Για την ποιητική συλλογή της Σάντις Βασιλείου «28 μέρες κάτω από τη γη» (εκδ. Θράκα). Γράφει ο Γιώργος Κ. Ψάλτης στην Bookpress

Ο Θανάσης Νιάρχος γράφει στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ για το "Σκίτσο στην ντουλάπα" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Μηλιώτη

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Η Βαρβάρα Ρούσσου γράφει στο περιοδικό "ο αναγνώστης" για τον "Φόνο του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη

Από την παρουσίαση του "Πως η ζωή" (Εκδόσεις Θράκα, 2017) της Πατρίτσιας Αϊβαλή στην Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά.

Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει στην Εφημερίδα Των Συντακτών για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.


Ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Γιάννη Χρήστου


Χειμώνας τού 1984. Ένα βράδυ, μαζί με τη γυναίκα μου, τότε, έχουμε απλωμένες στο πάτωμα όλες τις μεσημεριανές εφημερίδες και τις διαβάζουμε προσεχτικά, συγκρίνοντας τις διάφορες δημοσιεύσεις για το ίδιο θέμα· σχετικά με τον πατέρα της. Κάθε μια με τον τρόπο της, όλες κάτι γράψανε· και γράψανε καλά. Δεν το περιμέναμε· γιατί όπως και να ’χει η ‘Εταιρεία’ δεν ήταν δα και κάνα θέμα να κάνει μπούγιο. Ξάφνου χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει η Σάντρα: ‘…           Ναι, βεβαίως εδώ είναι· ποιος τον ζητεί;’ Τη βλέπω που κοκαλώνει, σκεπάζει με την παλάμη το ακουστικό και ψιθυρίζει· ‘Ο Χατζιδάκις!’ Τη ρωτώ με τα μάτια, για να σιγουρευτώ· ‘Ναι’, κάνει με το κεφάλι και μού τον δίνει. Δεν το πιστεύω· κι όμως... Η γνωστή μελωδική φωνή του Μάνου, που δεν τον είχα συναντήσει ποτέ στη ζωή μου.
-Κύριε Αδαμόπουλε, διάβασα τις εφημερίδες και σάς παίρνω κατ’ αρχήν για να σάς συγχαρώ θερμά για την εξαιρετική σας πρωτοβουλία να ιδρύσετε την ‘Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου.’ Τον ευχαρίστησα αμέσως όπως-όπως, μα δε μ’ άφησε να συνεχίσω: ‘Θέλω όμως να σάς τονίσω πως διαφωνώ εντελώς με την επιλογή ορισμένων προσώπων, που εμφανίζονται ως μέλη τής εταιρείας σας…’
Δεν είναι δυνατόν! Ο Χατζιδάκις, έψαξε, βρήκε τον αριθμό μου και με παίρνει τώρα, νυχτιάτικα στο τηλέφωνο για να με βάλει πόστα, επειδή λέει διαφωνεί με το ποιους έβαλα μέλη εγώ στην ‘Εταιρεία’! Μ’ άρεσε όμως πολύ αυτός ο αυθορμητισμός· αυτή η τσεκουράτη, απόλυτη ειλικρίνεια που μού τρύπησε τ’ αυτιά και τού απάντησα κι εγώ ακριβώς όπως ένοιωσα εκείνη τη στιγμή:
-Χαίρομαι πάρα πολύ που το ακούω αυτό, κύριε Χατζιδάκι!
-Μα πώς χαίρεστε· αφού σάς είπα ότι διαφωνώ εντελώς;
-Ναι, αλήθεια χαίρομαι, μα πρέπει να μιλήσουμε από κοντά· να σάς εξηγήσω…

Όπως κι έγινε. Την επομένη, μαζί με τη Σάντρα, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στον ‘Αυλό’. Χαμογελαστός, καίριος, ευγενέστατος, εντελώς σίγουρος για τον εαυτό του και απόλυτα σοβαρός. Μας ζύγισε αμέσως με το μάτι· να δει τι ψάρια πιάνουμε, είπε δυο-τρία μόνο τυπικά πράγματα για την αρχή, ρίχνοντας κάποιες γέφυρες κι αφού ένοιωσε πως μπορούμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά, δίχως φιοριτούρες και περιστροφές που δεν τού άρεσαν διόλου, μπήκε γρήγορα στο θέμα, χαμογελώντας πάντα πολύ σοβαρά και ισορροπώντας αέρινα μεταξύ σοβαρού και αστείου.

-Εγώ, γύρω στο ’60 που τον πρωτογνώρισα, τον Γιάννη Χρήστου τον ζήλευα… Βέβαια! Για τρεις λόγους: Πρώτον διότι ήταν λεπτός και όμορφος, ενώ εγώ χοντρός και άσχημος. Δεύτερον, γιατί ήταν πολύ μορφωμένος, ενώ εγώ ένας αυτοδίδακτος ημιμαθής. Και τρίτον· διότι είχε γράψει τα ‘Έξι τραγούδια, σε στίχους του T.S Eliotκι εγώ δεν είχα κάνει τίποτα!
Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου· δεν μπόρεσα να μην τον διακόψω: Τίποτα; Πώς τίποτα· ο Χατζιδάκις γύρω στο ’60… Κι όμως επέμεινε, λέγοντας πως ναι μεν το τραγούδι είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, μα η Μουσική είναι πολύ μεγαλύτερη Τέχνη απ’ ό,τι νομίζουν συνήθως οι νεοέλληνες. Μ’ αυτή την έννοια ο Γιάννης Χρήστου είχε βουτήξει σε βαθιά νερά κι είχε πετύχει πολύ σημαντικά πράγματα στη Μουσική.
-Δεν πιστεύω -τον διέκοψα πάλι- να είστε κι εσείς απ’ αυτούς που θεωρούν πως η Μουσική διαιρείται σε π.Χ. και μ.Χ.;
-Τι εννοείς;
- Σε «προ Χρήστου» και σε «μετά Χρήστου»· γιατί το ’χω ακούσει και αυτό!
Χαμογέλασε σαρκαστικά και με ακτινογραφούσε πάλι συνέχεια, να δει αν τού κάνω πλάκα ή αν μιλώ σοβαρά.
-Όχι βέβαια! Πολλές ανοησίες λέγονται· αυτήν ευτυχώς δεν την έχω ακούσει. Όμως ο Χρήστου, σίγουρα έχει λάβει τη θέση του στον κόσμο της Μουσικής.
-Κάπου ανάμεσα στους Cherubini Chopin, Debussy
-Δηλαδή;
Με κοίταξε αυστηρά, σα να είχα κάνει ένα πολύ σοβαρό ολίσθημα στις  προφορικές μου εξετάσεις κι ετοιμαζόταν να με κόψει· με βαριά καρδιά, αλλά να με κόψει.
-Η δημοκρατική τάξη του αλφαβήτου: Έχω πολλούς δίσκους, κι όπως βάζω τα βιβλία μου στη βιβλιοθήκη, έτσι βάζω και τους δίσκους· αλφαβητικά: BachBeethovenBrahmsBrucknerChopinChristou…’
Γυάλισαν αμέσως πάλι τα μάτια του και η σκοτεινιά του χαμόγελου έφυγε κάπως κι έμεινε  για μια στιγμή σχεδόν σκέτο χαμόγελο.
-Βλέπεις; Και μετά μού λες εμένα! Τι να πω εγώ ο δυστυχής που είμαι στριμωγμένος κάπου ανάμεσα στον Handel και στον Haydn! Πρέπει να προσέχουμε λοιπόν τι λέμε, και μην ξεχνάτε πως το έργο που έχετε αναλάβει είναι πολύ σοβαρό. Γι’ αυτό σού είπα πως διαφωνώ ριζικά με την επιλογή ορισμένων προσώπων στην ‘Εταιρεία Γιάννη Χρήστου’… Ο Κουν τον λάτρευε τον Χρήστου και μπορεί να βοηθήσει πολύ. Ο Παπαστράτος επίσης· το έχει αποδείξει άλλωστε. Η Ντόρα η Τσάτσου· πρώτης τάξεως, η Χλόη Obolensky ομοίως· έχει και γνωριμίες εκτός Ελλάδος. Αλλά…

…Και  φυσικά δεν είχε κανένα πρόβλημα ν’ αρχίσει να μιλάει πάλι εντελώς ανοιχτά, αναφέροντας άτομα με τα οποία ήμουν σίγουρος πως διαφωνούσε και μη διστάζοντας διόλου να πει για το καθένα ξεκάθαρα τη γνώμη του, όσο αρνητική κι αν ήταν.
-Κι εγώ, γι’ αυτό σάς είπα χθες πως χαίρομαι που το ακούω! Τώρα χαίρομαι διπλά, γιατί βλέπω ότι συμφωνούμε εντελώς κι έχουμε ακριβώς τις ίδιες απόψεις.
-Και τότε γιατί τους βάλατε μέσα στην ‘Εταιρεία’; λέει κοιτώντας τη Σάντρα. ‘Κακό θα σάς κάνουν όλοι αυτοί «οι πεισιθάνατοι μνηστήρες».
Βάλθηκα τότε να τού εξηγώ πως είναι καλύτερα να είναι όλοι μέσα, να συμμετέχουν όλοι μαζί και να μη νοιώθει κανείς αποκλεισμένος -άρχισε να χαμογελά- πως δεν πιστεύω ότι θα θελήσει κάποιος να κάνει κακό σ’ έναν τόσο ευγενικό και ωραίο σκοπό -χαμογελούσε πάντα θλιμμένα- όπως η διάσωση και η διάδοση του έργου ενός δημιουργού που σκοτώθηκε νεότατος πριν δέκα πέντε χρόνια -κουνούσε ελαφρότατα το κεφάλι περιμένοντας να τελειώσω- και πως σε τελευταία ανάλυση και να θέλει κανείς να κάνει κάτι αρνητικό, δεν τού αφήνει και πολλά περιθώρια το καταστατικό της ‘Εταιρείας’. Εκεί σοβάρεψε· συνοφρυώθηκε:
-Και τι λέει το καταστατικό;
-Ότι όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από το τριμελές διοικητικό συμβούλιο.
-Τριμελές· αυτό πολύ μού αρέσει! Και ποιοι είναι μέλη;
-Οπωσδήποτε δύο εκ των κατιόντων του συνθέτη…
-Πολύ σωστά! Υποθέτω πως η Σάντρα είναι το ένα μέλος…
-Προφανώς· είναι και η Πρόεδρος της ‘Εταιρείας’ άλλωστε. Η αδελφή της είναι το δεύτερο μέλος.
-Πολύ ωραία... Και το τρίτο μέλος;
-Ο Διευθύνων Σύμβουλος.
-Και ποιος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος;
-Εγώ.
-Θαυμάσιο καταστατικό! Σταλινικότερο τού Στάλιν· αριστούργημα! Αίρω όλες τις επιφυλάξεις μου και προσχωρώ αμέσως· αν με θέλετε φυσικά!

Άκου λέει· αν τον θέλαμε… Έκανε σα μωρό παιδί. Ήθελε να γίνει μέλος της ‘Εταιρείας’ εκείνη τη στιγμή κιόλας. Δεν μάς είχε περάσει καν απ’ το μυαλό κάτι τέτοιο. Δεν είχαμε φέρει μαζί τα βιβλία της ‘Εταιρείας’, ούτε τα χαρτιά με το λογότυπο· μόνο χαρτοπετσέτες και πακέτα τσιγάρα είχαμε: Ωστόσο ο Μάνος Χατζιδάκις ήτανε ήδη μέλος της ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Επέμεινε να γράψει ο ίδιος, λίγες μέρες μετά, στο μικρό του στούντιο, απέναντι απ’ το άγαλμα του Τρούμαν, δυο λόγια αιτιολογώντας με συγκινητικό τρόπο τη συμμετοχή του, γελώντας -δίχως θλίψη- και λέγοντας ξανά και ξανά: «Αρκεί να με εγκρίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον»!





 




Κι αν δεν είχαμε φανταστεί ποτέ πως θα γνωριζόμασταν έτσι· τόσο άδολα, τόσο αυθόρμητα και τόσο ουσιαστικά, ούτε και τότε ακόμη μπορούσαμε να υποψιαστούμε, πόσο σοβαρά είχε πάρει το ρόλο του, πόσα πράγματα ήθελε να κάνει για τη μουσική τού Γιάννη Χρήστου και πόσα πράγματι έκανε μετά, στα χρόνια που ακολούθησαν.

Το γεγονός και μόνο ότι μάς είχε δώσει το ελεύθερο να τού τηλεφωνούμε, να πηγαίνουμε στο σπίτι του και να συζητάμε ανοιχτά για το τι σκοπεύαμε να κάνουμε με την ‘Εταιρεία’, ήταν η πολυτιμότερη βοήθεια. Απαραίτητη διευκρίνιση: Εγώ, αν και πάντα ενδιαφερόμουν για τη λογοτεχνία και για τη μουσική, δεν ήμουν μουσικός, ούτε είχα δημοσιεύσει τίποτε τότε. Άρα δεν ήμουν και δεν θα μπορούσα να διανοηθώ ποτέ μου ότι παρουσιάζομαι μπροστά του ως ποιητής, συγγραφέας,  μουσικός, συνθέτης, ούτε τίποτα τέτοιο: Ήμουν απλά και μόνο ένας νεαρός δικηγόρος, που μ’ εμπιστεύτηκε και τού άρεσε να συζητάμε μαζί. Κυρίως για μουσική. Ειδικότερα γι’ αυτό που λέμε κλασική μουσική· το μεγάλο μου απωθημένο -και το δικό του. Έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει την απόλυτη ασυλία τού μη μουσικού, μπορούσα να τού λέω ό,τι ήθελα για τη Μουσική. Κι αυτό τού άρεσε διπλά, γιατί χαιρόταν πάντα τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια τής ελεύθερης γνώμης.

Κάποια στιγμή εκείνος μού πρότεινε να γράψω ένα άρθρο στο ‘Τέταρτο’, με μιαν απόπειρα βιογραφίας τού Γιάννη Χρήστου και λίγα λόγια για το ορατόριο ‘Μυστήριον’ που δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ εδώ.
-Μα δεν είμαι ειδικός…
-Ο Τσαρούχης λέει πως στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις. Εμένα μού αρέσει πολύ που δηλώνεις μη ειδικός! Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε για τον Χρήστου, και είμαι σίγουρος πως εσύ μπορείς να γράψεις κάτι σωστό.
Όταν τον ρώτησα πόσες λέξεις, πόσες σελίδες μού παραχωρεί, με κοίταξε λιγάκι κοροϊδευτικά· γράψε εσύ σωστά και σοβαρά και μη σε νοιάζει…    
Στρώθηκα στη δουλειά και δυο μήνες μετά πήγα στο σπίτι του. Μ’ έβαλε να τού το διαβάσω. Θέλοντας ν’ αποφύγω την ακρόαση, τού έδειξα απελπισμένος το μάτσο χαρτιά που κρατούσα στα χέρια μου.
-Μα δεν είναι κάτι σύντομο· κρατάει αρκετήν ώρα
-Για να δούμε πόσο θ’ αντέξω!... 
Άκουσε πολύ προσεχτικά το κείμενο που είχα γράψει, χωρίς να με διακόψει ούτε μία φορά. Και το δημοσίευσε ολόκληρο, στο επόμενο τεύχος του περιοδικού -στο ‘Τέταρτο’ τού Ιουλίου τού 1985- χωρίς να κάνει την παραμικρή αλλαγή.

Συμφωνούσε μαζί μας, που θέλαμε να φέρουμε στην επιφάνεια και τα πρώτα έργα τού Χρήστου. Τον απασχολούσε πολύ που, πέρ’ απ’ το ‘Μυστήριον’, ούτε το άλλο ορατόριο· ‘Οι πύρινες γλώσσες’, είχε παιχτεί εδώ και κυρίως· πώς ήταν δυνατό να μην έχει ακουστεί ποτέ η 2η συμφωνία· ένα έργο που το είχε ολοκληρώσει ο Χρήστου το 1957. Θεωρούσε πολύ μεγάλο λάθος να οργανώνεται κάθε τόσο η ίδια περίπου φιέστα με κάποια συγκεκριμένα έργα μόνο τής τελευταίας περιόδου τού συνθέτη και να αγνοείται επιδεικτικά η προγενέστερη συμφωνική μουσική του.

 Βρήκε πολύ θετικό που γίνονταν αρκετές προσπάθειες να παιχτεί το ‘Μυστήριον’ στο (Δυτικό, τότε) Βερολίνο και διασκέδαζε αφάνταστα με την ιδέα πως και η Μελίνα, ως Υπουργός Πολιτισμού, καταπιανόταν και μάλιστα πολύ ενεργητικά, μ’ ένα τέτοιο θέμα, που δεν τής ταίριαζε διόλου και τής ήταν παντελώς άγνωστο. Κυριολεκτικά όμως ενθουσιάστηκε όταν τού είπα πως εγκρίθηκε η πρότασή μας να παιχτεί στο Φεστιβάλ Αθηνών η 2η συμφωνία τού Χρήστου, στις 4 Αυγούστου τού 1987. Πήγαμε τρεις μας, μαζί με τη Σάντρα, στο Ηρώδειο. Άκουγε στοχαστικά. Πονεμένος. Τού άρεσε πολύ, αν και δεν είπε πολλά, φέρνοντας όμως μαγικά στη συζήτησή μας και τον Bruckner· για να πει τελικά πως καλός ο Mahler, μα ώρες-ώρες γίνεται φλύαρος.
-Τι άδικα πράγματα όμως... Σκέψου· αυτή η συμφωνία έμεινε τριάντα χρόνια άπαιχτη… Σήμερα ακούγεται πρώτη φορά· τριάντα έτη μετά…
-Ε, κι ο δυστυχής ο Schubert δεν άκουσε, ούτε τη Μεγάλη ούτε την Ημιτελή…

Κάποια στιγμή μετά, το ίδιο βράδυ, τρώγοντας, μαζί με τον μαέστρο Μιλτιάδη Καρύδη και διάφορους άλλους τού Φεστιβάλ, σκύβει δίπλα μου και μού λέει σιγανά:
-Θέλω κι εγώ να κάνω κάτι για τον Johnny… Θέλω να κάνω την 1η συμφωνία.
Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου.
-Υπάρχει η παρτιτούρα στο αρχείο· μπορείς να μού τη φέρεις;
-Φυσικά· όποτε θέλετε, αλλά αυτές τις μέρες δεν σάς βρίσκω στο τηλέφωνο.
-Άλλαξα νούμερο πάλι για να μη μ’ ενοχλούν.’ Πήρε τα σπίρτα μου κι έγραψε πάνω στο σπιρτόκουτο το καινούργιο του τηλέφωνο. ‘Ορίστε: Αυτό είναι το ιδιωτικό μας συμφωνητικό για την 1η συμφωνία! Κοίτα πώς μάς κοιτάζουν όλοι. Θα λένε, τι συνωμοτούν αυτοί οι δυο εκεί πέρα· κι είναι και 4η Αυγούστου σήμερα!




Τού πήγα σπίτι του την παρτιτούρα της 1ης συμφωνίας και κατάλαβα πως το εννοούσε· θα διηύθυνε ο ίδιος. Όταν λίγο καιρό μετά τού χαρίσαμε το βιβλίο της Anne Martine Lucciano για τον Γιάννη Χρήστου, που μόλις είχε εκδοθεί σε μετάφραση τού Γιώργου Λεωτσάκου, χάρηκε πάλι πολύ, γιατί είχε γίνει ακόμα ένα σοβαρό βήμα, αλλά δε μπόρεσε να μην προσθέσει, με απέραντο σαρκασμό: ‘Ορίστε· μια νεαρή γαλλίδα φοιτήτρια, μάς βάζει σ’ όλους τα γυαλιά! Τόσα χρόνια δε βρέθηκε ούτ’ ένας εδώ, να κάνει μια σοβαρή μουσικολογική μελέτη…’   

Από τότε, μελετούσε συστηματικά την 1η συμφωνία και δρομολόγησε την οργάνωση μιας συναυλίας, μαζί με την παρουσίαση τού κύκλου ‘Έξι τραγούδια σε στίχους T.S. Eliot, στο Παλλάς, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, για να τιμήσει τη μνήμη τού συνθέτη· είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του. Συναυλία που πράγματι έγινε στις 27 Νοεμβρίου τού 1990.  

Λίγο πριν μάλιστα, το καλοκαίρι του ’89, σε μια συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ -που θα άξιζε να τη διαβάσει κανείς ολόκληρη, γιατί περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια το σήμερα- στην ερώτηση αν διακρίνει μεταξύ των ανθρώπων της Τέχνης και τού Πνεύματος φυσιογνωμίες ‘ερωτικές’, με την έννοια που εκείνος έδινε στη λέξη ερωτικός, απαντά: «Ο Ελύτης, ο Γκάτσος… Θα τολμούσα να πω έναν ή δύο ακόμα, αλλά δεν έχουν την ηλικία. Κοιτάξτε, ερωτικές φυσιογνωμίες δεν είναι οι ευαίσθητοι και οι λεπτεπίλεπτοι. Είναι οι αληθινές, οι δυνατές φυσιογνωμίες. Κι αυτό μπορείς να το κρίνεις μόνο αφού περάσουν πολλά χρόνια. Αν θα ονόμαζα κάποιο μουσικό μας, θα ανέφερα τον Γιάννη Χρήστου. Ήταν αληθινά ερωτικός άνθρωπος και είμαι βέβαιος πως αν ζούσε θα ήταν δεσπόζουσα φυσιογνωμία. Ή θα εξαφανιζόταν. Γιατί ένας ερωτικός άνθρωπος σημαίνει και ζωντανός άνθρωπος. Και ένας ζωντανός άνθρωπος μπορεί να ‘χαθεί’, να καταστραφεί, ανά πάσα στιγμή.»

Τού είχα ζητήσει και μού είχε δώσει την άδεια να παρακολουθώ, ελεύθερα, τις πρόβες. Εξαιρετικό προνόμιο, μοναδική εμπειρία. Αν και γνωριζόμασταν αρκετά χρόνια πια και ήξερα καλά το πραγματικό βάθος και την ποιότητα τού ανδρός, καθώς τον παρακολουθούσα να διδάσκει την ορχήστρα, ήταν αδύνατο να συνταυτίσω μέσα μου αυτό που έβλεπα και εβίωνα εκείνες τις στιγμές, με διάφορα τραγουδάκια των παιδικών μου χρόνων· έστω κι αν όλα είχαν την ίδια δαιμόνια σπίθα τού πηγαίου ταλέντου και τής θεϊκής ευκολίας που μπορούσε να συλλαμβάνει εκπληκτικές μελωδίες πάνω σ’ ένα πακέτο τσιγάρα. Η σοβαρότητα, η προσήλωσή του σ’ αυτό που άκουγε μέσα του και οι λακωνικές και εύστοχες οδηγίες με τις οποίες προσπαθούσε να το μεταδώσει στην ορχήστρα, με είχαν καθηλώσει.

Κι όταν έφτανε στο Eyes that last I saw in tears’ (Μάτια που είδα γεμάτα δάκρυα, τελευταία φορά) -το 4ο από τα ‘ Έξι τραγούδια σε στίχους T.S. Eliot, το οποίο υπάρχει αυτούσιο και στο andante της 1ης συμφωνίας- που το πρόβαρε ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές με κομμένη την ανάσα· σταματώντας, αρχίζοντας και ξαναρχίζοντας πάλι, ένοιωθες ένα κόμπο στο λαιμό: Ο Μάνος Χατζιδάκις, ολότελα ταυτισμένος με τον Γιάννη Χρήστου, μεταμορφωνόταν, εξαϋλωνόταν, πονούσε, γινόταν δάκρυ ο ίδιος· και ήθελε να το περάσει το αίσθημα αυτό, βασανιστικά, όσο γίνεται πιο έντονα, όσο γίνεται πιο ατόφιο, στη μεσόφωνο, στους μουσικούς, στα όργανα, στους τεχνικούς, στο σανίδι, στα παρασκήνια, στην αυλαία, στα φώτα, σ’ όλη την αίθουσα πέρα ως πέρα.
Και το κατάφερνε· χωρίς να είναι ειδικός. Απόλυτα φυσικό: Μόνο εκείνος ο άνθρωπος, που -ενώ είχε πάρει Όσκαρ Μουσικής!- έλεγε πως δεν είχε κάνει τίποτα και πως ζήλευε τα ‘Έξι τραγούδια σε στίχους τού T.S Eliot, θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Κι ο Μάνος, ο υπέροχος Μάνος, είχε αστείρευτα αποθέματα ψυχής, για να κάνει τα πάντα· ακόμα κι εκείνα που δεν είχε κάνει ποτέ του…



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA