Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.


(…)φορώντας  κατάσαρκα το μαύρο δίκιο μου /φτάνοντας από αγωνία σε αγωνία κι ως την υπέρτατη αγωνία / του λογικού. (Μόνον δια της λύπης 1976). Λόγια του ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη. Λόγια…από αυτά που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα/ κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές/κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας/ -είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι/ το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης (…) (Ψυχοστασία 1972).

Πολλοί ποιητές της γενιάς μας που επιχειρούν να ενστερνιστούν στην γραφή τους την αγωνία του Αινίγματος της Ύπαρξης, υποδόρια ή μη έχουν τις καταβολές τους στον σαχτουρικό τρόπο θέασης του κόσμου, στην καρουζική ενάργεια εμβάθυνσής του, στην καρυωτακικού τύπου ειρωνεία προς την εικόνα του. Ο ποιητής όμως που πραγματικά χρήζει εμβάθυνσης ως προς την βαθιά μεταρομαντική οπτική -που τα περικλείει όλα αυτά, και από την οποία πολλοί από τους  νέους ποιητές αποσπούν ιδεολογικά και φιλοσοφικά χαρακτηριστικά- είναι ο Βύρων Λεοντάρης, ένας ελληνόφωνος μεταπολεμικός και μελανός Byron. Και τον αποκαλώ «μελανό Byron», γιατί σε αντίθεση με την ορμή και το πάθος των ρομαντικών του 19ου, η γραφή του Λεοντάρη, ενός ποιητή με ρομαντική ιδιοσυγκρασία, δεν είναι η γραφή ενός μεθυστή, ενός γλεντιστή. Η γραφή του Λεοντάρη αποκρυσταλλώνει την απόλυτη διαύγεια κάποιου που του γλιστρά απ’ τα χέρια το μεθύσι, κι απ’ την καρδιά η ανεμελιά. Γράφει: στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια/ γιατί ποτέ ποτέ δεν μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα/-φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις (…). (Ψυχοστασία 1972)

Ανέκαθεν θεωρούσα τον Λεοντάρη ένα γνήσια μεταρομαντικό ποιητή -σε αισθητικό και φιλοσοφικό επίπεδο. Τεχνικά; Έρρυθμος λόγος, προσήλωση στον γλωσσικό πλούτο, με δουλεμένη ως ευγενική χειρονομία την επιλογή των λέξεών του, είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά του. Σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπα εκπεφρασμένη ευαισθησία του και τον εξομολογητικό του τόνο, όλα τούτα δίνουν στα ποιήματά του έναν ακραιφνή λυρικό τόνο. Με αυτό το ντύμα, τα ποιήματά του εκπέμπουν ένα ουμανιστικό credo που ταυτόχρονα ξεχειλίζει από ματαίωση, ματαιότητα και αγωνία. Πάντα συνομιλώντας με το μέσα Έρεβος και το φάσμα μιας τελματικής ακινησίας ο Λεοντάρης φαντάζει λαμνοκόπος  και βουτηχτής στους απάτητους βυθούς της ζωής, μελετητής γνήσιος του θανάτου, ερευνητής του βασάνου μα και του μεγαλείου της θνητότητας: Αρνήθηκα τον κόσμο και δεν βρήκα την ψυχή μου/ έχασα την ψυχή μου και δεν κέρδισα τον κόσμο/ Στημένο το παιχνίδι/ Του Θεού και των ανθρώπων οι ζαβολιές με ρήμαξαν.  Και παρακάτω: Ημέρα ανθρώπου ημέρα θλίψεως/ ημέρα ανήμερη/ κι άλλο δεν είμαι παρά κατάρα και βλαστήμια/ καθώς επάνω μου ξεσπάει/ η μοχθηρία του ουρανού/και του πλησίον η μάνητα. (Εν γη αλμυρά 1996)

Ο Λεοντάρης δεν ακολουθεί μανιέρες και ούτε εγκλωβίζει την ποιητική του σε ρεύματα. Αν αναφέρθηκα στον μεταρομαντικό τόνο που προσωπικά διακρίνω, είναι γιατί στο έργο του κυριαρχούν κάποια από τα βασικά στοιχεία μιας αισθητικής σποράς με την οποία νιώθω πως δεν θα «ξεμπερδέψουμε»εύκολα- και την οποία ποιητικά στην Ελλάδα άνοιξε ο Καρυωτάκης με τον Καβάφη, καθείς με τον δικό του εντελώς τρόπο. Το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας ,της μνήμης, της ενδοσκόπησης, της τραγικότητας και της ειρωνείας, όλα συναπαρτίζουν το μέσα μάτι του Λεοντάρη, ενός ποιητή που σίγουρα ανήκει στους μοντέρνους καιρούς, που κάποιοι εξακολουθούμε να διανύουμε σε πείσμα ενός παρόντος που βρίθει από μια μεταμοντέρνα, αποδημητική και παιγνιώδη ισοπέδωση.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό ενός ζωντανού μοντερνισμού, διακρίνει κανείς στον Λεοντάρη τα στοιχεία μιας ατόφιας ποιητικής ευστροφίας, η οποία χαλιναγωγεί την αυθεντική έμπνευση εντός των πλαισίων που ορίζει το πλάνο της γραφής. Παραθέτω τους στίχους: Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας/ δεν θα μας ξέρουν ούτε στο  όνειρό τους/ θα ζήσουν μια δικιά τους ζωή με άλλες σημασίες σε εξώθυρες/ και εξώφυλλα/βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δεν θα μας ξέρουν. (Εν γη αλμυρά 1996)

Από τους πολύ σημαντικούς -και όχι όσο θα του έπρεπε αναγνωρισμένους- σύγχρονους ποιητές μας, ο Βύρων Λεοντάρης θα ασκεί ακόμα μεγαλύτερη επιρροή με το πέρασμα των καιρών σε όσους παλεύουν να αποτυπώσουν τα χαρακτηριστικά μιας αληθινά υπαρξιακής και βαθιά ανθρώπινης ποιητικής, εξασκούμενοι σε σιωπές ώστε να ντύνονται τα διάτρητα άρματα της γραφής δίχως να περιμένουν τίποτα. Σε όσους νιώθουν σαν σφίξιμο φιλικό στο μπράτσο τους στίχους: Πρέπει να κάνει το αντίδρομο ταξίδι/όσα έχεις πει να τα ξεπείς/κι όσα έζησες να τα ξεζήσεις/αλλιώς τίποτε δεν θα βρεις και δε θα μάθεις. (Εκ περάτων 1986)
(poema...) εκδόσεις


Νανούρισμα για τη γάτα


Νιάου, πήγαινε κοιμήσου κι ονειρέψου,
τα έξοχα μεγάλα μάτια σου να κλείσεις.
στην κλίνη σου γύρω γεγονότα ετοιμάζουν
τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις.

Αγαπημένη Νιάου, μην κατσουφιάζεις
σου ζητώ μόνο συνεργασία,
ούτε ένα γατάκι δεν θα πνιχτεί
στη Μαρξίστρια Πολιτεία.

Χαρά κι Αγάπη αμφότερα θα είναι δικά σου,
Νιάου, τα κέφια μην αφήνεις να χαθούν.
Ευτυχισμένες μέρες έρχονται σε λίγο-
Κοιμήσου, κι άσε τες να έρθουν....





Οι τέσσερις τοίχοι. Κι εσύ πνίγηκες. Ξεροβήχεις. Ένα εξόγκωμα στο λαιμό σου. Μια μπάλα που μεγαλώνει. Μια μέρα μπιζέλι, την επόμενη καρύδι και σήμερα, στις 7 το πρωί που ξύπνησες, ήταν μπαλάκι του τένις.

Πνίγεσαι. Σου κάθεται το μπαλάκι του τένις στο λαιμό. Κι ακόμα αναρωτιέσαι. Τι με πνίγει; Όχι γιατί ακόμα αναπνέεις.

Οι τέσσερις τοίχοι. Εσύ η άρια φυλή. Εσύ κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους.

Να πλάθεις σύνορα από χώμα, από πηλό, από τσιμέντο.

Με τα χέρια, με τα μαχαίρια σου, με τη γκιλοτίνα, με την καραμπίνα σου.

Το σπίτι σου. Μια τρύπα εσύ. Όχι αρουραίος, όχι περιστέρι. Εσύ, η άρια φυλή. Εσύ ο εκλεκτός.

Εσύ μια τρύπα, ένα λαγούμι, ένα μπουντρούμι. Σκοτάδι. Ναι, σκοτάδι.

Εγένετο φως. Εγενέτο ο παράδεισος σου. Αυτοσχέδιος παράδεισος με τα μυστικά συστατικά των εκλεκτών φυλών. Ξέρεις εσύ απ’ αυτά.

Φώναζα ένα βράδυ στον ύπνο μου: Πνίξου. Άντε πνίξου. Να γαμηθείς. Γαμιέσαι. Φρούρια και τείχη και κάστρα φτιαγμένα από σύνορα. Δεν έχασες ακόμα το κλειδί;
Άνοιξα τα μάτια και ήσουνα εκεί: Εσύ η άρια φυλή. Ο εκλεκτός. Ο εκλεγμένος απ’ τον εαυτό σου. Ο βασιλιάς των τεσσάρων τοίχων.

Πράξη πολιτική: η τέχνη. Ατομική βόμβα στον κόσμο σου. Τα τείχη σου σαπίζουν.




Θηρευτές
Αχ θεούλη μου, τι ωραία που θα’ ταν να’ γραφα ένα ποιηματάκι
Ραυμόν Κενώ

Είναι δύσκολο πολύ κανείς
να πιάσει ένα ποίημα
Όλοι το γνωρίζουν
Στα ποιήματα αρέσει
Να μένουν μακριά απ τους ανθρώπους


Από απόσταση τα παρατηρείς και όλα μοιάζουν ήσυχα, μα προσοχή:
Με τις αισθήσεις τεντωμένες,
-ακόμη και τις ώρες που πίνουνε νερό-
Θα αντιληφθούν τον ελάχιστο ήχο,
θα τρέξουνε μακριά από τον θηρευτή
και θα χαθούνε
πίσω απ τη σιωπή.



Τα ποιήματα συνήθως κινούνται κατά μόνας:
Πλάσματα αυτοαναφορικά και εγωιστικά
Μασούν χορτάρι σε σαβάνες και σε μοναξιά.



Το πιο εύκολο:
Να πετύχει κανείς
Ένα σονέτο
Μορφές δυσκίνητες, ανάσες ομοιοκατάλληκτες.
Συνήθως επιλέγουν να μετακινούνται σε αγέλες.


Αφού αιχμαλωτίσεις τα ποιήματα:
Αρχικά τους αφαιρείς το αγκάθι.
Ύστερα τα παραφράζεις
τα επεξηγείς
τα ταξινομείς
Και τ’ αφήνεις να τριγυρνούν
Δίπλα σε βοηθήματα
Και οδηγούς μαγειρικής.



Αν και φιλήσυχα ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος:
Παρ όλο που όλα τα βιβλία το γράφουν
Πως πάει καιρός από τότε που ένα ποίημα επιτέθηκε σε ανθρώπους
Ναι, πάει καιρός,
από τότε που τα ποιήματα σκοτώνανε ανθρώπους.



«Σέβομαι τα ποιήματα, γι αυτό και τα σκοτώνω»

Εδώ και χρόνια οι άνθρωποι κυνηγούνε τα ποιήματα

Στην μαύρη αγορά
Πληρώνει κανείς όσο όσο
Προσθέτει κύρος
Είναι ζήτημα κυρίως στυλ και ύφους

Το γόητρο
η μόνιμη έκπληξη
η φαντασμαγορία
Μπροστά στο λογοτεχνικό απόκτημα των ημερών:
Ένα σαλόνι στολισμένο με κεφάλια ποιητών





1η δημοσίευση τεύχος 8 θράκα 



Το πρώτο ποιητικό βιβλίο της Ζακλίν Πολενάκη

3.

Καίγεται η Σμύρνη και ο καπνός φτάνει στην κουζίνα μου
Πάνω στο φαγητό μου βλέπω τους ανθρώπους
να πέφτουν στο νερό
Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει τρέχω κι εγω να σωθώ
Όμως πώς να σωθώ,
είμαι μια γυναίκα με δυο παιδιά τα μικρά ουρλιάζουνε
Το κεφάλι μου φεύγει
Εκτοξεύεται πάνω από τη θάλασσα
Τα παιδιά μου είναι μπροστά και δεν βλέπουν πια τίποτα
Γιατί είναι Άνοιξη του 2007 και τριγυρίζουν στην Αθήνα
Υποχρεωμένα σε μια λύπη που δεν καταλαβαίνουν
Και μάρτυρες σ’ έναν θάνατο που δεν έχουν δει ποτέ.

Συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς να ξέρουν
Πως το χέρι τους γράφει μια παράλληλη ιστορία
Σ’ έναν τόπο άγνωστο
Με φωνές σε μια γλώσσα που δεν είναι δική τους

 ***

 1.

Τρώω τα απομεινάρια του σύμπαντος
φτυμένα πιάτα
γεμάτα σκατά
είναι καθημερινά στο τραπέζι μου
τα παίρνω λέω ευχαριστώ
πώς αλλιώς να ξεπληρώσω
το χρέος
να υπάρχω.

Ποιος τολμάει να μεγαλώσει λοιπόν
Ποιος τολμάει να αναλάβει την ευθύνη
Ποιος είναι τόσο τολμηρός ώστε
Να βάλει τα πόδια του
Το ένα μπροστά από το άλλο
Και ν’ αρχίσει να περπατάει
Να φύγει από τον ρημαγμένο τόπο

Είμαι αυτό που ήθελα να γίνω
Χαμένο όνειρο
Κανείς δεν το αναζητά.

Το πορσελάνινο σερβίτσιο της γιαγιάς μου
Είναι μια πόρτα στο παρελθόν
Που κανείς δεν θέλει να διαβεί
Ούτε και να τη διαβάσει
Έτσι μένω εδώ
Κρατώντας στα χέρια μου αυτό το
Φλιτζάνι
Μην τολμώντας να το ακουμπήσω στα χείλη
Γιατί ποταμούς αίματος έχω δει και
Δεν μπορώ να κρύψω τα χέρια μου
Που γλιστράνε από το αίμα
Ντρέπομαι να σου δείξω πόσο
Κομματιασμένη είμαι
Ντρέπομαι να σου πω πως
Έχω δει τους δολοφόνους
Στον καθρέφτη του μπάνιου.


Η ποίηση γράφεται περπατώντας


α.

Προς τα υψιπετή οροπέδια
του μετέωρου ύπνου:

σμιλεύω πάντα το σκοτάδι.
Ληστεύω όμως μιλώντας κυρίως το φως.


β.

Πυγολαμπίδες:
η επιβίωση των λέξεων εξαρτάται απ’ τα έντομα.


γ.

Αυτή η πάμπλουτη απουσία φωνής
δεν θα καταλαγιάσει.

/ ποτέ δεν θα σωπάσει το πραγματικό /


δ.

Ο θρήνος είναι η φυσική του ανθρώπου.

Και
η ύλη των δακρύων του η μόνη μεταφυσική.

/…../
.

φ.

Tι ανείπωτα οφέλη που ψελλίζει απροσμέτρητη η νύχτα!

Να καταφέρεις να προσδώσεις στα γεγονότα
του ασίγαστου ύπνου την συντομία του απείρου.


χ..

Εντός του μεγάλου υπνωτηρίου
του ουρανού και της γλώσσας

‒ το μόνο που λάμπει
ο εφιάλτης των λέξεων είναι.





ψ.

Είτε έτσι είτε αλλιώς πάντως
θα καταβαραθρωθούμε.

/ αυτή είναι η μόνη απεραντοσύνη /



ω.
 
Απελπισμένη η σελήνη στα απροσπέλαστα σύννεφα.

Ασκαρδαμυκτί:
ο απελέκητος δρυς της ύπαρξης.


Στα Ράφια

Πρώτη Κυριακή Νοεμβρίου. Στις έξι μετά μεσημβρίας ακριβώς, ώρα επισκεπτηρίου στον Οίκο Ευγηρίας ‘Η Γαλήνη’, καταφθάνει η κόρη της κυρά Ευθαλίας. Στο Διοικητικό του νοσοκομείου Αγρινίου δουλεύει, δυο στενά πιο κάτω, αλλά έρχεται μια φορά το μήνα περίπου. Φοράει καλοσιδερωμένο, μπεζ ταγιέρ, σαν από γυψοσανίδα, και κατακόκκινες, ψηλοτάκουνες γόβες που από πίσω μοιάζουν με πασχαλινά αυγά. Κάθεται απέναντι απ’ τη μητέρα της, με τις γάμπες σταυρωμένες και τα δάχτυλα των χεριών της  πλεγμένα. Το πρόσωπό της τεντωμένο, λαμπυρίζει σαν πλαστικό. Το χαμόγελό της τετράγωνο, γεμάτο δόντια, σαν μεγάλα ζάρια, σταθερά κολλημένο λες με σελοτέιπ στο πρόσωπό της. Τη χαιρετώ και βιάζω τα χείλη μου σ’ ένα, όσο αυτό είναι δυνατόν, εγκάρδιο χαμόγελο. «Πώς είστε, κυρία Χαδούλα;» μου λέει μέσα απ’ τα δόντια της. «Ούτε σήμερα ήρθε κάποιος δικός σας, ε;» Μου δείχνει την καρέκλα δίπλα στη μητέρα της που μασουλάει αμέριμνα  ένα μπισκότο κανέλας που μόλις έφερε η Μαρίνα η τραπεζοκόμος μαζί με τις πορτοκαλάδες μας, και λέει, «Καθίστε μαζί μας!» Η κυρά Ευθαλία, κουφή σε προχωρημένο στάδιο, σκύβει πιο κοντά στην κόρη της, το κάτω χείλος της χαλαρό, αποκαλύπτει τα σαλιωμένα ούλα γιγαντιαίου μωρού. Η επισκέπτρια γέρνει πίσω στην καρέκλα της, τινάζει μερικά ψίχουλα απ’ τη φούστα της με επιμέλεια και αναπηδάει ξαφνιασμένη όταν μια βροντή, δυνατή σα μουγκρητό οργισμένου ζώου, κάνει τα τζάμια να τρίζουν. Σηκώνεται και πλησιάζει το παράθυρο καθώς απανωτοί κεραυνοί σκίζουν σα ξεφτισμένα ρέλια το συννεφιασμένο ουρανό. Κι όσο αυτή μελετάει το καιρικό αυτό φαινόμενο και σκέφτεται προφανώς πώς θα καταφέρει να φτάσει ως το σπίτι της χωρίς να καταστρέψει την καλοχτενισμένη κόμη της, βρίσκω την ευκαιρία και ρίχνω δύο διασπειρόμενα ozapex  και δύο lexotanil στην πορτοκαλάδα της και τ’ ανακατεύω γρήγορα με το δάχτυλό μου. Η κυρά Ευθαλία φαίνεται πλήρως απασχολημένη και αφοσιωμένη, ήδη στο τέταρτο μπισκότο, ενώ η ευδαιμονία κυλάει απ’ το στόμα της με τη μορφή χειμάρρου σαλιωμένων ψίχουλων.
       Κατά τις επτά μετά μεσημβρίας, όπως είθισται, η επισκέπτρια ετοιμάζεται να φύγει. Ευτυχώς, γιατί φοβήθηκα ότι οι κεραυνοί θα την κάνουν να επισπεύσει την αναχώρησή της, πριν προλάβει να πιει το αναψυκτικό της. Αφού καταναλώσει και την τελευταία σταγόνα, προσθέτοντας, «Δύσκολο να βρεις μια πορτοκαλάδα της προκοπής στις μέρες μας. Τις χάλασαν πια», ταμπονάρει προσεκτικά με μια χαρτοπετσέτα τα βαμμένα χείλη της και σηκώνεται. Ταλαντεύεται, πιάνει το κεφάλι της, δείχνει ζαλισμένη, δεν καταλαβαίνει τι έπαθε ξαφνικά. Προσφέρομαι να τη βοηθήσω να κατέβει τις σκάλες. Στην κορυφή της σκάλας, κοιτάζω γύρω μου. Κανείς. Το πόδι μου μπλέκεται με τα δικά της, αυτή σκοντάφτει, πέφτει με το κεφάλι εμπρός, εγώ ωρύομαι, δείχνω τρομοκρατημένη, εκείνη κάνει δύο τρεις κυβιστήσεις, εκσφενδονίζεται  με δύναμη στη γωνία ενός ξύλινου τραπεζιού και σωριάζεται στο πάτωμα, ακίνητη, ενώ μια λιμνούλα αίματος σχηματίζεται γύρω απ’ το κεφάλι της. Τι απρόσεκτη, μα ήταν παπούτσια αυτά που φόραγε η συγχωρεμένη, τι τα θες, ήταν το γραφτό της, κι άλλα πολλά ακούγονται. Δεν έχω τύψεις. Είμαι βεβαία ότι απεβίωσε γαλήνια.

Δεύτερη Κυριακή Δεκεμβρίου. Στις έξι και τέταρτο ακριβώς καταφθάνει ο γιος του κυρ Θανάση, όπως κάνει κάθε τετράμηνο περίπου. Δάσκαλος κολύμβησης. Στην Αθήνα μένει. Ψηλός, μυώδης, ηλιοκαμένος, με ωμοπλάτες και χέρια μεγάλα σαν κουπιά. Γεμάτος ενέργεια. Δύσκολη περίπτωση. Με προσκαλεί να καθίσω μαζί τους. Αλλάζει στάσεις συνεχώς, ανακάθεται, ανασηκώνεται, ξεφυσάει. Δεν τον χωράει η καρέκλα του. Ο κυρ Θανάσης σηκώνει τα γυαλιά του, που γλιστράνε συνέχεια κάτω στην ιδρωμένη μύτη του και κοιτάζει το γιο του απ’ την κορφή ως τα νύχια με καμάρι.
       Όταν έρχεται η ώρα να φύγει ο επισκέπτης, κι αφού έχει πιει την πορτοκαλάδα του, ανάμικτη με τέσσερα ozapex και δύο lexotanil, ξινίζοντας συχνά τη μούρη του και κοιτάζοντας παράξενα το ποτήρι του, τα γυαλιά του κυρ Θανάση θολώνουν, αναπηδούν, τ’ άρρωστα πόδια του κάνουν μικρά, ανυπόμονα βηματάκια επί τόπου. Ο επισκέπτης τον ακουμπάει με το χέρι-κουπί βιαστικά στον ώμο και σηκώνεται λες και τον τρύπησε κάποιος με καρφίτσα στα οπίσθια. Τον παρακολουθώ καθώς δρασκελίζει δυο δυο τα σκαλιά και πάει χοροπηδώντας προς την έξοδο. Δύσκολη περίπτωση.
       Μετά από δύο περίπου ώρες και είκοσι λεπτά, μαθαίνουμε ότι η μηχανή του καρφώθηκε σ’ ένα στύλο της ΔΕΗ στην Εθνική λίγο πριν το Μεσολόγγι. Απρόσεχτοι οι νέοι οδηγοί σήμερα, θα ‘τρεχε πολύ, σκοτώστρες αυτές οι μηχανές, κρίμα, τέτοιο παλικάρι, κι άλλα πολλά ακούγονται. Δεν έχω τύψεις. Είμαι βεβαία ότι απεβίωσε γαλήνια.

Τρίτη Κυριακή Ιανουαρίου. Στις έξι και δώδεκα λεπτά ακριβώς καταφθάνει ο γιος του κυρ Σταύρου. Κάθε δύο μήνες έρχεται. Έμπορος, απ’ ότι λέει ο κυρ Σταύρος. Τι εμπορεύεται ποτέ δεν έμαθα. Σκυθρωπός, όπως πάντα, κι αμίλητος. Λέξη δε βγάζει. Απορώ γιατί έρχεται. Δεν περιμένω να με προσκαλέσει να καθίσω μαζί τους. Το κάνω από μόνη μου γιατί ξέρω ότι είναι πολύ οκνός για να επιληφθεί του θέματος. Ο κυρ Σταύρος τον ρωτάει τι κάνουν τ’ αδέρφια του, τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους, τα σκυλιά τους, όλο του το σόι και τα κατοικίδιά τους, έναν έναν, ζωντανούς και νεκρούς, παίρνει μικρές ανασούλες και ξαναρχίζει πάλι, όλη τη λίστα απ’  την αρχή, μ’ ορθάνοιχτα μάτια και στόμα, ενώ τα «καλά» βγαίνουν απ’ το ράθυμο στόμα του γιού του σαν δυσκοίλιο κακάρισμα γαλοπούλας. Το βλέμμα του είναι μόνιμα στυλωμένο στο ποτήρι με την πορτοκαλάδα του, που τη ρουφάει σε μικρές δόσεις, αργά αργά, χωρίς την παραμικρή έκφραση στο πρόσωπό του, χωρίς μια σύσπαση των χειλιών. Και ποντικοφάρμακο να του ρίξω αυτουνού, πάλι ανέκφραστος θα μείνει. Φοβάμαι όμως ότι δεν θα βρω την κατάλληλη ευκαιρία να ρίξω τα χάπια μέσα, αλλά, ευτυχώς, καθώς περνάει η κυρά Ευτυχία από μπροστά μας, της πέφτει το Πι και οριζοντιώνεται στο μωσαϊκό φαρδιά πλατιά - να ΄ναι καλά η γυναίκα – και σηκώνονται όλοι να τη βοηθήσουν και προς μεγάλη μου έκπληξη κι ο επισκέπτης. Δύο ozapex και δύο lexotanil είναι νομίζω επαρκή. Είναι ήδη αρκετά νυσταλέος.
       Βρήκανε το Φιατάκι του κολλημένο σ’ ένα τεράστιο δέντρο στο δρόμο έξω απ’ την Αμφιλοχία προς το χωριό του. Αφού κοιμότανε όρθιος, μαστούρας ο τύπος, τι περίμενες, ποιος ξέρει τι χασισάκι ή τίποτα χειρότερο να ‘παιρνε, έμπορος και κουραφέξαλα, κι άλλα πολλά ακούγονται. Δεν έχω τύψεις. Είμαι βεβαία ότι απεβίωσε γαλήνια.

Τέταρτη Κυριακή Φεβρουαρίου. Η κόρη της κυρά Σταμάτας καταφθάνει στις έξι και είκοσι ακριβώς. Αυτή έρχεται κάθε εξάμηνο περίπου.  Πρώτη φορά που κάθομαι μαζί τους. Αρχοντογυναίκα, με άψογο μακιγιάζ και κατακόκκινο κραγιόν. Έχει πανέξυπνα, αεικίνητα μάτια κι ευγενική φυσιογνωμία. Δεν γνωρίζω πού εργάζεται. Η κυρά Σταμάτα η καημένη, μετά από δύο απανωτά εγκεφαλικά, τα λέει όλα λειψά, ψευδά, τρώει σύμφωνα, λέει ασυναρτησίες, ο λόγος της δεν έχει ειρμό. Όταν τη ρωτάω με τι ασχολείται η κόρη της, αυτή λέει «υοχόος, υοχόοος». «Δεν ρωτάω για το ζώδιό της», της λέω, αλλά αυτή εκεί, υδροχόος, υδροχόος.
       Η επισκέπτρια κουνάει το κεφάλι της συγκαταβατικά κι έχει τα μισόκλειστα μάτια της κολλημένα στο στόμα της μητέρας της και τα φρύδια σμιγμένα στην προσπάθειά της να μετατρέψει τα ολισθήματα της νωθρής της γλώσσας σε συλλαβές και – μάλλον πολύ επίδοξα – σε λέξεις. Της σκουπίζει συχνά το σαλιωμένο στόμα της και της βάζει πίσω στην ποδιά της το αριστερό της χέρι όταν αυτό πέφτει απ’ τα πλάγια της καρέκλας. Φαίνεται πιο τρυφερή απ’ τους άλλους επισκέπτες και πραγματικά νιώθω τύψεις που θα χρειαστεί να την εξοντώσω, αλλά το σκέφτομαι και το προετοιμάζω καιρό τώρα, πρέπει κι αυτή να πληρώσει για το θανάσιμο αμάρτημα που κάνουν όλοι οι επισκέπτες, να παρατήσουν τους γονείς τους στο γηροκομείο, σαν άχρηστα αντικείμενα, σαν παλιά μπουκάλια σε σκονισμένα ράφια και σκοτεινά κελάρια, μόνους κι έρημους, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, μακριά απ’ τα σπίτια τους και την αγκαλιά των οικείων τους. Έσφαλε και θα πληρώσει.
       Σήμερα μας έφεραν τσάι το βουνού. Η επισκέπτρια μυρίζει το τσάι της κάθε φορά πριν βάλει μια γουλιά στο στόμα της. Δεν μ’ αρέσει αυτό. Όταν πετάγεται να πάρει μερικές χαρτοπετσέτες απ’ την τραπεζαρία, βρίσκω την ευκαιρία και διαλύω στο τσάι της τα χάπια. Αφού νοτίσει όλες τις χαρτοπετσέτες με το σάλιο της η κυρά Σταμάτα, προσφέρομαι να πάω εγώ στην τραπεζαρία για να φέρω άλλες. Η επισκέπτρια δε λέει να φύγει. Κάθεται ως το τέλος του επισκεπτηρίου, ως τις οκτώ μετά μεσημβρίας, και πραγματικά, δεν εντοπίσω ίχνος ζάλης στο πρόσωπό της. Νηφάλια σαν κούτσουρο. Αντιθέτως, εγώ χασμουριέμαι ασυστόλως, τα σαγόνια μου τρίζουν και πονάνε, τα μάτια μου θολώνουν. Μα, τι έχω πάθει; Γέρνω πίσω στην καρέκλα μου, καθώς το μάτι μου παίρνει το κατακόκκινα βαμμένο χείλος του φλιτζανιού μου και μετά τα κατακόκκινα χείλη της επισκέπτριας και μετά τα μάτια της, παράξενα λαμπερά και καρφωμένα στα δικά μου και μετά… τίποτα.
       ‘Όταν ξυπνάω βλέπω την επισκέπτρια απέναντί μου να μου δροσίζει το πρόσωπο με μια υγρή πετσέτα και τη Μαρίνα να μου κρατάει τα πόδια σε ανάρροπη θέση. Μιλάνε. «Και τι δουλειά κάνετε κυρία Προκοπίου;» λέει η Μαρίνα. «Οινοχόος», απαντάει η επισκέπτρια. «Δηλαδή;» ρωτάει η Μαρίνα κι εγώ νιώθω σα να δέχομαι χαστούκι στο πρόσωπο. «Φροντίζω να ταιριάξω το ανάλογο κρασί με το ανάλογο γεύμα και πάντα ανάλογα με τις προτιμήσεις των πελατών».  Και μετά λέει κάτι για αμπέλια, για κλάδεμα, ότι το χειμώνα κόβουν τα κλαδιά και καθαρίζουν το άρρωστο ξύλο κι αφήνουν τρεις τέσσερις κληματόβεργες μόνο, με μάτια, και κάτι για ένα τυφλό μάτι, γιατί έτσι λέει το αμπέλι ακροβλαστεί και ακροκαρπεί.  Οι λέξεις της κολυμπάνε γύρω απ’ το κεφάλι μου σαν αλλόκοτα καβούρια που τσιμπάνε με τις δαγκάνες τους τα μηνίγγια μου. Και μετά, δεν θυμάμαι τίποτα.
Όταν ανοίγω τα μάτια μου ξανά είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου. Η επισκέπτρια με τη Μαρίνα κάθονται αντικριστά στις ξύλινες καρέκλες που είναι μπροστά απ’ το γραφειάκι μου, δίπλα στο παράθυρο και μιλάνε για κρασιά, πλήρως απορροφημένες στη συζήτηση. Πόσο σημαντικές είναι, λέει η επισκέπτρια, οι κατάλληλες συνθήκες συντήρησής τους. Λέει κάτι για κελάρια, για ξύλινα βαρέλια, για σκοτάδι, υγρασία, αερισμό, θερμοκρασία κι άλλα πολλά που μόνο οι ειδικοί, οι γνώστες μπορούν να εξασφαλίσουν. «Και τα κρασιά που δεν τα θέλουν οι πελάτες;» ρωτάει η Μαρίνα. «Δεν τα πετάμε. Τα βάζουμε σε ράφια στο κελάρι, τι άλλο;» Ξαφνικά γυρίζει και με κοιτάζει με μάτια πύρινες λάμες. « Έχουν κι οι πελάτες το δικαίωμα επιλογής, όπως αυτοί κρίνουν καλύτερα, για το καλό όλων».  Θολώνω… και μετά … τίποτα.
       Όταν ξυπνάω είναι βράδυ, δεν ξέρω τι ώρα. Αλλεπάλληλες αναλαμπές από αστραπές φωτίζουν το δωμάτιο και κεραυνοί μουγκρίζουν σαν κραυγές πληγωμένου ζώου που ανταγωνίζονται τη σειρήνα ενός περιπολικού ή ασθενοφόρου, δεν είμαι σίγουρη, που πλησιάζει. Τα λόγια της επισκέπτριας έχουν εισχωρήσει απ’ τα μηνίγγια μου στο μυαλό μου, σπέρνουν τ’ αυλάκια του, φυτρώνουν σκέψεις που ακροβλαστούν κι ακροκαρπούν. Σιγά σιγά οι κεραυνοί υποχωρούν, το ζώο αγκομαχάει καθώς αργοπεθαίνει, αλλά δεν έχω τύψεις. Είμαι βεβαία ότι απεβίωσε γαλήνια.


                                           


   ΡΟΗ

Η πρόσβαση στο σώμα μου/του έδινε άφατη ικανοποίηση·

Έσπασε ο χρόνος στο πρώτο τικ
Ίσα που πρόλαβα να καταπιώ
Ένα διάφανο γυαλάκι·

Σε πολλαπλασιάζω επί μιάμιση φορά
κι έτσι έχω το βλέμμα σου διπλό,
τη γλώσσα, τα δάχτυλα (του δεξιού χεριού).

Τα πόδια μείναν δύο, σταθερά
στο πήλινο χώμα που παγώνει
τα νεράτζια.

Σε διαιρώ και σε μοιράζω
στις τσέπες του παλτού μου (μάλλινο, δεκαετία του ’90)
Σε συναντάω σε κάθε είσοδο του χεριού

Τα δάχτυλα τα κρύβω στο στήθος,
χάδι σε επανάληψη και ο χρόνος
θα μας χάσει.

Ο χρόνος-ο μη γραμμικός εχθρός μας.
Δανεικός από τις διασπάσεις εραστών
που του κρυφτήκαν.

Συλλαβίζω τη μέρα: Κ-Υ-Ρ-Ι-Α-Κ-Η
και σε λικνίζω στον αέναο ρυθμό της.
Πόσο επώδυνο να στρώνεις τραπέζι για δύο.


Το δύο είναι αδιαίρετο
(κι αν κάποτε κανείς τα καταφέρει, θα δει πως αν διαιρεθεί, μένεις μισός)




Γαϊτανάκι

Πόση απλότητα
μπορεί σε μια φωτογραφία να χωρέσει;
Μεδίνα
Κι όταν ανάμεσα στα γινωμένα
αχλάδια
κρέμονται τα ρούχα της ακροθαλασσιάς
μοιάζουνε σαν ξόρκισμα της μοίρας
Ραμπάτ
Φτύνεις  τον κόρφο σου
και με τρεις στροφές καβάλησες
του φλοίσβου το θυμό
Ελλάδα
Αγόρια ανάμεσα στις ντοματιές
με ξεφτισμένα μηχανάκια να σεριανάνε Αύγουστους
Αφγανιστάν
Σημεία ενός ορίζοντα
Που μοιραστήκατε την ίδια γεύση
Αψιάς ντομάτας πονεμένης
απ’ το καλοκαίρι
Κορίτσια που κάθεστε μ΄ένα χαμόγελο
για όλες-μοιρασμένο
κάθε απόγευμα αλλάζει χείλια
Συρία





Τα παιδιά στις γωνίες των δρόμων

Τα παιδιά στις γωνίες των δρόμων
συζητάνε.
Παιδιά του ‘ 90
με την τσάντα στην πλάτη
ψηλαφίζουνε
 ηχηρά μελλούμενα.

Τα παιδιά στις γωνίες των δρόμων
δε στρίψανε.
Σ ένα παγωμένο ενσταντανέ
περιμένουνε  όσα τους υποσχέθηκαν
τα μεταφρασμένα βιβλία
και οι ταινίες σε ξαναγραμμένη  κόπια.


Έχουν και τ’ αρνητικά τους οι γωνίες
Σ’ εγκλωβίζουν στην πιο στενή τους μοίρα
Σε καρφώνουν σαν σαΐτα ποιητή που δείλιασε.


Τα παιδια στις γωνίες των δρόμων
βοήθησαν τους άστεγους
μάζεψαν τα παλιά τους ρούχα
και πλυμένα, καθαρά και σιδερωμένα τα χαρίσαν
στα κοινωνικά παντοπωλεία
Γιατί έτσι τους είπαν.

Τα παιδιά στις γωνίες των δρόμων
φτιάχνουν φωτιές σε μπουκάλια
και θυμούνται
με ακρίβεια
τις ημερομηνίες
που θα τις ανάψουν.


Ταξίδεψαν στην Ευρώπη
Περπάτησαν στη δεξιά όχθη,
ερωτεύτηκαν μια πόλη
Ήπιαν χλιαρή μπύρα στα βόρεια.
Μίλησαν σε γλώσσες μαθημένες.
Γύρισαν γρήγορα όμως στη γωνία τους.

Τα παιδιά στις γωνίες των δρόμων
Περιμένουμε
με ζαρωμένα βλέμματα.
Σαν γερασμένά βασιλικά
γέρνουμε  δεξιά και αριστερά.
Χαμογελάμε αδέξια στους περαστικούς
Βέβαιοι πιά  
Για την υπεροχή της γωνίας μας.



ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΕ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΙΓΚΑ


Δίψα η Θρησκεία σου, και Αγωνία το Σύμβολο της Πίστεως σου, και Αίμα τα βαγγέλια της, Γιάννη Στίγκα.

Το θράσος σου –γιατί περί θράσους πρόκειται- να επιμένεις στην μεταφυσική μέσα από την κατάλυση της μεταφυσικής, να αρθρώνεις Ποίηση μέσα από την υπονόμευση του ποιητικού τρόπου, να μιλάς Ζωή μέσα από το ίδιο της το στόμα, πόθεν; Πόθεν το θράσος σου Γιάννη Στίγκα κοτζάμ Αινίγματα να τα τρέπεις σε Ανοίγματα; Ξέρεις πόσοι πέφτουν μέσα; Ξέρεις πού βγαίνουν και τι αντικρίζουν;

Αν αυτός ο κόσμος είναι η πιο σπλαχνική μορφή του ποτέ , τότε ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί για τα πουλιά που καθώς ανεβαίνουν ψηλά τα ξεκουρδίζει ο ήλιος. Καθότι τέτοια κι εμείς, στο τέλος θα μείνουμε με ατόφιο πυρετό έχοντας πάντα σύρριζα την πνοή μας στο τίποτα.

Μα έλεγα για αινίγματα: από πάνω σαν μελάνι, από κάτω σαν σκουπίδι, από μέσα σαν ψαλίδι. Ποίημα; Ξέχασα, δεν είμαστε εδώ για απαντήσεις. Εδώ είμαστε κάθε νύχτα να πηδάμε από την κορυφή της λύπης, καθότι  η αλήθεια προϋποθέτει ύψος. Τέτοια η Αλήθεια. Καμιά ψευτοπαρθένα πένα δεν θα την πιάσει ζωντανή.

Ωραία λοιπόν Γιάννη Στίγκα, μαζί σου. Μα αφού με προσηλύτισες χωρίς να το ζητήσεις –πάνε τώρα δέκα χρόνια- να σου κάνω μιαν ερώτηση; στο τζιτζίκι που μπήκε από το αυτί και βγήκε από τ’ άλλο τι όνομα έχεις δώσει; Ξέρεις ποιο λέω. Εκείνο που σε ανάγκασε να καρφώσεις στο ψαχνό τον Αύγουστο, βαθιά ως την Παναγία του
και από το τότε σε έχει κάνει ολόκληρο μια ξόβεργα. Αυτό το τζιτζίκι λέω….-σιγά μην απαντήσεις. Δεν απαντάνε οι Μύστες της Ύπαρξής τους. Γιατί τέτοιος είσαι και σε βλέπουμε κι εμείς και λέμε «ρε σίγουρα ο Γιάννης Στίγκας δεν είναι λογοτεχνικός ήρωας, κατασκευή κάποιου μπορχεσιανού όντος ;». Να σου πω λοιπόν κάτι; Μην τα λες μονάχα στον Σαχτούρη. Και σε σένα να τα λες: όταν γράφεις, δεν είσαι εσύ, αλλά το είδωλο του πιο καθρέφτη

Η πίστη σου –συγνώμη Πίστη ήθελα να γράψω- πως ο στίχος το (επτάφυλλο) αίμα μου θα γονατίσει τους θανάτους έκαψε ολόκληρο στρατόπεδο, εξηγείται μονάχα αν λάβουμε υπόψη μας τα επίπεδα στραγγαλισμένης κραυγής που απαιτείς από τις λέξεις σου ή το γεγονός πως, με τα μαθηματικά που έμαθες, υψώνεις το φως στην θηριοστή του.
Προπονημένος μετά κόπων και βασάνων στο φωνή φωνή σκυτάλη και ποιος θα την μαζέψει, τρέχεις –ή ανασαίνεις;- προς το photofinish όπου δεν διακρίνεται ο τρόμος, πρώτος εσύ, ένας ιχνηλάτης που θα χαθεί πρώτος και γίνεσαι ο τρόπος από όπου μπορούμε να αντλήσουμε αγωνία –και όχι πληροφορίες- για τον χαμό, το τίποτα, το μηδέν.

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα να μην δένεις τα κορδόνια σου στο ναρκοπέδιο, και να τρέχεις στην αρχή σαν τρελός, στην μέση σαν κτήνος και στο τέλος σαν άγιος, μέχρι να ακούσεις το μαύρο χειροκρότημα που σου μέλλεται.

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα να ξεμυαλίζεις την κραυγή προτού σε ξεμυαλίσει, όσο εμείς παίζουμε το εδώ η ζωή, εκεί η ζωή, αλλιώς το παιχνίδι της ικεσίας -με την πιο λευκή να κερδίζει.  

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα να σκάβεις -αφού το βάθος σε σημείο εξάντλησης και γλώσσα είναι και πατρίδα- κι εκεί να στήνεις παρέες με όλους τους αναλφάβητους, εκείνους που δεν έχουνε γλωσσάρι για τον κεραυνό: έτσι όπως σκάει τους πείθει,

Συνέχισε λοιπόν Γιάννη Στίγκα. Είμαστε μαζί σου. Πάντα διψασμένοι, με το αίμα να κοχλάζει, αγωνιούμε καθώς σε θωρούμε. Καλή πατρίδα να ‘χεις, κάθε που γράφεις.


ΥΓ. Εσύ που εμπιστεύεσαι πολύ τους παιδικούς σου έρωτες για πες… τι σού ‘πε ο λυκάνθρωπος, πατώνει ή δεν πατώνει η μοναξιά;

(ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΣΚΟΡΠΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΙΓΚΑ Η ΟΡΑΣΗ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΞΑΝΑΙΣΟΠΑΛΟ ΤΡΑΥΜΑ- ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΚΥΒΟ ΤΟΥ ΡΟΥΜΠΙΚ ΦΑΓΩΜΕΝΟ)




Ανθή

ανθεί η Ανθή στο ανθισμένο δάπεδο
μέσα απ' τα δάκρυά της κλαίει
για τη λυπητερή συμφορά που
– σύμφωνα με έμπoρους και μαστόρους –
τη βρήκε βρεγμένη
κατάβρεχτη
δηλαδή το βρακί της
ενώ "βρε βρε ένας άγγελος" φώναζαν όλοι
ανήγγειλαν τον ερχομό της
στο συρφετό των αρσενικών
που άρδην παλινδρομούσαν για χάρη της
Χάρη στον ξέπλεκο δρόμο
δρούσαν ανάλογα κι οι κορασίδες
δεν πήγαιναν πίσω

αφηνιασμένα τα άλογα
και πώς να σου τα ζέψω
μες στη λαχτάρα που λαίμαργα
σε κάτω από το λαιμό
τον αφαλό καταβροχθίζει
εννοώ της Ανθής το παχύρρευστο δάκρυ
που όταν στάζει
σαν για να παρηγορηθεί
καβαλάει το κρεβάτι
καβαλάει το σεντόνι
το μαξιλάρι
το δάχτυλο
ανθεί η Ανθή
γλείφει το ανθισμένο δάπεδο
αν δεν την είδατε
δεν είδατε ποτέ σας τίποτα
κορίτσια και αγόρια

τι πάλη
τι έξαρση
τι παρηγόρια










ο πεθαμένος ποιητής

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ' τις κόλλες
πίσω απ' τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ' το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν' αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας
τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που "σύντροφοι"
κάθε που "κι άλλο κι άλλο κι άλλο"
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος

ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα


1η δημοσίευση, θρακα τευχος 8



Απολιτίκ μιας Λεωφόρου

δεν ψάχνει για υπέδαφος
ούτε κατευθυντήριες γραμμές

η γαλήνη του δεν είναι κεραυνοβόλος

αντιλαμβάνεται τον υπέρτατο κρίκο
αλλά δεν τον σπάει

υπάγεται ακούραστος στην ρέμβη
το δικό του διακύβευμα δεν έχει
διαλεκτική

αναγγέλλεται διαρκώς, σχηματοποιείται
περιφέρει τα νώτα του πεισματικά

μια πυγολαμπίδα εξωκοινοβουλευτική

ιδιοποιείται γύρω απ' τον άξονά του
μεταφράζεται ελεύθερα και συνήθως
προηγείται μιας επερώτησης

μέχρι τον τελικό ορίζοντα
μέχρι να κολλήσει
το έντερο στο
φεγγάρι




1η δημοσίευση, έντυπη θράκα τευχος 8

Ο Ανδρέας Κάλβος μου είναι χρήσιμος (ή γιατί η Ποίηση;).

σκίτσο του Γ.Σεφέρη


Θυμάμαι πάντα τις συζητήσεις με  παλιό και καλό φίλο μου ποιητή, στις οποίες κυριαρχούσε  το αίτημα μας για μια Ποίηση, «που οι άνθρωποι να την έχουν ανάγκη». Κάναμε θυμάμαι την –αυθαίρετη είναι αλήθεια- αντιστοιχία με το παρελθόν και συμφωνούσαμε πως οι γητειές, τα ξεματιάσματα, οι ευχές και οι κατάρες, όλα μορφοποιημένα σε έμμετρο λόγο, που πότε τραγουδιέται, πότε ψιθυρίζεται, ήταν μια ποίηση προφορική απόλυτα και υπερβατικά αναγκαία για τους αγράμματους ανθρώπους της ελληνικής υπαίθρου περασμένων χρόνων. Την διακρίναμε από τα δημοτικά τραγούδια καθώς αυτά τα μαγικά ξόρκια ήταν περισσότερο προσωπικά και αποτελούσαν χρηστικά εργαλεία για όποιον τα μετέρχονταν προκειμένου να πετύχει κάποιο πρακτικό σκοπό.  Στις συζητήσεις μας λοιπόν προέβαλλε θεόρατη η δίψα για μια Ποίηση τόσο μεταφυσική ώστε να γίνει ξανά για το σύγχρονο άνθρωπο των πόλεων «που δεν κοιτά τα αστέρια πια» και που «πήρε διαζύγιο από τον ουρανό», ένα είδος  πρώτης ανάγκης.
Φυσικά με τον αγαπημένο μου φίλο δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να μιλάμε για μια ουτοπία. Ο στερεοτυπικός και απονεκρωμένος τρόπος βίος του σύγχρονου homo interneticus στέκεται πολύ μακριά από την δύναμη μιας Ποίησης που θα άλλαζε την ροή της φαινομενικής πραγματικότητας. Άλλωστε και ένα μεγάλο μέρος της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας έχει καταπέσει να είναι παραγωγή ενός ποιητικίζοντος λόγου παντελώς απομαγευμένου. Έτσι, πέφτοντας ξανά πάνω στον γλωσσικό ήχο της λύρας του Κάλβου, δεν θα μπορούσα να εκφράσω καλύτερα το αίσθημα που πολλές φορές με κατακλύζει:
 Όλην την Oικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
                της βαθείας νύκτας.
Τέτοιες στιγμές  νιώθω την ψηφιοποίηση της ανθρώπινης συνείδησης και την μηχανοποίηση του βίου να έχει επέλθει σχεδόν τελεσίδικα. Η απομάκρυνση από το φυσικό γίγνεσθαι του μέσου ανθρώπου είναι καθεστώς και πλέον οτιδήποτε θυμίζει στον άνθρωπο το μέγεθός του μες στον σύμπαντα κόσμο, πολεμιέται, εξοβελίζεται, αποσιωπάται. Ο νέος άνθρωπος -συμπιεσμένος από την νίκη της οικονομίας επί της πολιτικής, την υποταγή της φύσης στο κέρδος, την εξαΰλωση του κόπου και του μόχθου του από τις έξωθεν συστημικές αξιολογήσεις- δεν στοχάζεται, δεν αναλύει, δεν εμβαθύνει την ζωή του ως έκφανση του φαινομένου της Ζωής. Απλά συλλέγει χρόνο. Χρόνο για να μπορεί να τον καταναλώσει βουλιμικά όπως του έχει επιβληθεί και οριστεί. Ο χρόνος των ρολογιών και όχι των κυμάτων έχει επιβληθεί σε μιαν ανθρωπότητα που γερνάει. Ταυτόχρονα διαμορφώνεται ένας νέος αρρωστημένος τύπος παιδικότητας με την απόλυτη κατήχηση στην εικόνα της οθόνης από βρεφική ακόμα ηλικία να διαμορφώνει μιαν α-νόητη εξυπνάδα. Ναι, είμαστε εξυπνότεροι από τους παλιότερους και με περισσότερες γνώσεις, μα δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ποιο είναι το νόημα που κρύβεται σε μια σταγόνα ελαιόλαδο. Οι οριοθετήσεις στην περιέργεια και στην φαντασία υψώνονται ιδίως μέσα από την εκπαίδευση. Τόνοι ανθρώπινης πνευματικής πάλης μένουν ανέγγιχτοι από τους έφηβους μαθητές που συλλέγουν  πληροφορίες προς μια ανθρωποφάγα αξιολόγηση –χρήσιμο μάθημα για όταν ως ενήλικες θα διεκπεραιώνουν θελήματα πανίσχυρων αόρατων μονοκρατοριών κάνοντας ουρά μέσα στα σκέλια της τεχνηέντως στημένης ανεργίας.
Ανάσα. Ξαναβουτώ στις ποιητικές αλχημείες του δύστροπου μέτρου, της «ξεπερασμένης» γλώσσας ενός καρμπονάρου του Πνεύματος και της Πράξης. Αντιγράφω από την ίδια ωδή, την αφιερωμένη στον Θάνατο -που μας περιβάλλει;- στροφή τελευταία:
Ως απ’ ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.
Ιδού λοιπόν η απάντηση μέσα στο ίδιο ποίημα! Το αίτημα για μια Ποίηση που αποτελεί είδος πρώτης ανάγκης είναι εδώ, παρόν και επιτακτικό. Γιατί η γραπτή Ποίηση είναι πολιτική πράξη. Αφορά αναρίθμητους ανθρώπους νεκρούς, ζώντες και αγέννητους. Τους αφορά γιατί αποτελεί την ενσάρκωση και την εφαρμογή της άρρητης Ποίησης με την οποία ο άνθρωπος συνέχει εντός του τον έξω κόσμο. Ναι, η Ποίηση είναι το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος δημιουργεί εντός του την Μορφή του Ορατού και του Αόρατου. Αυτή γέννησε Θεούς και Δαίμονες, αρχέτυπα και μύθους, συμβολοποίησε το ορατό, μορφοποίησε το αόρατο, εξανθρώπισε τον φόβο, αφηγήθηκε την απέθαντη αγωνία της ζωής, φίλιωσε τον θάνατο με το παράλογο. Ναι ..η Ποίηση όλα αυτά.
Όταν δείτε μια γυναίκα να γελάει στην βροχή γελάει η Ποίηση. Όταν δείτε ένα παιδί να ουρλιάζει κατεβαίνοντας μια κατηφόρα με το ποδήλατό του ουρλιάζει η Ποίηση. Όταν ένας σκύλος γλείφει το χέρι του φοβισμένου γλείφει η Ποίηση.  Η γραπτή της μορφή είναι μια της έκφανση και τίποτε παραπάνω. Κι αν έχει ρόλο είναι για να υπερασπίζεται τις λέξεις, να τεντώνει την ματιά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των εσωτερικών μας τοπίων μήπως και τολμήσουμε να αλλάξουμε την εξωτερική πραγματικότητα κατ’ εντολή της. Δεν πρέπει να το φοβηθούμε. Η Ποίηση είναι η μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας. Σε αυτήν την πανάρχαια ασυγκράτητη πηγή θα πρέπει να επιστρέφει συνεχώς και αδιάλειπτα, αν θέλει να σωθεί από την αποκτήνωσή της, αν θέλει να στοχεύει στα δύσκολα κρημνά της αρετής.
Γιατί πολύ απλά μια πολιτική ιδέα δίχως Ποίηση δεν είναι πολιτική, ούτε ιδέα. Ένα φιλοσοφικό σύστημα δίχως Ποίηση δεν είναι φιλοσοφικό παρά μονάχα σύστημα. Μια θρησκεία δίχως Ποίηση δεν έχει Θεό. Μια μαθηματική πράξη δίχως Ποίηση θα έχανε τα σύμβολά της. Μια παιδαγωγική θεώρηση δίχως Ποίηση δεν μιλά για αγωγή. Κάθε ανεπανάληπτη ανθρώπινη ύπαρξη αντιλαμβάνεται το μέγεθός και τις διαστάσεις, την παροδικότητα και την αιωνιότητα, την αταραξία και την αμάχη που ενσαρκώνονται από το μοναδικό της πέρασμα από τον κόσμο, μονάχα μέσα από την Ποίηση. Δίχως Της μπορούμε να επιστρέψουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: στο έρεβος απλά της επιβίωσης.
ΥΓ 1 Καμιά φορά διαβάζοντας Κάλβο, ρυθμίζεται η ανάσα μου…
ΥΓ 2 Γιάννης Στίγκας, ο φίλος που κάποτε μιλούσαμε για μια Ποίηση χρηστική και εφαρμόσιμη. Τα απολύτως αναγκαία σε όλους μας βιβλία του βγαίνουν από την Μικρή Άρκτο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε τις ωδές Εις Θάνατον και Εις Ιερόν Λόχον του Κάλβου, σε επιμέλεια και κριτικό σχολιασμό του Ανδρέα Ανδρέου.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA