Η Βικτωρία Γεροντάσιου μιλά για τις "Μικρές Καταιγίδες" της (Εκδόσεις Θράκα, 2018) στο tetragwno.gr
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (διηγήματα, Εκδόσεις Θράκα 2018) της Αρετής Καράμπελα
Ο Θανάσης Νιάρχος γράφει στην Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, για την ποιητική συλλογή "Το σκίτσο στην ντουλάπα" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Παναγιώτη Μηλιώτη
Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Βικτωρίας Γεροντάσιου "Μικρές καταιγίδες" (Εκδόσεις Θράκα, 2018)
Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει για την ποιητική συλλογή "24+7" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι

Αντικατοπτρισμοί
διάλογος δύο ποιητών
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ – Γιώργος Δουατζής

εκδόσεις Στίξις

Η ποίηση είναι πάντα ανοιχτή στον διάλογο· δεν κλείνει σαν το στρείδι, δεν φυλάει τα μυστικά της, αν φυσικά ξέρεις τον τρόπο να διεισδύεις στον μέσα τόπο. Ο ποιητής εκτίθεται καθώς εκθέτει την αγωνία του για τη δημιουργία και καταθέτει την πρότασή του για τη ζωή – στην ουσία αυτό θα μπορούσε να είναι η κάθε ποιητική γραφή. Όταν ο αποδέκτης της ποίησης «απαντά» στα λόγια του ποιητή, συντελείται το θαύμα της επικοινωνίας μέσω της γραφής και της ανάγνωσης, όταν όμως ένας άλλος ποιητής αναλαμβάνει να πει με τον δικό του λόγο τις σκέψεις του με αφορμή αυτό που διάβασε, τότε γεννιέται ένας νέος λόγος ποιητικός και ο διάλογος ανάμεσα στους ποιητές είναι ξεχωριστό γεγονός.

Ο Γιώργος Δουατζής στα δικά του «Κάτοπτρα» έφερε σε κοινή θέα και ανάγνωση 24 μικρά ποιητικά δοκίμια· χρησιμοποιώ τον αδόκιμο αυτόν όρο, καθώς ξετυλίγεται μέσα τους εν είδει δοκιμής με τη μείξη ποιητικού και πεζού λόγου η οπτική του, η στάση του, η θέση του απέναντι στο εσωτερικό και εξωτερικό τοπίο. Μια εικόνα του κόσμου -όσο γίνεται πλήρη- μας δίνει ο ποιητής μέσα από τα (καθόλου παραμορφωτικά) «Κάτοπτρά» του.

Η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ κοιτάζει μέσα από τα δικά του κάτοπτρα, «διηθίζει» τις δικές του εικόνες με τα δικά της φίλτρα-μάτια στον κόσμο και τις δικές της προσλαμβάνουσες ζωής. Το αποτέλεσμα είναι η έξοχη συνομιλία, ή καλύτερα μια νέα συνεργατική δυνάμει ποιητική γραφή.

Επιλέγω τρία αποσπάσματα του ιδιότυπου αυτού ποιητικού διαλόγου, που δείχνουν πώς η παρέμβαση της ποιήτριας στον λόγο του ποιητή γεννά άλλοτε λύσεις, άλλοτε μικρές αντιρρήσεις και άλλοτε μια υπέροχη σύμπλευση:

Η ζωή μού φαινόταν πάντοτε πιο δυνατή τις νύχτες…
Με τον καιρό, μου έμαθε να μη βάζω το πιστεύω μπρος από κάθε πρόταση, αλλά το ίσως, το νομίζω, κι έτσι στερημένος από κάθε βεβαιότητα έμαθα να ζω ήρεμος. Το παρόν… συσσωρευόταν σωτήρια στη μνήμη ως ζωογόνα ανάμνηση, μέσα στον άγνωστης διάρκειας χρόνο της ζωής, ανάσα, δώρο πολύτιμο, πνοή δημιουργίας, τρισμέγιστη δικαιολογία ύπαρξης.
Γ. Δ. (από το Κάτοπτρο Έκτο)

Τη νύχτα η ζωή είναι περισσότερο δική μου, γιατί ή κοιμάμαι κι ονειρεύομαι αυτό που ποθώ και αυτό που φοβάμαι -εφιάλτης-, ή άυπνη με το νου και την καρδιά ζω αυτά που ελπίζω και αυτά που φοβάμαι.
Κ. Α. Ρ.

[Η Κατερίνα Ρουκ μοιάζει να απαντά στον στοχασμό του Γιώργου Δουατζή με τον δικό της τρόπο: η «δυνατή» νύχτα μετατρέπεται σε απολύτως προσωπική εκδοχή ενατένισης και της ελπίδας και του φόβου – χωρίς ίσως αυτές οι δύο συνθήκες να διαφοροποιούνται κατ’ ουσίαν.]

Ανάγκη ολοφάνερη για πέταγμα ψηλά. Αλλά τα εμπόδια αυτής της φυγής μοιάζουν με συμπαγή οροφή και δεν είναι ευκαταφρόνητα…
Ίσως πρέπει να κατεβαίνει κάποιος χαμηλά για να μπορεί να ανυψωθεί. Αλλά κι οι οροφές ορθώνονται ερήμην μας, ίδιες τόσες χιλιετίες.
Γ. Δ. (από το Κάτοπτρο Δέκατο)

Το όσο πιο χαμηλά πέφτεις, δεν σημαίνει και το πόσο ψηλά ανεβαίνεις. Το ψηλά είναι θέμα αξίας πραγματικής και όχι μόνο απλής ικανότητας.
Κ. Α. Ρ.

[Ενδιαφέρων «διάλογος» περί ύψους και της αντικειμενικής ή της υποκειμενικής του διάστασης.]

Χαρά. Ναι, χαρά. Μέσα από τις αστοχίες, τις πίκρες, τις αποτυχίες, τις απώλειες, τις απουσίες. Χωρίς αυτές, για ποια χαρά να μιλήσουμε, για ποιαν αντίστιξη;…
Χαίρομαι όταν τελειώνει ένα έργο μου, όταν γελάει η αγαπημένη, όταν μπορώ να προσφέρω, να μοιράζομαι. Χαίρομαι όταν βλέπω τον ουρανό, τη θάλασσα, τους ανθρώπους, την ομορφιά. Χαίρομαι που μπορώ να χαίρομαι.
Γ. Δ.

Χαρά. Μια ζωή ολόκληρη έχω ζήσει, μα τώρα ξέρω τι μου δίνει την πιο μεγάλη χαρά: που ζω, που αναπνέω, που δεν πονάω, που αντικρίζω τον ήλιο, τη θάλασσα… Ναι, χαίρομαι που μπορώ ακόμα να χαίρομαι.
Κ. Α. Ρ.

[Η κοινή συνειδητοποίηση του δώρου της ζωής. Μια θέα στην απόλυτη αγαλλίαση πέρα από μετρήσεις και υπολογισμούς, πέρα από μια υπέρβαση του μέτρου είτε προς την υπέρμετρη (ίσως απατηλή) χαρά ή το υπέρμετρο (ίσως εγωιστικό) πένθος. Η έννοια της θαυμαστής «αντίστιξης» του ποιητή βρίσκει την ερμηνεία της στον λόγο της ποιήτριας.]

Η Κατερίνα Ρουκ δεν συμπληρώνει απλώς τον λόγο του Γιώργου Δουατζή· δείχνει με τον σχολιασμό της τα όρια του ποιητικού διαλόγου ως να φτάσει στη νέα δημιουργία και αναδεικνύει την αφορμή της ποίησης (εδώ τα «Κάτοπτρα» του Γιώργου Δουατζή) και τη δύναμή της. Ένας διάλογος πρωτότυπος, δημιουργικός, δυναμικός. Μια ευχάριστη έκπληξη για τα λογοτεχνικά πράγματα από τις καλές εκδόσεις Στίξις.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA