Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.



Ποιήματά τους θα διαβάσουν οι :

Φοίβη Γιαννίση
Θάνος Γώγος
Χρήστος Διαμαντής
Χρήστος Κολτσίδας
Μαρίνα Παπαδημητρίου
Αντώνης Ψάλτης


Κυριακή 4 Νοεμβρίου
Στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο "Αλάνα"
Καλλιάρχου 16, Λάρισα







Η Λατόμος

Η πόλη τρώει τους λόφους της με τα χέρια.
Όλος ο βράχος, ένα μάρμαρο.

Κι εγώ αδρανές υλικό –
σου λέω να σηκώσουμε οικοδομή.

Σε μια εκδρομή στην Πεντέλη,
ν’ ανεβούμε την ανατολική ορθοπλαγιά -

Με τα σταλακτιτικά της, ένα σχοινί 70άρι
και πάνω να μας περιμένουν τα μαύρα τα σκυλιά.









Ο Μεταλλωρύχος

H οροσειρά απροσπέλαστη.
Διασχίζονται κι αλλιώς τα βουνά.

Ικανοποιούνται τα κοιτάσματα,
η μία φλέβα μετά την άλλη.

΄Ώσπου χαράζουν αργή πορεία
στο στέρνο σου οι εποχές

φρεσκοχυμένος
στρώνεσαι
χάλυβας.







*


Διαβάστηκαν στην εκδήλωση της θράκας "πριν το βιβλίο"
5/10/2018 Νύχτα πολιτισμού
βιβλιοπωλείο "επί λέξει"
στα πλαίσια της παγκόσμιας πρωτεύουσας βιβλίου








Ο Στάχυς πάνω απ’ την αθωνική πολιτεία. Διάττοντες με πράσινες και κυανές ουρές. Ριγμένοι σ’ έναν τόπο σκλαβωμένο απ’ την ομορφιά. Δεσμώτες στην ίδια φυλακή. Μοναχικός ψαράς η τυχαιότητα, ανοίγει στόμα να καταπιεί το αγκίστρι.

Αντιλαμβάνομαι κάποτε την ανάγκη να επιστρέψω ή την ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη της φυγής. Εκείνος που αναζητά δεν βρίσκει. Αν τυχόν βρει, θα ’ναι από χέρι δεύτερο και τρίτο. Μάλλον χρησιμοποιημένο. 

Συμβαίνει όταν δεν έχω τι να γράψω να επιστρέφω σ’ ένα είδος παιδικής ανασκόπησης. Μέχρι να πάρω φόρα, βουτώ στο κενό∙ και πριν την πτώση να ’χω πλάσει με τα λόγια έναν ευκολότερο θάνατο.




Την Πέμπτη 8 Νοεμβρίου και ώρα 21:15
οι ποιητές

Θάνος Γώγος
Δημήτρης Πέτρου
Γιάννης Στίγκας
και Θωμάς Τσαλαπάτης


Θα διαβάσουν ποιήματά τους

στο καφέ μπαρ Σπίρτο

Τζαβέλλα 9-13
Εξάρχεια, Αθήνα


Η Πατρίτσια Αϊβαλή κατάγεται απ’ τον
Μυστρά και σπούδασε στη Φιλοσοφική
Σχολή της Αθήνας. Η κριτική στην ποίησή της
από τον Νικηφόρο Βρεττάκο και η ενθάρρυν-
σή του ήταν καθοριστικές. Οι τρεις πρώτες
ποιητικές συλλογές (ανέκδοτες) έχουν δια-
νεμηθεί στις βιβλιοθήκες της Ελλάδας. Αρ-
θρογραφούσε σε εβδομαδιαίο περιοδικό,
έχει γράψει κι επιμεληθεί τα κείμενα στο
ιστορικό λεύκωμα «Μυστράς-Ταξίδι στο
Χρόνο» (εκδ. Α.Π.Ε), ποιήματά της κι ένα
διήγημα έχουν δημοσιευθεί στο frear.gr και
στο poetics@gr. Η συλλογή ΠΩΣ Η ΖΩΗ,
είναι η πρώτη που εκδίδεται.
 
ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Στα σύννεφα τα φορτωμένα μολύβι
ξεφορτώνουν σοφίτες.
Παρτέρια γυμνά
και πατζούρια ανοιχτά.

Πίσω απ’ τις κουρτίνες
πλέκουν δαντέλες
και δένουν φιογκάκια
στα πόδια των περιστεριών

 


Η Ελίνα Αφεντάκη με καταβολές από την
Τήνο γεννήθηκε στην Αθήνα. Γράφοντας
στίχους έχει συνεργαστεί με
την Τάνια Τσανακλίδου
(Τραγούδια του παράξενου κόσμου, 1995)
το Σπύρο Σούκη
(Μάγισσα της Αραπιάς, 2000)
τον Άκη Περδίκη
(Φρόνιμο παιδί, 2005)
Το 1998 κυκλοφόρησε η νουβέλα της
«Σιγά, η θεία Λένα κοιμάται»
από τις εκδόσεις Τσουκάτου.
Η ΠΡΟΙΚΑ

Σας στέλνω πεταλούδες από δάκρυα και το θρόισμα
μιας σημαίας στον άνεμο.
Το τρίξιμο της άδειας κούνιας στο πάρκο και την αγωνία
του απότιστου κρίνου.
Εσωκλείω ένα λιοντάρι σε αφίσα (που δε βρυχήθηκε
ποτέ) κι ένα κλωνάρι ανέραστης Αγγελικής που άνθισε
χωρίς να μοσχοβολήσει.
Αυτή ήταν η προίκα μου.
Ας την πάρει όποιος θέλει.

Παγοθραυστικό, 2018
 




ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ

Η μαύρη γάτα έχει τουρνέ.
Οι κύριοι ακουμπούν
στη ράχη της ποτήρια.

Οι κυρίες της Αβινιόν ποζάρουν δύστροπα
κάτω απ’ το τασάκι.

Η μητέρα του Γουίσλερ μάς σημαδεύει
με όπλο.

Θα ήθελα στην τέχνη να συνδράμω
αλλά το αφηρημένο μου μελάνι

κυλάει στο σιφόνι.

Αντίποινα, 2016
 

 Τα σύνορα της πατάτας.


Όταν μαθεύτηκε πως η πατάτα είχε σχήμα σφαιρικό, καθώς κάποιος σημαντικός ερευνητής περπατώντας ευθεία, μετά από μερικές εβδομάδες έφτασε στο σημείο από όπου ξεκίνησε, σαν κάτι να τράνταξε τη ζωή εκεί πάνω και μετά από αυτή την αποκάλυψη, όλα τα άλλαξε.
Οι κάτοικοι της πατάτας άρχισαν να γίνονται κυκλοθυμικοί και η σκέψη τους, που παλιά ήταν πιο επίπεδη, τώρα σαν να πλάστηκε ξανά σε νέο σχήμα, όμοιο με αυτό το καινούριο που είχαν πληροφορηθεί για τον τόπο τους.

Επειδή όμως πλέον η ζωή σε μία σφαίρα ήταν για όλους πάνω κάτω η ίδια και ο καθένας μπορούσε σε μικρό χρονικό διάστημα να πάει οπουδήποτε χωρίς να ενοχλήσει τους υπόλοιπους, κάποιοι αποφάσισαν να κόψουν τους δύο πόλους, εκεί που ο ορίζοντας έσβηνε την όραση ελλειπτικά, απλώνοντας μια διαφανή βεντάλια με καφέ-κόκκινες αποχρώσεις, την ώρα που βούταγε ο ήλιος το δείλι και αναδυόταν μετά από την αντίθετη μεριά ντυμένος το ξημέρωμα.

Με τον ημί-τετραγωνισμό που προέκυψε απλώθηκαν πλευρές, γίνανε σύνορα, ένα φυσικό και μη αναστρέψιμο επακόλουθο εξαιτίας της απουσίας της καμπυλότητας. Μοιράστηκε ο πληθυσμός εκεί που θα έμενε ο καθένας κατά τύχη ή ακόμα και με βίαιες μετακινήσεις καθώς οι περισσότεροι ήθελαν μία ευκαιρία να ξεφύγουν από το σκληρό και χωμάτινο περίβλημα που πατούσαν τώρα επί γενεές και όταν είδαν ακάλυπτη την κίτρινη σάρκα, ένα θαύμα που αποκαλύφθηκε με το μαχαίρι, κατάλαβαν ότι είχαν κουραστεί πλέον να ζουν στη σκληράδα του φλοιού και ήταν αποφασισμένοι στο εξής να πατούν μόνο πάνω στο καθαρό και υδαρές άμυλο.

Τελικά αφού χτύπησαν και έσπρωξαν ο ένας τον άλλο αρκετές φορές, έκατσαν όλοι στη θέση τους ή σε κάποια θέση τέλος πάντων, διαπίστωσαν ότι ήταν άδικο κάποιοι να μείνουν με τη φλούδα ενώ άλλοι έχουν την ψίχα, και μεγάλη κουταμάρα έκαναν τόσο καιρό να αγωνίζονται να μην χαλάσουν το περίβλημα ενώ θα μπορούσαν να ζουν χωρίς ιδιαίτερους κόπους και να τρέφονται σαν βασιλιάδες απευθείας από τα σωθικά της πατάτας.

Έτσι ξεφλούδισαν και την υπόλοιπη, πετώντας από πάνω της τα απομεινάρια της παλιάς ζωής με το χώμα και τα εξογκώματα, εγκαινιάζοντας μία λεία και τραγανή συγχρόνως επιφάνεια που τους καλωσόρισε με χρυσό-κίτρινη φορεσιά στο κατώφλι της ευημερίας και της απόλαυσης. Και γιόρτασαν.

Μετά από λίγο καιρό η πατάτα, αφού ήταν χωρίς τη φλούδα, χάλασε και την πέταξαν.



Μάνια Μεζίτη, η μαύρη ανάμεσα



εκδόσεις κύμα

   Η πρόσφατη συλλογή της Μάνιας Μεζίτη αποτελείται από 44 σύντομα ποιήματα, χωρισμένα σε τέσσερις διακριτές θεματικά ενότητες. Όλο το βιβλίο το διαπερνά μια ξεκάθαρη ποιητική πρόταση: η συντομία των ποιημάτων λειτουργεί ως ένας σφικτός πυρήνας μέσα στον οποίο κρύβεται ένας ολοκληρωμένος κόσμος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια λεπτομέρεια, μια εικόνα επιλέγεται κάθε φορά, για να αποδοθεί μέσα από αυτή μια ιστορία, μια μνήμη, μια αφήγηση. Ο στόχος, δηλαδή, της ποιήτριας δεν είναι περιγραφικός, αλλά αφηγηματικός. Πώς να κλείσει όμως κανείς μια ολόκληρη ιστορία μέσα σε λίγους στίχους; Δύσκολο το εγχείρημα, κι όμως η Μεζίτη το καταφέρνει. Ας δούμε ένα από τα συντομότερα ποιήματα:

[κόμπος]
στείλε μου ένα μπαλόνι
κόκκινο σαν πόνο
νομίζω σε αδίκησα
πολλές φορές

Ο αναγνώστης «διαβάζει» πίσω από τους τέσσερις στίχους τους δύο ανθρώπους, το παρελθόν τους, την πληγή, την προσπάθεια εξιλέωσης, την ανταπόδοση τους πόνου. Όλα όμως μετουσιώνονται ποιητικά μέσα από την παράκληση για ένα δώρο: το μπαλόνι είναι ελαφρύ και πτερωτό και αθώο, αλλά στο ποίημα τελικά αντιστρέφεται σε κάτι τόσο βαρύ και επώδυνο όσο ο πόνος. Με χρώμα κόκκινο σαν το αίμα.

   Η πρώτη ενότητα της συλλογής (terra firma) εστιάζει στον οίκο, στην πρώτη αντίληψη του κόσμου, αλλά και στο πρώτο τραύμα. Το παιδί μυείται στη ζωή μετουσιώνοντας την πραγματικότητα σε ένα όνειρο, για να μπορέσει να κατανοήσει και να δεχθεί. Αυτό το όνειρο, αυτή η μαγική ουσία των πραγμάτων περιβάλλει με την αχλή της τα αγαπημένα πρόσωπα. Έτσι, η συνάντηση με τη μάνα ανακαλεί την παιδική μνήμη των μαγκωμένων χεριών στην πόρτα, τότε που μάγκωνα τα χέρια μου/να κλείσει/κερδίζοντας/τα μελανά μου δάχτυλα, ενώ ο πατέρας είχε καράβια μαγικά που ταξίδευαν νοερά/ σε κόσμους/ από ειδικά υλικά/ και αντοχή στο χρόνο.

   Στη δεύτερη ενότητα (terra nova) η καινούρια γη στην οποία πια θα πρέπει να σταθεί το ποιητικό υποκείμενο είναι η γη των λέξεων. Η γλώσσα ανθεί και συγκροτεί τον νέο κόσμο. Στο ποίημα οι λέξεις η μαρία μάς προτρέπει προσεχτικα… σαν σε μεταξωτό καλσόν/να εφαρμόσει σωστά η ραφή. Ο κόσμος, λοιπόν, των λέξεων είναι παντοδύναμος, αλλά και εύθραυστος συνάμα. Το ίδιο και οι ποιητές, οδοιπόροι αυτού του δύσκολου δρόμου: στο ποίημα κόκαλα περιγράφονται οι συνέπειες της γραφής εκείνης που συγκροτείται από το αίμα, το βίωμα, την εσώτερη γλώσσα: ούτε μολύβι να πιάσω/πέρασε χρόνος/έγινα λιγότερη. Ένα δέντρο είναι το ποίημα, όπου κόβει κανείς μόνο την κορφή και κρατά τις ρίζες (κλάδεμα). 

   Στην τρίτη ενότητα (terra nullius) η ποιήτρια περνά σε ιστορίες κρυπτικές, σε στοιχεία και μορφές που μας περιβάλλουν και σπανίως παρατηρούμε. Έτσι, ο πίνακας του Κλίμτ κρύβει μέσα του τη μυστική ιστορία του ζωγράφου παράλληλα με την ιστορία του θεατή (γκούσταβ), ενώ η σιγουριά του συνομιλητή αναιρείται από την όψη των χεριών του στο ποίημα μεσοδιάστημα: πρόσεξα τα χέρια σου/άτολμα μακριά δάχτυλα/σαν να τα είχαν κάνει όλα στα κρυφά. Άλλοτε πάλι πίσω από την ανθρώπινη όψη κρύβονται ζώα, άγριες φύσεις γεμάτες σκοτεινές επιθυμίες: ως και κρίκους στον λαιμό/σκέφτηκα πως ψηλώνοντας/θα ξεχωρίζω απ’ την αγέλη, ομολογεί η γυναίκα στο ποίημα καμηλοπάρδαλη. Τίποτα, λοιπόν, δεν είναι αυτό που φαίνεται.

   Στην τελευταία ενότητα (terra incognita), η γη είναι άγνωστη, όπως δηλώνει και ο τίτλος, και το ζητούμενο είναι η ανακάλυψη. Θα πρέπει να  βρει κανείς τον τρόπο να πορευτεί, να ανακαλύψει πίσω από την επιφάνεια τη μαγική διάσταση των πραγμάτων, σαν τότε που ήμασταν παιδιά κι όλα ήταν δυνατά. Ενώ όμως στην αρχή, στην πρώτη ενότητα της συλλογής, ο κόσμος ήταν οι μαγγανείες της γιαγιάς (προγονικό) ή οι ματιές της μάνας (πάσχα), εδώ είμαστε πια μόνοι, ολομόναχοι: θα πρέπει να τραγουδήσουμε, για να ανοίξει ένα στρείδι (στρείδι), θα πρέπει να βρούμε τα σύννεφα, για να ακουμπήσουμε (με σχετική υγρασία), θα πρέπει να καταπιούμε το αίμα, την πληγή (μερίδιο), για να ζήσουμε σαν ένα όλον πια, σαν αυτό που είναι ο άνθρωπος σε όλο το βιβλίο: ικανός να ανθίσει ακόμη και μέσα στον βέβαιο πόνο.
Άννα Γρίβα





ΣΦΑΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΤΡΑ.
ΕΝΑΣ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ
ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΗΣ.
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η κόκκινη κραυγή
βάζει τα δυνατά της
τρυπάει τα σπλάγχνα
κι ανοίγει μέσα τους μια δίνη.
Η κόκκινη κραυγή
τρέχει
ξεσχίζει σα να ‘τανε χασές
της ακροθαλασσιάς τη μαύρη τη γαλήνη
(«Η κόκκινη κραυγή, Ι», Η μυστική αποβάθρα)

Την κόκκινη κραυγή την ξέρασαν
της ερημιάς τα χείλη
Την κόκκινη κραυγή ξεκλείδωσαν τα δάχτυλα
που απόμειναν κι ανάβουν το φιτίλι.
(«Η κόκκινη κραυγή, ΙΙ», Η μυστική αποβάθρα)


ΕΝΑΣ ΜΕΤΑ-ΣΑΧΤΟΥΡΙΚΟΣ
ΑΥΤΟΝΟΜΟΜΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σημειώναμε στο επίμετρο της μελέτης μας Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης[1] πως αξίζει να σταθούμε στους ποιητές Δημήτρη Λαμπρέλλη (1958) και Δημήτρη Λεοντζάκο (1974) ώστε να δοθεί ενδεικτικά και μέσω αυτών των ποιητών ξεχωριστή έμφαση στη σημασία και στη λειτουργία της καλλιτεχνικής και της ποιητικής φόρμας. Ένα θέμα που, όπως το πραγματευτήκαμε εκεί, όχι απλά εφάπτεται στον κεντρικό άξονα, του εξπρεσιονισμού στην ποίησή μας, που μας απασχολεί. Και άρα, στα πλαίσια μιας εισαγωγής στην ποίηση του Λαμπρέλλη, θα συν-διαλεχτούμε με εκείνο το επίμετρο ώστε να δοθεί έμφαση τόσο στην εξπρεσιονιστική υφή της ποίησης του εξπρεσιονιστή αυτού ποιητή, που δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή τη θεματική, όσο και να τεθεί ένα πλαίσιο που θα επιτρέψει στα ποιήματα να αναδυθούν και να φανούν αλλιώς στην ιδιάζουσα λειτουργία και άρθρωσή τους.
Λέγαμε λοιπόν πως στους ποιητές Λαμπρέλλη και Λεοντζάκο η πραγματικότητα όχι μόνο αναπροσανατολίζεται και τίθεται εκ νέου ρυθμικά μέσω της τέχνης, αλλά διακόπτεται οντολογικά με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί ταυτόχρονα διχασμένα και ετεροχρονισμένα εντός μιας παιγνιώδους και μυθοποιητικής διάθεσης, δεδομένης βεβαίως της τραγικής ασφυξίας του όντος εντός του κόσμου. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια ποίηση −στις δύο αυτές διαφορετικές περιπτώσεις− που θα την χαρακτηρίζαμε μετα-σαχτουρική στην προέλευση και στην προβολή της, και συνάμα για μια ποίηση χαμηλόφωνη και κεντρομόλα που ενώ προτάσσει το ποίημα ως άκουσμα επίσης καλεί προς μια αλλαγή γωνίας «πλεύσης» ή και ρυθμού πτώσης.
Μια ποίηση που μπολιάζεται και από την αρχαία ελληνική μυθολογία στην περίπτωση του Λαμπρέλλη και από την «θεωρία» στην περίπτωση του Λεοντζάκου. Η γλώσσα μάλιστα τόσο ως κώδικας σήμανσης και επικοινωνίας, όσο και ως φορέας νοημάτων, συναισθημάτων και ως μηχανισμός διαμόρφωσης της πρόσληψης, προπορεύεται έως ενός σημείου «αφασικά» του νοήματος ή της αφηγηματικής στιγμής, και διογκώνει ή σιγοβράζει το άλεκτο μέχρι κοχλασμού ή και έκρηξης. Κι εκεί ακριβώς είναι όπου σχηματίζεται και συμβαίνει το ποίημα.
Εδώ αξίζει να σταθούμε στον Γιώργο Χειμωνά και ειδικά στα Έξι μαθήματα για τον λόγο, ώστε να τεθεί το πλαίσιο δίπλα και εντός του οποίου συμβαίνει το ποίημα, όπως αυτό συναντάται στον Λαμπρέλλη. Σημειώνει ο ποιητής-ψυχίατρος:

ο λόγος εκπορεύεται, κατευθύνεται και συντηρείται από εκείνο που η συνείδηση έχει συλλάβει και κατέχει, αλλά αδυνατεί να το αποδώσει στο απόλυτο μέγεθός του και στην απόλυτη αξία του – από το ανέκφραστο. Αυτή η σκέψη με βοηθάει να ερμηνεύσω την ευχερή και ταχύτατη απόκτηση του λόγου από το παιδί, την κορυφαία εκφραστική του λόγου της τέχνης, τον οξύ και αποκαλυπτικό λόγο ορισμένων ψυχωσικών: Τρεις περιπτώσεις όπου, ακριβώς, το άλεκτο είναι υπερτροφικό και το λεκτό ισχνό.

Ή με τον ποιητικό τρόπο του Λαμπρέλλη αυτή τη φορά:

            Είναι οι εικόνες μου
            κάτι παράξενα πουλιά
            που βράδυ – πρωί
            τα μάτια μου τα τριγυρνάνε

            Είναι οι εικόνες μου
            φωνές που έρχονται από μακριά
            Για τον μικρό μου τον κορυδαλλό
            που χάθηκε στο μαύρο βάραθρο
            Μόνο γι’ αυτόν μιλάνε

            Είναι οι εικόνες μου
            της νύχτας μου τα νύχια
            που μέσα μου μπήγονται βαθιά
            και το μυαλό μου το τρυπάνε
(«Τα παράξενα πουλιά», Ο τυφλός κορυδαλλός)

Έτσι γίνεται εξαρχής σαφές πως αυτού του τύπου η ποίηση −πολιορκώντας το άλεκτο ή και με το να γίνεται μέρος του− φαίνεται να προτάσσει μέσω των προσχηματικών της εικόνων ένα ακουστικό πλέγμα που αξιώνει την επανακύκλωση του φευγαλέου του κόσμου, και της όποιας εντύπωσης μας αφήνει, ενεργοποιώντας ή και αξιώνοντας έναν άλλον τόπο-μη τόπο, ή μια ολική, έστω φανταστική, μετατόπιση. Μια μετατόπιση η οποία και μας μεταφέρει σε μια εικονοποιία τύπου Γουίλιαμ Κέντριτζ (William Kentridge, 1955), του νοτιο-αφρικανού ζωγράφου ο όποιος σαφώς και λειτουργεί σε ένα μετα-εξπρεσιονιστικό πλαίσιο και άπτεται σαφώς του θέματος που μας απασχολεί. Παρόλο λοιπόν που τα ποιήματα φαίνεται επιφανειακά να χάνουν ορισμένες φορές το νοηματικό τους δέσιμο −ιδίως αυτά που λειτουργούν ως πολύπτυχα− κατορθώνουν μες στη συντομία τους, με τις ακουστικές τους ακολουθίες και με τη συνειρμική ιδίως δυναμική των εικόνων τους, να ελευθερώσουν τον αναγνώστη και να τον φέρουν στο ύψος της σύλληψης-αίσθησης που είχε ο ίδιος ο δημιουργός, τόσο πριν, όσο και κατά την διάρκεια της εκτέλεσης του ποιήματος, με τέτοια επιτυχία μάλιστα που ο αναγνώστης φέρνει μπροστά στα μάτια του, τόσο την γέννηση της εικόνας, όσο και του ίδιου του ποιήματος. Με δομική ή εκ-μαιευτική μονάδα επιπρόσθετα τον ήχο, που εξηγεί και την κρυστάλλινη άρθρωση και υφή αυτής της ποίησης. Διαβάζουμε ενδεικτικά:

Ο γιατρός

Τώρα
η νύχτα γέρνει
ο τρόμος τρέμει
και στο τραπέζι εμπρός
−για δέστε πώς−
τον κύκνο τον σφαγμένο
τον γδέρνει ο γιατρός
(«Ο θάνατος του κύκνου», Στοιχηματίζοντας με το σκοτάδι)

Τα δυνατότερα από τα ποιήματα του Αθηναίου υπό παρουσίαση ποιητή, και ιδίως στις καλύτερες τους στιγμές, διέπονται θα λέγαμε από μια πηγαία φυσικότητα η οποία ίπταται πάνω από την εμπεδωμένη και σαφώς εξασκημένη τεχνική αρτιότητά τους, σε μια σαφώς ενημερωμένη έκφανση. Και συγκεκριμένα τόσο ο ρυθμός όσο και η μεταφορά, άλλοτε ελέγχουν και αλλού ελευθερώνουν την φυσικότητα του ήχου επιστρέφοντας στον ίδιο τους τον εαυτό, εκτελώντας μια κυκλική ή σπειροειδή κίνηση προς την ίδια τη γλώσσα (κάτι που εξαρτάται, να σημειωθεί, από τη γωνία της θέασης, σε αντιστοιχία με μια σπείρα που όταν την κοιτά κανείς από πάνω εμφανίζεται ως κύκλος) θέτοντας το όποιο πραγματικό συμβαίνον εντός της γλώσσας, ώστε εν τέλει −έστω ως αξίωση− τα ποιήματα να μην παραπέμπουν σε οτιδήποτε εξω-γλωσσικό, πηγαίνοντάς μας και προς μια αγκυλωμένη χειρονομιακού τύπου θα λέγαμε αυτοαναφορικότητα, ως ένα προ-στάδιο σε μια ανάγνωση ή ως μια διαφυγούσα περίπτωση καλλιτεχνικού «αυτισμού» −ή σε μια κατάσταση «οιδιπόδειας τύφλωσης» ή ενός «μήδειου φόνου»− η οποία και ίσως επιτρέπει αυτού του τύπου την ποιότητα και την αξίωση του βάθους στην τέχνη.
Προκειμένου να συνδέσουμε στο σημείο αυτό τον ποιητή Δημήτρη Λαμπρέλλη με τον πρώτο των εξπρεσιονιστών μας, τον Μίλτο Σαχτούρη, θα σταθούμε στον «Ηλία της λαχαναγοράς», δηλαδή στο ποίημα «Δεν είναι ο Οιδίποδας» του Σαχτούρη από τη συλλογή Παραλογαίς (1948), το οποίο και αντιπαραβάλουμε στο ποίημα του Λαμπρέλλη «Αίγισθος ή η χαρά του μύθου» από τη συλλογή Η μυστική αποβάθρα. Με το διαζευχτικό αυτό «ή» επιπρόσθετα να παραπέμπει στον τίτλο της συλλογής του Σαχτούρη Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958). Διαβάζουμε λοιπόν στον Σαχτούρη:

Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς

Και στον Λαμπρέλλη «αντίστοιχα», με τη χαρακτηριστική του συντομία παρούσα, διαβάζουμε:

            Σήμερα στην αγορά όλα είναι κλειστά
            Γι’ αυτό γυρνούμε
            Κι έπειτα
            γέρνουμε
            ν’ ακούσουμε το τέλος ενός ακόμα μύθου.

            «Ο Ορέστης Βήτα
            είναι
            με τον θάνατο
            αυτήν τη νύχτα».

            Πάει ο Ορέστης
            Πάει ο θάνατος
            Πάει η νύχτα.
                                   
Ο νεότερος εκ των δύο ποιητής, ο οποίος ούτως ή άλλως αποτίει φόρο τιμής στον μεγάλο δάσκαλο και αγαπημένο Μίλτο Σαχτούρη[2], στο δεύτερο μέρος του ποιήματός του «Η εντολή καίγεται» (Η ανεμώνη και ο ίλιγγος) συναντάται το ποίημα του Σαχτούρη «Τα δώρα», όπως και «Η αποκριά». Διαβάζουμε:

Κι όμως κανείς δεν λέει πως συνέβη και
λίγο πιο πέρα σ’ ένα παιδί έδωσαν ένα ψαλίδι
λίγο πιο πέρα σε μία γυναίκα έδωσαν ένα λουλούδι
λίγο πιο πέρα τις λέξεις που γράψαμε
σ’ ένα σεντόνι
σ΄ ένα ρούχο
σ’ ένα μικρό χαρτί
τις έδωσαν στον άνεμο
να γίνουν κάτι
Κι αυτές έγιναν σημαίες
Σημαίες παράξενης Αποκριάς.

Όπως και το ποίημα «Υστερόγραφο ή η παραμονή (της πρωτοχρονιάς)» από τη συλλογή Το αίμα των ονείρων, επίσης συνομιλεί με τα «Χριστούγεννα» του Μίλτου Σαχτούρη.
Με τη διαρκή όμως έγνοια του Λαμπρέλλη −χαρακτηριστικά, επιπρόσθετα και διαφοροποιητικά, σε σχέση με τον Σαχτούρη, παρούσα− με την οποία συχνά, αν όχι και μονίμως, αντισταθμίζει το σκοτάδι με την προσθήκη φωτός. Διαβάζουμε ενδεικτικά:

            […] Τα βράδια μες στο μυαλό μου
            τη λεπίδα
να κάνω
αχτίδα
προσπαθώ.
(«Η ανάταση», Το αίμα των ονείρων)

ή:

            «ν’ ανάψουνε τα μάτια σου
            να κάψουν τη θηλιά σου»
(«Το τραύμα», Το αίμα των ονείρων)

Πλησιάζοντας στο τέλος, αυτής της εισαγωγής στην ποίηση του Λαμπρέλλη, με μια διάθεση ευρύτερου συνοψισμού, θα επιθυμούσαμε να σημειώσουμε πως μακριά από πλασματικές διεξόδους και από εύκολες σχηματικές κατηγοριοποιήσεις, ο ποιητής Λαμπρέλλης εντάσσεται, μαζί με τους Σαχτούρη, Μπράβο, Μαστοράκη και Φωστιέρη, ως ισότιμος στο μεγάλο ρεύμα της εξαιρετικής αυτής ποίησης κατά τους τελευταίους δύο αιώνες στην ελληνική μας επικράτεια, εξυψώνοντας με την ποίησή του τις «κοινές» λέξεις, τα πλαστικά του σχήματα και οχήματα, τους όγκους, τις ακολουθίες και τις καταστάσεις σε νέες σημασίες και σε νέα μορφώματα, τις οποίες και ανανεώνει, πλάθοντας μια ποίηση μοναδική στην ιδιοσυστασία της και στην εκφορά της, η οποία και με το που αρθρωθεί αναγνωρίζεται. Καθιστώντας επιπρόσθετα τα ποιήματα μαγικά, μυθο-ποιητικά και αυτόνομα στη λειτουργία τους.
Εδώ αξίζει βέβαια να τονισθεί το καλλιτεχνικά αυτονόητο, πως στα ποιήματά του δεν κυριαρχεί η ψυχαναλυτική άποψη για την καλλιτεχνική δημιουργία ως «εξιδανίκευση» (Sublimierung), ούτε το καλλιτεχνικό δημιούργημα ως «υποκατάστατο» (Ersatz) των λεγόμενων αξεπέραστων «συμπλεγμάτων», των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας[3] και των ανεκπλήρωτων πόθων (κάτι που φαίνεται −δυστυχώς− να ισχύει συχνά και σε αρκετές περιπτώσεις στα γράμματά μας), αλλά η ίδια η αισθητική. Και άρα δεν αναιρείται ούτε η αυτονομία των ποιημάτων ως καλλιτεχνικών δημιουργημάτων, ούτε και λειτουργούν τα καλλιτεχνήματα ως «μέσα» φυγής από την «πραγματικότητα», αλλά απεναντίας ως μέσα μετωπικής σύγκρουσης με αυτή ή έστω ως μέσα συνάντησης και αναγνώρισής της[4] και φυσικά μετασχηματισμού ή και μεταστοιχείωσής της. Σε αυτήν την αισθητική θέση της ψυχανάλυσης είναι που ασκεί εξάλλου κριτική ο Τέοντορ Αντόρνο λέγοντας πως:

Μόνο ερασιτέχνες εναποθέτουν τα πάντα, στην τέχνη, στο ασυνείδητο. Το καθαρό αίσθημά τους επαναλαμβάνει ξεπερασμένα κλισέ. Στην καλλιτεχνική παραγωγική διαδικασία τα ασυνείδητα ερεθίσματα είναι μια ώθηση και ένα υλικό μεταξύ πολλών άλλων. Εισέρχονται στο καλλιτέχνημα διαμεσολαβημένα από το νόμο της μορφής. […] Ό,τι δεν υπακούει σ’ αυτήν [τη μορφή] δεν είναι παρά «φυγή»∙ η προσαρμογή στην πραγματικότητα γίνεται το ύψιστο αγαθό[5].

Ο Γερμανός θεωρητικός  καταλήγει στο ότι και η φαντασία είναι φυγή, μέσο φυγής, αλλά όχι πέρα ως πέρα, και για αυτό στους σημαντικούς καλλιτέχνες είναι συνενωμένη η οξύτατη συνείδηση της πραγματικότητας και η αποξένωση από αυτήν. Κι έτσι θεωρούμε πως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του ποιητή και στοχαστή Λαμπρέλλη. Εδώ είναι μάλιστα που καταλήγει το ίδιο το έργο ως κάτι το πραγματικά ανόμοιο από τον καλλιτέχνη προσθέτοντας περαιτέρω στην αινιγματικότητα και τη σημασία του. Και συνεχίζει ο Αντόρνο:

Αν η τέχνη έχει ψυχαναλυτικές ρίζες, τότε αυτές θα πρέπει να είναι οι ρίζες της φαντασίας στη ρίζα της παντοδυναμίας. Σ’ αυτήν βρίσκεται εν ενεργεία η επιθυμία να δημιουργήσει έναν καλύτερο κόσμο.
             
Η ταραγμένη όμως εποχή και η ιστορία στην εκδίπλωσή της, δεν κατορθώνουν ή δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο, δηλαδή μια βελτίωση, έναν πραγματικά καλύτερο κόσμο. Τα συμβαίνοντα καταλήγουν και παραμένουν αποτέλεσμα της κοχλάζουσας ρηγματώδους και ρευστής θα λέγαμε ανθρώπινης ψυχής −όσο ποτέ άλλοτε τώρα απελεύθερης− και δεδομένου του ετεροπροσδιορισμού των προσώπων και της τεχνο-υλικής εξάπλωσης του πραγματικού στα πλαίσια της «αρνητικής διαλεκτικής», οδηγούμαστε στο να μην ελπίζουμε πολλά, ή να μην μας «επιτρέπεται» κάτι τέτοιο, αν βέβαια αυτό είναι και το ζητούμενο. Ένα λυτρωτικό μέλλον προεξοφλείται ως κάτι το αδύνατο, φλερτάροντας στην καλύτερη περίπτωση με ένα μέλλον ίσως απλά ανεκτό. Εκεί ο ποιητής ως μονάδα, αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων, στο μάταιο του μοναχικού του αγώνα, καλείται να συμπορευτεί πρόσκαιρα με λίγους ομοιοπαθούντες και «εξίσου λοξούς» ομότεχνους. Χρησιμοποιώντας στην περίπτωσή μας την ποιητική γλώσσα, αυτό το δευτεροβάθμιο συμβολικό σύστημα[6], αυξάνοντας έτσι και άλλο την απόσταση. Να σημειωθεί εδώ πως η πρώτη ύλη, η γλώσσα, είναι ένα ήδη υπάρχον σύστημα, και έτσι κατορθώνει μέσω αυτής ο ποιητής, να διατηρεί μια απόσταση μερικής ασφαλείας από το πραγματικό, που είτε συνθλίβει στην κίνησή του, είτε νεκρώνει −ως γνωστόν− στην έρημό του. Παίρνει, επομένως ο ποιητής και εν προκειμένω ο Λαμπρέλλης μια διατηρήσιμη επί το πλείστον απόσταση από το «πραγματικό», του οποίου και έχει γίνει όχι μόνο τόπος διαρκούς ζύμωσης αλλά και γέννησής του.



[1] Β’ έκδοση, εκδ. Ρώμη, 2016.
[2] Αφιερώνει εξάλλου και μια μελέτη στον Σαχτούρη. Βλ. Δ.Ν. Λαμπρέλλης, Χριστούγεννα στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, Η ανακλαστική διαλεκτική και τα ματωμένα της θραύσματα, πρόλογος Γιάννης Δάλλας, εκδ. Ίκαρος, 2008.
[3] Βλ. και Διονύσιος Σολωμός, Η γυναίκα της Ζάκυθος: «Και η γυναίκα ετότες εμπήκε στο δώμα της. / Και σε λίγο έγινε μεγάλη σιωπή, και άκουσα το κρεβάτι να τρίζει πρώτα λίγο και κατόπι πολύ. Και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί. / Καθώς κάνουν οι βαστάζοι όταν οι κακότυχοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο». Και: «Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σε παραμονεύει από την κλειδωνότρουπα» (βλ. και Γ. Δάλλας, «Ο Σολωμός προάγγελος των νέων ευρωπαϊκών ρευμάτων», Σολωμός και Κάλβος. Δύο αντίζυγες ποιητικές της εποχής, εκδ. Νόηση, 2009).
[4] Πρβλ. Γ. Βελουδής., ό.π., σ 331.
[5] Theodor W. Adorno, Aesthetische Theorie, εκδ. Suhrkamp, Frankfurt a. M. 1973, σσ. 21-22. Μτφρ. στα ελληνικά από Γ. Βελουδή,  ό.π., σ. 332.
[6] Η ζωγραφική και κατά μία έννοια η γλώσσα είναι πρωτοβάθμια συμβολικά συστήματα.




[Το τέλος μιας Εδέμ]

Πέρας, πέρας στα ες αεί και στα Αδάμ
πού ει και στις περιπατητικές φωνές
που βροντούν στο δειλινό.

Ν’αντιγυρίσουν πισώπλατα τα κύματα
τον δρόμο τους και τα κάστρα κι οι γραφές
στην άμμο παραχώματα και στον βυθό
πάνω σε ανέμους αλύγιστους κι αληγείς
από τ’αριστερά στα δεξιά να ξηλωθούνε
και τα κλαδιά να γίνουν σπόροι και όταν
τα φάνε τα πουλιά να πέσουνε σαν φύλλα
και να σκουπιστούν κι αυτά από το μέγα
σάρωθρον του ήλιου που σκεβρώνει
σ’ασθενικό αστέρι, σε μελανή τελεία.

Κι η κραυγή θα γυρίσει στην ηχώ της
σε νέο τόπο σε νέο είναι μέχρι τον νέο
Αδάμ κι όλα τα νέα ες αεί.
Μα έως τότε πέρας και αμήν.








[Η ταφή του ζώντος]


Εδώ, ενθάδε κείται , πιο κάτω και βαθιά
από κάθε γούστο αίματος, διόλου άγουρος
μα νεότερος από κάθε παρακμή.
Ένα εκατοστό η απόσταση του εαυτού
από το δέρμα του αρκεί και αφθονεί,
τρυπώνουν τα συντηρητικά φαρμάκια
την ελάχιστη στιγμή που τα χέρια και
τα νερά χωρίζουν, όσο κι αν κατάματοι
οφθαλμοί τρέχουν να συναντηθούνε
στο εξής όλες οι παλίρροιες αμηχανούν.

Βασκανεμένος κι αναπάντητος, ενθάδε κείται.
Μπατάλικο αίσθημα μεσημεριού, ήταν Αύγουστος
και ζήτησε πέντε λεπτά ακόμη πριν τον κοιμητήριο
κτύπο. Έτσι γνώρισε το χώμα που ακινητεί,
τις χούφτες που πέφτουν στις πλάτες του βουνά,
αίσθημα που ετάφη ζωντανό δίχως να’ χει τελειώσει.

Κι οι βολβοί του ορθάνοιχτοι προβολείς, ανησυχούν
φωτίζουν ανελέητα τα σπλάχνα μας, οικτίρουν
την προσπάθεια τους ν’ αγαπήσουν δίχως πένθος.
Ώσπου να πουν ενθάδε κείμαι και προσδοκώ
ανάσταση νεκρών ενσώματη ή με μετενσάρκωση.





[ὄνομα δ’ Ὀ]


Οφείλω να μελετήσω μια ζωή δίχως εσένα
κουβαρίστρα τ' αλφαβητάρι μου ν'απλωθεί,
στα δίχτυα του κι ο δείκτης μου να διστάζει ένα
μοιραίο δευτερόλεπτο πριν μαγκωθεί στ΄όνομα·
τ' όνομα τ' ανεπίκλητο που στριφογυρνά στην
άκρη της γλώσσας και την σφενδόνη πάντα
του πρώτου του γράμματος γλείφει κυκλοδίωκτο ,
τ' όνομα που πίπτει στο χαίνον του αρχικού του.

Οφείλω να μελετήσω μια ζωή δίχως εσένα
ο πρώτος μου έρωτας κοντοστάθηκε περί
το τέλος του αλφαβήτου· το αρχικό σου
μου πέρασες δαχτυλίδι.

Ποια μεγαλύτερη σκλαβιά, να οφείλω
να μάθω απ' την αρχή τα γράμματα κι
όταν σε ξανασυναντήσω να οφείλω
με το δαχτυλίδι σου ν'αρμολογήσω
επιφώνημα, επίκληση, άρνηση
και νέους ανθρώπους να ορίσω.

Με το δικό σου άρθρο ποιος
θα γίνει όμοια ουσιαστικός;



Ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Γιάννη Χρήστου


Χειμώνας τού 1984. Ένα βράδυ, μαζί με τη γυναίκα μου, τότε, έχουμε απλωμένες στο πάτωμα όλες τις μεσημεριανές εφημερίδες και τις διαβάζουμε προσεχτικά, συγκρίνοντας τις διάφορες δημοσιεύσεις για το ίδιο θέμα· σχετικά με τον πατέρα της. Κάθε μια με τον τρόπο της, όλες κάτι γράψανε· και γράψανε καλά. Δεν το περιμέναμε· γιατί όπως και να ’χει η ‘Εταιρεία’ δεν ήταν δα και κάνα θέμα να κάνει μπούγιο. Ξάφνου χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει η Σάντρα: ‘…           Ναι, βεβαίως εδώ είναι· ποιος τον ζητεί;’ Τη βλέπω που κοκαλώνει, σκεπάζει με την παλάμη το ακουστικό και ψιθυρίζει· ‘Ο Χατζιδάκις!’ Τη ρωτώ με τα μάτια, για να σιγουρευτώ· ‘Ναι’, κάνει με το κεφάλι και μού τον δίνει. Δεν το πιστεύω· κι όμως... Η γνωστή μελωδική φωνή του Μάνου, που δεν τον είχα συναντήσει ποτέ στη ζωή μου.
-Κύριε Αδαμόπουλε, διάβασα τις εφημερίδες και σάς παίρνω κατ’ αρχήν για να σάς συγχαρώ θερμά για την εξαιρετική σας πρωτοβουλία να ιδρύσετε την ‘Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου.’ Τον ευχαρίστησα αμέσως όπως-όπως, μα δε μ’ άφησε να συνεχίσω: ‘Θέλω όμως να σάς τονίσω πως διαφωνώ εντελώς με την επιλογή ορισμένων προσώπων, που εμφανίζονται ως μέλη τής εταιρείας σας…’
Δεν είναι δυνατόν! Ο Χατζιδάκις, έψαξε, βρήκε τον αριθμό μου και με παίρνει τώρα, νυχτιάτικα στο τηλέφωνο για να με βάλει πόστα, επειδή λέει διαφωνεί με το ποιους έβαλα μέλη εγώ στην ‘Εταιρεία’! Μ’ άρεσε όμως πολύ αυτός ο αυθορμητισμός· αυτή η τσεκουράτη, απόλυτη ειλικρίνεια που μού τρύπησε τ’ αυτιά και τού απάντησα κι εγώ ακριβώς όπως ένοιωσα εκείνη τη στιγμή:
-Χαίρομαι πάρα πολύ που το ακούω αυτό, κύριε Χατζιδάκι!
-Μα πώς χαίρεστε· αφού σάς είπα ότι διαφωνώ εντελώς;
-Ναι, αλήθεια χαίρομαι, μα πρέπει να μιλήσουμε από κοντά· να σάς εξηγήσω…

Όπως κι έγινε. Την επομένη, μαζί με τη Σάντρα, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στον ‘Αυλό’. Χαμογελαστός, καίριος, ευγενέστατος, εντελώς σίγουρος για τον εαυτό του και απόλυτα σοβαρός. Μας ζύγισε αμέσως με το μάτι· να δει τι ψάρια πιάνουμε, είπε δυο-τρία μόνο τυπικά πράγματα για την αρχή, ρίχνοντας κάποιες γέφυρες κι αφού ένοιωσε πως μπορούμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά, δίχως φιοριτούρες και περιστροφές που δεν τού άρεσαν διόλου, μπήκε γρήγορα στο θέμα, χαμογελώντας πάντα πολύ σοβαρά και ισορροπώντας αέρινα μεταξύ σοβαρού και αστείου.

-Εγώ, γύρω στο ’60 που τον πρωτογνώρισα, τον Γιάννη Χρήστου τον ζήλευα… Βέβαια! Για τρεις λόγους: Πρώτον διότι ήταν λεπτός και όμορφος, ενώ εγώ χοντρός και άσχημος. Δεύτερον, γιατί ήταν πολύ μορφωμένος, ενώ εγώ ένας αυτοδίδακτος ημιμαθής. Και τρίτον· διότι είχε γράψει τα ‘Έξι τραγούδια, σε στίχους του T.S Eliotκι εγώ δεν είχα κάνει τίποτα!
Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου· δεν μπόρεσα να μην τον διακόψω: Τίποτα; Πώς τίποτα· ο Χατζιδάκις γύρω στο ’60… Κι όμως επέμεινε, λέγοντας πως ναι μεν το τραγούδι είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, μα η Μουσική είναι πολύ μεγαλύτερη Τέχνη απ’ ό,τι νομίζουν συνήθως οι νεοέλληνες. Μ’ αυτή την έννοια ο Γιάννης Χρήστου είχε βουτήξει σε βαθιά νερά κι είχε πετύχει πολύ σημαντικά πράγματα στη Μουσική.
-Δεν πιστεύω -τον διέκοψα πάλι- να είστε κι εσείς απ’ αυτούς που θεωρούν πως η Μουσική διαιρείται σε π.Χ. και μ.Χ.;
-Τι εννοείς;
- Σε «προ Χρήστου» και σε «μετά Χρήστου»· γιατί το ’χω ακούσει και αυτό!
Χαμογέλασε σαρκαστικά και με ακτινογραφούσε πάλι συνέχεια, να δει αν τού κάνω πλάκα ή αν μιλώ σοβαρά.
-Όχι βέβαια! Πολλές ανοησίες λέγονται· αυτήν ευτυχώς δεν την έχω ακούσει. Όμως ο Χρήστου, σίγουρα έχει λάβει τη θέση του στον κόσμο της Μουσικής.
-Κάπου ανάμεσα στους Cherubini Chopin, Debussy
-Δηλαδή;
Με κοίταξε αυστηρά, σα να είχα κάνει ένα πολύ σοβαρό ολίσθημα στις  προφορικές μου εξετάσεις κι ετοιμαζόταν να με κόψει· με βαριά καρδιά, αλλά να με κόψει.
-Η δημοκρατική τάξη του αλφαβήτου: Έχω πολλούς δίσκους, κι όπως βάζω τα βιβλία μου στη βιβλιοθήκη, έτσι βάζω και τους δίσκους· αλφαβητικά: BachBeethovenBrahmsBrucknerChopinChristou…’
Γυάλισαν αμέσως πάλι τα μάτια του και η σκοτεινιά του χαμόγελου έφυγε κάπως κι έμεινε  για μια στιγμή σχεδόν σκέτο χαμόγελο.
-Βλέπεις; Και μετά μού λες εμένα! Τι να πω εγώ ο δυστυχής που είμαι στριμωγμένος κάπου ανάμεσα στον Handel και στον Haydn! Πρέπει να προσέχουμε λοιπόν τι λέμε, και μην ξεχνάτε πως το έργο που έχετε αναλάβει είναι πολύ σοβαρό. Γι’ αυτό σού είπα πως διαφωνώ ριζικά με την επιλογή ορισμένων προσώπων στην ‘Εταιρεία Γιάννη Χρήστου’… Ο Κουν τον λάτρευε τον Χρήστου και μπορεί να βοηθήσει πολύ. Ο Παπαστράτος επίσης· το έχει αποδείξει άλλωστε. Η Ντόρα η Τσάτσου· πρώτης τάξεως, η Χλόη Obolensky ομοίως· έχει και γνωριμίες εκτός Ελλάδος. Αλλά…

…Και  φυσικά δεν είχε κανένα πρόβλημα ν’ αρχίσει να μιλάει πάλι εντελώς ανοιχτά, αναφέροντας άτομα με τα οποία ήμουν σίγουρος πως διαφωνούσε και μη διστάζοντας διόλου να πει για το καθένα ξεκάθαρα τη γνώμη του, όσο αρνητική κι αν ήταν.
-Κι εγώ, γι’ αυτό σάς είπα χθες πως χαίρομαι που το ακούω! Τώρα χαίρομαι διπλά, γιατί βλέπω ότι συμφωνούμε εντελώς κι έχουμε ακριβώς τις ίδιες απόψεις.
-Και τότε γιατί τους βάλατε μέσα στην ‘Εταιρεία’; λέει κοιτώντας τη Σάντρα. ‘Κακό θα σάς κάνουν όλοι αυτοί «οι πεισιθάνατοι μνηστήρες».
Βάλθηκα τότε να τού εξηγώ πως είναι καλύτερα να είναι όλοι μέσα, να συμμετέχουν όλοι μαζί και να μη νοιώθει κανείς αποκλεισμένος -άρχισε να χαμογελά- πως δεν πιστεύω ότι θα θελήσει κάποιος να κάνει κακό σ’ έναν τόσο ευγενικό και ωραίο σκοπό -χαμογελούσε πάντα θλιμμένα- όπως η διάσωση και η διάδοση του έργου ενός δημιουργού που σκοτώθηκε νεότατος πριν δέκα πέντε χρόνια -κουνούσε ελαφρότατα το κεφάλι περιμένοντας να τελειώσω- και πως σε τελευταία ανάλυση και να θέλει κανείς να κάνει κάτι αρνητικό, δεν τού αφήνει και πολλά περιθώρια το καταστατικό της ‘Εταιρείας’. Εκεί σοβάρεψε· συνοφρυώθηκε:
-Και τι λέει το καταστατικό;
-Ότι όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από το τριμελές διοικητικό συμβούλιο.
-Τριμελές· αυτό πολύ μού αρέσει! Και ποιοι είναι μέλη;
-Οπωσδήποτε δύο εκ των κατιόντων του συνθέτη…
-Πολύ σωστά! Υποθέτω πως η Σάντρα είναι το ένα μέλος…
-Προφανώς· είναι και η Πρόεδρος της ‘Εταιρείας’ άλλωστε. Η αδελφή της είναι το δεύτερο μέλος.
-Πολύ ωραία... Και το τρίτο μέλος;
-Ο Διευθύνων Σύμβουλος.
-Και ποιος είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος;
-Εγώ.
-Θαυμάσιο καταστατικό! Σταλινικότερο τού Στάλιν· αριστούργημα! Αίρω όλες τις επιφυλάξεις μου και προσχωρώ αμέσως· αν με θέλετε φυσικά!

Άκου λέει· αν τον θέλαμε… Έκανε σα μωρό παιδί. Ήθελε να γίνει μέλος της ‘Εταιρείας’ εκείνη τη στιγμή κιόλας. Δεν μάς είχε περάσει καν απ’ το μυαλό κάτι τέτοιο. Δεν είχαμε φέρει μαζί τα βιβλία της ‘Εταιρείας’, ούτε τα χαρτιά με το λογότυπο· μόνο χαρτοπετσέτες και πακέτα τσιγάρα είχαμε: Ωστόσο ο Μάνος Χατζιδάκις ήτανε ήδη μέλος της ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Επέμεινε να γράψει ο ίδιος, λίγες μέρες μετά, στο μικρό του στούντιο, απέναντι απ’ το άγαλμα του Τρούμαν, δυο λόγια αιτιολογώντας με συγκινητικό τρόπο τη συμμετοχή του, γελώντας -δίχως θλίψη- και λέγοντας ξανά και ξανά: «Αρκεί να με εγκρίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον»!





 




Κι αν δεν είχαμε φανταστεί ποτέ πως θα γνωριζόμασταν έτσι· τόσο άδολα, τόσο αυθόρμητα και τόσο ουσιαστικά, ούτε και τότε ακόμη μπορούσαμε να υποψιαστούμε, πόσο σοβαρά είχε πάρει το ρόλο του, πόσα πράγματα ήθελε να κάνει για τη μουσική τού Γιάννη Χρήστου και πόσα πράγματι έκανε μετά, στα χρόνια που ακολούθησαν.

Το γεγονός και μόνο ότι μάς είχε δώσει το ελεύθερο να τού τηλεφωνούμε, να πηγαίνουμε στο σπίτι του και να συζητάμε ανοιχτά για το τι σκοπεύαμε να κάνουμε με την ‘Εταιρεία’, ήταν η πολυτιμότερη βοήθεια. Απαραίτητη διευκρίνιση: Εγώ, αν και πάντα ενδιαφερόμουν για τη λογοτεχνία και για τη μουσική, δεν ήμουν μουσικός, ούτε είχα δημοσιεύσει τίποτε τότε. Άρα δεν ήμουν και δεν θα μπορούσα να διανοηθώ ποτέ μου ότι παρουσιάζομαι μπροστά του ως ποιητής, συγγραφέας,  μουσικός, συνθέτης, ούτε τίποτα τέτοιο: Ήμουν απλά και μόνο ένας νεαρός δικηγόρος, που μ’ εμπιστεύτηκε και τού άρεσε να συζητάμε μαζί. Κυρίως για μουσική. Ειδικότερα γι’ αυτό που λέμε κλασική μουσική· το μεγάλο μου απωθημένο -και το δικό του. Έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει την απόλυτη ασυλία τού μη μουσικού, μπορούσα να τού λέω ό,τι ήθελα για τη Μουσική. Κι αυτό τού άρεσε διπλά, γιατί χαιρόταν πάντα τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια τής ελεύθερης γνώμης.

Κάποια στιγμή εκείνος μού πρότεινε να γράψω ένα άρθρο στο ‘Τέταρτο’, με μιαν απόπειρα βιογραφίας τού Γιάννη Χρήστου και λίγα λόγια για το ορατόριο ‘Μυστήριον’ που δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ εδώ.
-Μα δεν είμαι ειδικός…
-Ο Τσαρούχης λέει πως στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις. Εμένα μού αρέσει πολύ που δηλώνεις μη ειδικός! Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτε για τον Χρήστου, και είμαι σίγουρος πως εσύ μπορείς να γράψεις κάτι σωστό.
Όταν τον ρώτησα πόσες λέξεις, πόσες σελίδες μού παραχωρεί, με κοίταξε λιγάκι κοροϊδευτικά· γράψε εσύ σωστά και σοβαρά και μη σε νοιάζει…    
Στρώθηκα στη δουλειά και δυο μήνες μετά πήγα στο σπίτι του. Μ’ έβαλε να τού το διαβάσω. Θέλοντας ν’ αποφύγω την ακρόαση, τού έδειξα απελπισμένος το μάτσο χαρτιά που κρατούσα στα χέρια μου.
-Μα δεν είναι κάτι σύντομο· κρατάει αρκετήν ώρα
-Για να δούμε πόσο θ’ αντέξω!... 
Άκουσε πολύ προσεχτικά το κείμενο που είχα γράψει, χωρίς να με διακόψει ούτε μία φορά. Και το δημοσίευσε ολόκληρο, στο επόμενο τεύχος του περιοδικού -στο ‘Τέταρτο’ τού Ιουλίου τού 1985- χωρίς να κάνει την παραμικρή αλλαγή.

Συμφωνούσε μαζί μας, που θέλαμε να φέρουμε στην επιφάνεια και τα πρώτα έργα τού Χρήστου. Τον απασχολούσε πολύ που, πέρ’ απ’ το ‘Μυστήριον’, ούτε το άλλο ορατόριο· ‘Οι πύρινες γλώσσες’, είχε παιχτεί εδώ και κυρίως· πώς ήταν δυνατό να μην έχει ακουστεί ποτέ η 2η συμφωνία· ένα έργο που το είχε ολοκληρώσει ο Χρήστου το 1957. Θεωρούσε πολύ μεγάλο λάθος να οργανώνεται κάθε τόσο η ίδια περίπου φιέστα με κάποια συγκεκριμένα έργα μόνο τής τελευταίας περιόδου τού συνθέτη και να αγνοείται επιδεικτικά η προγενέστερη συμφωνική μουσική του.

 Βρήκε πολύ θετικό που γίνονταν αρκετές προσπάθειες να παιχτεί το ‘Μυστήριον’ στο (Δυτικό, τότε) Βερολίνο και διασκέδαζε αφάνταστα με την ιδέα πως και η Μελίνα, ως Υπουργός Πολιτισμού, καταπιανόταν και μάλιστα πολύ ενεργητικά, μ’ ένα τέτοιο θέμα, που δεν τής ταίριαζε διόλου και τής ήταν παντελώς άγνωστο. Κυριολεκτικά όμως ενθουσιάστηκε όταν τού είπα πως εγκρίθηκε η πρότασή μας να παιχτεί στο Φεστιβάλ Αθηνών η 2η συμφωνία τού Χρήστου, στις 4 Αυγούστου τού 1987. Πήγαμε τρεις μας, μαζί με τη Σάντρα, στο Ηρώδειο. Άκουγε στοχαστικά. Πονεμένος. Τού άρεσε πολύ, αν και δεν είπε πολλά, φέρνοντας όμως μαγικά στη συζήτησή μας και τον Bruckner· για να πει τελικά πως καλός ο Mahler, μα ώρες-ώρες γίνεται φλύαρος.
-Τι άδικα πράγματα όμως... Σκέψου· αυτή η συμφωνία έμεινε τριάντα χρόνια άπαιχτη… Σήμερα ακούγεται πρώτη φορά· τριάντα έτη μετά…
-Ε, κι ο δυστυχής ο Schubert δεν άκουσε, ούτε τη Μεγάλη ούτε την Ημιτελή…

Κάποια στιγμή μετά, το ίδιο βράδυ, τρώγοντας, μαζί με τον μαέστρο Μιλτιάδη Καρύδη και διάφορους άλλους τού Φεστιβάλ, σκύβει δίπλα μου και μού λέει σιγανά:
-Θέλω κι εγώ να κάνω κάτι για τον Johnny… Θέλω να κάνω την 1η συμφωνία.
Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου.
-Υπάρχει η παρτιτούρα στο αρχείο· μπορείς να μού τη φέρεις;
-Φυσικά· όποτε θέλετε, αλλά αυτές τις μέρες δεν σάς βρίσκω στο τηλέφωνο.
-Άλλαξα νούμερο πάλι για να μη μ’ ενοχλούν.’ Πήρε τα σπίρτα μου κι έγραψε πάνω στο σπιρτόκουτο το καινούργιο του τηλέφωνο. ‘Ορίστε: Αυτό είναι το ιδιωτικό μας συμφωνητικό για την 1η συμφωνία! Κοίτα πώς μάς κοιτάζουν όλοι. Θα λένε, τι συνωμοτούν αυτοί οι δυο εκεί πέρα· κι είναι και 4η Αυγούστου σήμερα!




Τού πήγα σπίτι του την παρτιτούρα της 1ης συμφωνίας και κατάλαβα πως το εννοούσε· θα διηύθυνε ο ίδιος. Όταν λίγο καιρό μετά τού χαρίσαμε το βιβλίο της Anne Martine Lucciano για τον Γιάννη Χρήστου, που μόλις είχε εκδοθεί σε μετάφραση τού Γιώργου Λεωτσάκου, χάρηκε πάλι πολύ, γιατί είχε γίνει ακόμα ένα σοβαρό βήμα, αλλά δε μπόρεσε να μην προσθέσει, με απέραντο σαρκασμό: ‘Ορίστε· μια νεαρή γαλλίδα φοιτήτρια, μάς βάζει σ’ όλους τα γυαλιά! Τόσα χρόνια δε βρέθηκε ούτ’ ένας εδώ, να κάνει μια σοβαρή μουσικολογική μελέτη…’   

Από τότε, μελετούσε συστηματικά την 1η συμφωνία και δρομολόγησε την οργάνωση μιας συναυλίας, μαζί με την παρουσίαση τού κύκλου ‘Έξι τραγούδια σε στίχους T.S. Eliot, στο Παλλάς, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, για να τιμήσει τη μνήμη τού συνθέτη· είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του. Συναυλία που πράγματι έγινε στις 27 Νοεμβρίου τού 1990.  

Λίγο πριν μάλιστα, το καλοκαίρι του ’89, σε μια συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ -που θα άξιζε να τη διαβάσει κανείς ολόκληρη, γιατί περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια το σήμερα- στην ερώτηση αν διακρίνει μεταξύ των ανθρώπων της Τέχνης και τού Πνεύματος φυσιογνωμίες ‘ερωτικές’, με την έννοια που εκείνος έδινε στη λέξη ερωτικός, απαντά: «Ο Ελύτης, ο Γκάτσος… Θα τολμούσα να πω έναν ή δύο ακόμα, αλλά δεν έχουν την ηλικία. Κοιτάξτε, ερωτικές φυσιογνωμίες δεν είναι οι ευαίσθητοι και οι λεπτεπίλεπτοι. Είναι οι αληθινές, οι δυνατές φυσιογνωμίες. Κι αυτό μπορείς να το κρίνεις μόνο αφού περάσουν πολλά χρόνια. Αν θα ονόμαζα κάποιο μουσικό μας, θα ανέφερα τον Γιάννη Χρήστου. Ήταν αληθινά ερωτικός άνθρωπος και είμαι βέβαιος πως αν ζούσε θα ήταν δεσπόζουσα φυσιογνωμία. Ή θα εξαφανιζόταν. Γιατί ένας ερωτικός άνθρωπος σημαίνει και ζωντανός άνθρωπος. Και ένας ζωντανός άνθρωπος μπορεί να ‘χαθεί’, να καταστραφεί, ανά πάσα στιγμή.»

Τού είχα ζητήσει και μού είχε δώσει την άδεια να παρακολουθώ, ελεύθερα, τις πρόβες. Εξαιρετικό προνόμιο, μοναδική εμπειρία. Αν και γνωριζόμασταν αρκετά χρόνια πια και ήξερα καλά το πραγματικό βάθος και την ποιότητα τού ανδρός, καθώς τον παρακολουθούσα να διδάσκει την ορχήστρα, ήταν αδύνατο να συνταυτίσω μέσα μου αυτό που έβλεπα και εβίωνα εκείνες τις στιγμές, με διάφορα τραγουδάκια των παιδικών μου χρόνων· έστω κι αν όλα είχαν την ίδια δαιμόνια σπίθα τού πηγαίου ταλέντου και τής θεϊκής ευκολίας που μπορούσε να συλλαμβάνει εκπληκτικές μελωδίες πάνω σ’ ένα πακέτο τσιγάρα. Η σοβαρότητα, η προσήλωσή του σ’ αυτό που άκουγε μέσα του και οι λακωνικές και εύστοχες οδηγίες με τις οποίες προσπαθούσε να το μεταδώσει στην ορχήστρα, με είχαν καθηλώσει.

Κι όταν έφτανε στο Eyes that last I saw in tears’ (Μάτια που είδα γεμάτα δάκρυα, τελευταία φορά) -το 4ο από τα ‘ Έξι τραγούδια σε στίχους T.S. Eliot, το οποίο υπάρχει αυτούσιο και στο andante της 1ης συμφωνίας- που το πρόβαρε ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές με κομμένη την ανάσα· σταματώντας, αρχίζοντας και ξαναρχίζοντας πάλι, ένοιωθες ένα κόμπο στο λαιμό: Ο Μάνος Χατζιδάκις, ολότελα ταυτισμένος με τον Γιάννη Χρήστου, μεταμορφωνόταν, εξαϋλωνόταν, πονούσε, γινόταν δάκρυ ο ίδιος· και ήθελε να το περάσει το αίσθημα αυτό, βασανιστικά, όσο γίνεται πιο έντονα, όσο γίνεται πιο ατόφιο, στη μεσόφωνο, στους μουσικούς, στα όργανα, στους τεχνικούς, στο σανίδι, στα παρασκήνια, στην αυλαία, στα φώτα, σ’ όλη την αίθουσα πέρα ως πέρα.
Και το κατάφερνε· χωρίς να είναι ειδικός. Απόλυτα φυσικό: Μόνο εκείνος ο άνθρωπος, που -ενώ είχε πάρει Όσκαρ Μουσικής!- έλεγε πως δεν είχε κάνει τίποτα και πως ζήλευε τα ‘Έξι τραγούδια σε στίχους τού T.S Eliot, θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Κι ο Μάνος, ο υπέροχος Μάνος, είχε αστείρευτα αποθέματα ψυχής, για να κάνει τα πάντα· ακόμα κι εκείνα που δεν είχε κάνει ποτέ του…



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA