Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά


Πηνελόπη Ζαρδούκα, Το Φάντασμα

Παρέα με τα φαντάσματα, μια κατοπινή συνήθεια
που δεν τη βρίσκεις στη ζωή μα ούτε στα παραμύθια
πνιγμένη μέσα μου βαθιά στης θάλασσας τα βάθη
το όνομα του φαντάσματος κανένας να μη μάθει.

Κυματοθραύστης σιωπηλός στην άκρη απ’ το λιμάνι
κόβει το κύμα ένα σωρό στου ποτηριού την πλάνη
όλη η βιοτή μου μια ματιά στου φαντάσματος το βλέμμα
που είναι φίλος μου καλός, κι αυτό δεν είναι ψέμα.

Αναρριχώμενο φυτό από σύρμα στο σκοτάδι
κερνάει σκουρόμορφο υγρό από αβαθές πηγάδι
άσπρο το φάντασμα κι ωχρό, κατάχλωμο καράβι
πυκνές, φαρδιές τις βελονιές κατάστηθα μου ράβει.

Αντιφεγγίζει σιγαλά μια λάμψη σακατεμένη
στην τρικυμία της ζωής, λιγνός ο φάρος και προσμένει
μακρύ πέπλο σεργιανίζει απ’ άκρη σ’ άκρη του μυαλού
είμαι το Φάντασμα εγώ, ένα σημάδι του καιρού.

Ίος, καλοκαίρι 2018




Του Πέτρου Γκολίτση



Η ΜΠΡΕΧΤΙΚΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ «ΓΕΝΕΑΣ»
Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΣΘΕΝΤΩΝ 
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ

Αν, για να θυμηθούμε τον πρόσφατα εκλιπόντα γαλλοβούλγαρο στοχαστή και θεωρητικό της λογοτεχνίας Τσβετάν Τοντόροφ, η κλασική αισθητική γίνεται −σχηματικά− να προσδιοριστεί ως «υπερβατική» και η ρομαντική, κατ’ αντίθεση, ως «εμμενής», τότε η νεωτερική αισθητική, στην αντιθετική συγκρότησή της προς τον ρομαντισμό και συγκεκριμένα προς το υπερτροφικό «ατομικιστικό» του στοιχείο, θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως «διυποκειμενική». Και ενώ επιπρόσθετα η νεωτερική αισθητική αρνείται τις «απόλυτες αξίες» του κλασικισμού, διέπεται από μια υπερβατικότητα, η οποία όμως «δεν τείνει πλέον προς τα άνω αλλά προς τα πλάγια: από μια λογοτεχνία ή ένα έργο προς το άλλο, από έναν άνθρωπο σε έναν άλλον άνθρωπο, πλαγίως». 
Κι εδώ ακριβώς είναι όπου θα σταθούμε και όπου αναδύεται −μερικώς− η ποιητική γενιά του ’70 και του ’80, αποτυγχάνοντας όμως να σχηματίσει ένα διαδραστικό πλέγμα το οποίο συγκροτεί και συγκρατεί έναν πραγματικά διακριτό ποιητικό χώρο και μια ποιητική. Σε αντίθεση λοιπόν με τις μεμονωμένες, διασωζόμενες φωνές αυτής της «γενιάς» (βλ. Τζένη Μαστοράκη, κ.ά.) η πραγματική ωρίμανση του παραπάνω φαινομένου, δηλ. η υπερβατική πλάγια «ανάδυση» εντός του αντι-ατομικιστικού στοιχείου −όσον αφορά στον ελλαδικό ποιητικό μας χώρο πάντοτε− φαίνεται να συμβαίνει στους εμφανισθέντες στα γράμματά μας τα τελευταία είκοσι χρόνια, ξεκινώντας ενδεικτικά από τον Βασίλη Αμανατίδη (γ. 1970) και τον Γιάννη Στίγκα (γ. 1977) και φτάνοντας στην Άννα Γρίβα (γ. 1985) και στον Κωνσταντίνο Παπαχαράλαμπο (γ. 1988). Και προτού λιθοβοληθώ και αφού παραπέμψω στα μελετήματα των Β. Λαμπρόπουλο για την «Αριστερή μελαγχολία» στην νεότερη ποίησή μας (βλ. περ. Θράκα, τχ. 8) και στον Γ. Δάλλα και στο «Ποίημα ως συμβάν (περ. Σημειώσεις, τχ. 82), εξηγούμαι. 
Αποφεύγοντας ένα διανοητικό name-dropping, αναμειγμένο όπως συνηθίζεται με τη λανθασμένη πίστη στην πρόοδο της «αισθητικής», αποδίδοντας τα «του Καίσαρος τω καίσαρι» και αξιώνοντας μια πρώτη, κατά τη θεώρησή μας, αποτίμηση ενός εν εξελίξει φαινομένου, στην εσωτερική του πλέξη, στη σχέση του με τον ιστορικό χρόνο και με τη διακριτή ποιητική του δυνατότητα «να συμβεί», θα σημειώσουμε πως οι εν λόγω ποιητές σέβονται, τρέφονται και συνδιαλέγονται −σε αντίθεση με άλλους− με τις κορυφές και τους πρώτους (κυριολεκτικά και μεταφορικά) του ελληνικού μοντερνισμού, ξεκινώντας από τη μεσοπολεμική κυρίως γενιά (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Εγγονόπουλο, Εμπειρίκο, Κάλας κ.λπ.) και την πρώτη μεταπολεμική γενιά (Σαχτούρη, Καρούζο, Αναγνωστάκη, Βαλαωρίτη, Κακναβάτο, Δάλλα κ.ά.) προς τη δεύτερη (Λεοντάρη, Τραϊνό, Ασλάνογλου, Χριστιανόπουλο κ.ά.)
Έτσι, οι νεότεροι ποιητές μας −όπως εξάλλου και οι ποιητές όλων των εποχών− με τη σειρά τους, είχαν και έχουν να αναμετρηθούν με ιδιάζουσες προκλήσεις, ξεκινώντας από τη δοσμένη και περιρρέουσα «παράδοση», στην ποικίλη και δυναμική πολιτισμική της έκφανση, για να φτάσουν στην τρέχουσα αρνητική οικονομικο-κοινωνική συγκυρία και την κατάρρευση της Ελλάδας εντός της ευρωζώνης, στα πλαίσια της αδυναμίας ή και της πολιτικής αμηχανίας της ηπείρου, προς τη συνέχιση ή και την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η οποία και καθιστά, την τρέχουσα αυτή ποιητική παραγωγή και πιο ενδιαφέρουσα και διακριτή, πέρα από ενδεικτική.
Με έργα αναστοχαστικά και με μια κριτική διάθεση λοιπόν απέναντι στην εποχή, και αμφισβητώντας τους «πατεράδες», συνάμα όμως ανακαλύπτοντας επαναληπτικά τους προγενέστερους προπάτορες, ο καθένας, δεδομένης της μερικότητας και της αποσπασματικότητάς του, κομίζει αθροιστικά, στα πλαίσια μιας ευρύτερης σύμπραξης και συν-λειτουργίας, μια πανοραμική εικόνα του παρόντος, όχι απλά θα λέγαμε της Ελλάδας και του νότου −μεσογειακού και όχι μόνο− αλλά ευρύτερα. 
Χωρίς μάλιστα ο πειραματισμός στην έκφραση να φτάνει στα άκρα, ή καλύτερα χωρίς να γίνεται η προτεραιότητα της ποιητικής των περισσότερων, η καταγγελτική οξύτητα παραδίδει μέσω του ποιητικού της μετασχηματισμού την σκυτάλη στην εύστροφη υπονόμευση, χτυπώντας όχι μόνο την καταναλωτική αποχαύνωση των προηγούμενων δεκαετιών και την «καπιταλιστική αδιαφορία και ισοπέδωση», αλλά και τις δοσμένες και αμετάβλητες ταυτότητες, αξιώνοντας και μια ευρύτερη και πιο αποτελεσματική διάχυση. Για να δώσουν, ο καθένας με τον διακριτό και αναγνωρίσιμο ποιητικό του τρόπο, χωρίς τυμπανοκρουσίες, διαδραστικά adagio, τα οποία λειτουργούν ως blues −αντί των ιεραρχικών, σχηματικά πάντοτε, κονσέρτων− σε ένα work και σε ένα identity on progress.  
Προτάσσοντας επίμονα τον σαρκαστικό τους στοχασμό και ανα-στοχασμό οι περισσότεροι, με την πλήρη συνείδηση της θνητότητάς τους διαρκώς παρούσα, αφήνουν χώρο στον θυμό, χωρίς να φωνασκούν, εντός της τέχνης τους, παραδειγματίζοντας και ακολουθώντας παραδειγματικά, ίσως ασυνείδητα, μια γραμμή που ξεκινά από τον Ευριπίδη για να φτάσει στον Ντοστογιέφσκι και τον Κάφκα, αντί άλλων γραμμών που ξεκινούν από τη Σαπφώ, το Σοφοκλή ή τον Αισχύλο, πάντοτε ενδεικτικά. Κι από εκεί είναι θα λέγαμε που ορμούν και αστράφτουν. 
Γράφει ενδεικτικά, «συνοψίζοντας», ο Γιάννης Στίγκας στην ποιητική −σύντομη− σύνθεση του Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο (2012):

Καλέ μου λόρδε Βύρωνα,
τσάμπα τη λούστηκες την έξοδο
τσάμπα την άναψες την έξοδο
ο πυρετός σου σήμερα
υπάρχει-δεν υπάρχει στα συγγράμματα
του ‘χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια
ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά
οχτώ μποφόρ Χριστός
κι ακόμα τόσα
Τότε – χαμένα μες στις καλαμιές
τώρα – χαμένα στα σκυλάδικα

Κι αντίστοιχα, σε ένα μεταφυσικό αυτή τη φορά πλαίσιο, κοιτώντας κατάματα τον θεό, στάση που συναντάμε ενδεικτικά και στον Μπετόβεν, κι από εκεί στον Σαίνμπεργκ, προσθέτει: 

μπορείς και ν’ απαγάγεις το Θεό
κι ούτε παζάρια
τίποτα
μονάχα να κοιτάζεστε
μοιράζοντας τον πανικό ισότιμα
τον πανικό στα δύο
(«Η επείγουσα αγιότητα του Ντύλαν Τόμας»)

Κι όμως ο ποιητής, κατεβαίνοντας επίμονα στην ιστορία, διαπιστώνει πως τόσο αυτός όσο και η χώρα του μένουν έξω από την ευρωπαϊκή τάξη –όπως κι ο Κάλβος παλαιότερα: «Ιδού της μουσοτρόφου / Ευρώπης τα υπερέχοντα / έθνη ακόμα προσμένουσιν, / ακόμα την φωνήν σου / επιθυμούσιν.»–, παλεύοντας με τη δύσκολη ύλη, ιστορική και σύγχρονη, που μας έλαχε. Λέει ενδεικτικά συμπυκνώνοντας: 

Η τραγωδία του τόπου μου
Αν εξαιρέσεις τους σεισμούς
όλοι οι υπόλοιποι –ισμοί
μας πούλησαν κατάμουτρα

για να προσθέσει: 

Είναι κι ο αέρας τσόγλανος
Κι ο χρόνος
Που μας πατάει και με τα τέσσερα
Γι’ αυτό κι οι ποιητές ανέκαθεν
−εδώ λείπει ένας στίχος με σφυριά−
να κάτι πρόκες
ίσα με το ένστικτο
όχι το γενετήσιο
μα ‘κείνο που ‘χουν τα πουλιά
μιλώ για το φτερούγισμα […]

Άρα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ο εν λόγω ποιητής –όπως και άλλοι (βλ. ενδεικτικά το Κλέφτικο του Γ. Πρεβεδουράκη)– είναι κάποιος που «αποφασίζει» –συνειδητά και ασυνείδητα– να καταγράψει μεταποιώντας σε ποίημα τον παλμό της ιστορικής στιγμής και περιόδου, η οποία συνηχεί μέσα από την προσωπική του θέαση και συναντά την πλούσια διακλαδισμένη μας ποιητική παράδοση, που στις τελευταίες, «προ Στίγκα» εκφάνσεις της, φορτίζεται επιπρόσθετα μες στην ορμή της, πέρα από τους Καρούζο και Μαστοράκη, από τον Λευτέρη Πούλιο (ιδίως των πρώτων βιβλίων), ξανα-συνδέοντας την ποίησή μας με τη γραμμή του Ουίτμαν, από όπου και περνάμε στον Γκίνσμπερκ και στους μπιτ. Μια γραμμή που πιάνει αλλιώς, σε μια πιο ποπ και παιγνιώδη εκδοχή ο Κ. Συλφιτζόγλου –ακολουθώντας τον Β. Στεριάδη της γενιάς του ’70 – και λιγότερο ο Δ. Πέτρου, με τον μετα-σαχτουρικό διακριτό και χαρακτηριστικό του τρόπο.
 Κι από εκεί είναι, θεωρούμε, που ο κάθε ποιητής πιάνει με τον τρόπο του την παράδοση και τη συνεχίζει. Ταυτόχρονα, κινούμενοι οι ποιητές στα πλαίσια των σύγχρονων αισθητικών και εκφραστικών τρόπων και αναζητήσεων και μετέχοντας και παρακολουθώντας διεθνή και όχι μόνο ποιητικά φεστιβάλ, αλλά και τη «θεωρία», κομίζουν μια ανανέωση, μια φρεσκάδα που έλειπε εδώ και κάποιο καιρό από τα γράμματά μας. Χρωματίζοντας περαιτέρω τη σάρωσή τους με τον πολύ ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο τρόπο απαγγελίας των ποιημάτων τους (βλ. Δ. Λεοντζάκο, Κ. Δεσποινιάδη, Δ. Κατιώνη, Δ. Ελευθεράκη, Α. Ψάλτη κ.ά.). 
Ας ακούσουμε όμως και πάλι τον Στίγκα: 

Αίμα που ‘χει το μέλλον μας
και πώς να το χορέψεις

όπως και: 

[…] Γιατί η ποίηση
–ψιτ, μεγάλε–
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν είν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
–ψιτ, μεγάλε–
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
–δε θα σ’ το κάνω πιο λιανά–
Αν το νοείς αυτό
έχει καλώς
αλλιώς
Ε ρε, Μαγιακόφσκι που σου χρειάζεται […]

Πρόκειται, πέρα από τον Στίγκα (βλ. και τους Μ. Παπαντωνόπουλο, Ζ.Αϊναλή) για μια ποίηση εν βρασμώ, μες στην αναστοχαστικότητά της, όχι δηλ. του αποστάγματος και της περισυλλογής (βλ. δηλαδή την ποίηση τύπου Σεφέρη), σίγουρα όχι για μια ποίηση της απομόνωσης και της άγονης εσωστρέφειας (της γραμμής Καρυωτάκη, που οδηγεί στον νεότερο Θωμά Ιωάννου), αλλά μια ποίηση κατεβασμένη στο δρόμο και στην ιστορία, στον «δρόμο προς το περίπτερο», του σύγχρονου αστικού μας τοπίου. Μια ποίηση που κινείται πέρα από τις γνωστές συνταγές της συντεχνίας, κομίζοντας κάτι καινούργιο, που στις καλύτερές της στιγμές κινεί άμεσα την ύπαρξη σαν κραδασμός, που συνάμα δροσίζει −τελετουργώντας αστικά, εκεί που η εκκλησιά είναι ο ίδιος ο δρόμος και η γειτονιά− βγάζοντας ακαριαία έναν «σκοπό» που ξεπηδά αυτόματα ως «τραγούδι». Με δομική μονάδα επίμονα τον στίχο. 
Έτσι ενεργοποιείται λοιπόν αλλιώς το κινητήριο νεύρο της γλώσσας, το οποίο παραμένοντας συντονισμένο με τον παλμό της εποχής γκρεμίζει την τρέχουσα κατεστημένη «συντεχνιακή» πρακτική και μας επανα-εντάσσει στα «γνήσια» ποιητικά ρεύματα των προηγούμενών μας ποιητών, ξεκινώντας και πιάνοντας από την αρχή τον ποταμό και τους παραπόταμους. Ας το επαναλάβουμε αλλιώς και πιο αναλυτικά −πάντοτε ενδεικτικά− και εδώ. Από τη μία λοιπόν των Κάλβου, Καρούζου, Σινόπουλου, και εν μέρει της Μαστοράκη, και από την άλλη τη γραμμή των δημοτικών τραγουδιών, του Παλαμά, του Σικελιανού, αλλά και του Βάρναλη, κατορθώνοντας κάτι νέο, αλλά και «επικαιροποιημένο», πατώντας ταυτόχρονα σε διεθνείς κομβικές ποιητικές στιγμές, εντός του ευρύτερου μοντερνισμού, όπως αυτές του Ντύλαν Τόμας, του Πάουλ Τσέλαν και του Χανς Μάγκνους Έντσενζμπέργκερ, ενδεικτικά (βλ. Στίγκα, Πρεβεδουράκη, Χαλκιαδάκη, Σιώζου, κ.ά).
Έτσι, ενώ ο Παλαμάς ενδεικτικά προσπαθεί να προπορευτεί της εποχής του και προτρέχει παίρνοντας θέση, λειτουργώντας ως δημοτικοφανής και ως αισθηματίας που αποβλέπει στον τίτλο του «εθνικού ποιητή» και τσακίζεται τελικά παρασυρμένος πάνω στον τοίχο και στα ερείπια της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Στίγκας, ως ο πρώτος και ο πλέον χαρακτηριστικός αυτής της γενιάς, στη νέα ιστορική μας εν εξελίξει κατάρρευση, στην ελεγχόμενη και διαρκή μας χρεωκοπία εντός της ευρωζώνης, απορροφά τους κραδασμούς των μίνι εκρήξεων, καταγράφοντας τα τρεμοπαίζοντα τζάμια των αστικών βιτρινών και τον παλμό, αλλά και την ασφυξία του όλου μας αδιεξόδου. Στον βρασμό των γεγονότων και λίγο πριν τον κοχλασμό, κατορθώνει να ανεβάσει στους οφθαλμούς μας την προσωπική του εκδοχή μεταποιημένη πάντοτε σε τέχνη. Διαβάζουμε μάλιστα στίχους του σε τοίχους της Αθήνας σε γκράφιτι: «Τη φωνή μου ρε κι ας μην έχω να φάω». Πρόκειται για τις κεντρικές θα λέγαμε αρτηρίες ενός ευρύτερου γεγονότος, που υπερβαίνει την περιφερειακή μας οικονομία, δημοκρατία και κοινωνία, και μουδιάζει εδώ και καιρό τα κέντρα των Βρυξελλών, του Παρισιού και του Βερολίνου. Μεταθέτοντας την κατάρρευση ή έστω τα υποστυλώματα. 
Αν, για να συνεχίσουμε, στον Σικελιανό έχουμε την «μυθοποιία του ακομμάτιαστου εφηβικού σώματος» και τη «γλώσσα ενός δυναμικού λαϊκισμού» και στον Σεφέρη την «μυθιστορία του κομματιασμένου αγάλματος» και την «γλώσσα μιας παθητικής θυμοσοφίας» (βλ. Δάλλα), στην περίπτωση των νέων μας ποιητών, έχουμε −πέρα από την προαναφερθείσα αναστοχαστικότητα και τη γλωσσοκεντρική συχνά ανάδυση του ποιήματος που επίσης πρέπει να προσεχθεί− ανοιχτεί μέσω της ρευστότητας των ταυτοτήτων στην πολλαπλότητα των εκδοχών του ίδιου υπό εξελίξει «αγάλματος» που αυτο-παρατηρείται στην κίνηση και στον συν-σχηματισμό του, σε μια κοινή συμπόρευση, όπως και στο «ποίημα ως συμβάν» εντός της «αριστερής», κατά τον Μπένγιαμιν και κατά τον Λαμπρόπουλο, «μελαγχολίας». Εκεί όπου ενώ προεξοφλείται το μάταιο και το αδύνατο της επανάστασης, ταυτόχρονα οι ποιητές δεν παραιτούνται από αυτή. Εξ ου και ο τίτλος μας και η μπρεχτική, θα λέγαμε, πανουργία. 
Γράφει μάλιστα ο Δάλλας ενδεικτικά για το «ποίημα ως συμβάν»: «[…] η νέα τάση είναι πως στο ποίημα υπόκειται μία νεωτερικότητα  ε μ π ρ ά γ μ α τ η.  Όχι με την έννοια του πρώτου γαλλικού υπερρεαλισμού, που πρέσβευε πως το ποίημα γεννάται αυτομάτως, είναι επομένως ένα εξαπίνης γεγονός της έμπνευσης· έννοια όμως που το ταύτιζε με την αυτόματη γραφή. Ούτε με την έννοια του Ρωσικού φορμαλισμού, λεξικολογικά ως ύφους. Αλλά ενσυνείδητα το ποίημα ως συμβάν και συγχρόνως το συμβάν ως σημασία και ως φόρμα. Με την ιδεολογία του και τη συνεύρεση της γλώσσας με τα πράγματα εν στύσει». Με το κατά τον Μπαντιού «συμβάν» −ως σημασία και ως φόρμα εδώ, ακολουθώντας τον Δάλλα− να είναι αυτό που πρωτίστως μας ενδιαφέρει και το οποίο αναζητούμε στη νεότερή μας ποίηση. 
Μια τέτοια εκδοχή του «ρευστού αγάλματος», «εν στύσει;», είναι και αυτή του επιχρωματισμένου κέρινου ομοιώματος που ζωντανεύει. Εντός και εκτός του «συμβάντος». Ή και το ίδιο ως συμβάν. Όπως συναντάται ενδεικτικά στον Βασίλη Αμανατίδη. 
Ο Β. Αμανατίδης (γ. 1970) έχοντας αποσπάσει από την πρώτη εμφάνισή του θετική κριτική από τον Δ. Μαρωνίτη και ένα γερό χτύπημα στην πλάτη από τον ποιητή Μ. Σαχτούρη, ο οποίος και «πιστοποιεί» πως «ασφαλώς και είναι ποιητής», , συζητείται εκτενώς για ένα κριτικό του κείμενο που αναφέρεται  στη «Γενιά του ‘90», η οποία δεν ευδοκίμησε ως όρος τελικά (βλ. και την επιστολή του Τόλη Νικηφόρου στο περ. Μανδραγόρας, όπου ξεχωρίζει ο Γιώργος Λίλλης).
Χαρακτηριστικά, για να δώσουμε το στίγμα του εν λόγω ποιητή, στο έκτο ποιητικό του βιβλίο 7: ποίηση για Video Games (2011) συνεχίζει και πάει ως στα άκρα τη μορφολογική ανάπτυξη. Πρόκειται για μια performance στην τυπογραφία, για ένα βιβλίο artifact. Σε τέτοιο σημείο που το ίδιο το βιβλίο εμφανίζεται ως ποίημα. Ο ποιητής παίζοντας επιθετικά με την ασυνέχεια, το αίνιγμα και τις ανοίκειες συγκολλήσεις, φανερώνει ένα βιβλίο το οποίο μαζί με τον δημιουργό του επιθυμεί να γίνει μια «λευκή μικρή κιβωτός»: ένα συμπύκνωμα του ποιητή μέσα από μια «άσπρη τρύπα», που θέλει να ξαναγεννήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Αποτυγχάνοντας, εύλογα, επαναληπτικά. Έτσι, περνάμε ξεκάθαρα σε άλλες περιοχές, όπου χωρίς γεννήτορες ο δημιουργός, ως κάτι το αφηρημένο και απροσδιόριστο, λειτουργεί ως αφηρημένο πράγμα μαζί με το ίδιο του το βιβλίο, για να σκορπιστεί μετεωριζόμενος. Πρόκειται για μια νέα στάση και ίσως για μια νέα συναίρεση στα γράμματά μας. 
Επίσης, στο μ-otherpoem: μόνο λόγος (2014) του Αμανατίδη συναντούμε μια φαινομενική μετατόπιση της οπτικής του γωνίας. Πρόκειται για ένα βιβλίο βατό και αυτο-αποκαλυπτικό. Μια άσκηση στην αλήθεια χωρίς σύμβολα και φιοριτούρες. Μια ενδιαφέρουσα νέα τοποθέτηση-πρόσχωση στο πραγματικό και στο ποιητικό μας σώμα, καθότι είναι φανερό από την έως τώρα πορεία του πως ο ποιητής αγαπά τις φιοριτούρες, που λειτουργούν ως οι μάσκες του και ως τα σύνεργα της μεταμφίεσής του. Έτσι, σκοτώνοντας τους «στολισμούς» και τις «προεκτάσεις» του, σκοτώνει και την ίδια του την μητέρα με τρόπο βέβαια αγαπητικό, ώστε να προετοιμαστεί για τον μελλοντικό της θάνατο και να τον αντέξει. Στόχος: μια ελευθερία. Διαβάζουμε ενδεικτικά στο ποίημα «[η μητέρα αφοδεύει-η σταύρωση της μητέρας]»: 

Η μητέρα, παλιά, τα δύο αγόρια της τα έκανε με καισαρική.
Μια κάθετη τομή, μια οριζόντια.
Όταν θυμώνει μαζί τους πολύ, δείχνει κατά κει.
Τότε αποφασίζει να μιλήσει.
Με έχετε σταυρώσει, λέει. Δείτε

Αξίζει να υπογραμμιστεί πως έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση δραματικής και διανοητικής προθέσεως και κατευθύνσεως, όπου η ιδιότητα του ποιητή ως εικαστικού επιμελητή, ιστορικού της τέχνης και ως μεταφραστή, φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση του ποιητικού του σώματος στην εξέλιξή του, όσο και στη διάχυσή του. Ο ποιητής-performer, εντός της επιτελεστικότητας της ποίησής του, φαίνεται να σκηνοθετεί τον εαυτό του και σταδιακά να μετατρέπει τον αρχικό μονόλογο σε διάλογο με τον θεατή-αποδέκτη, απαιτώντας και συχνά κατορθώνοντας την ενσωμάτωση του θεατή στις δράσεις του (βλ. και την Κ. Ηλιοπούλου, Φ. Γιαννίση, Γ. Μπούκοβα, που ακολουθούν εν μέρει αντίστοιχες πρακτικές. Η Μπούκοβα μάλιστα με πιο αφαιρετικό τρόπο). Έτσι ο αποδέκτης καλείται συχνά να γίνει συνεργός στη διαδικασία της δημιουργίας του ποιήματος και κατά κάποιον τρόπο καθίσταται ορισμένες φορές πρωταγωνιστής.
Ενώ η λογοτεχνία στην περίπτωση του θεατρικού συγγραφέα, πεζογράφου και ποιητή Θανάση Τριαρίδη (γ. 1970) φαίνεται να υπάρχει και να λειτουργεί ως πολιτικά στρατευμένη λογοτεχνία  –άσχετα αν εμφανίζεται ως σωματοκεντρική και ανθρωπιστική– το σώμα στον Αμανατίδη κατορθώνει να πάρει μια καινούργια, στα γράμματά μας τουλάχιστον, διάσταση και υπόσταση. Αυτή του τελετουργικού υποκειμένου που ισορροπεί –φέροντας το μυαλό μέσα στο κεφάλι, άρα ως σώμα– ανάμεσα στο κείμενο και το ίδιο το πρόσωπο του ποιητή (βλ. και τον Αλ. Μάινα εδώ). Ένα υποκείμενο που ισορροπώντας αγωνίζεται να διατηρηθεί –ως μια εκδοχή ενός συλλογικού «φωτός-πράγματος» στο παρόν–, που αναδύεται αυτόφωτο, τόσο ως τόπος όσο και ως μια ζαριά-έργο που ρίχνεται στο μέλλον, αλλά ταυτόχρονα συν-διαμορφώνεται ετερόφωτο, σίγουρα στο κάλεσμα του αναγνώστη, φέροντας τόσο το συσσωρευμένο φορτίο-ανάμνηση της σωματικής περατότητας-φθαρτότητάς του, όσο και παραμένοντας εγκιβωτισμένο ως δείγμα στο παρελθόν που «πλέον» (δηλ. τότε, θα-) αγνοείται. Αδιάκοπα απομακρύνεται ο ποιητής-έργο, αποκολλημένος και πλέον ως ψήγμα, στο εξαπλωνόμενο συλλογικό, κειμενικό και πολιτισμικό μας σώμα, γνωρίζοντας πως η ανάδυση του στον τόπο του υποκειμένου και η ταύτισή του με το ποίημα-πράγμα είναι η μόνη δυνατή, έστω προσωρινή, αγκίστρωση −αλλά και απαγκίστρωσή του− στο πραγματικό.  
Ως άλλος Πέτερ Χάντκε εξοπλίζει στην αφετηρία του το αφηγούμενο υποκείμενο με αυτοβιογραφικά στοιχεία (βλ. και τους Α. Αφεντουλίδου, Σ. Μήτα, Σ. Αραβανή), κινείται και εκφέρει εκ των πραγμάτων τον λόγο του ενδο-υποκειμενικά –στην κατάκτηση της ανοικείωσης με τον εαυτό και με το σώμα ως υποκείμενο που κινείται, χειρονομεί και ομιλεί– και τελικά μετέχει σε ένα γλωσσικό, δια-κειμενικό και υπερ-κειμενικό  παίγνιο, πατώντας και μετέχοντας στα πράγματα, τόσο ως πράγμα, όσο και ως σώμα, αλλά και ως «άλλος» (βλ. ενδεικτικά τη σκλήθρα του ξύλινου σταυρού σε μια από τις καλύτερες, κατά τη θεώρησή μας, στιγμές του m_other poem και του ποιητή). Έτσι ενώ αφαιρεί το δομικό και το περιεχομενικό του προσωπείο, ξεγυμνώνεται ταυτιζόμενος με τον ρευστό, αλλά υπαρκτό, άλλον-σώμα, και πονώντας και συμπονώντας ρευστά και μετατοπιζόμενος, αλλάζει ρόλους και θέσεις, κατορθώνοντας αυτό που μονίμως φαντάζει δύσκολο, δηλ. να μιλά για τον άνθρωπο-σώμα, όχι απλά χωρίς να γενικεύει και να «ιδεολογεί», φανταζόμενος και προβάλλοντας διάφορα, αλλά προχωρώντας μπροστά την ίδια την τέχνη, –γιατί όχι; από μια οπτική γωνία– την ίδια τη σκέψη, αλλά και ταυτόχρονα μετέχοντας στη δυναμική της «εποχής» από καλλιτεχνική σκοπιά. Μάλιστα η πειστικότητα αυτής της εκδοχής-στάσης του έγκειται μέσα στην αμφισημία της επιλεγμένης από μέρους μας λέξης («πειστικός») ως μια εκδοχή του «αποδομητικού» χαρακτήρα αυτής της προβληματικής και όχι απλά ως εφαρμογή των στρουκτουραλιστικών και μετα-στρουκτουραλιστών αντιλήψεων, αλλά ως η απότομη συνέχιση-άλμα τους, καθώς ενώ φαίνεται να αναιρεί τις εν λόγω θεάσεις, ταυτόχρονα τις συμπληρώνει ισορροπώντας ανάμεσα στο κείμενο και το σώμα-οπτική του. 
Έτσι σχηματικά θα λέγαμε πως ο ποιητής μετεωριζόμενος καταλήγει να είναι ο πιο πτηνός από τους καθηλωμένος μας ποιητές,  που κεντρομόλα στροβιλίζεται καθώς βουλιάζει με τη «μικρή λευκή του κιβωτό». Ένας ποιητής που φαίνεται πως δεν θα πεθάνει μετεωριζόμενος, αλλά απεναντίας θα παραμείνει σταυρωμένος στον ίδιο του τον σταυρό, δηλ. στο σώμα-έργο του. Κάτι που γίνεται διακριτό και στην εναλλαγή-ενσυναίσθησή του στο ρόλο του παιδιού-μάνας και του κειμένου-ποιητή αντίστοιχα, όπου το κείμενο λειτουργεί ως παιδί και ο ποιητής ως μάνα.

Οι «νεότεροι» ποιητές μας λοιπόν αντί να καταφύγουν στο άλλοθι του αρχαίου μεγαλείου, στη ρίμα που νεο-συντηρητικά ξανατονίζει την παλιά μουσική και αναπαλαιώνει τα περασμένα με βερνίκι (ίσως νεο-φιλελευθερίζοντας), ή άλλού, σε επιλογές ίσως που γυαλίζουν μεταμοντέρνα, υπογραμμίζουν με την ποίηση και την όλη τους στάση πως στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση −δηλώνοντας την αγάπη τους για τους προγενέστερους− και μιλούν για μια παράδοση που έχουν πραγματικά χωνεύσει, αντιλαμβανόμενοι τον εαυτό τους ως μέρος μιας συνέχειας-ασυνέχειας κι ενός πράγματος σαφώς μεγαλύτερου. Έτσι οι εν λόγω και όχι μόνο ποιητές (βλ. και Δούκα, Κλιγκάτση, Ψαρά, Καλλέργη, Παναγιώτου, Αθηνάκη κ.ά.) όχι απλά «έχουν κατακτήσει προσωπική και αναγνωρίσιμη φωνή αφομοιώνοντας γόνιμα τις πολλαπλές τους επιδράσεις», αλλά μας μετατοπίζουν στον τόπο του αναγνώστη, στον τυχαίο άλλον, τον περαστικό που συναντάμε στον δρόμο ή στο σπίτι και τον κοιτάμε στα μάτια, ως ίσο προς ίσο, μετατοπίζοντας έτσι το κέντρο βάρους του όλου διακυβεύματος και «δράματος». Με τους ποιητές τελικά να γίνονται φορείς μιας νοοτροπίας και μιας ιδιοσυγκρασίας που ο αναγνώστης δεν δυσκολεύεται να τις αναγνωρίσει, γεγονός που δίνει μια άλλη, ελαφρύτερη και ευάερη, ή και φωτεινότερη θα λέγαμε, αίσθηση του όλου πράγματος. 
Ταυτόχρονα, είναι επίσης εμφανές, οι ποιητές στη σχέση τους με τον ομότεχνό τους, μεμονωμένα αλλά και από κοινού, θεωρούν πως είναι μη αποδεκτό να απαρνηθεί κανείς την ποιητική παράδοση του τόπου του (η οποία σαφώς ενδυναμώνεται από τη διεθνή πρακτική) και την έκφανση της ποίησης στον εδώ χωροχρόνο μας. Δυναμώνουν λοιπόν όλοι από κοινού ως κυπαρίσσια, σε αντίθεση, με την κοινή ομολογία για την δεύτερη μεταπολεμική γενιά και τη γενιά κυρίως του ’70, όπου κινήθηκαν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, ως μονάδες με προσχηματικές συχνά λυκοφιλίες. Κομίζοντας έτσι κι ένα άλλο «ήθος».   
Συνεπώς, οι νεότεροι αξιοποιώντας την «παράδοση», με τα φορτία και την ψυχική τους προδιάθεση ο καθένας χωριστά, και τις διακυμάνσεις των συγκινήσεων τους, παίζοντας και αλλάζοντας τα θέματα και τη μορφή και διαφοροποιώντας εύλογα το ύφος, όπως και τα σχήματα του λόγου τους, κατορθώνουν μεταβαλλόμενοι ομαλά σε μια συνέχεια, από τη μια στην επόμενη συλλογή, να κατακτήσουν ήδη μια θέση στα γράμματά μας. Με το αναγνωρίσιμο και φανερό ποιητικό τους θα λέγαμε εκτόπισμα. 
Τέλος, η ακατάληπτη σε άλλους αποκέντρωση του βασικού νοήματος, η οποία σε αρκετούς ποιητές, παλαιότερα αλλά και τώρα, γίνεται πρόθεση, στην περίπτωση των προαναφερθέντων δεν ισχύει. Ο κάθε ποιητής φαίνεται να παίρνει αποστάσεις τόσο από το «ποίημα είμαι και εγώ εδώ, προσέξτε με», όσο και από το «ποίημα πλέγμα», το «ποίημα συναίσθημα-αίσθημα», αλλά και από το «ποίημα μνημείο», και −γιατί όχι;− από το «ποίημα ξέπλυμα-ποίημα ομολογία» και σαφώς από το «εθνικό ποίημα». Τείνοντας προς το «ποίημα συμβάν» και το «αριστερά μελαγχολικό ποίημα», ως το ποίημα δηλ. «κήρυγμα» και το ποίημα «συνομιλία», εξομολογητικά και μαζί ορμητικά καταθέτουν την πρωτότυπη φωνή τους την οποία και οφείλουμε να παρακολουθήσουμε έως τέλους.
Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά σημειώνοντας πως αν άλλοι κατεβαίνουν στα ποιήματα ρητορικά από τη θεωρία και άλλοι ανεβαίνουν νοητικά από την καθημερινή εμπειρία (βέβαια όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, επομένως οι αφετηρίες και οι προθέσεις δεν παίζουν ουσιαστικό ρόλο) οι εν λόγω ποιητές (να προσθέσουμε εδώ και τους Κορνέτη, Αλισάνογλου, Ρακόπουλο, Πολενάκη, Ρούβαλη, Ζηλάκο, Γκίτση, Γώγο, Κυρίτση, κ.ά.) ανήκουν σε αυτούς που έχουν ως αφετηρία το βίωμα, την πλέον δηλ. αυθεντική μορφή εκκινήσεως, που λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο ως προτέρημα. Ένα βίωμα που ριζώνει στο υπέδαφος του κάθε ποιητή και από το οποίο αντλεί δημιουργικά, βρίσκοντας μια «έτοιμη» ύλη που συντίθεται και ζυμώνεται μέσα του και μπροστά του, θυμίζοντας εδώ και τον τρόπο εργασίας του Τζον Άσμπερυ. Εκεί όπου η ποιητική του όραση συναντά το προλογικό και το βιολογικό σάρωμα του κόσμου και το συναιρεί με την ποιητική παράδοση «ακολουθώντας» τη φορά του ρεύματος. 
Τρυφεροί με τον τρόπο τους, μες στον θυμό, τη μελαγχολία και τον σαρκασμό τους λοιπόν,  απέναντι στον πόνο, τον τρόπο και τα καμώματα των συμπολιτών και των συγκαιρινών τους, με λόγο κυματιστό, στέρεο ή παλλόμενο, κάποτε μονοκόμματα επαναλαμβανόμενο, μες στα σπασίματα, τις καταβυθίσεις και τα άλματά του, με εναλλαγές του φιλικού τόνου προς μια κάποιου τύπου ηρωική ή ημι-ηρωική έξαρση, με μια προφορικότητα που επίσης προσθέτει δίνοντας νεύρο, ξεσπούν άμεσα καλώντας μας προς μια εν γένει μετατόπιση. Βάζοντας ή και καλώντας μας επιπρόσθετη προς τη θέση τους. Με τον δροσερό και κοφτό τους λόγο να γίνεται, τελικά, ο φορέας μιας ανανέωσης. 

Ο ομόσταβλος ποιητής
Πέτρος Γκολίτσης
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2017



1η δημοσίευση, Έντυπη θράκα, τεύχος 8



ΟΙ ΚΗΠΟΙ

Την ήξερα εδώ και λίγα χρόνια. Ήξερα το σπίτι της στην άκρη της πόλης, ήξερα τον κήπο της ,όμορφο και πλούσιο σε κάθε εποχή. ’Ήξερα τον τρόπο που περπατούσε, γρήγορη σαν ελαφίνα παρά την ηλικία της, κόντευε τα εβδομήντα. Άκουγα τα τραγούδια της όταν φρόντιζε τον κήπο της. Όχι τους στίχους, τις μελωδίες. Ένιωθα αυτήν την διεγερτική χαρά που σκορπούσε στο πέρασμά της λίγο αν τύχαινε να την συναντήσεις έστω τυχαία. Λίγο αν σε κοίταζε μ’ εκείνα τα γελαστά μάτια της.
Και σήμερα ήταν εκεί στην τράπεζα των παραδοσιακών σπόρων στο νησί ,όταν παίρνοντας τα σακουλάκια για τον καινούργιο ανοιξιάτικο κήπο είπε μ’ έναν τρόπο απαράμιλλης χάρης κοιτάζοντας όλους εμάς:
-Θα σας χαιρετήσω παραφράζοντας δύο στίχους. Έχετε το νου σας στους κήπους, γιατί αν σωθούν οι κήποι υπάρχει ελπίδα.
Ένας παιδικός ενθουσιασμός μας κυρίεψε και φωνάζαμε ευτυχισμένοι αυτούς τους στίχους και κάποιοι είπαν: Αυτό πρέπει να είναι το σύνθημα της ομάδας μας κι εκείνη χωρίς κανείς να το αντιληφτεί είχε φύγει.
Τότε ήταν που με κυρίεψε ένας κακός θυμός. Θύμωσα μαζί της γιατί ήταν τόσο φωτεινή ύπαρξη, θύμωσα γιατί μπορούσε να ενθουσιάζει τον κόσμο, γιατί ξέραμε γι’ αυτήν μόνο αυτά που η ίδια ήθελε να ξέρουμε. Θύμωσα για την δύναμή της γιατί εγώ αυτόν τον καιρό ήμουν παραδομένη στις θλίψεις μου, στις ήττες μου.
Προχθές είδα στην Κακή Βίγλα ανθισμένες αμυγδαλιές και ξαφνιάστηκα.
-Τι έγινε; Είπα. Πέρασε ο χειμώνας;
Κι ένιωσα πως τον έχασα αυτόν τον χειμώνα, δεν τον έζησα γιατί περίμενα…Ναι περίμενα όχι τίποτα σπουδαίο, περίμενα το τέλος μιας οικονομικής εκκρεμότητας. Έχασα τον χειμώνα για αναγκαία αλλά ταπεινή προσμονή.
Ήμουν παραδομένη στην θλίψη μου για τον θάνατο ενός φίλου που ήθελε να περπατήσει καινούργιους δρόμους αλλά ξέχασε πως οι ύαινες προτιμούν πάντα το αίμα.
Έτρεξα ξοπίσω της. Σε λίγο περπατούσα δίπλα της.
-Πες μου πού ζούσες πριν έρθεις εδώ; Πού είναι οι δικοί σου; Δεν θα σε παρακαλέσω, αλλά θα επιμείνω τόσο πολύ που δεν θα μπορέσεις να μην μου πεις. Θέλω να μάθω τι αρνήθηκες στην ζωή σου; Θέλω να μάθω πως έφτασες να ζεις έτσι όπως ζεις;.
-Τι αρνήθηκα στην ζωή μου ε; είπε και γέλασε χαρούμενα.
Κι ύστερα εγώ βρέθηκα φαρδιά πλατιά πεσμένη στον δρόμο.. Όχι δεν αμφέβαλλα. Μου είχε βάλει τρικλοποδιά και πριν μ’ αφήσει έτσι πεσμένη μου είπε:
-Αρνήθηκα τους επίμονους κριτές μου, προσπέρασα και προσπερνώ τους περίεργους που πιστεύουν πως μπορούν να με αναγκάσουν να απολογηθώ απαντώντας στις ερωτήσεις τους. Είμαι αυτό που νιώθεις όταν με βλέπεις , όταν ακούς τα τραγούδια μου. Αυτό είναι αρκετό. Τι τα θέλεις όλα τα άλλα;
Δρασκέλισε με χάρη το πεσμένο μου σώμα κι έφυγε με τρόπο χορευτικό. Την άκουγα που έλεγε πάλι.
- Έχετε τον νου σας στους κήπους
γιατί αν σωθούν οι κήποι υπάρχει ελπίδα…



Οι νεκρές φύσεις του πατέρα



Πλήθος οι νεκρές φύσεις στο σαλόνι
απ’ του πατέρα τον χρωστήρα

Μα κοιτάτε
πόσο ζωντανό τον δείχνουν!

Και πώς κάθιδρος
καταπίνει μνήμης χρώμα
για να βγει απ’ τα γκρι μου



Τότε


Τότε ο παραμυθάς ξεκλείδωσε τον μύθο
Και άρχισε τις εκταφές

Γιατί οι παραμυθάδες
με κτερίσματα απωθήσεων ζουν
διαιωνίσεις του ‘επί πτωμάτων’
κι όλους τους βολικούς τρόπους
εναπόθεσης των ενοχών

Έτσι επιβιώνουν
τούτοι οι λόγιοι της ευγενούς τυμβωρυχίας
Κι αφήνοντας τον κόσμο τους ξεχνούν
ή κάνουν πως ξεχνούν
τον μύθο ακάλυπτο

έτσι και εμείς
οι όψιμοι των μελλόντων σκαπανείς
βρίσκουμε το γήρας μας
έως οστούν συλημένο.









Στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος κυκλικής διαμονής "Το καταφύγιο του Οδυσσέα", το λογοτεχνικό περιοδικό Θράκα σε συνεργασία με την αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών του δήμου Λαρισαίων διοργανώνουν την εκδήλωση "Η λογοτεχνία στη Λάρισα χτες και σήμερα. "

Ομιλητές: 

Θάνος Γώγος, ποιητής, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού θράκα
Κώστας Λάνταβος, ποιητής, μεταφραστής
Θωμάς Ψύρρας, συγγραφέας, φιλόλογος 



Η εκδήλωση θα ξεκινήσει με τον Θωμά Ψύρρα. Θέμα της ομιλίας του Θωμά Ψύρρα θα είναι η λογοτεχνία της Λάρισας από το 1800 μέχρι το 1974. Θα παρουσιαστούν οι Τούρκοι Λαρισαίοι ποιητές του 19ου αιώνα, οι Έλληνες Λαρισαίοι που εντάσσονται στο κλίμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και στη συνέχεια θα παρουσιαστούν οι πνευματικές προσπάθειες των Λαρισαίων την εποχή της προσάρτησης (1881) και οι κινήσεις που γίνονται σ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα έως το 1974 και αφορούν πρόσωπα, έργα, περιοδικά και γενικά στοιχεία της πορείας που διαμορφώνουν σταδιακά το πνευματικό πρόσωπο της πόλης.

Στη συνέχεια ο ποιητής Κώστας Λάνταβος θα μας μιλήσει για το ξεκίνημα του λογοτεχνικού περιοδικού γραφή (1989), την πορεία του αλλά και το τέλος αυτού του σημαντικού πολιτιστικού κεφαλαίου για την πόλη μας.

Τέλος ο Θάνος Γώγος, θα παρουσιάσει περιεκτικά το έργο και τις δράσεις της θράκας, τους στόχους της για το άμεσο μέλλον καθώς και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα κυκλικών λογοτεχνικών διαμονών "Το καταφύγιο του Οδυσσέα" (Ulysses Project, Λάρισα Λουμπιάνα, Μιλιέτ)

υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας.

εκδόσεις Γκοβόστη


1. Είδωλα
Τρέμει η αντανάκλαση στην επιφάνεια της πισίνας, τρέμει η είσοδος, τρέμει το σπίτι. Xτυπά το φως στα βλέφαρα που κλείνουν. Τα κουδούνια του περαστικού ψαρά φωνάζουν τον ερχομό του επόμενου θύματος. Τα ψάρια σαστισμένα από τη λάμψη σού στέλνουν φιλιά και σε καλούν να πέσεις από τη γέφυρα. Αστέρια πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο. Βουτούν από τον ουρανό ένοχα πύρινα σώματα, σε βυθίζουν μέσα στην πέτρα, στη σκοτεινιά της θάλασσας, στο πείσμα του αυτόχειρα. Τρέμει η ουρά που ούρλιαξε δίπλα μου. Ακούω τη φωνή της να τρυπώνει μέσα στο ξένο σπίτι, να παρασύρει τα ονόματα στο κουδούνι, το ρόπτρο, την πόρτα, τα πάνω δωμάτια που αγκαλιάζουν τις περικοκλάδες με την πυκνή σκιά, καλωσορίζοντας τους επισκέπτες. Η σημερινή καλεσμένη ήρθε για να σβήσει τα φώτα.



9. Εγκλήματα πρώιμης τέχνης
Βγήκε ο σκύλος όπως κάθε μέρα από το πορτάκι του και όταν αυτό σταμάτησε να κινείται, ο αυτόματος μηχανισμός ανέβασε τα ρολά του σπιτιού. Εκείνη προσπαθούσε να ανοίξει το γλυκό σταφύλι της μαμάς. Έβαλε δυο κουταλιές, μετέφερε τον δίσκο με τον καφέ, το φρέσκο-φρυγανισμένο ψωμί, το βούτυρο, το μαχαίρι και το γλυκό στο κρεβάτι της. Άλειψε το βούτυρο στο ψωμί και κάρφωσε το μαχαίρι με τα δυο της χέρια στο μαξιλάρι του συντρόφου της. Ο σκύλος είχε γυρίσει σπίτι και έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Της έφερε το παιχνίδι του και αυτή του το πέταξε από το παράθυρο. Ύστερα, έφαγε μια κουταλιά γλυκό, ήπιε μια γουλιά καφέ και πήρε στο τηλέφωνο την αστρολόγο, την κολλητή, τη δικηγόρο, τη μητέρα, τον γυναικολόγο της, την ανία και τις ενοχές της^ όπως κάθε μέρα.




20. Παιδί στο γόνατο
Στα δεκατέσσερά της, μια μετωπική με τον άντρα της ζωής της τής χάρισε ένα υπέροχο μωρό και ένα μηχανάκι της στέρησε το γόνατο. Τα τραύματα από τα δυο ατυχήματα ήταν τόσο σφοδρά που, φορές φορές, τα μπέρδευε. Μια άλλαζε πάνα το μωρό και μια γάζα το γόνατο. Μια φώναζε γιατρό για το μωρό και μια για το γόνατο. Όταν τα άφηνε μόνα τους, το μωρό της έτρωγε το γόνατο. Δεν είχε καταλάβει τίποτα. Λες και το έκανε επίτηδες και άφηνε το μοναχοπαίδι της να τρώει σάρκα για να μεγαλώνει εις βάρος της πληγής στο γόνατο, στο πόδι που σταμάτησε να θρέφει και με τον καιρό άρχισε να ατροφεί. Ούτε η ίδια ξέρει πώς τα κατάφερε να φοράει ένα γυναικείο παπούτσι στο ένα πόδι και ένα παιδικό στο άλλο. Το μωρό μεγάλωσε, έγινε άντρας. Συνέχισε να τρώει από τις πληγές της γυναίκας του, των παιδιών του, των φίλων, των γνωστών του και σταματημό δεν είχε. Ένα πρωί, πέρασε να δει το γόνατό της. Έφαγε ένα παιδικό παπούτσι στα μούτρα και δεν ξαναείδε ούτε μάνα ούτε αδερφή.





Στα πλαίσια του  Creative Europe της Ευρωπαϊκής Ένωσης,το λογοτεχνικό περιοδικό θράκα σε συνεργασία με   Την  Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών του Δήμου Λαρισαίων και υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, φέρνουν στη Λάρισα το μακράς διάρκειας λογοτεχνικό project κυκλικών διαμονών "Το καταφύγιο του Οδυσσέα"
 ( Ulysses Shelter, Λάρισα Λουμπιάνα Μιλιέτ, Δεκέμβρης 2018- Σεπτέμβρης 2019)

12 νέοι λογοτέχνες από Ελλάδα Κροατία και Σλοβενία θα φιλοξενηθούν άπό  τρεις βδομάδες ο καθένας στην πόλη μας και θα συμμετάσχουν σε μια σειρά από εκδηλώσεις, ποιητικές βραδιές, λογοτεχνικά φεστιβάλ καθώς και κοινωνικές δράσεις.
Το πρόγραμμα το Καταφύγιο του Οδυσσέα θα παρουσιαστεί από τον ποιητή και εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Θράκα,Θάνο Γώγο στην εκδήλωση " Η λογοτεχνία στη Λάρισα, χτες και σήμερα" 4 Δεκεμβρίου και ώρα 8 και 30 στο αμφιθέατρο του Μύλου.

Τι είναι το Καταφύγιο του Οδυσσέα:

Το Ulysses Shelter(Καταφύγιο του Οδυσσέα), είναι ένα μονοετές δίκτυο λογοτεχνικών διαμονών σε ευρωπαϊκές χώρες για νέους συγγραφείς , μεταφραστές και επιμελητές/εκδότες.Το Ulysses' Shelter είναι ένα project το οποίο έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μία μόνιμη πλατφόρμα για τη συνεργασία προγραμμάτων λογοτεχνικών διαμονών στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέσω του προγράμματος διαμονών, όλοι οι συμμετέχοντες θα έχουν πρόσβαση σε διάφορετικα πολιτισμικά περιβάλλοντα και θα δημιουργήσουν επαφές με άλλους πολιτιστικούς δημιουργούς απο δημιουργικές βιομηχανίες και των τριών χωρών που συμμετέχουν στο project.

To project θα ξεκινήσει στο τέλος του 2018. Οι συνεργάτες του project είναι: ο εκδοτικός οίκος και λογοτεχνικό πρακτορείο Sandorf στο  Ζαγκρεμπ, Κροατία (συντονιστές) , η Ένωση Σλοβένων Συγγραφέων στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας και οι  Εκδόσεις Θράκα στη  Λάρισα σε συνεργασία με τον Δήμο Λαρισαίων, Ελλάδα. Το πρόγραμμα λογοτεχνικών διαμονών Ulysses' Shelter Θα οργανωθεί στο Μπλάτο στο νησί Μιλιετ (Κροατία), Λιουμπλιάνα και Μπλεντ (Σλοβενία) και Λάρισα(Ελλάδα).



Λογοτεχνικές διαμονές

Οι δώδεκα επιλεγμένοι συγγραφείς θα φιλοξενηθούν για τρείς βδομάδες σε κάθε τοποθεσία μέσα σε διάστημα 9 μηνών (Μιλιετ,Κροατία,Λιουμολιάνα ή Μπλεντ,Σλοβενία και Λάρισα). Θα υπάρχουν 12 συμμετέχοντες (4 από κάθε χώρα ), συνολικά δηλαδή 36 επισκέψεις σε όλες τις περιοχές διαμονής κατά τη διάρκεια του project. Τα κριτήρια επιλογής είναι οι συμμετέχοντες να είναι κάτω των 40 ετών και να έχουν  τουλάχιστον ένα δημοσιευμένο ή μεταφρασμένο βιβλίο ποίησης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το πρόγραμμα διαμονών θα εστιάσει σε νεαρούς συγγραφείς οι οποίοι δεν είχαν πολλές ευκαιρίες να εργαστούν και να δικτυωθούν στο εξωτερικό. H κυκλική διάρθρωση του προγράμματος διαμονών θα δώσει στους νέους συγγραφείς μια ευκαιρία να εργαστούν και να παρουσιάσουν το έργο τους σε τρία διαφορετικά κοινωνικά-πολιτισμικά πλαίσια.Θα έχουν πολλές ευκαιρίες να έρθουν σε επαφή με άλλους συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές και εκδότες από τη Κροατία, τη Σλοβενία και την Ελλάδα.

Μολονότι οι συμμετέχοντες θα αφιερώσουν στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στο έργο τους, θα συμμετάσχουν επίσης σε πολυάριθμες δραστηριότητες με στόχο τη παρουσίαση του έργου τους στο κοινό και την γνωριμία τους με τη τοπική κοινότητα. Οι δραστηριότητες θα είναι προσαρμοσμένες στις συγκεκριμένες δυνατότητες κάθε περιοχής.

Δημόσιες Ομιλίες και πάνελ


Στην αρχή της διαμονής τους σε κάθε τοποθεσία , όλοι οι συμμετέχοντες θα παρουσιάσουν τους εαυτούς τους στη τοπική κοινότητα μέσω δημόσιων ομιλιών που θα συντονίζονται από τους διοργανωτές.Θα παρουσιάσουν τους εαυτούς τους , το σχέδιο εργασίας τους και τις προσδοκίες τους από τη διαμονή στο ακροατήριο.

Στο τέλος της διαμονής, οι συμμετέχοντες θα συμμετάσχουν είτε σε μία επιπλέον ομιλία συντονιζόμενη απο καταξιωμένους  ή ταλαντούχους ντόπιους συγγραφείς ή σε διαδραστικά πάνελ. Τα διαδραστικά πάνελ, εκτός από τους συμμετέχοντες και τους συντονιστές, θα περιλαμβάνουν και εκπροσώπους της τοπικής κοινότητας και η συζήτηση θα αφορά θέματα της τοπικής κοινωνίας, όπως η ζωή σε νησί, η κοινωνική ένταξη , η επίδραση του τουρισμού στη τοπική κοινωνία και η έλλειψη προοπτικών για καλλιτεχνική ανάπτυξη.




Βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις σε ιστορικές τοποθεσίες

Οι διοργανωτές θα φροντίσουν ώστε οι συμμετέχοντες και τα πάνελ συζητήσεων να βρεθούν σε τοποθεσίες ιστορικής σημασίας για τη λογοτεχνία , συμβατές με το project. Στη Κροατία, θα επισκεφθούν αρχαιοελληνικά , ρωμαϊκά και βυζαντινά ερείπια στο νησί Μιλιέτ και στη γύρω περιοχή - τη σπηλιά του Οδυσσέα κοντά στο Babino Polje, τα τείχη του Ston στη χερσόνησο  Pelješac και τα ερείπια του βυζαντινού παλατιού στο Polače.

Στη Λάρισα, θα γίνουν επισκέψεις στο αρχαίο θέατρο, στο αμφιθέατρο Μύλος και στα αρχαία ερείπια του λόφου  του Φρουρίου.Ένα ιστορικό γεγονός, όχι ευρέως γνωστό , είναι ότι τα Κροατικά νησιά της Αδριατικής, συμπεριλαμβανομένου του Μιλιέτ (Μελιτα), ήταν αρχαίες Ελληνικές αποικίες στους τελευταίους προ χριστού αιώνες και τους πρώτους μετά Χριστόν. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν το νησί Μιλιέτ θα ¨επαναεποικισθεί" από Έλληνες (και Σλοβένους) ποιητές, και η Λάρισα από ποιητές εκ των ¨αποικιών¨. Μέσω των επισκέψεων σε αυτές τις τοποθεσίες , η πρόθεση είναι να αναπαραχθεί το πνεύμα των αρχαίων ελληνικών ποιητικών αποικιών, όπως της Λέσβου. Στη Σλοβενία , οι συμμετέχοντες θα γνωρίσουν το project Μονοπάτι Σλοβένων Συγγραφέων , μια λογοτεχνική κληρονομά που συνδέεται με μια σύγχρονη και περιγραφική ιστορία για συγγραφείς σε ξεχωριστές τοποθεσίες της διαδρομής. Το project συνδέει τοπία και τόπους γέννησης, όπου πρισσότεροι από εκατό Σλοβένοι συγγραφείς έζησαν και δούλεψαν.Το "Μονοπάτι" θα πάει τους συμμετέχοντες στη περιοχή  Gorenjska , στο μέρος όπου γεννήθηκε ο Simon Jenko, o σπουδαίος Σλοβένος ποιητής.

Οι διοργανωτές θα πάρουν συνέντευξη από τους συμμετέχοντες και τους συντονιστές σε αυτά τα μέρη και θα δημοσιοποήσουν τα βίντεο στην ιστοσελίδα του project, Tovar.hr.

Επιμορφωτικά Εργαστήρια

Οι συμετέχοντες θα οργανώσουν μονοήμερα εργαστήρια ποίησης για διάφορες ομάδες-στόχους της κάθε τοποθεσίας.Οι συμμετέχοντες θα εμπλακούν σε επιμορφωτικές δραστηριότητες μόνο στη δική τους χώρα, λόγω του γλωσσικού εμποδίου. Τα εργαστήρια θα διεξαχθούν στο τοπικό δημοτικό σχολείο στο Babino Polje στο  Μιλιέτ, στο Ljubljana Asylum Home στη Λιουμπλιάνα και σε δημόσια σχολεία στη Λάρισα. Οι διοργανωτές θα επικοινωνήσουν με το Ljubljana Asylum Home και τα δημόσια σχολεία ώστε να προσαρμόσουν το πρόγραμμα των επιμορφωτικών εργαστηρίων στις ανάγκες των συμμετεχόντων και να προωθήσει τη δημιουργική γραφή στις ομάδες-στόχους.

Διεθνείς Συζητήσεις Στρογγυλής Τραπέζης

Θα διοργανωθουν τέσσερις μεγάλες διεθνείς εκδηλώσεις, οι οποίες θα συγκεντρώσουν συγγραφείς, μεταφραστές επιμελητές και κοινό από τις τρεις χώρες. Μαζί με τους συνεργάτες, θα υπάρξουν δύο επιπλέον διεθνείς ομιλητές σε τέσσερις μεγάλες διεθνείς εκδηλώσεις.

Η εναρκτήρια εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην αρχή του προγράμματος διαμονής στο Μλιετ, και ο στόχος θα είναι να παρουσιαστεί το πρόγραμμα στο κοινό. Η δεύτερη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Μάρτιο στη Λάρισα, με τη μορφή μιας δημόσιας ομιλίας σχετικά με εθνικές και Ευρωπαϊκές πολιτιστικές πολιτικές και το πεδίο της λογοτεχνίας στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και λιτότητας στα περιεφερειακά κράτη-μέλη της Ε.Ε. Αυτή η εκδήλωση θα συνδυαστεί με το Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης στη Λάρισα, γεγονός που θα δασφαλίσει τη παρουσία μεγάλου ακροατηρίου. Η τρίτη διεθνής εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο στη Λιουμπλιάνα, με τη μορφή συζήτησης στρογγυλής τράπεζας με θέμα τη σύγχρονη λογοτεχνική κριτική. H τέταρτη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Μλιετ. Τα αποτελέσματα θα παρουσιαστούν στο κοινό και σε πιθανούς μελλοντικούς συνεργάτες.


Αποτελέσματα και παραδοτέα

Πριν απο την αρχή του προγράμματος διαμονής, τον -Νοέμβριο του 2018, οι συνεργάτες θα δημοσιεύσουν μια τρίγλωσση ανθολογία κροατικής, ελληνικής και σλοβενικής ποίησης, η οποία θα περιέχει το έργο νέων ποιητών και των τριών χωρών. Οι δώδεκα ποιητές που θα επιλεχθούν για το πρόγραμμα διαμονών θα συμπεριληφθούν στην ανθολογία , η οποία θα κάνει το έργο τους πιο προσιτό για τα τοπικά κοινά.


Μία από τις σημαντικότερες πλευρές της επικοινωνιακής στρατηγικής του project είναι η ιστοσελίδα Tovar.hr. Η σύνοψη του project ,οι στόχοι και το χρονολόγιο στο Tovar.hr, καθώς και στις ιστοσελίδες των συνεργατών και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πριν από την αρχή του προγράμματος των διαμονών. Μετά την επιλογή των συμμετεχόντων , θα υπάρξει παρουσίαση τους μέσω μιας σύντομης αυτοβιογραφίας και αποσπάσματα των έργων τους.
 Κάθε συμμετέχων θα πρέπει να δημοσιεύσει τουλάχιστον μία καταχώρηση στη σελίδα του project Tovar.hr κατά τη διάρκεια κάθε διαμονής, με αναφορά στις εμπειρίες του σε κάθε τοποθεσία. Οι συμμετέχοντες θα γράψουν τις δημοσιεύσεις στη γλώσσα τους και οι διοργανωτές θα μεταφράσουν το έργο τους σε συνεργασία με τμήματα αγγλικής φιλολογίας ή γνωστούς και νέους ταλαντούχους μεταφραστές στο Ζάγκρεμπ,τη Λιουμπλιάνα και τη Λάρισα.Αυτό θα επιτρέψει στο κοινό , όπως και στους άλλους συμμετέχοντες να παρακολουθούν online την επίδραση του προσωπικού τους ταξιδιού ανάμεσα στους τρεις προορισμούς στο έργο τους. Στο τέλος του προγράμματος διαμονών, οι συνεργάτες θα δημοσιεύσουν όλες τις καταχωρήσεις σε μορφή e-book, το οποίο θα είναι διαθέσιμο σε όλες τις βιβλιοθήκες που επιτρέπουν το δανεισμό e-book.






Ένα μαχαίρι οξειδώνεται αργά
Αθέατη μνήμη θηκάρι καύκαλο
Από ωραίο κρανίο υποστηρικτικό
Δεμένο στη μέση με πόρπη κοχύλι
χαμένο εύρημα σπουδαίο τέχνημα
φυλάσσεται καλά σε σπήλαια αστικά
κρυμμένο σε παλιά διαμερίσματα σαθρά
οι νυχτερίδες κάθονται στα σύρματα
στο κέντρο μιας πόλης χωρίς ταβάνι
τότε που ο κόσμος τούμπα κι ανάποδα
σαν σβούρα γύριζε τροχό μου θύμιζε
είναι από πέτρα π’ ακονίζουν τα μαχαίρια
είμαι από πέτρα π’ ακονίζουν τα μαχαίρια
είμαστε από πέτρα π’ ακονίζουν τα μαχαίρια
Ένα νταμάρι πέτρες κι’ ατρόχιστα μαχαίρια








Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί

Άδειοι χώροι, τι κάνουμε μες στη ζωή;
Τόποι αφημένοι, μάλλον ξέρουμε που οδηγεί.
Δεν σταματάει ούτε στιγμή,
ξέρει κανείς τί αναζητάμε να μας πει;

Ακόμα ένας ήρωας, ένα αθώο θύμα,
στο παρασκήνιο, σε αυτή την παντομίμα.
Αντισταθείτε,
θέλει κανείς μας πια να το ανεχτεί;

Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί.
Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί.
Ναι.

Κι αν μέσα μου η καρδιά ραγίζει,
το μακιγιάζ μου και αν ξεφτίζει,
το χαμόγελο μου δεν θα υποταχθεί.

Όσα συμβούν, όλα στην τύχη θα τ’ αφήσω,
ένας ακόμα στεναγμός,
ένας έρωτας που δεν μπορούσα να κρατήσω.
Δεν σταματάει ούτε στιγμή,
ξέρει κανείς τι κάνουμε μες στη ζωή;

Μάλλον να μαθαίνω έχω αρχίσει,
πιο ζεστός θα είμαι τώρα
κάπου κοντά θα έχω στρίψει, σε λιγάκι, τώρα.
Ο ήλιος έξω τον ουρανό έχει στολίσει,
μα μέσα, στο σκοτάδι, αποζητώ την ελευθερία.

Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί.
Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί.
Ναι.

Ώ, κι αν μέσα μου η καρδιά ραγίζει,
το μακιγιάζ μου και αν ξεφτίζει,
το χαμόγελο μου δεν θα υποταχθεί.
Ναι.

Η ψυχή μου παίρνει χρώμα
από της πεταλούδας τα φτερά.
Θα μεγαλώσουμε
αλλά δεν θα πεθάνουμε ποτέ,
παραμύθια χθεσινά.
Κοιτάχτε, φίλοι μου, πετάω ψηλά.

Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί.
Ναι.
Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί.

Θα παλέψω με χαμόγελο μεγάλο,
κάτω ποτέ δεν θα το βάλω,
συνεχίζεται η παράσταση!

Θα γίνω πρωταγωνιστής,
στο δρόμο της υπερβολής,
πρέπει να σπάσω
τα όρια της αντοχής
για να συνεχίσω

την παράσταση.

Η παράσταση
πρέπει
να συνεχιστεί,
να συνεχιστεί,
να συνεχιστεί.

Άλμπουμ: Innuendo (1991)
Στίχοι/ Μουσική: Queen



Πρόκειται για το τελευταίο κομμάτι από τον τελευταίο δίσκο που κυκλοφόρησαν οι Queen όσο ο Freddie Mercury ήταν ακόμα εν ζωή. Αν και αποδίδεται σε όλο το συγκρότημα, στην πραγματικότητα ο βασικός συνθέτης είναι ο Brian May, με τη συμβολή του Mercury στο μεγαλύτερο μέρος των στίχων[1]. Στη διάρκεια της ηχογράφησης, ο frontman των Queen ήταν ήδη εμφανώς καταβεβλημένος από τις επιπλοκές του AIDS.  Όταν ο May τον ρώτησε αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υψηλές φωνητικές απαιτήσεις του τραγουδιού, ο Mercury απάντησε: «Που να πάρει, θα το κάνω, αγάπη μου» (Ill fucking do it, darling), σήκωσε το μπουκάλι με τη βότκα, ήπιε και ξεκίνησε[2]. Έτσι, σαν βαθιά υπόκλιση λίγο πριν πέσει η αυλαία, γεννήθηκε ένας ύμνος στην επιμονή και τη γενναιότητα του ίδιου του τραγουδιστή αλλά και του καθενός που μάχεται. Αν η ροκ μουσική ήταν οροσειρά, η ερμηνεία στο συγκεκριμένο τραγούδι -κυρίως στο 3:28 (On with the show!)- θα ήταν μια από τις κορυφές.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA