Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά



Καθώς ο αέρας που αναπνέουμε αποπνέει την δυσωδία βομβαρδισμών υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στυγνών εγκλημάτων πολέμου, εθνικιστικών και αλυτρωτικών ρητορικών, πατριδοκάπηλων φασιστοειδών,  ανταγωνισμών σε επίπεδο σημαιοστόλιστων βραχονησίδων κ.α, θυμήθηκα ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα από το Spoon River του Edgar Lee Masters, σε μετάφραση του Κλείτου Κύρου, εκείνο που μιλούσε για ένα ακόμα νέο που χάθηκε υπέρ πατρίδος.  Τον Knowlt Hoheimer:
Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Μίσιονερυ Ριτζ.
Όταν ένιωσα το βόλι να τρυπάει την καρδιά μου
Λαχτάρησα να βρισκόμουν σπίτι μου και να πήγαινα φυλακή
Επειδής είχα κλέψει τα γουρούνια του Κέρλ Τρενάρυ
Παρά που τό ‘σκασα και πήγα στρατιώτης.
Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή,
Παρά να πλαγιάζεις κάτω απ’ τη φτερωτή αυτή μαρμάρινη μορφή
Κι από το το γρανιτένιο ετούτο βάθρο
Που έχει τις λέξεις «Pro Patria».
Τί σημασία έχουν όλα αυτά τέλος πάντων;

Δίπλα σε αυτό το «αμερικάνικο» ποίημα, ένα «ελληνικό» τολμώ να θυμηθώ: τον Μιχαλιό του Καρυωτάκη:
Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Ολο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα, 
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».
Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο, 
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο, 
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο, 
σα να `λέγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».
Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι, 
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος, 
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.
ΥΓ. Κλείνοντας ας μιλήσω με ένα αληθινό περιστατικό. Φοιτητής στο Ρέθυμνο, γυρνώ βαθιά νύχτα στο σπίτι με τα πόδια. Οι δρόμοι είναι εντελώς έρημοι. Στο κέντρο της πόλης, από το Δημαρχείο ως τον Κήπο, για πρώτη φορά νιώθω να μην κυκλοφορεί ψυχή ζώσα. Ενώ βαδίζω νωχελικά, βλέπω στη μέση μέση του πιο κεντρικού και πολυσύχναστου δρόμου της πόλης, άδειου εκείνη την ώρα, μια πάπια να περπατά καμαρωτή. Παράδοξο. Φαντάστηκα εκείνη την στιγμή μια αναλογία με την έννοια της πατρίδας.  Έτσι γεννήθηκε το ποίημα Πατρίδα από την συλλογή Ρουβίκωνας στα μέτρα μας. Τολμώ μετά τον Masters και τον Καρυωτάκη να το παραθέσω.
Εις οιωνός άριστος
αμύνεσθαι περί  πατρίδος
όπως και περί του δικαιώματος
μιας  χήνας
νωχελικά να περπατά
στην κεντρική λεωφόρο
της  νυχτερινής  πόλης
κι ας ματωθούν στο τέλος βιαστικές ξάγρυπνες ρόδες
από το ανοιγμένο της κρανίο
και ας ακούγεται σπαρακτικό το σκούξιμό της
καθώς στα κύμβαλα θα χτυπιέται
κάποιου αόρατου πιάνου αγωνίας.
Οι νέοι που τυχόν τρέξουνε ξοπίσω
μιμούμενοι χειρονομώντας
του γεγονότος την παραδοξότητα

θα νομίζουν πως πετάνε.





1. Τα ψάθινα φιλιά

Τα μωβ λουλούδια πάντα στο τραπέζι
Αναμιγνύονται με ψάθινα φιλιά.

« Τί’ναι ένα ψάθινο φιλί, μητέρα ; »
Είναι ό,τι απλώθηκε στην άμμο
Στην άκρη εφαπτόμενο κάποιων μαζί σωμάτων.

Δυό ζώα που βρήκαν και φωλιάζουν
Ευγνωμονώντας
Μια πένθιμη, χορταριασμένη εγκατάλειψη.

Είν’οι καρποί
Φερμένοι απ’τους ανθρώπους που θυμόμαστε.

Μα κι ένα βλέμμα
Από δυό μάτια που άντεξαν σε μεσημέρι του Ιούλη
Για να σε συναντήσουν.

Είναι τα ψάθινα φιλιά.
Κι είναι τα μωβ λουλούδια.

Είναι που ρώτησες
Κι εγώ σου απάντησα
από μένα
Με μιαν ευχή
για σένα.





2. Είσαι

Είσαι ένα βράδυ ανέμου
Που φέρνει άμμο στα κατώφλια των σπιτιών
Σ’εκείνη την ακτή του Γιορκσάιρ
Που λένε πως ξεβράζονται
Ξύλα τραχιά
Των ναυαγίων του αιώνα.

Είσαι η ακτή με τα θραυσμένα γκρίζα κύματα
Τ’αφιερώματα των ωκεάνιων γλάρων
Και των ιχθύων τους συμβολικούς αποχαιρετισμούς
Στον βόρειο ήλιο.

Είσαι ένας τόπος που επιμένει
Να μη με συναντά
Στα μάτια.





3. Αυλίδα

Έφυγε πόλεμος μια μέρα
από δω.

Σήμερα ακόμα, όταν σταθείς
θα το μαντέψεις πριν να το θυμηθείς.

Για να περάσει ο άνεμος
γίνεται πρώτα θάνατος,
θέλει εκπνοές ανείπωτων χρησμών
πριν το κατώφλι.

Ιφιγένεια, στέκομαι σήμερα εδώ
Σε αγαπώ
Και νοιώθω να μιλήσω :

Έρχετ’ η βία απ’τη ζωή
-όχι η ζωή από κείνη!

Φέρνουν τα λόγια τους χρησμούς.

Πέρασε άνεμος μια μέρα
από ‘δω.

Έγινε αρχή.

Την έλεγαν Ελένη.




[…] στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.
Χρίστος Ρουμελιωτάκης, 1938- 2018
Πηνελόπη Ζαρδούκα
Πώς πεθαίνει ένα ποίημα;

Ένα ποίημα πεθαίνει όπως ένα πουλί
όταν κουρνιάζει σ’ ένα καρβουνιασμένο κλαδάκι.
Ένα ποίημα πεθαίνει όπως ένα σκυλί
που διψάει κι αλυχτάει δεμένο χιλιόμετρα μακριά.
Ένα ποίημα πεθαίνει όπως ένα παιδί
καιόμενο στην Αργυρά Ακτή εν καιρώ Ειρήνης.
Εκεί πεθαίνει ένα ποίημα και μια ελπίδα
όταν σε ένα παιδί πεθαίνει το μέλλον όλων των παιδιών.

Πώς πεθαίνει ένα ποίημα αλήθεια
δεν θα μάθω ποτέ,
γιατί στον καιρό μας Χρίστο
πεθαίνουμε πια με χίλιους τρόπους
–ξανά και ξανά-
και στους φακέλους φρονημάτων μας γράφει:
«Αγνώμων, αγνώμων κι ευγνώμων».

                                                            Τα τείχη της πόλης


Έχει περάσει πάνω από ένας αιώνας από τότε που η Βαλένθια κατεδάφισε τα τείχη της και για τους εναπομείναντες της πύργους υπάρχουν ώρες επισκεπτηρίου. Τώρα η πόλη αμύνεται επιτιθέμενη. Τόσο περήφανη και παραγνωρισμένη, λέει πως μια μέρα, με πεινασμένες γειτονιές, έλυσε τη ζώνη της. Από τότε, έχει καταπιεί πόλεις, έχει αποξηράνει τις όχθες ενός ποταμού και έχει επεκταθεί με μορφή φούσκας, γινόμενη μια γούρνα που τηγανίζει το έδαφος και το επιχρυσώνει. Αρέσει ή όχι, είναι ακόρεστη. Και καθώς τρώει, μερικές φορές τυχαίνει σταματώντας στιγμιαία, να τοποθετεί ένα χέρι στο στέρνο της και να ρεύεται ανθρώπους.
Είναι ένα κρύο Κυριακάτικο πρωινό στους βάλτους του El Clot1. Το γκέτο κοιμάται. Ένα θαλασσινό αεράκι φτάνει πηδώντας πάνω από την πρώτη συστοιχία σπιτιών, μετασχηματίζοντας κάθε ριπή σε σύννεφο σκόνης. Κάτω από τα σκουπίδια φανερώνουμε ένα λιθόστρωτο μιας άλλης εποχής ή άλλης πόλης. Σε παρακείμενο κτήριο, εμφανίζεται ένα κεφάλι από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου, ρωτώντας «φίλε μου τι κάνεις εδώ;». Πέντε τσιγγάνοι πλησίαζουν το πεζοδρόμιο. Τα παιδιά τους έχοντας ήδη διατρέξει, για λίγο, το σκουπιδότοπο, κραδαίνουν σκούπες και τσουγκράνες μεγαλύτερες από το μπόι τους. «Πρόσεχε με αυτόν, είναι ο μεγαλύτερος εγκληματίας από όλους» είπε ο Tomás, και στην άκρη του δαχτύλου βρισκόταν ένα αγόρι με μαύρα μαλλιά. Ένα άλλο αγόρι έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μας, ο Edu, και μέσα στο βρώμικο, καφετί του χέρι βαστάει μια μπάλα του τένις, αφοπλιστικά κίτρινη. Μας τη δείχνει σιωπηλός, σαν να ήταν ζωντανή. Συμβαίνει να υπάρχει δίπλα στο σκουπιδότοπο ένα αθλητικό κέντρο. Τα τέσσερα γήπεδα τένις του και τα δύο γήπεδα του μπάντμιγκτον περιβάλλονται από έναν τοίχο ένα μέτρο ψηλό με ένα μεταλλικό φράχτη από πάνω του. Μόνο η πλευρά που κοιτάζει στο σκουπιδότοπο είναι κρυμμένη και από ένα πράσινο προστατευτικό δίχτυ για κήπους. Εάν πλησιάσεις και κοιτάξεις πάνω από τον τοίχο, εκεί όπου το δίχτυ δεν είναι σφιχτό, μπορείς μέσα από τις τρύπες να δεις κορίτσια στην ηλικία του Edu, να μαθαίνουν τένις. Έτσι, από καιρό σε καιρό, απαστράπτουσες μπάλες εμφανίζονται στο σκουπιδότοπο σα θαύματα, που ποτέ κανένας δεν τις αναζητά, καθώς γίνονται αντιληπτές ωσάν να έχουν πέσει σε κάποιο μακρινό μέρος, με απόσταση εφτά μέρες και εφτά νύχτες.



1 El Clot, η τρύπα στην αργκό της Βαλένθιας. Μια υποβαθμισμένη περιοχή κοντά στη θάλασσα κατοικημένη κυρίως από Ρομά.


«Καταστολή παραισθησιογόνου πραγματικότητας»

Συνταγή Ιατρού

Άγχος. Διαταραχές βαριάς μορφής
Προκαλούν υπερευαισθησία
Δισκία για αδύναμους ασθενείς
Παιδιά με έντονη δυσφορία

Συνήθως εξαφανίζονται μακριά
Σε ασφαλές μέρος έχουν ήδη λήξει
Με ψευδαισθήσεις ελεγχόμενα και αυτά
Ώρες μετά την τελευταία λήψη

Έχουν αναφερθεί και παράδοξες αντιδράσεις
Να γίνονται βαθμιαία δραστικοί ενήλικες
Χωρίς ελλατωμένη λειτουργία, φόβο δράσης

Η πιθανότητα δεν έχει εξακριβωθεί
Όμως υπάρχει- εκτός του φύλλου οδηγιών
Η συνταγή των ιατρών.


Μάρσια Ισραηλίδη







Ανάλγητη πραγματικότητα


Ο κόσμος μοιάζει τη νύχτα
με ερειπωμένα νοσοκομεία
που στο πρώτο φως της
ημέρας, έχοντας εφημερία
πλημμυρίζουν με κάθε
λογής ανθρώπους.


Αν και κρατούσα πάντα
χαρτάκι προτεραιότητας,
ένα επείγον περιστατικό θα
σφήνωνε μπροστά μου
τελευταία στιγμή,
αναστέλλοντας την τύχη
μου.


Ωστόσο ελεγχόμενες
κλινικές μελέτες έδειξαν
πως πάσχω από εφίδρωση
της πραγματικότητας.


Τελικά οι αλλοιώσεις της
ψυχής μου, κούρνιασαν σε
μια γυάλα με φορμόλη
τοποθετημένες προσεκτικά
στο πάνω ράφι
για περαιτέρω ανάλυση.




Καθοριστική σημασία
φυσικά και το γεγονός πως
η έντονη δυσφορία της
σκέψης μου, εγκλώβισε τα
γράμματα στο βάθος της
αταξίας, σχηματίζοντας στο
λευκό χαρτί με την μπλε
σφραγίδα του γιατρού τη
λέξη : υποτροπή.


Καταστολή των αισθήσεων
σαν προσωρινός
συμβιβασμός που
συμφώνησα σε αυτό
αμαχητί.


Βρωμαζεπάμη είπαν η
δραστική ουσία για την
αντιμετώπιση της
ενηλικίωσης.


Μόνο που εγώ στα όνειρα
μου επισκέπτομαι το τμήμα
νεογνών, αναμένοντας να
κοιμηθώ στον κόρφο της
μάνας μου.

Ελένη Ψαρουδάκη








Πραζεπάμη

Όλα τα φάρμακα σε ασφαλές μέρος.
Ιδιαίτερη προσοχή κατά τη θεραπεία των ασθενών
Επειδή ο κίνδυνος σωματικής εξάρτησης από αυτά τα φάρμακα επιτρέπεται.
Χρησιμοποιούνται για πράξεις αυτοκτονίας
Λήψη οινοπνεύματος και εργώδης θηλασμός άμεση συμβουλή από γιατρό παρακαλώ
Απότομη διακοπή αγωγής
άγχος, ένταση, ανησυχία
Σε γυναίκα ηλικίας αναπαραγωγικής
Να ελαττωθεί η πραζεπάμη, οι ανεπιθύμητες ενέργειες
μετά την τελευταία λήψη (εντός μίας ώρας)
έδειξαν καταστολή για τη ζωή.


Γιώργος Κατραούρας











Φαύλος κύκλος μελετών βενζοδιαζεπινών

Παιδιά με υπερδραστηριότητα και υπερευαισθησία·
ενήλικες ενδείξεις που ενίοτε μεταβολίζονται σε σύνθεση βενζοδιαζεπινών.
Ενέργειες με μανία να συνδυασθεί η δραστική ουσία σε προϊόν.
Κατά τη διάρκεια των μελετών, σας χορηγήθηκε δισκίο αγχολυτικό.
Βενζοδιαζεπίνες έγραψε ο γιατρός,
εάν διαβάσετε το φύλλο οδηγιών.
Κι εάν παραλείψετε τη δόση,
ενίσχυση της ευεξίας
στις αντενδείξεις, ή σε μέρος μακριά από φάρμακα·
που υπάρχουν παιδιά κάτω των 18.


Δώρα Σπηλιωτάκη













«Μάτς Πόιντ» Κ.Μελισσάς 
Εκδόσεις Θράκα 2018 


Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Πρέπει κανείς να γράφει για τον κόσμο ή να τον αλλάξει;
Στο ερώτημα αυτό ας μας απαντήσουν οι ποιητές.

«Μέρες σαν κι αυτές ,
νομίζεις ότι κάτι θ΄ αλλάξει στον κόσμο».

Δεν ξεχνάμε ότι στα αρχικά στάδια του πολιτισμού , της ίδρυσης του πολιτισμού ,της ίδρυσης της κοινωνιών , οι ποιητές ήσαν αυτοί που με τον λόγο τους και τη σκέψη τους ώθησαν στην καταγραφή του Δικαίου και το έκαναν νου της Πολιτείας ,αυτοί συνέβαλαν στη γένεση της δημοκρατίας. Οι ποιητές είναι οι πρώτοι πολιτικοί… 

Ποτέ μην πεις «τι θα γινόταν εάν;». Με αυτή την παράκληση ο ποιητής Κωνσταντίνος Μελισσάς μας εισάγει στην ποιητική συλλογή με τίτλο «Ματς Πόιντ». Ο άνθρωπος που είπε «προτιμώ να είμαι τυχερός παρά καλός» έβλεπε τη ζωή σε βάθος .Ο κόσμος φοβάται να παραδεχτεί πως ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής βασίζεται στην τύχη. Είναι τρομακτικό το ότι πολλά που μας συμβαίνουν βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας. Υπάρχουν στιγμές σε έναν αγώνα όπου η μπάλα χτυπάει το δοκάρι και για ένα μονάχα δευτερόλεπτο μπορεί να μπει γκολ ή όχι .Με λίγη τύχη θα μπει και θα κερδίσεις. Ή μπορεί και να μην μπει και τότε χάνεις .Κι αν λοιπόν οι παραπάνω σκέψεις αποτελούν το έναυσμα για τη δημιουργία της 47ης ταινίας του Γούντι Άλεν , με τίτλο Match Point , ο ποιητής το οικειοποιείται στο πρώτο κιόλας ποίημα .

«Όλη μου η ζωή
ένα ματς πόιντ
που ακόμη δεν έχει χαθεί.»

Οι ποιητής Κωνσταντίνος Μελισσσάς βάζει τις λέξεις να πλέουν και τις συλλαβές να απομακρύνονται μέσα στις σελίδες της ποιητικής του συλλογής.

Μια ευχάριστη έκπληξη η ποιητική συλλογή «Ματς Πόιντ» , μια δροσιστική αύρα κατακαλόκαιρο , για όσους τουλάχιστον «δέρνονται» ακόμα τρυφερά και εναγώνια από πνευματικούς αέρηδες , από τα παιχνιδίσματα των συλλαβών και των λέξεων, από την ποίηση δηλαδή.
Σε ελεύθερο στίχο ο ποιητής καταγράφει στο χαρτί μια ολόκληρη ζωή ,που αναδεικνύει την παρουσία της τύχης και των αποτελεσμάτων της κατά τη διάρκεια της πορείας της.
Μια φωνή ήρεμη αλλά και σπαρακτική , με μια εκρηκτική και ηλεκτρισμένη ποίηση της μοναξιάς ,της πείνας, της τύχης , της αγάπης , του μίσους, της περιπλάνησης και της φυγής.
Στην ποίηση του Μελισσά η καθημερινότητα αποτυπώνεται μέσα από χαμηλωμένα φώτα , φωνές που σβήνουν, μια ομίχλη φωτεινή ,λευκή άμμος φωτός, φως που κονιορτοποιεί τα σύννεφα, γκρι ουρανός, ολόγιομο φεγγάρι, βροχή και δάκρυα , μουσική και ψιθυρίσματα αλλά και μεγάφωνα ανοιχτά , τηλέφωνα κομμένα, ηλεκτρικό νεκρό, λογαριασμοί ανοιχτοί, βραχυκύκλωμα στον πολλαπλασιαστή, φώτα ηλεκτρικά, παλιές κουζίνες ,σκονισμένοι δρόμοι, διαδρομές κυκλικές και βουστροφηδόν, αυτοκίνητα Μερσέντες και Ζάσταβα, λεωφορεία των ΚΤΕΛ, ταξίδι στο διάστημα, πλανήτης Ν, ιπτάμενες αποδράσεις, δικτυακά Νόμπελ, ποδοσφαιρικοί αγώνες ,γήπεδα , μοναστήρια, κάστρα νέα και παλιά, δικαστήρια, φόροι, τεκμήρια, ασφαλιστικές εισφορές, ψυχοθεραπευτές, ομοιοπαθητικοί, ψυχές γιαγιάδων, γιαγιάδες Αρτινές με τέσσερα κουτσούβελα και εννιά αποβολές ,καλόγριες νεράιδες, δαίμονες, Κιβωτοί, μικρές ατιμίες, πλάνα αργά, απονευρωμένα δόντια, λεξικά ευημερίας, χέβι μέταλ, Σφαγείο Νο.9, Ταλιμπάν ενάντια στο σύμπαν, το χθες που δεν υπάρχει, το σήμερα που φεύγει, όταν στο αν, το ορθογώνιο τίποτα, το Όχι που αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Ναι, ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, λάθη και δισταγμοί, άσπρη ντροπή, μαύρες εποχές, το μαύρο της χαμένης νύχτας, άεργοι γείτονες, άφραγκοι πελάτες, λάσπες, χτίστες μυρμήγκια, νεόκτιστα, παλιές μονοκατοικίες, ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, σημείο «Θέα», σκονισμένες θάλασσες , πράσινες ακρογιαλιές και ερειπωμένοι σταθμοί , κτίρια γυμνά και ελπιδοφόρα σήματα , γνώριμα κλειστά τοπία και ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό, ποίηση που τεμαχίζεται, ποίηση που κονιορτοποιείται, ποίηση που εξατμίζεται, ποίηση που διαλύεται από νότες μουσικής...

«Το σώμα όμως θα τρέχει πια γοργά
σ΄ έναν άυλο μέλλοντα
του τωρινού (παρ)ελθόντα».

Ένα ποιητικό έργο που χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αντινομία , αφού καταφέρνει να συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά : τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο , τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο ξεγύμνωμα της ψυχής, το ειρωνικό στοιχείο με το ψεύτικο της στιγμής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με το διπρόσωπο των ανθρώπων. 

Ο σπόρος που φυτεύει η ποιητική συλλογή «Ματς Πόιντ» στη μίζερη κοινωνία που την «κλωτσά» θα πιάσει. Και κάποια άνθη θα φυτρώσουν μέσα στα παράσιτα

Ο Κωνσταντίνος Μελισσάς ζει εκ περιτροπής στο Τορόντο και τη Νόβα Σκότια του Καναδά. Εργάζεται ως ανειδίκευτος γραφιάς περιοδικών , δικηγορικών γραφείων και διαφημιστικών εταιρειών. Το «Ματς Πόιντ» αποτελεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή , μετά τις «Αθώες Λογοκλοπές».


Οκταβιανός Καρυωτάκης

 Αγύρτευε σαν ασκητής στο λογγώδες έδαφος
 Τα τείχη μόνωση αγρύπνιας
 Τείχη νίκης και ήττας
 Του' χε μείνει το ρωμαϊκό κράνος
 Ενας φθηνός μανδύας κι ενα μπαστούνι
 Να γιατροπορεύει τα ροζιασμένα χρόνια
 Κάτω από τη βελανιδιά
 Με ενα φλασκί τσίπουρο νερωμένο
 Να θεραπεύει τις αναμνήσεις
 Τοτε που αποπειράθηκε μαζί με τις ενταφιασμένες μέρες
 Να γκρεμίσει στο λιμάνι και τα ποιήματα
 Φωνή βοούσα σε αποσβολωμένους
 καφενόβιους
 Άλλοι τον έλεγαν Οκταβιανό
'Αλλοι Κώστα...





Aναισθητικό για λησμονημένους


Όταν φιλοξενώ την νύχτα θα της δωρίζω την πιο μεγάλη αντοχή μου, ένα ζεστό ρόφημα κι ένα μέρος να πλαγιάσει.

Έρχεται πάντα κουρασμένη απ’το πολύ φώς και την απόσταση των ανθρώπων. Δεν λέμε πολλά.

Δώστε μια γωνιά στην νύχτα να αποκάμει, κι αυτή θα ανταποδώσει, φωτίζοντας τον ουρανό με την πύρινη φλόγα των αστεριών. Έτσι που μέχρι να ξανάρθει να μοιάζει μοιραίος ο ερχομός κι αναπόφευκτη η θαλπωρή της.

Αναισθητικό για λησμονημένους. Αιώρα σε ύπνο γλυκό. Διαδρομή ανάμεσα σε ονειρικές εξάρσεις.


16.2.2016





Λεκές


Λευκός λεκές η ζωή

Ξετρυπώνει από το τριμμένο πουλόβερ

μιας ξέπνοης αιωνιότητας

Ο δήμιος μας κερνά ξυνισμένο κρασί

Εμείς το πίνουμε σαν νέκταρ

Πουλιά που αποδήμησαν σε χάρτινη άνοιξη

H Τζοκόντα χαιρετάει με χέρι προτεταμένο

Φοράει κάσκα των SS

Πυροβολώντας ακόμη και τα όνειρα των νεκρών


Αντικατοπτρισμοί
διάλογος δύο ποιητών
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ – Γιώργος Δουατζής

εκδόσεις Στίξις

Η ποίηση είναι πάντα ανοιχτή στον διάλογο· δεν κλείνει σαν το στρείδι, δεν φυλάει τα μυστικά της, αν φυσικά ξέρεις τον τρόπο να διεισδύεις στον μέσα τόπο. Ο ποιητής εκτίθεται καθώς εκθέτει την αγωνία του για τη δημιουργία και καταθέτει την πρότασή του για τη ζωή – στην ουσία αυτό θα μπορούσε να είναι η κάθε ποιητική γραφή. Όταν ο αποδέκτης της ποίησης «απαντά» στα λόγια του ποιητή, συντελείται το θαύμα της επικοινωνίας μέσω της γραφής και της ανάγνωσης, όταν όμως ένας άλλος ποιητής αναλαμβάνει να πει με τον δικό του λόγο τις σκέψεις του με αφορμή αυτό που διάβασε, τότε γεννιέται ένας νέος λόγος ποιητικός και ο διάλογος ανάμεσα στους ποιητές είναι ξεχωριστό γεγονός.

Ο Γιώργος Δουατζής στα δικά του «Κάτοπτρα» έφερε σε κοινή θέα και ανάγνωση 24 μικρά ποιητικά δοκίμια· χρησιμοποιώ τον αδόκιμο αυτόν όρο, καθώς ξετυλίγεται μέσα τους εν είδει δοκιμής με τη μείξη ποιητικού και πεζού λόγου η οπτική του, η στάση του, η θέση του απέναντι στο εσωτερικό και εξωτερικό τοπίο. Μια εικόνα του κόσμου -όσο γίνεται πλήρη- μας δίνει ο ποιητής μέσα από τα (καθόλου παραμορφωτικά) «Κάτοπτρά» του.

Η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ κοιτάζει μέσα από τα δικά του κάτοπτρα, «διηθίζει» τις δικές του εικόνες με τα δικά της φίλτρα-μάτια στον κόσμο και τις δικές της προσλαμβάνουσες ζωής. Το αποτέλεσμα είναι η έξοχη συνομιλία, ή καλύτερα μια νέα συνεργατική δυνάμει ποιητική γραφή.

Επιλέγω τρία αποσπάσματα του ιδιότυπου αυτού ποιητικού διαλόγου, που δείχνουν πώς η παρέμβαση της ποιήτριας στον λόγο του ποιητή γεννά άλλοτε λύσεις, άλλοτε μικρές αντιρρήσεις και άλλοτε μια υπέροχη σύμπλευση:

Η ζωή μού φαινόταν πάντοτε πιο δυνατή τις νύχτες…
Με τον καιρό, μου έμαθε να μη βάζω το πιστεύω μπρος από κάθε πρόταση, αλλά το ίσως, το νομίζω, κι έτσι στερημένος από κάθε βεβαιότητα έμαθα να ζω ήρεμος. Το παρόν… συσσωρευόταν σωτήρια στη μνήμη ως ζωογόνα ανάμνηση, μέσα στον άγνωστης διάρκειας χρόνο της ζωής, ανάσα, δώρο πολύτιμο, πνοή δημιουργίας, τρισμέγιστη δικαιολογία ύπαρξης.
Γ. Δ. (από το Κάτοπτρο Έκτο)

Τη νύχτα η ζωή είναι περισσότερο δική μου, γιατί ή κοιμάμαι κι ονειρεύομαι αυτό που ποθώ και αυτό που φοβάμαι -εφιάλτης-, ή άυπνη με το νου και την καρδιά ζω αυτά που ελπίζω και αυτά που φοβάμαι.
Κ. Α. Ρ.

[Η Κατερίνα Ρουκ μοιάζει να απαντά στον στοχασμό του Γιώργου Δουατζή με τον δικό της τρόπο: η «δυνατή» νύχτα μετατρέπεται σε απολύτως προσωπική εκδοχή ενατένισης και της ελπίδας και του φόβου – χωρίς ίσως αυτές οι δύο συνθήκες να διαφοροποιούνται κατ’ ουσίαν.]

Ανάγκη ολοφάνερη για πέταγμα ψηλά. Αλλά τα εμπόδια αυτής της φυγής μοιάζουν με συμπαγή οροφή και δεν είναι ευκαταφρόνητα…
Ίσως πρέπει να κατεβαίνει κάποιος χαμηλά για να μπορεί να ανυψωθεί. Αλλά κι οι οροφές ορθώνονται ερήμην μας, ίδιες τόσες χιλιετίες.
Γ. Δ. (από το Κάτοπτρο Δέκατο)

Το όσο πιο χαμηλά πέφτεις, δεν σημαίνει και το πόσο ψηλά ανεβαίνεις. Το ψηλά είναι θέμα αξίας πραγματικής και όχι μόνο απλής ικανότητας.
Κ. Α. Ρ.

[Ενδιαφέρων «διάλογος» περί ύψους και της αντικειμενικής ή της υποκειμενικής του διάστασης.]

Χαρά. Ναι, χαρά. Μέσα από τις αστοχίες, τις πίκρες, τις αποτυχίες, τις απώλειες, τις απουσίες. Χωρίς αυτές, για ποια χαρά να μιλήσουμε, για ποιαν αντίστιξη;…
Χαίρομαι όταν τελειώνει ένα έργο μου, όταν γελάει η αγαπημένη, όταν μπορώ να προσφέρω, να μοιράζομαι. Χαίρομαι όταν βλέπω τον ουρανό, τη θάλασσα, τους ανθρώπους, την ομορφιά. Χαίρομαι που μπορώ να χαίρομαι.
Γ. Δ.

Χαρά. Μια ζωή ολόκληρη έχω ζήσει, μα τώρα ξέρω τι μου δίνει την πιο μεγάλη χαρά: που ζω, που αναπνέω, που δεν πονάω, που αντικρίζω τον ήλιο, τη θάλασσα… Ναι, χαίρομαι που μπορώ ακόμα να χαίρομαι.
Κ. Α. Ρ.

[Η κοινή συνειδητοποίηση του δώρου της ζωής. Μια θέα στην απόλυτη αγαλλίαση πέρα από μετρήσεις και υπολογισμούς, πέρα από μια υπέρβαση του μέτρου είτε προς την υπέρμετρη (ίσως απατηλή) χαρά ή το υπέρμετρο (ίσως εγωιστικό) πένθος. Η έννοια της θαυμαστής «αντίστιξης» του ποιητή βρίσκει την ερμηνεία της στον λόγο της ποιήτριας.]

Η Κατερίνα Ρουκ δεν συμπληρώνει απλώς τον λόγο του Γιώργου Δουατζή· δείχνει με τον σχολιασμό της τα όρια του ποιητικού διαλόγου ως να φτάσει στη νέα δημιουργία και αναδεικνύει την αφορμή της ποίησης (εδώ τα «Κάτοπτρα» του Γιώργου Δουατζή) και τη δύναμή της. Ένας διάλογος πρωτότυπος, δημιουργικός, δυναμικός. Μια ευχάριστη έκπληξη για τα λογοτεχνικά πράγματα από τις καλές εκδόσεις Στίξις.




Κι ο θάνατος δε θα ‘χει  πια εξουσία
Ντύλαν Τόμας

Τέλος στην κυριαρχία του θανάτου.
Γυμνός ο νεκρός άνθρωπος
με τον άνθρωπο του ανέμου και της δυτικής σελήνης
Θα γίνουν ένα∙
όταν τα κόκκαλά τους απομείνουν και πλυθούν
θα ‘χουν αστέρι σ’ αγκώνες και πόδια∙
αν τρελλαίνονται θα ξέρουν τί τους γίνεται,
αν πνίγονται στη θάλασσα θ’ αναδύονται∙
αν και εραστές που θα χαθούν, η αγάπη δεν∙
κι ο θάνατος δεν θα ΄χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ΄χει εξουσία.
Για καιρό στην ανεμοδαρμένη θάλασσα
δε θα πεθαίνουν ξέπνοοι∙
οι τένοντές τους στρεφόμενοι θα διαρρηγνύονται,
θα ‘ναι δεμένοι στους τροχούς κι όμως δε θα σπάνε∙
η πίστη στα χέρια τους θα χωριστεί στα δύο,
και μονόκεροι δαίμονες θα εισχωρήσουν∙
διαλυμμένοι εντελώς δε θα σπάσουν∙
κι ο θάνατος δε θα’ χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δε θα ΄χει πια εξουσία.
Δεν θα μπορούν πια
γλάροι να κρώζουν στ’ αυτιά τους
ή κύματα να χτυπούν στις ακτές∙
όπου χτυπήθηκε ένα λουλούδι
άλλο δε θα σηκώσει το άνθος του
στα φυσήματα της βροχής∙
αν και τρελλοί και ψόφιοι σαν καρφιά,
κεφαλές με σχέδια από μαργαρίτες θα σφυροκοπούν∙
θα διαρρηγνύουν τον ήλιο μέχρι ο ήλιος να καταλυθεί,
κι ο θάνατος, δεν θα ΄χει πια εξουσία.

Μετάφραση: Κατερίνα Σπορίδου

Η Κατερίνα Σπορίδου έχει εκδώσει στις Εκδόσεις «ΘΡΑΚΑ»
την ποιητική συλλογή ‘’Zwgraphica’’, Μάιος 2018

 Στέργιος Ντέρτσας,
Nieve


Η ευγενική γυναικεία φωνή που απάντησε στον αριθμό της Οδική Βοήθειας τον διαβεβαίωσε πως το φορτηγάκι θα βρισκόταν στο σημείο όπου είχε μείνει με το αυτοκίνητό σε κανένα μισάωρο περίπου. Την ευχαρίστησε κι έκλεισε. Αναστέναξε βαθιά. Δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε. Είχε μείνει στη μέση του πουθενά την μέρα που ξεκινούσε τις διακοπές του! Τουλάχιστον, ευχήθηκε, να μην είναι καμιά σοβαρή ζημιά, για να μπορέσει να φθάσει εγκαίρως στον προορισμό του. Έκλεισε νευριασμένος το καπό του αυτοκινήτου και στη συνέχεια με δυσκολία κατάφερε να το σπρώξει δίπλα σε ένα δεντράκι, εκτός δρόμου, που πρόσφερε έναν στοιχειώδη ίσκιο. Η προειδοποίηση του πατέρα του επανήλθε σαν ηχώ στο μυαλό του: “To αυτοκίνητο δεν είναι για τόσο μεγάλο ταξίδι, να το ξέρεις.’’ Το ήξερε αλλά δεν ήθελε να το δεχτεί. Πίστευε πως κανένας και τίποτα δεν θα μπορούσε να τον βγάλει από την μαγεία των τελευταίων ημερών και πως όλα θα συνεργούσαν στο τέλος να βρεθεί κοντά της το συντομότερο δυνατό. Αμέσως μετά επιχείρησε να τηλεφωνήσει σ’ εκείνη προκειμένου να την ενημερώσει για την περιπέτεια του και να την προϊδεάσει για την ενδεχόμενη καθυστέρηση του όμως το σήμα από το κινητό του είχε χαθεί. Του ήρθε σκοτοδίνη. Ξανακοίταξε τον δρόμο. Του έκανε εντύπωση που από την στιγμή που προέκυψε η βλάβη δεν είχε φανεί κανένα αυτοκίνητο αλλά δεν ήταν σε θέση να πει με σιγουριά αν αυτό ήταν αλήθεια ή απλά η ιδέα του. Μπήκε μέσα κι αναζήτησε με νευρικές κι έντονες κινήσεις τα τσιγάρα του. Δεν τα έβρισκε όσο κι αν έψαχνε. Κι όμως ήταν εντελώς σίγουρος πως υπήρχε ένα πακέτο στο ντουλαπάκι από το οποίο έπαιρνε ένα τσιγάρο μια στις τόσες. Άρχισε να παραληρεί σε μια ακατάληπτη γλώσσα κλαψουρίζοντας και βρίζοντας την τύχη του. Στο τέλος, εντελώς νικημένος, έμεινε σαν απολιθωμένος στη θέση του οδηγού να αγναντεύει το υπερπέραν. Η αίσθηση μιας συντριπτικής ήττας τον είχε κονιορτοποιήσει.
Και τότε ήταν που άρχισε να… χιονίζει. Ναι, να χιονίζει! Ήταν ένα λεπτό, κοφτερό και επιθετικό χιόνι. Κοίταξε το κινητό του, πεταμένο στην θέση του συνοδηγού: 14 Αυγούστου. Δεν υπήρχε κανένα λάθος σ' αυτό. Αυτήν ήταν η ημέρα έναρξης των καλοκαιρινών του διακοπών. Κοίταξε από τον καθρέφτη , στο πίσω κάθισμα, τις αποσκευές του. Οι χρωματιστές πετσέτες που παραλίγο να ξεχάσει φεύγοντας και που η μάνα του κράδαινε σαν χέρια της σαν επαναστατικά λάβαρα, τρέχοντας ξοπίσω του , ενώ εκείνος ήδη είχε βάλει μπροστά , ήταν εκεί έξω, πεταμένες χύμα, πάνω στους σάκους, ως η πιο τρανταχτή απόδειξη για την εποχή. Βγήκε έξω και πήρε να εξετάζει τον εαυτό του από την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν εντελώς καλοκαιρινός: φανελάκι, στρατιωτικού τύπου βερμούδα και ολόγυμνα πόδια γιατί του άρεσε να οδηγεί ξυπόλητος. Γελούσε σαν χαζός, το ζούσε όλο αυτό σαν πρωταγωνιστής και θύμα μιας ανείπωτης, κακόγουστης φάρσας. Κοίταξε ψηλά. Ο ορίζοντας από παντού κλειστός. Ο ουρανός ήταν κατάλευκος και το χιόνι έπεφτε με δύναμη στα μάτια του. Έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε να γεμίζει το πρόσωπο του με βαθιές κοψιές. Πονούσε, νόμιζε πως μάτωνε. Βλέπω όνειρο, σκέφτηκε, είναι σίγουρα ένα όνειρο. Επανέλαβε άπειρες τα ίδια λόγια σαν να ήταν ξόρκι, σαν να ήταν αυτός ο τρόπος να επιστρέψει άμεσα στο πριν και στις υψηλές, Αυγουστιάτικες θερμοκρασίες. Τα ξανάνοιξε. Αλλά το χιόνι συνέχισε να πέφτει με μεγαλύτερη ένταση πλέον. “Μα, είμαστε στην καρδιά του Αυγούστου! Αύριο είναι Δεκαπενταύγουστος!” είπε με ένα πνιχτό παράπονο απευθυνόμενος σε έναν αόρατο ακροατή, στον υποτιθέμενο αυτουργό ετούτης της εξωφρενικής κατάστασης.
Κρύωνε. Τα πόδια του είχαν παγώσει. Χώθηκε εσπευσμένα μέσα στο αυτοκίνητο. Θα κοιμηθώ, σκέφτηκε, και όταν ξυπνήσω τα πάντα θα έχουν τελειώσει. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Αυτό στο μυαλό του φάνταζε ως η καλύτερη δυνατή λύση ή μάλλον η μόνη λύση, ένα αναγκαίο διέξοδο λίγο πριν τον απόλυτο κλονισμό του νευρικού του συστήματος. Ήταν πολύ κουρασμένος γιατί είχε ξυπνήσει πολύ πρωί και ήδη οδηγούσε τέσσερις συνεχόμενες ώρες. Στην ουσία δεν είχε κλείσει μάτι καθόλου από την αγωνία του αφού περίμενε πως και πως να έρθει η στιγμή να ξεκινήσει για να βρεθεί και πάλι κοντά της. Κι όποτε το κατάφερνε έβλεπε κάτι αγωνιώδη όνειρα που τον έκαναν να πετιέται πάνω κάθιδρος.
Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Και σχεδόν αμέσως βρέθηκε εκεί για όπου ξεκινούσε. Λευκάδα. Εκεί που είχε δώσει μαζί της το επόμενο ραντεβού . Ή τέλος πάντων σε ένα μέρος που ήταν πολύ κοντά σ’ εκείνο που η φαντασία είχε συνθέσει ως Λευκάδα. Σε μια μεγάλη παραλία . Ήταν κιόλας εκεί κι έπινε μπύρες μαζί της σε ένα σκιερό μέρος ενώ τριγύρω ηλιοκαμένα κορμιά άνοιγαν όλους τους πόρους τους να πάρουν μέσα τους όσο περισσότερο καλοκαίρι μπορούσαν. Γύρω πρόσωπα ανέμελα τα οποία αν και αποτελούσαν μέρος της όλης εικόνας ταυτόχρονα φαινόταν να βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση. Άμμος καυτή, καταγάλανη θάλασσα. Ονειρεύομαι την πραγματικότητα, είπε, μακάρι να μείνω εδώ για πάντα. Εκείνη, σαν να άκουσε τη σκέψη του, άφησε ένα ανεπαίσθητο φιλί στον ώμο του. Μπορεί και να σε ονειρεύεται αυτή, είπε η κοπέλα. Την κοίταξε στα μάτια. Το χαμόγελο της απέραντο και πάμφωτο. Ήταν αδιανόητα όμορφη και εκτυφλωτική σαν Αυγουστιάτικο μεσημέρι: δεν μπορούσες να την κοιτάξεις συνεχόμενα παρά μόνο για κάποια δευτερόλεπτα. Ήταν το ίδιο όμορφη όπως την ημέρα που γνωριστήκανε κι ακόμη περισσότερο.
Όταν ξύπνησε το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Ξανακοίταξε το κινητό του: 14 Αυγούστου. Κοίταξε την ώρα. Δεν υπήρχε καμιά ένδειξη ώρας πλέον κι ούτε ήξερε αν είναι νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα. Κι επιπλέον δεν ήξερε που βρίσκεται. Υπολόγισε πως πρέπει να είχε κοιμηθεί γύρω στο δίωρο αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν είχε την παραμικρή σημασία. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνεται και επιπλέον δεν ήθελε. Ένιωθε πως αν έμπαινε στη διαδικασία να εξηγήσει μια τόσο αδιανόητη κατάσταση το μυαλό του θα έσπαγε σαν γυαλί σε χιλιάδες μικρά γυαλάκια. Ήταν αντιμέτωπος με το Ανεξήγητο και το χειρότερο που θα μπορούσε να κάνει να τώρα θα ήταν να επιχειρήσει να καταλάβει τι συμβαίνει. Θα ήταν σαν να ριχνόταν στην αρένα να παλέψει με ένα θηρίο που θα τον κατασπάραζε πάραυτα...
Το μόνο που ήθελε ήταν να ξεφύγει απ’ όλη αυτή την ασφυκτική κατάσταση, απ’ αυτόν τον εφιάλτη. Σκέφτηκε πως αν εκείνη η κοπέλα εμφανιζόταν ξαφνικά θα έφερνε μαζί της και το καλοκαίρι, το κανονικό Ελληνικό καλοκαίρι, κι όλη αυτή η παράνοια να εξαφανιζόταν αμέσως σαν να ήταν μια μικρή μουντζούρα στο μυαλό του.

Την είχε γνωρίσει λίγο καιρό πριν, την ημέρα των γενεθλίων του, στο χώρο αναμονής, στο υποκατάστημα μιας τράπεζας που έσφυζε από κόσμο. Ο φωτεινός πίνακας με τους αριθμούς προτεραιότητας ήταν για ώρα καθηλωμένος στο 88 και η δυσφορία περίσσευε εκεί μέσα. Περίμεναν όρθιοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, κάπου σε μια άκρη. Κάποια στιγμή εντελώς ασυναίσθητα κοίταξαν ταυτόχρονα ο ένας το χαρτάκι του άλλου κι ενώ ως τότε δεν είχαν ανταλλάξει ματιά. Αυτός είχε το 148. Εκείνη το 215. Κοιταχτήκαν στα μάτια και κάπως έτσι άρχισαν να μιλάνε. Κατόπιν η κοπέλα έδειξε με τα μάτια της τον πίνακα που παρέμενε κολλημένος στο 88: “Το έτος γέννησης μου”, είπε. “Και το δικό μου!” έκανε αυτός έκπληκτος. Αμέσως εκείνη τράβηξε από τα χέρια του το χαρτάκι του. “Εγώ έχω γεννηθεί Αύγουστο, 14/8. Εσύ;” ρώτησε με έναν τρόπο σαν να θεωρούσε δεδομένη την απάντηση δίνοντας του το δικό της χαρτάκι. Αυτός έμεινε άφωνος για αρκετή ώρα κι ύστερα την κοίταξε στα μάτια. Απάντησε κοιτώντας το χαρτάκι της με έναν τρόπο σαν να προσπαθούσε να πείσει κυρίως τον εαυτό του: “Μάϊο… 21/5… Απίστευτο…” Γελούσαν, τους κοίταζαν όλοι μες την τράπεζα. “Έχεις γενέθλια σήμερα. Χρόνια πολλά!”, του είπε με ένα χαμόγελο που το δέχτηκε σαν ένα από να καλύτερα δώρα που του είχαν κάνει ποτέ. Εκείνη του επέστρεψε το χαρτάκι και πήρε το δικό της. Κράτησε τα χέρια του στα χέρια της για λίγα δευτερόλεπτα που ωστόσο αποδείχτηκαν αρκετά να μεταμορφώσουν την τράπεζα σε ένα απέραντο καλοκαιρινό beach-bar όπου οι πάντες βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και απόλυτης έκστασης.

Έψαξε στο ραδιόφωνο μήπως ακούσει τίποτα που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Και κυρίως ειδήσεις. Το χιόνι μέσα στην καρδιά του Αυγούστου δεν θα έπρεπε κανονικά να είναι είδηση και μάλιστα έκτακτη όπως ένας μεγάλος σεισμός; Αναμφίβολα. Λογικά όλοι θα μιλούσαν γι’ αυτό, θα έπρεπε να γίνεται μεγάλος χαμός. Με μεγάλη δυσκολία- και αρκετά παράσιτα- το μόνο που κατάφερε να εντοπίσει ήταν ένας σταθμός που είχε μουσική. Καλή μουσική αλλά ερχόταν στ’ αυτιά του σαν ενόχληση. Μια λάσπη απελπισίας τον τράβηξε μέσα της. Και πάνω που πήγε να το κλείσει άρχισε να παίζει εκείνη η μουσική, η μουσική που εκείνη είχε ψιθυρίσει πολλές φορές καθώς του μιλούσε. Και θυμήθηκε... Θυμήθηκε εκείνη να του λέει με μια μικρή υποψίας ξενικής προφοράς στον τόνο της φωνής της: “Έρχομαι από το Αέναο Χιόνι, από εκεί που το χιόνι δεν σταματάει να πέφτει ποτέ... Με λένε Nieve...Κι όποιον αγαπήσω τον θάβω μες το χιόνι. Για πάντα...Για πάντα...Και τον κρατάω εκεί, φυλακισμένο ή ελεύθερο, έξω από τον χρόνο… Για μένα αυτό είναι αγάπη…”. Εκείνος την άκουγε αποχαυνωμένος. Έτσι κι αλλιώς ό,τι και να του έλεγε εκείνη η κοπέλα του φαινόταν υπέροχο, όμορφο, μαγικό, φερμένο από έναν άλλον κόσμο. Μυσταγωγικό.

Την στιγμή που ανακάλυψαν αυτή τη φοβερή σύμπτωση με τα χαρτάκια και το 88 στον πίνακα κατάλαβαν πως δεν είχε νόημα να κάθονται άλλο εκεί μέσα και πως δεν υπάρχουν “επείγουσες δουλειές” που δεν μπορούν να περιμένουν όταν η ίδια η πραγματικότητα κάνει κάποιες στιγμές της ζωής μας πιο κινηματογραφικές από τις γητειές της μεγάλης οθόνης. Βέβαια στο λογιστικό γραφείο που δούλευε κάτι τέτοιο δεν θα το έβλεπαν με μεγάλη κατανόηση αλλά δεν είχε χρόνο και μυαλό για τέτοιες σκέψεις, οι προτεραιότητες ήταν άλλες πλέον: της πρότεινε να πάνε να πιούν καφέ μαζί κι εκείνη δέχτηκε. Την στιγμή που βγαίναν ένας διαπεραστικός ήχος από μέσα υποδήλωνε πως το 88 είχε δώσει τη θέση του στον επόμενο αριθμό.
Μετά τον καφέ της ζήτησε να συνεχίσουν, να πάνε κάπου ήσυχα να φάνε, να κεράσει για τα γενέθλια του. Έτσι κι αλλιώς θα έκανε και θα επινοούσε οτιδήποτε για να κερδίσει χρόνο δίπλα της. Εκείνη δέχτηκε. Αυτός δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου. Δεν ήθελε να τη διακόπτει. Του άρεσε να την ακούει να του μιλάει, να λέει οτιδήποτε. Της το είπε πολλές φορές: θέλω να σ’ ακούω να μιλάς συνέχεια, ως την αιωνιότητα. Κι απόρησε με τον ίδιο του τον εαυτό όχι μόνο γιατί δεν συνήθιζε να μιλάει έτσι αλλά και επειδή αν άκουγε κάποιον να το κάνει ίσως και να τον ειρωνευόταν. Εκείνη είχε μια απαλή, γλυκιά φωνή που σε ξεκούραζε και σε ταξίδευε ακόμη κι αν έλεγε πράγματα που είτε δεν ήταν άμεσα αντιληπτά είτε δεν είχαν κανένα απολύτως νόημα. Επιπλέον μπορούσε να καταπιαστεί με το πιο αδιάφορο ή στενάχωρο θέμα και να του δώσει πρωτόγνωρες και αδιανόητες διαστάσεις. Αισθανόταν τυχερός, ανείπωτα τυχερός που την είχε απέναντι του και την άκουγε να μιλά. Είχε χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, ένιωθε να έχει πέσει πάνω του η αστερόσκονη των πιο ωραίων παραμυθιών. Παρακαλούσε να μη τελειώσουν ποτέ ετούτες οι στιγμές. Η φωνή της, σκέφτηκε, είναι σαν χιόνι που πέφτει απαλά και κάνει τα πάντα πανέμορφα. Και τότε θυμήθηκε να τη ρωτήσει πως τη λένε. Κι εκείνη είχε απαντήσει: “ Έρχομαι από το Αέναο Χιόνι, από εκεί που το χιόνι δεν σταματάει να πέφτει ποτέ...Με λένε Νieve..Κι όποιον αγαπήσω τον θάβω μες το χιόνι. Για πάντα...Για πάντα...”.
Και ποιο είναι εκείνο το μέρος ;» ρώτησε.
Μα, είναι το μέρος του Αέναου Χιονιού …”, είπε εκείνη σαν να αναφερόταν σε κάτι εντελώς αυτονόητο.
Και πως σε λένε;» ρώτησε αυτός που δεν καταλάβαινε τίποτα αλλά δεν τον ένοιαζε κιόλας.
Με λένε Νieve..Κι όποιον αγαπήσω τον θάβω μες το χιόνι. Για πάντα...Για πάντα...”
Οι τρομερές συμπτώσεις όμως δεν είχαν εξαντληθεί με τα χαρτάκια της τράπεζας. Λίγο πριν χωρίσουνε εκείνη του είπε πως θα έφευγε για κάποιο διάστημα και μετά, για όλο το δεύτερο μισό του Αυγούστου, θα βρισκόταν στη Λευκάδα. Θα έκανε εκεί τις διακοπές της πριν φύγει και πάλι. Αυτός της είπε πως είχε κανονίσει, την ίδια περίοδο, να πάει στην Λευκάδα, ένα μέρος στο οποίο ήθελε να πάει από τότε που ήταν μαθητής Λυκείου, με τον κολλητό του ο οποίος όμως εξαιτίας ενός απροόπτου γεγονότος υποχρεωνόταν να μείνει στην πόλη. “Έλα μόνος σου, θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω”, του είπε εκείνη. Αυτός, έκθαμβος μπροστά στην όλη εξέλιξη των πραγμάτων, φυσικά δέχτηκε αμέσως. Καθώς χωρίζανε της είπε: “Μιλάς τέλεια Ελληνικά. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι δεν είσαι Ελληνίδα…”. Εκείνη, αντί άλλης απάντησης, άφησε ένα αινιγματικό μειδίαμα να σχηματιστεί στα χείλη της, τον κοίταξε με τη συμπάθεια που θα κοίταζε ένα αδέσποτο κουτάβι και ρώτησε: “Δεν είναι υπέροχος μήνας ο Αύγουστος;”. Αυτός, αιφνιδιασμένος, απάντησε με φωνή πνιγμένη, σχεδόν τραυλίζοντας: “Ναι…Aν κι εγώ τον φοβάμαι λίγο.Μου προκαλεί φόβο, δέος… Δηλαδή όχι λίγο, πολύ….” . Όταν χώρισαν προσπαθούσε να καταλάβει πως του ήρθε να πει κάτι τέτοιο, τι πνεύμα ήταν αυτό που είχε παρεισφρήσει εντός του και μιλούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αν τον άκουγε ο κολλητός του το δούλεμα θα πήγαινε σύννεφο. Τη λέξη «δέος» την χρησιμοποιούσαν μόνο για να περιγράψουν συγκινήσεις προερχόμενες από το ποδόσφαιρο.

Και τώρα τα θυμόταν όλα καθαρά. Κι έβλεπε το χιόνι να πέφτει και δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα. Ήταν απελπισμένος. Απελπισμένος. “Θεέ μου!...”, είπε κι έκλεισε τα μάτια. Όταν τα άνοιξε και πάλι ήταν δίπλα της. Στην παραλία. Την άγγιξε για να δει πως όντως είναι αληθινή. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. “Ποια είσαι;” τη ρώτησε. Τότε εκείνη άρχισε να λιώνει κάτω απ' τον ήλιο σαν χιονάνθρωπος. Ένα μικρό ρυάκι που χανόταν στην άμμο έπαιρνε τη θέση της. Γονάτισε στην άμμο σε μια εντελώς μάταιη προσπάθεια να αποτρέψει την όλη κατάσταση. “Όχι!!!” ούρλιαξε και προσπάθησε να το βάλει στα πόδια. Το να τη βλέπει να χάνεται έτσι από τα μάτια του ήταν το πιο ανατριχιαστικό από όσα είχε βιώσει ως τώρα. Ο εφιάλτης στο απόγειο του. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να αποτρέψει το κακό και θέλησε να φύγει μακριά από όλο αυτό να μη βλέπει. Άρχισε να τρέχει σαν κυνηγημένο ζώο που το πυροβολούσαν από παντού. Στην προσπάθεια του να ξεφύγει έπεσε κάτω ξέπνοος, λιπόθυμος. Όταν συνήλθε βρισκόταν ξανά μέσα στο χαλασμένο του αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά, το κινητό του έδειχνε 14 Αυγούστου ενώ το χιόνι γύρω έπεφτε πυκνό. “Ποια είναι η πραγματικότητα και ποιο το όνειρο;” αναρωτήθηκε έντρομος.
Δεν ήξερε να πει αν όλη αυτή η ιστορία με το χιόνι ήταν ένα όνειρο όμως ήταν σίγουρος πως αν τα πράγματα ήταν έτσι τότε το να βλέπει το κορίτσι του να εξαφανίζεται κάτω από τον καυτό ήλιο ήταν σίγουρα ένας εφιάλτης μέσα στο όνειρο ή μέσα σε έναν άλλον εφιάλτη. “Nieve σ’ αγαπώ”, ψιθύρισε και με τα λόγια αυτά ήταν σαν να τον πλημμύρισε ένα πρωτόγνωρο, ισχυρό φως που τον έκανε να καταλάβει πως είχε εγκλωβιστεί για πάντα μέσα στον δικό της σύμπαν (στις σκέψεις της, στο μυαλό της, στην καρδιά της, στα όνειρα της, στις εμμονές της…). Τα λόγια της επιστρέφαν και πάλι στο μυαλό του και διαπερνούσαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα: “Έρχομαι από το Αέναο Χιόνι... Με λένε Nieve...Κι όποιον αγαπήσω τον θάβω μες το χιόνι…. Για πάντα...Για πάντα... Αν κι αυτός με αγαπήσει και έρθει να με βρει, θα μπορέσει να μπει για πάντα στο όνειρα μου…. Δεν μπορώ να υποσχεθώ πως θα μπορέσει να με συναντήσει…. Αλλά θα τον αγαπώ πολύ που θα πέφτω πάνω του σαν χιόνι συνέχεια….”. Και στο ενδιάμεσο, από φράση σε φράση, ψιθύριζε μια πρωτάκουστη μουσική που έκανε τα πάντα να μοιάζουν με μια μελωδική μέθεξη.
Έκλεισε ξανά τα μάτια του και τα άνοιξε αμέσως. “Nieve σ’ αγαπώ, Nieve σ’ αγαπώ, Nieve σ’ αγαπώ…”, παραληρούσε…. “Nieve σ’ αγαπώ…”, δάκρυσε. Δάκρυσε με κάτι δάκρυα σαν νιφάδες χιονιού…
Χιόνιζε ακόμη πιο δυνατά κι έπαιζε ακόμη εκείνη η μουσική. Όμως αντίθετα από πριν ένοιωθε όμορφα. Ευτυχισμένος, απελευθερωμένος, έτοιμος να πετάξει. Η ημερομηνία στο κινητό του εξακολουθούσε να δείχνει 14 Αυγούστου αν και από την πρώτη Αυγουστιάτικη νιφάδα χιονιού ως τώρα έμοιαζε να έχουν περάσει αιώνες. Ό,τι πριν έμοιαζε να είναι η φυλακή του φάνταζε τώρα η απόλυτη ελευθερία, μια μεγάλη παντοτινή φυγή. Η συγκεκριμένη ημερομηνία ερχόταν να αντικαταστήσει την έννοια του χρόνου όπως την αντιλαμβανόταν μέχρι να συμβούν όλα αυτά και την όριζε τελείως διαφορετικά πλέον. Βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και με τεράστια γράμματα έγραψε πάνω στη χιονισμένη οροφή του αυτοκινήτου του: «Nieve Σ’ ΑΓΑΠΩ».
Δεν υπήρχε πλέον κρύο αλλά μια γλυκιά ζέστη. Το χιόνι συνέχισε να πέφτει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, πιο πυκνό και πιο όμορφο από ποτέ, και να τον τυλίγει σαν μια μεγάλη απέραντη αγκαλιά ενώ εκείνος έκλαιγε από χαρά καθώς σκεφτόταν πως δεν θα καταφέρει να φτάσει ποτέ πουθενά. Ή….
Ή πως βρισκόταν ήδη εκεί που ανέκαθεν ήθελε να πάει.



(Το διήγημα ανήκει στην ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων: «Το πιάνο του Ρεμπώ και άλλες συνηθισμένες ιστορίες»)



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA