη οπτική του και έχει διαμορφώσει την προσωπική του ποιητική. Πάνω από όλα όμως αποτελεί μια πρόταση. Μια ανανεωτική πρόταση έκφρασης και έκθεσης στην πρόκληση της αναμέτρησης με τον παραδοσιακό ποιητικό λόγο.


ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟΥ ΧΑΓΕΡ-ΜΠΟΥΦΙΔΗ (1899-1950)

Εκατόν δέκα χρόνια από την γέννησή του

ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ: Γιάννης Σ. Βιτσαράς


Ο Ν. Χάγερ-Μπουφίδης, όπως επιθυμούσε να υπογράφει στα βιβλία του, γεννήθηκε στα 1899 κι έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα, ενώ ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, στο γαλλικό λύκειο του Καϊρου. Ύστερα αφιχθείς στο Αθήνησι, εργάστηκε -ως τον πρόωρο θάνατό του- στην Εθνική Τράπεζα. Διαρκούσης της πνιγηρής ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής, ενεπλάκη στην Εθνική αντίσταση και κατά τον αδελφοκτόνο εμφυλιοπολεμικό σπαραγμό φυλακίσθηκε –λόγω της αριστερής ιδεολογικής του στράτευσης- στις φυλακές Χατζηκώστα. Μνήμες από αυτήν την ζοφώδη περίοδο της ζωής του, κατέγραψε σε πεζό κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στην λογοτεχνική εφημερίδα της εποχής: ‘’Ελεύθερα Γράμματα’’. Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονος στην Αθήνα, εν έτει 1950 σε ηλικία μόλις 51 ετών.

Ο Ν. Χάγερ-Μπουφίδης, ανήκει γραμματολογικά - στην νεορρομαντική και νεοσυμβολιστική ποιητική γενιά του 1920. Πλην των ποιημάτων, ο Μπουφίδης έγραψε και πεζογραφία [Τρεις νύχτες ηδονής, 1927], με το ψευδώνυμο Ίσαντρος Άρις, ενώ επιδόθηκε από νωρίς και στην γραφή θεατρικών έργων με πρώτο το μονόπρακτό του, υπό τον τίτλο: Η νύχτα [1916], το οποίο εξέδωσε σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Έγραψε δε, ευάριθμα διηγήματα που δημοσιεύτηκαν σε λαϊκά έντυπα καθώς και σε ποικίλης ύλης περιοδικά οικογενειακά, [π.χ. ‘’Σαββατόβραδο : Μεγάλο εβδομαδιαίο περιοδικό’’(1947) στο οποίο εμφανίζεται ως διευθυντής ο Ν. Χ. Μπουφίδης] διαπορθμεύοντας το λαϊκό αίσθημα.

Στα 1918 εκδίδεται η πρώτη ποιητική συλλογή του, υπό τον τίτλο: ‘’Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς’’, με διακριτό μορφολογικό στοιχείο, την ρήξη με την ‘’σκληροπυρηνική’’ έμμετρη ποιητική παράδοση και την ανάπτυξη του ελευθερωμένου στίχου. Στα 1919 δημοσιεύει ‘’Τα μοντέρνα και το καινούργιο μανιφέστο’’, όπου διακηρύσσει την θραύση της ‘’ρουτίνας’’ και των στιχουργικών στερεοτυπικών μορφολογικών ποιητικών ‘’καλουπιών’’. Στα 1922, έτος της απηνούς Μικρασιατικής Εμπλοκής και εν τέλει Καταστροφής, ο Μπουφίδης εκδίδει την συλλογή ποιημάτων: ‘’Τα Ιωνικά και οι Ανοιξιάτικες Αγάπες’’, στην οποία έκτυπες είναι οι βιωματικές μνήμες από την Σμύρνη και εν γένει την Ιωνία. Στα 1930, δημοσιεύονται τα ‘’Δέκα ποιήματα’’, ποιητική συλλογή -πλακέτα, όπου ενυπάρχει και το περίπυστο έκτοτε- ποίημά του ‘’Παράκληση στο Θεό για έναν μικρό καμπούρη’’, που αγαπήθηκε, διαβάστηκε και ανθολογήθηκε πολύ, στην δεκαετία του 1930. Στα 1935 ο Μπουφίδης δημοσιεύει την ολιγοσέλιδη ποιητική πλακέτα:‘’ Η Δεύτερη Ζωή’’, στον ‘’Κύκλο’’ (οίκο εκδόσεων του Απόστολου Μελαχρινού). Στα 1943, εκδίδεται η ‘’Αυτοβιογραφία’’ μια αυτοανθολόγηση με την προσθήκη μερικών νέων ποιημάτων, ενώ στα 1946 δημοσιεύονται ‘’Τα Παράλληλα’’, υπό την αιγίδα του αριστερού κατοχικού εκδοτικού οίκου, των ‘’Νέων Βιβλίων’’.
Το θάλπος και η νοσταλγία της αμετάκλητα χαμένης τρυφερότητας, οι εναργείς εικόνες της παιδικότητας, οι ατελέσφοροι έρωτες με φασματικές, θήλειες μορφές, η ανυπόκριτη ενσυναίσθηση των εξόφθαλμα αδικημένων, περιθωριοποιημένων και παραγκωνισμένων πλασμάτων( υποταγμένες νεαρές υπηρέτριες, απηνώς χλευασμένοι μαθητές), αλλά και η ακροτελεύτια καταφυγή στην άδολη και απαράβλητη ευαισθησία και αγνεία των κατοικιδίων ζώων, είναι μερικά θεματικά –επανερχόμενα- μοτίβα, στην αναίτια λησμονημένη, πλην όμως ευδιάκριτη αισθητική υπόσταση τού μεσοπολεμικού, απαλώτατου ποιητικού ‘’αστέρος’’, τού Ν. Χάγερ-Μπουφίδη. Οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε ήταν και είναι δυσεύρετες έως ανεύρετες (στην Εθνική Βιβλιοθήκη[!] δεν υπάρχει λόγου χάριν, ούτε ένα αντίτυπο της ‘’ Δεύτερης ζωής’’ που κυκλοφορήθηκε στα 1935, αριθμημένη σε χαρτί σαμουά υψηλής ποιότητας).



Εργογραφία:
Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς, 1918.
Τα Μοντέρνα και το καινούργιο μανιφέστο, έκδ. δεύτερη, 1921.
Τα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922.
Δέκα ποιήματα, 1930.
Η Δεύτερη ζωή, έκδ. Κύκλου 1935.
Αυτοβιογραφία, εκδότης Αριστ. Ν. Μαυρίδης 1943.
Τα Παράλληλα, εκδ. Τα Νέα Βιβλία 1946.



















ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟ ΞΩΦΥΛΛΟ ΚΑΠΟΙΟΥ
ΣΟΒΑΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Και δεν ανατριχιάζω σά θυμάμαι
όσα έχουνε πια πεθάνει,
και μένουνε παγωμένα
και παλιά παλιά – και περασμένα
στη θύμησή μου.

Παλιά παλιά
σαν παραμυθάκια τρομαχτικά
π’ ακούν τα ολόξανθα παιδάκια
-δρακόντοι μαζί κι ανεράϊδες-
και δεν ανατριχιάζω
-γιατί νιώθω την άχνα τού κορμιού σου-
και της ψυχής σου την αγάπη τη γλυκιά
-γλυκιά, ξανθιά-
νάρχεται να με ζεστάνη.
Και δε νιώθω πια τον πάγο τού ό,τι έχει πεθάνει.

Αντίκρυ, με κοιτάς μ’ αγάπη,
και μια φροντίδα το μέτωπό σου γλυκοφεγγίζει
-Φροντίδα μάννας, αγαπητικιάς;-

Και μέ κοιτάς μ’ αγάπη
και δε μιλάς, δε μιλάς
να μη διακόψης τη μελέτη
που με θαρρείς βυθισμένο.
Και πού νάξερες
πως δε διαβάζω Σοπενχάουερ γιά Νίτσε
μόνο πως στη γωνιά του ξώφυλλου
του χοντρού βιβλίου
ένα τραγουδάκι γράφω
γλυκό απαλό,
το τραγουδάκι της τορινής μας τής ζωής
της ευτυχίας.

Άνοιξη τόρα.
Τις χιονοθύελλες
του χειμώνα, ποιος τίς θυμάται;
Τις ξεχνάμε.
Άνοιξη.
Και τίποτα περασμένο,
εξόν το χαμόγελό σου τίποτ’άλλο
-δε θυμάμαι.

(Τραγούδια σε μοντέρνους σκοπούς, 1918)






ΑΝΙΑ

Τα ηλεχτρικά κουράζαν. Αχ, το θάμπος
κι η βαριά η μυρουδιά…
Κουρασμένα αντήχαν από πέρα
ως και τα βιολιά…

Είτανε βαμένη, κι είταν
όμορφη σαν Παναγιά,
κι η αγάπη της, η ψεύτικη αγάπη της,
βάλσαμο είταν στην καρδιά.

Κάτι της ψιθύρισε. Μα εκείνη
δεν του απάντησε και κοίταξε αλλού.
Τότες αυτός πιο δυνατά ψιθύρισε: « Έλα…»
-κι έσφιξε νευρικά το χέρι ενός του φίλου-
Αυτή, καθώς εκάπνιζε μες σε μια ρουφηξιά
είπε μόνο: «Τι τρέλλα…»
Κι είταν σαν Παναγιά τού Ραφαήλου.

Μα όλα γύρου είταν τόσο κουραστικά…

(Τα Μοντέρνα και το καινούργιο μανιφέστο, 1921)





ΣΜΥΡΝΗ

Στη θύμησή μου δε θα πάρω, Σμύρνη,
τα χρυσοκόκκινα στον ήλιο σου ακρογιάλια…
Κι ούτε που θα φυλάξω μέσ’ στη μνήμη
του Κορδελιού σου τη γλυκόπιοτη ηδονή…
Αυτά, θα ξεχαστούν στα περασμένα…
Μα, μέσα στην ψυχή μου θα κρατήσω,
και θα φυλάξω με μεγάλη προσοχή,
τον πιο ατίμητό σου, Σμύρνη, θησαυρό:
Κάτι σιγοειπωμένα λόγια, ένα φιλί,
και μια γλυκιά, τρεμάμενη φωνή…

Και δε θ’αφίσω τίποτα πια πίσω μου:
Θάν η ψυχή σου, Σμύρνη, στο φιλί…

(Τα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922)






ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΥΛΛΟΓΙΕΜΑΙ…

Θέλω να συλλογιέμαι κάτι λόγια
που ειπωθήκαν τόσο σιγανά·
θέλω να συλλογιέμαι κάτι σκέψεις
για κάτι πράματα ασήμαντα, παλιά…

Κάτι μορφές θέλω να συλλογιέμαι
τόσο θλιμένες, τόσο μακρινές·
θέλω να ξαναζήσω κάτι αγάπες
τόσο θαμπές, τόσο παλιές, τόσο δειλές…

(Τα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922)






ΣΟΜΑ

Στη ράχη του βουνού μια πολιτεία.
Γλυκό αεράκι, κάτασπρα σπιτάκια.
-Πού να ξανάϊδα κείνα τα ματάκια
Γεμάτα πόνο, πόθο, νοσταλγία;

(Tα Ιωνικά κι οι ανοιξιάτικες αγάπες, 1922)






ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΘΕΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ
ΜΙΚΡΟ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Δε φάνηκεν, αλήθεια, (και νυχτώνει….)
-σαν κάθε βράδυ τέτοιαν ώρα, στο μπαλκόνι
δε φάνηκε ο αντικρυνός μικρός
πούναι καμπούρης και καχεκτικός.

Είν’ τα παράθυρά του, ωστόσο, φωτισμένα,
-και πίσω από τα τζάμια τα κλεισμένα-
περνούν ανήσυχες σκιές, μισοσβυσμένες,
-αχ, κάμε Θεέ μου, να μην είναι δακρυσμένες…

Είν’ τόσο ήρεμος, Θεέ μου, τόσο απλός,
κι είν’ η ψυχή του τόσο πονεμένη
σαν βγαίνει στο μπαλκόνι μοναχός
μόλις η νύχτα ερθεί, σκοτεινιασμένη…

Το μεσημέρι μένει ώρα πολλή
πίσω απ’ τις γρίλιες των κλειστών παραθυριών.
Και με τι προσοχή παρατηρεί,
στο δρόμο, τα παιχνίδια των παιδιών…




Αυτός δεν παίζει, κι ούτε που τολμά
να κατεβή, να τρέξη, στο στενό.
Κάποτε πούτρεξε κι αυτός, τάλλα παιδιά
φύγαν και τον αφίσαν μοναχό…

Κι όταν η μάννα του τού λέει: «Γιατί και σύ
δεν πας να παίξης όπως τάλλα τα παιδιά;»
«Βαρυέμαι» απαντάει αυτός σιγά.
Και τον περνούνε για ιδιότροπο πολύ.

Ύστερα, μελετάει το μάθημά του,
δίχως βοήθεια, μόνος, δυνατά…
-Κι είν’ η φωνή του σαν προμήνυμα θανάτου
ως αντηχεί, βραχνή, στη σκοτεινιά…

Μόλις βραδυάσει, βγαίνει στο μπαλκόνι.
Ούτε διακρίνεται στο σκότος το πυκνό.
Μια οκαρίνα είν’ η συντροφιά του η μόνη,
κι όλο σφυράει τον ίδιονε σκοπό.

Απόψε όμως δε φάνηκε. Και τρέμουν
οι σκιές στο δωμάτιό του το κλειστό…
Ω, πως φοβάμαι, πως φοβάμαι Θεέ μου,
μην του συνέβη τίποτα κακό…




Είν’ η ψυχή του πάντοτε θλιμένη…
Είναι καμπούρης και καχεκτικός…
Κάμε τουλάχιστον, Θεέ μου, η πονεμένη
ψυχή του νάναι ήρεμη διαρκώς…

Κι αν είναι να πεθάνη, ας μη το ξέρη…
Σε μια γλυκιά οπτασία ας βλέπη πως
στη γειτονιά του κάποιο μεσημέρι
με τάλλα τα παιδιά παίζει κι αυτός…

(Δέκα ποιήματα, 1930)







ΚΙΤΡΙΝΑ ΦΥΛΛΑ

Η φθινοπωρινή βραδυά μού εμίλησε
με κάτι λόγια που έμοιαζαν σα χάδια…
Μού εμίλησε για τα καράβια που εξεχάστηκαν
μέσα σε γκρίζα, απάνεμα λιμάνια.
Μου εμίλησε για κάτι αγνές ψυχές που εχάθηκαν
μες στα λαμπρά τα φώτα της ζωής.
-Μού εμίλησε για κάτι σκέψεις, κάτι δάκρυα
που δεν τολμούνε πλέον καν να μας πλησιάσουν-

Προς τι να βασανίζουμε τη σκέψη μας
με κάτι λόγια που δεν είχαμεν εκφράσει;
να τυραννάμε και τη φαντασία μας
με κάτι εικόνες που έχουνε περάσει;…
Τα φώτα κι η λαμπρότης της ζωής,
προς τι τάχα να πέρνουνε στα μάτια μας
αξία, όταν πλέον τάχουμε χάσει;…

Η φθινοπωρινή βραδυά μού εμίλησε
για της ψυχής μου μόνο το σκοτάδι…
Κι είταν γλυκό κι ανάλαφρο το μίλημα
-κι έμοιαζε το φρικίασμα σα χάδι…


(Η Δεύτερη Ζωή, 1935)





ΩΣΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΣΒΥΣΕΙ…

Ώστε δεν είχαν σβύσει τα παιδικά μου χρόνια,
οι ξεχασμένες οι φωνές του δρόμου, η ατμοσφαίρα
εκείνη…

-Άρκεσε να βρεθής ακουμπισμένη
στο χαμηλό παράθυρο κοντά μου,
μια αχτίδα να χρυσώση τα μαλλιά σου,
άρκεσε να ηχήση πλάϊ μου το γέλιο σου, η χαρά σου
για να ξαναβρεθώ στην ατμοσφαίρα
εκείνη,
με ξένοιαστη, ελαφρή ψυχή, με παιδικές
τις σκέψεις…

Και για ν’ακούσω έκθαμβος, σαν τότε, δροσερές
φωνές να φθάνουν, με τον ήχο τους τον ξεχασμένον,
απ’τον δρόμο…

(Αυτοβιογραφία, 1943)





ΝΤΙΚ

Σ’εσένα δυό τετράστιχα, φτωχέ μου Ντικ… Έτσι είταν
η μοίρα σου: ν’αρκείσαι στο περίσσευμα των όσων
υπήρχαν γύρω σου αγαθών, με τόση καρτερία…
-κι ας είταν η καρδούλα σου γεμάτη από λατρεία,

Κι ας ήσουνα όλο αίσθημα, κι ας φρόντιζες, φτωχέ μου,
να πιάνης όσο πιο μικρό τόπο μπορούσες γύρω…
Πάρε λοιπόν και τόρα όσο περίσσευμα μας μένει
βουβών δακρύων, Ντικ, μικρή ψυχούλα αγαπημένη…

(Αυτοβιογραφία, 1943)













Ζώντας και νεκρολογώντας στο «Δεκάλογο» του Κισλόφσκι

Αν υπάρχουν αιώνιοι εραστές, ο Κισλόφσκι και η ηδονοβλεπτική ματιά στις ανθρώπινες σχέσεις διεκδικούν επάξια τις δάφνες ενός χρυσού μεταλλίου. Αν ,όμως, η όποια διογκωμένη υπερξία ενός χρυσού μεταλλίου σας καλεί σε ερωτήσεις περί του παραλήπτη της ηδονής, τότε ο Κισλόφσκι δε σας αποκαλύψει αν διαθέτει το ρόλο του ανατόμου ή του ασθενή, του σαδιστή ή του μαζοχιστή, του θύτη ή του θύματος. Γιατί, ίσως, τελικά η ουσία της τέχνης να τραμαπλίζεται επιδέξια ανάμεσα σε οδύνη και ηδονή. Και να ενώνει αμφίδρομα με τα δεσμά της κοινό και δημιουργό.

Ο Κισλόφσκι ,αν και πρωτοπόρος του περίφημου «Cinema of Moral Anxiety», το οποίο με πένα και κάμερα στηλίτευε τα κακώς κείμενα του δυσλειτουργικού κομμουνισμού, εγκατέλειψε γρήγορα τον εγκεφαλικό πολιτικό στοχασμό για χάρη της μεταφυσικής των ανθρώπινων σχέσεων. Και με το «Δεκάλογο» κατάφερε να μεταγγίσει τόνους οικουμενικότητας σε όλα εκείνα τα υποτιθέμενα απλά διλήμματα των ανθρώπινων σχέσεων.

Κι αν το ερώτημα «τι βρίσκεται εκεί;» και με «τι μοιάζει;», βρίσκεται στον πυρήνα της ενασχόλησης του κισλφοσκικού κινηματογραφικού ατόμου, η πεπερασμένη (μας) ζωή βρίσκει τις δημιουργικές απαρχές της στη γέννηση. Και το μοιραίο φινάλε της στο θάνατο. Χωρίς τη βούληση να αποτελέσει οποιαδήποτε εξαίρεση, ο «Δεκάλογος» τοποθετεί τις διαφορετικές αποχρώσεις γέννησης και θανάτου στο επίκεντρο της αμιγώς σινεφιλικού πλην τηλεοπτικού του αριστουργήματος.

Επεισόδιο 1- Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου. Ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού.

Μια λίμνη παγώνει και οι ψηφιακοί νόμοι του υπολογιστή ενός πατέρα αποφασίζουν πως αυτή δε θα ραγίσει. Ο γιος διαθέτει ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι παγοπέδιλα και βλέπει τη λίμνη ως ιδανικό σκηνικό πατινάζ. Ο υπολογιστής σε ρόλο θεού αποδεικνύεται ανεπαρκής, η λίμνη εύθραυστη και ο γιος νεκρός.

Μια ζωή πατέρα και γιου σε πλήρη σύζευξη. Κι ο θάνατος μιας κάποιας μάνας να πλανάται σα φάντασμα και να ενώνει δύο τύχες που διαθέτουν ,τελικά, μοιραίο τέλος. Ένας γιος, που εδώ μαρκάρει τη γέννηση του με την «αγορά» ενός «πύργου» στοιχειωμένου από το φάντασμα μιας μητέρας. Και ένας πατέρας που ως άλλος πυργοδεσπότης ενός σύγχρονου πολωνικού Κάντερβιλ, προσπαθεί να επιβιώσει εν μέσω νυχτερινών ψιθύρων από πε(πε)ρασμένες αναμνήσεις. Γέννηση και θάνατος σε αναπόδραστη αλληλουχία.

Επεισόδιο 2- Ου λήψει το όνομα Κυρίου τού Θεού σου επί ματαίω

Ένας ηλικιωμένος γιατρός σε μόνιμη δυσθυμία δέχεται την επίσκεψη μιας νεαρής γειτόνισσας η οποία τον ενημερώνει πως ο σύζυγος της και βαριά ασθενής βρίσκεται στην κλινική στην οποία εκείνος εργάζεται. Απαιτώντας από το γιατρό το αδύνατο της λήψης του θεϊκού ρόλου, του ζητά να αποφανθεί με βεβαιότητα αν ο σύζυγος θα παραδοθεί στις δαγκάνες του θανάτου. Όταν ο γιατρός αρνείται να ερμηνεύσει το «θεό» στο θέατρο -του απολύτως λογικού- της ανθρώπινης ζωής, η γυναίκα του αποκαλύπτει πως κουβαλάει το παιδί ενός άλλου άντρα. Και πως αν ο σύζυγος της επιβιώσει θα τερματίσει την κύηση.

Και πάλι μια νέα αρχή που κουβαλάει το σπέρμα ενός μέλλοντος θανάτου. Ένα παιδί που «φυτεύτηκε» στη ζωή, όταν ένας κάποιος Χάρος πάλευε να αφαιρέσει τη ζωή του υποτιθέμενου πατέρα του. Και ο Κισλόφσκι που βάζει στο ζύγι θάνατο και ζωή. Κι αν εδώ θριαμβεύει η ζωή, η νίκη θα είναι πύρρειος και προσωρινή.

Επεισόδιο 3- Μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. 

Είναι Χριστούγεννα. Και ένας άντρας, οδηγός ταξί, μοιράζει αφειδώς τα δώρα στην οικογένεια του. Όταν το τηλέφωνο θα χτυπήσει και η πρώην ερωμένη του θα τον ενημερώσει πως ο σύζυγος της αγνοείται, εκείνος θα σπεύσει σε βοήθεια. Ένα βράδυ σε απεγνωσμένη αναζήτηση ενός –ίσως- νεκρού. Και ένα ακόμα δραματουργικό φάντασμα- νεκρός που υπόσχεται να διαστρέψει δύο τύχες.
Εδώ, ο θάνατος ακόμα και χωρίς την απαιτούμενη βεβαιότητα, κρατά τα προνόμια του μοιραίου και δυσοίωνου. Και απειλεί να κατασπαράξει συμβατικές ευτυχίες και να ανοίξει την πόρτα σε ζωογόνους πλην καταστρεπτικούς έρωτες. Αντίδοτο, όμως, στον πιθανό θάνατο δεν προσφέρει η συμπόνια, αλλά ο σφοδρός έρωτας. Όσα, όμως, τελικά τα σώματα δεν είπαν, προορίζονται να μείνουν θαμμένα όταν ο σύζυγος της γυναίκας θα αποδειχθεί απών εδώ και –ήδη- τρία χρόνια. Και η πρώην ερωμένη σε απεγνωσμένη αναζήτηση περασμένων ερωτικών μεγαλείων. Και θυμώντας τα να κλαίς. Ή ίσως να παραδίνεσαι αμαχητί σε μια κάποια «βαρύτητα» ευτυχισμένων οικογενειακών στιγμών.

Επεισόδιο 4- Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου

Η νεαρή Άνκα φοιτά σε δραματική σχολή και ζει με τον πατέρα της. Μια μητέρα εκλιπούσα και μια σχέση εξάρτησης ανάμεσα σε πατέρα και κόρη. Όταν, ο πατέρας θα φύγει σε ολιγοήμερο ταξίδι, η Άνκα θα ανακαλύψει ένα –ακόμα κλειστό- γράμμα από τη μητέρα, με την υποσημείωση «Να ανοιχτεί μετά το θάνατο μου». Παίζοντας ένα ιδιότυπο παιχνίδι κολοκυθιάς με το γράμμα, η Άνκα αναλώνεται σε μια διαρκή τραμπάλα ανάμεσα στο «ανοίγω» και στο «δεν ανοίγω». Όταν, τελικά, το γράμμα θα της αποκαλύψει πως ο άντρας με τον οποίο μεγάλωσε δεν είναι πατέρας της, ένα κάποιο οιδιπόδειο με παραλήπτη των υποτιθέμενο πατέρα, θα ξυπνήσει σαν ηφαίστειο απ’ όνειρο βαθύ καλώντας σε συνειδητοποιήσεις οδυνηρές και πράξεις απονενοημένες.
Ένας θάνατος που υπογραμμίζει εμφατικά την «παρουσία» του, δημιουργώντας εξαρτήσεις και δεσμά αξεδιάλυτα. Ο χρόνος που κυλά, και ένας θάνατος που ,όμως, ισχυροποιεί τις αλυσίδες του για μια κόρη και ένα πατέρα σε αναζήτηση ευτυχίας που δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως κοινή. Και, εν τέλει, η γέννηση της κόρης που κατάφερε, με τη δύναμη του μοναδικού συμβάντος, να ανατρέψει τις προθέσεις του θανάτου και να φτιάξει κοινωνικούς ρόλους με σύνορα ρευστά και εύθραυστα.

Επεισόδιο 5- Ου φονεύσεις

Δύο θάνατοι σε ένα βροντόφωνο μανιφέστο κατά της «ανθρωποφαγίας» του φόνου.
Ένας νεαρός με τάσεις εγκληματικές, δολοφονεί εν ψυχρώ και με συναίσθηση που αγγίζει την απόλυτη πληρότητα, έναν ταξιτζή του οποίου τα έργα και οι ημέρες αναλώνονταν σε «πειράγματα» σε νεαρές γυναίκες και στο σκόρπισμα τρόμου σε σκυλιά με όπλο τον ήχο της κόρνας του. Η υπεράσπιση του νεαρού λαμβάνει ως όπλο στη φαρέτρα της, έναν εξίσου νεαρό πλην ευαίσθητο και ιδεαλιστή δικηγόρο. Κι αν ο δρόμος ήταν στρωμένος με καλές προθέσεις και θέσεις αγαθές, η ευαισθησία, τα νιάτα και οι ιδέες δεν αποδεικνύονται αρκετές. Και ο νεαρός οδηγείται, κυνικά και αναπόδραστα, στη θανατική ποινή.

Ο Κισλόφσκι, εδώ, δεν θέτει ερωτήσεις, αλλά απευθύνει κατηγορώ απέναντι στην οικουμενική αδικία του φόνου. Η ζωή προβάλλει λαμπερή ως ένα αγαθό ύψιστο και προορισμένο να αφαιρείται μονάχα από τύχες και ώρες μοιραίες. Και όχι από χέρια κι από μαχαίρια ανθρώπινα.

Επεισόδιο 6- Ου μοιχεύσεις

Μια ιστορία για όλα εκείνα τα «πρώτα ξαδέρφια» του έρωτα που εμφανίζονται στα «οικογενειακά» χολιγουντιανά κινηματογραφικά τραπέζια για να τραμπουκίσουν το μεδούλι του σκληροπυρηνικού γλυκανάλατου έρωτα. Αν τα πάσης φύσεως «Pretty Woman» διαθέτουν ως πρώτο συστατικό του τίτλου τους το pretty και ως πρωταρχικό σημείο αναφοράς το «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», ο Κισλόφσκι βγάζει από τη ντουλάπα έναν έρωτα ένοχα ηδονοβλεπτικό και αυτοκαταστροφικό.

Ένας νεαρός ,σε ερωτική παράκρουση διαρκείας, με αποδέκτη την πολυγαμική γειτόνισσα του, βάζει τα κιάλια του και την παρακολουθεί στις καθημερινές –ερωτικές και μη- δραστηριότητες της. Το θάρρος που θα να ανασύρει για να την προσεγγίσει ερωτικά θα αποδειχθεί επικίνδυνη τάφρος, με μια απόπειρα αυτοκτονίας να τον περιμένει στα κατάβαθα της.

Κι αν ο έρωτας συνορεύει με την ηδονοβλεψία, ο Κισλόφσκι μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε, πως, τελικά, και η ακόρεστη σινεφιλία ίσως να βασίζεται κι εκείνη στην ακατανίκητη λαιμαργία για κατανάλωση αλλότριων ζωών.

Επεισόδιο 7- Ου κλέψεις

Μια διαφορετική Μαντάμ Μποβαρύ εν έτει 1989 δια χειρός Κριστόφ Κισλόφσκι. Μία 22χρονη γέννησε τον καρπό του έρωτα της με έναν καθηγητή, στα 16 της. Και σε μια προσπάθεια να «σκουπιστεί» το σκάνδαλο ,ως αίμα σε χτύπημα επιπόλαιο, το παιδί αναγνώρισε η μάνα ως δικό της.
6 χρόνια μετά, με το μητρικό της φίλτρο να έχει εγκαταλείψει βίαια τη χειμέρια νάρκη του, η νεαρή πραγματική μάνα, σε αναζήτηση των δικών της βυρωνικών παθών, απάγει την κόρη της αποφασίζοντας να χαράξει το κοινό μέλλον μάνας- παιδιού που της ανήκει. Κι αν η ηρωίδα του Φλομπέρ προσγειώθηκε στην πραγματικότητα ενός ασφυκτικού γάμου, η γυναικεία ηρωίδα του Κισλόφσκι άνοιξε άτσαλα τα φτερά της για έναν ουρανό που τελικά (της) έριχνε χαλάζι. Όταν λοιπόν, η ευλογία του δεσμού της με το παιδί θα αποδειχθεί βαρίδι, η απονενοημένη βιαστική διαφυγή θα αποτελέσει τη μοναδική είσοδο κινδύνου σε ένα κόσμο ελευθερίας.

Επεισόδιο 8- Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή

Στην ιδιότυπη κισλοφσκική διάλεκτο τα χρόνια της αθωότητας μπορεί να διαθέτουν τις λέξεις για να αποτυπωθούν στο χαρτί, έχουν ,όμως, τελικά, θαφτεί και κλαφτεί επαρκώς δια παντός. Εδώ, στο ρόλο της γάτας συναντούμε μια νεαρή Πολωνο- Αμερικανή, εβραία ερευνήτρια και στο ρόλο του ποντικού, μια μεσήλικη καθηγήτρια. Όταν, η νεαρή θα βρεθεί στην Πολωνία, θα πλησιάσει με τα νύχια της ακονισμένα, την καθηγήτρια για να της πει ότι εκείνη της στέρησε τα χρόνια της αθωότητας της, όταν αρνήθηκε να την φιλοξενήσει ως παιδί στο σπίτι της κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιο πολέμου.

Τότε, ως εξιλέωση απέναντι στο δριμύ κατηγορώ, η μεσήλικη θα αποκαλύψει πως θυσίασε τη μία ζωή, της νεαρής Εβραίας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσει περισσότερες. Τότε, το διαχρονικά σισύφειο ,ως προς την οριστική του απάντηση, ερώτημα της ατομικής θυσίας στο όνομα του συλλογικού «καλού» θα έρθει βίαια στο προσκήνιο. Και ένας κάποιος Κισλόφσκι θα μας κοιτάξει σκληρά στα μάτια καλώντας μας να πάρουμε μια θέση που εκείνος ,ως καλλιτεχνικός παντοκράτορας, αποφάσισε πως μας ανήκει δικαιωματικά και απολύτως ατομικά.

Επεισόδιο 9- Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον σου

Ένας άντρας έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με τη μόνιμη σεξουαλική ανικανότητα και παροτρύνει τη γυναίκα του να βρει εραστή. Η συνειδητοποίηση, όμως, του λάθος μοιράσματος της ερωτικής τράπουλας ανάμεσα σε σύζυγο, εραστή και γυναίκα θα ξυπνήσει μέσα του, το αυτοκαταστροφικό τέρας της ζήλειας.

Μια ακόμα ιστορία για το σκληρό πρόσωπο της αγάπης και για όλα εκείνα που θάβονται κάτω από τόνους καθημερινότητας. Και που αρκεί μια οδυνηρή ακραιφνής φιτιλιά για να τα ξυπνήσει από ένα κάποιο όνειρο ουτοπικής ευτυχίας.

Επεισόδιο 10- Ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον εστί

Επιφυλάσσοντας την έκπληξη της υφολογικής αλλαγής για το τελευταίο του επεισόδιο, ο Κισλόφσκι κλείνει το διακόπτη του δράματος και ανοίγει πλουσιοπάροχα αυτόν της μαύρης κωμωδίας.
Δύο αδέρφια κληρονομούν από τον πατέρα τους τη συλλογή πανάκριβων γραμματοσήμων του. Όταν ένα υπερπολύτιμο γραμματόσημο θα αποδειχθεί απόν από τη συλλογή, το τίμημα για την απόκτηση του θα ανέλθει στο νεφρό ενός εκ των δύο αδερφών. Επειδή, όμως, στον κόσμο του Κισλόφσκι, ο απόλυτα διατεθειμένος να αγγίξει την όποια τραγωδία και να τη μετατρέψει σε ευτυχία, Μίδας, έχει προ πολλού αποβιώσει, ο νόμος του Μέρφι θα λάβει τη θέση του βασιλιά και η κάθοδος θα αποδειχτεί άμεση και βίαιη.

Επιστρατεύοντας το χιούμορ που μετατρέπει το μαύρο της δυστυχίας στο γκρι της παρωδίας, ο Κισλόφσκι εδώ πιάνει στα σκηνοθετικά του χέρια όλα εκείνα τα όνειρα-παραφουσκωμένα μπαλόνια που ξεφουσκώνουν με μία μόνο καρφίτσα, επιδέξια κρυμμένη, στην τσέπη της τύχης.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA