Ο Αρτέμης Μαυρομμάτης γράφει στο frear.gr για τις "Μικρές Καταιγίδες" της Βικτωρίας Γεροντάσιου (Εκδ. Θράκα, 2018)

Η Βαρβάρα Ρούσσου γράφει στο περιοδικό "ο αναγνώστης" για τον "Φόνο του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη

Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει στην Εφημερίδα Των Συντακτών για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

Η "Διώρυγα μεταξύ νεφών" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου, ανάμεσα στα "βιβλία για το καλοκαίρι" της εφ. Καθημερινής από τον Άθω Δημουλά.

Από την παρουσίαση της "Δυνάστρας Μήτρας" (Εκδ. Θράκα, 2018) της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη, στο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό.

Η παράλογη κοινωνία κρεμασμένων στην ποίηση της Σάντι Βασιλείου

εκδ. Θράκα


Κατά τον Μπένγιαμιν, ο υπερρεαλισμός δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως αντίδραση «στην αθεράπευτα προβληματική σύζευξη του ιδεαλιστικού μοραλισμού με την πολιτική πράξη» και των συνακόλουθων αδιέξοδων συμβιβασμών στις θέσεις που υπερασπίστηκε η αστική αριστερά. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό της ιστορικής πρωτοπορίας, εκείνο που προσδιορίζει την ιστορική μοναδικότητα της, είναι ότι σε αντίθεση με τον σύγχρονό της μοντερνισμό δεν απορρίπτει απλά την καλλιτεχνική παράδοση, αλλά το σύνολο της τέχνης σαν χαρακτηριστικού θεσμού της καπιταλιστικής κοινωνίας. Έτσι, ενώ ο μοντερνισμός επιχειρεί να ανανεώσει τις μορφές και τα εκφραστικά μέσα της τέχνης, η ιστορική πρωτοπορία απαρνείται την αυτονομία της τέχνης, επαγγελόμενη την κατάργηση της διάστασης μεταξύ δημιουργού και κοινού, ποίησης και ομιλίας, τέχνης και ζωής (Peter Burger).
Στον δρόμο αυτό μέσα στις νέες συνθήκες του ΚΑ' αιώνα οδεύει και η Σάντι Βασιλείου δεν την ποιητική συλλογή «28 μέρες κάτω από τη γη» (Θράκα, 2017). Η ποιήτρια αξιοποιεί τη συνειρμικότητα της σουρεαλιστικής πρωτοπορίας. Το ποιητικό σύμπαν της είναι ένας κόσμος πραγματικός, ένας κόσμος που δεν υποφέρει από καμιά μεταφυσική αγωνία, αλλά βασανίζεται γιατί του λείπουν τα στοιχειώδη εκείνα πράγματα που κάνουν τη ζωή υποφερτή. Η πορεία της κοινωνίας δυσκολεύει το όνειρο, ο θάνατος που περικλείει το ποιητικό υποκείμενο και η περιθωριοποίηση/αλλοτρίωση δυσχεραίνουν τον ίδιο το βίο του Ανθρώπου.
Στην ποιητική της ξεχωρίζουν οι τολμηρές εικόνες και η σουρεαλιστική αφήγηση (οβίδα, 30 τ.μ.) αφήνοντας ένα μειδίαμα από την ανοικείωση, μα και συνάμα μία διάθεση στοχασμού.
Η γλώσσα της πλάθει δυνατές εικόνες με εικαστικές αναζητήσεις που όσο και να ξαφνιάζουν είναι στην πραγματικότητα οικείες. Η σημασία της γλώσσας αναγνωρίζεται στο Δεύτερο Μανιφέστο (1929), όπου διεκδικείται η αναβάθμιση όλων των μορφών της ανθρώπινης έκφρασης ενώ συγχρόνως τονίζεται ότι «έκφραση σημαίνει, καταρχάς, γλώσσα». Η έμφαση αυτή σηματοδοτεί μια στροφή προς την υλική διάσταση της γραφής και τη σχετική απομάκρυνση από την αισθητικοποιημένη αντίληψη για τη λογοτεχνία και την τέχνη. Η αναβάθμιση της γλώσσας αποτελεί το έναυσμα για την αναθεώρηση της σχέσης μεταξύ εμπειρίας και έμπνευσης. Η τελευταία αποσπάται από την υπερβατολογική της προέλευση και τοποθετείται στο ανθρώπινο/γλωσσικό πεδίο, και συγκεκριμένα στις εικόνες που αποσπά το συνειδητό από το ασυνείδητο.
Υιοθετεί την υπερρεαλιστική υπόδηση των μηχανισμών έκφρασης του ασυνείδητου μέσα από την αφαίρεση λεπτομερειών, όπως ακριβώς αναδύονται στη μνήμη του ατόμου. Υπονομεύει τον ψευδο-ορθολογισμό αφήνοντας ασχημάτιστες αφηγήσεις και εικόνες, οι οποίες με την ανατροπή και τον σουρεαλιστικό υπαινιγμό οδηγούν σε μια αναζήτηση τέλους και αφήνουν τον ακροατή με την επίγευση του συναισθήματος και του επιτρέπουν να στοχαστεί. Μοιάζει να επιδιώκει να μεταγγίσει την ποίηση στη ζωή και τη ζωή στην ποίηση, όπως έγραφε ο Εμπειρίκος. Δει εισχωρεί απλά στο ασυνείδητο, αλλά το φέρνει στην επιφάνεια ως κομμάτι της μυθοπλαστικής πραγματικότητας. Είναι μία σύγχρονη εκδοχή της υπεράσπισης θεώρησης των πραγμάτων και ερμηνείας της κοινωνίας μέσα από μια στοχαστική σκέψη που αναδύεται αβίαστα μέσα από τον στίχο.
Η Βασιλείου κατορθώνει να δώσει μια απόλυτα σύγχρονη και προσωπική μυθολογία, συνδυάζοντας το βίωμα με το συναίσθημα μεταπλάθοντας μέσα από μια ποιητική μελαγχολική την ειρωνεία και την κοινωνική αγωνία σε ένα διαχρονικό πρίσμα. Με το βίωμά της να ισορροπεί σε μία πολιτισμικά και κοινωνικά διασπασμένη κοινωνία, αμφισβητεί την αναπαραστατική δύναμη της γραφής ως αληθοφανούς καθρέφτη της εμπειρίας. Στιχουργεί με συνείδηση της πολυπρισματικότητας των πραγμάτων.
Η ποιητική της οδηγεί σε μια αλλοίωση των λογικών σημασιακών σχέσεων, στρέφεται εναντίον του θετικιστικού ορθολογισμού και του κομφορμισμού. Οι αντιφατικές έννοιες συχνά προσφέρουν καινούριες απεριόριστες δυνατότητες στη σύνταξη μιας νέας εικόνας εκμεταλλευόμενες τις ασυνείδητες ικανότητες του νου. Δημιουργεί εκείνες τις συναισθηματικές καταστάσεις, ώστε ο ξαφνιασμένος ακροατής/αναγνώστης να στοχαστεί μόνος του ως ενεργητικός δέκτης του ποιητικού προβληματισμού (ανταγωνισμός, το κορίτσι με τα τριαντάφυλλα, ο γίγαντας). Και η αγωνία τούτη ενισχύεται από την αξιοποίηση του παραλόγου (οι κρεμασμένοι, φεγγάρια).
Η ποιήτρια υπονομεύει τις συμβατικές λογοτεχνικές και αξιολογικές προσεγγίσεις, αναγκάζει τον ακροατή/αναγνώστη να εκμεταλλεύεται τις εμπειρίες, το συναίσθημά του, να αντιδρά και να αλλάζει τον ορίζοντα της προσδοκίας του σε επίπεδο προσωπικό και συλλογικό. Υπονομεύει τις συμβατικές προσεγγίσεις μέσα από τη χρήση της ειρωνείας. Ας μην παραβλέπουμε ότι η ποιητική ειρωνεία με τις ανατροπές και τις αντιθέσεις μειώνει την απόσταση μεταξύ ποιήτριας και κοινού.
Ο υπερρεαλιστικός λόγος της επιτρέπει με τις δυναμικές αναπαραστάσεις να συνθέσει ποιήματα πρισματικά και πολυκεντρικά. Μέσα από τους διαρκείς υπαινιγμούς και το σουρεαλιστικό κολάζ εικόνων συχνά αφήνει υπόνοιες και για άλλα θέματα (30τ.μ, θηλιές, είκοσι οκτώ μέρες). Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν εκθέτει ένα δικό της όραμα, δεν αρθρώνει ελπίδες για έναν κόσμο τέλειο, όπως αναζητούσε ο υπερρεαλισμός. Ο ποιητικός κόσμος της Βασιλείου δεν έχει όνειρα. Το σκοτάδι του θανάτου καλύπτει όλες τις συνθέσεις, η σκοτεινιά του τάφου ή του υπογείου (το φτυάρι, σημείωμα, τίποτα όμορφο, ανάβαση). Ακόμα και το λίγο φως καταστρέφεται βίαια (φεγγάρια). Το ίδιο το παράδοξο άλλωστε δείχνει ακριβώς τούτη την απογοήτευση για την απώλεια του ονείρου (το φτυάρι).
Αγκάθια (το κορίτσι με τα τριαντάφυλλα, εξορκισμός) ή νύχια (είκοσι οκτώ μέρες) και καρφιά (ανταγωνισμός το κάδρο) απειλούν διαρκώς τα ποιητικά υποκείμενα σε μία κοινωνία αιμορραγούσα (το κάδρο, ανταγωνισμός, κομμάτι) ή σε εμπόλεμη κατάσταση (οβίδα, 30τ.μ.) και κόντρα σε θηρία (είκοσι οκτώ μέρες, ο γίγαντας). Για τους υπερρεαλιστές, η δύναμη της αναπαράστασης και της φαντασίας που παρέχουν οι φαντασιώσεις είναι συγγενής μιας αλήθειας και μιας γνώσης και ταυτόχρονα είναι άλλη, διαφορετική και αλληγορική. Οι φαντασιώσεις, στηριζόμενες σε μια διαπλοκή εικόνων και σημαινόντων, τοποθετούνται στην ψυχική εμπειρία. Οι υπερρεαλιστές άλλωστε αναζητούν να βρουν το αίσθημα της παραδοξότητας, την επιθυμία της μετοικεσίας, την εφευρετικότητα και τη δημιουργία.
Η ανάγκη δραπέτευσης μοιάζει να καλύπτει ως συναίσθημα όλη τη συλλογή, ενώ συχνά αισθητοποιείται με τα πουλιά ως σύμβολο ελευθερίας (κομμάτι, 30 τ.μ., οι κρεμασμένοι). Ωστόσο, η αιώρηση (το φτυάρι, καμουφλάζ, νεκρώσιμη ακολουθία) λειτουργεί ως μία απειλή για το άτομο, δημιουργώντας έτσι μία αντίθεση σε επίπεδο συλλογής ανάμεσα στη συνειρμική πτήση των πουλιών και το κρέμασμα -στον τοίχο ή τη θηλιά (το φτυάρι, ο τελευταίος ίσκιος, θηλιές). Έτσι όμως μέσα από το παράλογο τονίζεται η αίσθηση των ανθρώπων που απειλούνται μετέωροι χωρίς όνειρα σε μία κοινωνία γεμάτη στάχτες (οι κρεμασμένοι, αποτέφρωση). Το κρέμασμα στον τοίχο (απομεινάρια, ανταγωνισμός, το κάδρο), μία εικόνα τόσο οικεία στο κοινό και τόσο χρησιμοποιημένη στις συνθέσεις της Βασιλείου, έχει αναφορές τόσο στη μνήμη όσο και στη μοναξιά της έκθεσης στη θέα των άλλων με διαστάσεις μοναχικότητας και πόνου από την εγκατάλειψη, λειτουργώντας και ως μία κραυγή κοινωνικής αγωνίας (αποτέφρωση, νεκρώσιμη ακολουθία, απογαλακτισμός).
Επιλογικά, κατά τον Ελύτη «η ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού: ή εάν όχι, τότε, για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε την δωρεά του». Η υπερρεαλιστική ποίηση δίδεται ως δώρο, κεντρίζοντας το εν υπνώσει ασυνείδητο των ανθρώπων, προσπαθώντας να αρθρώσει μια νέα αλήθεια: αυτήν της ελεύθερης εκδίπλωσης των ερωτικών φαντασιώσεων και των απωθημένων επιθυμιών μέσα από τις οποίες σκιαγραφείται «το εν τούτω νίκα της ζωής το υπέρτατον». Άλλωστε, για την ιστορική πρωτοπορία, η κατάκτηση του αυθεντικού λόγου δεν συναρτάται με μια ειδυλλιακή προϊστορία, ούτε με μια ανέφικτη ουτοπία, αλλά με την αυθεντική χρήση του.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA