πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ!
                                     

 «Γυφταριό καταντήσαμε, μ’ όλες αυτές τις πολύχρωμες κουβέρτες απλωμένες στα σχοινιά», φώναζε δυνατά, μήπως και δεν την ακούσει κάποιος στην πολυκατοικία η κυρία του 3ου ορόφου. «Μας γέμισαν με σκουπίδια». «Σκουπιδαριό μας έκαναν» οι προσφιλείς της φράσεις. Με την κάθε ευκαιρία. Καθημερινά, βγαίνοντας στο πίσω μπαλκόνι που έβλεπε στην πρασιά της πολυκατοικίας.
Ήθελε να κλείσει τα αυτιά της να μην την ακούει. Θα προτιμούσε να μην είχε μάθει τα ελληνικά. Έλα όμως, που της χρειαζόντουσαν. Κι έλα που είχε και  ευκολία στις γλώσσες. Πρώτη απ’ όλους τα ‘μαθε. Δυο μήνες σχεδόν μετά που έφθασαν από την Αλβανία. Καταλάβαινε τα πάντα.
 Με το που έφθασαν, εγκαταστάθηκαν σ’ ένα από τα τρία καμαράκια της πρασιάς της πολυκατοικίας αυτής. Τους το σύστησαν  κάτι γνωστοί τους συμπατριώτες, που έμεναν στα υπόλοιπα καμαράκια της μεγάλης πρασιάς, της περιτριγυρισμένης από πολυκατοικίες. Μικρός ο χώρος αλλά είχε και μπάνιο και έναν νεροχύτη με ένα ντουλάπι για κουζίνα. Κι όταν έβγαινες στην πρασιά υπήρχε ένα ψηλό δέντρο που ακολουθώντας το με το βλέμμα σου σε οδηγούσε στον ουρανό. Και χιλιάδες πουλιά φώλιαζαν πάνω του και κελαηδούσαν τη ζωή όσο βαριά και δύσκολη κι αν ήταν. Εκεί έπαιζε και ο μικρός. Εκεί άπλωνε και τα ρούχα της μπουγάδας της. Και κάθε που τ’ άπλωνε, άκουγε από την κυρία του 3ου, τα σχολιανά της. Σκουπιδαριό τις κουβέρτες της. Ήρθαν με μόνη περιουσία τα ρούχα που φορούσαν. Ταλαιπωρημένοι απ’ το ταξίδι, θλιμμένοι απ’ τον ξεριζωμό και από την έλλειψη των δικών τους κι άρχισαν να δουλεύουν. Οτιδήποτε έκαναν. Κι ο άντρας της και αυτή. Κι άρχισαν να αγοράζουν μια μια κουβέρτα, ένα ένα ρούχο, ένα ένα κουζινικό. Να στήνουν σιγά σιγά το σπιτικό τους.
 Άκου σκουπίδια οι κουβέρτες της. Ε! όχι σκουπίδια τα πολύτιμά της πράγματα. Η λέξη αυτή χτυπούσε στα αυτιά της σαν σφυριά. Περίεργο, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί την πείραζε αυτό περισσότερο από όλα τα άλλα που άκουγε κατά καιρούς να λέει η κυρία του 3ου  
Προσφιλείς της κουβέντες. Γεμίσαμε κακοποιά στοιχεία. Να φοβάσαι να βγεις έξω. Και να κλειδαμπαρώνεσαι στο σπίτι σου. Σαν δεν έφθασε που τους μπάσαμε στην Ελλάδα, εμείς τους φέραμε μέσα στα σπίτια μας σαν να τους λέμε, εδώ είμαστε, να τα έπιπλά μας, να οι τηλεοράσεις μας, να τα κοσμήματά μας, να τα φαγητά μας, να τα όλα μας. Ελάτε να μας τα κλέψετε. Δεν έπρεπε να μας το κάνει αυτό η κυρία Γεωργίου. Αυτή καλά πήγε στη μονοκατοικία της. Τι ανάγκη έχει. Δεν σκέφτηκε εμάς και νοίκιασε τα δωμάτια σε ξένους. Να την πιέσουμε να τους διώξει. Εγκληματίες, κλέφτες, αλήτες, φίδια στον κόρφο μας.
Τέτοια σκληρά λόγια άκουγε. Αλλά αυτή είχε κολλήσει στη λέξη σκουπίδια.
      Σκληρή γυναίκα η κυρία του 3ου. Δεν ήταν όλοι έτσι. Η Ελλάδα τους δέχτηκε καλά. Ψωμάκι είχαν από την πρώτη μέρα να φάνε. Παράπονο δεν είχε. Δουλειά βρήκαν αμέσως. Ανάσαναν γρήγορα. Η αλήθεια είναι πως είχαν δίκιο να φωνάζουν κάποιοι. Μαζί με τους καλούς ήρθαν και κακοί. Το καλό πάει με το κακό και το αντίθετο. Μα έκαναν λάθος να λένε για όλους τα ίδια. Ήταν άδικο να την πληγώνουν έτσι. Αυτοί, ήταν μια ήσυχη οικογένεια. Δεν πείραξαν ποτέ κανέναν. Ο άντρας της, άκακος άνθρωπος. Και οι συμπατριώτες γείτονες τους. Δουλευταράδες. Ήσυχοι. Νοικοκυραίοι.
      Θα ‘ταν μεσημέρι ... ζέστη αφόρητη. Ο Αύγουστος στο φόρτε του.... όταν άκουσε την κυρία του 3ου να βγάζει μια εναγώνια κραυγή απ’ το μπαλκόνι της, καλώντας βοήθεια. Πάρε δώσε δεν είχε μαζί της αλλά κάτι της έλεγε πως έπρεπε να τρέξει γρήγορα. Βρήκε την πόρτα του διαμερίσματος της ανοιχτή. Το ακουστικό του τηλεφώνου πεσμένο κάτω, δυο καρέκλες στο πάτωμα και λίγο πιο πέρα η κυρία του 3ου πεσμένη κάτω με το πρόσωπο συσπασμένο από πόνους αφόρητους και με τα μάτια γεμάτα ικεσία. Της έδειχνε την καρδιά της και της έκανε νόημα να πάει κοντά της.
«Μα να φωνάξω βοήθεια»
« Κάλεσα εγώ ασθενοφόρο αλλά φοβάμαι να είμαι μόνη, φοβάμαι πολύ».
Την πλησίασε, γονάτισε και την πήρε στην αγκαλιά της, εκεί κάτω στο πάτωμα. Με μεγάλη τρυφερότητα, της χάιδευε το πρόσωπο και της έδινε κουράγιο για να κρατηθεί στη ζωή, που την εγκατέλειπε. Το ασθενοφόρο έφθασε, μα ήταν αργά.
Η κυρία του 3ου είχε πεθάνει, τι ειρωνεία, στη ζεστή αγκαλιά της ξένης που είχε κάνει σκουπιδαριό την πολυκατοικία.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA