Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά

Από αριστερά προς τα δεξία
Κώστας Λάνταβος, Θάνος Γώγος, Θωμάς Ψύρρας
Στην εκδήλωση η Λογοτεχνία στη Λάρισα Χτες και Σήμερα
(4/12/2018 Αμφιθέατρο Μύλος του Παπά)

Έχω ζήσει στη Λάρισα τα 23 από τα 33 χρόνια της ζωής μου. Είναι η πόλη που γεννήθηκα, η πόλη που γεννήθηκε το λογοτεχνικό περιοδικό και οι εκδόσεις Θράκα. Εδώ και έξι μήνες έχω μετακομίσει στα παράλια του νομού. Ήταν πολύ παράξενο μέσω του προγράμματος να γυρίσω πίσω σαν φιλοξενούμενος του Δήμου και της πόλης.

Η Θράκα αν και γεννήθηκε στη Λάρισα, αν και ποτέ δεν άλλαξε έδρα, αφού είναι κάτι που δε το θέλήσαμε, τα τελευταία χρόνια είχε πολύ περισσότερες δράσεις στην Αθήνα παρά στην Λάρισα. Σε σημείο που δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δεν γνώριζαν πως είναι μια κίνηση με έδρα την Λάρισα και μας ρωτούσαν με ενθουσιασμό όταν ανακοινώναμε μια εκδήλωση «έρχεστε Λάρισα;».

 η Λογοτεχνία στη Λάρισα Χτες και Σήμερα


Η συμμετοχή μου στο project μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναδεθώ με το αναγνωστικό κοινό της πόλης, να διαβάσω ποιήματά μου στους συμπολίτες μου και να συνομιλήσω ξανά με σπουδαίους λογοτέχνες όπως ο Κώστας Λάνταβος, ο Θωμάς Ψύρρας και ο Σωτήρης Παστάκας. Επίσης, δεν κρύβω τον ενθουσιασμό μου πως γνωρίζω και νέους–νέες που κάνουν τα πρώτα βήματά τους στην λογοτεχνία. Οι αίθουσες των εκδηλώσεων γέμισαν και φρόντισα να ενημερώσω τους κατοίκους της πόλης μέσω των εκδηλώσεων αλλά και του τοπικού τύπου (που πάντα μας στηρίζει) για το πρόγραμμα «Το καταφύγιο του Οδυσσέα», ώστε να αγκαλιάσουν όλους τους λογοτέχνες και από τις τρεις χώρες που θα επισκεφτούν την πόλη.

Η Λάρισα – κάποτε μια λασπούπολη στην πεδιάδα – σήμερα είναι ίσως η πιο ζωντανή περιφερειακή πόλη της Ελλάδας με το περισσότερο πράσινο ανά τετραγωνικό μέτρο. Όλο σχεδόν το κέντρο της καλύπτεται από πεζόδρομους και πλατείες. Με τα τελευταία έργα, που είχα τη χαρά να δω το αποτέλεσμά τους, ο περίπατος από το κέντρο της μέχρι και την παλιά πόλη στο λόφο του Φρουρείου έγινε μια καθημερινή μου συνήθεια. Οι καθημερινές πολιτιστικές επιλογές, με διεθνείς συνεργασίες σε πολλά είδη τέχνης, είναι καθημερινό αντικείμενο συζήτησης στους καλλιτεχνικούς κύκλους και όχι μόνο.

Ανυπομονώ, μιας και η χιλιομετρική μου απόσταση από την πόλη της Λάρισας μου το επιτρέπει, να βοηθήσω όσο μπορώ στην ξενάγηση κάθε επισκέπτη του προγράμματος και να νοιώσει οικεία στην πόλη που γεννήθηκα.


*

Φωτογραφίες από την βραδιά ποίησης στο Λίντο
28/12/2018
Από Αριστερά προς τα δεξία
Πέτρος Σκυθιώτης, Σωτήρης Παστάκας, Λευτέρης Παπαστεργίου, Θάνος Γώγος



εκδόσεις θράκα



Από τότε που έμαθα να μετράω άρχισα να φοβάμαι τους αριθμούς
-οτιδήποτε άπειρο εξαντλείται στον άνθρωπο-
«σκέτη τρομοκρατία» , είπες.

Η άνοιξη με βλέμμα αφέντρας σηκώνει τον κόσμο ψηλά·
ὀμως το χιόνι, έχει αγκαλιά φιλεύσπλαχνη γι’ αυτούς που πέφτουν.



--


Σιμόν
μάζεψε την ποδιά
άσε τα πιάτα βρεγμένα
Δεν θέλω τίποτα στεγνό
σ’ενα δωμάτιο μαζί σου

Έλα να δούμε αγκαλιά
τα πλοία που βυθίζονται στο νεροχύτη
Τα μικρά νεκρά μας ψάρια
έτσι οπως συνωστίζονται 
στο σιφόνι 

Λες να υπάρχει ενας παράδεισος, Σιμόν;
Κάτω απο τις τρυπούλες
του μετάλλου
Ενας παράδεισος γεμάτος σαπουνάδες
κι απορρυπαντικά
με άρωμα μήλου

Κι ίσως καθάριζα μια και καλή, Σιμόν
αν γλιστρούσα κι εγώ με τα ψάρια
Αν καβαλούσα ένα καράβι
και ονόμαζα δική μου
την υπόγεια αυτή πόλη

Σκέψου Σιμόν, ο καφές  που έφτιαχνες 
όσο εγώ βιαζόμουν να φύγω
να επιστρέφει κολυμπώντας σ’ εμάς
μ’όλη του την πικρή θαλπωρή


Α Σιμόν όλα
-κι ίσως κι εγώ-
αξίζουν κάποτε
μια δεύτερη
ευκαιρία



--

Στη γέφυρα της Βαρσάουερ  τα κρεμασμένα λουκέτα των ερωτευμένων δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα διερχόμενα τρένα .

 Στάθηκα εδώ ψηλότερα, κι έδιωξα με το χέρι το σύννεφο.

Ο κόσμος-  λίθινη εποχή κι εποχή του σιδήρου
Ο κόσμος-  τα μάτια μου μεγάλωσαν δυο νούμερα
Ο κόσμος-  ράγες απέραντες

Ράγες  απέραντες  και  χαλίκια



Έργο τού Λουί-Αντρέ-Γκαμπριέλ Λουσέ (1797)



ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΓΟΡΓΟΝΕΣ



Είναι κάτι όνειρα ελλειπτικά
κάτι οβάλ όνειρα δίχως γωνίες
που δεν κατάφεραν να σκαλώσουν πουθενά
Κατρακυλώντας βυθίστηκαν στην άβυσσο της ψυχής
στοιβάχτηκαν στο αδοπελαγικό της σκότος
Με τα χρόνια γονιμοποιήθηκαν ζευγαρώνοντας
με τα υπόλοιπα πλάσματα που ναυάγησαν εκεί
Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι γοργόνες
Όσο λιγότερες προσπάθειες κάνατε να ευοδωθούν
αντιστρόφως ανάλογος ο αριθμός των εχιδνών
που ξεφυτρώνουν για μετάξι
Όσο περισσότερα τα χρόνια εκκόλαψης στον άφωτο βυθό
αναλόγως τρομερή η σειρήνια λαλιά τους
Περιοδικά αναδύονται άδοντας
προσπαθώντας να σας γητέψουν
να περπατήσουν ξανά στη στεριά
Δόλια υπόσχονται ν’ αποβάλλουν ουρές και λέπια
Σε κάθε αντίκρισμα θα σας απολιθώνουν

Σε κατάρτι φροντίστε να δεθείτε χειροπόδαρα
Όσο ζυγώνουν σφίξτε των παλαμαριών τις άκρες
Τ’ αυτιά φράξτε μ’ απαλομάλαχτο κερί
Αποκομίζοντας αυτή την εμπειρία
σαν Αργοναύτες ταξιδέψτε
με το τραγούδι του Ορφέα
σε αγίνωτα όνειρα, απαλόσαρκα
κι αφήστε τες άπτερες
να μεταμορφωθούν σε βράχια.




Ο ΣΟΥ ΣΕΦ 



Ποτέ δεν του άρεσαν τα γλυκόξινα
Ο συνδυασμός της μωβ φλούδας
με την κίτρινη ζουμερή σάρκα
Η πάπια που στο στήθος της
κόλλησε γλυκό του κουταλιού πορτοκάλι
Δεν έβγαζε νόημα το χοιρινό που λούζεται στα βερίκοκα
ούτε το χορτοφάγο ζαρκάδι που ξάφνου γίνηκε αλκοολικό
με λίγο μέλι και ουίσκι

Αδιανόητο οι εκκρίσεις μελισσών
ν’ αναμειχθούν με τον πηχτό ποταμό αιγών
πάνω σε μια επίπεδη βάση ζύμης
για αύξηση των επιδόσεων
Δεν μπόρεσε ποτέ ν’ αποδεχθεί την «Ηδυπάθεια»1
Πώς άραγε ένας ποιητής
προτείνει σε ολυμπιονίκες κέικ τυριού με μέλι;
Κι ο Κάτωνας ο Τιμητής2 πώς το βελτίωσε
προσθέτοντας δάφνη με αλεύρι;

Ποτέ δεν έβαλε την καρδιά πάνω απ’ το μυαλό
αγνοώντας πως η βαθιά γνώση τεχνικών και υλικών
υπερισχύει κάθε συνταγής
Πιστός υπήρξε ακόλουθος των διαταγών του σεφ
τη διαφωνία του κρατώντας μυστική
ώσπου να τον διαδεχθεί
Όταν το “σου” του αφαιρεθεί
σε μάγειρα απλό θα μεταμορφωθεί
να κουβαλά τσελεμεντέδες.




*

1. Ηδυπάθεια: ή Γαστρονομία, το πιο γνωστό έργο του Αρχέστρατου. Γράφτηκε σε ποιητικό εξάμετρο και διασώζεται εξ ολοκλήρου σε 62 τμήματα στο κείμενο των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου (2ος αι. μ.Χ.). Το ποίημα με κωμικό ύφος πληροφορεί τον αναγνώστη για το που μπορεί να βρει το καλύτερο φαγητό στις περιοχές της Μεσογείου, καθώς παραθέτει αρκετές μαγειρικές συνταγές και τρόπους παρασκευής εδεσμάτων. Μία από τις συνταγές περιλαμβάνει  γλυκό πλακούντα, το οποίο αποτελούνταν από διάφορα επίπεδα ζύμης γεμισμένα με μέλι και μαλακό τυρί.

2. Κάτωνας ο Τιμητής:  ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων (234 π.Χ. – 149 π.Χ) ήταν Ρωμαίος πολιτικός, ο επιλεγόμενος Major (Πρεσβύτερος) για να διακρίνεται από τον ομώνυμο δισέγγονό του, Κάτωνα τον Νεότερο. Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί σήμερα τον Κάτωνα, το συντηρητικό Γερουσιαστή, σκληροτράχηλο στρατιώτη, τον νομοθέτη, τον ρήτορα που έζησε σε μια εποχή γεμάτη ίντριγκες, δηλητήρια και πολέμους να μπαίνει στην κουζίνα και να φτιάχνει μελόπιτες. Κι όμως στο έργο του De Agri Cultura, στο κεφάλαιο De Re Rustica μας δίνει τη συνταγή για το περίφημο ρωμαϊκό Savillum μια πίτα με μέλι, μαλακό τυρί και μπόλικα δαφνόφυλλα.

1.
ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Η ΦΡΑΝΣΟΥΑΖ ΝΤΟΛΤΟ



Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.

Η Φρανσουάζ Ντολτό πήγε ν’ ανοίξει.

Στα ογδόντα της, βήματα αργά.

Εκείνη στεκόταν,

το κεφάλι της κάτω.

«Περάστε», της είπε η Ντολτό.

Ούτε που σάλεψε.

Ίσως να ρίγησαν τα μαλλιά της

ανάκατα,

μαύρα σχοινιά

ή φίδια.

Η Ντολτό την τράβηξε μέσα απαλά.

Λέξεις διάσπαρτες

«επιθυμία» «Άλλος» «βλέμμα» «μοναξιά»

ξεχείλιζαν από τους τοίχους, το ντιβάνι και το πάτωμα

(πρόσεχε τόσο πολύ μην τις πατήσει).

«Ήρθα σε σας» ψέλλισε,

«νομίζω πως κάτι δεν πάει καλά».

«Για να δούμε τι συμβαίνει» χαμογέλασε η Ντολτό,

προτού τα βλέμματά τους αγγιχτούν

κι η τελευταία λέξη πετρώσει στον αέρα.



2.

ΑΝΕΙΠΩΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



Βολοδέρνουν

οι ανείπωτες ιστορίες

ωσότου κατακλύσουν

τον ευάλωτο

που θα τις πει.



Κάποιες φορές

για να διασκεδάσουν

κυριεύουν

τυφλούς

ή τρελούς,

τον Όμηρο

τον Νίτσε

και άλλους.



Άλλοτε

πέφτουν με ορμή

πάνω σ’ εκείνες,

τη Μάγια Αγγέλου

τη Σαπφώ,

από το γένος

που για μουγκό

προορίζεται.



Τότε

με δύναμη

στην αρχή αδέξια

προσκρούει η γλώσσα

στα δόντια

ή τον ουρανίσκο

παλεύοντας να δώσει

σχήμα στους φθόγγους.



Λέγεται πως

οι ιστορίες

που φτιάχνονται

με τόση λαχτάρα

μυρίζουν

ιδρώτα

ταμπάκο

ή γιασεμί.



3.

ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ, ΤΕΛΙΚΑ?


Τόση προσπάθεια ν' αποστηθίσεις πολέμους, μάχες, στρατηγικές,
ανακωχές και συνθηκολογήσεις
Και φτάνει μια κίνηση, δυο λέξεις
για να επιστρέψεις
μ' απευθείας πτήση
σ' εκείνο το βουβό ποτάμι χωρίς όνομα
που αγωνιάς να σβήσεις απ' τον χάρτη 

Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, Βέρνερ Χέρτζογκ: ΄Όπως τέμνονται οι παράλληλοι κόσμοι








Αν είναι καθήκον κάθε γενιάς να συγκρούεται με την προηγούμενη, τότε το Γερμανικό σινεμά των ‘60s ξεκίνησε επιβεβαιώνοντας τον κανόνα. Για να σπάσει, όμως, στην πορεία των δύο επόμενων δεκαετιών κινηματογραφικούς κανόνες και νόρμες και να εξελιχθεί, ως ολόκληρο ρεύμα,  σε ένα από τα διαχρονικότερα enfant terrible του παγκόσμιου σινεμά.

Το 1962, λοιπόν, 26 νέοι Γερμανοί κινηματογραφιστές, μεταξύ των οποίων οι Edgar Reitz, Alexander Kluge και Haro Senft υπέγραψαν το “Oberhausen Manifesto” εξωτερικεύοντας την πεποίθηση τους για την ανάγκη πλήρους ανανέωσης του γερμανικού σινεμά αλλά και την πρόθεση τους να λειτουργήσουν ως οι φωτεινοί του αναμορφωτές. Τελικά, όμως, αν και η ιδιότυπη αυτή κινηματογραφική επαναστατική ιδεολογία, έσπειρε στα ‘60s,  έδρεψε, εν τέλει, τους βασικούς της καρπούς τη δεκαετία των 70’s, με κύριους εκπροσώπους, τους Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, Βέρνερ Χέρτζογκ και Βιμ Βέντερς.

Στην κινηματογραφικά αειθαλή ,αυτή, τριπλέτα, ο μοναδικός τρόπος επιλογής είναι ο –εντελώς- προσωπικός έρωτας. Σε μια κατάσταση παντελούς, όμως, έλλειψης «φυλλοβόλων» δημιουργών, ο προσωπικός ,εδώ, έρωτας μοιράζει ισότιμα τα κομμάτια του. Και η καρδιά (όπως και το άρθρο) , θα κινηθεί ανάμεσα στο δίπολο Χέρτζογκ- Φασμπίντερ, εντοπίζοντας διαφορές, ομοιότητες και καταθέτοντας προσωπικές εμπειρίες ενός διπλού κινηματογραφικού πάθους.

Στιγμές από μπουρζουαζία

Αν υπήρχε κάπου στο σύμπαν μια λεπτή κλωστή που ένωνε τους Φασμπίντερ και Χέρτζογκ, η κλωστή αυτή θα λεγόταν «κριτική της μπουρζουαζίας» . Κι αν οι δυο τους κινούνται σε μήκη κύματος που προσεγγίζουν την παραλληλία, βρίσκουν κοινό έδαφος στην με κάθε τρόπο –σχεδόν- σάτιρα της μεγαλοαστικής ζωής, των αριστοκρατικών βελούδινων σαλονιών και των πάσης φύσεως δυτικών απατηλών ονείρων.

Οι ήρωες, λοιπόν, των δημιουργών ξεκινούν –σε ευθεία γραμμή με το λαϊκό άσμα- μ’ ένα όνειρο τρελό κι απατηλό. Κι αν στο προσφιλές άσμα η ευθύνη για το ναυάγιο των ονείρων μοιράζεται ανάμεσα στο σβήσιμο των αστεριών και σε μια κάποια «μοίρα», οι σκηνοθέτες εναποθέτουν ολόκληρο το βάρος-μενίρ στους ώμους ενός μόνο Οβελίξ υπό την κωδική ονομασία μπουρζουαζία.
Στο σινεμά του Χέρτζογκ, ο Κασπάρ Χάουζερ ( Το αίνιγμα του Κασπάρ Χάουζερ, 1975) εμφανίζεται μια ωραία πρωία σε μια γερμανική πλατεία, μετά από χρόνιο εγκλεισμό, σχεδόν μουγκός και με προφανή ανικανότητα να προσαρμοστεί στο κοινωνικό περιβάλλον. Η υποτιθέμενη επιβεβλημένη κοινωνική βοήθεια που του παρέχεται αφειδώς από τους εύπορους αστούς του τόπου καταλήγει στην ανηλεή περιφορά του ως έκθεμα ενός ακόμα τσίρκου.

Στο σινεμά του Φασμπίντερ, ο απένταρος Φοξ (Ο Φοξ και οι Φίλοι του, 1975) έχει εναποθέσει τα όνειρα του σε ένα λαχείο που αισιοδοξεί πως θα ρίξει άπλετο φως στη σκοτεινή του ζωή. Όταν το πολυπόθητο λαχείο θα έρθει, θα βρεθεί στο διάβα του και ο Eugen. Και ένας έρωτας- στρουμπουλός φτερωτός θεός θα ενώσει με τα σχέδια του για ένα κοινό μέλλον, Φοξ και Eugen. Η ρομφαία ,όμως, της «μεγάλης» ζωής θα πάρει γρήγορα τη μορφή του Eugen, όταν ο Φοξ θα μετατραπεί σε αστείρευτη πηγή χρημάτων για τα λαμπερά επιχειρηματικά σχέδια του «συντρόφου» του.

Και σε ένα από τα -δυστυχώς- παραγνωρισμένα αριστουργήματα του Χέρτζογκ, «Στρότσεκ» (1977), το αμερικάνικο όνειρο μετατρέπεται σε μπούμερανγκ για ένα ήρωα που ονειρεύτηκε, απλώς, μια διέξοδο.

Όταν οι ήρωες αποκλίνουν

Τελικά, μάλλον, κοινός τόπος της κινηματογραφικής δυάδας, είναι πως το μεγάλο όνειρο του δυτικού κόσμου δεν είναι παρά μία καλοστημένη φάκα για αφελείς. Και ένας ατέλειωτος μηχανισμός ποινικοποίησης των ονείρων που καταλήγει –πάντα- σε ένα εμφατικό «καλύτερα να καθόσουν στα αυγά σου».

Σε ένα κόσμο που τιμωρεί αυτόν που ονειρεύτηκε οι ήρωες αισιοδοξούν.

Ο Αγκίρε (Αγκίρε, η Μάστιγα του θεού ,1972) αναλώνεται σε μια εκστρατεία στα βάθη των Άνδεων σε αναζήτηση του μυθικού Ελ Ντοράντο. Και ενός πλούτου ακόμα μυθικότερου, ικανού να του χαρίσει την πολυπόθητη ιστορική αθανασία και την ες αεί (σε αυτό τον πλανήτη) εξασφάλιση.

Η Μαρία Μπράουν (Ο Γάμος της Μαρία Μπράουν, 1978) απόλαυσε τα θέλγητρα της συζυγικής ζωής για ένα βράδυ, πριν χάσει τον άντρα της κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου. Σε μια διαρκή αναζήτηση ενός μέλλοντος –με κάθε τρόπο- καλύτερου και μιας επικείμενης ευτυχισμένης οικογενειακής εστίας, θα τραβήξει βιαστικά κόκκινη γραμμή σε κάθε παρελθόν. Για να επανεφεύρει τελικά έναν εαυτό αδίστακτο που υπόσχεται ,όμως, αιώνια ευημερία. Μια μεταπολεμική Γερμανία που αποτινάσσει βιαστικά το ναζιστικό παρελθόν για να τραβήξει προς τη δόξα του οικονομικού θαύματος και μια γυναίκα γρανάζι ενός συστήματος καταδικασμένου να μην καλύψει –ποτέ- τα νώτα του.

Η φύση και η πόλη

Ίσως, τελικά, οι ομοιότητες ανάμεσα στους δύο να μην μοιάζουν με ψύλλους στα κινηματογραφικά άχυρα, οι διαφορές όμως είναι αυτές που καθόρισαν τα προσωπικά σινεφιλικά τους αποτυπώματα.
Ο Χέρτζογκ, λοιπόν, αναδεικνύεται στον πλέον ουσιαστικό κινηματογραφιστή της φύσης. Ενώ ο Φασμπίντερ είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους σκηνοθέτες της πόλης. Ένα δίπολο φύση- πόλη που δε σταματά να διαχωρίζει δύο δημιουργούς ενός ρεύματος χωρίς κανόνες.

Στο σινεμά του Χέρτζογκ, η φύση ξεφεύγει από την εικόνα κινούμενων φύλων και ηλιόλουστων απογευμάτων και εξελίσσεται σε απειλή για την ίδια την ανθρώπινη φύση. Ενώ, παράλληλα, λειτουργεί ως συμβολισμός, όλων εκείνων, που κινούνται ,συνειδητά και ασυνείδητα, εντός των ηρώων.

Η οργισμένη φύση του «Αγκίρε» (Αγκίρε, η Μάστιγα του Θεού) και το αινιγματικό φινάλε του «Στρότσεκ» με μια κότα κλεισμένη σε ένα κουτί, εν είδει παιχνιδιού, να στροβιλίζεται ασταμάτητα, επιδεικνύοντας τις χορευτικές της ικανότητες, αποδεικνύουν πως η φύση για το Χέρτζογκ απεκδύεται πλήρως οποιοδήποτε χαρακτήρα βουκολικό. Και, φυσικά, δε χωράει χαρούμενες Χάιντι με μακριές ξανθές πλεξούδες, αλλά τυφώνες που καταστρέφουν χωρίς έλεος ζωές και συμβολίζουν όσα ποτέ δε λέγονται.

Η πόλη, του Φασμπίντερ, είναι εκείνη η κακιά μάγισσα-φόρμουλα που ενώνει απόκληρους και μεγαλοαστούς. Είναι εκείνο το «μπαρ» μοιραίο ναυάγιο για κόσμους καταδικασμένους να αποτύχουν όταν τολμήσουν να χτυπήσουν την πόρτα του και να πιουν από κοινού ένα ποτήρι τζιν τόνικ.

Ο Φοξ (Ο Φοξ και οι Φίλοι του), ελέω του τυχερού λαχείου, τολμάει να αποτινάξει το ζυγό της φτώχειας και να επιδοθεί στην πολυπόθητη κοινωνική κινητικότητα. Όσο, όμως, κινείται προς τα «πάνω» ένα κάποιο άλογο μέσα του ασθμαίνει και ανυπομονεί να γυρίσει στο στάβλο-κοινωνική τάξη που ανέκαθεν τον φιλοξενούσε. Όταν, μάλιστα, οι νέοι «πολιτισμένοι» σύντροφοι, με πρόσχημα την εξασφάλιση του Φοξ, θα επιδοθούν στην οικονομική και πολιτισμική λεηλασία του, η επιστροφή στο παρελθόν μοιάζει μονόδρομος.

Ενώ, στο «Φόβο τρώει τα Σωθικά» η κοινωνία φοράει το προσωπείο του αδύνατου, στον ειλικρινή έρωτα μιας εξηντάρας Γερμανίδας νοικοκυράς και ενός νεαρού Μαροκινού εργάτη. Μια συνάντηση πολιτισμών, των οποίων η ειρηνική συνύπαρξη βαφτίζεται «άρνηση». Και ένας έρωτας που ρίχτηκε στον καιάδα των ανεκπλήρωτων παθών από τα σπάργανα του.

Ένας Χέρτζογκ που αποκαλείται «απολιτίκ» και ένας Φασμπίντερ που αποκαλείται αυτοαναφορικός. Μια μονομανία με τη φύση και μια αποτύπωση προσωπικών οργισμένων παθών. Η αποσιώπηση των κοινωνικών δεδομένων και η τοποθέτηση στο κέντρο του κυκλώνα τους. Και εν τέλει δύο δημιουργοί καταδικασμένοι να ψάχνουν την αλήθεια και το ωραίο σε τόπους εντελώς διαφορετικούς.  

Το χειροκρότημα πριν το φινάλε

Και επειδή στους καλλιτεχνικούς έρωτες η κτητικότητα υποχωρεί μπροστά στη διάδοση των εκάστοτε αριστουργημάτων, η 7η τέχνη θα χρωστάει για το –δικό της- πάντα στον Χέρτζογκ την ωραιότερη κινηματογράφηση της φύσης και την τιθάσευση του τεράστιου Κλάους Κίνσκι. Ενώ, θα αναγνωρίζει στον Φασμπίντερ την πλέον οργισμένη ματιά στην ιστορία της και το κόντρα ξύρισμα στο μελόδραμα –μέχρι να ματώσει.




Στον επόμενο τόνο

     Στο χωλ , δεξιά από την πόρτα , σ΄ένα ξύλινο σκυριανό τραπεζάκι ακουμπούσε το γκρι αναλογικό τηλέφωνο. Δίπλα στο τραπεζάκι, με τη ράχη ν΄ ακουμπά στον τοίχο μια ψάθινη , φθαρμένη καρέκλα. Πάνω στο τραπεζάκι , είχε στρωμμένο ένα δικό της εργόχειρο. Το είχε φτιάξει με το βελονάκι, τις μέρες που περίμενε την Μαρία να γυρίσει από τη σχολή. Είχε φτιάξει πολλά εργόχειρα. Κουρτινάκια, τραπεζομάντηλα , πετσέτες με τα μονογράμματα , όλα φτιαγμένα την ίδια εποχή που πήγαινε στο Μπάρι να δει τη Μαρία . Τους τα μοίρασε δίκαια . Κράτησε κι αυτή δυο τρια. Δίπλα στο τηλέφωνο είχε βάλει δυο ολόιδια  βαζάκια . Μπλε με άσπρα λουλουδάκια από φίνα γερμανική πορσελάνη. Στο ένα έβαζε ένα στιλό , στο άλλο ένα λουλουδάκι. Παλαιότερα είχε γλάστρες στη βεράντα της κουζίνας. 
     Απέναντι από το χωλ ήταν δυο πόρτες πάντα ανοικτές. Η μια οδηγούσε στη κουζίνα και η άλλη στο καθιστικό. Όταν καθόσουν στο τραπεζάκι του χωλ είχες ανεμπόδιστη θέα και στα δυο δωμάτια. Στο καθιστικό , σε δεσπόζουσα θέση βρισκόταν η τηλεόραση. Παλιό μοντέλο , τώρα με τα αναλογικά κανάλια είχε ξεπεραστεί. Είχε περάσει ο γείτονας ο Θόδωρος και είχε προσπαθήσει να τη προσαρμόσει στα νεα δεδομένα . Είναι λίγα τα ψωμιά της , της είχε πει και πως πρέπει να την αλλάξει. Ακουμπισμένη χρόνια τώρα στην ίδια θέση, πάνω στην κασέλα που έφεραν με τον Παναγιώτη από το χωριό . Καθώς δεν έπιανε παρά ένα δυο κανάλια όλα κι όλα, την άφηνε ανοικτή να ακούει τον υπόκωφο και συνεχή ήχο της . Δεν πειράζει ας μην έπιανε κανάλια. 
     Στο κέντρο της κουζίνας ήταν το τετράγωνο τραπέζι με το καρώ τραπεζομάντιλο και το πήλινο βάζο από τα Χανιά. Εκείνο το καλοκαίρι που πήγαν διακοπές στα Χανιά είχαν μάθει πως ο Γιώργης είχε μπει στην Κτηνιατρική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Μια φορά να μην έχει ψίχουλα ο πάγκος της κουζίνας δεν θυμάται. Τα παξιμάδια, τα κουλούρια , τα τσουρέκια, τα τοστ, απογεύματα και πρωινά , στα όρθια και στα βιαστικά όλα εκεί στο πάγκο κοβόντουσαν. Μετά τα παιδιά έπιασαν δικά τους σπίτια και έφυγαν. Στο πάγκο της κουζίνας τα ψίχουλα λιγόστεψαν. 
     Σαν όνειρο βλέπει καμιά φορά να στέκεται πάνω από τον ίδιο πάγκο να μαζέψει τα ψίχουλα πάλι. Να κάθεται ο Παναγιώτης στο τραπέζι κι αυτή να τον ρωτά . Είπες αυτό που ήθελες να πεις; Μήπως είπες αυτό που δεν ήθελες να πεις; Στα λόγια των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα ανεπαίσθητο κενό. Ο Παναγιώτης πέθανε πριν δυο χρόνια χωρίς να το περιμένει. ''. Οι μέρες άρχισαν να κυλλούν σαν κιτρινισμένες σελίδες βαθιά κολλημένες στη ράχη ενός βιβλίου.
    Κάθεται στην ψάθινη καρέκλα του χωλ. Ακουμπάει τα πόδια της στον απέναντι τοίχο . Οι πατούσες της αφήνουν αποτυπώματα. Σηκώνει το ακουστικό. Σχηματίζει το νούμερο. Στο αυτί ακούει ακόμα τη περιστροφή του μηδέν να ολοκληρώνεται . Ακουμπάει το ακουστικό κάτω και σε ολόκληρο το δωμάτιο ακούγεται σαν από ηχείο η γνώριμη φωνή ''στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι..'' Μέχρι τώρα σ΄εκείνο τον επόμενο τόνο η ώρα έχει κολλήσει σε μια παλιά ώρα. Τον χρόνο δεν μπορεί να τον κάνει καινούργιο.Αυτό το ξέρει. Τουλάχιστον ας είναι να μπορέσει ν΄απαντήσει σ΄εκείνη εκεί την ερώτηση που είχε κάποτε δει γραμμένη σ΄ένα τοίχο, στο δρόμο. Εσένα ποιά μέρα τελείωσε η ζωή σου;
      





Καντάτα Διαδικτύου



Έχω ακούσει πολλούς να μέμφονται την ανασφάλεια του διαδικτύου, το ογκώδες πέρασμα των δεδομένων, το αστραπιαίο τάχος των παροξυσμών που διέπουν τον Ιστό· ας μην τ' αλλάξουμε όμως για τώρα, για μια στιγμούλα, έτσι καθώς βράζει, ομιχλώδες και πύρινο με τις προλετάριες, υποχθόνιες επιθυμίες μας, όλες τις ανόσιες συζεύξεις που βαστάει ο νους. Ας ραγίσει λίγο ακόμη το βάζο, ας βλεφαρίσει βιαστικά η αντιλόπη ιδρωμένη, να κάνει εκείνο το περίφημο άλμα που την κρατά αγέραστη.




Πόλις των Αυτοχείρων


πόλις των αυτοχείρων
κουζινικά, χαρταετοί, αυτοθυσίες

τέσσερα και πλανεμένα μάτια
ψάχνουν συντροφιά στον όγδοο

η μούσα τ' απονευρώνει


Μπήκα στην αίθουσα αγνοώντας τι πάω να δω. Στην εναρκτήρια σκηνή χαμογέλασα. Τα πρώτα λεπτά κυλούν ομαλά: δομημένο σενάριο, καλούτσικες λήψεις, αξιόλογο καστ. Όσο η ιστορία ξετυλίγεται το σενάριο ξεχειλώνει, οι χαρακτήρες παρανοούν σε σημείο αποκτήνωσης και ο θεατής –αν ακόμα παρακολουθεί– στέκει με μία καθόλου ευχάριστη αμηχανία.

Ο λόγος για την τελευταία ταινία του σαραντάχρονου Ισλανδού Χάφστεϊν Γκούναρ Σίγουρδσον (Hafsteinn Gunnar Sigurðsson), “Κάτω από το δέντρο”(Undir Trénu). Μέσα στα ενενήντα λεπτά του φιλμ επιχειρείται μία αποδόμηση της ζωής τριών οικογενειών της Βορείου Ευρώπης, αφορμή ασήμαντων γεγονότων μιας κατά τ’ άλλα ανούσιας καθημερινότητας.


Ένα δέντρο και η σκιά του στην άκρη ενός κήπου σε προάστιο του Ρέικιαβικ γίνονται αφορμή να πυροδοτηθούν σειρά συγκρούσεων μεταξύ οικογενειών και γειτόνων που καμουφλάρονται καιρό. Αν και ουσιαστικά, τον πρωταγωνιστικό ρόλο φαίνεται να έχουν η γάτα και ο σκύλος ένθεν κακείθεν των γειτόνων!

Το γκρίζο και ψυχρό του τοπίου ταιριάζει απόλυτα με τους χαρακτήρες των ηρώων. Άνθρωποι σκυθρωποί, χαμένοι στο ανέραστο της ύπαρξής τους. Προσωπικότητες βυθισμένες στη θλίψη τους. Σκληροί διάλογοι, παράλογες κινήσεις και μυστικά που μόνο μυστικά δεν είναι. Κυρίως όμως η ισχυρή επίδραση του γυναικείου παράγοντα στην εξέλιξη της ιστορίας. Πράγματι, πίσω από κάθε έκβαση του σεναρίου, ο καταλυτικός ρόλος μιας γυναίκας.


Δυστυχώς, τα τελευταία λεπτά της ταινίας γίνονται αστεία, σχεδόν φαιδρά, διαλύοντας κυριολεκτικά ό,τι αξιόλογο είχε να δώσει σενάριο και σκηνοθέτης. Συμβαίνουν κι αυτά καμιά φορά…





Στο Θεσσαλικό Θέατρο (Μαρίνος Αντύπας)




Δεμένοι σε τσουβάλια
όλοι εκείνοι οι θερισμοί περνούν μπροστά από τα μάτια μου, στοιβαγμένοι
σε  κυλιόμενους σωρούς
Όμοιοι με κεφάλια στο κόκκινο έδαφος
Στο τέλος δεν ήταν η γλώσσα της ποίησης που θριάμβευσε,
αλλά οι χειρονομίες, όλα εκείνα τα χέρια
και τα δρεπάνια έτοιμα να μαζεψουν σιτάρι,  λαιμούς.

Στη σκηνή μια κραυγή
Ψωμί για όλους!

Έχουμε δει με τα εντόσθια μας
Την ιστορία μιας μάχης μέσα στον πόλεμο
που πάντοτε πρέπει να κερδίζεται

και χάνεται, όπως η ζωή, το πρωί, το απόγευμα
Σηκωθείτε Σηκωθείτε



*μετάφραση από τα αγγλικά
εκδόσεις Οδός Πανός



Βροχή

Πέφτει μια παράξενη βροχή
πάνω από την πόλη.
Σταγόνα-σταγόνα
μια ολόκληρη ζωή βυθίζεται
μέσα σε σταγόνες.



Τιμής ένεκεν

Όλα εκείνα
τα χρόνια που πέρασαν
άφησαν πίσω τους
τιμής ένεκεν τη μνήμη
άφησαν πίσω τους 
όλες εκείνες τις στιγμές
που θύμιζαν κάτι από ζωή.

Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να πω πως ξέχασα.
Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να μετρήσω πόσα
ευάλωτα θέλω μου
εκτελέστηκαν ηρωικά
στα σκοπευτήρια του πρέπει.
Τώρα μεγάλωσα πολύ
για να ζω με την μνήμη στο ίδιο σπίτι



Κυριακάτικα φύλλα

Κυριακή σήμερα.
Ξύπνησα νωρίς το πρωί,
άρχισα να διαβάζω τα Κυριακάτικα φύλλα.
Πρωτοσέλιδα, τις εσωτερικές ειδήσεις, τα ένθετα.
Με κεφαλαία σκούρα γράμματα διαβάζω πως·
“βάσει του τελευταίου νομοσχεδίου διπλασιάστηκε η τιμή των κινητήριων καυσίμων.”
Θεέ μου, ήταν που ήταν ακριβή η αγάπη,
άραγε, τώρα πώς θα κινούνται οι άνθρωποι.




ΤΑ ΜΕΘΟΡΙΑΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ‘’ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑΣ’’

εκδόσεις Κίχλη



Ο Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης δίνει την αξία που πρέπει στα φαινομενικώς ασήμαντα πράγματα. Σαν μια μνημονική σφήνα, σαν αγριόχορτο που φυτρώνει στην άκρη του μυαλού και δεν λέει να φύγει. Κι όταν πάει να την ξεριζώσει οι ρίζες της αντιστέκονται και με την δύναμη της περιέργειας ο συγγραφέας την βγάζει. Τότε στις ρίζες της προσκολλημένες βγαίνουν στο φως και ζητούν το μερίδιο της δικαιοσύνης που τους αναλογεί. Έστω  αναδρομικά, έστω και δίχως τόκο για τον νεκρό χρόνο που βίωσαν την απώθηση. Σ΄ αυτή την αυτόματη, ασυνείδητη επιλεκτικότητα της μνήμης, ο συγγραφέας ως βοτανολόγος τα ταξινομεί για να γίνουν ευανάγνωστα και σε μας, τους λαίμαργους λαθραναγνώστες της ζωής του.

Τα συμβάντα και οι συνειρμοί που ακολουθούν αποστάζονται διπλά, σαν το άγιο τσίπουρο (που τόσο μας αρέσει) και καταλήγουν διαυγή κρύσταλλα, πρισματικά και κοφτερά. Διαθλώνται και υποστασιοποιούν φασματικά αποσπάσματα του βίου. Και στην διαρκή προσπάθεια να γίνουν έλλογα, σε μια μεταιχμιακή ισορροπία, καταλήγουν να διαμελίζονται, αρνούμενα να υποταχθούν στην ρεαλιστική σύμβαση.

Κομμάτια κι αποσπάσματα, ενός ιδιωτικού βίου εν εγρηγόρσει, επιλέγονται και ψηφιοθετούνται σ’ ένα έργο ανοιχτό στην ανατροπή, με μια διάθεση παιχνιδιού αλλά και τελετουργίας. Η αναζήτηση ενός νοήματος για το παρόν ίσως να βρίσκεται στο παρελθόν. Στην παιδική ηλικία, όπου το θαύμα ήταν πιθανό κι ο κόσμος ένας χάρτης να τον ταξιδέψεις.
Με γόνιμη θητεία σε εκτενέστερες φόρμες (διήγημα και μυθιστόρημα) ο συγγραφέας σ’ αυτό το βιβλίο κάνει ένα τολμηρό βήμα. Συμπυκνώνει θέματα σε λίγες λέξεις, ακροβατεί πάνω στα τεντωμένα σχοινιά της αφήγησης, του στοχασμού και της ποιητικής απογείωσης. Αυτή η εξαντλητική αφαίρεση δεν θολώνει, αλλά αντίθετα είναι διαυγής, ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: την ανάδυση στη φωτεινή επιφάνεια μύχιων εικόνων και άρρητων, πολλές φορές, ιστοριών.

Σαν τον ρακοσυλλέκτη βρίσκει τα τιμαλφή, τις λέξεις που χτίζουν την ιστορία του. Εδώ θα καταθέσω ένα μικρό ποίημά μου, που ανακάλεσα διαβάζοντας τα κείμενα του.

«Παλεύω με τις λέξεις τη νύχτα / τη μέρα σκαλίζω ό,τι απόμεινε./ Ρακοσυλλέκτης σε χωματερή / λίθους πολύτιμους γυρεύω.»

Αυτό κάνει ο Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης.

Στην «Ιδιωτική αντωνυμία του»  αυτοβιογραφείται και αυτοπροσωπογραφείται σε στενή σχέση πάντα με τους άλλους, και με διαρκή ευαισθησία απέναντι στον κοινωνικό περίγυρο. Επισκοπεί τα γεγονότα της ιστορίας, αλλά και της μικροϊστορίας, όχι με την ψυχρή ματιά του ρεπόρτερ-παρατηρητή, μα με την ένθερμη, συναισθηματική προσέγγιση του πολιτικά και κοινωνικά υποψιασμένου ανθρώπου. Αυτή η σταθερή θέση του δεν κραυγάζει για να πείσει, αλλά υποβάλλεται από την σκηνοθεσία του κειμένου.

Στις «Παραγγελιές» γράφει: (σελ. 39-40)

«Μαζώνω τυχάσπαρτες λέξεις δίχως κανέναν ταξικό, γεωγραφικό ή πνευματικό περιορισμό. Απ’ τα χαμίνια των δρόμων, τους παγωμένους άστεγους, τις κακοποιημένες συζύγους, τους συνεσταλμένους εφήβους, τις κυρίες των σαλονιών και τους ξεμωραμένους γέρους. Και κάθε βράδυ, σαν πέφτω για ύπνο, κάθομαι από συνήθεια και τις επαναλαμβάνω. […]
Και όταν κλείνω τα μάτια έχω την ίδια πάντα αγωνία: ότι τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας θα βρω τις λέξεις μου να χαρχαλεύουν ξεραμένες μνήμες, να ξεφυλλίζουν ασπρόμαυρα άλμπουμ και να ανασταίνουν αγαπημένα πτώματα, ώστε είτε να μείνουν άπραχτες ξεθυμαίνοντας τον οίστρο τους σε μια ακόμη διαδήλωση ονείρων είτε να με ξυπνήσουνε απότομα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. […]».

Στο κείμενο αυτό ο Χατζημωϋσιάδης μας περιγράφει την συγγραφική τεχνική του, τον ρόλο της γραφής, με αφορμή μια παιδική ανάμνηση. Συμπυκνώνει σε μια σελίδα τον τρόπο που δουλεύει το υλικό του, τις μνημονικές διαδρομές του και την μεταστοιχείωση όλων αυτών των λέξεων σ’ ένα κείμενο, που αφορά κι εμάς.

Αυτή η τεχνική είναι ευδιάκριτη στα περισσότερα κείμενα του βιβλίου, χωρίς να ξεπέφτει σε μανιέρα. Γιατί κάθε κείμενο εκκινεί από μια πεζή αφορμή που δίνει ένα γεγονός. Η συνέχεια όμως είναι απρόσμενη και ιδιαίτερα στην καταληκτική διατύπωση. Η μέθοδος αυτή, σε χρήση από πολλούς ποιητές, μου δίνει το δικαίωμα να εντάξω την πλειοψηφία των κειμένων σε μια ενδιάμεση κατηγορία, στη μεθοριακή γραμμή πεζογραφίας και ποίησης. «Μια γλώσσα ποιητικής πρόζας», όπως έγραψε ο Δημήτρης Χριστόπουλος.

Στα κείμενά του βρίσκουμε συγγένειες με έναν παλαιότερο πεζογράφο, τον Γιώργο Ιωάννου, ως προς το γλωσσικό ήθος και τρόπο. Την επιδέξια χρήση όλων των στρωμάτων της ελληνικής γλώσσας για να δοθεί το κλίμα της εκάστοτε αφήγησης ή της αποτύπωσης μιας εντύπωσης, ενός στοχασμού. Όλα στο ζύγι βαλμένα σωστά.

Η φιλολογική σκευή του δεν επιδεικνύεται, αλλά υποστηρίζει τον συγγραφέα διακριτικά. Του επιτρέπει να κάνει χρήση όλων των αφηγηματικών τεχνικών και ο γλωσσοκεντρισμός του υπηρετεί τον στόχο του: ν’ ανασύρει από την λήθη τις μνήμες, δικές του ή άλλων, μ’ έναν υποβλητικό τρόπο.

Στην ένατη ενότητα με τίτλο «Η αυτοπαθής μου αντωνυμία» αναπτύσσει σε δεκαέξι μικροκείμενα την συγγραφική του αυτοπροσωπογραφία, κάνει τον απολογισμό και την αυτοκριτική του εκθέτοντας την μέθοδο, τις εμμονές και τις αγάπες του.
Δείγματος χάριν:

(Σελ.160),«Γράφω»
Γράφω πάει να πει εκτίθεμαι. Εκτίθεμαι πάει να πει περιφέρομαι. Περιφέρομαι πάει να πει τριγυρνάω. Τριγυρνάω πάει να πει αλητεύω. Εν ολίγοις και για να μην το πολυβασανίζω, γράφω πάει να πει αλητεύω. Κατά προτίμηση τις νύχτες. Όταν γδύνω τις αναμνήσεις. Βγάζω από την ντουλάπα μου τους σκελετούς και ασελγώ στα πιο αγαπημένα πτώματά μου. Ή τριγυρνάω πένητας στους δρόμους και περιφέρομαι μαζί μ’ εμένα. Ή παρέα με τον Βασίλη, τον Γιώργο, την Ελένη, τη Γεωργία, τον Αβράμη, και κυρίως τη βαριά γριά αρκούδα μου. Με τις αλυσίδες, τα λουριά και τον χαλκά στη μύτη. Απ’ όπου με σέρνει βίαια μέχρι το ξημέρωμα από καφενείο σε καφενείο. Πρωΐ πρωΐ  αλλάζω πουκάμισο, στρώνω χωρίστρα και πάω γραμμή για τη δουλειά μου.

Η Ιδιωτική του Αντωνυμία γίνεται και δική μας, δηλαδή Συλλογική, λογοτεχνικώ τω τρόπω. Μας συγκινεί και μας αφορά, ως άτομα και ως κοινωνικό σύνολο.


Έδεσσα, Δεκέμβριος 2018
Θοδωρής Σαρηγκιόλης


“Μία ομηρική περιπλάνηση”
κριτική για το βιβλίο
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά (Μεταίχμιο, 2018)


του Κώστα Β. Κατσουλάρη




Το Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά του Κώστα Β. Κατσουλάρη, είναι ένα μυθιστόρημα με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, τοποθετημένο στην Αθήνα του 2013 με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις συνθήκες που επικρατούν εκείνη την εποχή, το οποίο συνίσταται σε τρεις βαθμίδες αφήγησης.

Σε πρώτο επίπεδο έχουμε να κάνουμε με μια ιδιάζουσα σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ενός φιλολόγου κι ενός χαρισματικού δεκαπενταετούς μαθητή. Μια σχέση που βασίζεται στην Ιλιάδα του Ομήρου –με τη συμβολή της διαδικτυακής επικοινωνίας– και τροφοδοτείται από το κοινό ενδιαφέρον στο έπος αυτό. Η διακειμενικότητα αυτή διαποτίζει είτε εμφανώς, είτε υποδορίως το σύνολο του βιβλίου. Η σύνδεση μεταξύ των δύο προκαλεί μια αμηχανία ως προς το κίνητρο του φιλολόγου να συνάψει έναν ιδιαίτερο δεσμό με έναν ανήλικο μαθητή και συχνά βρισκόμαστε μάρτυρες μιας αμηχανίας, όπως την απεικόνισε στην κινηματογραφική ταινία του The hunt ο Δανός σκηνοθέτης Τόμας Βίντερμπεργκ, στην οποία φτάνει μια μονάχα υποψία για να καταρρεύσει ο κόσμος ενός εκπαιδευτικού από το ψέμα μιας μικρής μαθήτριάς του για τη φύση της σχέσης τους.

Σε δεύτερο επίπεδο η εξιστόρηση του Κατσουλάρη εμβαθύνει κοινωνικοπολιτικά. Η διείσδυση ενός πολιτικού μορφώματος στη μαθητική κοινότητα που καθιστά δυνατή την παρείσφρηση ενός ευφυούς ατόμου σε αυτό, το προσφυγικό και η σύγκριση των ακτών της Λέσβου με το τρωικό πεδίο που βρίσκεται απέναντι από το νησί.

Σε τρίτο επίπεδο, και σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση –σε αντίθεση με την τριτοπρόσωπη που επιλέγεται στο υπόλοιπο μέρος του βιβλίου– ο συγγραφέας μας συστήνει τις συνεδρίες μιας ψυχοθεραπευτικής ομάδας, στα μέλη της οποίας αποδίδονται ονόματα βγαλμένα από το ομηρικό έπος. Η απόδοση της ομάδας αυτής είναι ρεαλιστική, χωρίς να “χρησιμοποιείται” ο ψυχίατρος για να διασπάσει την προσήλωση του αναγνώστη από το κεντρικό θέμα του βιβλίου και συχνά βρίσκεται στο κατά Henry Fielding* μεταίχμιο του αρχαίου δράματος και της παρωδίας.

Οι περιπλανήσεις του φιλολόγου στο νυχτερινό περιβάλλον της πόλης, ως φάντασμα της προσωπικής αποτυχίας του, μας τοποθετεί σε μια κοινωνία αδυσώπητα ανταγωνιστική, όπου η αξία ενός ατόμου μοιάζει να μετράται με βάση την επιτυχία και όχι την ποιότητα του ψυχισμού του, την υψηλή συμμετοχή -στη συγκεκριμένη περίπτωση- του εαυτού του στη διαμόρφωση των προσωπικοτήτων των μαθητών του σε μια ευαίσθητη γι' αυτούς ηλικία. Τον ακολουθεί ένα κατακλισμιαίο συναίσθημα απαξίωσης και η αίσθηση ότι του προσάπτεται μια διαστρεβλομένη εικόνα. Το αποτέλεσμα είναι η διαιώνηση -καθ' όλη την πορεία που ακολουθεί η ιστορία- του εγκλωβισμού του ατόμου σε έναν κόσμο που δεν είναι ανεκτικός σε αδύναμους κα ανεπαρκείς ανθρώπους.

Το συνεχές suspense που χαρακτηρίζει το βιβλίο, χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα με τιμιότητα και όχι με την πρόθεση να εκμαιεύσει την προσήλωση του αναγνώστη και να εκβιάσει την ανάγνωση.


                                                                                                     Γεράσιμος Γκόφας


Ασυμμετρία




«Πόσες κουταλιές;» Ο Περικλής έχει βουτήξει το κουταλάκι στο γυάλινο βαζάκι με τη ζάχαρη που τους έφερε η σερβιτόρα, μαζί με τους δυο γαλλικούς και το κεκάκι της, και την κοιτάζει στα μάτια, περιμένοντας.

«Δύο», λέει η Μίνα και σκύβει πάνω απ’ το κέικ, μαχαίρι στο δεξί χέρι, πιρούνι στ’ αριστερό. Το κόβει προσεκτικά σε τέσσερα ίσα κομμάτια κι έπειτα σε οκτώ. Το βλέμμα του Περικλή παχύρρευστο μέλι πάνω της. Όπως τότε. Πάνε δέκα χρόνια περίπου απ’ όταν ήταν ζευγάρι, αλλά το βλέμμα του παραμένει ακόμα ζωώδες, πεινασμένο, την καταβροχθίζει. Πώς έγινε τώρα να βρεθούν εντελώς τυχαία αυτό το Κυριακάτικο απόγευμα στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κοντά στο μουσείο της Ακρόπολης, πραγματικά, βουνό με βουνό δε σμίγει, σκέφτεται η Μίνα.

Ο Περικλής σκύβει κι ανακατεύει τον καφέ της, η μύτη του ασύμμετρη, λοξή και υγρή. «Ώστε, ούτε κι εσύ παντρεύτηκες, ε;» Αφήνει το κουτάλι, σκεπάζει με τη δεξιά του παλάμη τα ρουθούνια του και ρουφάει με δύναμη. Καταπίνει τα φλέματα με λαιμαργία, με ικανοποίηση.

Η Μίνα ανατριχιάζει, τα δάχτυλά της ανασκαλεύουν το εξωτερικό τσεπάκι της τσάντας της, βγάζει γρήγορα ένα πακέτο χαρτομάντιλα και του προσφέρει δύο. «Δεν έτυχε», λέει. Διαβάζει το πακέτο: Δέκα τεμάχια, τέσσερα φύλλα, εκατό τοις εκατό φυσικός πολτός, είκοσι δύο επί είκοσι δύο εκατοστά, είκοσι έξι γραμμάρια καθαρό βάρος. Άρτια. Πλήρης συμμετρία, σκέφτεται και το βάζει πίσω στη θέση της. Της απέμειναν οκτώ ακόμα.

«Τόσο ωραία κοπέλα. Τι σου λείπει; Τίποτα».

Η Μίνα κοιτάζει έξω απ’ τη τζαμαρία της καφετέριας. Ξαφνικός αέρας κάνει τις τέντες να λυσσομανάνε, να χτυπάνε τους βραχίονες, σα ν’ αγωνίζονται ν’ απελευθερωθούν απ’ το μεταλλικό τους γράπωμα. Απρόβλεπτος ο καιρός πια. Το πρωί ο ήλιος σε κάνει να πιστεύεις ότι ναι, ήρθε επιτέλους η άνοιξη, και τ’ απόγευμα ρίχνει ένα τέτοιο αναπάντεχο μπουρίνι, σαν κάποιος να σου ρίχνει βιτσιές στην πλάτη, που σε στέλνει πίσω στο σπίτι σου μουτρωμένο, κατσούφη. Κι αν σπάσει κάποιος βραχίονας και τρυπήσει το τζάμι και τους χτυπήσει; Με τρόμο παρατηρεί ότι αυτή είναι επικίνδυνα πιο κοντά στο τζάμι απ’ τον Περικλή. «Τι είπες;» τον κοιτάζει σα χαμένη.

«Μήπως κρυώνεις; Θέλεις να καθίσεις εσύ στη θέση μου και να έρθω εγώ εκεί;» λέει ο Περικλής και σκουπίζει την υγρή, ασύμμετρη μύτη του με την αριστερή του παλάμη, ρουφώντας δυνατά για δεύτερη φορά.

«Όχι, όχι, εντάξει είμαι». Η Μίνα ανακάθεται, βγάζει πάλι το πακέτο και του δίνει άλλα δύο χαρτομάντιλα. Αυτός τα ακουμπάει δίπλα στο φλιτζανάκι του καφέ του.

«Λέω», συνεχίζει ο Περικλής, αφού ρουφήξει τη μύτη του για τρίτη φορά. «Λέω ότι σίγουρα θα κάνουν ουρές οι γαμπροί για πάρτη σου, τόσο ωραία και – »

«Το ωραίο είναι σχετικό. Εξάλλου, είναι πιο εύκολο να βρεις βελόνα στ’ άχυρα, παρά κάποιον που να σου ταιριάζει σ’ αυτή τη ζωή». Παίρνει δύο ρουφηξιές, τη μια μετά την άλλη απ’ τον καφέ της. «Εσύ, ας πούμε, Περικλή, έχεις βρει το άλλο σου μισό, τη δική σου Ασπασία;» Γελάει και μπουκώνει το στόμα της με δύο απανωτές πιρουνιές απ’ το κέικ. Περικλής, σκέφτεται, τρεις συλλαβές. Και να θες να το κόψεις συμμετρικά στα δύο ή να βρεις το ταίρι του, δεν μπορείς. Σίγουρα θα δυσκολευτείς πάντως. Ασφαλώς μια τετρασύλλαβη Ασπασία του πέφτει πολύ και προφανώς μια δισύλλαβη Μίνα λίγη. Και μόνο τον προπάτορα και συνονόματό του να σκεφτεί κανείς: έζησε μεταξύ 461-429 π.χ. , πολέμησε στον Πρώτο Πελοποννησιακό πόλεμο, διάρκειας δέκα πέντε ετών, διέλυσε το γάμο του για την Ασπασία, μια εταίρα – αν και κουλτουριάρα - που παρ’ όλα αυτά της φερόταν σαν ίση προς ίσο, αρκετά παράδοξο και προοδευτικό για την εποχή εκείνη, αν αναλογιστούμε τη θέση της γυναίκας στην Αρχαία Αθήνα. Όχι, συμμετρία πουθενά, σίγουρα δεν της ταιριάζει.

«Εγώ, στο ψάξιμο ακόμα». Γελάει και ρουφάει τη μύτη του για τέταρτη φορά, το βλέμμα του κολλώδες πάνω της.

Τον παρατηρεί. Τα μαλλιά του, αν και μόλις τριάντα οκτώ ετών, έχουν αρχίσει να οπισθοχωρούν ατάκτως, όταν γελάει το δεξί πάνω χείλος σηκώνεται πιο πολύ απ’ ότι το αριστερό του και τα δύο μπροστινά του δόντια άνισα, ανομοιόμορφα, το ένα πιο κιτρινισμένο απ’ το άλλο. Κι αυτή η καταρροή. Όχι, δεν είναι τόσο η καταρροή όσο ο προκλητικός τρόπος που ρουφάει τη μύτη του, με θρασύτητα, σχεδόν με αυταρέσκεια. Έτσι ήταν άραγε πάντα ο Περικλής; Τρία χρόνια σχέσης και δεν τα είχε δει όλα αυτά ή απλά τα είχε ξεχάσει ή έχει μάθει επιτέλους να παρατηρεί καλύτερα, να διακρίνει πράγματα που πριν της ήταν αδιάφορα, ασήμαντα; Όμως, το ξέρει καλά, στη λεπτομέρεια κρύβεται η ουσία.

Πέμπτη φορά που ρουφάει τη μύτη του ο Περικλής, άλλα δύο χαρτομάντιλα του προσφέρει η Μίνα. Τέσσερα της απέμειναν.

«Τι τα θες; Όσο το ψειρίζεις το πράγμα… Οι σχέσεις απαιτούν συμβιβασμούς, υποχωρήσεις… αν υπάρχει αγάπη όμως, όλα λύνονται».

Οι γάντζοι παλεύουν ακόμα με τις τέντες, κι αυτές τινάζονται, φουσκώνουν και παφλάζουν σα γιγαντιαίες μέδουσες.

«Αγάπη, ε;» λέει η Μίνα και τον κοιτάζει κατάματα. «Και πώς ορίζει κανείς την αγάπη; Υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη ή είναι απλά ένα δούναι και λαβείν κι αυτή μέσα σ’ έναν κόσμο όπου οι νόμοι της ζούγκλας επικρατούν;» Ήταν πρωτοποριακά φεμινιστής ο αρχαίος Περικλής ή απλά υποκινούμενος από τα ορμέμφυτα; Γιατί δεν ήταν εξίσου φεμινιστής με τη γυναίκα του, παρά όταν τον χτύπησε ο έρωτας κατακούτελα την πρόσφερε σ’ ένα άλλο άντρα για να την ξεφορτωθεί, σαν μεταχειρισμένο αντικείμενο προς πώληση, ή μεταπώληση καλύτερα, με αντάλλαγμα την ελευθερία του; Διπλώνει μια λευκή χαρτοπετσέτα μπροστά της στα τέσσερα με προσοχή.

Τα μάτια του Περικλή σκούρος πολτός, τα φρύδια του σχηματίζουν ομόκεντρες ρυτίδες στο μέτωπό του, ασύμμετρες. «Κοίτα, Μίνα, το ξέρω… Εγώ…» Ρουφάει δυνατά τη μύτη του για έκτη φορά.

Ρίγη αναστατώνουν τη Μίνα. Πλέκει τα δάχτυλά της κάτω απ’ το τραπέζι σε σφιχτό κόμπο και λέει, «Δεν χρειάζεται ν’ απολογείσαι για τίποτα. Ότι έγινε, έγινε. Κι ότι δεν έγινε, απλά, δεν έγινε».

«Δεν σήμαινε τίποτα για μένα αυτή η ιστορία, θέλω να το ξέρεις αυτό. Εγώ – »

«Ναι, βέβαια, φυσικά και το ξέρω. Το γνωρίζω, ναι». Του δίνει άλλα δύο χαρτομάντιλα. Παίρνει δύο ρουφηξιές απ’ τον καφέ της και τρώει τις δύο τελευταίες μπουκιές. Τοποθετεί το πιρούνι της απέναντι ακριβώς απ’ το μαχαίρι, στη μέση το πιατάκι του καφέ και το άδειο πιατάκι του κέικ, δύο άνισοι κύκλοι με παράλληλους, άνισους διαμέτρους.

«Θα μπορούσαμε … ξέρεις … αν υπάρχει αγάπη … εγώ…» Ο Περικλής τραυλίζει ανάμεσα από απανωτές ρουφηξιές της μύτης του, το έχασε το μέτρημα πια η Μίνα. Τα χαρτομάντιλα πέφτουν όλα στο πάτωμα και σκουπίζεται εναλλάξ και με τα δυό του χέρια όπως όπως. Η Μίνα κάνει να βγάλει άλλα δύο, αλλά βλέπει τα υπόλοιπα οκτώ αχρησιμοποίητα, διπλωμένα ακόμα στα πλακάκια και θυμάται ότι της έχουν απομείνει μόνο δύο τελευταία κι αμέσως κλείνει το τσεπάκι της τσάντας της. Όχι, δεν του δίνει τα δυο τελευταία της χαρτομάντιλα. Σηκώνεται, μαζί της κι ο Περικλής, που με μάτια φρέσκο-αγκιστρωμένου ψαριού παρατηρεί την κάθε της κίνηση. Τινάζει τη φούστα της από τυχόν ψίχουλα, περνάει την τσάντα της πάνω απ’ το κεφάλι της και ισιώνει το δερμάτινο λουρί καθώς αυτό χωρίζει το στήθος της στα δυο. Παλαιότερα την κρέμαγε είτε στον δεξί είτε στον αριστερό της ώμο, αλλά δεν έβρισκε καμία συμμετρία σε αυτό, ο άλλος ώμος πάντα έπεφτε για να αντισταθμίσει το βάρος. Κι αυτό δεν είχε καμία συμμετρία. Δεν το άντεχε, ποτέ της δεν το άντεξε, ποτέ της δεν θα το άντεχε, τώρα το συνειδητοποιεί, καθώς με βαριά καρδιά φεύγει, αφήνοντας στο τραπέζι πέντε ευρώ και πενήντα λεπτά, όσο ακριβώς είναι το δικό της μερίδιο στο λογαριασμό.

Τι γύρεψε ένας γλάρος πάνω απ’ τα Πετράλωνα;


Πετάει σιγανός, απόμακρος, ωραίος!
Στο δρόμο οι νέοι ένα πινέλο.
Σαν μια παρέα ζωγραφίζει διαδρομές
που αξέχαστες θα μείνουν με τα χρόνια.
Οι γλάροι προσεγγίζουν τις ταράτσες
φουγάρα χαμηλά και διάσπαρτες κεραίες.
Αντένες που κοιτούν σε μια κατεύθυνση
Κάτοπτρα και ντεπόζιτα σε σώμα βιδωμένα
σαν ανοιχτά εισαγωγικά απάνω στις σκεπές
Τι γύρευε ένας γλάρος πάνω απ’ τα Πετράλωνα;
Το μάτριξ γέμισε παιδιά της ενορίας
Τραγούδια ψάλλουν γιορτινά οι συνοδοί
Βγήκε περίπατο η αγάπη, μοιράζει καραμέλες.
Τι γύρευε ένας γλάρος πάνω απ’ τα Πετράλωνα;
Σε ραντεβού οι λαντζιέρες βγάζουν τα σκουπίδια
γύρω απ’ τους κάδους συναθροίζονται πολλές.
Αφήνουν αποφάγια για τους σκύλους.
Τα ψαροκόκαλα είναι το κάλεσμα στις γάτες
Πακέτα καθαρό φαγί καρφί στους στύλους
Οι άστεγοι σαρώνουν την Αθήνα
Τι γύρευε στ’ αλήθεια ένας γλάρος στα Πετράλωνα
Τόσα αποφάγια, ξέχειλοι κάδοι, σκουπιδότοποι.
και παραπέτασμα ο καπνός απ' τα φουγάρα
Άνθρωποι, ζώα, αρπαχτικά, τρέφονται περισσεύματα.
Τα περιστέρια απάνω στα τραπέζια τρώνε το μπέρκγερ σου
Σε δρόμους σκοτεινούς σπάζουν κι αδειάζουν αυτοκίνητα
Ένα τεράστιο πάρκο βιότοπος κι οι άνθρωποι σβησμένοι
Με πλάγια όραση, με άκαμπτο κεφάλι προσπερνάμε   
Τι γύρεψαν οι γλάροι στα Πετράλωνα
Μέρα γιορτής μια πτήση και μια ματιά στον κόσμο.






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA