πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.

Ντένις Σκόφιτς / Denis Škofic

Αϋπνία

Όταν πέφτει το σκοτάδι, πηγαίνω να παρακολουθήσω τους λαθραλιείς που μεταφέρουν μεγάλα κούτσουρα, στο καθένα είναι στερεωμένο γερό σχοινί με αγκίστρι. Για να μην φοβίσουν τα ψάρια, αντί για κουπιά χρησιμοποιούν μακρυές ξύλινες ράβδους με τις οποίες σπρώχνουν το βυθό και ωθούν μπροστά. Ψάχνουν για θάμνους που αναπτύσσονται στο νερό, κάτω απ'τους οποίους οι γουλιανοί σκάβουν λαγούμια στις όχθες περιμένοντας την λεία. Έτσι μου είπανε όταν τους ρώτησα πρώτη φορά για τις περίεργες πράξεις τους. Φτάνοντας στο σωστό μέρος, αθόρυβα με μια κίνηση σταματάνε το καΐκι τους, από τον κουβά βγάζουν ένα νεκρό πουλί, συνήθως σπουργίτι, και το καρφώνουν στο αγκίστρι, έπειτα το βυθίζουν μαζί με το κούτσουρο στο νερό δίπλα στον θάμνο. Μετά με μια κίνηση αθόρυβα φεύγουν από κει.

Τα ξημερώματα η επιφάνεια είναι γεμάτη κούτσουρα που κινιούνται, που λικνίζονται στο σβέρκο του νερού. Μερικά για μια στιγμή εξαφανίζονται κάτω απ'την επιφάνεια, μετά όμως εκτοξεύονται με δύναμη έξω απ'το νερό. Λίγο μετά έρχονται οι λαθραλιείς και τα ακολουθάνε με τα καΐκια τους. Μαζεύουν τα κούτσουρα απ'το νερό, με σχοινιά σέρνουν τους βαρείς γουλιανούς στα καΐκια, έχουν τουλάχιστον το ίδιο ύψος μ'αυτούς, αν δεν είναι και μεγαλύτεροι. Έχει ψύχρα το πρωί, γι'αυτό μ'ενοχλεί ο λαιμός. Έχω περίεργο αίσθημα στο στόμα, είναι ξηρό, σαν όλα τα σάλια μου να τα είχε απορροφήσει το φτέρωμα του νεκρού πουλιού που νιώθω ανάμεσα στα δόντια. Ο πόνος στο στόμα γίνεται ανυπόφορος, το μόνο που θέλω είναι να μπώ στο μαύρο λαγούμι. Με όλη μου την δύναμη ορμάω προς τα'κει, αλλά το νεκρό πουλί στο στόμα με τραβάει ξανά και ξανά πίσω προς την επιφάνεια. Το λαγούμι με τραβάει μέσα του όλο και πιο δυνατά, αλλά η άνωση του νεκρού πουλιού είναι πιο δυνατή τελικά. Ενεργοποιώ όλη μου την δύναμη και μετά απορώ με πόση ευκολία ο λαθραλιέας με φέρνει στο καΐκι του, ενώ είμαι πολύ πιο μεγάλος απ'αυτόν.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, Εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.


Έρως και θάνατος

Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
απ'το μέτωπο των νεαρών ελαφιών
φυτρώνουν τα χέρατα,
τα χέρατα με τεντωμένα,
άκαμπτα, άπληστα δάχτυλα.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
τα νέα ελάφια παλεύουν
εώς τα χέρατα να πιαστούν απ'τα χέρατα,
εώς τα δάχτυλα να γραπώσουν τα δάχτυλα.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
γίνεται πάλη,
μέχρι που να υποχωρήσει ο πιο αδύναμος
ή να αποκολληθεί το ένα του χέρι και πέσει
στο κενό σαν απορριπτέα συμφιλίωση.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
κερδίζουν τα πιο μεγαλοπρεπή χέρατα,
με μακρυά δάχτυλα που με ευκολία
χτενίζουν το τρίχωμα του θηλυκού.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
κερδίζουν τα μεγαλύτερα χέρατα,
αυτά που μπορούν να πιάσουν
στην παλάμη τους ολόκληρο το θηλυκό.
Την ώρα του καλέσματος ζευγαρώματος
ακόμα και τα κρανία των ελαφιών
στους τοιχους με τα κοκκάλινα τους χέρια
αγωνιούν να αρπάξουν την ασέλγεια.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.

Άρρωστο ασπρογρίβαδο

Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού,
τα ναρκωμένα ψάρια σέρνει η ροή σαν το κελάηδημα των πουλιών.
Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού
και κοιτά την ροή να σέρνει τα ναρκωμένα ψάρια σαν το κελάηδημα των πουλιών.
Συσπάται το κεφάλι του προς την πλευρά τους,
άλλα αυτά δεν χωράνε στο στόμα,
το στόμα είναι γεμάτο κουδουνίσματα,
το στόμα είναι βουλωμένο από τους γδούπους,
οι οποίοι ήδη σπαρταράνε ξεψυχώντας,
σαν το παρατημένο καμπαναριό,
όπου το φθινόπωρο αντί για την καμπάνα καμπανίζει η φωλιά των πουλιών.
Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού
και κοιτά την ροή να σέρνει τα ναρκωμένα ψάρια σαν το φτέρωμα των πουλιών.
Συσπάται το κεφάλι του προς την πλευρά τους,
άλλα αυτά δεν χωράνε στο στόμα,
το στόμα είναι γεμάτο κουδουνίσματα,
το στόμα είναι βουλωμένο από τους γδούπους,
βαλσαμωμένο από τον θόρυβο
που βγαινει από το κούφιο βόμπλερ
σφηνωμένο στον λάρυγγά του,
από το βόμπλερ που γεμισμένο με μολυβένιες σφαίρες
κουδουνίζει σαν την κουδουνίστρα,
απειλεί σαν τον κροταλία και δεν αφήνει
να αντιλαλήσει η κραυγή του από τα κίτρινα αυγοτάραχα
όπου το είχε στριμώξει.
Άρρωστο ασπρογρίβαδο χτυπάει με την ουρά του την επιφάνεια του ποταμιού,
τα ναρκωμένα ψάρια σέρνει η ροή σαν το φτέρωμα των πουλιών.
Από μακριά αχνοφαίνεται παρατημένο καμπαναριό
όπου αντί για την καμπάνα καμπανίζει η φωλιά των πουλιών
και τα δέντρα ήδη αθόρυβα χάνουνε κίτρινα αυγοτάραχα.

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.


Η μετακίνηση

Κάτι άλλαξε μέσα μου,
κάτι έσπασε,
κάτι πήρε μπρος.
Κάτι πήρε μπρος
και έβαλε μπρος
όλα τα υπόλοιπα. Έβαλε σε κίνηση,
σε κίνηση σαν την μετακίνηση των τεκτονικών πλακών.
Κάτι χτύπησε,
μετά άρχισε να κροταλίζει
και ύστερα να κροτά όλο και πιο δυνατά,
μέσα στα κόκκαλα, στα πλευρά .
Τα πλευρά άνοιξαν και
μετά ξεκίνησαν να στρίβουν προς τα πάνω
σαν τα κλαριά προς τον ήλιο
και να σπρώχνουν τους πνεύμονες και την καρδιά
μέσα απ'την τραχεία στο κεφάλι
μέχρι που ανέπνεα σκέψεις
μέχρι που διοχέτευα αποφάσεις
μετά διαπερνώντας το κρανίο
γιγαντώθηκαν σε κέρατα ελαφιού
οι σκέψεις
λαχάνιασαν
ενώ οι αποφάσεις
άρχισαν να κάνουν σαν τρελές

αγρίεψαν
έπεσα στα τέσσερα
για να, με τα δύο μου μάτια,
βγάλω το φρέσκο δέρμα απ' τα κέρατα

Δημοσιεύτηκε στην συλλογή Seganje, εκδόσεις Cankarjeva, Λιουμπλιάνα 2017.
Μετάφραση Lara Unuk


(Σ)ΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
εκδόσεις Μελάνι 

Είναι και το θέμα της γλώσσας («Θαυμαστικό»), της υπαρξιακής αγωνίας («Φωτογραφίες», «Εφηβεία», «Τελετές ενηλικίωσης»), των διαπροσωπικών σχέσεων («ΔΟΞΗι ΚΑΙ ΤΙΜΗι»), της αυτοαναφορικής ποιητικής γραφής («Ποιήματά μου», «Η αγωνία της γραφής»), της συνομιλίας με άλλους δημιουργούς («Του Χάρη», «Κωνσταντίνος Θεοτόκης») κτλ. αλλά αυτό που κυριαρχεί στο πρώτο μισό της συλλογής και αυτό που επανέρχεται σποραδικά στο δεύτερο μισό της συλλογής είναι το θέμα της αγάπης, στο οποίο θα ήθελα – δίχως σε καμία περίπτωση να υποτιμώ όλα τα άλλα – να επικεντρωθώ με το σύντομο κριτικό σημείωμά μου. Λέω, λοιπόν.

Ένα πανταχού κυρίαρχο εσύ δονεί, κινεί και εμπνέει τη γραφή. Κάθε ποίημα, ή τουλάχιστον τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, είναι και μια έκφραση λατρείας, μια ομολογία αγάπης, μια δήλωση αφοσίωσης. Το ποιητικό υποκείμενο θύει την ποίησή του στον βωμό του εσύ, απ’ όπου πηγάζει ο λόγος και η δικαίωση της ποίησής του. Οι λέξεις δεν είναι απλό μέσο ανακοίνωσης αυτής της αγάπης. είναι το πεδίο άσκησης, ο χώρος διερεύνησης, εντέλει είναι η αρτεσιανή πηγή της.

Ο ποιητής λαξεύει, σκάβει, σμιλεύει τις λέξεις των ποιημάτων του, σαν να προσπαθεί να τις αποκαθάρει απ’ την υποκρισία, απ’ τον ψεύτικο συναισθηματισμό, απ’ τα περιττά εννοιολογικά λίπη. Κι έτσι άδολες, αθώες και αγνές παιδούλες να τις παραδώσει στην εμπειρία ενός πρωτοφανέρωτου αισθήματος απ’ όπου αρδεύει τον ποιητικό του λόγο. Τα πιο πολλά απ’ τα ποιήματα της συλλογής είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας επεξεργασίας.

Εν ολίγοις, το ερωτικό θέμα είναι εδώ αρμονικά συνταιριασμένο με το γλωσσικό θέμα. Υπάρχουν, υφίστανται, εξελίσσονται από κοινού σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Η γλώσσα αναζητά το περιεχόμενό της, ο έρωτας αναζητά τη μορφή του και ο ποιητής αναζητά μια άλλη ματιά απέναντι στον κόσμο. Το ποίημα προκύπτει ως συνένωση μορφής και περιεχομένου, αλλά κυρίως ως μια άλλη ποιητική στάση απέναντι στην πραγματικότητα. Ο καταληκτικός στίχος «εγωσύ» του ποιήματος «Η λέξη» είναι η κορύφωση της διπλής αυτής, γλωσσικής και ερωτικής, διαδικασίας μέσα απ’ την οποία μια νέα βίωση της πραγματικότητας αναφαίνεται ή ακόμη καλύτερα μια νέα κοσμογονία περιεχομένων και μορφών αναφύεται. Το «εγωσύ» είναι ο ιδρυτικός της λόγος, το ποιητικό και φιλοσοφικό της αγκωνάρι.

Ομοίως αρμονικός είναι ο συνδυασμός που αναγνωρίζω και σε δύο ακόμη τινά.

Ο ποιητικός λόγος συναιρεί το συγκεκριμένο με το αφηρημένο, το προσωπικό με το διυποκειμενικό. Εκκινώντας από ένα ορισμένο πάντα εσύ, σαν να το ξεχνάει στη συνέχεια αφήνοντάς το ασχημάτιστο, απρόσωπο και ανώνυμο για να μιλήσει, τελικά, για κάθε εσύ. Έτσι, δυνάμει αποδέκτης του ποιήματος είναι κάθε εσύ και δυνάμει συγγραφέας του ποιήματος είναι κάθε εγώ. Το βίωμα του δημιουργού συναντά ή παρακινεί το βίωμα του αναγνώστη σε μια από κοινού ερωτική απεύθυνση, που κατά τα άλλα διατηρεί πάντα τον χαρακτήρα της χαμηλόφωνης συνομιλίας ανάμεσα σ’ ένα ορισμένο εγώ και σ’ ένα ορισμένο εσύ.

Ο ποιητικός λόγος είναι παρ’ ολίγον δωρικός στην έκφραση, σχεδόν εγκεφαλικός στην εκφορά αλλά λυρικός στη σύλληψη και συναισθηματικός στο περιεχόμενο. Ομολογεί ένα αίσθημα, χωρίς να το φωνάζει, χωρίς να υπερβάλλει στην έκφρασή του, χωρίς να επενδύει την ποιητική υπόστασή του με περιττά γλωσσικά ψιμύθια. Χειρίζεται με τέτοια σιγουριά, εμπειρία και αυτοπεποίθηση τα εκφραστικά του μέσα, ώστε κάθε λέξη να ηχεί δικαιωμένη ανάμεσα στις άλλες και κάθε ποίημα να διατηρεί μέσα στις επιμέρους συνδηλώσεις του ένα ξεκάθαρο νοηματικό περίγραμμα. Διαβάζοντάς τον έχεις την αίσθηση μιας διαρκούς ακροβασίας πάνω σε μια λεπτή κόκκινη γραμμή αισθήματος και λογικής, λυρικού και δωρικού ύφους, απ’ όπου προέρχεται η αναγνωστική αίσθηση της κατακτημένης ισορροπίας.

Κλείνω με τις απαραίτητες συστάσεις. Ότι δηλαδή αναφέρομαι στην ποιητική συλλογή του Σπύρου Κιοσσέ, Το κάτω κάτω της γραφής, εκδ. Μελάνι, 2018, γιατί στο κάτω στο κάτω κάτω της γραφής αγαπάω, υπερασπίζομαι και εμπνέομαι από κείνες τις γραφές που τόσο ωραία ξέρουν να αγαπάνε, να υπερασπίζονται και να εμπνέουν.


Το βιβλίο της Σάντις Βασιλείου "28 μέρες κάτω από τη γη" εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2017.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων από τις εκδόσεις μας, 
παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία.
από το βιβλίο:

30 τ.μ.

Το σπίτι είναι τόσο μικρό
Πού να χωρέσει τέτοιες συνθήκες πολέμου
Έτσι, δε ζω πια εδώ
Εδώ
Περιμένω

Τα βράδια δανείζομαι ένα ζευγάρι γκρίζα φτερά
Από τον θυρωρό που κάποτε ήτανε πουλί
Ανεβαίνω στην ταράτσα και χορεύω
Όλη νύχτα φλερτάρω
Mε την ιδέα
Να πετάξω

*** 

βιογραφικό:

Η Σάντι Βασιλείου γεννήθηκε το 1995. Ζει στην Αθήνα και σπουδάζει Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η πρώτη ποιητική συλλογή της "28 μέρες κάτω από τη γη" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θράκα το 2017.

***

από κριτικό σημείωμα του ποιητή Γιώργου Ψάλτη στη bookpress:

Η αίσθηση του βιβλίου είναι αυτή ενός μωρού που μεγαλώνει, μεγαλώνει, παραμένει μωρό, μεγαλώνει, γίνεται μεγαλύτερο από τα έπιπλα και τους ανθρώπους, συνεχίζει να μεγαλώνει, να φουσκώνει, παραμένει ένα γλυκό μωρό, καταλαμβάνει όλο το δωμάτιο, οι τοίχοι εξαϋλώνονται, το πάτωμα και το ταβάνι εξαϋλώνονται, το μωρό, ακίνητο, άγαλμα, χαμογελά, αιωρείται, ακίνητο παρακολουθεί την αδιαφορία όσων πριν ήταν στο δωμάτιο μαζί του.  [...]


Στις 16 & 17 Αυγούστου 2019 στο Κάστρο Βελίκας το φεστιβάλ OPEN NIGHTSdefragπαρουσιάζει ένα διήμερο για τον εορτασμό της Αυγουστιάτικης πανσελήνου με τίτλοΣτο φως του φεγγαριού.
Ένα διήμερο οπου το διακαλλιτεχνικό φεστιβάλ OPEN NIGHTS, στον 4ο χρόνο δημιουργίας, με τον ειδικό τίτλο Defrag (= αποκερματισμός), συνεχίζει τον διάλογο μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού και ανοίγει την εμπειρία σε άλλες, εκτός της πόλης της Λάρισας, περιοχές της Θεσσαλίας και της Ελλάδας.
Στο κάστρο της Βελίκας η βάση του φεστιβάλ θα είναι μια εικαστική έκθεση στον αρχαιολογικό χώρο ανοικτή για το κοινό και τις 2 ημέρες από τις 19:00-24:00 ενώ θα παρουσιαστούν Performances Χορού και Ποίησης και πολύ Μουσική.
Το διήμερο φεστιβάλ τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και είναι μια συμπαραγωγή της ομάδας OFF ART με την  Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας, το Δήμο Αγιάς και την Κοινωφελή Επιχείρηση «Καλυψώ». Υποστηρίζεται απο την Περιφέρεια Θεσσαλίας, την ΠΕΔ Θεσσαλίας, την  Αντιδημαρχία Πολιτισμού Λάρισας,  το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το περιοδικό ποίησης ΘΡΑΚΑ και το Quartair Contemporary Art Initiatives (Χάγη, Ολλανδία).
Η είσοδος είναι ελεύθερη ενώ παρέχεται μεταφορά στο Κάστρο με λεωφορείο (έναρξη διαδρομών:19:00 /Πλατάνια Βελίκας)
Στην έκθεση παίρνουν μέρος οι εικαστικοί: Zeger Reyers(Ολλανδία), Fab Jonkers(Ολλανδία), Βαγγέλης Βλαχοδήμος (Λάρισα), Άρτεμις Διαμαντή- (μουσική: Θεόδωρος Καρκατσέλας) (Λάρισα), Ιφιγένεια Σδούκου (ποίηση: Στέλλας Νταβαρούκα) (Λάρισα), Λία Σταμοπούλου(Αθήνα), Σοφία Τερζίδου(Μεγαλόβρυσο Αγιάς), Χάρης Τζίκας(Λάρισα), Κωστής Τσιάχας (Λάρισα)
Ποιητές που θα παρουσιάσουν ποίηση δική τους και άλλων ειναι οι:  Jasmina Mukic (Κροατία), Katja Gorecan  (Σλοβενία), Θάνος Γώγος (Λάρισα), Χρήστος Κολτσίδας (Καρδίτσα), Αντώνης Ψάλτης (Λάρισα)
Χορεύουν: Μαρία Κυρμά, Ρούλα Πίκουλα, Λαμπρινή Πολύζου, Βάσω Σουλτούκη, Κατερίνα Χονδρού
Την καλλιτεχνική διεύθυνση, Σκηνοθεσία και Χορογραφία υπογράφει η Ρούλα Καραφέρη.
Χορηγοί είναι το Spitaki Café και  Ηλιάτορας –coffee & snack bar, ενω χορηγοί επικοινωνίας η  Eφημερίδα των Συντακτών και η διαδυκτιακή πλατφόρμα All about Festivals.

Η «Βεγγέρα» της Μαργαρίτας Νταλακμάνη εκδόθηκε το 2017 από τις εκδόσεις Θράκα.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων από τις εκδόσεις μας, 
παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία.
Από το βιβλίο:
Καμιά φορά ζηλεύω τους ανθρώπους που έχουν άνοια. Σε περιμένουν χωρίς αγωνία, δεν έχουν τίποτα να τους στερήσεις πια, καμία ανάμνηση, κανέναν αγαπημένο, κανένα όνομα. Δεν σε ζητάνε ως λύτρωση, δεν μετράνε τον χρόνο, δεν υπάρχει χρόνος. Τον μεγαλύτερο μου φόβο, μη χάσω το μυαλό μου, μη ξεχάσω τα ονόματα των ανθρώπων μου, τα πρόσωπά τους, τις φωνές τους, τον χειρότερο εφιάλτη μου, τον βλέπω σαν την καλύτερη εκδίκησή σου.

*

Από κριτικό σημείωμα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου που δημοσιεύθηκε στο blog του:

Η Βεγγέρα της Μαργαρίτας Νταλακμάνη είναι ένα από αυτά τα πολύ μικρά βιβλία που μας αρέσει να τα διαβάζουμε μονοκοπανιά, όταν ξέρουμε πως δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας, για να βρεθούμε τελικά να τα πιάνουμε από την αρχή δυο και τρεις φορές στη σειρά, γιατί δεν μπορούμε να τ’ αφήσουμε τόσο γρήγορα κάτω.

*
Βιογραφικό:
Η Μαργαρίτα Νταλακμάνη γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1977. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΣΥΛΟ

Όχι, δεν εννοώ την περίκλειστη γυάλα του αυτοψυχαναλυόμενου στιχοπλόκου, ούτε την αυτιστική χώρα από όπου η αποφορά μιας πνευματικής ανακύκλωσης καταπατά κάθε έννοια ποιητικής δημιουργίας. Όχι δεν εννοώ τον χώρο του ελιτισμού, της αστικής ευγένειας με ολίγη στιχοποιία, του δούναι και λαβείν ευσήμων άνευ ουσίας, όπου πατρονάρουν λογής μέντορες. Τούτο το ποιητικό άσυλο, υπαρκτό μεν, είναι ανάξιο μνείας και αξίζει της σύλησης.

Μιλώ για το άλλο, το αληθινό ποιητικό άσυλο. Το μόνο που στα αλήθεια υπάρχει. Εκείνο εντός του οποίου η ανθρώπινη δημιουργικότητα γεννά δημιουργήματα. Το ποιητικό άσυλο που χτίζουμε και γκρεμίζουμε με τις επιλογές και τις στάσεις μας καθημερινά, ως άλλο γιοφύρι της Άρτας –και που πλέον το ξεθεμελίωμά του μοιάζει να υπερτερεί και να κινείται ταχύτερα της θεμελίωσης του. Το ποιητικό άσυλο, εκείνη η ου-τοπία, όπου η ανθρώπινη δημιουργία, «φαντασιοφλογισμένη» και «αξαφνοσπαρμένη» δημιουργεί μέσα από τον λόγο, τον ρυθμό, την κίνηση, την τεχνολογία και κάθε άλλο μέσο εικόνες, μνήμες, ιδέες. Μιλώ δηλαδή για τον χώρο που δεν αποτελείται από αίθουσες και πόρτες, ντουβάρια και αυλότοιχους, αλλά από αυθεντικές και ουσιαστικές δημιουργίες της τέχνης και της επιστήμης –αυθεντικές γιατί δεν χτίζονται με κάποιο σκοπό και ουσιαστικές γιατί επιτελούν με την περάτωσή τους πολλαπλούς ανώτερους σκοπούς. Το ποιητικό άσυλο, ο ασύλητος ου-τόπος της ανθρώπινης επινοητικότητας και δημιουργίας. Αυτός ο τόπος δέχεται επίθεση. Όχι επίθεση. Απανωτές επιδρομικές καταδρομές.

Είναι τέτοιες οι μέρες μας: μέρες της χρηστικότητας. Και χρηστικό είναι ό,τι κάνει την αγορά της οικονομίας να κερδοφορεί. Αν κάτι δεν είναι χρηστικό, δηλαδή δεν δημιουργεί κέρδος, είναι το λιγότερο αδιάφορο. Πάντα έτσι ήταν, πάντα αυτός ήταν ο απαρασάλευτος εχθρός των ανθρώπων-ποιητών: η εργαλειοποίησή τους, η υποβάθμισή τους σε χρήσιμα όντα, η μετατροπή τους σε μπαταρίες όπως θα ‘λεγε κι ο τραγουδοποιός των τρισκατάρατων Εξαρχείων. Αυτός ο εχθρός πλέον έχει την πρωτοκαθεδρία. Έχει τον έλεγχο των κινήσεων. Θέτει με την γραφειοκρατική βούλα και την βουλευτική γραφίδα την ατζέντα. Το άσυλο ως προυποθετική έννοια της δημιουργίας, θεωρείται άχρηστο, γιατί η ίδια η δημιουργία σε ένα κόσμο βγαλμένο από κάποιο εγχειρίδιο χρήσης είναι άχρηστη. Ο απρόβλεπτος, μη ελεγχόμενος και επαναστατικός χαρακτήρας που εγγράφεται ταυτοτικά εντός της δημιουργίας είναι ασύμβατος με τους καιρούς. Το ποιητικό άσυλο πρέπει να πεθάνει. Όπου κι αν βρίσκεται. Ακόμα και μες στα πανεπιστήμια.

Γιατί, παρά τις στρεβλώσεις, τις ασχήμιες, και τα ανυπόφορα διαχρονικά προβλήματα του ακαδημαϊκού χώρου, το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί κάποτε περισσότερο και κάποτε λιγότερο ως κιβωτός δημιουργίας, ως ένας ασύλητος χώρος περιέργειας, πνευματικής εμβάθυνσης και διανόησης. Δεν είναι τυχαίο ιστορικά πως όταν οι κοινωνίες έκαναν ένα επαναστατικό βήμα προς τον εξανθρωπισμό τους, πάμπολλες φορές πήραν την φόρα τους από τους χώρους όπου ο προβληματισμός, η γνώση και η νιότη σμίγουν –δηλαδή τους πανεπιστημιακούς χώρους. Η προαναγγελθείσα κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, αν απεκδυθεί των αυτονόητων και λογικοφανών επιχειρημάτων της και ιδωθεί με βάση όσα προαναφέραμε, θα μπορούσε να ενταχθεί ως ένας ακόμα κρίκος στην μακριά αλυσίδα των αλλεπάλληλων επιδρομών της οικονομικιστικής θέασης του κόσμου εναντίον της ποιητικής.

Σκεφτείτε: όλες οι έκνομες και κάποτε εγκληματικές ενέργειες εντός του πανεπιστημίου θα μπορούσαν και να αντιμετωπιστούν και να προληφθούν εντός του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Το ζητούμενο για το οποίο θα πρέπει αλλάξει ο νόμος και να γίνει πραγματικά ωμός και βαρβαρικός είναι άλλος. Δεν είναι η καταπολέμηση τυχόντων παραβατικών πράξεων. Είναι η καταπολέμηση της δημιουργικότητας ως συλλογική λειτουργία και συνείδηση. Αυτό επιδιώκεται να ξεριζωθεί.

Επιμένω. Η εποχή καταδικάζει το ποιητικό άσυλο και το ξεστελιώνει όπου κι αν βρίσκεται. Ακόμα και στα πανεπιστήμια. Ωμά και προοδευτικά. Προοδευτικά ώσπου να συνηθίσουμε την κοινωνική δυστοπία που έχει αρχίσει να θρονιάζεται στους σβέρκους μας. Μια δυστοπία στην οποία τα πάντα θα κρίνονται μέσω των οικονομικών τους επιδόσεων, ενταγμένα πλήρως στο (μη) αξιακό σύστημα των αγορών. Μια δυστοπία όπου δεν θα χρειάζεται να παρεμποδιστεί η ελεύθερη διακίνηση ιδεών, γιατί πολύ απλά, δεν θα γεννιούνται ιδέες. Ναι, το ποιητικό άσυλο στην σφαίρα της κοινωνίας είναι εμπόδιο για την πλήρη κονιορτοποίησή της σε μάζα παραγωγών-καταναλωτών χρηστικών προιόντων. Για αυτό νομοθετείται η κατάργησή του, αρχής γενομένης από τα πανεπιστήμια, έναν από τους τελευταίους θύλακες της γνώσης με την λειτουργία που τόσο καίρια επεσήμαινε κείνο το παλιομοδίτικο αριστοτελικό ρητό: «Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει.».

Είναι στην φύση μας η δημιουργία. Κι όταν δημιουργούμε ελεύθερα, όταν στοχαζόμαστε ελεύθερα, όταν πράττουμε ελεύθερα σε ένα αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση σύστημα αποτελούμε παραφωνία. Για αυτό έχουμε ανάγκη το άσυλο. Όσοι νιώθουμε ποιητές, είτε στο γραφείο μας, είτε στο αμφιθέατρο μας, είτε στο χωράφι μας έχουμε ανάγκη από άσυλο. Το γνωρίζουν καλά αυτό οι αρχιτέκτονες και οι προγραμματιστές του συστήματος που θέλει να μετατρέψει κάθε ανθρώπινη σχέση σε σχέση υπαλληλική, εξαρτώμενη και ανελεύθερη –δηλαδή σε μη σχέση.

Συνοπτικά. Η επερχόμενη κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου είναι μια πολιτική πράξη άκρως συμβολική. Συμβολίζει την λύσσα της αγοράς απέναντι στην αμφισβήτηση της κοινωνίας, το μίσος του μηχανοποιημένου βίου απέναντι στην φαντασμαγορία της ζωής. Ο έλεγχος πάνω σε κάθε τι που παραμένει ανθρώπινο, δηλαδή εν δυνάμει ελεύθερο, απαιτείται εδώ και τώρα. Δεν υπάρχει άσυλο για κανένα και τίποτα –πλην τραπεζών, μεγάλων επιχειρήσεων και λογής ατμομηχανών της «ανάπτυξης». Και εμείς πρέπει πλέον να ζήσουμε συμβιβασμένοι με αυτήν την νέα κανονικότητα. Μια κανονικότητα, που στο όνομα του αγαθού της ασφάλειας των καταναλωτών-παραγωγών, θέτει σε πλήρη ανασφάλεια την ποιητική και ελεύθερη φύση των πολιτών.


Το βιβλίο του Π. Ένιγουεϊ βρέθηκε στις μικρές λίστες του περιοδικού Ο Αναγνώστης στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενοι στην πεζογραφιά



Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 τίτλων των εκδόσεών μας, παρουσιάζουμε παλιά και νεότερα βιβλία μας.

*

 Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα

Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα. Πότε πήρα την απόφαση; Πριν από ένα λεπτό περίπου. Για την ακρίβεια, πριν από ενάμισι λεπτό. Περίπου. Θέλω να πω: πριν από ενάμισι λεπτό και κάτι δευτερόλεπτα. Δεν θα ξαναγράψω ποτέ πια άλλα διηγήματα.
[...]

***

Φρέαρ

«Σάντσο, έχω κουραστεί να περιφέρομαι άσκοπα σε αυτό το μυθιστόρημα», και,
καβάλα στον Ροσινάντη, ύψωσε τη λόγχη του και όρμησε με μανία προς τον
Μιχαήλ Θερβάντες, όμως καταποντίστηκε σε ένα ξεσκέπαστο φρέαρ.

 

--------------------

από κριτικό σημείωμα του Άγη Αθανασιάδη στο Librofilo:

Στην αρχή νομίζεις ότι κάποιος σου κάνει φάρσα με τις πρώτες σελίδες, μετά όμως καθώς αντιλαμβάνεσαι το ύφος και τη δομή του βιβλίου, το πράγμα “φωνάζει” ότι κάτι καλό γίνεται.


Έχοντας ως κεντρικό σημείο την μικροϊστορία με τίτλο “Φρέαρ”, που βραβεύτηκε στον διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού “Φρέαρ” τον Ιανουάριο του 2015, ξεδιπλώνεται ένα παιχνίδι λέξεων και προτάσεων, επαναλήψεων και αφορισμών, συνταγών και λογοτεχνικών τρικ που άλλοτε ξενίζουν τον αναγνώστη, άλλοτε τον θυμώνουν, άλλοτε τον γοητεύουν. [...]





Γράφετε;
Ένα στίχο για τους τυχαίους στο δρόμο που δεν έχουν τίποτα προδοτικό πάνω τους κανένα χάδι…
Ένα πληθωρικό βλέμμα σ αυτή τη φιγούρα απέναντι, θέλει τόσο πολύ βλέμμα και συ θέλεις άλλο τόσο να το στερήσεις. στα πόδια σημάδια. «Φρακάραμε»! έλεγε ο πατέρας μου όταν έβλεπε κίνηση, ένα πληθωρικό βλέμμα σ αυτήν απέναντι ένα στυλό διαρκείας μια απώλεια σε συνέχειες μια διαρκής απουσία μια ανεπαρκής συνουσία η λέξη κάτω απ το τακούνι της, αποθνήσκει βίαια το νόημα. Ζω με φωτογραφίες λαχαίνει να γράφω η παράταση –μια πίκρα—στα τελευταία μέτρα της κούρσας ασθμαίνει. Γράφετε; Ναι. Έλα κοντά μου ο ένας μου εαυτός παίρνει παράταση απ τον άλλο. Ο πούτσος παίρνει παράταση φρακάρει σπάει το προφυλακτικό και σκάει ο ποιητής. Είθε να κουρσεύεις τα lime να έρχεσαι κι από το σπίτι να πηγαίνουμε εκδρομές, μπάνια να κάνουμε να βγάλουμε το ζόρικο χειμώνα. Βλέπω το λάκτισμα του λόγου που φεύγει (συν)ένοχος μαζί με τη μπόρα του αβέβαιου Ιούλη για την καταστροφή μου



Στη Ζέα

Θαυμαστά τίποτα
πολλές στιγμές
καύτρες νυχτερινές η άσφαλτος χαράματα
γδέρνει τις ρόδες τις ραπίζει
καθώς την πατάνε
ολημερίς και ολονυχτίς αλλά κυρίως
η νύχτα ξέρετε πως πονάει
πονάει ως παρανυχίδα
η νύχτα με αγαπάει και γω τη φοβάμαι
η αγάπη κλαίει
παραθερίζει ως διάσημη
κολυμπά σε απάτητα ακρογιάλια
θαυμαστός ο Θεός
και εγώ θαυμαστός
στο θαυμαστό τιποτένιο αποτύπωμα του τίποτα
ο Γιώργος, πλάι του η Μαρίνα
-Σταυρός-
στο μπαλκόνι του γιατρού γλειφιτζούρια και στήθια
σου φτιάχνω μαρμελάδες
κόβω ντομάτες
το λιόγερμα ίσως τα πάντα ίσως όμως και τίποτα
όλα μια μεγάλη πράσινη μάντρα
χορταριασμένη
η βροχή πάνω μου ένα θαυμαστό τίποτα
τα χέρια μικρά να αγγίξουν
η μέρα της γέννησής μου:
τραγικό τίποτα
ίκτερος, αταράξ άζαξ στα τζάμια
κουτάκια μπύρας, δαχτυλίδια
στο ραδιόφωνο La traviata
κάποιοι ακούνε Βέρντι κι άλλοι Βέρτη
η πολυκατοικία -κι αυτό το φλύαρο ποίημα- ένα μουσικό συνονθύλευμα
τα ρολόγια σταματημένα, ώρα: δέκα παρά τίποτα
η ζωή
εσύ
εγώ
όλα στην πλάτη θαυμαστά βαρίδια
για παλαιστές μεγάλους
στο χάος ριγμένος
πλην όμως σαν κεράκια ανάβω θαυμαστά τίποτα



Η επανάσταση του Κονφορμίστα: Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και οι κινηματογραφικές επαναστάσεις.


Αν η ιδέα μιας ζωής ψηφίδας στο ψηφιδωτό της μάζας και των καθολικών πεποιθήσεων (μας) μοιάζει με όαση, ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, εγκαινίασε την κινηματογραφική δεκαετία των ‘70s χώνοντας απανωτές σφαλιάρες στη συμβατική ηθική.
Με ήρωα του έναν τριαντάρη ξανθό γοητευτικό -πλην φασίστα-, στην Ιταλία των ‘30s, σε επίσημη αποστολή εξόντωσης ενός πρώην αντιφασίστα καθηγητή του, αφηγείται την ιστορία της ολοκληρωτικής κατάδυσης στα σκοτάδια της απόλυτης αποδοχής της μάζας. Όσο ο ήρωας του πασχίζει να εξασφαλίσει την μακροημέρευση της κοινωνικής του θέσης και των κεκτημένων του, ο Μπερτολούτσι μιλάει απερίφραστα για το έγκλημα ηθικής «κρύβομαι στο σπίτι μου μου ακόμα και την ώρα που ο ουρανός πέφτει στα κεφάλια των αστέγων».
Αν βρίσκεστε σε ηλικία γάμου και τεκνοποίησης, δε θα διστάσει να ξεφτιλίσει με το σκηνοθετικό του γάντι την επιλογή της θεάρεστης πυρηνικής οικογενείας. Μιας «ιδανικής» οικογένειας ,εδώ, με αυτάρεσκο πυρήνα σκληρό όσο το κουκούτσι του βερίκοκου και φασιστικό όσο η ιδέα της ανωτερότητας του «έθνους». Αν η παραίτηση από τα ιδεαλιστικά νιάτα φαίνεται μονόδρομος, ο Μπερτολούτσι θα σε αφήσει να πάρεις τη στροφή της εγκατάλειψης του ιδεαλισμού και θα σε οδηγήσει σαρκαστικά και μοιραία σε αδιέξοδο. Θα εμφανίσει μπροστά σου ένα τοίχο κλοιό που σφίγγει ανελέητα, αλλά δε θα δώσει ποτέ την απάντηση αν εσύ ο φαινομενικά αθώος, θα μας απαλλάξεις από την παρουσία σου. Ούτε αν οι άλλοι, είναι εκείνοι οι διαβόητοι πραγματικοί επαναστάτες που εν είδει λαϊκού δικαστηρίου θα σε πετάξουν στον καιάδα με τους «ανήθικους» και τους φασίστες. Αν είσαι –ήδη- ο ευφυής δραστήριος τίμιος εργατικός οικογενειάρχης που θέτει στο απυρόβλητο την αγία οικογένεια του, ο Μπερτολούτσι θα σου χώσει στα μάτια το φακό του έξω κόσμου και θα σε ρωτήσει βροντόφωνα αν εσύ έκανες ποτέ τίποτα για χάρη του.

Κι αν, όμως, ο Μπερτολούτσι δεν τα καταφέρει κι ο φακός δε σε τυφλώσει; Κι αν η κινηματογραφική επανάσταση της καταδίκης της συμβατικής ηθικής αποτύχει; Κι αν η επιλογή της καθήλωσης σε ένα κάποιο πλατωνικό σπήλαιο με πραγματικότητα τις ωραιοποιημένες αντανακλάσεις ενός κόσμου που βράζει, εξακολουθεί να ταυτίζεται με την ευτυχία σου;

Τότε, δε θα ψάξεις απαντήσεις στο παντοτινό ερώτημα της αποτυχίας των επαναστάσεων, στο Μπερτολούτσι. Τότε δεν θα ταξιδέψεις στην Ιταλία για να τον βρεις. Δεν θα μεθύσεις σε μια πέτρινη ιταλική πλατεία ,με ένα δέντρο στη μέση, επειδή έμαθες πως –τελικά- ο Μπερτολούτσι μένει στο Λος Άντζελες και δεν έχεις λεφτά να τον φτάσεις. Τότε ίσως να προτιμάς το Λος Άντζελες από μια μικρή ιταλική πόλη, γιατί σ’ αρέσει το σερφ, τα ωραία ξανθά κορίτσια, το Venice Beach και τα Στάρμπακς. Και τότε δε θα αναρωτηθείς ποτέ γιατί ένας πραγματικός επαναστάτης μπορεί τώρα να μένει στο Λος Άντζελες. Ούτε αν τελικά σου είπαν αλήθεια πως δε μένει σ’ αυτή την ιταλική πόλη. Τότε, θα είσαι 20 χρονών ή και 50, θα κρατάς αγκαλιά το γιο σου ή τη γυναίκα σου και το συναίσθημα του «νοιάζομαι για όσα μου ανήκουν», θα σου μοιάζει αυτονόητο κι ιδανικό.

Τότε, όμως, -ακόμα- σε κάποια άλλη πόλη, μία πόλη μικρότερη χωρίς πλατεία και χωρίς δέντρα, ο φακός του Χέρτζογκ, θα τυφλώσει ένα 14χρονο κορίτσι και ένα 20χρονο αγόρι. Σε κάποιο δρόμο της μικρής πόλης, το αγόρι θα πέσει πάνω στο κορίτσι και θα του πει πόσο μοιάζει η μικρή τους πόλη μ’ εκείνο το σκοτεινό λούνα πάρκ στην τελευταία σκηνή του Στρότσεκ. Το κορίτσι θα του απαντήσει πως συχνά σκέφτεται πως οι κάτοικοι της μικρής πόλης μοιάζουν με τις κότες του λούνα παρκ. Και θα προσθέσει πως εκείνες οι κότες ζούσαν μέσα ένα χάρτινο κουτί. Και ήταν καταδικασμένες να γυρνάνε γύρω γύρω, όποτε κάποιος έβαζε λεφτά σε μια σχισμή του κουτιού. Πόσο κρίμα να μπορείς να τρως ελεύθερα το πίτουρο σου και να μη σε αφήνουν τέσσερες χαρτονένιοι τοίχοι. Το αγόρι θα χαμογελάσει και θα σκεφτεί τους γονείς του ως κότες που κουνιούνται μόνο όταν τους ποτίζουν λεφτά. Το κορίτσι θα κάνει την ίδια σκέψη. Και οι δυο τους, θα αποφασίσουν αμέσως πως οι γονείς τους είναι άνθρωποι και πως εκείνοι δεν πρόκειται να μοιάσουν ποτέ με παιχνίδια σε λούνα παρκ. Την επόμενη μέρα θα δακρύσουν ,παρέα, με τον «Κονφορμίστα» και ο πανόπτης Μπερτολούτσι, θα χαμογελάσει με τη βεβαιότητα πως οι θιασώτες των επαναστάσεων του είναι πάντα λίγοι. Θα σκεφτεί ότι ,αν και γέρασε, αγαπάει τους επαναστάτες και τον κινηματογράφο. Θα ρουφήξει λίγο κρασί και θα αναρωτηθεί αν το αγόρι και το κορίτσι θα έρθουν να τον βρουν ή αν θα αλλάξουν μόνοι τους τον κόσμο.

εκδ. Θράκα

 «Εφήμερα ζώα»: Το χαμόγελο του χιονιού

«[…]
ποτίζω κάθε μέρα το χαρτί

ν’ ανθίσει κάτι άγριο

να μην
χωράει
στο συρτάρι»

  Στον κόσμο των φυτών υπάρχει μια σιωπηλή αγωνία που συγγενεύει με την αφή: η βάρβαρη επικράτηση του ενός προς τον ήλιο. Και στην αφή το εγώ απεγνωσμένα ψάχνει τον εαυτό του, γδέρνοντας σώματα για να κατασπαράξει την καρδιά του, δαγκώνοντας αυτιά για να ακούσει την φωνή του, χαϊδεύοντας μαλλιά ώστε να οικειοποιηθεί ένα φως, που αν και προορίζεται για το ίδιο, παραμένει απρόσιτο υπό το πέπλο της αγνότητας. Στραγγαλίζοντας κλαδιά, ξεριζώνοντας τα πόδια μας για να περπατήσουμε, πονάμε. Για να σωθούμε από την πίστη, χειρουργούμε τον εαυτό μας δίχως ενέσεις αναισθητικών, γιατί αναπνέουμε μέσα από τον πόνο, ουρλιάζοντας : «πονάω, άρα υπάρχω». Γιατί δεν υπάρχει αίσθηση συγγενέστερη με την γέννησή μας, από την αφή. Σε ένα ποίημα της συλλογής «Εφήμερα ζώα», η Βασιλεία Οικονόμου λέει: «κι όσα κάποτε υπήρξαν τρυφερά/ -όσο το δέρμα ενός έρωτα-», χαμογελώντας με πικρία σε έναν κόσμο όπου « Η άνοιξη με βλέμμα αφέντρας σηκώνει τον κόσμο ψηλά·/ όμως το χιόνι, έχει αγκαλιά φιλεύσπλαχνη γι’ αυτούς που πέφτουν.» Αν η τρυφερότερη ανάμνηση και προσδοκία είναι η τραχύτητα του σώματος του έρωτα, η φτώχεια του χιονιού δικαίως υπάρχει για τους ερωτευμένους που έπεσαν χορεύοντας ένα βαλς. Και είναι σε αυτήν την πτώση μέσα στο χαμόγελο του χειμώνα, που έρχεται μια προσδοκία ψεύτικη, παιδική, που σε κάνει να χαμογελάς πριν το τέλος:

«Σιμόν
μάζεψε την ποδιά
-άσε τα πιάτα βρεγμένα-
Δεν θέλω τίποτα στεγνό
σ’ ένα δωμάτιο μαζί σου

Έλα να δούμε αγκαλιά
τα πλοία που βυθίζονται στο νεροχύτη
Τα μικρά νεκρά μας ψάρια
έτσι όπως συνωστίζονται
στο σιφόνι

Λες να υπάρχει ένας παράδεισος, Σιμόν;
Κάτω από τις τρυπούλες
του μετάλλου
Ένας παράδεισος γεμάτος σαπουνάδες
κι απορρυπαντικά
με άρωμα μήλου

Κι ίσως καθάριζα μια και καλή, Σιμόν
αν γλιστρούσα κι εγώ με τα ψάρια
Αν καβαλούσα ένα καράβι
και ονόμαζα δική μου
την υπόγεια αυτή πόλη

Σκέψου Σιμόν, ο καφές που έφτιαχνες
όσο εγώ βιαζόμουν να φύγω
να επιστρέφει κολυμπώντας σ’ εμάς
μ’ όλη του την πικρή θαλπωρή

Α Σιμόν όλα
-κι ίσως κι εγώ-
αξίζουν κάποτε
μια δεύτερη
ευκαιρία»

Όμως ο ρεαλισμός είναι ωμός. Πάντα όσοι αγαπούν την ομορφιά, υποχωρούν για να την σώσουν, διαιωνίζοντας την ύπαρξή τους μέσα στην ανάμνησή της, όπως η γοργόνα στο ποίημα «iv» από την ενότητα «4 υγρά ποιήματα». Και ο ίδιος πάλι με την σκληρότητά του νοηματοδοτεί την ομορφιά ως επανάσταση απέναντι σε μια επανάσταση, έναν κόσμο που φαίνεται πλασμένος σαν ένσταση προς τον εαυτό του και αφήνει τους πάντες στο δικαστήριο άφωνους. Είναι αυτοθυσία, κωμωδία, δικαιοσύνη, μίσος, είναι τρέλα; Και αλήθεια, αυτή η ησυχία στο δικαστήριο αυτό, είναι η ποίηση.

«i.

Έφταναν με το κύμα
Μικρά νησιά
σαν παλάμες
γεμάτες άμμο

Κάποτε
με στόματα
ανοιχτά
συναντήθηκαν

Ώσπου ο χρόνος τα άφησε άφωνα
και τα έσπρωξε στη θάλασσα
πίσω εκεί που ανήκουν»

Η ποίηση της Βασιλείας Οικονόμου μοιάζει με την ανατροφή και στην συνέχεια την χειραφέτηση ενός ζώου. Δεν είναι εφήμερο το ίδιο, αλλά οι προσδοκίες μας για την ζωή μας μαζί του. Κι αν και η ποιήτρια έθρεψε τέτοια ζώα, αν και σε πολλά σημεία της ποίησής της φαίνεται μια σπίθα αθώου εγωισμού να τα κρατήσει για πάντα κοντά της, το χέρι της σταθερό άγγιζε τα σώματά τους, καθώς σκεφτόταν το χιόνι.

Η ποιητική συλλογή «Εφήμερα ζώα» της Βασιλείας Οικονόμου εκδόθηκε τον Οκτώβριο  του 2018, από τις εκδ. Θράκα.

ΛΕΝΑ  ΚΑΛΛΕΡΓΗ – ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ

εκδόσεις Γαβριηλίδης

( παρουσιάση , 03/07/19, Αντώνης Ψάλτης, Λάρισα )

Στην ιστορία της Μεσογείου ( από τα παράλια της εγγύς Ανατολής και τα συροπαλαιστινιακά ενδότερά, μέχρι το Γιβραλτάρ ) το πλοίο έχει, ήδη από την νεολιθική ή πιθανώς και από την μεσολιθική εποχή, την σημαντικότερη θέση. Είναι το πλοίο μέσω του οποίου ο προϊστορικός και αρχαίος άνθρωπος θα κατακτήσει τον ρου των ποταμών και την θάλασσα, ουσιαστικά έτσι συμβάλλοντας σημαντικά σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του ανθρώπου και του πολιτισμού. Είναι το πλοίο το μεταφορικό μέσo ανταλλαγής εμπορευμάτων. Είναι το πλοίο που θα μεταφέρει, ως τρόπο εμπορικής συνεννόησης αρχικά, μεμονωμένες λέξεις. Λέξεις λειτουργικές, αλλά και γλώσσες που βρίσκονται στην φάση της δημιουργίας τους ή σημαντικής εξέλιξης τους. Είναι εν τέλει το πλοίο ο αγωγός μέσω του οποίου θα υπάρξει η επικοινωνία όχι μόνο των τότε ελιτ, με ανταλλαγές πολύτιμων δώρων, αλλά και ολόκληρων των ξεχωριστών πολιτισμών, και είναι εξ αιτίας του πλοίου που αυτή η επικοινωνία θα δημιουργήσει έναν ευρύτερα αποκαλούμενο πολιτισμό, τον μεσογειακό (καταχρηστικό όνομα, πλην όμως έχει βάση), που είναι ο γενεσιουργός του δυτικού πολιτισμού.

Κάθε άλλο, λοιπόν, παρά τυχαίο είναι, το ότι ένας από τους βασικότερους μεσογειακούς και θρησκευτικούς μύθους είναι ο μύθος της κιβωτού του Νώε. Ωστόσο δεν πρόκειται για τόσο αυθαίρετο μύθο, άλλωστε ουδείς μύθος πατά απόλυτα στην αυθαιρεσία. Οι αρχαιολογικές μελέτες αναφέρονται σε κάποιο είδος υδάτινων καταστροφών περίπου το 3.000 πΧ, εποχή δηλαδή που οι γλώσσες της ευρύτερης περιοχής μπαίνουν στο στάδιο της αναδημιουργίας τους, της αναγέννησής τους, από την απλή σφηνοειδή, στην δημιουργία αλφάβητου, από τις απλοϊκές προτασούλες στην γραφή βασιλικών επιστολών, αλλά και ιερατικών ύμνων, και λίγο αργότερα επικών ύμνων, που αποτελούν την πρώτη μορφή  ποίησης.

Δεν είναι, λοιπόν και εξίσου, διόλου τυχαίο που το πρώτο μέρος του βιβλίου της Καλλέγρη, με τίτλο “ περισσεύει ένα πλοίο ” ξεκινά με ένα εισαγωγικό άτιτλο ποίημα, με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία, με θέμα την κιβωτό. Λαμβάνοντας αφορμή από τον μύθο του κατακλυσμού, μύθος που με διάφορες παραλλαγές, κυκλοφορούσε σε όλες τις περιοχές της μεσογείου,  η ποιήτρια εκθέτει τους προβληματισμούς της για την γραφή και την λειτουργία της ποίησης. Στις επόμενες τρεις ενότητες προχωρεί στην δική της ανάγνωση του κόσμου, όπως και αργότερα θα πω, αλλά εγώ στην σημερινή μας παρουσίαση θα ασχοληθώ κυρίως με την πρώτη ενότητα του βιβλίου.

Οι δύο πρώτοι στίχοι του βιβλίου έχουν ως εξής : “ Από τη σιγουριά της Κιβωτού / περίσσεψε ένας ”. Μήπως η σιγουριά της  Κιβωτού είναι ο δεδομένος κόσμος, η δεδομένη πραγματικότητα, η δίχως ανάγκη αναπαράστασης, δίχως ανάγκη τραγουδιού, δίχως ανάγκη γλώσσας πραγματικότητα. Που αλλού θα βρει κάποιος ασφάλεια, σιγουριά, παρά εκεί που ουδέν τίθεται υπό αμφισβήτηση, αφού έχουν γίνει όλα όπως τα θέλει και τα διδάσκει η σιγουριά; Δίπλα στη λέξη  σιγουριά μπορείτε να βάλετε παράδοση, θρησκεία, νόμοι, έθιμα... Εκεί που όλα προκαθορισμένα δίνονται και λειτουργούν ανέγγιχτα από την περιέργεια της γλώσσας, και κάθε είδους περιέργεια δεν μπορεί παρά να ριψοκινδυνεύει, να ενέχει τον κίνδυνο της ναυτίας, μιας και βρισκόμαστε στην πλημμύρα του μύθου, της θάλασσας ή της γλώσσας.

Κι όμως από αυτή τη σιγουριά περίσσεψε ένας, λέει η Καλλέργη. Κι αυτός ο ένας, που πατρίδα του είναι μόνο το σώμα του, εδώ ( μιας και μιλάμε παράλληλα με τον θρησκευτικό μύθο ) θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τον πλάνητα ( πάντα συμφωνά με την χριστιανική θρησκεία ) Ιησού, ο οποίος αναζητά να βρει ποιος ορίζει τον ρυθμό και τον λόγο. Ρυθμός και λόγος : μπαίνει σιγά σιγά στην πλάση του βιβλίου της Καλλέργη το ζήτημα της γραφής της ποίησης. Λίγο πιο κάτω στο ίδιο εισαγωγικό ποίημα ο Θεός μιλά ως παράταιρος, ως έξω από την σιγουριά, ως τρελός και μας λέει ότι στην αρχή είναι ο λόγος. Τρέλα να επιμένουμε στις μέρες μας ότι στην αρχή είναι ο λόγος και όχι πχ το νόμισμα, το συμφέρον, οι ατέρμονες υλικές απολαύσεις, ή τα μεταφυσικά μαξιλάρια που διόλου απλόχερα, αλλά με αντάλλαγμα την σιωπή, την πίστη, και την μη έρευνα, μας προσφέρουν οι θρησκείες.

Δεν πρέπει ουδέποτε να ξεχνάμε ότι δύναμη ουσιαστική της ποίησης είναι η πολυσημία, η μεταφορά, η αλληγορία. Μοιάζει, λοιπόν, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, και στα δικά μου μάτια, η Καλλέργη να μας μιλά, δανειζόμενη τον μύθο και την ιστορία της χριστιανικής θρησκείας, για την μοίρα του ιδίου του ποιητή. Είναι ο ποιητής ο δημιουργός δια της γλώσσας; Είναι αυτός που μεταφέρει το ποίημα – το δημιούργημα του θεού δια της γλώσσας στο χαρτί, και χωρίς ιερατικούς διαμεσολαβητές; Η σχέση θείου και ποίησης έχει διερευνηθεί  πάρα πολλές φορές και για μερικούς ποιητές, όπως πχ ο Χέλντερλιν, υπήρξε το μέγα – ίσως και το μοναδικό – ζήτημα.

Στο πρώτο λοιπόν ποίημα της πρώτης ενότητας, και μετά από όλα τα ζητήματα που θίγει η Καλλέργη στην προμετωπίδα της ενότητας, έχουμε ξεκάθαρα τον ποιητή να μιλά. Όχι να μιλά ο ποιητής για την έλλειψη σιγουριάς της γλώσσας, για τον παράταιρο θεό ή τι άλλο, αλλά έχουμε τον ποιητή να μιλά για τον ποιητή, για την μοίρα του, για την δική του ζωή. Μέσα σ’ αυτή τη σιγουριά, μας λέει, υπήρξα και γω, όμως δεν ξέρω από πλοία, δεν ξέρω από ταξίδια. Αυτό που πρέπει να κάνω, γράφει στον τελευταίο στίχο, είναι να φτιάξω ένα άλλο πλοίο, δικό μου. Άρα ο ποιητής, σύμφωνα με την Καλλέργη, οφείλει να φτιάξει μια δική του ποιητική ( το τονίζω αυτό  ) γλώσσα, αφού όπως μας λέει και στο επόμενο ποίημα, όπως τα πλοία έτσι και οι γλώσσες, άρα κάθε πλοίο και γλώσσα, άρα κάθε ποιητής ( που θέλει να φτιάξει ένα πλοίο -  ένα ποίημα ) πρέπει, αν θέλει να  δημιουργεί ως  ποιητής, να καταθέσει μια δική του ποιητική γλώσσα. Αν ο ποιητής δεν καταθέσει μια δική του ποιητική γλώσσα, αν με άλλα λόγια δεν φτιάξει το δικό του πλοίο, την δική του κιβωτό, έξω από την δεδομένη σιγουριά, τότε, αναρωτιέται η Καλλέργη, γιατί ποιεί ; Τι δημιουργεί ; Τι κάνει ; Στο τρίτο ποίημα, ένα έξοχο ποίημα, “το αλάτι”, όπως το ονομάζει, η Καλλέργη μας λέει ξεκάθαρα, ότι χωρίς την ποιητική γλώσσα του ο ποιητής αποτυγχάνει. Ότι χωρίς συγκεκριμένη πρόθεση, χωρίς το αριστοτελικό “ου ένεκα”, ας προσθέσω εγώ, ο ποιητής παύει να λειτουργεί ως ποιητής και εκπίπτει στην φιγούρα ενός ναυαγού που ψάχνει απλώς από κάπου να πιαστεί. “Όλοι έρχονται στην θάλασσα με στέρεες προθέσεις.” Έτσι ξεκινάει το ποίημα, με αυτή την τόσο ποιητικά γραμμένη καταγγελία ! Ποιος είναι ο λόγος να έρθεις στην θάλασσα, στην ποίηση δηλαδή, αν οι προθέσεις σου δεν είναι θαλασσινές, δεν είναι ποιητικές, αλλά στέρεες, δηλαδή σίγουρες και σταθερές. Αβρόχοις ποσί δεν γράφεται ποίηση και οι στέρεες προθέσεις δεν ταιριάζουν στην θάλασσα. Το να βουτάς στην θάλασσα της ποίησης απλώς για να δροσίσεις την φλεγόμενη ματαιοδοξία σου, αγνοώντας την ώσμωση, και τους κινδύνους της, ήδη, αποκαλύπτει τις προθέσεις σου : αποκαλύπτει πως η πρόθεσή σου δεν είναι το ποίημα, ακόμη και αν πνιγείς γι αυτό, αλλά η δική σου δροσιά, κάτι σαν τα θερινά μπάνια στις πλαζ, κι αυτό δεν είναι η λειτουργία της ποίησης, ούτε της θάλασσας. Στην γραφή των ποιημάτων δεν προστρέχουμε, μας λέει η Καλλέργη, και συμφωνώ απολύτως, ως ένα άλλο group therapy φλεγόμενων ατόμων προκειμένου να σβηστούν τα πάθη μας. Δεν είναι ψυχολογική σανίδα τα ποιήματα. Γι αυτό και όσοι κάτι τέτοιο ποθούν, δεν  βρίσκουν σωτηρία, αντιθέτως έτι περαιτέρω ουρλιάζουν και καίγονται, και φυσικά απορούν γι αυτό. Με άλλα λόγια τα ψυχολογικά προβλήματα και τα συμπλέγματα του καθενός δεν μας αφορούν εμάς τους αναγνώστες. Μπορούν να μείνουν ως  γραπτά στο συρτάρι τους. Κάποιων τα χέρια, πριν καν δαμάσουν την πρώτη θύελλα, γίνονται ξύλα. Και πως να γράψει ένα ξύλινο χέρι, παρά με ξύλινη γλώσσα, όταν ο σκοπός τους ήταν απλώς τα εύκολα ποιηματάκια, που μοιάζουν, αλλά δεν είναι, θαλασσινά τραγούδια ... Όσο για εκείνους που θέλουν μέσα στα ποιήματα να βυθιστούν, να σιωπήσουν, υπάρχει και η άνωση. Ο τελευταίος στίχος αυτού του εξαίσιου ποιήματος έχει ως εξής : “Δεν κάνουν τα ψάρια τη θάλασσα ούτε οι λέξεις τη γλώσσα”. Με μερικές λέξεις στη σειρά δεν φτιάχνεται, λοιπόν, ποιητική γλώσσα. Η γραφή του ποιήματος δεν είναι μολύβι, χαρτί, λέξεις. Στην συνέχεια η Καλλέργη συνεχίζει με τα επόμενα ποιήματα να αναπτύσσει τις σκέψεις της για την γραφή των ποιημάτων, καταλήγοντας να μας πει στο τελευταίο ποίημα της ενότητας με τον τίτλο “Τυχαίος χρησμός”, ότι η ίδια δοκιμάζει άλλες γλώσσες, αλλάζει πατρίδες, επιστρέφει σε άγνωστα κύματα, που  είναι σαν να μας λέει, ότι και η επανάληψη ενός ίδιου τρόπου γραφής των ποιημάτων από τον ίδιο ποιητή, αυτό που λέμε μανιέρα, κάθε άλλο παρά ωφέλιμο είναι για την πορεία του, για την δημιουργία του, για τα ποιήματα εν τέλει.

Στις επόμενες τρεις ενότητες η Καλλέργη ξεδιπλώνει, με την δική της ποιητική γλώσσα, τον τρόπο με τον οποίο θωρεί ζητήματα που μας απασχολούν όλους. Φτιάχνει τις δικές της ερωτήσεις, δίνει τις δικές της πιθανές απαντήσεις. Από κάπου εις κάπου, με στίχους εμβόλιμους ή ταιριαστούς στο ποίημα, συνεχίζει να αναφέρεται στο ζήτημα της γραφής. Δεν θα αναφερθώ σ’ αυτές τις επόμενες ενότητες, πλην ενός ποιήματος, μα απλώς θα σας προτείνω εσείς οι ίδιοι να  διαβάσετε τα ποιήματα της Καλλέργη και να επικοινωνήσετε μαζί τους και μαζί της. Γιατί, κατά την άποψη μου, χωρίς τον αναγνώστη το ποίημα είναι κολοβό.

Στο τελευταίο μέρος της συλλογής υπάρχει ένα ποίημα που λέγεται “Ατέλεια”. Σ’ αυτό το ποίημα διαβάζουμε τον στίχο “ένα πλοίο περισσεύει”. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, για πιο λόγο το πλοίο που περισσεύει, βρίσκεται στο ποίημα με τον τίτλο “Ατέλεια”. Σε τι συνίσταται αυτή η ατέλεια εξ αιτίας της οποίας ένα κατιτις, ένα πλοίο ( που σε λίγο θα προσπαθήσω να δω τι είναι αυτό το πλοίο ) περισσεύει, κάτι δηλαδή είναι περιττό ; ( Και ως περιττό ίσως και πολυτελές ...) Ή μήπως το αντίστροφο συμβαίνει ; Ακριβώς, δηλαδή, επειδή κάτι περισσεύει, διαπιστώνει η Καλλέργη και την ατέλεια ; Δεν πρόκειται περί φαύλου κύκλου. Κάτι άλλο κρύβεται σ’ αυτή την σχέση  περιττού και ατέλειας. Κάτι άγνωστο όπως γράφει η Καλλέργη στον τελευταίο στίχο της “Ατέλειας”. Μιλώντας για το περισσεύον πλοίο γράφει : “Το αφήνω / να ταιριάζει με το άγνωστο”. Προσέξτε : όχι  να συμπλέει με το άγνωστο, όχι να πλέει προς το άγνωστο ( τι φτηνός ρομαντισμός θα ήταν κάτι τέτοιο...), αλλά “ το αφήνω να ταιριάζει με το άγνωστο”. Ταιριάζει μεν, δεν είναι δε. Το άγνωστο, διαβάζω εγώ σ αυτό το στίχο, είναι η προσπάθεια ανάγνωσης της πραγματικότητας, του κόσμου, και το πλοίο, το ποίημα δηλαδή, που φτιάχνει ο ποιητής, έξω από την κιβωτό, ταιριάζουν, αλλά δεν είναι ίδια. Κάτι διαφορετικό, έστω ελαχίστως, έχει το πλοίο. Δεν είναι εντελώς άγνωστο, είναι σχετικά γνωστό, αλλά και από την άλλη έχει κάτι το σκοτεινό, το άγνωστο, το μυστηριώδες, είναι το ένα και μοναδικό όχημα του ανθρώπου, η γλώσσα, όπως αυτή μεταφέρεται με τα πλοία ήδη, όπως προείπα, από την νεολιθική εποχή. Ας επιστρέψουμε όμως στο περιττό. Θυμόμαστε τον περίφημο στίχο του Νίκου Καρούζου : “ο ποιητής, κύριοι, περισσεύει”. Βέβαια ο Καρούζος δίνει μια πιο “τρέχουσα” και καθημερινή ερμηνεία στον στίχο του όταν τον ρωτάν γι αυτό. Θυμόμαστε, εξίσου, και το μέγα ερώτημα του Χέλντερλιν, γιατί οι ποιητές;

Αν η ατέλεια, λοιπόν, έγκειται στο γεγονός ότι πάντα κάτι θα μας ξεφεύγει από την ερμηνεία του κόσμου, ή πάντα κάτι σιωπά στην ερμηνεία του κόσμου ( και αυτή η ερμηνεία γίνεται δια της γλώσσας ), τότε από την άλλη αυτό που περισσεύει, το πλοίο, δεν είναι άλλο τι από το την ποίηση, ή αν θέλετε ( πέρα από αφαιρέσεις και έννοιες ) το ίδιο το ποίημα. Εν τέλει : (το ίδιο) το βλέμμα του ποιητή. Αλλά γιατί να περισσεύει το βλέμμα του ποιητή και όχι το βλέμμα του αντιπροσώπου του θεού, ή του δικαστή ; Διότι το βλέμμα του ποιητή ( το οδύσσειο βλέμμα, όπως ο Αγγελόπουλος το κινηματογράφησε, σ’ εκείνη την αριστουργηματική ταινία ) βρίσκεται, όπως προείπα, έξω από την σιγουριά της κιβωτού, δηλαδή έξω από κάθε παραδεδεγμένη ανάγνωση του κόσμου, της πραγματικότητας. Και δεν θα μπορούσε, αν είναι ποίημα, να συμβαίνει αλλιώς, αφού αυτό είναι το ποίημα, αυτός είναι ο άσβεστος πόθος του ποιητή : Να αναγνώσει την πραγματικότητα, τον κόσμο κάπως αλλιώς, πέρα από την απαραίτητη, πλην κοπιαστική και αδιέξοδη, καθημερινότητα. Ο ποιητής δεν προσπαθεί να δραπετεύσει από την πραγματικότητα. Ο ποιητής ζει φρικτά μέσα στην πραγματικότητα, το αποδέχεται αυτό, το γνωρίζει καλά αυτό, και γι αυτό προσπαθεί με το ποίημα να την αναγνώσει αλλιώς. Αποδράσει σημαίνει αυτοχειρία, είτε βιολογική, είτε ποιητική. Και ο ποιητής κάθε άλλο παρά αυτόχειρας είναι. Ο ποιητής ψάχνει συνεχώς για μια άλλη ανάγνωση του κόσμου, είτε με επιτυχία, όπως στην περίπτωση της Καλλέργη, είτε – άλλοτε – με αποτυχία, και συχνά πυκνά η αποτυχία δεν είναι λογοτεχνική, και τότε  ακόμη διαβάζουμε πολύ καλά ποιήματα. Επιτυχία - αποτυχία εν τέλει δεν είναι αυτό που έχει την μέγιστη σημασία. Εν τέλει προτιμότερο είναι ένα πλοίο, ένα ποίημα, ο ποιητής να θαλασσοτσακίζεται στα βράχια της πραγματικότητας, παρά να μην προσπαθεί καθόλου να την αναγνώσει ποιητικά.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA