Για την ποιητική συλλογή της Σάντις Βασιλείου «28 μέρες κάτω από τη γη» (εκδ. Θράκα). Γράφει ο Γιώργος Κ. Ψάλτης στην Bookpress

Ο Θανάσης Νιάρχος γράφει στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ για το "Σκίτσο στην ντουλάπα" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Μηλιώτη

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Η Βαρβάρα Ρούσσου γράφει στο περιοδικό "ο αναγνώστης" για τον "Φόνο του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη

Από την παρουσίαση του "Πως η ζωή" (Εκδόσεις Θράκα, 2017) της Πατρίτσιας Αϊβαλή στην Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά.

Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει στην Εφημερίδα Των Συντακτών για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΟ ΘΕΣΑΡ ΓΑΛΑΝ

Palabras
Parábolas en el tiempo
sangre de sueño realizado.
Siento, sentimos
yo, yo el otro,
deseos, vivimos
Posibilidades extendidas
a aptitudes que se reconocerán
La orquestra de mi yo se purifica
Mis memorias grabadas
en líneas paralelas
Escribo luego descompongo
Camino luego yoizo
Existo y autentifico mi otredad
Mis venas son las tuyas
y mi muerte también.


Λέξεις
Παραβολές μέσα στο χρόνο
αίμα ονείρου πραγματοποιημένου.
Νιώθω, νιώθουμε
εγώ, εγώ ο άλλος,
επιθυμίες, ζούμε
Δυνατότητες ξεδιπλωμένες
σε επιτηδειότητες που θα αναγνωριστούν
Η ορχήστρα του εαυτού μου καθαίρεται
Οι μνήμες μου καταγεγραμμένες
σε παράλληλες γραμμές
Γράφω άρα διασπώ
Βαδίζω άρα εαυτώ
Υπάρχω και επιβεβαιώνω την ετερότητα μου
Οι φλέβες μου είναι οι δικές σου
και ο θάνατος μου και αυτός.







ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΟ ΘΕΣΑΡ ΓΑΛΑΝ

Julio Cesar Galán (Cáceres, España, 1978). Doctor en Ciencia de la Educación. Ha sido lector de español de la Universidad de Árgel, profesor de la Universidad de las islas Canarias y actualmente lo es en la Universidad de Extremadura. Autor de los siguiente poemarios: Tres veces luz (2007), Márgenes (Premios de Poesía Villa de Cox, Pre-Textos 2012), Inclinación al envés (Pre-Textos, 2014) y El primer día (2016).
          Además ha publicado como heterónimo los siguientes libros de poemas: Gajo de sol (2009), La llanura (Premio de Poesía Vicente García de la Huerta, 2016) y Para comenzar todo de nuevo (2017) de Luis Yarza; ¿Baile  de cerezas o polen germinado? (2010) de Pablo Gaudet; e Introducción a la locura de las mariposas (2015) de Jimena Alba.
          Entre sus obras teatrales podemos destacar las siguientes: Eureca (2014) y La edad de paraíso (2016).


Ο Χούλιο Θέσαρ Γαλάν (Κάθερες, Ισπανία 1978). Διδάκτορας στην Επιστήμη της Εκπαίδευσης. Υπήρξε, λέκτορας ισπανικών στο Πανεπιστήμιο της Άλγερίας, καθηγητής του Πανεπιστημίου των Κανάριων Νήσων.Τώρα είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Εξτρεμαδούρα. Συγγραφέας των ακόλουθων ποιητικών συλλογών: Tres veces luz (Τρεις φορές φως) 2007, Márgenes (Όρια. Βραβεία Ποίησης Villa de Cox) Pre-Textos 2012, Inclinación al envés (Ροπή προς το αντίστροφο) Pre-Textos, 2014   και El primer día (Η πρώτη μέρα) 2016.
          Επίσης ως ετερώνυμος δημοσίευσε τα ακόλουθα βίβλια ποίησης: Gajo de sol (Φέτα ηλίου) 2009, La llanura (Η πεδιάδα). (Βραβείο Ποίησης Βισεντε Γκαρθία δε λα Ουέρτα) 2016 και Para comenzar todo de nuevo (Για ένα ολοκληρωτικό ξεκίνημα) 2017 του Λουίς Γιάρθα. Baile  de cerezas o polen germinado? (Χορός κερασιών ή γύρη που βλασταίνει;) 2010  του Πάβλο Γκαουντέτ· και Introducción a la locura de las mariposas (εισαγωγή στην τρέλλα των λεπιδόπτερων) 2015  της Χιμένα Άλβα.
         Ανάμεσα στα θεατρικά του έργα μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα ακόλουθα: Eureca (Έυρηκα) 2014 και La edad de paraíso (Η ηλικία του παραδείσου) 2016. 






Sobre el nivel del mar


Ansío toda luz porque un día fijé el mundo
con mi dedo índice,
          y amo
el correr de los ríos porque de algunos peces
aprendí hondura.
Fueron mis ojos quienes miraron por primera vez
que en la caída de los astros se escondían
          un niño y una rueda.
Siempre me hice invisible cuando los hombres
pusieron sus manos
         sobre mi fingida presencia,
y cuando tuve un brazo que parecía a un ala,
las flores que brotaban en los tejados me otorgaron
           las dádivas de un vientre,
ésta es la única verdad que he conocido.

A dos mil pies sobre el nivel del mar
la marcha de los pasos deja de orbitar,
          el frío aumenta toda lucidez,
y la respiración es lenta
como la vida en las montañas
y en las ermitas, el corazón renuncia
a cualquier renuncia,
y la única doctrina es la fecundidad.
Nuestro propósito es crecer cuando creamos
y amar a cuanto no desgarre,
alimentarnos de nosotros mismos y no golpearnos
en soledad
y que cada vez que el mundo sea la primavera
nos despojemos de cuanto fuimos
y seremos, formando
la columna que une nubes, espacios y semillas.
El truco no es difícil ni complejo, sólo se necesitan
algunas dosis de serenidad, concentración y sencillez.


A seis mil pies sobre el nivel del mar-y subiendo-
los ojos van perdiendo su nostalgia y para no cegarnos
tengo que demostrar
mi destreza en las diferentes artes de la distancia
y para que no se dilaten las venas el oxígeno
tiene que ser lo más escaso posible.
Se aligeran,
se aligeran las manos, los pies, el pecho, los lastres se reducen:
las personas que un día me nombraron hacen el mismo
ruido que las hormigas.
Sigo el rastro de los cometas,
de las galaxias que comienzan cuando un huevo se rompe,
de esa gracia tan tuya de armonizar
mis extremos.
Sólo me he dado opción a mudarme en un hoy,
en un hoy que renace, confirma y desprecia.
Poco importa la muerte ahora. Poco importan las palabras ahora.
Poco importa que el mar haya expulsado a quien
movía su repetición.
Los restos de la fiesta quedan aún en mi boca, aún
me ofrecen mucho juego, aún brillan como miel secreta.
A seis mil pies sobre el nivel del mar
sólo quedan los labios,
el nacimiento de unas risas entre las sábanas
y las luces que como gotas de rocío resbalan
sobre este mármol.

(Tres veces luz, La Garúa, 2007)








Πάνω από την στάθμη της θάλασσας


Αδημονώ κάθε φως γιατί μια μέρα, καθόρισα τον κόσμο
με τον δείκτη μου,
                               και αγαπώ
τη ροή στα ποτάμια γιατί από ορισμένα ψάρια 
         έμαθα το βάθος.

Ήταν τα μάτια μου που για πρώτη φορά είδαν
ότι στη βροχή των άστρων κρυβόντουσαν
                      ένα παιδί και μια ρόδα.
Γινόμουν πάντα αόρατος όταν οι άνθρωποι
ακουμπούσαν τα χέρια τους,
                                                πάνω στη δήθεν παρουσία μου,
και όταν απέκτησα ένα χέρι που έμοιαζε φτερό,
τα άνθη που ανέβλυζαν στις σκεπές μου απένειμαν
            τις δωρεές ενός σπλάχνου,
αυτή είναι η μόνη αλήθεια που γνώρισα.

Στα δύο χιλιάδες πόδια πάνω από τη θάλασσα
το βάδισμα παύει να περιστρέφεται,
το κρύο αυξάνει κάθε διαύγεια,
και η αναπνοή είναι αργή
όπως η ζωή στα βουνά
και στα ερημητήρια, η καρδιά απαρνείται
                   την κάθε απάρνηση,
και η μόνη διδασκαλία είναι η γονιμότητα.

Ο σκοπός μας είναι να μεγαλώσουμε ενώ δημιουργούμε
              και να αγαπήσουμε όσα δεν συντρίβουν,
να τραφούμε από εμάς τους ίδιους και να μη χτυπηθούμε
          μονάχοι μας
και κάθε που ο κόσμος είναι άνοιξη
να απογυμνωθούμε απ'όσα είμασταν
             και θα είμαστε, σχηματίζοντας
             τον κίονα που ενώνει σύννεφα, χώρους και καρπούς.
Το τέχνασμα δεν είναι δύσκολο ούτε περίπλοκο, το μόνο που χρειάζεται είναι
μερικές δόσεις ηρεμίας, συγκέντρωσης και απλότητας.


Σε έξι χιλιάδες πόδια πάνω από τη θάλασσα-και ανεβαίνοντας-
τα μάτια χάνουν τη νοσταλγία τους και για να μην τυφλωθούμε
                 πρέπει να αποδείξω
την δεξιοτεχνία μου στις διάφορες τεχνικές της απόστασης
και για να μην διασταλθούν οι φλέβες το οξυγόνο
           πρέπει να είναι το ελάχιστο δυνατόν.

Χάνουν το βάρος,
Χάνουν το βάρος τα χέρια, τα πόδια, το στήθος, τα έρμα λιγοστεύουν:
οι άνθρωποι που μια μέρα με ονόμασαν κάνουν την ίδια
            τύρβη με τα μυρμύγκια.

Ακολουθώ τα ίχνη των κομητών,
των γαλαξιών που αρχίζουν στο σπάσιμο ενός αυγού,
της τόσο δικής σου χάρης να εναρμονίζεις
                    τα άκρα μου.

Ως μόνη επιλογή επέλεξα να μετακομίσω σε ένα σήμερα,
σε ένα σήμερα που αναγεννιέται, επιβεβαιώνει και περιφρονεί.
Ποσώς ενδιαφέρει τώρα ο θάνατος. Ποσώς ενδιαφέρουν τώρα τα λόγια.
Ποσώς ενδιαφέρει το ότι η θάλασσα εξοστράκισε αυτόν που
                  κινούσε την επανάληψη της.
Τα κατάλοιπα της γιορτής παραμένουν στο στόμα μου, ακόμη
μου προσφέρουν πολλά, ακόμη λάμπουν ως κρυφό μέλι.

Σε έξι χιλιάδες πόδια πάνω από τη θάλασσα
μένουν μόνο τα χείλη,
κάποια γέλια που γεννιούνται ανάμεσα στα σεντόνια
και τα φώτα που σαν δροσοσταλίδες γλιστράνε
σε αυτό εδώ το μάρμαρο.

(Tρεις φορές φως, La Garúa, 2007)









LA ALONDRA SUBE...

               Abridle las ventanas para que
               cada luz responda en su costado.
Pocas palabras¹³ se precisan para apartar
la fronda de la esencia.

              Arden más hojas. Crepitan
              más plumajes. Arden los bordes.
  El mundo se relaja. Gozo que se desata,
que   que armoniza:
vive mientras respiran los demás
y silba siempre junto al cementerio.

               Su fiesta se resume
en unos labios. De sus labios proviene
                                         la abundancia.
             Sólo tus manos saben cómo
la alondra sube y los trigos se espigan.

                Abridle las ventanas, el rostro
                se deshace de su máscara:

                                   auroras y sonrisas.
_______________________________
¹³Ángel Cerviño corrige este pasaje de la siguiente manera: “Maduras y bien troceadas ya
fermentan en el lagar / aunque mejor hicieran / las más alborotadas / en callar de otra manera
/ ¡circulen! ¡circulen! / sosieguen esas voces / rebañadoras de afueras / palabras / centauras
de potro y balandro / cierre la boca el poema / gallinazo sin vuelo / kiwi / avestruz / ñandú /
alicorto enredo / marabú / ángel carroñero / ¿no teníamos un pacto de silencio?
le lancé un palo / y me trajo la espalda de un nombre / ¡el muy perro! / le tiré un ocho y lo
enredó en los pliegues de la noche / eight night / otto notte / oito noite / acht nacht / huit nuit
/ ocht oíche /.../ ahora sólo lo azuzo con palos de ciego / piétinement sur place del chamán
lisiado / prosodia renga / alondra estrábica que se cayó del verso / postigos que cocean / el
diablo no sabe cantar / sus himnos coz y tijera.”

La piel acoge la frescura de aquellos lirios. Lirios
que lucen en sus amarillos,
                 zureo que blanquea el aire,// manos que achican límites y sube...
Llevé a tu tierra vino, moras y miel,
                                                    y sube...

              Tus latidos tan sólo pueden sonar
              con lo naciente, raíz del júbilo,
fidelidad al alba, a quien la satisface, goza
de esta ternura de clamores lumínicos,
              se enlaza con aquello
que germina y relumbra y sube;
coronada de pámpanos y con el tirso
                                                     que libera.

              una vez más renace, una vez más
la observo en las primeras luces (ojivales),

una vez más es quien ha sido siempre:
esos ojos que vienen de los límites
de su vista y sube...

               Alegría en la hierba, alegría
     por el camino que nadie ha caminado;
dame tu mano para que perciba
         más estas huellas, para que fluya
         por el trote de las honduras,

para que me alimente más de la leche
del pecho que me aniña.

Dame tu mano. ¡Vine! Vine hasta aquí
                  después de haberme
roto los labios en el tedio y la vergüenza,
                  de renegar de mí
y de herirme sin compasión, de tirar el cobijo por el iris y detener al río
                que me afila y sube.

Estoy aquí para decir que germiné
con este cuerpo. Así tiene que ser
la infancia y aún no se ha marchado.

         Tiene el perfil de mi amante. Así tiene
            que ser como se desangró el alba
                             en esta boca.

He hecho de la palabra un abrigadero,
un oído de estrellas, una ceguera
de claridad.
          He hecho de la palabra aquel campo
        de mi niñez y resucito aquel muchacho
                   al crear y creamos y sube;
de ti aprendí el oficio de estremecer
en mi garganta flores.

          Por ser música dentro de sí misma 
y acallar las horarios con destinos y festejar
la tierra con la lluvia, no quiero que

                               dejemos de vivir
                               en este poema.¹⁴

(Inclinación al envés, Pre-Textos, 2014)
__________________________________
 ¹⁴Este texto es una recreación del poema “Sobre el nivel del mar” incluido en el poemario Tres
veces luz. Roland Barthes expone en “Escribir la lectura” nuestro propósito: “En otras
palabras, interrogar a mi propia lectura ha sido una manera de intentar captar la forma de todas las lecturas (la forma: el único territorio de la ciencia), o, aún más, de reclamar una
teoría de la lectura.”. También lo hemos presentado con la denominación Intrapoesía en http:

http://www.dvdediciones.com/cronicas_bastardasnotas.html

y  //www.pretextos.com/prensa/?tag=julio-cesar-galan. Tengo mis dudas sobre la autoría real de
 estos artículos y sus ejemplos poéticos ya que creo que he confundido mi voz con la de Jimena
 Alba. Quizás, aquí, sea una fusión de autor y heterónimo, no un semi-heterónimo, sino una
 nueva figura autoral: un interónimo.






Η γαλιάντρα υψώνεται...

                Ανοίξτε της τα παράθυρα, κάθε φως
                ν'αντιδρά στο πλευρό της.
Ελάχιστες λέξεις¹³ χρειάζονται για να απομακρυνθεί 
η φυλλωσσιά από την ουσία.

                Πιο πολλά φύλλα φλέγονται. Πιο πολλά
                φτερώματα τριζοβολούν. Οι παρυφές φλέγονται.
Ο κόσμος καταλαγιάζει. H τέρψη ξεσπά,
και  και εναρμονίζει:
ζει καθώς οι υπόλοιποι αναπνέουν
και σφυρίζει πάντα πλησίον του κοιμητηρίου.

                Η γιορτή της συνοψίζεται σε
 κάποια χείλη. Από τα χείλη της απορρέει
                                                    η αφθονία.

                 Μόνο τα χέρια σου ξέρουν πώς
υψώνεται η γαλιάντρα και πώς ψηλώνουν τα σιτάρια.

                 Ανοίξτε της τα παράθυρα, το πρόσωπο
                 απωθεί τη μάσκα του:
                             ανατολές και μειδιάματα.

―――――――――――――――――――
¹³Ο Άνχελ Θερβίνιο διορθώνει αυτό το απόσπασμα με τον εξής τρόπο:''Ώριμες και πλέον καλά κομμματιασμένες αναβράζουν στο πατητήρι / αν και καλά θα έκαναν / οι πιο ταραγμένες / να σωπάσουν αλλιώς /  κυκλοφορείστε! κυκλοφορείστε! / ηρεμήστε αυτές τις πτωματοφάγες  φωνές / από τα περίχωρα / λέξεις / κενταύριες από πουλάρια και καίκια / το ποίημα, να κλείσει το στόμα του  / γύπας δίχως πτήση / ακτινίδιο / στρουθοκάμηλος / ρέα / μπέρδεμα με κομμένα φτερά / μαραμπού / αχρείος άγγελος / δεν κάναμε συμφωνία σιωπής; /
του πέταξα ένα ξύλο / και μου έφερε την πλάτη ενός ονόματος / ο μπάσταρδος! / του έριξα ένα οχτώ και το μπέρδεψε στις πτυχές της νύχτας / eight night / otto notte / oito noite / acht nacht / huit nuit/ ocht oíche /.../  τώρα μονο το τσιγκλάω άσκοπα, στα τύφλά / piétinement sur place του λειψού σαμανού / κουτσή προσωδία / αλλήθωρη γαλιάντρα που έπεσε από το στίχο / παραθυρόφυλλα που λακτίζουν / ο διάβολος δεν ξέρει να τραγουδάει / οι ύμνοι του λάκτισμα και ψαλίδι.''






Το δέρμα αγκαλιάζει τη δροσιά εκείνων των κρίνων. Απαυγάζοντα
κρίνα στα κίτρινα τους,
                 γουργουρισμα που κάνει τον άερα λευκό //
             χέρια που λιγοστεύουν τα όρια και υψώνεται...
Κρασί, μούρα και μέλι, έφερα στη γη σου
                                                και υψώνεται...

                 Οι παλμοί σου μπορεί μόνο να ηχήσουν
                 με το ανατέλλον, ρίζα αγαλλίασης,
πίστη στην Έω, σε αυτόν που την ικανοποιεί, εύφραινεται
τούτη την τρυφερότηρα των φαεινών ωρυγών,
                 υφαίνεται με αυτό
που βλασταίνει και καταυγάζει και υψώνεται
στεφανωμένη με αμπελόφυλλα και με τον θύρσο
                                                                   που αναβρύζει.

                  Για μια φορά ακόμα αναγεννιέται, για μια φορά ακόμα
την παρατηρώ στα πρωτότοκα φώτα (γωνιόκορφα)

για μια φορά ακόμα είναι αυτή που πάντα ήτανε:
εκέινα τα μάτια που έρχονται από τα όρια
της όρασης της και υψώνεται...

                  Χαρά στη χλόη, χαρά
            στο μονοπάτι που κανείς δεν περπάτησε·
δώς μου το χέρι σου για να αντιληφθώ
              πιο πολύ αυτά τα χνάρια, για να γλιστρήσω
στον καλπασμό του βάθους,
για να τραφώ περισσότερο με το γάλα
του στήθους που με κάνει παιδί.

Δώς μου το χέρι σου. Ήρθα! Ήρθα ως εδώ
                    με σπασμένα
τα χείλη στην ανία και στην αιδώ,
                    στην αυταπάρνηση,
και πληγώνοντας με ανελέητα, πετώντας
την προστασία από την ίριδα και σταματώντας
το ποτάμι που με ακονίζει και υψώνεται.

Είμαι εδώ για να πω ότι φύτρωσα
με αυτό το σώμα. Έτσι πρέπει να είναι
η παιδική ηλικία και δεν έχει ακόμη φύγει.

                Έχει την όψη της ερωμένης μου. Έτσι πρέπει
                                   να αιμορράγησε η ανατολή
                                 σε αυτό το στόμα.

Μετέτρεψα τη λέξη σε κρησφύγετο,
σε αυτί από άστρα, σε τύφλωση
διαύγειας·
             Μετέτρεψα τη λέξη σε εκείνο το πεδίο της παιδικής μου
           ηλικίας και ανασταίνω εκείνον τον νεαρό
                 ενώ δημιουγώ και δημιουργούμε και υψώνεται·
από σένα έμαθα την τέχνη του να ριγούν
άνθη στο λαιμό μου.
      
             Κι αφού μέσα της είναι μουσική
και σωπαίνει τα καθορισμενα ωράρια και γιορτάζει
τη γη με τη βροχή, δεν θέλω

                               να πάψουμε να ζούμε
                               σε αυτό το ποίημα¹⁴.

(Ροπή προς το αντίστροφο, Pre-Textos, 2014)
________________________________________________
 ¹⁴ Αυτό το κείμενο είναι αναδημιουργία του ποιήματος ''Sobre el nivel del mar'' (Πάνω από τη σταθμή της θάλασσας) μέρος της ποιητικής συλλογής ''Tres veces luz'' (Τρείς φορές φως). Ο Roland Barthes εκθέτει το σκοπό μας στο ''Η Γραφή της ανάγνωσης'' : “Με άλλα, λόγια το να εξερευνήσω τη δική μου ανάγνωση ήταν ένας τρόπος να προσπαθήσω να αντιληφθώ τη μορφή όλων των αναγνώσεων (η μορφή: το μόνο έδαφος της επιστήμης) ή, ακόμα περισσότερο, να απαιτήσω μια θεωρία της ανάγνωσης.''. Το έχουμε επίσης παρουσίασει με την ονομασία ένδοποίηση στο

http://www.dvdediciones.com/cronicas_bastardasnotas.html


και  //www.pretextos.com/prensa/?tag=julio-cesar-galan. Έχω κάποιες ενστάσεις για την πατρότητα αυτών των άρθρων και για τα ποιητικά τους παραδείγματα αφου πιστεύω ότι μπέρδεψα τη φωνή μου με τη φωνή της Χιμένα Άλβα. Μπορεί, εδω, να είναι μια συμπτηξη συγγραφέα και ετερώνυμου, όχι ένός ήμι-ετερώνυμου, αλλά μια νέα συγγραφική φιγούρα: ένας ενδώνυμος.






Después del cisne

En la biblioteca del bosque
olvidamos el rostro por otros rostros
                              [más aniñados,
por la estrella escuchada entramos
de puntillas en la claridad;

escuchamos el zig-zag de los azores
aún por nacer, las moras aún
                              [por enrojecer el aire,
las moras que cada                        
noviembre llenan los versos.


   Converger es abrir el día desde
la llanura. Los muertos que arrastramos,
          [aquellos que tuvieron nuestra voz
y aquellos que confundimos
con nuestra máscara,
comprenden nuestra inclinación
                                                 al envés,²⁰
nuestro gusto por saborear márgenes,
nuestra nube solar sin tiempo.

Ojeo cómo atardece el río,
si es que un río puede salir de un cisne
y por los ojos cruza la noche de verano
                              [con sus promesas juveniles,

la imagen del primer hombre
sorprendiendo su imagen en la corriente,
            los años luz de las luciérnagas,
el anonimato de los desaparecidos
          y los lenguajes olvidados,
          la agonía de los hospitales
              [y el polen luminoso de los niños,
los libros que no abandonan
           y las conversaciones amicales
           aupadas por la dicha y la palabra,
la rueca de los siglos y sus civilizaciones
     y el big bang y las galaxias en anillos
y las estrellas enanas emblanquecidas
                       [por un superviento estelar
y el agua de nuevos muertos y la muerte
                         ya no importa tanto,
después de haber visto cómo sale el río
                                     desde un cisne.
____________________________________________
²⁰ César Nicolás aclara lo de “inclinación al envés” de la siguiente manera: “Este lugar central
donde redobla el título es un punto de fuga y reverberación. Mise en abyme que nos incluye y
rompe definitivamente los límites entre el afuera y el adentro del texto. Merece que la
saboreemos al margen.
`El lector se convirtió en el libro’ __escribe Wallace Stevens. En El mal de Montano Vila-
Matas juega con esta idea y nos presenta a un crítico en trance de convertirse en protagonista
del relato escrito por su hijo una vez que lo ha leído.
Parece una locura, pero en mi caso ocurrió así. Fue ayer. Estaba leyendo este libro y de
pronto reparé en que me había convertido efectivamente en él. ¿Daré mis datos? Soy
Inclinación al envés, poema que gira en torno a lo invisible y trata de hacerlo visible. Que
expresa __por decirlo rápido__ la forma del vacío, que es indecible, y nos la devuelve
convertida en ruptura e imprevisibilidad.
Soy por tanto un texto tan transparente como opaco. Tan expresivo como deconstruido y
obtuso (Barthes). Puro golpe de alas (pues aunque salgan aves hablo de... __no sé: quizás
también de mí; sorprenden las mismas hojas abiertas de lo que soy: un libro volando hacia la
luz. Las manos de mi autor, que ha muerto (si no es que han sido varios mis escribanos; ¿quién
puso por ejemplo lo de Al aire de tu vuelo? La verdad es que ya ni los recuerdo; son
demasiados los que me leen, anotan, modifican: Oiseaux, escribió aquí Saint-John Perse y eso,
que va formando teselas, ha sido cambiado luego por este o aquel otro...), las manos de
quienes me han escrito __insisto__ se han transformado en alas y echado en mí plumas,
yemas que me sostienen y me leen. De modo que su rostro (ahora de lector) se refleja en mí
como si fuera un cristal. Y sale un lector convertido a su vez en crítico; un crítico con gafas y
unos ojos vivos y divertidos que me contemplan.
Crítico que me tacha y hace anotaciones al margen y corrige y pone notas a pie de página
pensando en reeditarme, modificarme, hacer que me convierta en un libro distinto cada vez
que alguien me abra y se refleje en mí, no sé ya decir si como autor y lector al mismo tiempo.
Y es que padezco __¿no lo he dicho?__ de una otredad incurable. Ayer mismo estaba leyendo
a Julio César Galán y me he transformado en su libro: soy un libro desusado y crítico; aleteo,
apunto a un más allá metafísico, unido a la creación. Trato de vencer cuando menos esa
pesada ley de la gravedad que suponen toda clase de estereotipos. Y adolezco, como digo, de
una irreprimible inclinación al envés”.

(Inclinación al envés, Pre – Textos 2014)


  


Ύστερα από τον κύκνο

Στη βιβλιοθήκη του δάσους
ξεχναμε το προσωπο για άλλα πρόσωπα
                                [πιο παιδικά,
από το πολύφημο αστέρι διεισδύουμε
στις μύτες, προς τη διαύγεια·

ακούμε το ζίκ-ζάκ απ' τα διπλοσάινα
που εκκολάπτονται, τα μούρα που ακόμα
                          [δεν πορφύρισαν τον αέρα,
τα μούρα που κάθε                             
Νοέμβρη πλημμυρίζουν τους στίχους.


Η σύγκλιση είναι η απαρχή της μέρας μέσα από
την πεδιάδα. Οι νεκροί που σέρνουμε,
            [εκείνοι που είχαν τη φωνή μας
και κείνοι που συγχέουμε
με το προσωπείο μας,
κατανοούν τη ρόπη μας
                                     στο αντίστροφο²⁰,
την αρέσκεια μας να γευόμαστε όρια,
το άχρονο ηλιακό μας σύννεφο.

Κοιτάζω πώς δύει το ποτάμι,
αν μπορεί ένα ποτάμι να βγει από έναν κύκνο
και από τα μάτια διέρχεται η νύχτα του καλοκαιριού
                                           [με τις νεανικές της υποσχέσεις,
την εικόνα του πρώτου ανθρώπου
ξαφνιάζοντας την εικόνα του στον ρου,
                                     τα χρόνια φως των πυγολαμπίδων,
η ανωνυμία των αφανισμένων
         και οι λησμονημένες ομιλίες,
         η αγωνία στα νοσοκομεία
             [και η φωτισμένη γύρη των παιδιών,
τα βιβλία πάντα εκεί
               και οι φιλικές συζητήσεις
               αναπτερωμένες από την ευτυχία και το λόγο,
η ρόκα των αιώνων και οι πολιτισμοί της
      και το μπιγκ-μπάνγκ και οι γαλαξίες σε δαχτυλίδια
και τα αστέρια νάνοι που έγιναν λευκά
                          [από έναν αστρικό υπεράνεμο
και το νερό των πρόσφατων νεκρών και ο θάνατος
                        παύει να έχει την ιδιαίτερη βαρύτητα
έχοντας δει τον ποταμό να εφορμά
               μέσα από έναν κύκνο.

______________________________________
²⁰ Ο Θέσαρ Νικολάς ξεκαθαρίζει το περί ''τάσης στο αντίστροφο'' με τον εξής τρόπο: ''Aυτός ο κεντρικός τόπος όπου ο τίτλος επιτείνεται είναι ένα σημείο διαφυγής και αντανάκλασης. Mise en abyme που μας εμπεριέχει και σπάει ριζικά τα όρια ανάμεσα στο έξω και στο μέσα του κειμένου. Αξίζει να τη γευτούμε.
'Ο αναγνώστης πήρε τη μορφή του βιβλίου'__γράφει ο Ουάλας Στίβενς. Στο El mal de Montano ο Βίλα-Μάτας παίζει με αυτή την ιδέα και μας παρουσιάζει έναν κριτικό στα πρόθυρα της μεταμόρφωσης του σε πρωταγωνιστή του διηγήματος που έγραψε ο γιος του αφού πρώτα το διάβασε.
Φαίνεται  εξωπραγματικό αλλά στην περίπτωση μου έτσι συνέβη. Έγινε χθες. Διάβαζα αυτό το βιβλίο και ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι όντως έιχα μεταμορφωθεί σε αυτόν. Να δώσω τα στοιχεία μου; Eίμαι Ροπή στο αντίστροφο, ποίημα που περιστρέφεται γύρω από το αόρατο και προσπαθεί να το μετατρέψει σε ορατό. Που εκφράζει__για να το πούμε εν τάχειν__τη μορφή του κενού, που είναι ανείπωτη, και μας την επιστρέφει μεταμορφωμένη σε ρήξη και σε απροσδόκητο.
Είμαι συνεπώς ένα κείμενο τόσο διάφανο όσο και θαμπό. Τόσο εκφραστικό όσο και αποδομημένο και βραδύνον (Barthes). Αγνό χτύπημα φτερών (λοιπόν ακόμη και αν βγαίνουν πτηνά μιλάω για... __δεν ξέρω: ακόμα ίσως και για μένα· ξαφνιάζουν τα ίδια τα ανοιχτά τα φύλλα που είμαι: ένα βιβλίο) πετώντας προς το φως. Τα χέρια του δημιουργού μου, που πέθανε (στην περίπτωση που δεν ήταν πολλοί οι γραφείς μου· ποιός έβαλε για πάραδειγμα το Στη θέαση του πετάγματος σου; Η αλήθεια είναι πως ούτε καν τους θυμάμαι πια· ειναι πολλοί αυτοί που με διαβάζουν, σχολιάζουν, τροποποιούν: Oiseaux, έγραψε εδώ ο Saint-John Perse και αυτό, που δημιουργεί ψηφίδες, μεταβλήθηκε ύστερα από αυτόν ή από κάποιον άλλον...), τα χέρια εκείνων που με έγραψαν_επιμένω_ μεταμορφώθηκαν σε φτερά και μου βγήκαν πούπουλα, ρώγες του χεριού, που με βαστάζουν και με διαβάζουν. Όύτως ώστε το πρόσωπο τους (τώρα του αναγνώστη) αντικατοπτρίζεται σε μένα σαν κρύσταλλο. Και γεννιέται ένας αναγνώστης που με τη σειρά του είναι και αυτός κριτικός· ένας κριτικός με γυαλιά και μάτια τόσο ζωντανά και αστεία που με παρατηρούν.
Κριτικός που με διαγράφει και γράφει σχόλια στο περιθώριο και διορθώνει και γράφει υποσημειώσεις με τη σκέψη ότι θα με ξαναεκδώσει, θα με τροποποιήσει, κάνοντας με να μεταμορφωθώ σε ένα διαφορετικό βιβλίο κάθε φορά που κάποιος θα με ανοίγει και θα αντικατοπτρίζεται σ' εμένα, δεν ξέρω πια να πω αν ως δημιουργός και αναγνώστης ταυτόχρονα. Και είναι ότι πάσχω _ δεν το έχω πει;_ από μια αθεράπευτη ετερότητα. Κιόλας χθες διάβαζα τον Χούλιο Θεσαρ Γαλάν και μεταμορφώθηκα στο βιβλίο του: είμαι ένα αναχρονιστικό και κριτικό βιβλίο· φτερουγίζω, σκοπεύω σε ένα υπερπέραν μεταφυσικό, ενωμένο στη δημιουργία. Προσπαθώ να νικήσω τουλάχιστον αυτό το βαρύ νόμο της βαρύτητας που συνεπάγεται όλα τα είδη των στερεοτύπων. Και πάσχω, όπως λέω, από μια ακατάσχεστη ροπή στο αντίστροφο''.

(Ροπή προς το αντίστροφο, Pre-Textos 2014)





LIBRO III
¿lo lejano es un animal
que dice varias veces aquel nombre?
                       el eco del eco ¿me oyes?
la lejanía está tan cerca
               hoy
esos auriculares de las rosas
                                             no escuchan a la rosa roja
el eco del eco
hacerme tan contemporáneo
                                   del paisaje es perderme: 
                                                         perderte

ya no puede haber
aquí y ahora cuando no hay amor
¿volver?  ¿a donde?            Si volver
                no es el regreso

extranjero: Je suis...mascullo
                                                  un nuevo origen
¿huir? ¿a donde?                  si hemos huido ya
observo signos nuevos
                                   que parecen orillas encrespadas:
o espirales de dunas
                              sin profeta  { o helices de pájaros
                                                    o el largo del infinito colérico

pero sé que aquellas palabras
me ajustarán a quien
trajo la música de cada ser

(Testigos de la utopía, El libro argelino. PRE-TEXTOS. POESIA, 2017)










βιβλίο Γ'

Το μακρόθεν είναι ένα ζώο
που λέει πολλές φορές αυτό το όνομα;
                           η ηχώ της ηχούς, με ακούς;
η απόσταση είναι τόσο κοντά
                σήμερα
 εκείνα τα ακουστικά από τα ρόδα
                                                   δεν ακούνε το κόκκινο ρόδο

η ηχώς της ηχούς
το να γίνομαι τόσο σύγχρονος
                                 του τοπίου είναι να χαθώ:
                                                             να σε χάσω

δεν μπορεί πια να υπάρξει
εδώ και τώρα  όταν δεν υπάρχει αγάπη
επιστροφή; πού;             αφού η επιστροφή
                    δεν σημαίνει γυρισμό

ξένε: Je suis ...μουρμουρίζω 
                                                    μια νέα προέλευση
φυγή; προς τα πού;                 αφού πια φύγαμε
παρατηρώ καινούρια σημάδια
                                       που μοιάζουν με βοστρυχοειδείς παρυφές:
ή στρόβιλος αμμόλοφων
                        δίχως προφήτη      ή έλικες πτηνών
                                                        ή το μακρόχρονο του εξοργισμένου απείρου

αλλά ξέρω ότι εκείνες οι λέξεις
θα με συνάψουν σ'εκείνον
που έφερε τη μουσική από κάθε ον. 

(Μάρτυρες της ουτοπίας, Tο αλγερινό βιβλίο, PRE-TEXTOS. POESIA, 2017)






*





 ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΚΑΡΛΟΣ ΑΒΡΙΛ

Devoración de minutos sangríos
la tarde de la calle
desbocar de zapato contínuo
en una vida atemporal.
La piel de una pared intacta
inter inexistencia
encender la luz es cortar el hilo.
Entre miradas paso muerto
dilatación confundida
el corazón grita su abarcamiento.
Las gotas del paseo se beben
el calor del líquido palpita
entre las sombras.
Y sigues caminando hasta
componerte a ti mismo.

Κατασπάραγμα αιματηρών λεπτών
το απόγευμα του δρόμου
θραύση συνεχούς παπουτσιού
σε μια ζωή άχρονη.
Το δέρμα ενός ανέγγιχτου τοίχου
αλληλό ανυπαρξία
Η διέγερση του φωτός είναι η παύση της κλωστής.
Ανάμεσα σε βλέμματα νεκρό βήμα
συγχυσμένη διόγκωση
η καρδιά κραυγάζει το αγκάλιασμα της.
Οι σταγόνες του περιπάτου πίνονται
η ζέστη του υγρού κραδαίνει
ανάμεσα στις σκιές.
Και περπατάς συνέχεια μέχρι
να συνθέσεις τον εαυτό σου.



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΚΑΡΛΟΣ ΑΒΡΙΛ

Juan Carlos Abril (Los Villares, Jaén, España, 1974) es Doctor en Literatura Española por la Universidad de Granada donde trabaja como profesor. Ha residido durante varios años en Inglaterra, Francia, Italia, y Nicaragua. Ha recibido numerosos premios literarios y ha publicado los libros de poemas Un intruso nos somete (1997), El laberinto azul (2001), y Crisis (2007), reunidos en 2013 en la editorial El Tucán de Virginia, de México, bajo el título Poesía (1997-2007). Ha preparado ediciones de autores como Luis García Montero, J. M. Caballero Bonald, Francisco Brines, Antonio Deltoro, Fabio Morábito, Omar Lara, José Julio Cabanillas o Víctor Rodríguez Núñez, entre otros; las antologías Deshabitados (2008), Campos magnéticos. Veinte poetas españoles para el siglo XXI (2011), en México, y coordinado el volumen Gramáticas del fragmento. Estudios sobre poesía española para el siglo XXI (2011). También ha traducido El instante después, de Massimo Gezzi; y, junto a Stéphanie Ameri, Las cenizas de Gramsci, de Pier Paolo Pasolini, Los Indomables, de Filippo Tommaso Marinetti, y La bohemia italiana, de Emilio Salgari, entre otros.
Forma parte de numerosas antologías, entre las que destacan 10 menos 30. La ruptura interior en la «poesía de la experiencia», de Luis Antonio de Villena (1997), Yo es otro. Autorretratos de la nueva poesía, de Josep M. Rodríguez (2001), Veinticinco poetas españoles jóvenes (2003), Cima de olvido, de Rafael Alarcón Sierra (2006), o La inteligencia y el hacha (Un panorama de la Generación poética del 2000), de Luis Antonio de Villena (2010).
También ha publicado crítica literaria y poemas en diversas revistas como          Ínsula, Cuadernos Hispanoamericanos, Historia y Política, Rilce, Letras de Deusto, La Estafeta del Viento, Litoral, El Maquinista de la Generación, Sibila, Castilla, Analecta Malacitana, Clarín, o Campo de Agramante, entre otras. Destaca asimismo el volumen de ensayos Lecturas de oro. Un panorama de la poesía española (2014). Dirige la revista Paraíso.







Ο Χουάν Κάρλος Αβρίλ (Λος Βιγιάρες, Χαέν, Ισπανία, 1974) είναι διδάκτορας της Ισπανικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας όπου εργάζεται ως καθηγητής. Διέμεινε για πολλά χρόνια στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Νικαράγουα. Έλαβε πολλά λογοτεχνικά βραβεία και δημοσίευσε τα βιβλία ποιημάτων Un intruso nos somete (Ένας παρείσακτος μας υποβάλλει), 1997, El laberinto azul (O μπλε λαβύρινθος), 2001, και Crisis (Κρίση), 2007, συγκεντρωμένα το 2013 στον εκδοτικό οίκο του Μεξικού, El Tucán de Virginia, υπό τον τίτλο Poesía ( Ποίηση), 1997-2007). Επιμελήθηκε εκδόσεις συγγραφέων όπως του Λουίς Γκαρθία Μοντέρο, του Χοσέ Μανουέλ Καβαγιέρο Μπονάλντ, του Φρανθίσκο Μπρίνες, του Αντόνιο Δελτόρο, του Φάβιο Μοράβιτο, του Ομάρ Λάρα, του Χοσέ Χούλιο Καβανίγιας ή του Βίκτορ Ροδρίγιεθ Νουνιεθ, μεταξύ άλλων· τις ανθολογίες Deshabitados (Ακατοίκοιτοι), 2008, Campos magnéticos. Veinte poetas españoles para el siglo XXI (Μαγνητικά πεδία. Είκοσι Ισπανοί ποιητές για τον 21º αιώνα), 2011, στο Μεξικό, και συντόνισε τον τόμο Gramáticas del fragmento. Estudios sobre poesía española para el siglo XXI (Γραμματικές του αποσπάσματος. Σπουδές για την ισπανική ποίηση για τον 21º αιώνα), 2011. Επίσης μετέφρασε το βιβλίο El instante después (Η επόμενη στιγμή) του Μάσσιμο Γκέτσι· και, μαζί με την Στέφανι Αμέρι το βιβλίο Las cenizas de Gramsci (Οι στάχτες του Γκράμτσι) του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Los Indomables (Οι ατίθασοι), του Φιλίππο Τομάσο Μαρινέτι και La bohemia italiana (Η μποέμ Ιταλίδα), του Εμίλιο Σαλγκάρι, μεταξύ άλλων.
Εμφανίζεται σε πολλά ανθολόγια, μεταξύ των οποίων διακρίνονται 10 menos 30. La ruptura interior en la «poesía de la experiencia» (10 παρά 30. Η εσωτερική ρίξη στην «ποίηση της πείρας»), του Λουίς Αντόνιο δε Βιγιένα,  1997, Yo es otro. Autorretratos de la nueva poesía (Εγώ είναι ένας άλλος. Αυτοπορτρέτα της νέας ποίησης), του Χοσέπ Μ. Ροδρίγκεθ, 2001,   Veinticinco poetas españoles jóvenes (είκοσι πέντε νέοι Ισπανοί ποιητές), 2003, Cima de olvido (Κορυφή της λησμονιάς), του Ραφαέλ Αλαρκόν Σιέρρα 2006, ή La inteligencia y el hacha (Un panorama de la Generación poética del 2000), Η νοημοσύνη και το τσεκούρι (Ένα πανόραμα της ποιητικής Γενιάς του 2000), του Λουίς Αντόνιο δε Βιγιένα, 2010.
Επίσης έχει εκδώσει λογοτεχνικές κριτικές και ποιήματα σε διάφορα περιοδικά όπως στα: Ínsula, Cuadernos Hispanoamericanos, Historia y Política, Rilce, Letras de Deusto, La Estafeta del Viento, Litoral, El Maquinista de la Generación, Sibila, Castilla, Analecta Malacitana, Clarín, ή Campo de Agramante, μεταξύ άλλων.
Ξεχωρίζει επίσης ο τόμος δοκιμιών Lecturas de oro. Un panorama de la poesía española (Αναγνώσματα χρυσού. Ένα πανόραμα της ισπανικής ποίησης), 2014. Διευθύνει το περιοδικό Paraíso.







Viento del  norte


Y apenas deslumbrado, sin esfuerzo,
es más fácil ahora mientras dices
que es un cuento al que juegas hace mucho,
otra ilusión que vuelve
y se desecha igual que cada instante
posee una nueva forma y se apresura
su presagio feliz.
                              Hay un secreto
que se finge tirante como un orden
y no ha sido llorado todavía
mostrándote ese mundo reventado
y su tibio sigilo.(silencio, cautela, discreción)
                              Luz rajada
e inútil, no descubras la pálida belleza
ni reposes detrás de todo aquello
que se ha soliviantado. Luego, nadie
te arropará con su consuelo dulce
ni jugará contigo aunque parezca
que, atrapado en un círculo de brasas
como un bello alacrán, contra sí mismo,
es más justo si admites la renuncia
o más fácil ahora mientras dices
que nada desperdicias y es hermoso,
que el sueño sigue intacto y nada cambia.

Todo es un beso que despierta a otro.
[Poesía(1997 – 2007), ediciones Tucán, 2013]






Αγέρας του βορρά


                     Και με το πρώτο ξάφνιασμα, δίχως κόπο,
                     πιο εύκολο είναι τώρα που λες ότι για 
                     παραμύθι πρόκειται που παίζεις εδώ και καιρό,
                     άλλη ακόμα αυταπάτη που επιστρέφει και
                     αποβάλλεται όπως κάθε στιγμή
                     που κατέχει μια νέα μορφή και επισπεύδεται
                     το ευτυχές προμήνυμα της.
                                                                       Υπάρχει ένα μυστικό
                     που προσποιείται την ακαμψία μιας διάταξης
                     και όσο δεν το θρηνούν
                     σου φανερώνει εκείνον τον θρυμματισμένος κόσμο
                     και την απαλή σιγή του.
                                                            Φως ραγισμένο
                     και ανώφελο, μην φανερώσεις την χλωμή ομορφιά
                     και μην αναπαύεσαι πίσω από όλο εκείνο
                     που έχει εξεγερθεί.
                     Ύστερα κανείς δεν θα σε παρηγορήσει  
                     με την γλυκιά συμπόνια του 
                     ούτε θα παίξει μαζί σου ακόμη και αν φαίνεται
                     ότι, αιχμάλωτος σε έναν κύκλο χόβολης
                     ως θαυμάσιος σκορπιός, που πολεμά τον εαυτό του,
                     είναι πιο δίκαιο να πεις ότι παραιτείσαι
                     ή πιο εύκολο τώρα που λες
                     ότι τίποτα δεν ανεμοσκορπάς και είναι όμορφα,
                     ότι, το όνειρο παραμένει ανέγγιχτο και τίποτα δεν αλλάζει.

                     Τα πάντα είναι ένα φιλί που ξυπνά κάποιον άλλον.
                      [(ποίηση 1997 -2007), εκδόσεις Tucán. 2013]



Mentira


                         Es todo un microcosmos de espacios reducidos
                                         volver la página y olvidar esta foto
                                         de aquella escena irrepetible:
                                         los árboles, al fondo, aún conservan
                                         el movimiento oculto de la savia
                                         y eso es una intuición,
                                         otra luz alumbrando otro proceso.

                                         Semana santa de noventa y uno,
                                         míralos como posan,
                                         sonriendo y sin miedo al destino
                                         igual que el tacto de esta imágen plácida
                                         (después de abrir el álbum por inercia
                                          y no saber a lo que te exponías).

                                         Escondiste el origen del recuerdo
                                         desordenadamente
                                         en la complicidad de la leyenda:
                                         la leyenda que ahora saboreas,
                                         la que te has inventado.
                                                                                        Pensarías
                                         que es mejor no ordenar nada y sentir,
                                         apartando la vista,
                                         un pasado perfecto y solo.
                                                                                              Es,
                                         entre tus locas ideas, la busca
                                         de la eterna nostalgia
                                         y esa curiosidad se asume
                                         sin manchas en las manos, sin preguntas.

                                         Así es la vida fácil
                                         y la respuesta sucia que te engaña
                                         con los limpios chantajes.

                                             [Poesía(1997 – 2007), ediciones Tucán, 2013]











Ψέμα


                       Eίναι ένας ολάκερος μικρόκοσμος σε τμήματα λιγοστά
                       γυρνάς σελίδα και λησμονείς αυτή τη φωτογραφία
                       της μοναδικής εκείνης σκηνής:
                       στο βάθος, τα δέντρα, διατηρούν
                       την κρυφή κίνηση του χυμού
                       και αυτό είναι μία διαίσθηση,
                       και κάποιο άλλο φως σε μια άλλη πορεία.

                       Ενενήντα ένα, μεγάλη εβδομάδα,
                       κοίτα πώς στήνονται,
                       με χαμόγελο και άφοβοι προς τη μοίρα
                       όπως και η επαφή με αυτή τη γαλήνια εικόνα
                       (όταν από πλήξη άνοιξες το άλμπουμ
                       μην ξέροντας από τί κινδύνευες).

                       Έκρυψες την προέλευση της θύμησης
                       απείθαρχα
                       στη συνενοχή του θρύλου:
                       το θρύλο που τώρα γεύεσαι,
                       αυτόν που επινόησες.
                                                                  Θα σκέφτηκες
                      να μην πειθαρχήσεις σε τίποτα και
                      να νιώσεις, κοιτώντας αλλού
                      ένα μόνο και άψογο παρελθόν.
                                                                              Είναι
                     στις τρελλές σου ιδέες, η αναζήτηση
                     της αιώνιας νοσταλγίας
                     και αυτή η περιέργεια επωμίζεται
                     δίχως κηλίδες στα χέρια, δίχως ερωτήσεις.

                    Έτσι είναι εύκολη η ζωή
                    και η μιαρή απάντηση της πλάνης
                    με τους καθάριους εκβιασμούς της.   

                 [(ποίηση 1997 -2007), εκδόσεις Tucán. 2013]






                                     Encuentro


                                  Has sido tú, quizá nuestro desorden,
                                  quizá los dedos libres,
                                  su movimiento ansioso que interroga,
                                  que pregunta a las manos
                                  y recorre las líneas
                                  del último deseo al despertarte,
                                  o quizá he sido yo,
                                  con la lengua en los filos de la noche.
                                  Caminos de placer cuando amanece
                                  y dos cuerpos se hablan
                                  y cuentan su fortuna
                                  y cruzan la pasión como uno solo.

                                   El resto de la carne se encadena
                                   en las hábiles piernas y a los brazos,
                                   para hundirse en el mundo
                                   como una oscura boca
                                   que se lo traga todo, y nos arrastra.
                                   Si alguna vez te busco o si me buscas
                                   tú a mí, y nos encontramos.

                                   [Poesía(1997 – 2007), ediciones Tucán 2013]                                    








                                  Συνάντηση
                                                 
                                      Ίσως να 'σουνα εσύ το χάος μας,
                                      τα ελεύθερα, δάχτυλα, ίσως,
                                       η αγχώδης κίνηση τους που ανακρίνει,
                                       που τα χέρια ρωτά
                                       και διατρέχει τις γραμμές
                                       της τελαυταίας επιθυμίας καθώς σε ξυπνά,
                                        ή ίσως ήμουνα εγώ,
                                        με τη γλώσσα στις κόψεις της νύχτας.
                                        Δρόμοι απόλαυσης ενώ ανατέλλει
                                        και δύο σώματα μιλιούνται
                                        και διηγούνται την τύχη τους
                                        και το πάθος διατρέχουν
                                        σαν να 'τανε ένα.                                 
                                         
                                        Η σάρκα που μένει αλυσοδένεται
                                        στα δεινά χέρια και  πόδια,
                                        για να βυθιστεί στον κόσμο
                                        όπως ένα ζοφερό στόμα
                                        που καταβροχθίζει τα πάντα, και μας παρασέρνει.
                                        Αν τυχει και σε ψάξω ή αν με ψάξεις,
                                        εσύ εμένα, και συναντηθούμε.

                                  [(ποίηση 1997 -2007), εκδόσεις Tucán. 2013]






                

                                           El globo


¿Hacia atrás?
                      ¿hacia dónde
su comprensión nos dicta,
y por qué debe siempre haber sentido?
¿Nosotros un sentido?

                                   ¿Quién, di, entonces,
girando me ha rozado
en la imaginación,
y cambia cada nombre a cada cosa
dejando en otro sitio
sólo el hueco, sin la llave
del orden que dispuse silencioso,
tanto tiempo guardado?

¿Quién no quiere estar dentro alguna vez
o quedarse encerrado
solo con un juguete, y ser ridículo,
como si ensimismado te sorprende
esa emoción entre los labios?
¿No era la ansiedad que te gustaba?

¿Cuáles son adjetivos, cuáles no
si todos los perdí,
porque yo quise,
como el lastre en un fondo que se olvida?
¿Hacia donde mirar?
                                ¿hacia adelante?
[Poesía(1997 – 2007), ediciones Tucán, 2013]

           



                                             Το μπαλόνι


Προς τα πίσω;
              προς τα πού
μας ορίζει η κατανόηση του;
και γιατί πρέπει πάντα να υπάρχει νόημα;
Εμείς, ένα νόημα;

                                   Πες, τότε, ποιός
στριφογυρίζοντας με άγγιξε στη
φαντασία,
και μετονομάζει κάθε πράγμα
αφήνοντας κάπου αλλού
μόνο το κενό, χωρίς το κλειδί
της σιωπηλής διατάξης που επέβαλλα,
και που τόσο καιρό φύλαξα;

Ποιός δεν θέλει να μείνει μέσα κάποια στιγμή
ή με ένα παιχνίδι μόνο,
να μείνει εσώκλειστος και να γίνει γελοίος,
καθώς ρεμβάζεις και σε ξαφνιάζει
αυτή η συγκίνηση ανάμεσα στα χείλη;
Δεν ήταν η αδημονία, της αρέσκειας σου;

Ποιά τα επίθετα, ποιά όχι,
αφού όλα τα έχασα,
γιατί εγώ το θέλησα,
όπως τα έρμα ενός βυθού που λησμονιέται;
Να κοιτάξω προς τα πού;
                                        Προς τα εμπρός;

[(ποίηση 1997 -2007), εκδόσεις Tucán. 2013]








*









ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΚΟΥΜΠΙΑΝ

Somos.
Arde el fluir.
La música delata su pensamiento.
Hombre irrepetible.
Momentos ahollados.
La naturaleza grita,
Munch está allí.
Homo faber.
Sueños, deseo, capacidad.
La gota de esta sangre
en un big bang humano
forma su realidad,
materializa sus ideas,
y siente, se siente en
la piel de su caminar.

Είμαστε.
Καίει ο ρούς.
Η μουσική αποκαλύπτει τη σκέψη της.
Ανεπανάληπτος άνθρωπος.
Στιγμές τρύπιες.
Η φύση γροικά,
ο Μούνχ είναι εκεί.
Homo faber.
Όνειρα, πόθος, ικανότητα.
Η σταγόνα αυτού του αίματος
σε ένα ανθρώπινο μπίγκ μπάνγκ
σχηματίζει την πραγματικότητα του,
υλοποιεί τις ιδέες σου,
και νιώθει, κάθεται στο
δέρμα του περιπάτου του.







ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΚΟΥΜΠΙΑΝ

Francisco Cumpián Muñoz, (Antequera, Málaga, 1951) es poeta, impresor tipográfico y rapsoda, así como organizador de recitales de poesía. Ha publicado los libros: ''La esquina dorada, poesía 1983-2006'', Centro Cultural de la generación de '27, 2007, ''CIGARA IÇALMEZ'', El árbol de Poe, 2010, ''El amor se esconde", Árbol de Poe, 2011, y "Hogaza de mi pan, agua que corres, jinete cabalgando, cebra sola", Árbol de Poe, 2012.

Ο Φρανθίσκο Κουμπιάν Μουνιόθ (Αντεκέρα, Μάλαγα, 1951) είναι ποιητής, τυπογράφος και ραψωδός, όπως επίσης και διοργανωτής απαγγελιών ποίησης. Έχει εκδώσει τα βιβλία: ''La esquina dorada, poesía 1983-2006'' (Η χρυσή γωνία, ποίηση 1983-2006), Πολιτιστικό κέντρο της γενιάς του '27, 2007, ''CIGARA IÇALMEZ'', El árbol de Poe, 2010, ''El amor se esconde" (Η αγάπη κρύβεται), Árbol de Poe, 2011, και '' Hogaza de mi pan, agua que corres, jinete cabalgando, cebra sola'' (Καρβέλι του ψωμιού μου, νερό που ρέεις, καβαλάρης ιππεύοντας, μόνη ζέβρα), Árbol de Poe, 2012.






LA ESQUINA DORADA

III

Hay plantas y pájaros
y gusanos y nubes
y minas personales
que se pisan y estallan
Hay borrascas
volcanes
y palabras perdidas
posadas en mis labios

Yo he de darles la forma
encontrar un sentido
a su caos elocuente
pues si nombras existen
o ¿es que acaso ya existen?

Sueña el hombre en el tiempo
vagabundo del drama
y es que al hombre se vuelve
sabiendo sus confines
(hay otras cosas pero se vuelve al hombre)

  Para Laura OTROS POEMAS, Esquina dorada, Ayuntamiento de Málaga, área de cultura 2005




Η ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΓΩΝΙΑ
Γ'


Υπάρχουν φυτά και πουλιά
και σκώληκες και νεφέλες
και προσωπικά ορυχεία
που πατώνται και εκρύγνυνται.
Υπάρχουν ανεμοθύελλες
ηφαίστεια
και ανεμοσκορπισμένα λόγια
που στάθηκαν στα χείλη μου

Εγώ οφείλω να τα μορφοποιήσω
να βρω μια σημασία ένα νόημα
στο ευφραδές χάος
γιατί αν ονομάσεις υπάρχουν
ή μήπως τυχόν ήδη υπάρχουν;

Ο άνθρωπος ονειρεύεται στο χρόνο
περιπλανώμενος στο δράμα
και επιστρέφει άνθρωπος
γνωρίζοντας τα όρια του


(Για τη Λάουρα ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Η ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΓΩΝΙΑ, δημαρχείο της Μάλαγας, τομέας πολιτισμού, 2005)





XIV

Atravesando el cosmos
con estrellas o sombras
o vagas geometrías
encima de un abismo
o atravesando aquella
la puerta impenetrable
la que marcaba el miedo
y al final era falsa

Atravesando el cosmos
te sientas y descansas
y desnudas los pies

Para Laura Y OTROS POEMAS, Εsquina dorada, Ayuntamiento de Málaga, Área de cutura, 2005






ΙΔ'

Διασχίζοντας το σύμπαν
με αστέρια ή σκιές
ή αόριστες γεωμετρίες
πάνω από μια άβυσσο
ή διασχίζοντας εκείνη
την άβατη πόρτα
που σηματοδοτούσε το φόβο
και ήταν εν τέλει πλάνη

Δρασκελίζοντας τον κόσμο
κάθεσαι και αναπαύεσαι
και απογυμνώνεις τα πόδια σου

(Για τη Λάουρα ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Η ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΓΩΝΙΑ, δημαρχείο Μάλαγας, τομέας πολιτισμού, 2005)




VERSOS HERIDOS  

I

La soledad del canto de las grullas
La soledad de Berna
de la ciudad de Berna
La risa y el silencio de Bárbara
Y la imposible cordura
del circo trashumante
los tigres enjaulados
los besos

Mentiras
las eternas mentiras
para sobrevivir
se yerguen
y ordenan el mundo a su manera

Esa es la guerra
la forma de matar
ya hemos llegado

Para Laura Y OTROS POEMAS, VERSOS HERIDOS, Ayuntamiento de Málaga, Área de cutura, 2005





  
ΛΑΒΩΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Α'

H μοναξιά του ύμνου των γερανών
Η μοναξιά της Βέρνης
της πόλης της Βέρνης
Το γέλιο και η σιγή της Βαρβάρας
Και η ακατόρθωτη σύνεση
του πλανώδιου τσίρκου
οι φυλακισμένες τίγρεις
τα φιλιά

Παραμύθια
τα αιώνια παραμύθια
ορθώνονται
για να επιβιώσουν
και τακτοποιούν τον κόσμο καθώς νομίζουν

Τέτοιος είναι ο πόλεμος
έτσι σκοτώνεις
φτάσαμε πια

(Για τη Λάουρα ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΛΑΒΩΜΕΝΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, δημαρχείο Μάλαγας, τομέας πολιτισμού, 2005)






La palabra precisa

la palabra sencilla
que debo ofrecerte
Abrir tu corazón
hurgar entre tus venas
subir por tu risa de trapecio
Y cuando ya no tengas
espacio para nadie
y ya nadie te espere
Seré yo
el hombre enmascarado



  

Η λέξη η σαφής

η λέξη η λιτή
που οφείλω να σου προσφέρω
Ν'ανοίξω την καρδιά σου
να σκαλίσω στις φλέβες σου
ν'ανέβω απ'το μετέωρο γέλιο σου
Και όταν πια κανέναν
δεν χωράς
και κανείς δεν σε περιμένει πια
Εγώ θα είμαι
ο άντρας ο μασκoφόρος








VII

Empiezas
camino de un camino
a recorrer el tuyo
borrando los resquicios
las sombras de las grietas
las querencias exactas
y las no tan exactas
las dudas las certezas
el sueño inacabable
y la esquina dorada
y borrando ya escribes
te sorprendo escribiendo
se te cayó la goma
Pero ¿yo que hago aquí?

La esquina dorada, poesía 1983-2006, Centro cultural generación del 27, Málaga



  
Z'

Δρόμο παίρνεις δρόμο αφήνεις
για να διασχίσεις τον δικό σου
απαλείφοντας τις σχισμές
τις σκιές των ρωγμών
τις καθάριες παλλινοστήσεις
και τις όχι και τόσο καθάριες
τις αμφιβολίες τις πεποιθήσεις
το ατέρμονο όνειρο
και τη χρυσαφένια γωνία
και απαλείφοντας ήδη γράφεις
σε ξαφνιάζω γράφοντας
σου έπεσε η γόμα
Αλλά εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ;

(Η ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ ΓΩΝΙΑ, ποίηση 1983-2006, Πολιτιστικό κέντρο της γενιάς του '27, Μάλαγα)








*







 ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑ ΣΑΛΓΑΔΟ, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΙΧΟΥ



Vas recogiendo cerezas sobre el pavimento
pero se deshojan a tu encuentro
persigues lo inasible
y el agua corre entre tus manos




Mαζεύεις κεράσια πάνω στο πεζοδρόμιο
αλλά ξεφυλλίζουν όταν σε συναντάς
κυνηγάς το άφταστο
και το ύδωρ ρέει ανάμεσα στα χέρια σου



ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ,  ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΙΧΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΣΑΛΓΑΔΟ


María salgado
escurriéndote de calles que se derriten
saltando de azotea en azotea
para salvar la lozanía del pensamiento
en el incadescente cotidiano

y llegados los fríos
correrás por los laberintos de alcantarillas
resguardando la llama de los manzanos en flor


Μαρία Σαλγάδο
στραγγίζοντας σε από δρόμους που λιώνουν
πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα
για να σώσεις την ευρωστία της σκέψης
στην καθημερινή ερυθροπύρωση

και στον ερχομό του κρύου
θα τρέξεις στους λαβύρινθους των υπονόμων
φυλάσσοντας τη φλόγα των ανθισμένων μηλιών




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑ ΣΑΛΓΑΔΟ


María Salgado

Madrid, 1984. Ha pulicado dos libros de poemas (ferias y 31 poemas); espera la edición de un tercero titulado ready. Hace cines, lecturas, bandas y planes poéticos siempre de baja tecnología; como el proyecto Contrabando (intercambio de libros y reseñas entre España y America) con el poeta argentino Gabrel Cortiñas www.laliteraturadelpobre.wordpress.com Escribe en blog www.globorapido.blogspot.com 



  Mαρία Σαλγάδο.

  Μαδρίτη, 1984. Δημοσίευσε δύο βιβλία ποίσης, ferias y 31 poemas (γιορτές και  

31 ποιήματα)· και περιμένει τη έκδoση ενός τρίτου που φέρει τον τίτλο ready. Ασχολείται με τον κινηματογράφο, με τις αναγνώσεις, με τις ομάδες και τα ποιητικά σχέδια πάντα της χαμηλής τεχνολογίας. Όπως το σχέδιο  Contrabando (ανταλλαγή βιβλίων και κριτικής μεταξύ Ισπανίας και Αμερικής) με τον 

Αργεντίνο ποιητή Γκαβρέλ Κορτίνιας www.laliteraturadelpobre.wordpress.com Γράφει στο μπλόκ www.globorapido.blogspot.com

  







Hay

una trama

alguien escucha algo impensado o que no le corresponde. Hay un enredo. El enredo se resuelve porque son buenos. Vence al cáncer porque es buena, vence al enemigo porque es buena, vence a la chica envidiosa que no es popular porque además de guapa es buena. Buena significa guapa. Significa agradable. Significa simpática. Cuapa significa un personaje. El personaje bueno resuelve el caso. Los amigos para siempre resuelven el caso. El amor resuelve la vida. Problemas gravísimos, vidas banales. Como un cáncer. Como un malentendido. Como una anorexia. Como la fealdad que es una maldad circunstancial y se resuelve en apenas un capítulo. De cero a cien de cien a cero. Como si en medio la materia de los cuerpos no sufriera variación. Temperatura. Como si como si quiere decir como si nada. La vida como si un paralelepípedo normal. Como si un paralelepípedo bueno. Cuando la teleseriς es mejor. Cuando la teleserie es más buena. Cuando la teleserie es puro Balzac o Tolstoi. Cuando es cine. Cuando es la nueva gran novela americana. Hay personajes que no son buenos pero si guapos. Mucho. Hay sus dilemas. Sus dilemas recorren un trecho enorme de trama para espiralarse coreográficamente hacia un final climático. Álgido. Drogodependiente. Es la condición humana tan bien narrada. Es tan perfecta la narración que es la postal de la condición humana, la postal de Hamlet, la postal de un hombre atravesado de deseos pardos apostados en una barra. De una mujer que se desliza por una barra. De un niño que se desliza por un tobogán. De una niña que se desliza por un tobogán y se le ven las ingles de sus bragas. La narración perfecta. La producción perfecta. Los perfectos personajes caracterizados de actriz y actor. Y el placer. De que todo salga tan bien. Tan perfectamente bien. Tan bueno, en el sentido de “bueno”. Qué placer. Todo sale tan bien. Hasta el mal. El mal humano tan pero tan tan bien narrado. Es que es buenísima esta serie. Una obra maestra es.



(FERIAS, Universidad Popular, 2007)











Είναι

μια πλοκή

κάποιος ακούει κάτι αδιανόητο ή που δεν του ανήκει. Είναι ένα χάος. Το χάος επιλύεται γιατί είναι καλοί. Νικάει τον καρκίνο γιατί είναι καλή, νικάει τον εχθρό γιατί είναι καλή, νικάει την ζηλιάρα κοπέλα που δεν είναι δημοφιλής γιατί έιναι όμορφη αλλά και καλή. Καλή σημαίνει όμορφη. Σημαίνει ευχάριστη. Σημαίνει συμπαθητική. Όμορφη δηλώνει ένα χαρακτήρα. Ο καλός χαρακηρας επιλύει την υπόθεση. Οι φίλοι για πάντα επιλύουν την υπόθεση. Η αγάπη επιλύει τη ζωή. Σοβαρότατα προβλήματα, κοινότυπες ζωές. Όπως καρκίνος. Όπως παρεξήγηση. Όπως ανορεξία. Όπως η ασχήμια που είναι μια περιστασιακή κακία και επιλύεται σε ένα μόλις κεφάλαιο. Από το μηδέν στο εκατό από το εκατό στο μηδέν. Λες και δεν υποφέρει, εντωμεταξύ, μεταβολή η ύλη των σωμάτων. Θερμοκρασία. Όπως, όπως σημαίνει όπως τίποτα. Η ζωή όπως ένα κανονικό παραλληλεπίπεδο. Όπως ένα καλό παραλληλεπίπεδο. Όταν η τηλεσειρά είναι καλύτερη. Όταν η τηλεσειρά είναι πιο καλή. Όταν η τηλεσειρά είναι γνήσιος Μπαλζάκ ή Τολστόι. Όταν είναι κινηματογράφος. Όταν είναι το νέο μεγάλο αμερικάνικο μυθιστόρημα. Υπάρχουν χαρακτήρες όχι καλοί αλλά όμορφοι. Πολύ. Είναι τα διλήμματα τους. Τα διλήμματα τους διατρέχουν ένα τεράστιο κομμάτι πλοκής για να συσπειρωθούν χορογραφικά με σκοπό την αποκορύφωση. Κορυφαίο. Ναρκοτικοεξαρτόμενο. Μας την έχουν πλασάρει τόσο καλά την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι τόσο καλή η αφήγηση που είναι η καρτποστάλ της ανθρώπινης κατάστασης, η καρτποστάλ του Χάμλετ, η καρτποστάλ ενός ανθρώπου που τον διαπερνάνε βραχνές επιθυμίες τη στιγμή που στέκεται σε μια μπάρα. Μιας γυναίκας που γλιστράει σε μια μπάρα. Ενός αγοριού που γλιστράει σε μια τσουλήθρα. Ενός κοριτσιού που γλιστράει σε μια τσουλήθρα και της φαίνεται ο βουβώνας της κοιλώτας της. Ή τέλεια ιστορία. Η τέλεια παραγωγή. Οι τέλειοι χαρακτήρες που ενσαρκώνουν η ηθοποιός και ο ηθοποιός. Και η ευχαρίστηση. Να πάνε όλα τόσο καλά. Τόσο εξαίσια. Εξαίσιος με τη σημασία του ''αίσιος''. Τί ευχαρίστηση. Όλα βγαίνουν εξαίσια. Μέχρι και το κακό ακόμη. Την ανθρώπινη κακία μας την έχουν πλασάρει  τόσο μα τόσο εξαίσια. Είναι εξαίρετη αυτή η σειρά. Αριστούργημα.



(ΠANΗΓΥΡΕΙΣ, Λαϊκό Πανεπιστήμιο, 2007)



In the mood for no




árbol en el hueco de un secreto:
sólo crece si
lo abrasan

secreto:
determinada faringe
sobre determinado pliegue de vocal

voz desde el hueco
del árbol:

no

[31 poemas (Málaga: Puerta del mar, 2010 y Rosario: Danke ediciones, 2016)
María Salgado (Madrid, 1984)]





In the mood for no



δέντρο στο χάσμα ενός μυστικού:
ψηλώνει μόνο αν
το κάψουν

μυστικό:
καθορισμένος λάρυγγας
σε καθορισμένη πτύχωση φωνήεντος

φωνή από το χάσμα
του δέντρου:

όχι

[31 ποιήματα (Μάλαγα: Puerta del Mar, 2010 και Rosario: εκδοτικός οίκος Danke, 2016) Μαρία Σαλγαδο (Μαδρίτη 1984)]






XIII.

Un cuarto
de luna
para morder

las seis.

Pregunto a sus
majestades
las marionetas

qué números
jugar
o si jugar

o si los números.

O si nos vamos,
bonitas,
detrás de esta
caseta.

(FERIAS, Universidad Popular, 2007)





ΙΓ'

Έν τέταρτο
σελήνης
για δάγκωμα

έξι ή ώρα

Ρωτώ εσάς
αυτού μεγαλειότητες
τις μαριονέτες

σε τί αριθμούς
να παίξω
ή αν είναι να παίξω

ή αν οι αριθμοί.

Ή αν πάμε
ομορφούλες μου,
πίσω από αυτή
την καμπίνα.

(ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ, Λαϊκό Πανεπιστήμιο , 2007)






sueño con alcoholes
y peces que me llaman desde el río:

horroroso bogar bogamos
horroroso bogar bogamos
horroroso bogar bogamos hermana
con lentitud de sueño

a desaparecer

agua rápida
agua límpida
agua pútrida
agua sílfide
corriente
agua órfica
catártica
entrópica

a desembocar

(“el río es negro y llueve”. Sand Journal, issue 4, Berlin)






ονειρεύομαι οινοπνευματώδη
και ψάρια που με φωνάζουν απ' το ποτάμι:

φριχτό κωπηλατώ κωπηλατούμε
φριχτό κωπηλατώ κωπηλατούμε
φριχτό κωπηλατώ κωπηλατούμε αδερφή μου
με βραδύτητα ονείρου

ας ξαφανιστούμε

ταχύρευστο ύδωρ
διαυγές ύδωρ
σάπιο ύδωρ
συλφιδικό ύδωρ
πόσιμο
ορφικό ύδωρ
εξαγνιστικό
εντροπικό

ας βγούμε στ'ανοιχτά

[“el río es negro y llueve” (το ποτάμι είναι μελανό και βρέχει. Sand Journal, issue 4, Berlin]








*







ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟΥΕΛ ΣΑΛΙΝΑΣ

Hoja, ojo luna
que en las estrellas
su nombre
escribe, camina en manantial del hombre.
Agua entre sus pies
invierna heridas
mirada que nieva a bosques
y la verdad encarna dolores.
Inclinación de soles
prodigios de dioses.
La flor de luz la aurora despierta.
Agua de alegría
río de sueño
primavera de sangre
mirada de lirio.
En un beso sin fin te siento.


Φύλλο, μάτι σελήνη
που στα άστρα
το όνομά της γράφει, βαδίζει προς πηγή ανθρώπου.
Ύδωρ ανάμεσα στα πόδια τους
invierna πληγές
βλέμμα που χιονίζει σε δάση
και η αλήθεια σωματοποιεί πόνους.
Κλίση ηλίων
θαύματα θεών.
Το λουλούδι φωτός την αυγή ξυπνάει.
Ύδωρ χαράς
ποτάμι ονείρου
άνοιξη αίματος
βλέμμα κρίνου.
Σε ένα ακατάπαύστο φιλί σε νιώθω.




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥΕΛ ΣΑΛΙΝΑΣ

NOTA BIO-BIBLIOGRÁFICA

MANUEL SALINAS
(Granada)

Licenciado en Filología Románica. Doctor en Filología
Románica. Ha trabajado como Catedrático de Lengua y Literatura españolas, publicando los libros de poemas:
Edelvira” (1975), Esplendor de la tristeza” (1984), “Los espejos fingidos” (1985), “Zulo de noviembre” (1988), "El mar en los hangares" (2004). La revista ABRIL de Luxemburgo recogió parte de su libro “Viviré del aire", que fue publicado en Estados Unidos íntegramente, en el 2013 (donde fue galardonado como libro en lengua no inglesa), libro que publicaría en España la editorial Vitruvio, de Madrid, en el 2014. Actualmente escribe un libro que se titula: “Inacabable alabanza”.Como poeta ha sido incluido en varias Antologías españolas e hispanoamericanas, siendo traducido al italiano y al griego. Ha participado en jornadas literarias y lecturas poéticas organizadas por el Instituto Cervantes (España), el Ministerio de Educación y Cultura (España) y el Centro Andaluz de las Letras de la Junta de Andalucía. Ha sido director de la colección de poesía “Solarium” (Papeles de poesía), la revista “Tanit” (Materiales para la Cultura). Actualmente dirige la colección de poesía, Puerta del Mar”, de la Diputación de Málaga, ciudad donde reside.

Μανουέλ Σαλίνας
(Γρανάδα)

Διπλοματούχος και διδάκτωρ της Ρωμανικής Φιλολογίας. Δούλεψε ως καθηγητής ισπανικής γλώσσας και λογοτεχνίας και εξέδωσε τα βιβλία ποιημάτων:
Edelvira” (Εδελβίρα), 1975, Esplendor de la tristeza” (Απόγειο της θλίψης), 1984, “Los espejos fingidos” (Καθρέφτες που προσποιούνται), 1985, “Zulo de noviembre” (Κρυψώνα Νοεμβρίου), 1988, "El mar en los hangares" (Η θάλασσα των υπόστεγων), 2004. Το περιοδικό ABRIL από το Λουξεμβούργο συνέλεξε μέρος του βιβλίου του “Viviré del aire" (Θα ζήσω από τον αέρα), που εκδόθηκε ολοκληρωμένο στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, το 2013 (όπου βραβεύτηκε ως βιβλίο μη αγγλικής γλώσσας), βιβλίο που θα εξέδιδε στην Ισπανία ο εκδοτικός οίκος Vitruvio, της Μαδρίτης, το 2014. Τώρα γράφει ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο: “Y portuguesa el alma” (Kαι η ψυχή η πορτογαλική),  του οποίου η  Casa Gerard Brenan της Μάλαγας (2015) εξέδωσε ένα μέρος του. Ως ποιητής έχει συμπεριληφθεί σε πολλά ισπανικά και ισπανοαμερικάνικα ανθολόγια, έχοντας μεταφραστεί στα ιταλικά και στα ελληνικά. Συμμετείχε σε ημερίδες λογοτεχνίας και ποιητικές αναγνώσεις οργανωμένες από το Ινστιτούτο Θερβάντες (Ισπανία), το Υπουργείο Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (Ισπανία) και το Ανταλουσιανό Κέντρο Γραμμάτων της Τοπικής Κυβέρνησης της Ανταλουσίας. Υπήρξε διευθυντής της ποιητικής συλλογής '' Solarium'' (Χαρτιά ποίησης), του περιοδικού ''Tanit'' (Υλικό για τον Πολιτισμό). Σήμερα διευθύνει τη συλλογή ποίησης Puerta del Mar” (Πύλη της θάλασσας), της  νομαρχίας της Μάλαγας, πόλη στην οποία και διαμένει.






LOCUS AMOENUS

La mayor aventura
sucede dentro; abre los ojos dentro: la vida,
su claridad inaceptable, una luz resuelta
en aromas dentro, sólo un sol, un sol
de una patria remota, derramado y nuevo,
todo es nuevo: la esperanza, la alegría, la verdad
o la mentira que llevaba dentro. No hay
otra isla perdida sino la infancia. Venga la primavera,
venga la palabra a encender el maravilloso
desorden de las cosas, su murmullo animal y caliente
de selvas y desiertos; de rutas de la seda y fuentes
del Nilo; de estuarios del Amazonas y deltas
del Meckong. Dentro es más alta la noche,
los ojos, la luz. Dentro.

(Y portuguesa el alma, Entonrno Gráfico Ediciones, 2016)






LOCUS AMOENUS

Η μεγαλύτερη περιπέτεια
συμβαίνει μέσα· ανοίγει μέσα τα μάτια: η ζωή,
η ανεπίδεκτη διαύγεια της, ένα φως διασπαρμένο
σε αρώματα μέσα, ένας μόνο ήλιος, ένας ήλιος
μιας αλαργινής πατρίδας, καινός και εκχυμένος,
όλα είναι καινά: η ελπίδα, η χαρά, η αλήθεια
ή το ψέμα που εγκυμονούσε μέσα της. Δεν υπάρχει
άλλη χαμένη νήσος παρά η παιδική ηλικία. Ας έρθει η άνοιξη,
ας έρθει η λέξη να πυροδοτήσει τη θαυμάσια
αταξία των πραγμάτων, τον ζωικό και ζεστό
ψίθυρο της ζούγκλας και της ερήμου· των δρόμων του μεταξιού
και των πηγών του Νείλου· των εκβολών του Αμαζόνα και του δέλτα
του Μεκόνγκ. Είναι ψηλότερη η νύχτα μέσα,
τα μάτια, το φως. Μέσα.

(Kαι η πορτογαλική ψυχή, εκδόσεις Entonrno Gráfico, 2016)


  



PIEDRA VIVA
Para Antonio Carvajal.
                                                         
Es la inocencia la única verdad, asombro
que da sentido al mundo, milagro
del dolor que rinde su fruto azul, guirnalda
donde el aire florece. Y la rosa,
siempre rosa, y la hormiga, hormiga siempre.

Es entrega la inocencia, tapia del paraíso,
agua desgajada de la más alta luz; la belleza
duele en pleno gozo, en pleno
canto, sin pauta, aguda y grave
herida, siempre herida, rosa, rosa siempre.

Es lugar sagrado la inocencia, audaz ruiseñor
que entre dragones amarillos, apaga el miedo,
libre de perderse, de ser hallado, libre; cielo,
hondo cielo, cielo siempre. La belleza
es verdad sólo si duele.

(Y poprtuguesa el alma, Entonrno Gráfico Ediciones, 2016)






ΠΕΤΡΑ ΖΩΝΤΑΝΗ

                                        Για τον Αντόνιο Καρβαχάλ

Η αθωότητα είναι η μόνη αλήθεια, έκπληξη
που νοηματοδοτεί τον κόσμο, θαύμα
πόνου που αποτίει τον μπλε καρπό του, στεφάνι
όπου ανθοβολεί ο άνεμος. Και το ρόδο,
πάντα ρόδο, και το μυρμύγκι, μυρμύγκι πάντα.

Είναι παράδοση η αθωότητα, παραδείσου τειχίο
ξεριζωμένο ύδωρ του ύψιστου φωτός· η ομορφιά
πονά εν καιρώ πλήρους τέρψής, εν καιρώ πλήρους
ύμνου, άνευ κανόνα, οξύτονη και παροξύτονη
πληγή, πάντα πληγή, ρόδο, ρόδο πάντα.

Τόπος ιερός είναι η αθωότητα, θαρραλέο αηδόνι
που μέσα από κίτρινους δράκους, καταστέλλει το φόβο,
ελεύθερη, να ανεμοσκορπιστεί, να βρεθεί, ελεύθερη· ουρανός,
βαθύς ουρανός, ουρανός πάντα. Το κάλλος
είναι αλήθεια μόνο αν πονά.

(Kαι η πορτογαλική ψυχή, εκδόσεις Entonrno Gráfico, 2016)






                                                      AMANTE

                       [ Dilecta mea mihi ]

                      Para vivirte de nuevo, morir,
                      morir para sentirte
                      después de muerto, canta
                      tanta vida una alegría,
                      un cielo firme más allá del cielo,
                      tanta vida sin vida y de vida
                      sedienta, que siempre quisiera morir,                
                      vivir la muerte en tus brazos;
                      la luz alcanza el vuelo de la lluvia,
                      claridad que devuelve el verdor a la noche,
                      que nunca lejos de ti, que siempre
                      al aire de tu paso: vivir, vivir
                      sin vivir, para no ausentarme.

                      Sé que me estás mirando.

        (Y poprtuguesa el alma, Entorno Gráfico Ediciones, 2016)







                                                        ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ


                               [ Dilecta mea mihi ]                  

                              Να πεθαίνω για να σε ζω ξανά,
                              να πεθαίνω για να σε νιώθω
                              μετά το θάνατο μου, τόση ζωή
                              υμνεί μια ευθυμία,
                              έναν στέρεο ουρανό πιο πέρα απ' τον ουρανό,
                              τόση ζωή χωρίς ζωή και για ζωή
                              διψασμένη, που πάντα θα ήθελα να πεθάνω
                              να ζω το θάνατο στη αγκαλιά σου·
                              το φως ανταμώνει το φτερούγισμα της βροχής,
                              διαύγεια που ξαναδίνει τη βλάστηση στη νύχτα,                    
                              που ποτέ μακριά σου, που πάντα στην αποκάλυψη του
                              βήματος σου : να ζω, να ζω
                              χωρίς να ζω, για να μην απουσιάζω.

                              Ξέρω ότι με κοιτάς.

                                   (Kαι η πορτογαλική ψυχή, εκδόσεις Entonrno Gráfico, 2016)




  

CONSAGRACIÓN DE LA LLAMA

Algunas veces alguien me llama. Y vuelo, entonces vuelo sin temor a quemarme. Todo es música en la misma ávida escala, soplo que aviva la lenta llama de la desmedida gravidez de las cosas. Pues: arde. En algún sitio, todo arde. Puede verse en el aire el humo blanco y el azul del cielo que evoco con agua. Cantar es rezar con doble hilo. Todo, derramada lumbre: sed, sed de sed. Porque ha estallado el verano.

(Viviré del aire, Entrelíneas, Miami, U.S.A., 2013, y Vitruvio, Madrid, 2014)






ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Είναι φορές που κάποιος με καλεί. Και ίπταμαι, τοτε ίπταμαι δίχως φόβο να καώ. Τα πάντα γίνονται μουσική στην ίδια άπληστη σκάλα, πνοή που ζωοποιεί την αργή φλόγα της άμετρης βαρύτητας των πραγμάτων. Λοιπόν: παραδώσου στο πυρ. Κάπου, τα πάντα καίουν. Στον αέρα φαίνεται ο λευκός καπνός και το μπλε τ'ουρανού που επικαλώ με ύδωρ. Ο ύμνος είναι η προσευχή με διπλή κλωστή. Όλα, εκχυμένο πυρ: δίψα, δίψα δίψας. Γιατί εξερράγη το καλοκαίρι.

(Θα ζήσω από τη φωτιά, εκδόσεις Entrelíneas, Μαιάμι, Η.Π.Α. 2013 και εκδόσεις Vitruvio, Madrid, 2014)


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA