Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.
Για το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος» (Θράκα, 2018) ‒ γράφει η Λίλια Τσούβα στο "φρέαρ"
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά



        To εσωτερικό της τέντας.
Αν έχεις λίγη μυωπία είναι διάστικτο από σχέδια που τα νομίζεις για μικρούς δίσκους της Φαιστού. Κοιτάς τα περιγράμματά τους που τρέμουν όπως τρέμει κι η επόμενή σου μέρα. Όλα τρέμουν όταν έχεις μυωπία. Οχτώ παρά και είναι νύχτα πια, σχεδόν νιώθεις πως έχει έρθει η ώρα να κάνεις την προσευχή σου. Δεν ταιριάζει τίποτα να πιεις, να πεις, να προτείνεις, να αρχίσεις. Μεταίχμιο. Οι συναγερμοί των αυτοκινήτων επιμένουν ακόμα να προσφέρουν την άχρηστη ρετρό υπηρεσία τους, αυτόν τον πάλαι ποτέ εκφοβισμό. Κι έπειτα έρχονται τα απορριμματοφόρα, κάθε βράδυ εδώ, δεν είναι Κέρκυρα εδώ, την ίδια ακριβώς ώρα μεταξύ 23.15 και 23.20. Πάει η μέρα, τέλειωσε, σα να σου λένε, ορίστε, μαζέψαμε και τα σκουπίδια, τα υπολείμματά σας, φευγάτε αλήτες, σπάστε, πώς το λένε, τέλος. Λήξις. Σπίτια σας. Μαντρωθείτε. Σιωπητήριο. Άχνα. Πώς θα βγείτε αύριο ρε στην παραγωγή. Δεν κοιμάμαι. Μοιάζει μόνον σα να πέφτω στο κενό, σε μια αφασία, ενώ απομακρύνονται σιγά σιγά από τους κάδους θορυβώντας καραβάνι οι σιδερένιοι ελέφαντες.
***

        Μια θολούρα έχει σκεπάσει την καλλιθεάτικη φαβέλα.
Σκέφτομαι την παράξενη εκείνη σύμπτωση με τους τρεις ανθρώπους που παρέλυσαν από έναν παράξενο ιό στην Κέρκυρα και που κι οι τρεις έμεναν πάνω στη στροφή του παλιού ελαιουργείου. Σκέφτομαι πως ίσως κι εκείνοι να έχουν αρχίσει να τα βλέπουν θολά. Λιώνουν ακίνητοι πάνω στη στροφή. Μερικά τζάμια του ελαιουργείου είναι σπασμένα. Έχω την εντύπωση πως ο ένας ασθενής ήδη κατέληξε.
***

        Μα ο θάνατος του χωριού, πατάει το θάνατο της πόλης.
Αποκτάει διαστάσεις θρύλου, παραμυθιού, μιας διάδοσης ή δοξασίας. Είναι ένας θάνατος ανώτερος, ήσυχος, απαλλαγμένος από τις διαγνώσεις, τις κόντρα διαγνώσεις, ένας προστατευμένος θάνατος μες στα λιόδεντρα και τις πυγολαμπίδες. Θάνατος που μαθαίνεις από τις καμπάνες και την εικόνα των μαυροντυμένων γυναικών που επιστρέφουν κουτσαίνοντας μεσημέρι από τον Ταξιάρχη ή την Παναγία. Στέκεται αδύνατον να ζυγίσεις σωστά το βάρος σου μετά από μια ταφή.
***

            Μια κουταλιά κρέμα από το γαλακτοπωλείο του Αλέξη.
Λίγη καμένη ζάχαρη θα μπορούσε ίσως να με κινητοποιήσει, τώρα που οι μέρες, τώρα που ο μήνας καρκινοβατεί. Τώρα που η ζωή εξαπλώνεται σαν μάστιγα. Που τα παιδιά διαγκωνίζονται για να περάσουν μπροστά, αλλά μαζί μ' αυτά και οι γονείς. Πρόβλημα στη ζωή να σπρώχνομαι, να περνάω μπροστά. Από τη β' επιπέδου στις κούνιες, στα εμβόλια και τους ζωολογικούς κήπους κι έπειτα στους αγιασμούς κι από τους αγιασμούς στα παιδικά πάρτυ και στις παραστάσεις, στους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, στις παρελάσεις κι ύστερα στις ορκωμοσίες, με τις τηβέννους των οργίων, κι αργότερα επί πτωμάτων στα εταιρικά συμβούλια και μετά δώσ' του πάλι πρενατάλ και μαιευτήρια, κι εγώ γιαγιά, να πρέπει να κάνω όλα τα χατίρια, με οστεοπόρωση να μπουσουλάω στα τέσσερα, να τηγανίζω με πτώση μήτρας ή ακράτεια, σωρούς πατάτες, τσουβάλια αυγόφετες, για να εισπράξω το πιο φευγαλέο εγγονικό φιλί. Σα να σε φιλάει ένα κοτσύφι. Και όλα, μα όλα αυτά, για να μη γελοιοποιηθεί, για να μην καταντήσει δηλαδή κανείς μέλος στη χορωδία του τοπικού οίκου ευγηρίας και να μη βγει ποτέ να τραγουδήσει δημοσίως στα στερνά του με ένα λουλούδι στο πέτο. Για να μην βροντοφωνάξει στο τέλος μια φράση όπως «και ο θάνατος πια δεν θα 'χει πια εξουσία». Και για να μην αναψοκοκκινήσει. Κυρίως αυτό: να μην αναψοκοκκινήσει καθώς θα το φωνάζει.
***

            Φράσεις και εκφράσεις όπως.
«Αρπάζω τη ζωή απ’ τα κέρατα», «είμαι εφ’ όπλου λόγχη», «δίνω τον καλύτερό μου εαυτό», «τα ‘χω βρει μ’ εμένα». Για να μην τις ακούω αφαιρούμαι, σκέφτομαι τη χελώνα που ψόφησε όταν ήμουν 17 γιατί δεν τη φρόντισα. Για να μην τις ακούω κάνω πως έχω αργήσει, πληρώνω το λογαριασμό και γίνομαι λούης. Για να μην τις ακούσω πολλές φορές δεν βγαίνω από το σπίτι. Κλείνω τα διπλά τζάμια και σηκώνω την ασφάλεια. Κολλάω ταινίες στις χαραμάδες. Καρφώνω τις πόρτες χτίζω τα παράθυρα. Μετακινώ το πιάνο. Φέρνω από μέσα για ενίσχυση και τις ντουλάπες. Για να μην τις ακούσω θα έκανα το παν. Κλειδωμένη, στεφανωμένη από την Κέρκυρα των μποφόρ στα πελάγη της Ωγυγίας.






*



Διαβάστηκε στην εκδήλωση της θράκας "πριν το βιβλίο"
5/10/2018 Νύχτα πολιτισμού
βιβλιοπωλείο "επί λέξει"
στα πλαίσια της παγκόσμιας πρωτεύουσας βιβλίου





ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA