πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Ἀπροσδιοριστία II


Ἀγαπάω τήν Σιωπή
ὅπως ἀγαπάω τό Σκοτάδι
ὅπως ἀγαπάω τόν καφέ καί τά τσιγάρα
μία γάτα πού λιάζεται
ἤ τά κορίτσια πού δέν πόθησα
εἶναι τό μπλούζ τῆς ὀργῆς ἡ Σιωπή
μέ σφιγμένα δόντια καί χείλια
μέ σφιγμένες γροθιές
σέ μία διαδήλωση βουβή κι ἀπελπισμένη
μέ τά μάτια ὀργίλα καί ὑγρά
μ᾽ ἕνα γιατί ζωγραφισμένο
στήν ψυχή καί στήν στρατιωτική μου τσάντα
Ἡ Σιωπή μέ ἐπιλέγει
ὅταν θέλει νά ἐκφραστεῖ


Reckless


Στήν ἄκρη τοῦ χειλιοῦ σου
ἀνεπίδοτα σ᾽ ἀγαπῶ
Στήν γραμμή τῶν δακρυϊκῶν σου
Τά χνάρια ἀπ᾽ ὅλα τά δάκρυα
πού σκούπισα μέ τά φιλιά μου
Στίς ἄκρες τῶν δακτύλων σου
ἀκούμπησα τίς πιό ἀκριβές μου μελωδίες
Στῆς ράχης σου τό πέλαγο
χάραξα τούς ναυτικούς μου χάρτες
Στίς μυστηριακές ἡδονικές σπηλιές σου
ἔκρυψα θησαυρούς
καί τό ἱπποτικό μου ξίφος
Τά ἀδιάσειστα στήθη σου
Βράχια, πού πάνω τους τό μπάρκο μου διελύθη.
Στέκουν ἐκεῖ περήφανα στητά
Ἀδυσώπητα
Τεκμήριο τῆς συντριβῆς μου


Ἠλίας Φραγκάκης

Γεννήθηκε στην Ἀθήνα. Σπούδασε κοινωνιολογία, πολιτική ἐπιστήμη,
μουσική καί σκηνοθεσία.
Εἶναι σκηνοθέτης.
Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη του ποιητική συλλογή.


Το Καταφύγιο του Οδυσσέα
Συμμετέχοντες συγγραφείς

Στο πλαίσιο του προγράμματος «Creative Europe» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το «Καταφύγιο του Οδυσσέα» προσφέρει από πέρσι τη δυνατότητα σε νέους συγγραφείς να γνωρίσουν την εμπειρία της διαμονής σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μετά από μια επιτυχημένη πρώτη χρονιά, το πρόγραμμα φέτος γνώρισε εξαιρετική ανταπόκριση, μια που μέσα σε έναν μόλις μήνα, και παρά το αυστηρό πλαίσιο προϋποθέσεων, κατατέθηκαν 18 αιτήσεις συγγραφέων, ποιητών και μεταφραστών υψηλής ποιότητας. Η ανταπόκριση αυτή μας χαροποίησε ιδιαίτερα, συγχρόνως όμως κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη την τελική μας επιλογή.

Την κριτική επιτροπή για το πρόγραμμα αποτέλεσαν οι: Δημήτρης Αγγελής (ποιητής, διευθυντής του περιοδικού Φρέαρ και πρόεδρος του Κύκλου Ποιητών), Θάνος Γώγος (ποιητής και εκδότης της Θράκας) και Γιάννης Μπασκόζος (δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης του Αναγνώστη).

Μετά από μια περίοδο αξιολόγησης και διαβούλευσης, αποφασίστηκε ομόφωνα και αφού ελήφθησαν υπόψη κριτήρια αισθητικά, ηλικιακά αλλά και οι δηλώσεις συμμετοχής των υποψηφίων, ότι στο «Καταφύγιο του Οδυσσέα 2020» θα συμμετάσχουν οι εξής λογοτέχνες:

Δημήτρης Καρακίτσος

(Διαμονή: Μιλιέτ, Κροατία – Λάρισα, Ελλάδα)

Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας του ΤΕΙ Λάρισας. Ζει και εργάζεται στον Βόλο ως επιμελητής λογοτεχνικών κειμένων. Έχει εργαστεί σε ξενοδοχεία ως υπάλληλος υποδοχής και στο Κέντρο Τουριστικής Πληροφόρησης του Δήμου Βόλου. Επίσης έχει εργαστεί ως επιμελητής σε τοπική εφημερίδα. Δημοσιεύει σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Το 2018, το βιβλίο του Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ήταν στη μικρή λίστα για το βραβείο διηγήματος του περιοδικού Αναγνώστης.


Μαριλένα Παπαϊωάννου


(Μιλιέτ, Κροατία – Ουαλία)

Γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου και µεγάλωσε. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Γενετική στην Αλεξανδρούπολη και πραγµατοποίησε τη διδακτορική της διατριβή στη Γενεύη. Στη συνέχεια εργάστηκε ως ερευνήτρια στη Νέα Υόρκη, µέχρι που επέστρεψε στην Ελλάδα το 2013. Έκτοτε επιµελείται και µεταφράζει συγγράµµατα βιολογίας, βιβλία εκλαϊκευµένης επιστήµης, καθώς και πρωτότυπα επιστηµονικά άρθρα.

Το 2013 εκδόθηκε το πρώτο της µυθιστόρηµα, το Νικήτας Δέλτα, από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας». Το βιβλίο ήταν υποψήφιο στα Κρατικά Βραβεία και στα Βραβεία του Αναγνώστη 2014 στην κατηγορία «Πρωτοεµφανιζόµενοι στην πεζογραφία». Ήταν επίσης υποψήφιο για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη Κλεψύδρα/ Έναστρον 2014 του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα, το οποίο και απέσπασε, από κοινού µε τον Γιάννη Αστερή.

Το 2016 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο της, µια νουβέλα µε τίτλο Κατεβαίνει ο Καµουζάς στους φούρνους (εκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας»). Ήταν υποψήφιο στα Βραβεία του Αναγνώστη 2017 στην κατηγορία «Νουβέλα-Διήγηµα», αλλά και για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2017 του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα.

Το τρίτο της βιβλίο, ένα µυθιστόρηµα µε τίτλο Τον νου σου στον Μελή, αναζητά προς το παρόν εκδοτική στέγη. Παράλληλα συλλέγει υλικό για το επόµενο έργο της.
Γράφει στο περιοδικό Yusra µικρά άρθρα, στα οποία εξηγεί βασικά βιολογικά φαινόµενα υπό το πρίσµα της καθηµερινής ζωής.

Θωμάς Τσαλαπάτης


(Μιλιέτ, Κροατία – Λιουμπλιάνα, Σλοβενία)

Ο Θωμάς Τσαλαπάτης γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα. Σπούδασε στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Το 2011 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ (εκδ. Εκάτη), η οποία βραβεύτηκε µε το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (2012). Το 2015 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή Άλµπα (εκδ. Εκάτη). Το 2017 η Άλµπα κυκλοφόρησε στα γαλλικά από τις Editions Desmos σε μετάφραση της Nicole Chaperon. Το 2018 βραβεύτηκε για την ποιητική ενότητα «Περιστατικά» (Circostanze) με το πρώτο βραβείο για την κατηγορία της ποίησης του Premio InediTO - Colline di Torino. Την ίδια χρονιά Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ κυκλοφόρησε στην Ιταλία από τον εκδοτικό οίκο Editore XY.IT σε μετάφραση Viviana Sebastio.

Το 2016 έγραψε τα κείμενα για την παράσταση Ανκόρ, η οποία ανέβηκε την ίδια χρονιά σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου στο θέατρο Άττις. Τα κείμενα για την παράσταση εκδόθηκαν το 2017 από τις εκδόσεις «Μωβ Σκίουρος» με τον τίτλο Πνιγμός. To 2018 το θεατρικό του κείμενο Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια ανέβηκε για πρώτη φορά σε μορφή αναλογίου στο Maison de la Poésie στο Παρίσι σε σκηνοθεσία Laurence Campet και μετάφραση της Clio Mavroeidakos. Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια ανέβηκε στην Αθήνα το 2019 σε σκηνοθεσία Νικόλ Δημητρακοπούλου, ενώ το κείμενο της παράστασης εκδόθηκε σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο «Μωβ Σκίουρος» την ίδια χρονιά.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα αραβικά κι έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αρθρογραφεί, στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην εφημερίδα Εποχή και σε άλλα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Το σύνολο των κειμένων του βρίσκεται στο ιστολόγιο Groucho Marxism στη διεύθυνση: http://tsalapatis.blogspot.gr

Ως αναπληρωματικοί τους ορίστηκαν οι συγγραφείς:
Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Βάσια Τζανακάρη, Μιράντα Βατικιώτη

*
Το «Καταφύγιο του Οδυσσέα» έχει ως σκοπό την οικοδόμηση ενός δικτύου ανταλλαγής λογοτεχνικών διαμονών σε όλη την Ευρώπη και σχεδιάστηκε πρωτίστως για νέους συγγραφείς πεζογραφίας ή/και ποίησης και μεταφραστές λογοτεχνίας. Επικεφαλής του προγράμματος είναι ο κροατικός εκδοτικός και λογοτεχνικός οργανισμός Sandorf που διαχειρίζεται το πρόγραμμα από κοινού με τη Θράκα στη Λάρισα, τη Literature Across Frontiers στην Ουαλία, την Krokodil στο Βελιγράδι της Σερβίας και την Εταιρεία Σλοβένων Συγγραφέων στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας.

Το πρόγραμμα λογοτεχνικών διαμονών περιλαμβάνει ως προορισμούς το νησί Mljet (Κροατία), τη Λιουμπλιάνα (Σλοβενία), τη Λάρισα (Ελλάδα), το Βελιγράδι (Σερβία) και διάφορες τοποθεσίες της Ουαλίας, και επικεντρώνεται στη διεύρυνση του κοινού και τη διεθνική κινητικότητα για αναδυόμενους συγγραφείς. Θα επιτρέψει στους νέους λογοτέχνες και μεταφραστές να εργαστούν και να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους και το έργο τους σε δύο διαφορετικά κοινωνικά και πολιτιστικά πλαίσια. Οι διαμονές αυτές προσφέρουν νέες ευκαιρίες και δυνατότητες επαφής με άλλους συγγραφείς, μεταφραστές, συντάκτες, εκδότες ή και εκπροσώπους διαφόρων λογοτεχνικών οργανώσεων από την Κροατία, τη Σλοβενία, τη Σερβία, την Ουαλία και την Ελλάδα. Οι διαμονές θα συνοδεύονται από ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων που θα απευθύνεται σε συγκεκριμένες τοπικές ομάδες.

Το θέμα του πρώτου έτους του πρότζεκτ «Καταφύγιο του Οδυσσέα 2», που αφορά όλους τους συμμετέχοντες που έχουν επιλεγεί, είναι η «Βιβλιοθήκη» ‒τόσο ως φυσικός χώρος όσο και ως εικονική βάση δεδομένων με σημαντικά και συναφή δεδομένα για κάθε κοινωνικό, πολιτιστικό ή καλλιτεχνικό πλαίσιο. Εμπνευσμένοι από τη δημιουργία της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Ποίησης που συνδέεται με την διαμονή στο Mljet ως μέρος του πρότζεκτ, οι φιλοξενούμενοι που επιλέχθηκαν θα κληθούν να αναλογιστούν πάνω στη σημασία της βιβλιοθήκης ως ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα ειρήνης και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των ανθρώπων, συνεισφέροντας ένα ποίημα, ένα δοκίμιο, μια καταχώρηση ιστολογίου ή μια μετάφραση σχετική με το θέμα, επιπλέον του κάθε νέου έργου που θα γράψουν κατά τη διάρκεια της διαμονής τους.

Το λογότυπο του έργου –ένα γαϊδουράκι που κουβαλάει ένα βιβλίο‒ αναφέρεται στο «προτιμώμενο μέσο μεταφοράς» του μικροσκοπικού κροατικού νησιού Mljet απ’ όπου ξεκίνησε το έργο.




Λέξεις στο φως
Αγγελική Γιαννόπουλου

Εκδόσεις Αρμός

Η Αγγελική Γιαννοπούλου είναι φιλόλογος, με σπουδές στην ψυχολογία και την ιστορία της Τέχνης. Έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς άρθρα, δοκίμια, διηγήματα και ποιήματα σε διάφορες έγκριτες ιστοσελίδες. Το καλαίσθητο βιβλίο της «Λέξεις στο φως» είναι μια συγκλονιστική ωδή στο μεγαλείο της ζωής. Υπαρξιακός και ηθικός απολογισμός, αναζήτηση και κατεύθυνση, με οδηγό την αγάπη. Με απλότητα φιλοσοφημένη και σεμνότητα αφήνει την ψυχή της ανέπαφη απ’ όλα τα «πρέπει» που μας κατακλύζουν. Με τον δικό της μοναδικό τρόπο, μας μεταφέρει το τι συμβαίνει γύρω της, στους ανθρώπους, στη χώρα, στα αισθήματα έχοντας πρόταση. Με έκφραση στιλπνή που αναδεικνύει την καθαρότητα και τη δύναμη της σκέψης της, λυτρώνει.

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου με τίτλο «Βηματισμοί στη ζωή» αποτελεί μια σταθερή ομολογία πίστης στην ελευθερία και το ανεπανάληπτο μεγαλείο της ζωής. Ευγένεια ύφους και λόγου, στοχασμός και λυρισμός σε ισορροπία απόλυτη. Τρυφερό, συναισθηματικό, ερωτικό, ρεαλιστικό, κοινωνικό, βιογραφικό, απελευθερωτικό, φιλοσοφικό. Πλούσια και ολοκληρωμένη γραφή, εξαιρετικά Ελληνικά που αναδεικνύουν το άμετρο βάθος της γλώσσας μας και τη γνώση αυτής από τη συγγραφέα σε βαθμό υπέρμετρο. Αναλύοντας το μεγαλείο, τη θετική αλλά και την αρνητική δύναμη των λέξεων, καταλήγει όπως οι βαθυστόχαστοι και φιλοσοφημένοι άνθρωποι στη διαύγεια της σιωπής.

«Κουράστηκαν τα μάτια μας από τα αληθοφανή ψεύδη, κουράστηκαν τα αφτιά μας από τις κραυγές. Καιρός για ουσία»

Με συνέχεια και συνέπεια αναφέρεται και στέκεται απέναντι στη ζωή με αισιοδοξία.

«Λατρεύω την πρωινή πάχνη και αφήνω την αλισάχνη να αγγίξει με την αλμύρα της το μυστήριο της ζωής μου»

«Άνοιξε τις φτερούγες σου. Πέτα ψυχή μου! Πέρα απ’ το λίγο του κόσμου που αταίριαστο σου είναι»

Με την ανεξάντλητη δύναμη του ανθρώπου που αγωνίζεται, ανιχνεύει θετικές στιγμές παρουσίας ακόμη και μέσα στον ζόφο της έλλειψης. Άνθρωπος θετικός και αισιόδοξος βλέπει τον ουρανό απ’ την πλευρά που λάμπει, τρυφερή και ευαίσθητη πιστεύει πως η αγάπη αποτελεί τη μόνη δύναμη που μπορεί να κατατροπώσει το κάθε μας βάσανο.

«Όταν το αεράκι της αγάπης χαϊδέψει το πρόσωπο, όταν κοιτάξουμε με πίστη τον καθάριο ουρανό, θα βγάλουμε φτερά θα πετάξουμε, θα ελευθερωθούμε. Όχι, τίποτα δεν χάθηκε»

Μεταβλητός της ζωής ο δρόμος. Άλλοτε εύκολος, άλλοτε δύσκολος, άλλοτε τραχύς αλλά πάντοτε δικός μας και προτρέπει τον καθένα μας ν’ αναλάβει ακέραιη την ευθύνη του και να νικήσει την απραξία την οποία θεωρεί την πραγματική αδικία. Ίσως είναι αφελές να οραματιζόμαστε μια ιδανική κοινωνία. Η ίδια προτείνει μια θεωρητικά απλή αλλά παράλληλα πολύ δύσκολη πρακτική λέγοντας στον καθένα μας να κάνει καθημερινά την αυτοκριτική του και να μην κάνει ποτέ ό,τι δεν θέλει οι άλλοι να του κάνουν. Τον βηματισμό της κοινωνίας τον ορίζουν οι ελάχιστοι, οι εκμεταλλευτές, οι σκληροί, με λόγια ψεύτικα και χαμόγελα υποκριτικά. Ας μην εφησυχάζουμε, ας έχουμε τα μάτια μας και το μυαλό μας ανοιχτά να βλέπουμε το βάθος των πραγμάτων κι ας μη φοβόμαστε.

Τεχνητός είναι ο φόβος, δημιούργημα των ραδιούργων και σ’ αυτόν ποντάρουν ώστε να μην υπάρχει αντίδραση και να μας ελέγχουν. Η συγγραφέας μάς προτρέπει για μια πορεία προς την αντίθετη πλευρά από την πεπατημένη που βολεύει και ελέγχεται από τους λίγους, προς την αντίθετη όχθη που, αν και φαντάζει ως πράξη αδύνατη, αρκεί κάποιος να την πιστέψει. Και πάλι εκτενής η αναφορά της στην αγάπη.

«Είχες περηφάνια και την έχασες σ’ έναν κόσμο που θέλει ν’ αγαπιέται αλλά δεν αγαπά» ή αλλού «Βαθαίνει η αγκαλιά σαν αγαπιέσαι. Μαζί εμείς κάτω απ’ το ζεστό φως του ήλιου σε πείσμα των καιρών».

Τόλμησε τον δύσβατο δρόμο και θα δικαιωθείς. Δρόμοι ανοιχτοί ή αδιέξοδοι, αλήθειες και ψέματα, όλα μαζί είναι η ζωή και μόνο η αγάπη την ομορφαίνει και στο σημείο αυτό αναφέρεται και στον Λ. Τολστόι, σύμφωνα με τον οποίο όλη η ζωή αποτελείται από «σκιά και φως» ενώ συμφωνώντας και με τον Ο. Ελύτη προτρέπει τον καθένα μας για «ιδιωτική οδό», γιατί μόνο αυτό χαρίζει ό,τι στο τέλος απομένει. Αγάπησε πολύ τον εαυτό σου, γιατί μόνον έτσι μαθαίνεις ν’ αγαπάς και τον άλλον. Βλέπει και εξυμνεί με θετικό πάντα μάτι την ομορφιά στη ζωή, αν και γύρω μας υπάρχει η αδικία, το μίσος, ο ατομικισμός, η διάκριση, η αδιαφορία, η υποκρισία και όλες οι αρνητικές έννοιες είναι δυστυχώς σε έξαρση κι οι άνθρωποι λιγότερο υπομονητικοί, επιεικείς και αλληλέγγυοι και περισσότερο σκληροί και ατομιστές. Όμως η ζωή θα είναι πάντα φως και αγάπη.

Είναι ευκαιρία, λέει η Αγγελική, να κοιτάξουμε μέσα μας. Να βρούμε τα θετικά, την ελπίδα, τη δύναμη, την πίστη, την αισιοδοξία, το θάρρος. «Σανίδα σωτηρίας» το βιβλίο αυτό για όσους βρίσκονται στη ζώνη του λυκόφωτος ακόμη και γι’ αυτούς που έχουν περάσει στη γκρίζα ζώνη.

ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

«Χρόνος, μήνες, μέρες, λεπτά» αντίστροφα μετράμε. Αν κάποτε μας βαραίνουν είναι γιατί γέρικη καρδιά αποχτήσαμε. Η σκέψη, η μνήμη, το όνειρο, η αγάπη, η ελπίδα, ο έρωτας είναι άχρονα, αναλλοίωτα, άφθαρτα. Κανένα ρολόι δεν τα μετρά. Είναι ολότελα δικά μας». Στον δικό της ορισμό για το πώς μετριέται η ηλικία λέει «είναι τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, οι ώρες που γελάσαμε με την καρδιά μας, που κλάψαμε με την ψυχή μας, που γονατίσαμε από απόγνωση, που βαδίσαμε με ελπίδα, που δώσαμε και δοθήκαμε στην αγάπη, στον έρωτα… Κοινωνούμε ζωή, που ξεκινάει όποτε εμείς επιθυμούμε, και μετριέται όπως εμείς αποφασίζουμε οδοιπορώντας στο άπειρο, δώρο ατίμητο».
Ενώ για την ελευθερία υποστηρίζει πως είναι «η κάθε μετάβαση απ’ το σκοτάδι στο φως».
Η «Γέννηση» αποτελεί ένα ρεαλιστικό κοινωνικό αφήγημα. Βαθειά τομή αυτογνωσίας και αυτοκριτικής για να απελευθερωθεί το καλό που ο καθένας κρύβει μέσα του και συμπληρώνει «αγώνας εσωτερικός η καλοσύνη». Με τρόπο λυρικό περιγράφει τη μοναδικότητα του έρωτα.
«Στον αργόσυρτο χορό των εποχών οι λυγερόκορμες αισθήσεις ακολουθούν τη μακρινή, την κοντινή μελωδία του έρωτα. Πότε σαν άγουρο παλικαράκι, πότε σαν ώριμος άντρας πίσω απ’ τα φυλλώματα της μνήμης απλώνει το χέρι και προσεγγίζει με χαμόγελο τη ζωή. Όμορφος σαν αυγή, ολοφώτιστος σαν ήλιος και κάποτε σκοτεινός σαν χειμωνιάτικος ουρανός. Τόσο εύθραυστος σαν κλαράκι λυγαριάς, τόσο σκληρός σαν το διαμάντι που δεν κόβεται».

Ακόμη παρουσιάζει τους δυο ερωτευμένους ως «δυο πλάσματα με το φωτοστέφανο της νιότης. Στα μάτια θάλασσες αταξίδευτες, στα χείλη αντίδωρα του έρωτα, στα χέρια το σύμπαν που τους ανήκει». Η σκέψη της τρέχει στις αναμνήσεις, την παιδική της ηλικία που, όπως λέει κι ο ποιητής, είναι η πατρίδα του καθενός παραθέτοντας αληθινές τρυφερές ιστορίες.
Με σκέψη βαθειά και φιλοσοφημένη παραθέτει τους προβληματισμούς της για τη σημερινή κατάσταση:

«Εκλείπει από τη σημερινή εποχή η αυτοκριτική, ο αυτοέλεγχος κι οδηγούμαστε σε μια κατάσταση ενός ιδιότυπου αμοραλισμού. Με κάποιον τρόπο φίμωσε ο σημερινός άνθρωπος τον έλεγχο της συνείδησής του. Η ηθική του ελευθερία ξεκινά και τελειώνει με τα δικαιώματά του μα χωρίς την εξισορρόπησή τους με τις ανάλογες υποχρεώσεις και καθήκοντα. Οι ηθικοί νόμοι οι πανανθρώπινες αξίες του αυτοσεβασμού, του αλληλοσεβασμού, της άρνησης της μισαλλοδοξίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, του δικαιώματος στο διαφορετικό, υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Εκείνο που άλλαξε είναι η κραυγαλέα περιφρόνησή τους τόσο που σε καμία άλλη εποχή δεν τόλμησαν οι άνθρωποι να κάνουν».

Επίσης υποστηρίζει πως η ειρήνη δεν είναι η απουσία πολέμου αλλά η συμφιλίωση με τον εαυτό μας και τους άλλους και ότι η ευτυχία δεν είναι υλική αλλά είναι η αγάπη προς τον εαυτό μας, την οικογένεια και τους άλλους και η λύτρωση της ψυχής μέσα απ’ αυτήν.

Οι «Λέξεις στο φως» είναι ένα βιβλίο γεμάτο από αγάπη, ένας οδηγός επιβίωσης στο σύγχρονο σκοτάδι, εφάμιλλο με τα σπουδαία βιβλία «Πλάτωνας όχι πρόζακ» του Λου Μαρίνωφ και τον «Ανθρώπινο λόγο» του Ροζέ Γκαρωντύ. Ένα βιβλίο ειρηνικής επανάστασης που μας δείχνει τον δρόμο που χάσαμε μέσα από την άμετρη και άχρηστη πληροφόρηση και την κατευθυνόμενη ψευδοφιλοσοφία σε λάθος πρότυπα και επιλογές.

Κλείνοντας αποκαλύπτω το μυστικό της:

«Κατηφορίζει το καλοκαίρι. Ακούγονται από μακριά τα βαριά βήματα του χειμώνα, μα ένα μυστικό θέλω να σου πω. Ό,τι και να είναι εσύ κράτησε στο πιο όμορφο μέρος της ψυχής σου το δικό σου καλοκαίρι που έχει μέσα δύναμη να φωτίζει, χαρά να μοιράζεται, αγάπη να δίνει και τη σοφία πως κάθε εποχή είναι εδώ για να τη ζήσεις, να δημιουργήσεις, να τη χαρείς γιατί είναι η δική σου ζωή. ΜΟΝΟ δική σου!»

Φθινόπωρο 2019
Νίκος Μυλόπουλος



ΦΕΡΤΑ ΥΛΙΚΑ


αναγνωρίζω τη βροχή
από το χώμα που λασπώνει

αναγνωρίζω και το δάκρυ
στις μετρημένες χαρές
που μας κατασπαράζουν

στους αδένες των ματιών μας
κατοικεί η προσμονή
για μια αχόρταγη άνοιξη

αλήθειες,
του ψέματος είστε το κέλυφος
θα τιμωρήσω το μασκάρεμά σας
ξεφλουδίζοντας το δέρμα μου
μ’ έναν σουγιά
το αίμα είναι η μόνη αλήθεια

κουβάλησα στα χέρια μου
όσα φερτά υλικά
μπορούσα να κρατήσω
χώθηκα σ’ έναν λάκκο
και βλαστήμησα
τη μνήμη που με σκέπασε
και λίγο λίγο
μ’ αφανίζει


ΠΡΩΙΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ


«δραπετεύω» είπε
πρόσθεσε μια σκηνή
στον προκαθορισμένο ρόλο της
αυτοσχεδίασε
στον ίσκιο της Ιτιάς
με τη μακρά παράδοση
και μ’ όσων οδοιπορούν τον φόβο
καθώς γεννήθηκε στις ρίζες της
της Ιστορίας
ο βαθύτερος ύπνος

οι φτέρνες της
λυθήκαν απ’ το χώμα
κι ο λαιμός της
πλέον
προέκταση κλαδιού
κοιτάξτε την
πώς αιωρείται
μια μαριονέτα δίχως αφεντικά

τριγύρω
η σιωπή ατάιστη
γεμάτη αιχμές
τώρα πολιτικολογεί με τα κοράκια




ΟΧΙΑ


καημένε Μάνο,
αχ και να ’ξερες
πως στη δεξιά σου τσέπη
επωάζεται ένα αυγό

χρόνια ψαχούλευες τη φόδρα
κι ούτε που το κατάλαβες
πως έσκασε απ’ τ’ αυγό
η οχιά
κι είναι καιρός,
καημένε Μάνο,
που παρακολουθεί
την καρωτίδα σου


Η ιστορία ξεκινά όταν ο καθηγητής Ρίτσαρντ Μπράουν (Τζόνι Ντεπ) μαθαίνει ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια. Την επόμενη στιγμή αποφασίζει να ζήσει το υπόλοιπο του διαθέσιμου χρόνου του ξεπερνώντας κάθε όριο. Θα κάνει την αρχή ξεκαθαρίζοντας λογαριασμούς με οικογένεια και χώρο εργασίας.

Μπορεί το σενάριο του Γουέιν Ρόμπερτς να μπάζει νερά, κατορθώνει ωστόσο να «μιλήσει» άμεσα στον καθένα. Ακόμα και τα κοινότοπα τσιτάτα του άνετου Ρίτσαρντ φτάνουν καθαρά στα αυτιά μας.


Παρά το κάπως υπερβολικό της ερμηνείας του Ντεπ, επιστρατεύοντας τις γνωστές υποκριτικές του μανιέρες, παρά τον στόμφο της φωνής και της κίνησης, στα θετικά συγκαταλέγονται οι συγκρατημένες λήψεις και η στυλάτη σκηνοθεσία, όμοια με την φράντζα του ήρωα στο πλάι του μετώπου ή τη χαλαρή γραβάτα κάτω από το σκούρο γιλέκο.

Τουλάχιστον, η συγκεκριμένη ταινία δεν πουλάει εντυπωσιασμούς. Επιστρέφει στην ασφάλεια των κλισέ, επαναφέροντας το αυτονόητο και το στοιχειώδες ως βασικά συστατικά της δημιουργίας. Και το πιο σημαντικό, λέει όσα έχει να πει μόλις σε 90 λεπτά!


Ο αγώνας για ηδονή πάντα μεγαλύτερος από τον αγώνα για επιβίωση, τα προσχήματα και το ψεύδος των κοινωνικών ρόλων, διαλυμένες ανθρώπινες σχέσεις και στο βάθος το τετελεσμένο του βίου. Γιατί όλοι θα πεθάνουμε. Τίποτα πιο κοινότοπο από αυτό. Μέχρι τότε, πρέπει να ζήσουμε.




Ο ίλλιγγος του φωτός

Αυτό που αισθάνεστε δεν είναι ο δικός σας φόβος
Είναι ο ίλιγγος του φωτός καθώς πέφτει
Μέσα σε ανοιχτά βλέφαρα

Είναι το νερό που έγινε πίδακας
Το χλιμίντρισμα του ουρανού
H σιωπή που αγρίεψε

Αυτό που ακούς δεν είναι το χορτάρι που ορθώνεται
Είναι οι γωνίες των τριγώνων που εκκολάπτουν κύκλους
Είναι αυγά που σπάνε
Και που δεν ανήκουν πια ποτέ σε ένα μόνο σχήμα

Οι σκιές απλώνονται σαν ανεξάντλητοι ιστοί
Μόλις αρχίζεις να τις παρατηρείς
Χωρίς να επεμβαίνεις καθόλου
Ζωντανεύουν
ΚΙ υπνοβατούν στο σχοινί της ημέρας
με το μέσα στραμμένο μέσα
και το έξω στραμμένο έξω

Όταν ο καιρός είναι καλός το κερί λιώνει
Κι όλες οι κάμαρες
Όλα τα δάχτυλα
Όλες οι ματιές
Συγκλίνουν
Μέσα από ένα μεγεθυντικό φακό
Πάνω σε ένα μπουμπούκι

Αν τις αντέξει
Θα ανθίσει
Αν όχι
Θα πιάσει φωτιά



Η ευαισθησία των ράβδων

Σπίρτα στη νύχτα
Αποκαλύπτουν
Ένα ποτήρι νερό
Παρατημένο στο πεζοδρόμιο
Δίπλα ένας άστεγος
Ντυμένος μήλο
Απλώνει το χέρι
Και χαϊδεύει
Μια γάτα

Στο σκοτάδι αστράφτει
Το δάκρυ του αλόγου
Το παράθυρό της Α.
Κι οι προσευχές
Του νυχτολούλουδου

Ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο
Στάζει
Γάλα κόκκινο
Στα μάτια
Των περαστικών
Που τόλμησαν να τις ακούσουν

Μια νιφάδα καλαμποκιού
Μέσα στο φλιτζάνι μου
Περνάει το δρόμο απαρατήρητη
Σα να σηκώνει το χέρι

Η γιαγιά Μποζένκα
Είναι η καλύτερη φίλη μου
Τυλιγμένη σε πλαστικά σάβανα
Με tracking number: Λουλούδια

Ο φωτεινός τάπητας αυξάνει 30-50 φορές
Την ευαισθησία των ράβδων
Λέει το ποταμάκι στο χορτάρι το χλωρό
Τώρα που το ξέρεις
Μπορείς να κοιμηθείς
Μέχρι το επόμενο
Νανούρισμα




Μπρέντα Σπένσερ
είσαι δική μου κόρη

Κράτα τον ακατοίκητο πάγο μέσα στα μάτια σου
Θα κρατήσω εσένα:

Οι φακίδες σου είν' η ζωή
/
μου ψιθυρίζεις :

Άσε τη τάξη νεκρή.




Στη Λατινική Αμερική

Οι γυναίκες της Λατινικής Αμερικής
είναι γυναίκες του τόπου σου:
Καθεμιά τους σε νανούρισε στην κούνια σου
όταν ήσουν παιδί
και κάθε γριά που την κουβάλησαν στον τάφο της
είναι η γιαγιά η δική σου



Φήμες

Είμαι έτοιμος για τις φήμες
που θα ακουστούν σύντομα
και έτοιμος να τις επιβεβαιώσω

Θα επιβεβαιώσω τις φήμες που λένε ότι
εγώ, το τάδε πρωί
ή την τάδε νύχτα
θρηνούσα, απ’ τα βάθη
της καρδιάς μου, για μια Γερμανίδα Εβραία
που ήρθε με την οικογένειά της – μια οικογένεια
που μου ΄κλεψε τη χώρα μου

Όσο για τον λόγο πίσω απ’ τα δάκρυά μου
θα τον αφήσω στις φήμες




Μια σιωπηλή στιγμή

Και τι είπαν οι Αρμένιοι;

Ένας Ομεϋάδας μοναχός
κλώθει σιτάρι και μαλλί επάνω μας

Ο χρόνος είναι ένα σκιάχτρο

Αυτό είπαν οι Αρμένιοι




Αυτοσαρκασμός

Αυτοί δεν είναι θείοι: είναι τα τάγιστρα για τις ύαινες
Αυτοί δεν είναι γονείς: είναι τα βλέφαρα των αρπακτικών
Αυτοί δεν είναι φίλοι: είναι χαμαιλέοντες

Δεν είμαι εγώ που γράφω τούτες τις λέξεις:
Είναι ένας άλλος μπάσταρδος






*

Najwan Darwish – Nothing More to Lose
Μετάφραση στα αγγλικά από τα αραβικά: Kareem James Abu – Zeid
Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρουσώ Αθανασίου



Σήλικα Ρηγοπούλου, Μαθήματα οικιακής οικονομίας, Μελάνι, 2017





   Ποιος ο ρόλος του οίκου στη λογοτεχνία; Αν πάμε πίσω στον χρόνο, θα βρούμε εντός του την υπομονετική Πηνελόπη, θα βρούμε τα τραγούδια του αργαλειού και του γάμου, θα βρούμε όμως και τις οικογενειακές κατάρες κα τις καταστροφές, όπως κατεγράφησαν στην αρχαία τραγωδία. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οίκος ορίζεται από την παρουσία της γυναίκας: είτε πρόκειται για την αρετή είτε για τα σκοτεινά πάθη είτε για τα ακατάβλητα παιχνίδια της μοίρας. Η Σήλικα Ρηγοπούλου επιστρέφει στον οίκο, θέτει στο κέντρο του και πάλι τη γυναίκα και γράφει ένα βιβλίο, που αποτελείται μεν από διακριτά ποιήματα, αλλά λειτουργεί και ως μια ποιητική σύνθεση, εντός της οποίας το ένα θέμα, η μία κατάσταση ξεδιπλώνεται μέχρι την τελική λύση.

   Η συλλογή ξεκινά με ένα κορίτσι από την Άπω Ανατολή, τη Μακότο, που ακολουθεί το δίδαγμα του σοφού δασκάλου της πως την αλήθεια Εσύ είσαι αυτός που πάντα μέσα σου/ Την κουβαλάς. Έτσι, η Μακότο εφάρμοσε όσα είχε καταλάβει,/ στην καθημερινή, απλή ζωή της. Εξαρχής, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ότι τα ποιήματα που ακολουθούν προσεγγίζουν ακριβώς αυτή τη μιρκή διάσταση των πραγμάτων, που όμως γίνεται αποκαλυπτική της αλήθειας. Εξάλλου, μέσα στη μικρή διάσταση, στον μικρό χώρο συμβαίνουν τα πάντα: Μέσα στο σπίτι/ ο πόλεμος μαίνεται/ άγριος υγρός. Μέσα στο σπίτι, μπορείς να αρθείς οποιαδήποτε στιγμή πάνω από την ύλη, να δεις τη μυστική ενέργεια που ακολουθεί τους νόμους του κόσμου, τη διαρκή κίνηση της ζωής: Τα παιδιά πείνασαν και δίψασαν/ τα παπούτσια λασπώθηκαν/ το σπίτι λερώθηκε./ Όλα έγιναν όπως έπρεπε, αναφέρεται στην Οικιακή προσευχή.

   Στη συνέχεια του βιβλίου, οι οικιακές εργασίες και τα στοιχεία του οίκου παίρνουν υπόσταση σημαντική, γίνονται συχνά αφορμές για το πέρασμα σε μια διερεύνηση της φύσης του ανθρώπου. Έτσι, στη σκόνη Λίγο πριν εξαφανιστεί/ σχεδιάζω πάνω της το ιδεόγραμμα/ του βασιλεύοντος ήλιου: δίνω αξιοπρέπεια στην αποχώρηση/ νόημα στον αφανισμό ή το μωσαϊκό είναι Η μωσαϊκή ήπειρος./ Η έκτη./ Η δική μου.

   Άλλες φορές οι καθημερινές πράξεις λειτουργούν ως μικρές τελετές, ως κύκλοι που συνοδεύουν τους κύκλους των εποχών και του χρόνου, που προχωρούν απαρατήρητοι, καθώς έχουμε το βλέμμα στραμμένο στο παρόν και στο μέλλον: Σβήνω τα ίχνη της γιορτής των παιδιών,/ του μεσημεριανού, του έρωτα./ Κανένας δεν με υποπτεύεται. Κανείς δεν αναζητά τον χαμένο χρόνο.

   Συχνό θέμα των ποιημάτων είναι τα όρια, ο τρόπος με τον οποίο το σπίτι οριοθετείται σε σχέση με τον έξω κόσμο. Σε αυτή την περίπτωση, το σπίτι γίνεται ο εαυτός που προσπαθεί να κατανοήσει τη δική του υπόσταση σε σχέση με όσα τον περιβάλλουν. Ας αναφερθούμε ενδεικτικά στο ποίημα Τοίχοι: Οριοθετούν χώρους/ προφυλάσσουν από ατίξοες συνθήκες/…/ Προστατεύουν και καταστρέφουν/ με την αμφίβια ειλικρίνεια της μητρικής αγκαλιάς.

   Ο εσωτερικός χώρος, όμως, δεν είναι περίκλειστος. Αντιθέτως δέχεται τα ερεθίσμα του έξω και τα αποδέχεται, τα κάνει οικεία και αγαπητά: έτσι, όταν η μύγα εισβάλλει, στο ποίημα Οικόσιτο, γίνεται μέλος της οικογένειας, αποκτά όνομα και υπόσταση, ενώ τα φυλλοβόλα του μπαλκονιού γίνονται ένας τρόπος να δει κανείς την αλήθεια της φύσης γυμνή και διαυγή. Το σπίτι προετοιμάζει, διδάσκει, φωτίζει, μέχρι να έρθει η στιγμή της εξόδου και της ένωσης με τον κόσμο: Έτοιμη πια μετά τις τόσες πρόβες/ για την πραγματική συνάντηση/ με μένα.

   Είναι μια ποίηση τολμηρή το να καταπιάνεται κανείς με το ελάχιστο και να το αναγάγει σε έναν καθολικό προβληματισμό, όπως είναι και τολμηρό το να τίθεται στο επίκεντρο το γυναικείο ποιητικό υποκείμενο, το οποίο δηλώνει τον εαυτό του, τον περιγράφει και κατακτά την ιδιαιτερότητα του στοχασμού του, με χιούμορ, ειρωνεία, ευφυΐα και σοφία.







Εσύ, κάθε πρωί που σηκώνεσαι, λες στη γυναίκα σου ότι πας στη δουλειά. Εγώ όμως λέω ότι πάω να πετάξω. Γι’ αυτό κι άξιζε να σκάσω εκατό χιλιάδες ευρώ για την εκπαίδευση πιλότου. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί πούλησα το μαγαζί του μπαμπά μου; Γιατί πήγα και ζήτησα άλλα πενήντα χιλιάρικα από τον Γιούρι, ενώ ήξερα καλά πως έτσι και δανειστείς από τον Γιούρι δεν ξεχρεώνεις ποτέ; Εκείνη τη μέρα όμως είχα την ευκαιρία να τον ξοφλήσω. Του είχα ήδη δώσει τα μαλλιοκέφαλά μου και φυσικά, χρωστούσα ακόμα. Βλέπεις ο Γιούρι δε μετράει σε ευρώ, μετράει σε μέρες -να μην πω δευτερόλεπτα και με χαρακτηρίσεις υπερβολικό. Σημασία δεν έχει πόσα θα του δώσεις, αλλά πότε. Ας είναι, ούτως ή άλλως οι γονείς μου είχαν πεθάνει και δε μ’ ένοιαζε ούτε το διαμέρισμα, ούτε η μερσεντές του μπαμπά, ούτε τα χρυσαφικά της μαμάς.
Να πετάω, αυτό μ’ ένοιαζε. Να πετάω και να μη βλέπω το νούμερο του Γιούρι στην οθόνη του κινητού μόλις το ανοίγω, μετά που σβήνουμε τις τουρμπίνες. Να γυρίζω το βράδυ σπίτι δίχως να ψάχνω στις γωνιές, μην τυχόν κι έχει στείλει ο Γιούρι τα παιδιά και με κάνουν νταούλι στο ξύλο∙ κι άντε να πετάξεις με σπασμένα δάχτυλα.
Όπως πριν από κανα μήνα. Με στρίμωξαν με το που βγήκα απ’ το φιατάκι μου –ξέρω, θα πεις πιλότος πράμα κι οδηγάς αυτό το σαράβαλο; Και πού να σου πω πόσο το αγόρασα. Της κόρης του Γιούρι ήταν και μου το φόρτωσε με το ζόρι ενώ χρωστούσα. Ποιος άλλος θα το ’παιρνε; Άσε που του το ’χα πληρώσει για καινούριο και με τους τόκους έφτασα να χρωστάω μαζεράτι. Τέτοιος είναι ο Γιούρι, καταλαβαίνεις;
Λοιπόν, έβγαινα από το φιατάκι και μου την έπεσαν δυο ντούκια, τα εκατοστά απ’ το μπόι τους αν τα ’κανες μοίρες, έπαιρνες πορεία νότια, εκατόν ογδόντα και. Κι εγώ όπως με βλέπεις, ένα πενήντα επτά, χωρίς να κρύβω κανέναν καρατέκα κάτω απ’ τη στολή, αυτή που βλέπεις τώρα∙ που λες, ούτε να χαστουκίσω καλά-καλά δεν ξέρω. Ό,τι σώσω στο μιλητό. Στο μιλητό είχα πουλήσει το μαγαζί του μπαμπά μου χρυσό, στο μιλητό είχα ψήσει τον Γιούρι να μου δανείσει, στο μιλητό είχα πείσει την αεροπορική να μου δώσει την ευκαιρία κι ας μην είχα σπουδάσει τίποτα –ναι, βέβαια, ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να σε προσλάβουν σε αερογραμμή έτσι κι έχεις αποφοιτήσει στο πεζοδρόμιο; Μόνο τις τράπεζες δεν κατάφερα να τουμπάρω, μετά που μπήκα στον Τειρεσία. Τέλος πάντων, έτσι και με τους μπράβους, τους έπιασα στο μπίρι-μπίρι. «Όχι, δεν τα μάζεψα, διακόσια ευρώ έχω πάνω μου, να σας τα δώσω; Μη γελάτε κυρ-μπράβε μου, μισθό παίρνω, το δώρο σε δυο μήνες, υπομονή».
Να μη στα πολυλογώ, εκείνοι τίποτα. «Ή σπάσουμε πόδια σου», λέει ο πιο ομιλητικός, «ή πάρεις πακέτο και το πας Ζυρίχη».
Ποιο πακέτο, αυτό. «Δε βγαίνω απ’ το αεροπλάνο, αγόρι μου, πού να το πάω;»
«Δε χρειάζεται βγεις, κοντοπούτανε. Περάσεις πακέτο από ελληνικό έλεγχο, πάρεις πακέτο μαζί κι έρθει φίλη μας, χαιρετήσει εσένα στο κόκπιτ, εκεί, Ζυρίχη. Σου πει φίλη του Γιάννη και δίνεις». Ποιος ήταν ο Γιάννης και τι ήταν αυτό το πακέτο, δε ρώτησα. Τι να ’ταν, σκέφτηκα, άσπρη, μαύρη, κάτι τέτοιο. Το ’χανε τυλίξει με ταινία, μόνο που δεν κόλλησαν κι ετικέτα «ναρκωτικά» πάνω.
«Μια χαρά τα λες, φιλαράκο, μόνο που εγώ δεν έχω δρομολόγιο Ζυρίχη στα κοντά. Εντάξει, εντάξει, θα ζητήσω. Μόνο που μετά ξεχρεώνω, ε; Τι; Τρεις αποστολές; Εντάξει, τρεις, ο,τι πει ο Γιούρι».
Τώρα, του χώρου είσαι, ξέρεις πώς είναι ο έλεγχος στο αεροδρόμιο με μας. Άμα πας από πάνω, σε ξεβρακώνουνε κι άμα πας από κάτω με στολή, καλημέρα σας, καλή πτήση, ευχαριστώ πολύ, τιιιιιιιιιιιιιιιτ, βαράει το μαραφέτι, δεν πειράζει, ευχαριστούμε, γεια σας. Για να μη φαίνεται πως τρέμω, πήρα έναν φρέντο να τον κουβαλάω στο αριστερό χέρι. Το πακέτο το ’χα στο σακάκι και θα το ’κρυβα αργότερα σε μια μικρή θήκη μέσα στην τσάντα που κρατούσα στο δεξί. Τελικά έριξα τον φρέντο κάτω, σαν τα μούτρα μου τα ’κανα, αλλά και πάλι δε μου ζήτησαν να βγάλω το σακάκι. Μόνο συγνώμη που δε μου ζήτησαν, δηλαδή. Άμα δε με πιστεύεις, πάρε κάρτα αεροδρομίου, βάλε στολή και τράβα να περάσεις. Όχι αυτή που φοράω τώρα, βέβαια, βρες δική σου.
Και να ’μαι, λοιπόν, στο τζετ. Χάζευαν οι καυλωμένοι μέσα απ’ τα τζάμια του αεροδρομίου, airbus σου λέει, λευκό και κόκκινο, CFM τουρμπίνες, γαμώ τα αεροπλάνα. Εγώ αυτό που ήξερα ήταν πως ο σειριακός αριθμός του ήταν τετρακόσια εβδομήντα δύο, που σήμαινε πως πριν από αυτό είχαν φτιαχτεί άλλα τετρακόσια εβδομήντα ένα κι απ’ αυτά δεν πρέπει να πετούσαν πλέον ούτε τα μισα. Χρέπι, κατάλαβες;
«Θες να πετάξεις τώρα ή στην επιστροφή;» μου κάνει ο καπετάνιος, στ’ αγγλικά φυσικά. Τον ήξερα, ωραίος τύπος, ψηλός, χοντρός, γερμαναράς, εκπαιδευτής, εξεταστής, τον ρωτούσες αν επιτρεπόταν να απογειωθείς με τα λινά στα λάστιχα να φαίνονται και σου απαντούσε τη μέγιστη διάμετρο που συνιστούσε η μαμά-airbus. Την είχε χτίσει την εταιρεία που δουλεύαμε.
«Ό,τι θες», του λέω.
«Πετάω εγώ ως τη Ζυρίχη», μου λέει, «κι εσύ το γυρίζεις».
«Εντάξει», του λέω και πάω να βγάλω το σακάκι, το ξανασκέφτομαι, πρέπει να βγάλω το πακέτο και να το βάλω στην τσάντα.
«Κάνε καλό έλεγχο κάτω», μου λέει ο κάπτεν, «μόλις το βγάλανε από σέρβις».
Πάει να πει, όλο και κάποια μαλακία θα ’χουνε κάνει οι μηχανικοί. Κατέβηκα κι εγώ κάτω. Στο σταυρό που σου κάνω, πρώτη φορά έκανα τέτοιον έλεγχο. Μόνο που δεν μέτρησα το λάδι μέσα στις μηχανές. Το ξεψείρισα. Δε βρήκα τίποτα περίεργο, αλλά έκανα και δεύτερη γύρα. Να μη μιλάω με κανέναν. Να τελειώσει η πτήση, να φύγει το πακέτο, να φύγει το βάρος, να φύγει η αποστολή, να μείνουν άλλες δυο. Ήχος από το κινητό μου. Τι τον θυμήθηκα; «Καλή πτήση», μου ’γραφε ο κωλορώσος. «Ευχαριστώ». Άλλες δυο αποστολές είχα, μην τον κακοκαρδίσω. Πήγα πάνω, κατευθείαν στην τουαλέτα να κατουρήσω.
«Τι θα φας μετά;» με ρωτάει η προϊσταμένη μόλις με βλέπει να βγαίνω. Η αεροσυνοδός, ντε.
«Τίποτα», λέω. Κοντός ξεκοντός, τρώω πολύ και μ’ έχουν μάθει.
«Πώς κι έτσι;»
Μεταφέρω μισό κιλό κοκαΐνη και μου ’χει κοπεί η όρεξη. Δεν το ’πα αυτό, δεν είπα τίποτα κι εκείνη χαμογέλασε. Τρύπωσα στο κόκπιτ, κάθισα δεξιά, υπολόγισα βάρη, ταχύτητες απογείωσης, συμπλήρωσα χαρτιά, τα ξέρεις.
«Με το σακάκι θα πετάξεις;» μου λέει ο κάπτεν.
« Α. Όχι», του λέω, «θα το βγάλω τώρα».
«Καλά, εγώ πάω τουαλέτα», μου λέει και πάει, λες κι ήξερε τι ήθελα να κάνω. Να βγάλω το πακέτο και να το χώσω στη θήκη μέσα στην τσάντα δηλαδή. Όταν γύρισε, του τα ’χα ετοιμάσει όλα απ’ τη χαρά μου, ρυθμίσεις, στοιχεία στον υπολογιστή, σχέδιο, τα πάντα. Κι είχα βγάλει και το σακάκι.
«Πώς το ’παθες;» μου λέει.
Σήκωσα τους ώμους. Μάλλον δεν το ’κανα συχνά. Μάλλον δεν το ’κανα ποτέ.
«Καλά», λέει και μου αρχίζει την ενημέρωση. Τέτοιο αεροπλάνο πετάμε, καιρός καλός, άνεμος έτσι, θα πρέπει να προσέξουμε αυτό, εκείνο, το άλλο. Το σχέδιο μάς πάει από εδώ, εκεί, παραπέρα, αρχικά για τα επτά χιλιάδες πόδια. Ήθελα να του πω, τα ξέρω, εγώ τα ’χω περάσει στον υπολογιστή, αλλά άντε πες το αυτό σ’ εξεταστή. Καθόμουν και παρίστανα πως τον ακούω, ενώ χάζευα πίσω απ’ την πόρτα τους επιβάτες. Λες να ’ναι αυτή η γκόμενα του Γιούρι; Ή εκείνη;
«Ερωτήσεις;» μου λέει ο κάπτεν.
«Ναι», λέω και τον ρωτάω μια μαλακία. Πάντα να βρίσκεις μια ερώτηση, έτσι μου ’χε πει όταν μ’ εκπαίδευε. Ε, είχε παραλείψει να αναφέρει μια μαλακία και του τη ρώτησα.
Μου απαντάει και μ’ ευχαριστεί που το θυμήθηκα. Σαν να ικανοποιήθηκε μου φάνηκε ή να τον έπιασε λόξυγγας. Έτριψε τον αριστερό αγκώνα του. Πού να καταλάβω εγώ τότε, χαμπάρι. «Πάρε άδεια εκκίνησης, να φύγουμε», μου λέει. Είχαν μπει επιβάτες, είχαν κλείσει πόρτες, όλα έτοιμα ήταν.
Μιλάω στον ασύρματο, παίρνω άδεια, βάζουμε μπρος και πάμε γι’ απογείωση. Εμένα να χτυπάει η καρδιά μου σαν τα λαμπάκια του διαδρόμου που πατούσε ο ριναίος τροχός στην απογείωση, ντούκου-ντούκου-ντούκου, όλο και πιο γρήγορα. Τραβάει ο γέρος το χειριστήριο, απογειώνεται το αεροπλάνο, ανεβάζω εγώ τροχούς και σα να μου ’φυγε το βάρος κομματάκι.
Ο μπάρμπας ενεργοποίησε τον αυτόματο, ανεβήκαμε, σβήσαμε τα φώτα για τις ζώνες των επιβατών πίσω κι όλα πήγαιναν ρολόι. Έπιασα την τσάντα δίπλα μου, έχωσα το χέρι μου στη θήκη με το πράμα και τη χάιδεψα. Σε δυο ώρες θα ’μασταν Ζυρίχη, η γκόμενα θα ’ρχόταν και θα το ξεφορτωνόμουν. Και μετά άλλα δυο τέτοια ταξιδάκια και γεια σας, κύριε Γιούρι, χάρηκα που σας γνώρισα. Το αεροπλάνο ανέβαινε κι εγώ άρχισα να συμπληρώνω χαρτιά.
Μπαμ, γκρρρρρρρ, το αεροπλάνο να τρέμει. Ειδοποιήσεις, σειρηνισμοί, κόκκινα λαμπάκια. «I have control and communications, ECAM actions», λέει ο μπάρμπας, ότι έχει τον έλεγχο και τον ασύρματο, δηλαδή, κι ότι εγώ πρέπει να κάνω τα υπόλοιπα.
Η κεντρική οθόνη γράφει: φωτιά στη μηχανή ένα, το λέω δυνατά του γέρου και συνεχίζω, του λέω να τραβήξει πίσω την αριστερή μανέτα, να κόψει το γκάζι στον κινητήρα που καίγεται δηλαδή, μα η χερούκλα του παίζει πιάνο. Του φωνάζω, μα εκείνος τίποτα. Η χερούκλα του στο στήθος. Η κεφάλα του χλωμιάζει. Βγάζει έναν ήχο σαν γατί, χσσστ, χσσστ. Γι’ αυτό έπιανε τον αγκώνα πριν απογειωθούμε. Καρδιακό, κατάλαβες;
«I have controls and communications», λέω, θαρρείς και μ’ ακούει. Πιάνω την αριστερή μανέτα και την τραβάω αργά προς τα πίσω. Ο αυτόματος δε βγαίνει, το αεροπλάνο ανεβαίνει ακόμα.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, ανεβείτε στο επίπεδο τριακόσια είκοσι», ακούω στα ηχεία στα ελληνικά και συνειδητοποιώ πως ο ελεγκτής πρέπει να το ’χει πει ήδη δυο-τρεις φορές στ’ αγγλικά.
«Mayday-mayday-mayday», του απαντάω, «Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, έχουμε χάσει έναν κινητήρα, standby». Περίμενε, ντε.
«Ελήφθη», απαντάει εκείνος.
Το κεφάλι του μπάρμπα μελανιάζει. Να καλέσω την προϊσταμένη ή να σβήσω την τουρμπίνα; Θυμάμαι τα λόγια του εκπαιδευτή μου, πρώτα να πετάω το αεροπλάνο, οριζοντιώνω κι εγώ, λοιπόν, μέσω του αυτόματου, βάζω το γκάζι στο φουλ στον κινητήρα δύο, είμαι σε καλό ύψος, δε χάνω ταχύτητα. Αρχίζω να κάνω ό,τι γράφει η λίστα στην οθόνη.
Κοιτάω το διακόπτη της τουρμπίνας ένα. Και ξανά την οθόνη. Ο μπάρμπας αργοσβήνει, κανονικά πρέπει να σιγουρευτούν κι οι δυο ότι είναι η σωστή, έτσι λένε τα βιβλία, μα τι κάνεις αν ο ένας πεθαίνει; Σβήνεις την τουρμπίνα ένα κι ο θεός βοηθός. Το κάνω. Η δύο δουλεύει, εντάξει, έχω σβήσει τη σωστή. Περιμένω δέκα δευτερόλεπτα, μα οι ενδείξεις φωτιάς παραμένουν. Ο κινητήρας φλέγεται. Βάζω το χέρι μου στο αριστερό κόκκινο κουμπί στο πάνω πάνελ, το απασφαλίζω και το πατάω. Σκάω τον πρώτο πυροσβεστήρα. Η φωτιά εκεί. Σκάω τον δεύτερο. Τρίτο δεν έχει.
Τώρα καλώ την προϊσταμένη μέσα. Μπαίνει, ξέρει τι να κάνει, λύνει τον μπάρμπα, τραβάει την καρέκλα πίσω. Ψάχνω στην οθόνη μου να βρω ένα αεροδρόμιο να προσγειωθώ. Δεν έχω τον κάπτεν να το συζητήσουμε, είμαι μόνος. Πίσω στο αεροδρόμιο που φύγαμε είχε καλό καιρό. Μόνο που αν προσγειωθώ εκεί, θα γίνει έρευνα. Θα ψάξουν τα πάντα. Πού θα κρύψω το πακέτο; Δεν έχω χρόνο να αποφασίσω, ακούω τα μπαμ-μπουμ από δεξιά και το μάτι μου πάει στο καύσιμο. Μηδέν. Διαρροή. Πάει κι ο δεύτερος, σβήνει. Τώρα στην κεντρική οθόνη διαβάζω πως έχω χάσει και τις δυο μηχανές κι ο αυτόματος απενεργοποιείται.
Έφταιγαν οι μηχανικοί για την πρώτη βλάβη; Έφταιγε η πρώτη βλάβη για τη διαρροή; Έφταιγε το αεροπλάνο που ήταν χρέπι; Αυτά θα τα βρεις εσύ. Πάντως εγώ την είχα γαμήσει. Τι να κάνω, παίρνω το χειριστήριο και βλέπω την απόσταση για το αρχικό αεροδρόμιο, με τους δυο κινητήρες σβηστούς δεν το φτάνω με τίποτα. Μένω σαν χαζός. «Τι… τι έγινε;» ακούω την προϊσταμένη να τραυλίζει. Δεν απαντάω. Βρίσκω ένα παραλιακό αεροδρόμιο, το ξέρω, μου κάνει. Αν κατέβω εκεί, με περιμένει έλεγχος επί τόπου. Θα ανοίξουν τη βαλίτσα μου, θα δούν τα ναρκωτικά, τέλος.
Εκτός κι αν ρίξω το αεροπλάνο στη θάλασσα. Ο διάδρομος που με βολεύει, ξεκινάει από την ακτή. Μπορώ να ισχυριστώ πως δεν τα υπολόγισα καλά. Κι ώσπου να βουλιάξει το αεροπλάνο, αδειάζω το πακέτο απ’ το παράθυρο. Αν είμαι τυχερός, μπορεί να με βγάλουν κι ήρωα, σαν τον Sully που ’γινε και ταινία. Τι άλλες επιλογές έχω; Να ανοίξω το παράθυρο και να πετάξω το πακέτο λίγο πριν προσγειωθώ; Ναι, με καμιά τρακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Καλή τύχη.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, έχουμε χάσει και τους δυο κινητήρες», λέω στον ασύρματο και του λέω πού θέλω να προσγειωθώ.
«Ελήφθη, Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία, επικοινωνήστε με τον πύργο του αεροδρομίου», και μου λέει τη συχνότητα.
Στρίβω προς το μικρό αεροδρόμιο, επικοινωνώ με τον πύργο. Υπολογίζω ύψος κι απόσταση συνεχώς. Η αεροσυνοδός με ρωτάει αν θέλω κάτι, της λέω να πάει πίσω και να δεθεί. Το αεροπλάνο κατεβαίνει γρήγορα και τότε το συνειδητοποιώ: δεν μπορώ να το προσθαλασσώσω. Δηλαδή μπορώ, αλλά δεν θέλω, να ’τος ο διάδρομος, ευθεία μπροστά, με περιμένει σαν γκόμενα στο κρεβάτι. Προφταίνω, νομίζω, μόνο που πρέπει να χάσω ύψος. Ρίχνω τροχούς, χαμηλώνω φτερό, πατάω πηδάλιο κι άγιος ο Θεός. Σφίγγω το χειριστήριο που γλιστράει απ’ τον ιδρώτα μου. Η θέα του διαδρόμου παράξενη, είμαι πολύ πιο ψηλά απ’ ότι συνήθως μα κατεβαίνω και πιο γρήγορα.
«Ελλαδέρ-ρεντ εκατόν τρία», λέει ο πύργος, «είστε ελεύθερος για προσγείωση στον δεκαέξι. Καλή τύχη».
Προσηλώνομαι τόσο, που ξεχνάω το πακέτο. Μιλάω πίσω στην καμπίνα: «brace for impact», λέω στους επιβάτες κι ακούω τις αεροσυνοδούς να επαναλαμβάνουν το ποίημά τους.
Φτάνω πάνω από το διάδρομο, τραβάω το χειριστήριο και σπάω το ρυθμό καθόδου. Ακούω το αεροπλάνο να μετράει το ύψος: «fifty, forty, thirty…» Οι τροχοί πιάνουν, το αεροπλάνο δε γλείφει, μα έχει πατήσει. Πλακώνομαι στα φρένα. Χωρίς αντίστροφη ώση το αεροπλάνο δε λέει να κόψει, φοβάμαι μη βγω εκτός διαδρόμου, ελέγχω την πίεση των φρένων, την αυξάνω. Το αεροπλάνο επιβραδύνει και τελικά σταματάει.
Μπροστά μου δυο πυροσβεστικά κι ένα ασθενοφόρο, ακούω φωνές στον ασύρματο, μα εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι πως είμαι ζωντανός. Όλοι είναι ζωντανοί, καταλαβαίνεις; Είναι μια κανονική προσγείωση σχεδόν. Ούτε από το διάδρομο δεν έχω βγει. Κοιτάζω τις οθόνες, οι ενδείξεις δείχνουν πως η φωτιά έχει σβήσει.
Ε, τα υπόλοιπα τα είδες. Ο κάπτεν δεν μου είπες αν έζησε. Δεν θα μου πεις; Τέλος πάντων, μακάρι να ζει. Λοιπόν, γι’ αυτό δε θέλω να σου δώσω την τσάντα. Άμα θες να την ανοίξεις, την ανοίγεις. Ψάξε και ποια είναι η γκόμενα του Γιούρι.
Τι; Το ότι έσωσα εκατόν τριάντα ένα επιβάτες μόνος μου, δε μετράει καθόλου; Έλα, ρε φίλε, ούτε καν μπάτσος δεν είσαι, της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας είσαι. Σε παρακαλώ, λυπήσου με. Μην… Μην καλείς τους μπάτσους… Ε, μα είσαι μαλάκας. Ναι, κύριε αστυνόμε. Τι έχω στην τσάντα; Να, αυτά. Και στη θήκη; Είσαι πολύ μαλάκας, όχι εσείς κύριε αστυνόμε, αυτός. Ε, λοιπόν, να τι έχω. Όχι, θα την ανοίξω εγώ εδώ μπροστά σας, να τι έχω μέσα στη θήκη. Να…»
Ανοίγω το πακέτο. Τι του λες τώρα; Ότι ήταν η πρώτη αποστολή κι ο Γιούρι πρέπει να με δοκίμαζε; «Ναι, περιοδικά. Τι πειράζει που τα ’χα σφιχτά τυλιγμένα, έτσι τα κουβαλάω εγώ τα περιοδικά. Ποιος Γιούρι; Λοιπόν, τι λέγαμε; Εσείς, κάθε πρωί που σηκώνεστε, λέτε στις γυναίκες σας ότι πάτε στη δουλειά. Εγώ λέω ότι πάω να πετάξω και τα λοιπά». Ξεφυσάω όλο ανακούφιση. Άλλες δυο αποστολές στη Ζυρίχη κι έχω ξεμπερδέψει.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA