Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά



 Γιάννης Καλογήρου

Δύο ποιήματα 

από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή
"Έρμαια δισταγμών" που θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2019
από τις Εκδόσεις Θράκα

λύσσα

γυναίκες που πίσω απ' τις βιτρίνες στέκεστε,
με ψεύτικα λάγνα χαμόγελα κοιτάτε,
νομίζω κάπου μακριά σας έχω ξαναδεί.



σ' ένα ψηλό μπαλκόνι να καπνίζετε γελώντας,
σ' ένα δρόμο φωτεινό τον έρωτα να ζείτε,
σ' ένα καρότσι πλαστικό με θαυμασμό
να μου γελάτε.

πίσω από τα μαύρα στεγνά σας μάτια σαν χαθώ,
φαντάζομαι μια θάλασσα όνειρα να πνίγει,
ένα χάρτινο λευκό κορμί η πένα ξένων
να λερώνει.

“πάρε μου ζωή
να δώσεις στην δική σου.”

“κλέψε από την φλόγα μου
φωτιά να βάλεις στην καρδιά σου.”

παρακαλετά βουβά

και προσευχές χαμένες.

η λύσσα των σκυλιών
τελειωμό δεν έχει.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος '16
 
***
 
προσμονή

σε μία έρημη ακτή,
όπου οι θολές μορφές
σπαρμένες κρύβονται
στα φαγωμένα βράχια επάνω,
τα λυσσαλέα κύματα ονόματα
χαράζουνε στην κρύα αμμουδιά,

σαν δύσει η τελευταία μέρα
του χειμώνα
περιμένω να φανείς.

έως ότου έρθει
ματωμένη η χαραυγή να φθείρει
την αιώνια καταδίκη,

εγκλωβισμένος
στην απέραντη όαση
της ιδεατής μου αυταπάτης,
στο ακτινοβόλο όνειρο που με μεθά
γκρεμίζομαι απ' τα χείλη σου,
χάνομαι
στου αλμυρού κορμιού σου τον βυθό
με οδηγό τη νύχτα. 
 
Αθήνα, Μάιος '18



Σημειώσεις για 11 βιβλία που διάβασα μέσα στο 2018

Σήμερα, στο τελευταίο καφεδάκι της χρονιάς, στα εγκαταλειμμένα από ανθρώπους, αλλά όμορφα παράλια Λάρισας, θα προσπαθήσω (με τη βιβλιοθήκη μου να βρίσκεται στη Λάρισα) από μνήμης να γράψω  λίγα λόγια για 11 βιβλία που διάβασα μέσα στο 2018 .

Λέω που διάβασα μέσα στο 2018 γιατί κάποια δεν εκδόθηκαν μέσα στο 2018.

 Επίσης  δεν είναι μια λίστα με τα πιο σημαντικά βιβλία ή με τα καλύτερα, αλλά απλά μια μικρή λίστα με τα 11 πρώτα βιβλία που βρήκα σε αυτά μεγάλο ενδιαφέρον και θα έρθουν στη μνήμη μου.

 Κατερίνα Ζησάκη, Μισέρημος

εκδόσεις Μανδραγόρας

Η Κατερίνα Ζησάκη γράφει για την συντροφικότητα, συντάσσεται πάντα με τους αδύναμους , με την αντιεξουσία . Είναι μια τάση που ακολουθείται από πολλούς, δυστυχώς μη επιτυχημένα.Συνήθως καταλήγει σε φλυαρία, σε κοινοτοπίες, επαναλήψεις, μονομερή αντίληψη δημιουργίας με άνισο καταμερισμό στο τι θα πει κάποιος και (όχι) στο πώς. Η διαφορά λοιπόν της Ζησάκη είναι πως είναι πολύ καλή σε αυτό που κάνει.
Παρα την παρορμητικότητα στην έκφρασή της, πριν το βιβλίο, την παραμερίζει και δουλεύει το πώς. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε ποιήματα στην υπηρεσία της επανάστασης, του έρωτα, του αγώνα που ενώ μας γοητεύουν , μας προβληματίζουν, μας αφυπνίζουν, παράλληλα δεν εμπεριέχουν τα αρνητικά αυτής της τάσης σήμερα που ανέφερα πιο πάνω.
Και επειδή η ποίηση είναι πρώτα γλώσσα, μόνο όταν φροντίζει κανείς το πώς , μπορεί να
μας δώσει το τι και να μας αγγίξει. Αν σας άρεσε το προηγούμενό της βιβλίο, μπορώ να σας πω με σιγουριά πως η μισέρημος είναι ξεκάθαρα ένα βήμα μπροστά για τη Ζησάκη.

 Κώστας Λάνταβος, Καλημέρα 
εκδόσεις Γαβριηλίδης

Είναι πολύ όμορφο, να βλέπεις σε έναν ποιητή πως μέσα στον χρόνο όχι μόνο διατηρεί την ποιότητά του, αλλά η δουλειά του ανεβαίνει και επίπεδο. Αυτό ένοιωσα διαβάζοντας το "Καλημέρα". Πήρα τηλέφωνο τον Κώστα και είπα "Το καλύτερο σου" . Είναι μια ποίηση που είναι και προσιτή στις αισθήσεις  και μέσω του στοχασμού. Όποιος έχει διαβάσει το προηγούμενο βιβλίο του ποιητή "Τα μάτια του μικρού θεού" δεν μπορεί παρά να δει μια συνέχεια στην αισθητική. Και ο Λάνταβος πάει πιο βαθιά καλύπτοντας επίσης μεγαλύτερη επιφάνεια.

Πέτρος Σκυθιώτης, Οι Ακαδημαϊκές Σημειώσεις του ίαν μάρκεζιτς 
εκδόσεις θράκα


Είναι ένα βιβλίο που το έζησα σε όλη την πορεία του μέχρι το τυπογραφείο. Από αυτά που ή θα το παρατήσεις στο δεύτερο ποίημα ή θα το αγαπήσεις. Προσωπικά είναι από τα πολύ αγαπημένα μου.
Ένας ακαδημαϊκός και ένας φοιτητής σε μια ποιητική σύνθεση, να επιχειρούν τρελά πειράματα, γεμάτα μαγικό ρεαλισμό, μαύρο χιούμορ, με μια υπόγεια και φυσική (όχι στρατευμένη ) αντικαπιταλιστική οπτική της ζωής.

Ivan Srsen , Φαύλος Κύκλος
εκδόσεις Καστανιώτη

Ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε στην κορύφωση της μεταναστευτικής κρίσης στη χώρα μας
αλλά γράφτηκε στα Κροατικά μερικά χρόνια πριν. Μας μιλά για την περιπέτεια μιας Νιγηριανής γυναίκας σε φυλακές της Γερμανίας , σε μια πτέρυγα γεμάτη από κρατούμενες
από χώρες της Πρωην Γιουγκοσλαβίας. Το έγκλημά της πως δεν είχε χαρτιά.
Μέσα από την πλοκή βλέπουμε τα πόσα εγκλήματα μένουν ατιμώρητα εις βάρος γυναικών
που έχουν διαπράξει αυτό το "έγκλημα".

 Επίσης ο Ίβαν Σερσεν σε συνέντευξή του μας ενημέρωσε πως ο ίδιος είναι παντρεμένος με μετανάστρια από Νιγηρία και στην παρουσίαση του βιβλίου του, μας εκμυστηρεύτηκε πως το έργο του είναι συνδυασμός μυθοπλασίας αλλά και αληθινών ιστοριών από ανθρώπους που προσπάθησαν να βρουν μια καλύτερη ζωή στην Ευρώπη αλλά συνάντησαν το πιο ψυχρό πρόσωπό της.  Τέλος για αυτό το βιβλίο δε μπορώ να μην αναφέρω ξανά το σημείο δράσης του. Μια γυναικεία φυλακή. Έχουμε δει δεκάδες ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, πραγματικές συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ,  για φυλακές. Πόσα όμως από αυτά αφορούσαν γυναικείες φυλακές; Ο Σέρσεν εκτός όλων των άλλων μας βάζει μέσα στην καθημερινότητα μιας φυλακής με διαφορετικές συνθήκες από αυτές που όλοι γνωρίζουμε.


Αθηνά Τσάκαλου, Οι λεηλάτες του Μεσημεριού 

εκδόσεις των συναδέλφων


Μετά από ένα μυθιστόρημα που μιλά για τις γυναικείες φυλακές, θα μιλήσω για ένα
μυθιστόρημα που γράφτηκε από την Αθηνά Τσάκαλου εξόριστη στη Σαλαμίνα .

Έχοντας ο ίδιος μεγαλώσει στη δεκαετία του 80 σε ορεινό χωριό της Θεσσαλίας, διαβάζοντας το βιβλίο της Τσάκαλου , ήταν σαν να έβγαιναν  μνήμες από το υποσυνείδητο στην επιφάνεια .
Η ικανότητά της να σκιαγραφεί τις προσωπικότητες των ηρώων της αλλά και κάθε προσώπου που εμφανίζεται στο μυθιστόρημά της είναι πραγματικά θαυμαστή.Ένας απλός διάλογος, με τα πιο απλά λόγια, μπορεί να σχηματίσει τέτοια δυναμική που να καρφωθεί στο μυαλό σου για ώρες. Αυτό το χαρακτηριστικό το συναντά κανείς συνομιλώντας και με την ίδια την συγγραφέα, για αυτό και αντί συνέχειας  θα παραπέμψω  όσους διαβάζουν αυτή τη μικρή λίστα, σε μια συνέντευξη της Τσάκαλου στον Σαμσων Ρακά στο ΑΣΣΟΔΥΟ
"
http://1-2.gr/2018/03/14/h-athhna-tsakaloy-koita-sta-matia-ton-hrhsto-tsoytsoyvh/


Αντώνης Ψάλτης,  Βασίλειο για ένα μολύβι .
εκδόσεις κέδρος

Ο Ψάλτης με το τρίτο του προσωπικό βιβλίο, επιχειρεί με ένδυμα την ιστορία του Δον Κιχώτη να προσεγγίσει παιχνιδιάρικα και όχι με κακεντρέχεια την ποιητική κοινότητα των ημερών μας με όλα της θετικά και τα αρνητικά.Με μαύρο χιούμορ, (αυτο)σαρκαστικός  και με εξαίρετο χειρισμό της γλώσσας


 Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο
εκδόσεις μικρή άρκτος

Το 9ο τεύχος της θράκας, όταν με το καλό κυκλοφορήσει, θα είναι αφιερωμένο στο πρόγραμμα κυκλικών διαμονών "Το καταφύγιο του Οδυσσέα" και στον Γιάννη Στίγκα.  Με τη λογική πως δεν χρειάζεται κάποιος να πεθάνει ή να φτάσει στα 60 του για να αξίζει ένα αφιέρωμα και έχοντας
σαν βάση μια φουρνιά ή γενιά μετά το 2000 που πιστεύουμε στην ποιότητά της, επιλέξαμε να κάνουμε την αρχή με έναν ποιητή που έχει ήδη 6 βιβλία στο ενεργητικό του και ασκεί ήδη επιρροή σε πολλούς νέους ποιητές. Στα πλαίσια του αφιερώματος ξαναδιάβασα τα πέντε τελευταία βιβλία του ,που τα βρίσκω όλα πολύ  ποιοτικά. Δε μπόρεσα όμως να μην σταθώ σε ένα πιο πολύ, κάτι που ίσως δε θα αρέσει στον Στίγκα. Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο  που πιστεύω θα μείνει σίγουρα ως ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της εποχής μας. Είναι από τα βιβλία που αν δεν είσαι καλός κριτικός λογοτεχνίας, δε θες να το αναλύσεις, γιατί φοβάσαι μη μειώσεις την αξία του. Αν είσαι αναγνώστης,  χρειάζεται απλά να εμπιστευτείς κάποιον που σου μίλησε για αυτό. Και έτσι πιστεύω κύλησε αυτό το βιβλίο. Περισσότερο από στόμα σε στόμα και από χέρι σε χέρι. Η ποίηση μέσα σε αυτό αρκεί.

Τέλος όταν το περιοδικό θράκα επισκέπτεται σχολεία να παρουσιάσει σε μαθητές λυκείου ποίηση που γράφεται σήμερα στην Ελλάδα, το ομώνυμο ποίημα είναι πάντα εντός ύλης.

 Βασίλης Ζηλάκος, Νερά γελούνε


εκδόσεις Σαιξπηρικόν


Μια ακόμα περίπτωση που δυσκολεύομαι να μιλήσω για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ .  Γραφή στοχαστική, πολύ άρτια δομημένη. Δεν βρίσκεις κόκκαλο στη ροή (και στην γλώσσα και στην έννοια) . Ο τρόπος με τον οποίο συνδέει μέσα σε τόσες λίγες λέξεις διαφορετικές εικόνες και παράγει μέγιστο αισθητικό αποτέλεσμα είναι αυτό που κυριαρχεί στο μυαλό μου όταν σκέφτομαι το συγκεκριμμένο βιβλίο. Ο Ζηλάκος βρίσκει μια ισορροπία ανάμεσα στα πρώτα βήματα της αλήθειας και στην άγνωστη συνέχεια της. Δίνει λίγο έδαφος και μετά ερωτήσεις, όχι απαντήσεις. Μα έτσι όμως δεν γίνεται και στη ζωή; Μόνο οι ηλίθιοι νομίζουν πως έχουν απαντήσεις για όλα.



Χαρίλαος Νικολαΐδης, Άλλες Γεύσεις
εκδόσεις Μελάνι


Όταν σκέφτομαι το πρώτο του βιβλίο "Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο" πάντα σκέφτομαι την ταχύτητα για κάποιο λόγο. Με το δεύτερο βιβλίο του "Άλλες γεύσεις" δεν αλλάζω γνώμη. Ο Νικολαίδης είναι πάντα στους τελικούς της ποίησης, στα 110 μέτρα με  εμπόδια. Και με χιούμορ , αφαιρετικός , με εξαιρετική σπιρτάδα τρέχει την κούρσα με επιτυχία και με την δεύτερη ανάγνωση, βλέπεις τα εμπόδια , την αισθαντικότητά του πίσω από τον κυνισμό, την ευστροφία του. Μια γραφή που ζει 100% στην εποχή της.

 Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Δραμάιλο 
εκδόσεις Αντίποδες


Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου ζει στη Δράμα. Από επιλογή . Τα τελευταία χρόνια εκτός από την ποιητική παραγωγή του , μας απασχολεί και με εκθέσεις φωτογραφίας. Στην αρχή οι χελώνες της ΔΕΗ , μετά τα τοπία και τέλος τα σπίτια που κάποτε είχαν ζωή. Δεκάδες αν όχι εκατοντάδες φωτογραφίες εγκαταλελειμμένων σπιτιών, το καθένα με τη δική του ιστορία. Μερικές θα βρούμε και μέσα στο βιβλίο. Και φωτογραφίες και τις ιστορίες αυτών των σπιτιών.

 Η απώλεια παίζει με τη ζωή και ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου μας έδωσε ένα ακόμα ξεχωριστό και από άποψη θεματολογίας βιβλίο.

Σαμσών Ρακάς, Ούτις

εκδόσεις υποκείμενο


Ένα βιβλίο ποίησης πάνω από 250 σελίδες . Και αυτή τη στιγμή κλέβω, γιατί είναι αυτό που διαβάζω αυτές τις μέρες. Ωστόσο θα το συμπεριλάβω και ας μην το έχω τελειώσει. Οι στιγμές που σου προσφέρει αυτό το βιβλίο σε κάνουν να σκέφτεσαι, μήπως είναι βιβλίο εποχής; Επιβεβαιώνεται κάπως αυτό από την αποδοχή που έχει . Ζει έξω από τους κλειστούς λογοτεχνικούς κύκλους. Ένα βιβλίο που θέλει αφοσίωση, σε κερδίζει, το σέβεσαι, αποκτά τον δικό του χώρο ξεχωριστά. Ο Σαμσών Ρακάς είναι ένας ποιητής που δεν συμπεριλαμβάνεται σε ανθολογίες , επιλέγει ο ίδιος να μην έχει σχέση με βραβεία και δημόσιες σχέσεις, όμως και μέσα στους λογοτεχνικούς κύκλους χαίρει εκτίμησης. Είναι το παράδειγμα που φέρνω σε όποιον απογοητευμένο νέο με πραγματικό ταλέντο , στεναχωριέται γιατί πολλές φορές τον αγνοούν. Η καλή δουλειά αργά ή γρήγορα προσέχεται και εκτιμάται , θέλουν δε θέλουν μερικοί και χωρίς πιστοποιητικά καλής συμπεριφοράς.


















Το δράμα του εντελώς άγνωστου άντρα 


Είπαν κάποιος δήλωσε παντελώς άσημος

τα γεγονότα επιβεβαίωσαν
μια λογική αμφιβολία

απόλυτα

τον είδαν
χωρίς φυσικά χαρακτηριστικά
και τoν αναγνώρισαν
από την μη αναγνωρίσιμη χειραψία

ω, και πόσο αφανής χειραψία ήταν αυτή

όσοι έτυχε να τον προσέξουν
ποτέ στη ζωή τους μου εκμυστηρεύθηκαν δεν είδαν άνθρωπο πιο άγνωστο

γι' αυτό
απόψε
του γράφω τους πιο άγνωστους στίχους

Του γράφω, ίσως για κάτι που όλοι γνωρίζουμε
Του γράφω με απόλυτη ειλικρίνεια
άγνωστος
για να μην μείνει
εδώ
ώστε  τα ονόματα
να πέσουν
όλα
στο κενό



*



Ο Μάτκο Άμπραμιτς γεννήθηκε στο Čakovec το 1984 .
Σπούδασε Κροατική και Τσέχικη φιλολογία στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, του Πανεπιστημίου του Ζάγκρεμπ και έχει εργαστεί στον εκδοτικό οίκο και λογοτεχνικό πρακτορείο Sandorf. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές και είναι εμπνευστής πρωτότυπων ποιητικών Perfomances .Ζει στην πόλη Varaždin , δίπλα στο ποτάμι και στα δέντρα.






*
Μετάφραση από την Αγγλική γλώσσα


Η διαμονή στο νησί μοιάζει κομμένη στα δύο. Τις πρώτες μέρες είχαμε μεγαλύτερη παρέα, καθώς και αυτοκίνητο (του συγγραφέα και εκδότη Ivan Srsen, που δεν μας χαλούσε χατίρι), οπότε μπορούσαμε να επισκεπτόμαστε τα διάφορα χωριά κατά βούληση: τη Sorba για το μοναδικό ανοιχτό εστιατόριο που τώρα τον χειμώνα σερβίρει μόνο πίτσα – τουλάχιστον μεγάλης ποικιλίας και νόστιμη –, το Babino Polje για καφέ τη μέρα και πέλιν το βράδυ. Μετά την αποχώρησή τους, το νησί μεγάλωσε, οι δρόμοι μάκρυναν. Η υπέροχη θέα από το παράθυρο του σαλονιού μάς καλημερίζει κάθε πρωί, τον Μάτκο κι εμένα, και η μέρα γεμίζει με ατελείωτες συζητήσεις κατά τους περιπάτους δίπλα από τη θάλασσα. Αυτή η περικύκλωση από τη φύση ευνοεί, πιο πολύ κι από το γράψιμο ή το διάβασμα, την περισυλλογή και τον αναστοχασμό. Είχα πάντως την έμπνευση για μερικά ποιήματα εδώ και δούλεψα αρκετά κάποια κείμενά μου, ενώ από τις πιο όμορφες και τιμητικές στιγμές ήταν η ανάγνωση ποιημάτων μου στα κροατικά από τον Βόσνιο ποιητή Mirko Bozic, κατά την τελετή έναρξης του προγράμματος «Το Καταφύγιο του Οδυσσέα» - οπότε και γευτήκαμε ένα νόστιμο τοπικό πιάτο με πατάτα και μπακαλιάρο.

Τις νύχτες χωρίς σύννεφα, το φως του φεγγαριού αρκεί για να βλέπεις τα βήματά σου καθώς περπατάς δίπλα στη θάλασσα κι αισθάνεσαι το παγωμένο αεράκι της Αδριατικής να σκάει στα μάγουλά σου. Τα αστέρια στον ουρανό φαίνονται τόσο κοντά, σχεδόν μπλέκονται με τα κούμαρα και τις πευκοβελόνες του νησιού. Πού και πού ακούγεται κάποιος ήχος αγριογούρουνου πίσω από τους θάμνους και διακόπτουμε την κουβέντα μας με τον Μάτκο* για να αναρωτηθούμε αν είναι η φαντασία μας. Δύο σκυλάκια μας ακολουθούν σε κάθε μας πεζοπορία, ατρόμητα και διψασμένα για παρέα, ακόμα και στις υπόγειες σήραγγες που οδηγούν στα κανόνια που στοχεύουν αγέρωχα το ανοιχτό πέλαγος.

Το Μλιετ εκ πρώτης όψεως φαίνεται μονότονο, μια πράσινη μακρόστενη λωρίδα. Όσο το γυρίζεις όμως, ανακαλύπτεις όλο και περισσότερες φαντασμαγορικές γωνιές: νερά με πράσινο που συναγωνίζεται το πράσινο των πεύκων που γέρνουν πάνω τους, σκιερά μονοπάτια που ενώνουν τις λίμνες με τα χωριά, σκαλοπάτια που σε βγάζουν από τα δέντρα και σου φανερώνουν τον ήλιο. Οι σχηματισμοί και η διαμόρφωση της γης σε κάνουν συχνά να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι σε νησί. Πολλές φορές, εκεί που τελειώνουν τα βράχια και η θάλασσα ανοίγεται μπροστά σου, είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν στην άκρη του κόσμου, στη Γη του Πυρός.

Τώρα τον Δεκέμβρη, άλλοτε βρέχει κι άλλοτε έχει ήλιο, κι αυτή η διακύμανση μεταβάλλει εξαιρετικά τη φύση και την εικόνα του νησιού – μπορεί να περάσεις από το ίδιο σημείο σήμερα που έχει λιακάδα και να είναι εντελώς διαφορετικό από χθες, που έβρεχε. Παντού ενδείξεις ενός τόπου που το καλοκαίρι θα σφύζει από ζωή, εστιατόρια με πιάτα και καρέκλες που θα γεμίζουν κόσμο, βράχια που περιμένουν ορδές ανθρώπων να σταθούν πάνω τους για να αστράψουν τα φλας των φωτογραφικών μηχανικών. Μια αχνή πίκρα ίσως πού και πού για τις μυρωδιές και την ένταση που χάνουμε τώρα τον Δεκέμβρη, αλλά στο τέλος μια ικανοποίηση που έτσι, τώρα, αντικρίζουμε την αυθεντική όψη του νησιού.

Σε μια εξερεύνηση παρέα με τον γηραιότερο υπάλληλο του Εθνικού Πάρκου, όχι μόνο θαυμάσαμε τη διακριτική ομορφιά του Mljet αλλά τη γευτήκαμε κιόλας. Καρποί από τα δέντρα, χόρτα από τα βράχια δίπλα στο κύμα, στρείδια από το κύμα, όλα με την καθοδήγηση και την καλή διάθεση του κ. Γιάκοβ.

Τα νερά σε πολλά σημεία μού θυμίζουν αυτά της γενέτειράς μου στην Αλβανία, της Χιμάρας. Το ίδιο και οι άνθρωποι του χωριού, ενώ ήταν πολύ διασκεδαστικό να ανακαλύπτω παρόμοιες λέξεις των κροατικών με τα αλβανικά εδώ κι εκεί. Η συνειδητοποίηση κάθε φορά της εγγύτητας, της αίσθησης της γειτονίας και της οικειότητας σε κάθε γωνιά των Βαλκανίων, με γεμίζει αισιοδοξία και ζεστασιά. Ευχαριστώ πολύ το νησί και τους ανθρώπους του για τη φιλοξενία. Ελπίζω να ξαναέρθω στο Mljet, μια άλλη εποχή, να το ξανασυναντήσω και να το ανακαλύψω από την αρχή.



*Αναφορά στον ποιητή 

Matko Abramić



1η δημοσιευση 

http://tovar.hr/blog_item.php?t_id=19



Οι τελείες

Η σιωπή μου βολεύτηκε ήρεμα κάτω από τα βράχια

Οι τελείες των προτάσεων που δεν μπόρεσα να σου πω,
Καρφώθηκαν σαν προσευχές στον ουρανό

Τώρα από τις χαραμάδες δραπετεύει πότε-πότε λίγο φως
Και ένα χαμόγελο με κόπο σχηματίζεται στο λυπημένο μου πρόσωπο

Δεν με ξέρετε,

Στ’αλήθεια δεν θα με μάθετε ποτέ



Ο ψεύτικος εχθρός

Είσαι εχθρός ψεύτικος,
Έχεις σκουριασμένη πανοπλία,
Οι μέρες μετρούν αντίστροφα στο ημερολόγιό σου,
Ποιος νοιάζεται αν έχεις χρυσή καρδιά;

Το σώμα σου όμως παραμένει καθαρό
Και τα χέρια σου κρύα,
-Με αγκαλιάζουν σπάνια πια-

Τι κρίμα να σε περιμένω σε όλες τις πλατείες του κόσμου






Aόρατος


             Ούτε όταν γεννήθηκε έκλαψε. Μ΄ένα πόνο ξεκόλλησε από την μάνα του. Τον πήρε η μαία όπως ήταν μέσα στα αίματα, τον έβαλε κάτω από το χλιαρό νερό της βρύσης και τον επέστρεψε στην μάνα του καθαρό. Κάτω από τα μεγάλα φώτα του χειρουργείου έγινε η πρώτη τους συνάντηση. Αυτός ακούμπησε μια φλέβα του λαιμού της, βρήκε παλμό κι αποκοιμήθηκε. Έτσι ήθελε πάντα να περνά απαρατήρητος.
             Διαμαντόπετρα τον φώναζε η γιαγιά του. ''Όπου τον ακουμπάω  μένει'', έλεγε. Καμιά φορά έβαζε τα κλάμματα.Ένα κλάμμα διαφορετικό από τα άλλα. Ασυνεχές και ήρεμο.Έτσι που να μην προκαλεί ούτε άγχος, ούτε συναγερμό στο σπίτι. Οι γονείς του τον κοίταζαν με περηφάνια. Απολάμβαναν τα πλεονεκτήματα του να έχουν παιδί χωρίς να υφίστανται τις συνέπειες. Έτρωγε καλά, άντεχε τις χιονοστοιβάδες των υποκοριστικών, πήγαινε για ύπνο μόνος του χωρίς να ενοχλεί ζητώντας παραμύθια και κουβέντες. Έμαθε να μιλάει, να περπατάει για να μην απογοητεύει τις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Το σχολείο ήταν ένας θρίαμβος. Ανάμεσα σε πελάγη αφηρημάδας, ελλειματικής προσοχής, τρεχαλητού και γύψων εκείνος άπλωνε ένα σεντόνι ήρεμης κανονικότητας σε όλα. Κρατούσε για τον εαυτό του πάντα τον λιγότερο χώρο, τον ελάχιστο χρόνο. Ένας αόρατος άνθρωπος. 
          Χωρίς τραύματα πέρασε την γέφυρα από την παιδικότητα στην εφηβεία. Ούτε ακμή δεν παρουσίασε. Οι βαθμοί του στο απολυτήριο ακριβώς μέτριοι. Όσο έπρεπε για να γλιτώσει τους γονείς από την απογοήτευση της αποτυχίας αλλά και από την αμετροέπεια της επιτυχίας. Αργότερα έκανε και σχέση. Περισσότερο από την προσπάθεια του να έχει, να δείχνει παρών και να κρατάει ισορροπίες. Όταν εκείνη του ζήτησε να χωρίσουν το δέχθηκε αδιαμαρτύρητα.Ήταν ένας τρόπος κια αυτός να ξεφύγει ανώδυνα σχεδόν από τα δύσκολα διλήμματα των σχέσεων. Να ζήσεις δυστυχής με κάποια που αγαπάει υπερβολικά ή ευτυχής με κάποια που δεν αγαπάει αρκετά; Ιδιαίτερα όνειρα για σπουδές δεν είχε. Τον βοήθησε ευτυχώς και το εκπαιδευτικό σύστημα σ΄αυτό. Χώθηκε σε μια σχολή, όπου νάναι. Τελείωσε κι αυτή η εκκρεμότητα. Εκείνη την χρονιά έμαθε και πεταλούδα στο κολύμπι. 
         Βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία εισαγωγής ιατρικών μηχανημάτων. Περιβάλλον απαιτητικό όπου όλοι δρούσαν ανταγωνιστικά. Εκείνος ήταν στην τιμολόγηση των παραγγελειών. Είχε εφαρμόσει ένα τέλειο και γρήγορο σύστημα εύρεσης της τιμής και της αναπροσαρμογής του κάθε εξαρτήματος. Τελείωνε έτσι γρήγορα και αποτελεσματικά, έχοντας χρόνο να χαθεί στις αποθήκες ξεφυλλίζοντας περιοδικά, κατά προτίμηση τσόντες. 
        Όταν πέθαναν οι γονείς του δεν κατόρθωσε να κρύψει από τον εαυτό του την σκέψη πως πλέον δεν θα υπήρχε λόγος να τους ενοχλήσει ποτέ ξανά. Αμέσως μετά πήρε την πρώτη εθελούσια που του προσφέρθηκε και με το μικρό του κομπόδεμα αποσύρθηκε στο χωριό. 
        Να αυτοκτονήσει δεν σκέφθηκε ποτέ. Οι απρόβλεπτοι βλέπεις θάνατοι αφήνουν πάντα ένα ίχνος που κάποιος πρέπει να καθαρίσει. Του το απαγόρευε ο χαρακτήρας του, ούτε υπερβολικά τολμηρός, ούτε υπερβολικά δειλός. 
        Γέρασε πιο γρήγορα  από όσο είχε υπολογίσει με έντονη τριχόπτωση, διαστολή ενός κορμιού που κατέρεε ολοφάνερα και κάποιες αυξανόμενες μεταπτώσεις από την ευφορία στην μελαγχολία και από την οργή στην απάθεια Μια μέρα που ο ήλιος ήταν αδυσώπητος και έμπαινε από παντού στο σπίτι αποφάσισε να γίνει αόρατος. Κάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, συγκεντρώθηκε, παραμένοντας εκεί σχεδόν ακίνητος στην ιδέα. Άρχισε να ανακτά σιγά σιγά την εσωτερική του εντροπία. Στην αρχή έγινε δυσδιάκριτος, αργότερα διάφανος και στο τέλος αόρατος. Έτσι όταν πέθανε, κανένας, ούτε καν ο ίδιος δεν το κατάλαβε.







Αφορμή για το εν λόγω κείμενο στάθηκε  η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Μιχάλη Γκανά. Αλλά πριν από αυτήν ας πούμε κάτι για τα Χριστούγεννα…

Κάθε χρόνο από μικρός θυμάμαι την εποχή που άρχιζε το κρύο, νύχτωνε γρήγορα και έμπαινε ο χειμώνας. Αυτό ήταν σημάδι, πλησίαζαν οι γιορτές. Εντάξει. Δε με χάλαγε, ίσως να ήθελα κιόλας να έρθουν κυρίως για να κάνουμε παύση απ’ το σχολείο. Μεγάλωσα όμως και άλλαξα, (δυστυχώς). Τώρα πια, για μένα τα Χριστούγεννα είναι τετριμμένα. Τα ζήσαμε, τα είδαμε, τα τραγουδήσαμε, τα διαβάσαμε αλλά θα πρέπει για όσο ζήσω να έρχονται τα λαμπάκια, τα δεντράκια, τα δωράκια, οι καρτούλες, τα μελομακαρονάκια, τα καλικαντζαράκια, τα αστεράκια και τα τοιαύτα. Μπούχτισα. Στούμπωσα. Θέλω ψυχική απόφραξη γιατί έχω γίνει δυσκοίλιος με όλα αυτά. Δε δουλεύει το σύστημα. Θέλει αλλαγή, ανανέωση, φορμάτ. Λες και γιορτάζουμε του Χριστού τη γέννηση, που δεν το κάνουμε. Κάθε χρόνο αν τη γιορτάζαμε, αν τη ζούσαμε, αν τη νοιώθαμε να πω ναι, χαλάλι. Αλλά που; Ποιο πολύ η ΔΕΗ γιορτάζει με τόσο στολισμό, παρά εμείς. Και αφού έβγαλα τα σώψυχά μου ας περάσουμε και στο βιβλίο.

Άγια έπραξε λίγο πριν τις Άγιες μέρες ο Γκανάς το Νοέμβριο του 2014. Εξέδωσε αυτόνομο το ποίημα «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» με ένα σχόλιο,  που πρώτη φορά το ενέταξε στα «Γυάλινα Γιάννενα» Καστανιώτης, 1989. Έχω μια προσωπική σχέση με τη συλλογή καθώς ήταν η πρώτη ποιητική συλλογή που αγόρασα μόνος μου. Ήταν το 2012 που κάναμε στο σχολείο ένα ποίημά του «Στα καμένα», Α’ Γυμνασίου ήμουν. Το ποίημα είναι ανθολογημένο στο εγχειρίδιο της Β’ αλλά η φιλόλογός μας, καθώς ήθελε να μας περάσει μηνύματα αφύπνισης, για το περιβάλλον και τη φύση, μας το δίδαξε. Βέβαια, την ποίηση δεν μπορείς να τη διδάξεις με τον κλασσικό τρόπο. Μην το ξεχνάμε. Ούτε γίνεται να τη διδάξεις με στόχευση.  

Κάθε φορά που έρχονται αυτές οι μέρες, το ανακαλώ στη μνήμη μου και συγκινούμαι. Η Χριστουγεννιάτικη ιστορία δεν θέλει συστάσεις δεν τις χρειάζεται, τα ‘χει όλα και προπάντων εξαιρετικό θέμα προσεγγίζοντάς το άρτια, που σε μένα χτυπάει φλέβα τη σχέση πατέρα – γιου. Είναι καλογραμμένο, σα να το κυοφορούσε χρόνια ή όπως λέει στο σχόλιό του είχε κρούσει σε φλέβα δική του, πολλών χρόνων καταχωμένη. Επίσης στο σχόλιό του ξεχωρίζουν και δικαίως νομίζω, οι δύο τελευταίες παράγραφοι πριν το υστερόγραφο. Ήρθε λοιπόν πλάι μου την κατάλληλη στιγμή κάτι σαν το «Σε βρίσκει η ποίηση» του Πατρίκιου. Καθώς υποχωρούσε η λαμπρότητα των Χριστουγέννων, με βρήκε αυτό το ποίημα. Μια μικρή φλόγα να ζεστάνει το χειμώνα της ενηλικίωσης και όλων των δυσάρεστων σκέψεων που τα Χριστούγεννα φέρνουν ή που ήδη υπάρχουν και γιγαντώνονται. Ήρθε να με παρηγορήσει. Άλλωστε αυτό δεν είναι η τέχνη;


Την Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου και ώρα 21:00 στο  Λίντο οργανισμός ( Ηφαίστου 2, 2oς όροφος, είσοδος από Κλίμαξ), το λογοτεχνικό περιοδικό Θράκα σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών του Δήμου Λαρισαίων, διοργανώνουν ποιητική βραδιά με τους ποιητές: Θάνο Γώγο, Σωτήρη Παστάκα και Πέτρο Σκυθιώτη.
Συντονιστής, ο δημοσιογράφος Λευτέρης Παπαστεργίου.
Οι τρεις λογοτέχνες, θα διαβάσουν ποιήματά τους και θα συνομιλήσουν ανοιχτά με τον Λευτέρη Παπαστεργίου, αλλά και με το κοινό που θα παραβρεθεί στην εκδήλωση.
Είναι η αρχή, μιας σειράς λογοτεχνικών εκδηλώσεων εντός κι εκτός δημοτικών κτηρίων, με στόχο η ποίηση να συναντήσει πιο εύκολα τους ανθρώπους της πόλης, σε διαφορετικά αισθητικά περιβάλλοντα.
Η εκδήλωση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του λογοτεχνικού προγράμματος κυκλικών διαμονών “Το καταφύγιο Του Οδυσσέα”, υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και της Ευρωπαικής Ένωσης.





Είναι ένα ουράνιο τόξο ο κόσμος

είναι ένα ουράνιο τόξο
ο κόσμος
γεμάτο γυναίκες κρεμασμένες
με θεϊκή εντολή
και θεϊκή ευχή
ένα σύννεφο από αγαλλιάζοντες
αγγέλους

και μετά έρχονται
τα συμπτώματα
η μοναξιά στα αγγεία
το τρυπάνι στην καρδιά
στο θάνατο
μαθαίνει το δέρμα
στο σκοτάδι

είμαι μια γυναίκα
μεγαλωμένη απ’ το γάλα
των  κενταύρων



στο κορίτσι της Ρόδου




Η γόπα

Πέταξε χάμω το τσιγάρο
μισό τσιγάρο, ακάπνιστο

δε βαριέσαι, ο μπαμπάς να ‘ναι καλά
Αυτός και η γεμάτη πορτοφόλα του’

δέκα λεπτά αργότερα
ένας έπιασε την γόπα
-σχεδόν ορφανή από ρουφηξιές-
αρκούσε ωστόσο να τραβήξει άλλες δύο

Τι περίεργο είναι αυτό
με τις γόπες της εφηβείας μας
Αντί εμείς αυτές ενηλικιώνονται



Είδηση ιατρική


Σ’ ένα μικρό ακατοίκητο περιθώριο
Θα εξοριστείς
Είδηση αισιόδοξη ιατρικού δελτίου
Θα στέκεις να προσμένεις στωικά
Κάποιαν αναψηλάφηση

Στο μεταξύ
Χιλιάδες τίτλοι πηχυαίοι
Με στολή αυτοκράτορα
Θα παρελαύνουν στα εξάστηλα
Και θα μιλούν αυτοί
Για κάποια ελπίδα αμεταχείριστη
Για έκβαση του προκειμένου ανθισμένη

Μα στην ουσία
καμένη πριν την ώρα της





Άγνωστη γη

Έσταζε το παγωμένο νερό από τα ρούχα της, στο στόμα της φύκια. Θα μπορούσε να έχει κοιμηθεί στην υγρή άμμο για πάντα, να την πάρει πίσω η θάλασσα. Την ξύπνησε η μνήμη -οι κραυγές, το αίμα, η φρίκη.

Πηχτό σκοτάδι. Έσφιξε δυο βότσαλα στις χούφτες, πήρε μια βαθιά ανάσα, σύρθηκε μέχρι τον δρόμο. Κοίταξε τον ουρανό, τη μεγάλη άρκτο, κρύωνε σαν να βρισκόταν ψηλά στα αστέρια, μόνη μέσα στο σύμπαν.

Στο βάθος φαίνονταν φώτα. Άρχισε να περπατά αργά. Στα μισά, ζεστάθηκαν τα πόδια της, υγρά κυλούσαν στους μηρούς της. Ο πρώτος πόνος ήρθε ήσυχα, στον δεύτερο γονάτισε. Τα χείλη της ακούμπησαν στην άγνωστη γη, μια προσευχή ρίζωσε βαθιά.

Σηκώθηκε. Συνέχισε να περπατά, έφτασε στο πρώτο σπίτι. Τα παράθυρα σκοτεινά, στην πόρτα αναβόσβηνε ένα γιορτινό αστέρι. Προχώρησε στον κήπο, αγκάλιασε τον κορμό ενός δέντρου, οι ωδίνες μαστίγωναν τα σπλάχνα της.

Ξάπλωσε ανάσκελα. Ούρλιαξε, αλύχτησαν μαζί της τα σκυλιά, κοίταξε τη μεγάλη άρκτο, άπλωσε το χέρι να κρατηθεί απ’ την ουρά της, μια κραυγή ακόμη και η κόρη της γλίστρησε στο χώμα.
Τύλιξε το νεογέννητο με τη βρεγμένη της μαντίλα. Το κλάμα του αντηχούσε το θαύμα, ενώ τα παράθυρα φωτίζονταν ένα-ένα.



Βίκυ Κλεφτογιάννη


(Κώστα Λιννός, Μετασχηματισμοί Δ΄, Εκδόσεις των Φίλων, 2018


Παναγιώτης Ράμμης, Άνεμος συναξαριστής, Εκδόσεις των Φίλων, 2017)


Σε όλες τις περιόδους της ιστορίας της λογοτεχνίας υπήρχαν συγκλίσεις μεταξύ ατόμων, ομάδων και πνευματικών αναζητήσεων. Στη δική μας πολυδιασπασμένη εποχή θα ήταν δύσκολο να εντοπίσουμε συγκλίσεις μεταξύ δημιουργών, σε σημείο που να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτοί συγκροτούν μια “σχολή” ή μια “γενιά”. Είναι, τελικά, λίγες οι πραγματικές περιπτώσεις, στις οποίες μπορούμε να εντοπίσουμε μια κοινή ζύμωση αναζητήσεων και καλλιτεχνικών στόχων. Μια τέτοια περίπτωση είναι εκείνη δύο ποιητών ίδιας γενιάς (γεννημένοι και οι δύο το 1975), του Παναγιώτη Ράμμη και του Κώστα Λιννού, οι οποίοι με τις δύο πρόσφατες ποιητικές τους συλλογές επιβεβαιώνουν την πορεία που για χρόνια χαράσσουν στην ελληνική ποίηση: ποιήματα στοχαστικά με φιλοσοφικές προεκτάσεις, υλικό και εικόνες που έχουν αντληθεί από ένα τοπίο καθαρά ελληνικό, ψηφίδες του παρελθόντος και της φύσης, όπως οι κίονες, οι πέτρες, η θάλασσα και τα νησιά, όλα σφικτοδεμένα σε ένα σύνολο ακέραιο, καταγεγραμμένα ως τα σύμβολα μιας αιώνιας αρμονίας, που δεν μπορεί παρά να εγείρει στον άνθρωπο έναν γνήσιο λυρισμό, έναν πηγαίο ύμνο για τον θεό και το σύμπαν. Γράφει ο Ράμμης στο ποίημα Ο Σατανάς και το κουτσό παιδί, στο σημείο όπου το παιδί παίρνει τον λόγο:
Άρχοντα του αλαβάστρινου βουνού
θαρρετά εγώ σου λέω
πως νιώθω Φως ολοένα ν’ αντιλαρίζει
στου απείρου το μεταξένιο μανδύα.
Οσφραίνομαι μυρωμένα οροπέδια
και ζευγαρώματα ελαφιών.
Γράφει, από την πλευρά του, ο Λιννός στο ποίημα Επίγραμμα, το εναρκτήριο της συλλογής:

Ψάχνω για κείνη την πρώτη σπίθα
Απ’ τα αρχαία νερά του Αιγαίου
Που αναβοσβήνει ακόμη μέσα
Στις λέξεις που φυλάν τον καθένα μας.

Και στα δύο βιβλία ο άνθρωπος παρουσιάζεται ενταγμένος σε έναν κόσμο ισορροπίας, μέρος μιας ένθεης σύνθεσης μέσα στην οποία πασχίζει με αγωνία και αγώνα να κατανοήσει τη θέση του. Εκεί ο μύθος είναι πάντοτε παρών ως η αλληγορία ενός πνευματικού ταξιδιού, επίπονου και κουραστικού:

Νύχτα που σμιλεύεις δάκρυα στα μάτια των κοριτσιών
Θρέφεις είδωλα και φεγγάρια σκονισμένα
Γνωρίζεις ότι οι Άγγελοι μαθαίνουν να πετούν
μ’ ένα κινητήρα στην πλάτη καθώς
προσμένουνε τους κέρινους ουρανούς τους;
Νύχτα εσύ, αναρτημένη με σιωπές και σκελετούς αρχαίων ονείρων.

Οι παραπάνω στίχοι του Παναγιώτη Ράμμη, από το ποίημα Πτήση ανακαλούν τον χριστιανικό μύθο μέσα από την αναφορά στους Αγγέλους και τον μύθο του Ικάρου, μέσα από την αντιστροφή των κέρινων φτερών σε κέρινους ουρανούς, για να αναφανεί στον τελευταίο στίχο ο κίνδυνος της πτήσης, που κυοφορεί πάντοτε τα σιωπηλά, τα άρρητα ύψη, αλλά και τον θάνατο του άπιαστου ονείρου.
Στον Λιννό η Νύχτα επίσης εμφανίζεται στο ποίημα Επιστολή στη νύχτα ως μια κοσμογονική ύπαρξη, που παραπέμπει στη μυθολογική Νύχτα. Σε αυτή προσεύχεται ο ποιητής, με αυτήν συνομιλεί: Περπάτησα στον ουρανό: Τίποτα κανείς. Μόνο το γδαρμένο ξύλο μιας αγάπης να αγιάζει στη μνήμη. Πήρα λίγη κυκλαδίτικη λαλιά κι ασήμι από κλειστό μεταλλείο και στόλισα το πρόσωπό της. Σου το προσφέρω Νύχτα, είναι το δώρο μου.
Οι δύο ποιητές ακολουθούν για χρόνια μια πορεία σταθερή, πατώντας στις ρίζες της ποιητικής μας παράδοσης και στην κληρονομιά του μοντερνισμού, με κύρια αναφορά του τη γενιά του ’30. Από την ποίησή τους αντλεί κανείς όχι μόνο την αισθητική ηδονή μιας βαθιάς, εσωτερικής τέχνης, αλλά και έναν ουσιαστικό προβληματισμό για την πορεία που οφείλει να χαράξει εφεξής η σύγχρονη ποίηση.

Άννα Γρίβα



φωτογραφία :Φάνης Παπαγεωργίου


Ο κύκλος της Αστάρτης

Η Αστάρτη είναι οσονούπω μόνη 
και με ρωτά γιατί οι λέξεις 
στριμώχνονται στα πόδια της 
ή στα χείλη 
κρατά τη γη του πυρός 
κι είναι αυτό πιο πολύ, Αστάρτη, 
άπ’ το μισό του ουρανού 

Μπλέκει τη Μεσόγειο στ’ ακροδάχτυλα της
όλο φωνάζει «δως μου τα σύννεφα,
δως μου»
κι άντε μετά να μιλήσεις
για τις αυλές του
κόσμου ή για λαϊκά προάστια

Κοιτά μέσα από χιλιόμετρα χρώματος
ώσπου ένα βράδυ λέει  στα
γόνατα το τραγούδι
ενός πέμπτου ορόφου

Στέκει στις μύτες η Αστάρτη
χαμογελά
αν πρέπει τόση αμήχανη ζωή
να κλείσει στις παλάμες
έτσι όπως φέγγει
ελλειπτικά
έτσι όπως τείνει
των ερώτων

Πέλαγος κι ηλεκτρισμένη μνήμη
φταίει που είσαι
Αστάρτη
ή ίσως να φταίει
που ανοίχτηκα στους χρόνους σου
μ’ αυτή τη νότα ενδεκάτης
απόψε
που κραυγάζει γαλαξίες
κι ας διαβάζω υστερόγραφα
στους ώμους σου
για να υπομείνω την
πρώτη ύλη του μέλλοντος







ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΙ

Φεύγοντας πας πετάς –και αντίστροφα–
πετάς πας φεύγοντας
σε κλαρί γυμνό και στέκεις
λυπημένο πουλί που ψυχής γεφυράκι χτίζεις

Βουνά-βράχια πολλά στο στόμα σου μετράς
κι οι πέτρες που ξεστομάς με παίρνουν κατακέφαλα.




ΜΕΣ ΣΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ

Δροσούλα και φθηνή σκιούλα
που γυρεύει νεκροπούλια
Ένα τους θα κάτσει θα ξεχαστεί
θα κοιτάει τα φύλλα θα κοιτάει τη βροχή

Το σκάγι που το παίρνει
το αφήνει στον τόπο.












ΘΗΡΑΜΑ

Τσιροπούλι πτιλωτό και παγωνιά περίσσεια
που σού ’στησε ενέδρα φοβερή
πάνω στην ώρα την κακή και το μεγάλο σάλο
πετάς

Δε βρίσκεις γνώριμο τόπο να πεθάνεις.






ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ

Ταξίδι κι ήρθαν πάλι φέτος να μας
κατοικήσουν

Χτίζουν άσπρη φωλιά μέσα στο άσπρο
του ματιού μας.



Σήμερα στις 7μμ, στο πολιτιστικό κέντρο του Babino Polje στο νησί  Μιλιετ (Κροατία), ξεκινά και επίσημα το  διεθνές  λογοτεχνικό πρόγραμμα κυκλικών διαμονών "Το καταφύγιο του Οδυσσέα".

Το πρόγραμμα θα παρουσιαστεί από τους:
Ivan Srsen,Συγγραφέα και εκδότη της Sandorf
Ελένη Αναστασοπούλου, Συγγραφέα και περιφερειακή διευθύντρια εκπαίδευσης Θεσσαλίας
Θάνο Γώγο, Ποιητή και εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Θράκα
Aksinja Kermauner, Πρόεδρο της Εταιρίας Συγγραφέων Σλοβενίας
και από την συντονίστρια για την Εταιρία Συγγραφέων Σλοβενίας, Agata Šimenc

Επίσης ο πρώτος φιλοξενούμενος λογοτέχνης στο Μιλιετ, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
θα παρουσιάσει το έργο του στους κατοίκους του νησιού



Συντονιστής της βραδιάς ο συγγραφέας και μεταφραστής Mirco Bozic


Νέα, εκδηλώσεις, δράσεις και πληροφορίες για το project, εκτός από το site της θράκας
θα ανεβαίνουν και στο http://tovar.hr/home.php



Χωρίς αποσιωποίηση – Anne Sexton
Με αφορμή την τρίτη συνάντηση του κύκλου «Χωρίς αποσιωποίηση» την Πέμπτη 13/12 στις 19.00 στο Free Thinking Zone, που είναι αφιερωμένη στην Αν Σέξτον, η συντονίστρια του κύκλου Αγγελική Λάλου παρουσιάζει μια απόπειρα απόδοσης του ποιήματος “Said The Poet To The Analyst” από την πρώτη συλλογή της Sexton, “To Bedlam and Part Way Back” («Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω» / 1960)


Said The Poet To The Analyst
My business is words. Words are like labels,
or coins, or better, like swarming bees.
I confess I am only broken by the sources of things;
as if words were counted like dead bees in the attic,
unbuckled from their yellow eyes and their dry wings.
I must always forget how one word is able to pick
out another, to manner another, until I have got
something I might have said…
but did not.
Your business is watching my words. But I
admit nothing. I work with my best, for instance,
when I can write my praise for a nickel machine,
that one night in Nevada: telling how the magic jackpot
came clacking three bells out, over the lucky screen.
But if you should say this is something it is not,
then I grow weak, remembering how my hands felt funny
and ridiculous and crowded with all
the believing money.

Είπε ο Ποιητής στον Αναλυτή
Δουλειά μου είναι οι λέξεις. Οι λέξεις είναι σαν ετικέτες,
ή νομίσματα, ή για να το πω καλύτερα, σμήνη από μέλισσες.
Ομολογώ ότι διαλύθηκα μόνο από την πηγή των πραγμάτων∙
λες κι οι λέξεις μετρούνται όπως οι νεκρές μέλισσες στη σοφίτα,
ξεγυμνωμένες από τα κίτρινα μάτια και τα ξεραμένα φτερά τους.
Πρέπει συνέχεια να ξεχνώ πόσο ικανή είναι μια λέξη να διαλέγει
μιαν άλλη, πώς ξεσηκώνει την επόμενη, μέχρι να έχω εγώ κάτι
που θα μπορούσα να πω
μα δεν είπα.
Δουλειά σου είναι να προσέχεις τις λέξεις μου. Όμως εγώ
δεν παραδέχομαι κάτι. Δουλεύω πολύ καλύτερα, για παράδειγμα,
όταν μπορώ να γράφω το δικό μου εγκώμιο για έναν κουλοχέρη,
όπως τη νύχτα στη Νεβάδα: με την ανάμνηση του πώς εκείνο το μαγικό τζακ ποτ
φανερώθηκε κροταλίζοντας με τις τρεις καμπανούλες πάνω στην τυχερή οθόνη.
Αλλά αν τυχόν πρέπει να πείτε ότι αυτό είναι κάτι που δεν είναι,
τότε αποδυναμώνομαι, ανακαλώντας πόσο παράξενες και γελοίες ένιωσαν
οι παλάμες μου όταν γέμισαν
με όλο αυτό το καταπίστευμα.
(*­ευχαριστίες στις Ζ.Α. και Μ.Κ. για τη βοήθειά και τα σχόλιά τους)
Free Thinking Zone: Σκουφά 64 και Γριβαίων, 106 80 Αθήνα, 210 3617461, F: Free Thinking Zone, T:@freethinkinzone, Y: Free Thinking Zone, I: Free_Thinking_Zone

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA