πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.


INTERMEZZO

Στο διάλειμμα θεατρικής παράστασης

Σιγοτραγουδώ μια ηλίθια μελωδία

Θα συμβεί άραγε στη δεύτερη πράξη...

Δεν είν' αυτά για μένα, κι όμως,

Θα πρέπει μετά να πω ψέματα

Ίσως το χλωμό πρόσωπο του ηθοποιού

Με πείσει

Στην αναγκαιότητα της νίκης του καλού







ΑΙΣΘΗΜΑ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ


 Όλα είναι τέλεια

 Οι μέρες περνούν αργά

 Ο πονοκέφαλος δεν είναι αβάσταχτος

 Δεν υπάρχει πια ζωηράδα στα νεύρα

 Το εισιτήριο του τραμ ακρίβυνε δεκαπέντε τοις εκατό

 Θα γίνουν φασαρίες





ΟΙ ΠΙΟ ΕΝΔΟΜΥΧΟΙ ΦΟΒΟΙ ΜΟΥ


 Θα μείνω μόνος

 Θα τα δώσω όλα

 Δεν θα μου μείνει τίποτα

 Θα καταντήσω τρελός

 Όλοι θα με αποφεύγουν

 Θα τα έχω όλα

 Μα δεν θα ξέρω τι να τα κάνω

 Θα καταλήξω ένας βλάκας

 Και θα νομίζω ότι είμαι ξοφλημένος







ΕΠΕΤΕΙΟΣ


 Νομίζω ότι αυτό συνέβη πριν από τρία χρόνια

 Δύο αεροπλάνα έπεσαν με φόρα σε δύο ουρανοξύστες

 Πάμπολλοι άνθρωποι σκοτώθηκαν

 Κάποιοι μάλιστα έσπευσαν στο θάνατος πηδώντας στο κενό.

 Όλα αυτά τα είδα στην τηλεόραση

 Και τώρα αναρωτιέμαι

 Σε ποιο κανάλι τα είδα όλ' αυτά...





ΕΚΛΟΓΕΣ 2

 Αγόρασε

 Πούλησε

 Κάνε πουστιά

 Διάλεξε

Μαρία Αγγελοπούλου
στην παλάμη

το στόμα -στόμα σου-
φιλήματά του
-σε- στάζουν οι μαστοί της
τα λαγόνια σου -αχ- τα φιλόξενα
Μανόλια μου ψιθύριζε τους
-λυγμούς-
στην παλάμη
σ
,μου (δική)
μας
Η Αναστασία Γκίτση συνομιλεί ποιητικά με τον Στέργιο Τσακίρη σε κοινό εικαστικό τόπο που έχει δημιουργήσει, αυτή τη φορά, η Αγγελική Λάλου. O ένας δημιουργός συμπαρασύρει τον άλλον σε μια εκ προοιμίου καθορισμένη καλλιτεχνική δημιουργία που, μέχρι να ολοκληρωθεί, έχει μεταλλαχθεί σ’ενα πεδίο δράσης λέξεων και σχεδίου το οποίο δεν ανήκει αποκλειστικά στον ένα αλλά και στους τρεις μαζί. Η συνομιλία, που ξεκίνησε το 2013, δημοσιευμένη κάθε χρονιά σε διαφορετικό λογοτεχνικό περιοδικό -έντυπο ή ηλεκτρονικό- φέτος φιλοξενείται στη Θράκα

Αγγελική Λάλου 



Στέργιος Τσακίρης

ΤΑ ΥΠΟΥΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

               Στην Αναστασία Γκίτση


Τα πράγματα, όσο κι αν φαίνονται απλά ή αθώα,
μπορεί να γίνουν ύπουλα,
να σε ταράξουν.

Για παράδειγμα,
μισό κιλό σαρδέλες
τις έψησες, τις έφαγες καλά καλά
και τώρα πλένεις το ταψί.

Το δέρμα και τα λέπια τους
στον πάτο έχουν κολλήσει-
ψηφιδωτό με ασήμι
τεχνίτη άγνωστου.
Δε λεν να φύγουν,
παρά το τρίψιμο και μούλιασμα ωρών.

Έτσι και οι πληγές του χρόνου,
τα μαζεμένα απωθημένα κι οι αρνήσεις,
κολλούν για τα καλά στον πάτο της μνήμης.
Κολλούνε στον καθρέφτη του κορμιού.

Μαζεύονται σε σκοτεινές γωνιές κι ουρλιάζουν,
εκεί που δεν το περιμένεις.
Κι ύστερα πάλι κρύβονται,
και πάλι απ’ την αρχή.

Με τίποτα δεν ησυχάζουν. Με τίποτα.
Όσο κι αν προσπαθείς,
έστω κι εκπρόθεσμα,
να επουλώσεις.

Ύπουλα πράγματα οι πληγές, με προσωπείο.
Με τίποτα δεν ησυχάζουν. Με τίποτα.     







Αναστασία Γκίτση

ΤΟ ΑΤΕΛΕΣ ΠΡΑΓΜΑ

Στον Στέργιο Τσακίρη


κι όμως

πίσω από την εγκαταλλελειμένη οξεία

κανένας δεν αντιλήφθηκε
τη θλίψη μου

-πατέρα τί κι αν έμαθα γράμματα!

το κουκούτσι της ατέλειας
μου τρώει ακόμη τα σωθικά




photo: Ελένη Γκουργκούλια

ΒΕΡΕΣΕ

με martins, punk, garage και 2-3 μπίρες
έπαιρνα διαβατήριο
να μοστράρω

(θυμάσαι
τον τρόμο και τη μέθη απ’ τα βεγγαλικά)

στις συνελεύσεις πήρα τον λόγο μια φορά
τι ώρα αρχίζει η πορεία;



όμως κρυφά

σύμφωνα και φωνήεντα έβαζα σε σειρά
ύστερα

τα εκτόξευα στους νικητές

ύστερα

τα άπλωνα στα κορμιά των ηττημένων
να τα σκεπάσω

τέλος

αργά τα βουτούσα στο νερό να ξεπλυθούν
γι αύριο πάλι

(οι μουτζούρες παρέμεναν)



σε σύγχυση τελούσα πάντα, σύντροφοι





 ΑΝΟΙΞΗ

Την άνοιξη ο αυλαγάς γέμιζε παπαρούνες.
Το σπίτι μας φυλούσε το σκυλί.
Θηλυκό. Τότε δεν είχαν όνομα.
Χειμώνα καλοκαίρι κοιμόταν σε ένα βαρέλι κάτω από την ακακία.
Ο λαιμός της δεμένος στον πάσαλο.
Συχνά την επισκέπτονταν τα αδέσποτα.
Μικρά της δεν είδαμε ποτέ.
Γιατί είναι δεμένη η σκύλα γιαγιά;
ρωτούσαμε, άμα τη χαϊδεύαμε.
Μην την χαϊδεύετε μας μάλωνε κι ίσιωνε τη μαύρη μαντήλα.
Από αυτή τη γιαγιά μάθαμε μόνο ιστορίες.
Ούτε ένα παραμύθι.   

εκδόσεις Θράκα

Η διώρυγα μεταξύ νεφών, εκδ. Θράκα, 2018 είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Φάνη Παπαγεωργίου, ενός ποιητή που μοιάζει να βουτάει με άνεση στο ασυνείδητο και να ανασύρει υπερρεαλιστικά λεκτικά σύνολα που συχνά χρειάζονται αποκρυπτογράφηση: για να νοσταλγήσεις / να μιλάς/ η γλώσσα στιγματίζει / ακόμα και βουνό. Γνωρίζοντάς τον αρκετά καλά, τον ίδιο και τη γραφή του, θα έλεγα πως εκτός απ’ το δικό του ασυνείδητο θα επιθυμούσε σφόδρα να βουτήξει και στο, κατά Γιούνγκ, συλλογικό ασυνείδητο. Να διαπιστώσει ποια είναι εκείνη η παγκόσμια νοητική προδιάθεση που δεν βασίζεται στην εμπειρία, αλλά /όπως το σύννεφο της ήττας / ρίχνοντας τα αντίβαρα/στάθηκε από πάνω μας /και άνοιξε στα δύο, ή ακόμα, / πώς [γίνεται] ο άνθρωπος δέκα / να φτιάχνει μια μεταλλική φωλιά / για να κλείσει το χέρι του βασιλιά / ενώ μόλις εκχέρσωσε μια πυραμίδα / για να τη φτιάξει στην εξοχή. Τον Παπαγεωργίου τον απασχολεί η «προδιάθεση» του υποκειμένου καθώς και ο ρόλος στο ιστορικό γίγνεσθαι, όχι όμως υπό το πρίσμα της επιστήμης της ψυχανάλυσης. Προτιμάει τη Φιλοσοφία και την επιστήμη της Ιστορίας. Με ποιήματα υπαινικτικά και με τίτλους που προσθέτουν στο νόημα, ο ποιητής καταγράφει την απογοήτευσή του για μια γενιά, την νέα γενιά, που παγιδεύτηκε και έχασε την πίστη στον εαυτό της. Κατά κάποιον τρόπο, μιλάει εκ μέρους της.  Άλλωστε, η ποίηση για τον Παπαγεωργίου, όπως και για τον Καμύ η λογοτεχνία, δεν είναι  μοναχική απόλαυση. Ο ποιητής εντάσσεται στο σύνολο, στην κοινότητα με την οποία αλληλοεπιδρά, ή τουλάχιστον, έτσι οφείλει να κάνει.  

Το ποιητικό υποκείμενο του Παπαγεωργίου αδυνατεί να σταθεί μόνο του. Είναι το υποκείμενο της Ιστορίας που διαδραματίζει ρόλο στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα. Δεν επιθυμεί τη μοναχικότητα, όπως δεν επιθυμεί να μιλάει για τον εαυτό του. Μιλάει εκ μέρους των ανθρώπων [που ζουν] τη ζωή ένα επίπεδο κάτω. Μιλάει εκ μέρους του ανθρώπου μηδέν, άντε και του ανθρώπου ένα. Ακόμη και τον έρωτα, δεν τον βιώνει μέσω του δυαδικού εμείς, αλλά σαν να πρόκειται για συλλογικό συναίσθημα. Το ζητούμενο για την ευτυχία είναι πορευτούμε όλοι μαζί σ’ ένα κοινό ιδανικό. Επιθυμεί να εκχερσώσει τον κόσμο / να φτιάξει έναν άλλο συμμετρικό, έναν κόσμο της γεωμετρίας, δίχως ανισότητες. Στην πορεία, όμως, συνειδητοποιεί το ουτοπικό του εγχειρήματος και αναφέρει με ολίγη πίκρα:  Λες και οι πρακτικές της καρδιάς/ στενάζουν από συμμετρία/ ή τέσσερα μάτια δυο ανθρώπων είναι όλα σύμμετρα. Συγκεκριμένα, στο ποίημα Καρτεσιανό  Επίπεδο  ο ποιητής προτρέπει τον Χέγκελ να πάει για ύπνο. Γιατί άραγε; Μήπως επειδή ο Χέγκελ υποστήριξε πως δεν υπάρχουν αιώνιες αλήθειες, ούτε διαχρονικός λόγος; Είναι παράξενο, πώς ένας ποιητής που στο δοκιμιακό του λόγο επικαλείται κατά κόρον την αυθεντία,  στον ποιητικό να δράττει την ευκαιρία να την καταδιώξει, όπως π.χ. στο ποίημα Ακάθιστος Ύμνος στο οποίο κατακρημνίζεται το πατρικό πρότυπο, το αρσενικό κυρίαρχο ενδεδυμένο το πρόσωπο του Θεού.   

            Ως προς τις διαπροσωπικές σχέσεις, ερωτικές η μη, στην ποιητική του Παπαγεωργίου κυριαρχεί το συναίσθημα της  αποξένωσης και της απομάκρυνσης, συχνά ως αποτέλεσμα της συγκατοίκησης και της συνύπαρξης. Επιπλέον, ο ποιητής πλάθει λέξεις που του χρησιμεύουν στην ολοκλήρωση του νοήματος π.χ οι βαστήρες, ο πετραδιαλισμός, συχνά με μια δόση χιούμορ και ειρωνείας. Ούτως ή άλλως  χρησιμοποιεί την ειρωνεία για να εκφράσει τη ματαίωση: Κι όπου μέσα μπαινοβγαίνουν/σύν-τεκνοι/συμ-πατριώτες/συν-οδοιπόροι/και λοιποί συγγενείς/Στο όχι και τόσο/συντροφικό μας σύμπαν.  Επίσης, η ήττα είναι μια λέξη που εμφανίζεται συχνά πυκνά στα ποιήματά του. Αν πάμε λίγο πίσω στον χρόνο και θυμηθούμε τη «Γενιά της ήττας» δηλαδή την Α’ Μεταπολεμική Γενιά, και αν θεωρήσουμε δεδομένη την προφανή σύνδεση αυτής με την ήττα του ΕΛΑΣ από τον Εθνικό Στρατό, αν μιλήσουμε δηλαδή για μια πολιτική και ποιητική ηθική, θα μπορούσαμε ίσως να παραλληλίσουμε την ήττα στην οποία αναφέρεται ο Παπαγεωργίου με την ήττα - ή με ό,τι  προσέλαβε ως τέτοια - η Νεολαία της Αριστεράς τα τελευταία πέντε χρόνια. Όσο δύσκολα όμως μετατρέπεται το ατομικό σε συλλογικό, άλλο τόσο εύκολα το συλλογικό γίνεται ατομικό. Ήττα, λοιπόν, και επί του προσωπικού στον θρηνητικό Κατακρεμνό: κάθε που πάνε να κοιμηθούν/διπλώνουν το σώμα τους/σαν ταχυδρομηθέν φιλί/δίπλα στη λέσχη των αναμνήσεων.  

Αναφερόμενος κάποιος στην ποιητική του Παπαγεωργίου,  αδύνατον να μην εστιάσει στην πολιτική πρόθεση και στην πολιτική σκέψη, καθώς και στον ρόλο του υποκειμένου στο ιστορικό γίγνεσθαι. Με παρακαταθήκη τη φιλοσοφική και την ιστορική γνώση συνθέτει λόγο κατά βάση πολιτικό, αν όχι ταξικό, αλλά κατά έναν μυστήριο τρόπο, όχι στρατευμένο.  Ίσως επειδή καταφέρνει να ενσωματώσει υπερρεαλιστικά, αλλά και νεοσυμβολιστικά στοιχεία, επιτυγχάνοντας εξαιρετικές αλληγορίες και μεταφορές. Ποιήματα όχι ευκολονόητα, όπου το λεξιλόγιο είναι απλό αλλά το σκεπτικό περίπλοκο. Ποιήματα τα οποία δεν αναφέρονται ποτέ στην ποιητική τέχνη αυτή καθαυτήν, κάτι που η γράφουσα εκτιμάει ιδιαίτερα. Ποιήματα στα οποία ο ποιητής για να περιγράψει τον κόσμο χρησιμοποιεί το τρίτο πληθυντικό, για να μας καθοδηγήσει κομψά το πρώτο, ενώ για να καταγράψει το προσωπικό του βίωμα καταφεύγει στο απρόσωπο τρίτο ενικό, πλέκοντας κάθε φορά   έναν μύθο, αποφεύγοντας όπως ο διάβολος το λιβάνι να αρθρώσει τη λέξη «εγώ» σαν να φοβάται μήπως παρασυρθεί και τα αποκαλύψει όλα.   




Τη στιγμή που έπεσε το τελευταίο δέντρο
Μου έστειλες τη φωτογραφία ενός χιονισμένου τοπίου
Κάπου στη Λάτβια
Σοβιετικοί τάφοι χωρίς πτώματα
Πούπουλα χωρίς περιστέρια
Και παράθυρα χωρίς σπίτι

Ένας κατά τα άλλα άμωμος θάνατος
Θάψαμε τα σώματά σου βιαστικά
Κάτω από το δέρμα
Η μητέρα κοίταξε τον ουρανό
Απογοητευμένη
Και είπε
Είναι πράσινος
Ό,τι αναδύεται βουλιάζει
Κι ό,τι βουλιάζει πάει χαμένο

Μετά μερικά κομμάτια από το σώμα της αποκόπηκαν
Και πέταξαν μακριά μας
Σα πλαστικές σακούλες στον άνεμο
Η αδερφή μου αλείφθηκε με κιτρικό άλας αμμωνίου
Και σιδηροκυανιούχο κάλιο
Και ξάπλωσε στον ήλιο για μέρες
Επαναλαμβάνοντας:

Ahn Joong Kun
Ahn Joong Kun
Ahn Joong Kun
Ahn Joong Kun
Ahn Joong Kun

Πέντε φορές την ώρα
Σα ρόδι

Όταν η ανάσα της άρχισε να λάμπει
Ένα πουλί πέρασε τον ουρανό σαν κλωστή
Ο γιατρός τράβηξε ένα φτερό από το στόμα της
Και ανακοίνωσε με σταθερή φωνή:

Ο ήλιος ζει

Κι εγώ βγήκα στο δρόμο
Και ζήτησα για τη Γιολάντα, συγκεκριμένα,
Να με βοηθήσει να την λούσω

Άσε μόνο το φως
Την ικέτευσα
Άσε μόνο το φως να απομείνει
Όλα τα άλλα
Συγχώρεσέ τα


Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα, Κούλα Αδαλογλου, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2018


Σ’ άλλες ποιητικές συλλογές βάζεις κάτω τους θεματικούς άξονες, τους κατηγοριοποιείς. Παρ’ όλη τη διασπορά και τη διαφοροποίηση των νοημάτων από ποίημα σε ποίημα, δυο τρεις είναι κατά κανόνα οι θεματικοί πυλώνες γύρω από τους οποίους στρέφονται οι ποιητικές ιδέες.
Αλλά σε αυτή τη συλλογή της Αδαλόγλου κάθε προσπάθεια ταξινόμησης είναι καταδικασμένη. Υπάρχει μια ηθελημένη πολυθεματικότητα που όσο κι αν κοπιάζω είναι αδύνατον να την στριμώξω στα καλούπια μια συνηθισμένης ταξινόμησης των δύο ή τριών αξόνων. Στην προκειμένη έχουμε να κάνουμε με διαφορετικές ψηφίδες ενός πολύχρωμου μωσαϊκού. Μπορεί από κοινού να αθροίζονται σε ενιαία αισθητική απόλαυση, αλλά καθεμιά είναι φορέας μιας άλλης ποιητικής ιδέας. Και αυτό  γιατί η συλλογή της Αδαλόγλου αφορμάται από το ήσσον, εστιάζει στη λεπτομέρεια, ανασύρει στιγμιότυπα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίος ο τίτλος. Όχι μόνο το μέλλον αλλά και τα ποιήματα της Αδαλόγλου μοιάζουν με μικρές κουκίδες.
Ή και με ραφές, ξεχειλωμένες. Που τις τραβάει η ποιήτρια για να ξηλώσει το κακοπλεγμένο πλεχτό της πραγματικότητας και να φανεί η γύμνια της, η δική μας γύμνια. Πληγές αρχίζουν να φαίνονται από παντού. Το ποιητικό σώμα αιμορραγεί, υποχρεωμένο να διαχειριστεί την ύπαρξή του σε ένα αφιλόξενο κοινωνικό περιβάλλον, ανάμεσα σε ανθρώπους που σαλτάρουν στα καλά καθούμενα, πλαστικές καρέκλες, κρέμες νυκτός, εξαθλιωμένους πρόσφυγες, εχθρικούς ενοίκους πολυκατοικιών, ψηφιακά emoticons και ανοιχτές τηλεοράσεις. Κάθε ποίημα της Αδαλόγλου είναι μια τέτοια μικρή πληγή.
Αλλά είναι, επίσης, και μια άμυνα, κάτι σαν δικλείδα ασφαλείας. Είναι ο αισθητικός χώρος της επανασύνδεσης του τεμαχισμένου εγώ, της διαφύλαξης της μνήμης και της αποκατάστασης κάποιων βασικών παραδοχών, ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια αντίσταση στον παραλογισμό που καραδοκεί. Παρά τις ήττες και με γκρεμισμένες τις βεβαιότητες, το ποιητικό υποκείμενο της συλλογής επιμένει να αίρεται όσο και όπως μπορεί πάνω από τις αγωνίες του, προστρέχοντας στο καθαρτήριο άλλοτε της μνήμης, άλλοτε της παιδικότητας κι άλλοτε της φαντασίας και πάνω απ’ όλα της ποίησης.
Είναι δε η ποίηση αυτή ώριμη σε όλα της. Και στα εκφραστικά της μέσα και στη γλώσσα της και στο ύφος της. Στηριγμένη σε έναν στέρεο λόγο, ακριβή στη συνεκδοχή, στη μετάθεση και στη μεταφορά. Που χωνεύει το λογικό με το εξωλογικό, το ρεαλιστικό με το συμβολικό και τελικά δίνει στην ποιητική ιδέα την πυκνότητα του νοήματος και την απλότητα της διατύπωσης που αρμόζουν σε μια ποιητική γραφή που παρά την θεματική εμμονή της στο ήσσον (ή και εξαιτίας της) αποκρυσταλλώνεται σε ποίηση υψηλής αισθητικής πνοής.
Με τη σειρά αυτά που ξεχωρίζω: «Η δικλείδα», «Κρέμα Νυκτός», «Άνεμος», «Οι Περαστικοί», «Πέφτει ψύχρα», «Κάμερα»… Σταματώ γιατί θα μακρύνει πολύ ο κατάλογος. Θέλω να πω, είναι πολλά, πολλά ακόμη.
Χατζημωυσιάδης Παναγιώτης, συγγραφέας


Παλιά παπούτσια (2019)

Άρνηση

Περιέργως πως
φέτος δεν ενέσκηψε καλοκαίρι.
Δεν ήθελε…
Κουρνιαχτός δεν υπήρχε
και τα ποδήλατα μαράζωσαν…
Η ζέστη ήταν υποφερτή
και τα μεσημέρια χάσαν τον
προσανατολισμό τους.
Τα τζιτζίκια γεννήθηκαν μουγγά
τούτη τη χρονιά
και οι άνθρωποι αναθάρρησαν
πως κάτι καλό θα συμβεί…
Περιέργως πώς
μόνο τα καρπούζια κοκκίνισαν…


---------------------------------

Βιογραφικό συγγραφέα:

Ο Δημήτρης Αναγνωστόπουλος γεννή-
θηκε στο Προάστιο Καρδίτσας όπου
και έζησε μέχρι τα δεκαοχτώ του.
Σπούδασε Αρχαιολογία στη Φιλοσο-
φική Σχολή του Βελιγραδίου. Ζει στην
Αθήνα.

 
Ηλεκτρογραφία (επανέκδοση, 2018)

Ακολουθία

Τα πιο καλά σου χρόνια πέρασαν
μέσα στην ησυχία της νύχτας
τσαλακωμένα
μ’ αυτό το περιτύλιγμα των άστρων
περιττό
μέσα σε ευπαθείς σιωπές
περήφανες
και σε αποσιωπήσεις

Στο βάθος έκαιγ’ η πληγή του Κυναίγειρου

----------

Βιογραφικό συγγραφέα: 

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην
Αθήνα.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές
Ηλεκτρογραφία (εκδόσεις Γαβριηλίδης,
Αθήνα, 2006),
Η σιωπή της Σίβας(Εκδόσεις Vakxikon.gr, Αθήνα, 2011· 2016)
και
Τα παραμύθια της έρημος (Κέδρος,
2017)· τη συλλογή ποιητικών αφηγημάτων
Αποσπάσματα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα,
2008) καθώς και τα ποιητικά μυθιστορήματα
Μιχάλης Τάτσης - Με το καδρόνι στα
χέρια
(εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη,
2011) και
Μυθολογία (εκδόσεις Πανοπτικόν,
Θεσσαλονίκη, 2013). Ποιήματά του έχουν
μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά και
στα Πορτογαλικά.
Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μπακάλη
στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας μικρού
μήκους «Η ιστορία ενός φιλήσυχου ανθρώπου»
βασισμένης σε ένα πεζοποίημα του Henri
Michaux.
Έχει μεταφράσει πληθώρα Ευρωπαίων
(κυρίως γαλλόφωνων και αγγλόφωνων)
ποιητών, πεζογράφων και δοκιμιογράφων
για μια πλειάδα ελληνικών λογοτεχνικών
περιοδικών (έντυπων και ηλεκτρονικών) και
έχει δημοσιεύσει σειρά λογοτεχνικών δοκιμίων
για το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και τη
νεότερη ποίηση.
Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη

 
 
Ένα κριτικό σημείωμα 
για τη συλλογή διηγημάτων του Θοδωρή Φέστα 
Ιστορίες με φίδια (Εκδόσεις Άγρα)
 
της Εύης Κουτρουμπάκη*

Από το πρώτο του βιβλίο ήδη ο Θοδωρής Φέστας έδειξε πως είναι σπουδαίος καταγραφέας της θαυμαστής ύβρης του λόγου, αλλά του λόγου εκείνου, του ήσσονος τόνου, που αποτελεί υποσημείωση στο βασικό corpus της ανθρώπινης ιστορίας.

Η μνήμη του κάθε ανθρώπου είναι η ιδιωτική του λογοτεχνία λέει ο Aldus Huxley. Αυτήν τη λογοτεχνία κομίζει ο Φέστας, ανασκαλεύοντας το προσωπικό του ερμάριο του χρόνου και οικειοποιούμενος τις αναμνήσεις του δημιουργεί και σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων με τον ευφυή τίτλο ‘Ιστορίες με φίδια’, έναν διαποίκιλο καμβά διαφορετικών καταστάσεων στήνοντας έτσι ένα ιδιότυπο προσωπικό μνημιατρείο. 
 
Ο ανθρώπινος λόγος ιχνογραφεί ένα αρχιπέλαγος στα απέραντα ύδατα της ανθρώπινης προφορικότητας. Δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν την ανάπτυξη των γραπτών μορφών, ο άνθρωπος αφηγούνταν , μετέδιδε προφορικά. Ο γραπτός λόγος αποτελεί μιαν ιδιαίτερη τεχνική στην καρδιά ενός σημειολογικού συνόλου σε μεγάλο βαθμό προφορικού. 
 
Αυτήν την προφορικότητα κρατά ζωντανή και σε αυτά τα διηγήματα ο Φέστας λειτουργώντας σαν σωματικός διάμεσος του προφορικού λόγου, καθώς οι ιστορίες του είναι ιστορίες που θα μπορούσες να έχεις διηγηθεί σε μια συνάντηση με έναν φίλο ή ένα συντοπίτη σου. Φαινομενικά ιστορίες των ανθρώπων της διπλανής πόρτας.

Ήρωες που μέσα από τις καθημερινές και απλές ιστορίες τους συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε μακροιστορία. 
 
Ανθρώπων που δια γυμνού οφθαλμού παραμένουν στατικοί και φαίνεται να μην αναπτύσσονται και να ολοκληρώνονται με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει το Bildungsroman
 
Βαθύς και ευαίσθητος γνώστης της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας και όχι μόνον, συνομιλεί με το παρελθόν το δικό του και του κόσμου, βυθίζοντας το βλέμμα του στην πραγματικότητα του σήμερα. Έτσι εντάσσει το τώρα που πάσχει από το επείγον της ανάγκης-προσφυγικό, άστεγοι , κλοσάρ, πένητες, νέοι χωρίς μέλλον κ.α- σε ένα συνεχές του χρόνου και του χώρου που το μνημειώνει. Και αυτό το κάνει μέσα από εικόνες που ενσαρκώνουν έναν υπέρ αδυνάτων λόγο.
Αδυνάτων που ποτίζουν με τη δύναμή τους εσαεί αυτό που ονομάζουμε, αρκετές φορές βασανισμένο σώμα.
Η Λογοτεχνία άλλωστε αυτόν το σκοπό επιτελεί. Είναι δηλαδή μια μέθοδος εκμάθησης του ανθρώπινου πάθους του ανθρώπινου δράματος που παίζεται στη μεγάλη λύρα του σύμπαντος.
Στα διηγήματα του Φέστα, αυτό το ανθρώπινο δράμα, τα πάθη των ανθρώπων δεν είναι κάποιες φορές ορατά δια γυμνού οφθαλμού. Παρ’ όλα τούτα η αφήγηση είναι πάντα εντός πολιτικού και ιστορικού πλαισίου. Το πολιτικό ιστορικό στίγμα διατρέχει όλες τις ιστορίες του όχι αποτελώντας τη βασική βελονιά του κεντήματος αλλά τον καμβά του όλου δημιουργήματος.

Ο Φέστας ακόμη και στις πιο απλές ιστορίες του δεν παράγει ποτέ πολιτικά αποπλαισιωμένο λόγο.

Αναμετράται κατά μέτωπο αλλά με έναν τρόπο υποδόριο με την πολιτική πραγματικότητα, την καθημερινότητα και όσα απλά φαινομενικά γράφει ανάγονται σε βαθειά πολιτικά αίτια.

Οι χαρακτήρες του, άνθρωποι καθημερινοί, λειτουργούν συχνά με τρόπο παιγνιώδη.
Το πολιτικό στη λογοτεχνία είναι συχνά ο ενδιάμεσος χώρος, η μεταβατική κατάσταση όπου δεν μπορείς να κινηθείς αποτελεσματικά παρά με παιγνιώδη τρόπο. Υπό την προϋπόθεση να έχεις αντιληφθεί ότι το παιχνίδι είναι ό,τι το πιο σοβαρό, γιατί μετρά το ίδιο το σώμα σου. Το σώμα που θα νιώσει ή θα παγώσει, θα χλευάσει ή θα υποκλιθεί, θα λιώσει στα πεδία του θανάτου ή θα ανασάνει στο μισόφωτο του έρωτα.

Οι ήρωες του, έξοχες υπάρξεις και αναγκαία θύματα. Για τους μη τραγωδικούς , τους μη ηρωικούς, τους καθημερινούς ανθρώπους των διηγημάτων του, το πεπρωμένο είναι συχνά αναπόφευκτο.

Επικοινωνούν με τη θεμελιώδη γλώσσα της επικοινωνίας των συναισθημάτων και των σημασιών, καταπνίγουν τους ενδόμυχους πόθους και τις σκέψεις τους και βιώνουν την αμφιβολία μέσα στην καρδιά του δικαίου και τη διάσταση της Δικαιοσύνης από το Δίκαιο και τους νόμους.
 
Το ζήτημα με τον Φέστα δεν είναι να πει ότι θα μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική ιστορική εξέλιξη όπως διατείνεται για να μην παραδεχτεί την ήττα μας ο Καστοριάδης.
Αυτό που θα μπορούσε να γίνει ήταν αυτό ακριβώς το οποίο έγινε και αυτό καθίσταται σαφές σε όλα τα διηγήματα του.

Ο συγγραφέας γράφει από τη θέση του πολιτικού όντος και όχι από τη θέση ενός λογίου ελάχιστα ευαίσθητου απέναντι στην πολιτική και στη τέχνη.

Βρίσκεται μπροστά από τον πολυμερή προβληματισμό στον οποίο συχνά συμμετέχουν ναρκισσιστικά οι ντόπιοι γραφιάδες στην εκδοτική άνοιξη την οποία ζούμε- πληθώρα βιβλίων- , στοχαζόμενοι άλλοτε πάνω στον αναθεωρητικό μαρξισμό (όπου οι άλλοι είναι πάντα εκείνοι που τον κακοποιούν) ή τους θρεμμένους με την νεοφιλελεύθερη ψυχανάλυση ή τους κληρονόμους της πάλαι ποτέ σχολής της Φρανφούρτης.

Ο Φέστας είναι τέκνο των απάνθρωπων δυο τελευταίων αιώνων και νομίζω πως κατατρύχεται από το ίδιο ερώτημα που κατέθλιβε τον Αντόρνο. Τι να γράψεις πως μπορείς να κάθεσαι να γράφεις μετά το Άουσβιτς… και όλες τις σημερινές μετωνυμίες και εκδοχές του.

Το είναι μας δεν είναι αλεξίσφαιρο και τα χρόνια μας ξέρουν πολύ καλά να σπάνε τα κόκκαλα και ύστερα να σπάνε τη γλώσσα.

Μ’αυτήν τη σπασμένη γλώσσα και ένα αστείρευτα σύνθετο οπλοστάσιο ο Φέστας αφού αποφάσισε να γράψει εν τέλει, ανασηκώνει το πέπλο του χρόνου για να αρχίσει ξανά ο μεγάλος κύκλος στον οποίο εντάσσει τους ήρωες του. -όπως για παράδειγμα πράττει στο διήγημα του ‘Δυό πόρτες έχει η ζωή’ και μέσω του ήρωα του κυρίου Αντώνη Σουβαλτζόγλου στήνει το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης- 
 
Ένας άλλος χρόνος γεννιέται μέσα στην καρδιά του χρόνου στα διηγήματα του Φέστα, ένας άλλος κόσμος παλιός και συνάμα καινούργιος, ένας άλλος κόσμος μικρός και μέγας ξεπηδάει από τα σπάργανα των διηγημάτων του, προβάλλοντας το μέγεθος, τη δύναμη και την αδυναμία της ανθρώπινης κατάστασης, ένας άλλος κόσμος προβάλλεται που απελευθερώνεται από τη σιωπή της ύλης.

Ο Θοδωρής Φέστας στις μέρες μας που η ουσία της Λογοτεχνίας γίνεται συχνά ανούσια, και η μέριμνα της για τον άνθρωπο μετατρέπεται συχνά σε αμηχανία, στις μέρες μας που κινδυνεύει να χαθεί η αρμονία της κοινότητας, που μια νέα άνευ προηγουμένου φτήνια της ζωής κατατρύχει συχνά με μιαν απερίγραπτη υποκρισία και βαρβαρότητα κι αυτά ακόμη τα ενδόμυχα μας, καταθέτει στους αναγνώστες αυτές τις εξαιρετικές ιστορίες του χωρίς κομπασμούς περιττούς και λογοτεχνικά τερτίπια χωρίς ίχνος αυτής της γνωστής και απάνθρωπης φλυαρίας και αφήνει με τρυφερότητα περισσή τους ήρωες του σε έναν τόπο μη τόπο, σε έναν χρόνο που δεν μετριέται με το χρόνο, σε έναν χρόνο που είναι άχρονος, κάπου ανάμεσα στη ψευδαίσθηση και τη ματαίωση και σε μια γλώσσα που είναι μιλιά, να μας συστηθούν.
  • Η Εύη Κουτρουμπάκη είναι φιλόλογος κριτικός Λογοτεχνίας.






 

Ο Λαύκος του Δημήτρη Πιατά
Ένα κριτικό σημείωμα για το βιβλίο 
του Δημήτρη Πιατά Σινέ Λαύκος 
 (Εκδόσεις Μεταίχμιο)
Της Εύης Κουτρουμπάκη* 
  
Στο τρίτο κατά σειρά βιβλίο του με τον τίτλο ‘Σινε Λαύκος’, ο γνωστός ηθοποιός Δημήτρης Πιατάς , ως γράφων μα και ως πολύτροπος ήρωας , όντας ταυτόχρονα ένας κεντρομόλος νοικοκύρης μα και ένας φυγόκεντρος ταξιδευτής και νιώθοντας συχνά σαν ένας μοναχικός λύκος εν μέσω μιας φευγαλέας πραγματικότητας που τη βλέπει να τρεμοσβήνει, κατορθώνει να ξεφύγει από την τυραννία της στιγμής, της κάθε στιγμής που έζησε και να δεσμεύσει τα βιώματα, τις σκέψεις και τις διερωτήσεις του, γράφοντας τα.

Το ‘Σινε Λαύκος’ μια και η ζωή δεν είναι αφήγηση μα εμπειρία για τον γράφοντα, δεν είναι ένα βιβλίο στο οποίο κυριαρχεί ο ερωτισμός της γραφής με γλωσσικούς ακκισμούς και σκέρτσα αλλά η αγάπη για την ίδια τη ζωή.

Στο βιβλίο αυτό που αποτελεί ένα μανιφέστο πεπραγμένων για τον ίδιο, καταγράφει με το δικό του modus pensandi την τέχνη του ζειν και του θνήσκειν.

Η καλλιτεχνική του ιδιοσυστασία – ηθοποιός γαρ- είναι και η αφόρμηση που ορίζει τη δομή του βιβλίου: σκηνές και πλάνα τα κεφάλαια του.

Ο Λαύκος , ένα από τα ωραιότερα χωριά του Πηλίου, και το σπίτι του γράφοντος, η εστία.

Με το βιβλίο αυτό ο Πιατάς στήνει μια αερογέφυρα που περνά πάνω από το Λαύκο για να συνάψει εν τέλει την καταγωγική του ιστορία με τον τόπο αυτό και τους ανθρώπους του.
Εκεί στον Λαύκο, σ’ αυτό το σπίτι το χτισμένο το 1875, ο Πιατάς δεμένος με τον ορίζοντα του σπιτιού, του χωριού και του Πηλίου, ακούραστα φιλοξενεί οικογένεια, φίλους και συνεργάτες. Vita beata με κρασιά, βιβλία και κουβέντες ηλιόλουστες που αψηφούν τη μιζέρια, τη μισαλλοδοξία και το θάνατο.

Με μια αφήγηση που χτίζεται με κέντρο την εστία, τον οίκο και γύρω του αλλεπάλληλους κύκλους ζώντων και τεθνεώτων, αγαπητών και αγαπημένων, επώνυμων και ανωνύμων, αγαπημένων συγγραφέων, διανοητών που τον επηρέασαν και ανθρώπων του μόχθου, αστών και επαρχιωτών, ο Πιατάς στήνει το δικό του tableau vivant με εφέστιους θεούς του, τους ανθρώπους της ζωής του. Ένα tableau vivant στο οποίο τα πάντα είναι διαπερατά, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πράγματα.

Μέσα σ’ αυτήν την προνεωτερική διαπερατότητα που τη χαρακτηρίζει η κυκλική αντιστρεπτή αίσθηση του χρόνου , ενός χρόνου που δεν είναι συνδεμένος με τον ωροδείκτη, τους λεπτοδείκτες και το ημερολόγιο, ο Πιατάς καταργώντας τη φθορά, διασπά την παραδοσιακή ενότητα χώρου και χρόνου και καθιστά δυνατή την επικοινωνία με ανθρώπους που βρίσκονται σε άλλον τόπο και σε άλλο χρόνο , φιλεύοντας γύρω από το τραπέζι της αυλής του τους ζώντες και τεθνεώτες αγαπημένους ανθρώπους του αντάμα. 
 
Στο βιβλίο αυτό συνυφαίνεται αξεδιάλυτα το παρόν , το παρελθόν και το μέλλον σε μια διαδοχική προοδευτική ανέλιξη στο άπειρο.

Ίσως γιατί είναι ο μόνος τρόπος για να διαπραγματευτεί ο συγγραφέας την απώλεια αγαπημένων προσώπων.

Αν και σύμφωνα με τον Herbert Marcuse ο θάνατος, η απώλεια στις μέρες μας γίνεται ένα όργανο απώθησης, ο Πιατάς σαν άλλος Πεσόα αντιμετωπίζει την απώλεια- και αυτό είναι προφανές στο βιβλίο τούτο- σαν μια αναχώρηση. Το εκλιπόν σώμα είναι ένα παλιό κουστούμι που πετάχτηκε. Οι αγαπημένοι του απλά έχουν πάει ταξίδι χωρίς να χρειάζεται να πάρουν μαζί τους τη μοναδική τους φορεσιά, το σώμα τους. 
 
Με αυτήν την τρυφερότητα αντιμετωπίζει την έλλειψη των πολυφίλητων αγαπημένων του.
Γιατί ουδείς θνητός και τρυφερός άνθρωπος δύναται να αντικρύσει κατάματα την έλλειψη. Είναι σαν να αντικρίζει το ίδιο του το τραύμα. Γι αυτό και λειτουργεί σαν να τους έχει στείλει ταξίδι.

Η έλλειψη αυτή λειτουργεί στο βιβλίο αυτό ως οργανωτική αρχή. Με γεωγραφική αφόρμηση το Πήλιο που η λέξη κόσμος άρα τάξη και κάλλος είναι η λέξη που χαρακτηρίζει αυτήν την ονειρική κοσμική αρμονία, αισθητή στην απανταχού πραγματικότητα κάθε σπιθαμής αυτού του βουνού, ουδείς διερωτάται βιώνοντας το τόπο αν ο υπερβατικός Θεός δημιουργός ή μαθηματικός υπάρχει ή όχι. 
 
Ο Πιατάς ως λέων ορεσίτροφος (Οδύσσεια ζ 130) αλλά και ταυτόχρονα ως φοίνικος νέον έρνος( Οδύσσεια ζ163) - νεαρό βλαστάρι φοινικιάς- περίφρων ορίζει μια ιδιότυπη ταυτοχρονία και συναισθανόμενος, την αρμονική σύζευξη της φύσης και των ανθρώπων που αγαπά, στρέφει τη σκέψη και το αίσθημα προς πάσα κατεύθυνση.

Για τον συγγραφέα ο Λαύκος ως ζείδωρος άρουρα ( ν354 Οδυσσεια) ορίζει τον οίκο.
Η λέξη οίκος από τον Όμηρο ως τον Χάιντεγκερ διαμέσου της χριστιανικής μεταφυσικής δηλώνει τόσο το σπίτι όσο και την εστία όσο και την πατρίδα ή τον οικείο τόπο αφετηρίας και επιστροφής.

Οίκοι. Προγόνους όμως ο Πιατάς στο Λαύκο δεν έχει. Πως μπορεί να νιώθει σε τέτοιο βαθμό ότι επιστρέφει σπίτι; Γιατί έτσι νιώθει, αυτό καθίσταται προφανές από την ανάγνωση. Γιατί οίκοι δεξιωνόμαστε αυτούς που αγαπούμε. 
 
Πως γνωρίζει όμως κανείς οριστικά τον τόπο του; Τον αναγνωρίζει πιστεύω γιατί εκεί αναγνωρίζεται, γιατί εκεί διαθέτει την ταυτότητα που επιθυμεί.

Το σπίτι δεν είναι τα πατρογονικά , η κληροδοτημένη γη αλλά ο καρπός μιας ελεύθερης και αμοιβαίας επιλογής. Αν κάποιος έχει επισκεφτεί τον Δημήτρη Πιατά στο σπίτι αυτό θα αντιληφθεί αυτήν την αμοιβαιότητα που καταγράφεται στο βιβλίο, στον αέρα.

Γιατί η πατρίδα δεν είναι καθόλου προφανής, δεν είναι αυταπόδεικτη, δεν είναι index sui όπως έχει ειπωθεί για τον Θεό. Είναι επιλογή.

Γιατί όλα είναι η πατρίδα μας κι αυτά κι εκείνα και κάτι που έχουμε μες στην καρδιά έγραφε ο Πολέμης μιλώντας για την Ελλάδα σε όλη της τη χωροχρονική εμβέλεια.

Γιατί συνάμα όμως, τίποτε δεν μας εμποδίζει να την περιορίσουμε άλλες φορές σε έναν κήπο, ένα αγαπημένο πρόσωπο, μιαν ανεπανάληπτη στιγμή ή να τη διευρύνουμε σε μιαν ολόκληρη ήπειρο.

Αυτό πράττει ο Πιατάς κάθε φορά που επιστρέφει οίκαδε για να αναποριστεί στην πηγή.
Κάνει χρήση του τόπου ως μη καταχρώμενος (Απόστολος Παύλος Κορ Α , 7,31). Κάνει χρήση ακόμη και αυτού του δικού του σπιτιού εκεί στο Λαύκο ως μη καταχρώμενος, σεβόμενος μέχρι και τα ‘φαντάσματα' του.

Εντός αυτού του χωροχρονικού πλαισίου ο Πιατάς αναπτύσσει αυτήν την πολύτροπη σχέση με την έννοια του οίκοι και του οίκαδε και την οργανική σχέση του με τα πρόσωπα που αγαπά και τον έχουν στιγματίσει ανεξίτηλα.

Από το βιβλίο τούτο κάποιος εύκολα αντιλαμβάνεται ποιοι είναι οι ηθικοί και πνευματικοί άξονες του γράφοντος. Ποιοι είναι οι πνευματικοί του προπάτορες, οι πνευματικοί του αδερφοί.

Βαθύς γνώστης της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της ποίησης , της Λογοτεχνίας προσκαλεί στην αυλή του και κάνει τραπέζι στον Επίκτητο, το Λουκιανό και τον Επίκουρο, δεξιωνόμενος ταυτόχρονα στο ίδιο τραπέζι της αυλής τον Στέλιο Ανεμοδουρά με την Κική Δημουλά, την Ελένη Κοκκίνου με τον Μπέκετ, τον Ευριπίδη με τον Σεφέρη, τη Μήδεια με τον Παπαδιαμάντη, τον Στηβ Λέισι με τον Κέρουακ, τον Ιωάννη Κωνσταντινίδη με τον Λόρκα, τον Κρατίνο με τον Αριστοφάνη, το Σαχτούρη με τον Βέγγο και τόσους άλλους με τσίπουρα στο τραπέζι, στήνοντας ένα παράλληλο χρονολόγιο και διασαλεύοντας με τον τρόπο αυτό τον μαθηματικό χρόνο δημιουργεί έναν προσωπικό ‘άχρονο χωροχρόνο που χωρά ό,τι ο γράφων επιθυμεί. 
 
Το ‘Σινε Λαύκος’ είναι συνάμα ένα βιβλίο με πολιτικό πρόσημο, καθώς ο συγγραφέας αναμιμνήσκεται του Εμφυλίου και των ανταρτών του Πηλίου, καθώς με χιούμορ πικρό και υποδόριο κριτικάρει τις παθογένειες της ευρωπαϊκής ένωσης, του σύγχρονου τρόπου ζωής, της Ελληνικής λαμογιάς, της Ελλαδας των αυθαιρέτων, της αρχαιοκαπηλίας, σημεία αναγνώρισης, έμπεδα κι αυτά της Ελληνικής πραγματικότητας.

Ο Πιατάς μάστορας στην εικονοποιία , στο βιβλίο αυτό, καταθέτει το παλίμψηστο της ζωής του, επιστρωματωμένο με τόπους, όνειρα, ανθρώπους, σκέψεις ,στιγμές, το οποίο αποτελεί συνάμα μια κατάθεση αντίστασης στο Χρόνο Κρόνο που κατασπαράσσει τα παιδιά του. 
 
Η υπαρξιακή του αγωνία δημιουργεί την προσωπική του Οδύσσεια και κάθε προσωπική Οδύσσεια είναι αφηγηματοποίηση της αέναης προσπάθειας απόδοσης ταυτότητας. Αυτήν την Οδυσσεϊκή ταυτότητα καταθέτει ο Πιατάς με αυτό το αμνημόνευτο εύρημα που είναι ο ίδιος ο πολιτισμός, ήγουν του φιλοξενούντος και του φιλοξενούμενου σε έναν τόπο.

Και σαν άλλος Οδυσσέας δεν παύει να επιστρέφει. Επιστρέφει πάντα σ ’αυτό το σπίτι του 1875 για να μοιραστεί την κοινή του μοίρα μ’αυτό και τους ανθρώπους που πέρασαν και περνούν απ’αυτό, νοσταλγώντας το χρόνο και τους ανθρώπους που έφυγαν με μια νοσταλγία πανούργα και πολύτροπη. 
 
Στο βιβλίο τούτο όπου στα πλάνα και τις σκηνές του η απουσία και η ομίχλη συναιρούνται, όπου κάθε τι σταθερό εξαχνώνεται όπως λέει και ο Μαρξ, ο Πιατάς ορίζει τα ανεκρίζωτα σημάδια του δικού του ανήκειν σ’αυτό το ονειρικό αντίγραφο του κόσμου, τον Λαύκο, και ανάμεσα στα δέντρα και τις πέτρες του, οι άνθρωποι της ζωής του, του κλείνουν το μάτι .

Γιατί τόπος κατά το συγγραφέα χωρίς ανθρώπους ουκ εστιν. Ο έρως Αλλού για την προσφιλή γη κι ο έρως του Άλλου για τον ίδιο. Ο βαθειά ανθρωποκεντρικός Δημητρης Πιατάς σαν βασική ιδιότητα ζωής θεωρεί την φυγή προς τον Άλλον και τοιουτοτρόπως επιτυγχάνει την κυκλική επιστροφή προς τον ίδιο. Ο εαυτός του σε σχέση με τους άλλους είναι αυτό που τον ανατροφοδοτεί, είναι αυτή η βασική συνιστώσα της βιοθεωρίας του και αύτη η αέναη σχέση αποτελεί τον βασικό άξονα του βιβλίου.

Στο βιβλίο αυτό ο Πιατάς κατορθώνει να αναδείξει αυτή την μείζονα αίσθηση της νοσταλγίας για τόπους και ανθρώπους, νοσταλγώντας βαθειά όπως αυτός ο αρχετυπικός πλάνης και προπάτορας κάθε νοσταλγου, ο Οδυσσέας. 
 
Ως καλλιτέχνης που είναι διαθέτει τη συναισθηματική ευφυία και εκείνη την ικανότητα να διακρίνει το πολύτιμο στο ασήμαντο, το διαρκές στο εφήμερο.

Και κάνει τέχνη και γραφή εκείνη τη λεπτομέρεια που φάνηκε αδιάφορη ή και βαρετή στο πλήθος. Που δεν συνήγειρε, ούτε ερέθισε τους πολλούς. Επειδή η γραφή, πριν τυπωθεί, υπήρξε άσκηση, και μόχθος και αποτυχία και αυτοσυγκέντρωση και αγρυπνία. Ισως γι'αυτό ο καλλιτέχνης που στην προκείμενη περίπτωση εκτελεί χρέη γράφοντος , όντας διαθέσιμος, πάντα διανυκτερεύει.

Και ίσως εντέλει ο Πιατάς με το βιβλίο αυτό, έστω ανεπίγνωστα ποθεί πιο πολύ από την άφιξη οίκοι, την περιπέτεια τη γνώση και τα ‘ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής’ που του προσφέρει το ταξίδι για να αφιχθεί οίκαδε.
  • H Εύη Κουτρουμπάκη είναι φιλόλογος, κριτικός Λογοτεχνίας.


Χαρίλαος Νικολαϊδης, Άλλες Γεύσεις,Μελάνι,2018 1

Ξεκινώντας κάπως παράδοξα το κείμενό μου, θα τολμήσω, προκαταβολικά, να εντοπίσω μιαν εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στο σκεπτικό περί ποιητικής του Χαρίλαου Νικολαϊδη και σε αυτό της σπουδαίας εκπροσώπου της γενιάς του ‘70 , Μαρίας Λαϊνά. Η Μαρία Λαϊνά, το 2015, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Το Βήμα», υποστήριξε ότι «η ποίηση είναι γλώσσα. Ούτε ιδέες,ούτε συναίσθημα.», υπενθυμίζοντας για ακόμη μια φορά στον συστηματικό αναγνώστη της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης τον, στιβαρά λιτό και κυριολεκτικό της τρόπο να εννοεί και να παράγει την ποίηση.

Προσφάτως, πιάνοντας στα χέρια μου τις «Άλλες Γεύσεις» του Χαρίλαου Νικολαΐδη, ήρθα αντιμέτωπη με την πρώτη οδηγία ανάγνωσης, ευθαρσώς υποβεβλημένη από το μότο του βιβλίου, η οποία είναι το δίστιχο «Η γεύση εξασθενεί, η γλώσσα δεν εγκαταλείπει.»

Και λέω δίστιχο γιατί θεωρώ πιο σωστό, το μότο αυτό τελικά να εκληφθεί ως το πρώτο ποίημα αλλά και ως ερμηνευτικό κλειδί της συλλογής, μιας συλλογής αποτελούμενης από 30 ποιητικές δοκιμές σαφώς ορισμένου ύφους και μορφολογίας και εξαιρετικά γλαφυρής εικονοποιϊας. Σε αυτούς τους δύο στίχους λοιπόν, συναντάμε το ευφυές παιχνίδι του Νικολαΐδη ανάμεσα σε κυριολεξία και μεταφορά ή, ακόμη καλύτερα, μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος ‘πολυσήμαντης δισημίας’ , το οποίο και χαρακτηρίζει την ποιητική αυτή συλλογή σχεδόν στο σύνολό της:

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η σκέψη του έρωτα/γρατζούνισε το δέρμα της./(Θα σε συναντήσω/στις βάθρες/της Σαμοθράκης)./Η προσμονή ενός φιλιού/του σφράγισε τα χείλη./(Θα σε περιμένω/στους δεκατρείς πύργους/του Τσανκίλο)./Την ξάπλωσε, τη διάβασε.

Αυτό που κάνει ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη αυτή την αυτοματική συναίρεση πολλαπλών νοημάτων είναι το γεγονός ότι αυτή επιτυγχάνεται μέσω του αποδοθέντος τίτλου: δηλαδή, διαβάζοντας το ποίημα χωρίς τον τίτλο, αυτό καταφέρνει και αποκτά ένα συγκεκριμένο και πλήρες νόημα-πλαίσιο αναφοράς το οποίο ολοκληρωτικά αλλά εξίσου επιτυχώς ανατρέπεται όταν διαβάσουμε το τίτλο οπότε και αναπροσδιορίζεται το ‘για τι ακριβώς μιλάει το ποίημα’. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα που ακολουθεί:

ΚΟΥΚΛΑΚΙ
Η μαμά κι ο μπαμπάς/πάλι τσακώνονται./Τους κοιτώ/μεσ’απ’το τζάμι,/παραμορφωμένους,βουβούς./Στριφογυρίζω/στους 40 βαθμούς.

Έπειτα, με ποιήματα κατά κανόνα μικρά σε έκταση, λιτά σε έκφραση και πυκνά σε νόημα ο Νικολαϊδης απομονώνει και απαθανατίζει μικρές, φευγαλέες στιγμές της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς οι οποίες με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο, τίθενται υπό την παρατήρηση του ποιητικού υποκειμένου και ξαφνικά, λαμβάνουν σχήμα και υπόσταση στη συνείδηση του αναγνώστη με την ελαφρότητα μιας απλής νύξης που όμως αφορά, τελικά, μια σοβαρή υπόθεση :

ΚΟΥΤΙ

Ξάπλωνες/απέναντί του,/το εξαφάνιζες/με τον αντίχειρά σου./Ήταν απόλυτα όμορφο,/τετράγωνο και κλειστό.

Και

ΕΡΩΤΙΚΟ

Ρεμβάζω τον ωκεανό/επάνω στο σεντόνι./Στο πιο άνυδρο σημείο σου/βουτάω.

Η γραφή του Νικολαΐδη δεν είναι ούτε ελλειπτική ούτε πλεονάζει .Είναι ακριβώς τόση όση χρειάζεται ώστε η ρυθμική και η σύνολη καλολογική διάπλαση που εξασφαλίζει την «οργανικότητα» του ποιήματος ( δανείζομαι εδώ τον όρο που χρησιμοποίησε στο κριτικό του έργο ο Νάσος Βαγενάς στην προσπάθειά του να αναδείξει την ανάγκη για «επαναμάγευση» της ποίησης στους 
μεταμοντέρνους καιρούς), να είναι η κατάλληληi .Κατέχοντας, λοιπόν, την τέχνη της ‘σωστής ποσότητας’, ο Νικολαϊδής, συνοπτικά μεν, με επάρκεια δε, αφήνει ανοιχτές στα μάτια μας και τις διακειμενικές του αναφορές, οι οποίες εκτείνονται από την «Έρημη Χώρα» του .T.s. Eliot (με τον ενδιαφέροντα τίτλο «Γιατί όχι, κύριε Eliot,δοσμένος ,ίσως ως μια υπόγεια πρόταση διαλόγου στη βάση της μεθορίου γραμμής Μοντερνισμός-Μεταμοντερνισμός) ως τις ερωτικές επιστολές του Ανδρέα Εμπειρίκου στη Μάτση Χατζηλαζάρου :

ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ, ΚΥΡΙΕ ΕΛΙΟΤ

Το επόμενο πρωί,/με την ανάσα σου/ακόμα στο κορμί μου,/αναθεωρώ./Ο κόσμος τελειώνει/όπως αρχίζει/-μ’ένα μεγάλο ΜΠΑΜ-/και ο Απρίλης/είναι μήνας τρυφερός.

και

ΓΗΠΕΔΟΝ «Α.ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ»

Αγάπη μου,σε αγαπώ,/ και θάναι το ταξείδι μας/μια νέα Πομπηία΄/κάτω απ΄τις στάχτες, να χαϊδεύω το άγαλμά σου.

Ακόμη, θα ήθελα να σταθώ σε δύο συνδιαλεγόμενα μεταξύ τους ποιήματα της συλλογής, τα οποία, για εμένα αποτελούν κατά βάθος ένα ποίημα σε δύο μέρη, καθώς συνθέτουν, πρώτα αυτόνομα και έπειτα μαζί, μια διακριτική ,στοχαστική περιδιάβαση στην Ιστορία και στο παγκόσμιο ανθρώπινο βίωμα, ως τώρα.

. Ο αναγνώστης καλείται εδώ να στοχαστεί γύρω από το ζητούμενο του, κατατμημένου σε δύο μέρη, ποιήματος, για τη θέαση της Παγκόσμιας Ιστορίας ως γυναίκας με παθήματα ,ήδη από την παιδική της ηλικία:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Στα επτά/έπεσε για πρώτη φορά/από το ποδήλατο,/
Την έριξαν./Γέμισε αίματα,/έκλαψε/για την αδυσώπητη βία.

Και

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μεθυσμένη/στην άκρη του δρόμου,/για την απόρριψη /ή/για το χαμένο βράδυ,/περίμενε ασθενοφόρο/ή/ταξί,/με τζιν εφαρμοστό/ή/με μίνι φουστίτσα,/ελπίζοντας στους φίλους/ή/στους ξένους./Δεν ανησυχήσαμε,/αυτά έχει η εφηβεία./Πήγε όμως/δώδεκα/και δεν έχει γυρίσει.

Ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της θεωρητικής σκέψης του Μεταμοντερνισμού, ο Jean- Francois Lyotard αναφέρει ότι ένας μεταμοντέρνος καλλιτέχνης ή συγγραφέας επέχει θέση φιλοσόφου: το κείμενο που γράφει, το έργο που παράγει δεν διέπονται καταρχήν από θεσμοθετημένους εκ των προτέρων κανόνες, και δεν μπορούν να κριθούν βάσει μιας προσδιοριστικής κρίσης,μέσω της εφαρμογής οικείων κατηγοριών στο κείμενο ή το έργο. Οι κανόνες και οι κατηγορίες αυτές είναι αυτό που το ίδιο το έργο τέχνης αναζητάii.

Λαμβάνοντας υπόψη τα σημαντικά αυτά λόγια του Λυοτάρ και λίγο πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου γύρω από τις «Άλλες γεύσεις»του Χαρίλαου Νικολαϊδη , θα προσέθετα την ειλικρινή μου αίσθηση ότι ενώ στην παρούσα συλλογή του Χαρίλαου Νικολαϊδη ,στην αρχή, φαίνεται να υιοθετείται από τον ποιητή ένας ήρεμος και χαμηλών τόνων ποιητικός χωροχρόνος όπου θα εκτυλιχθεί το προσωπικό ποιητικό του ταξίδι, στην πραγματικότητα ,η δεύτερη ανάγνωση έρχεται πλήρως να ανατρέψει την αρχική εντύπωση και να καταδείξει στον αναγνώστη τον βαθύ στοχαστικό πυρήνα του ποιητή ο οποίος, σαν με ένα ευγενές και υποδόριο χαμόγελο, κατεργάρικα κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και λέει τα παρακάτω:

ΠΕΡΙΤΥΛΙΓΜΑ

Πιέζεις με τα δόντια,/σπάει το φλούδι,/ο καρπός/φτάνει στη γλώσσα./Θα το κάνεις/ξανά,ξανά,ξανά./Κερδίζει όποιος/τελειώσει πρώτος./Έτσι παίζεται/ το παιχνίδι./Εσένα όμως δε σου αρέσει./Μαζεύεις τα τσόφλια,/ανοίγεις το στόμα./ «Αλάτι,ωραίο αλάτι,/παραλίγο να χαθεί»,/σκέφτεσαι,/όσο τριγύρω/στοιχηματίζουν:/ «Θα φτύσει/ή θα καταπιεί;».


1 Το παρόν κείμενο διαβάστηκε στην επίσημη παρουσίαση της συλλογής, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, στις 4/4/19
ii Lyotard J.F., «The postmodern condition: a report on knowledge»,μτφρ. Geoff Bennington και Brian Massumi,University of Minnesota Press, Μινεάπολη, 1984.






Η ΖΕΣΤΗ



Η πύλη του υποστατικού, οι φλαμουριές,         

η επιστροφή του σκύλου.         



(στους Δημ., Πετρ., Ευδ., Ελ., Ειρ.)         





Το καλοκαίρι λένε πως είχε μπει.

Οι φίλοι μας, αυτοί που στηρίξαν τα μέτωπά τους
στο λαιμό του αλόγου ενόσω τους απομάκρυνε
καλπάζοντας και χιμώντας 
απ’ τα μέρη που είδαν,
είναι μια ανάμνηση του τοπίου,
μια κίνηση των σπαρτών, της βρόμης, του κριθαριού,
μια επιδείνωση της χλωρότητας εκεί που διαβαίνουν τα δέντρα
τρομάζοντας με τις πανοπλίες των νέων κλαδιών την ιδέα της άμαξας
ακίνητης στις μολυβιές του καρόδρομου που δεν τελειώνει

ενώ προπορεύεται και μοιράζει σαν πάπλωμα σε μπαλώματα
την επίπεδη απεραντοσύνη του, την αμύνεται και την περιφράσσει
για να μην απειληθούμε από αυτά που μείναν εκεί
απ’ όπου προήλθαμε

σαν φωλιές 
στις οποίες θα επιστρέφουν
οι δικές τους επόμενες μέρες αδειάζοντας με τον κάμπο 
νοσταλγικές, κουκουλωμένες ήδη,
ξεσηκώνοντας πάλι το σύννεφο σκόνης
που επικάλυψε με τη φυγή του προς την άλλη κατεύθυνση
και τον ύστατο στάβλο


όταν πέρασαν με τα σύνορα τους μεγάλους φράχτες
για ν’ ανέβει ψηλά
χωρίς να ξαναφανεί.





~.~





Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ



Νόστος         

μετοίκων μεταγενέστερων         

παραμόνιμων, αποξενωμένων.          





Μια κάποια τέτοια ανύποπτη μέρα,
όπως χάνεται στο πέλαγος των αιώνων μια ξέρα,
πες στον εαυτό σου,
μπορεί το πρόσωπό σου
στο μυαλό των γνωστών
που σε αγάπησαν
να σβηστεί,
όπως σπάει μια χορδή στου παππού το σαντούρι
ή ένα δόρυ κι ας είναι φτιαγμένο από Ηφαίστους,
ή όπως σκάνε απ’ τον κεραυνό μια δυο νάρκες,
κι απελεύθερος να περπατήσεις
στα λιθάρια της φύσης
από τα φρύγανα στα βρύα
και την ακτή
κι απ’ τις σανιδόσκαλες στις βάρκες 
ή στα κιλίμια των μικρών λιακωτών
που ίσως σάπισαν
μπρος στις πόρτες με τα τσουβάλια και το πλιγούρι
–τώρα δε θα σε ξέρουν, θα σε πούνε παρία–
που όμως βλέπουν ακόμα στις αυλές τις δικές τους
όπου μαζεύονται να σε δουν να σπανίζεις.





~~..~~





Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976 και σπούδασε Φιλοσοφία στη Βόννη. Είναι μεταφραστής και επιμελητής, γράφει κυρίως ποίηση, αλλά και διήγημα και δοκίμιο: τον καιρό αυτό ασχολείται φιλολογικά με το έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ, ειδικά με τον «Βόυτσεκ», που μετέφρασε πρόσφατα και ανέβηκε σε σκηνοθεσία Κ. Παπακωνσταντίνου. Διευθύνει το λογοτεχνικό εργαστήρι-σεμινάριο «ΣμεΣ» (Συναντήσεις με Συγγραφείς). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδ. Γαβριηλίδης, 2011, υποψηφιότητες στο Διαβάζω και το Κρατικό) και Το ξυράφι του Όκαμ (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014). Για έκδοση ετοιμάζονται οι συλλογές του:

Ο διαμελισμός του Αδάμ (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/7100-mainas26052017)

και Τα μικρά γεγονότα (http://www.thraca.gr/2018/10/blog-post_11.html).


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA