Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά






ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ



Κύριε, ρίξε πάνω μου την τρέλα και τη φωτιά που πέφτει
από τον ουρανό. Άφησε να ζήσουν οι θλιμμένες μητέρες των ερειπίων
άφησε να ζήσουν τα άρρωστα νήπια τα σημαδεμένα από τα δάκρυα.
Στρέψε πάνω μου το τυφλό μαχαίρι των φονιάδων, Κύριε.
Θάνατος πέφτει από τον ουρανό. Σώσε Κύριε τις θλιμμένες μητέρες των ερειπίων
σώσε τα άρρωστα παιδιά μας τα σημαδεμένα από τα δάκρυα.
Θάνατος πέφτει από τον ουρανό. Άφάνισέ με για πάντα. Κύριε, στη θέση εκείνων
που πρέπει να υπάρξουν και αύριο. Είμαι εδώ και ανοίγω το στήθος
στη θέση του αθώου Ισαάκ.




1η δημοσίευση, έντυπη θράκα , τεύχος 8



Η ποίηση σε εποχές μετάβασης:
από την προφορικότητα στη γραφή, στην τυπογραφία
και στα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα

Σάββατο 30 Ιουνίου – Κυριακή 1 Ιουλίου 2018
Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών


To 37ο Συμπόσιο Ποίησης με θέμα «Η ποίηση σε εποχές μετάβασης: από την προφορικότητα στη γραφή, στην τυπογραφία και στα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα» θα διεξαχθεί στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών από το Σάββατο 30 Ιουνίου, 12.00 μ.μ., έως την Κυριακή 1 Ιουλίου 13.30.

Η εποχή που διανύουμε χαρακτηρίζεται από μία στροφή της ποιητικής τέχνης προς το διαδίκτυο. Ολοένα και περισσότεροι ποιητές γράφουν σε ηλεκτρονικά μέσα ενώ ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ηλεκτρονικών περιοδικών αναδύεται. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία της ποίησης, θα εντοπίσουμε ανάλογες μεταβάσεις: από την προφορικότητα στη γραφή, από τη γραφή στην τυπογραφία, έως την άυλη σήμερα «τυπογραφία» του διαδικτύου. Πόσο η αλλαγή των όρων παραγωγής και διάδοσης της ποίησης καθορίζουν το περιεχόμενό της; Πώς βιώνουν οι ίδιοι οι ποιητές αυτές τις μεταβάσεις; Πώς μεταβάλλεται η επικοινωνία των ποιητών με το κοινό και πώς επηρεάζει το έργο τους αυτή η μεταβολή; Τις δυο ημέρες του Συμποσίου, μέσα από εισηγήσεις θεωρητικών της λογοτεχνίας και πανεπιστημιακών, κυκλικές συζητήσεις διαχειριστών διαδικτυακών περιοδικών, ποιητών και κριτικών που δημοσιεύουν στο διαδίκτυο, διάλογο και αντιπαραθέσεις, με τη ζωντανή συμμετοχή του κοινού, ελπίζουμε να ανοίξουμε όλα αυτά τα ερωτήματα.



Το Συμπόσιο τελεί υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Πατρών.
Είναι ανοιχτό σε όλους και η παρακολούθησή του είναι ελεύθερη.
Το πλήρες πρόγραμμα του Συμποσίου έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του http://www.poetrysymposium.gr/


Εκδ. Μελάνι


Σκέψου
να είχαμε μαζί ένα παρελθόν.
Να είχαμε γνωριστεί παιδιά
σε κάποιο εξοχικό
να μας έδεναν
μεσημέρια με ζέστη
βαρετά κι ιδρωμένα
και βράδια με λουκουμάδες
και παγωτά στις πλατείες.
Και να βρισκόμασταν τώρα ξανά
και να 'κλειναν ξαφνικά
τα χρόνια
πόρτες συρόμενες πίσω μας
και στα τετράδια να γινόταν
οι παρατατικοί
μέλλοντες διαρκείας.


*

Άνοιξα ένα σύκο
και είδα τη νύχτα
που καταπίνει
σιγά σιγά
τον Αύγουστο.


*

Ευτυχώς που ήρθες.
Δεν άνοιξες τη θάλασσα
στα δύο
δεν μετακίνησες οροσειρές
δεν έβαλες εσύ μπροστά
το μοτεράκι που πολλαπλασιάζει
τη ζωή
δεν γύρισες τον κόσμο μου
τα πάνω κάτω
δεν έγινες το πρωί, το βράδυ μου,
το Σαββατοκύριακό μου
δεν κυλιστήκαμε σε κύματα,
χορτάρια και σεντόνια
δεν φτιάξαμε σπίτια,
παιδιά υποσχέσεις.
Μ' ακούμπησες στον ώμο,
γύρισα
και με είδα.



ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ: Η ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Του Θοδωρή Σαρηγκιόλη

Η Στέλλα Δούμου προσέρχεται στην ποίηση με τις «Χαμηλές Οκτάβες», ήδη ώριμη. Καταθέτει ποίηση χαμηλόφωνη, με μεγάλη ένταση, όμως συναισθημάτων, που ελέγχονται χάρη στην γνώση των ποιητικών τεχνικών.
Οι τόνοι της χαμηλοί μεν, υψηλής δραστικότητας δε, ως προς την τελική έκβαση του ποιήματος.
Η μαθητεία της στον υπερρεαλισμό έδωσε καρπούς: οι ανατρεπτικές και εν πολλοίς απροσδόκητες καταλήξεις των ποιημάτων της, οι τολμηρές μεταφορές, οι επιθετικοί προσδιορισμοί:
«Φύσηξε για λίγο μια άρρωστη νιότη / πολύ λίγο, να, ώσπου να πάρεις σχήμα». (σ. 23).
Τα καλά αφομοιωμένα διδάγματα του υπερρεαλισμού ενοφθαλμίζουν το σώμα του κειμένου και με λυρικά στοιχεία, τα οποία, όμως υπερβαίνουν την απλή έκφραση της εικόνας, την ανατρέπουν και την φωτίζουν από άλλη γωνία:
«αφήσαμε μόνο του έρημο το φεγγάρι / να ξερογλείφει τα σκελετωμένα σπίτια./ Μόνον αναστάσιμα τα συλλογιόμαστε / εκείνα τα χωριά. / Αναστημένος και ο πετεινός τρις ξανακουδουνίζει». (σ. 14).
Η γυναικεία ταυτότητα δεν προβάλλεται, προκύπτει, όμως, από την ιδιαίτερη οπτική της, που υπερβαίνει τα στερεότυπα περί συναισθηματικής νοημοσύνης και γυναικείας γραφής.
Η ελευθερόστιχη μορφή των ποιημάτων, γνώρισμα της νεωτερικής ποίησης, υποκρύπτει μια λανθάνουσα ρυθμική αγωγή, η οποία αρδεύεται από την μελέτη και την γνώση όλης της παράδοσης.
Έχουμε, λοιπόν, ρυθμικές μονάδες μέσα στα κείμενα, που αντηχούν την παραδοσιακή στιχοποιία:
«σαν, ας πούμε, έναν ήλιο, έναν φθόγγο λίγο αίμα απ΄ το καλό, το βαρελίσιο». ( Ερως αρόδο,σ.35).
Και στους καταληκτικούς στίχους του πρώτου ποιήματος από το «Χρονορυχείο», είναι εμφανής ο 15σύλλαβος: «τρεις μοίρες πιο ευάλωτος / μα αλλιώτικα κομμένος».(σ. 7).
Στη δεύτερη συλλογή της «Έρως αρόδο», η Στέλλα Δούμου αναπτύσσει, εμφανέστερα από προηγούμενα ποιήματά της, έναν ερωτικό λυρισμό, που ανεβάζει την θερμοκρασία του κειμένου, χωρίς εύκολες και πιασάρικες διατυπώσεις, αλλά με ρεαλιστικές εικόνες και με απρόσμενες, στο τέλος, λύσεις.
Δείγματος χάριν, αποσπάσματα:
  • «θα με λες Λοβ, και θα βγαίνουν μικρές φωτιές από το στόμα σου. Στη λεκάνη μου θα πλένεσαι σπαρτός για ν ΄ αφαιρέσεις τα σημάδια της θεογονίας. Αμετανόητα γήϊνος» (σ. 11)
  • Και «Γι΄ αυτό σ΄ αγάπησα/ γιατί σπαταλάς όλα τα ζύγια σου στις κορυφογραμμές/ θυμίζοντας αετό/ ενώ είσαι θλιμμένο φεγγάρι/ Και οι νύχτες σου αστράφτουν. (σ.33).
Θα τολμούσα να εντάξω την ποίηση της Στέλλας Δούμου στον νέο – υπερρεαλισμό, που διευρύνει την εκφραστική της και μας παραδίδει ποιήματα πολυπρισματικά.
Έτσι, που να στεκόμαστε μπροστά σε λεκτικά αγάλματα, σχηματισμένα με, φαινομενικά, ετερόκλητα υλικά, αρμολογημένα και μεταπλασμένα σ’ ένα τελικό κείμενο, όπου λάμπουν με το δικό τους φως, σαν πολύτιμες πέτρες, οι λέξεις.
Στίχοι-πυγολαμπίδες, σαν αλάρμ, που μας τραβούν την προσοχή, μας αφυπνίζουν.
«Συγχωρείσαι –αν εντέλει συγχωρείσαι- γιατί συμβαίνει καμιά φορά να κλαδεύεις ωραία σιωπή. / Σκότωσα, ξέρεις, κάποτε έναν ποιητή / τον σκότωσα γιατί όταν κλάδευε, τον βαριόμουν». ( σ. 17).
Η ‘’παλίμψηστη τεχνική’’ (1) στη σύνθεση του ποιήματος προσδίδει βάθος στην ρέουσα λεκτική ανάπτυξη με παρεμβολές, παρεκβάσεις, παύσεις, άλματα, που καταλήγουν να διαστέλλουν το ποίημα, ολοκληρώνοντάς το.
Ο χρόνος, σκληρός σαν πέτρα, πρέπει να σκαφτεί, να εξορυχθεί, ν’ ανοίξει ο δρόμος.
Η σκληρότητα του απαιτεί εργώδεις προσπάθειες για να κατακτηθεί, να βιωθεί, για να δώσει τα πολύτιμα ορυκτά του.
Η υφή του λόγου στο «Χρονορυχείο» υπαγορεύεται και από το θέμα, την σκληρότητα του οποίου εικονίζει η φύση των ορυκτών ‘’από τα σπλάχνα του χρόνου.’’(2)
«Αφήνετε ξεκούρδιστα τα παιδιά σας / να συνθέτουν τραγωδίες δωματίων / που εσείς με μια λύπη χωρίς νεφρά και νεύρα / ακούτε αψεγάδιαστοι τον αυτισμό σας. // Αλί ο χειμώνας της κοινής λογικής / Αλί και το λυκόστομα / που κόβει τα στήθη της πατρίδας. Κι όλο το γάλα, αίμα. / Σε επέτειο παγωνιάς πληγιάζουν ονόματα» (σ. 14).
Και […] «Ασημένιες αλεπούδες κρατούσαν ψαλίδια / όταν μ΄έκοβαν άνθρωπο / και με πουλούσαν στην κρεαταγορά.» (σ.16).
Χαρακτηριστική είναι η χρήση της μεταφοράς, η μετουσίωση των κοινών λέξεων σ’ ένα εύηχο μείγμα και η καταιγιστική, πολλές φορές, παράθεση εικόνων σαν μια ακολουθία ζωγραφικών καρέ – κινηματογραφική μινιατούρα, πυκνή και ερεθιστική.
Η κίνηση, σαν εκκρεμές, μεταξύ αντιθετικών θεμάτων, όπως ο έρωτας και ο θάνατος, τα δύο αυτά θέματα, που γονιμοποιούν και ενεργοποιούν κάθε δημιουργό τα συναντούμε στην ποίηση της Στέλλας Δούμου. Τα αποτελέσματα αυτής της ενότητας των αντιθέτων καταλήγουν σ’ ένα λαμπερό αμάλγαμα, ακόμα και στις σκοτεινές πλευρές του θανάτου και της ζωής.
«Στις τρικυμίες ανταύγεια έξοδος / το δώρο της απαλλαγής είναι ουρανός. / Ξέρεις εσύ από προπέτασμα.» και «ο Θεός μαλλιά δεν έχει, μόνο βάθος / κι αυτό ονομάζεται θάνατος.»(σ. 29).
Κι εδώ η έννοια του μεταίχμιου : η ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος χρόνου. Αυτός ο ατέρμων χρόνος, που αλλάζει επίπεδο – κοχλίας χωρίς επιστροφή.
« κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών / για να ‘ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.» (σ. 8).
Η επιλογή χαμηλών τόνων στην ποίησή της δείχνει την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία της, που ασκήθηκε σε έργα υψηλής αισθητικής και όχι απλώς εντυπωσιακά και κραυγαλέα. Δείχνει και την πεποίθησή της ότι η πειστικότητα δεν έχει ανάγκη τους υψηλούς τόνους, αλλά αρκούν τα καλά υλικά και η μαστοριά του τεχνίτη για να ολοκληρωθούν και να φανερώσουν την ομορφιά της αλήθειας της.
«Η ποίηση εν βρασμώ εξελίσσεται – τα θρύψαλα της μέντας / του σχήματος το ρίγος / οι κράμπες της τελείωσης.»(Χαμηλές οκτάβες, σ. 55).
Κι εδώ, κλείνοντας αυτή την προσπάθεια ανάγνωσης της ποίησης της Στέλλας Δούμου, θέλω να κάνω μιαν ελάχιστη χειρονομία - αντίδωρο, με τρία χαϊκού, που έγραψα με θέμα τους τίτλους των βιβλίων της:
  1. Παίξε μου νύχτα / στις χαμηλές οκτάβες / το τραγούδι σου.
  2. Έρως αρόδο / σε οίστρο το λιμάνι / θα σ’ υποδεχτεί.
  3. Χρονορυχείο / οι σήραγγες του χρόνου / της μνήμης τάφος.
………………………………………………………………………………………
( Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του «Χρονορυχείου» της Στέλλας Δούμου, την Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018, στην Έδεσσα, στο παλαιό Παρθεναγωγείο.)
………………………………………………………………………………………
  1. Παναγιώτης Βούζης ( εφ. Το Βήμα, 20/10/2017)
  2. Ζαχαρίας Στουφής ( στο blog ‘’Ψυχοναύτες’’ της Στ. Δούμου, 9 /3/2018)



ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ



Διαβάζοντας την Ευγενία του Αντώνη Σκιαθά εκπλήσσομαι με την πληθωρικότητά του. Ένας ποιητής που δεν φοβάται τις λέξεις, που είναι λυρικός και συνάμα ένας άγριος έφηβος που στήνει τον μεγεθυντικό του φακό μπροστά στον ήλιο για να τσουρουφλίσει κάθε μας αυταπάτη. Τα ιστορικά πρόσωπα που παρελαύνουν στα ποιήματά του, είναι οι προφήτες που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να μιλήσει για το σήμερα. Ένα σήμερα που στρέφει τα νώτα του στους οραματιστές.
Η Ευγενία, η κόρη του ποιητή, είναι η Αριάδνη που τον βοηθά να βγει από τον λαβύρινθο των αμφιβολιών, η δική του σωτηρία εξαρτάται από το να πει την αλήθεια χωρίς υπεκφυγές, να παραμείνει ποιητής ακόμα κι όταν ο κόσμος γύρω του δεν τον κατανοεί. Χωρισμένο σε έξι μέρη το βιβλίο, αποτελεί μια σύνθεση με εξαίρετη δομή η οποία με σθένος υπερασπίζεται την δύναμη της αγάπης. Οι εισβολείς, οι τοκογλύφοι, τα τέρατα του αιώνα αδυνατούν να υποτάξουν το πνεύμα του, την θέλησή του να δημιουργεί ποίηση κάτω από το καθεστώς του ρεαλισμού:

Άντεξα χρόνους πενήντα στους χρησμούς
που νόμιζα ότι μου άνηκαν.

Δεν μιλάω ποτέ
για τους νεκρούς που έφεραν οι ήττες.

Μιλώ με ζήλο
μόνο γι΄ αυτές τις ήττες
που μ΄έμαθαν το αίμα
να θαυμάζω
ως χρώμα στα φτερά
εδώδιμων πτηνών.

Στους παραπάνω στίχους από το ποίημα Γενέθλιο μανιφέστο βρίσκουμε τον ποιητή εκείνον που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις ήττες του, με έναν ζήλο που όμως δεν τον ρίχνουν στην αδράνεια αλλά τον οδηγούν στην ομορφιά, σε αυτή την πατρίδα των αισθήσεων, όπου ο ίδιος γόνιμα θαυμάζει το χρώμα στα φτερά των πουλιών. Μου θυμίζει εκείνον τον μύθο των Σούφι, όπου κάποιος κρατιέται από ένα κλαδί για να μην γκρεμοτσακιστεί από τον γκρεμό κι αντί να είναι φοβισμένος από την επικείμενη πτώση εκείνος θαυμάζει ένα λουλούδι δίπλα του.
Αυτό είναι ποίηση. Να αντιστέκεσαι. Να βρίσκεις παρηγοριά στην ομορφιά, ακόμα κι όταν ομορφιά δεν υπάρχει. Θέλει μεγάλο σθένος για να καταφέρεις κάτι τέτοιο. Κι ο Αντώνης Σκιαθάς το έχει. Μας προσφέρει μια ποίηση αλτρουιστική, στίχους μεγάλης δύναμης:

Στα σκοτάδια, λοιπόν, του μαΐστρου,
στήνουμε ενέδρες
και
άλλοτε με κρύσταλλα συλλέγουμε τα μπλε
και
άλλοτε προσμένουμε πλεούμενα του μπλε
με σίδερα και άλλες οξειδώσεις
να σχηματίσουν
νησιά και όρη στην Ίμβρο και την Τένεδο
στην Οία και τη Ρω.

Εκεί λοιπόν,
γεννηθήκαμε,
μάθαμε παιδιά ακόμη
τους τίτλους
της πρώτης,
της ποίησης αγάπης,
στη σοφίτα του Ερέχθειου.

Επιδιώκοντας τη μέγιστη κορύφωση του αισθητικού αποτελέσματος ο Σκιαθάς ενσωματώνει στην ποιητική του σύνθεση το λυρικό στοιχείο. Αμυντικός στόχος ενάντια σε μη ποιητικά στοιχεία, όπως περιγραφικά, διδακτικά ή αφηγηματικά, τα οποία νοθεύουν τον ποιητικό λόγο και χρησιμεύουν απλώς σαν καλές ευκαιρίες για τις ποιητικές εκφορές του αισθήματος του ποιητή ή των εφευρεμένων χαρακτήρων του. Προσεκτικός στην οικονομία του λόγου του, τον κατευθύνει σ΄ έναν ενιαίο ρυθμό, γνώστης και μελετητής της ποιητικής παράδοσης.
Πιστεύοντας ότι η ποίηση πρέπει να είναι πιστή όχι στο αντικείμενο αλλά στην ανθρώπινη συγκίνηση επενδύει τον λόγο του σ΄ αυτή την κατεύθυνση. Καθοδηγεί τη γλώσσα να προσαρμοστεί στη μορφή των πραγμάτων.



            
«Κόμπος» της Ζωής Μπόζεμπεργκ       
                                 Ένα κριτικό σημείωμα της Εύης Κουτρουμπάκη   

                                 
Διαβάζοντας κάποιος  το βιβλίο της Ζωής Μπόζεμπεργκ « Ο Κόμπος» - το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό ήταν πως επιτυχέστερο τίτλο δεν θα μπορούσε να διαλέξει η συγγραφέας
 Το μυθιστόρημα αυτό που  θα μπορούσε να είναι και νουβέλα όχι λόγω του όγκου του αλλά λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, αποτελεί αφόρμηση για να συλλογιστεί κανείς με πόσους σφιχτά δεμένους οικογενειακούς  κόμπους έχει υφανθεί ο καμβάς που στοιχειοθετεί την  ανθρώπινη κυψέλη, αλλά και συνάμα πως αυτή μπορεί να αποδιοργανωθεί σε ανταγωνιστικές φατρίες.
Η  Μπόζεμπεργκ στο βιβλίο αυτό, πραγματεύεται το βαθμό  στον οποίο  όλοι μας είμαστε κάτι σαν δεξαμενή αποβλήτων των παραδοσιακών αρχών , πόσο ανελεύθεροι υπήρξαμε ή είμαστε ακόμη, γιατί προσπαθήσαμε να είμαστε αυτό που η οικογένεια ζητούσε από μας , χωρίς να καταφέρουμε να δείξουμε –ίσως ποτέ- αυτό που πραγματικά είμαστε . Εν ολίγοις, πολλή οικογένεια με βάση τα κρατούντα  ελληνικά ειωθότα.
Τις σελίδες του βιβλίου διατρέχει η διερώτηση  για το πως εγκλωβιζόμαστε πλειστάκις  στον οικογενειακό   κλοιό και πως χωρίς να το καταλαβαίνουμε στις πλείστες των περιπτώσεων , εγκλωβίζουμε και τους επόμενους που ακολουθούν.
Η Ζωή Μπόζεμπεργκ κρατώντας ψυχαναλυτικό νυστέρι δημιουργεί ‘μπάμπουσκες’ εγκαταφωλευμένων αισθημάτων στον ήρωα , που εξαιτίας  του δεσποτικού του χαρακτήρος μιας ιδιότυπης οικογενειακής μητριαρχίας- λέξη που χρησιμοποιείται  πλέον μόνον μόνο στη διδασκαλία  της περιόδου της μητριαρχίας στην Κρήτη στο μάθημα της Ιστορίας- που τόσο εύστοχα περιγράφει στο βιβλίο της , ήγουν της μητέρας των θειάδων των αδερφάδων και των ξαδερφάδων του ήρωα – του Άγη- τον οδηγούν σε άδοξες πτήσεις που καταλήγουν στην οριστική πτώση.
 Περιγράφει μια  μητριαρχία ιδιότυπη- γιατί κλασσικές μητέρες και γυναίκες  δυνάστες έχουν σκιαγραφηθεί επιτυχέστατα στην Λογοτεχνία-.
 Η μητριαρχία που περιγράφεται στο βιβλίο αυτό υποσκάπτει υποδόρια τα ψυχικά θεμέλια του ήρωα , είναι μια μητριαρχία με το σεις και με το σας, είναι μια μητριαρχία που προσπαθεί να επιβάλλει την άγνοια ως την επικρατέστερη των αρετών, είναι μια μητριαρχία που δεν έχεις τίποτε να της προσάψεις δια γυμνού οφθαλμού γι αυτό και είναι βαθειά διαβρωτική και επικίνδυνη.
Μια μητριαρχία που μπορεί να μετατρέψει το βίο σε αβίωτο, μια μητριαρχία εδραιωμένη από μια ομάδα γυναικών που ευνουχίζουν τους άντρες, και στη συνέχεια κι αυτοί εγκολπώνονται τις αξίες και τα ιδεώδη της,  μια ομάδα γυναικών που κινείται μεταξύ του οικογενειακού παραθεριστικού τα καλοκαίρια,  και του άστεως τους υπόλοιπους μήνες.
Η συγγραφέας με άριστη διεισδυτική ματιά  καταδύεται  στα ειωθότα του μικροαστισμού, ας πούμε για παράδειγμα  την απαξίωση στη συστηματική επιστημονική γνώση- ο πατέρας του ήρωα δεν καταδέχεται να προσλάβει έναν μηχανικό ή αρχιτέκτονα να του σχεδιάσει το εξοχικό, το κάνει μόνος του  και  το κάνει ένα δυσλειτουργικό έκτρωμα. Τα κριτήρια επιλογής στέγης στο άστυ, αν οι αντικειμενικές αξίες είναι υψηλές κλπ, το εθιμοτυπικό των τραπεζωμάτων, το αλάθητο της αυθεντίας και δη του γηραιοτέρου κ.α
Εκείνη όμως η παράμετρος που θίγεται επιτυχέστατα    είναι η αδυναμία εφαρμογής των καθολικών αξιών σε μεμονωμένες περιπτώσεις.- Ο πατέρας του κεντρικού ήρωα , του Άγη αν και  φυλακίστηκε για τις ιδέες του στην μετεμφυλιακή περίοδο, αυτές τις οικουμενικές  ιδέες που αφορούν στην αγάπη στην αλληλεγγύη και στο έγνοια  για τον πλησίον μας , αδυνατεί να τις εφαρμόσει στον άμεσο οικογενειακό του κύκλο. Αφήνει για παράδειγμα τις υπέργηρες αδελφές του στο έλεος υπέρτερων δυνάμεων, σουφρώνοντας και την περιουσία τους άμα τω θανάτω τους-.
. Η Ζωή  Μπόζενμπεργκ με ψυχαναλυτικό νυστέρι περιγράφει καταλεπτώς την σταδιακή κατάρρευση του ήρωα, αναδεικνύοντας-πιθανόν  και για την ίδια- με επώδυνο τρόπο, το τερέν του μακελειού των εχόντων σχέση αίματος.
Πως δηλαδή συχνότατα αγνοείται η  μοναδική προσωπικότητα του κάθε μέλους της οικογένειας.
Πως δημιουργούνται οι στρεβλώσεις και η αδυναμία προσαρμογής στους   οικογενειακούς  ρόλους, πως αδυνατεί πλειστάκις η οικογένεια να δεσμευτεί απέναντι σε ένα σύνολο ανθρώπινων αξιών ποια είναι η συμπεριφορά της οικογένειας ως κοινωνικό σύνολο και τι οφείλει αυτή να πράξει σε περίπτωση ενδοψυχικής σύγκρουσης ενός εκ των μελών της.


Ο Nathan Ackerman από τους πρωτοπόρους της ψυχανάλυσης, ήδη από την δεκαετία του 1930 άρχισε να θεωρεί την οικογένεια ως μια κοινωνική και συναισθηματική μονάδα που επιδρά στα  παιδιά με τρόπο καταλυτικό.
Γι αυτό και υπήρξε φανατικός υπέρμαχος της οικογενειακής ψυχοθεραπείας. Πίστευε δηλαδή πως αν κάποιο μέλος της οικογένειας είχε πρόβλημα, αυτό το πρόβλημα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σε οικογενειακή βάση , σε αντίθεση με τον Φρόυντ που ήταν υπέρμαχος της εξατομικευμένης ψυχοθεραπείας.
Αυτή η παράμετρος προβάλλεται μέσα από το βιβλίο της Μπόζεμπεργκ, πως δηλαδή δεν αντιμετωπίστηκε σε οικογενειακή βάση ή ακόμη χειρότερα αγνοήθηκε παντελώς η διαταραχή ενός μέλους της οικογένειας.
Σε ότι αφορά τη μορφολογία του βιβλίου, κατά βάση στηρίζεται στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση εκτός από έξι μικρές ενότητες που είναι γραμμένες σε τριτοπρόσωπη.
 Η αίσθηση που έχει ο αναγνώστης  στην αρχή της ανάγνωσης μετατρέπεται βαθμιαία και αλλάζει ολοκληρωτικά  προς  το τέλος της.
Στην αρχή του βιβλίου  έκπληξη προκαλεί και μερικές φορές ξενίζει η γραμμικότητα στην αφήγηση. Μιλώντας  με δημοσιογραφικούς όρους θα διατείνονταν κάποιος πως καταγράφεται η είδηση αλλά απουσιάζει το σχόλιο. Από τη μέση του βιβλίου και  μετά γίνεται κατανοητή η σοφή επιλογή της συγγραφέως να αφήσει πεδία ανοιχτά για τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και συχνάκις να ταυτιστεί με τον ήρωα και το περιβάλλον του.
Ο Ήρωας χτίζεται μόνος του μέσα από τις αφηγήσεις του, δεν υπάρχει χρεία θεματικών σχολίων. Σχόλια είναι οι προσωπικές του εμπειρίες και αφηγήσεις. Σχόλια είναι τα αδιέξοδα που αυτό το οικογενειακό κουκούλι συχνά δημιουργεί.
 Μια από τις εξαιρετικές ιδιότητες του βιβλίου είναι  να φέρνει στην επιφάνεια , αισθήματα και οικογενειακές αναμνήσεις που όταν τις βιώναμε τις θεωρούσαμε απολύτως φυσιολογικές.
Αυτό είναι και  το ‘μάθημα’ που πικρά κατακάθεται εντός μας άμα τη λήξει της ανάγνωσης του βιβλίου,  πως δηλαδή  λόγω της επιθυμίας μας να δημιουργήσουμε δεσμούς, παρά  τη δυσπιστία στην αγάπη και στην οικογένεια όπως στην περίπτωση του ήρωα , αντί να μάθουμε να σκεφτόμαστε και να αντιδρούμε , εκπαιδευτήκαμε να υπακούμε και να επαναλαμβάνουμε.
Διερωτάται εύλογα κανείς αν μπορεί να κατακερματιστεί, να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη , ένας άνθρωπος χαρισματικός, εγγράμματος με βαθειά διεισδυτική ματιά σε όλα όσα βίωσε και βιώνει.
Η απάντηση είναι δυστυχώς καταφατική. Διαβάζοντας κάποιος το βιβλίο αυτό θα συνειδητοποιήσει πως άνθρωποι σαν τον ήρωα ,τον Άγη, που βιώνουν τον καγχασμό και το σκοτάδι, ενώ παράλληλα διεκδικούν το φως που ειρωνεύονται , αδυνατούν να το δουν , το φως δηλαδή όταν έρχεται στη ζωή τους –η Φοίβη στην περίπτωση του ήρωα- γιατί άφησαν  τις οικογενειακές  ρίζες να βγάλουν  παραφυάδες να τον τυλίξουν χειροπόδαρα  και τελικά να τον πνίξουν.
Η Μπόζενμπεργκ άνευ προσωπικών σχολίων, μέσα από την παραληρηματική αφήγηση του ήρωα καταδεικνύει και φωτίζει τη σπουδαιότητα  της ψυχικής οικογενειακής υγείας που είναι άμεσα υπεύθυνη για τη ψυχοσωματική μας ανάπτυξη ειδικά στα πρώιμα στάδια. Αν δεν υπάρξει κάποιο πρόσωπο που να γίνει «μητέρα», η πορεία της ψυχοσυναισθηματικής ωρίμασης του ανθρώπου  περιπλέκεται σε μεγάλο βαθμό.
 Xαρακτηριστική είναι η ανακλητική μελαγχολία του Spitz που σύμφωνα με τον οποίο, αυτή μετατρέπεται εν τέλει σε  συναισθηματικό και αναπτυξιακό μαρασμό.
Γιατί αυτό συνέβη στον ήρωα . Ανακάλεσε τη μελαγχολία της παιδικής του ηλικίας και διαλύθηκε.
Κι αυτό πραγματεύεται επιτυχέστατα η συγγραφέας στο βιβλίο της αυτό, με έναν καινοφανώς διακριτικό μα και συνάμα βαθειά ανθρώπινο και εξαιρετικά οικείο διεισδυτικό τρόπο, φέροντας  με την πρώτη της  αυτή συγγραφική απόπειρα ένα νέο modus scribendi στο λογοτεχνικό ορίζοντα.

 Ένα ποίημα από τη "Δυνάστρα Μήτρα" (Εκδ. Θράκα, 2018) 
της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη

Πέμπτη 4 Μαΐου απόγευμα.

Γιατρεύομαι;

Για μία ακόμη φορά με εξέτασε ένας νέος γυναικολόγος.
Δυστυχώς κυρία μου η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά.
Δεν βρίσκουμε απολύτως κανένα πρόβλημα στην μήτρα σας.
Είστε ικανότατη να τεκνοποιήσετε.
Ενημερώστε τον σύζυγό σας ότι ίσως θα πρέπει εκείνος να
κάνει τεστ γονιμότητας.
Δεν έχετε σύζυγο;
Θέλετε όμως να κάνετε παιδιά, έτσι δεν είναι;
Όχι; Και τότε τι ακριβώς ψάχνετε; Αν είστε υγιής;
Δεν σας καταλαβαίνω, ειλικρινά δεν σας καταλαβαίνω
κυρία μου.

Γυμνή
ακροπατεί ανάμεσα στο χθες και το αύριο
Μια φουντωτή κόκκινη ουρά παγωνιού
Σκεπάζει την πλάνη τους
Πλατάνια κρέμονται απ’ το κεφάλι της
Και το ρολόι του κόσμου
Μια ανάσα από το 12 ακριβώς
Και όπως κτυπάει
Πουλιά και ψάρια
Γεννάνε στα μαλλιά της



Μάρκος Μέσκος, Ένας ποιητής με το στόμα και τα μάτια γεμάτα χώμα. Τραυλίζοντας θάνατο και ιστορία

Κόπηκε στα δύο η ζητωκραυγή μου όταν θυμήθηκα
πως στο ίδιο μέρος του γηπέδου είχαν ξαπλώσει
είκοσι εννιά ολόγυμνα πτώματα
χωρίς κεφάλια…
(«Εικόνες από την επαρχία», Πριν από το θάνατο)


Σε κείνα πέρα τα βουνά του εμφυλίου. Στο «γαλάζιο Πάικο», «στη γρανιτένια γροθιά της Τζένας». Και λίγο πριν, στα χρόνια του «Ιδιώνυμου» (ν. 4229/1929). Κι ιδίως σε αυτά του Μεταξά. Να ακούς, εκεί, από μικρό παιδί, και να βιώνεις. Αντί για τα κελαρυστά νερά. Να του μπουκώνουν του νεκρού το στόμα με τα γεννητικά του όργανα. Να τούς σκυλεύουν τους νεκρούς. Τον έναν μετά τον άλλον. Με την ψαλίδα να του κόβουν σύρριζα τη γλώσσα. Να μη μιλά. Σε γλώσσα που δεν του είπανε αυτοί. Αυτή μονάχα να μιλιέται. «Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά», «…πουλιά λαλούν…»,μας λέει ο ποιητής.
Κι αυτός παρών, να τον παρακολουθώ από παιδί, να λέει αυτά που άκουσα, που είδα, στα μάτια, στις κινήσεις, όσων ήτανε εκεί, οι πικραμένοι από τη μια και οι φλογισμένοι από την άλλη, που δίχως να το ξέρουν ακόμη σιγοκαίνε. Κι από τις δύο τις μεριές… Χωρίς να θέλω, εξ αρχής να ξέρω −να μου είναι τόσο φανερό− ποιος έκανε και ποιος έπαθε τι…
Κι ο ποιητής Μέσκος (1935), τη μία κρυπτικά, την άλλη φανερά, να λέει επαναληπτικά τα παραπάνω. Αντίστοιχα, λοιπόν:

[…] (η μαύρη μπογιά με τρομάζει όταν γυρίζω από μακριά)

Στο αποκεφαλισμένο δάσος η τσεκουριά του λύκου, στο γυαλί
της πηγής το πρόσωπο του εμπρηστή μεταλλαγμένο ο ήλιος
λιώνει σαν το κερί στην κόψη του μαχαιριού –
τριπλός ο ήλιος. Σμίγει τα φρύδια η μέρα, φοδράρουν
το φεγγάρι σύννεφα σκοτεινά, το ποδοβολητό αραιώνει. […]
(«[Το σπίτι ήταν βαμμένο λευκό…]»
Τα ανώνυμα, 1971)

Η γλώσσα κομμένη με την ψαλίδα. Σώματα
που συστρέφονται
χωρίς κεφάλι. Μέλη που σπαράσσουν. Η μνήμη
στο κελάρι και
στις κορυφογραμμές το ερυθρόδερμο άλογο. Ο αέρας!

Πρόσωπα ελάχιστα φωτισμένα. Το μισό στο φύλλο
το μισό στο νερό
το μισό φυλακή δρόμος το άλλο. Μουγγό τραγούδι χαμένο
στα δημοτικά και στους τάφους. […]
V», Τα ισόβια ποιήματα, 1977)

Με τη μαύρη την μπογιά να αναφέρεται στα μαυρισμένα −στο εσωτερικό τους− σπίτια, στα σπίτια του πένθους, τα χτυπημένα από τον τόσο θάνατο. Εκεί όπου επιστρέφει ο ποιητής από παιδί, επαναληπτικά. Από πού; Από τον τόπο του ονείρου, της φαντασίας, της φυγής. Να βλέπει τα σώματα νεκρά. Να λιώνουν οι νεκροί. Και να συστρέφονται. Τα άλογα κουτσά. Ο ποιητής παρών. Να θερμαίνει και να συντηρεί την απουσία.
           Μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες λοιπόν, ο Μάρκος Μέσκος βασανίζεται ισόβια, από «τέτοια» βιώματα και τραύματα −κι ας καταφεύγει ενίοτε στο χάδι ενός μικρού πουλιού, στις τύψεις από τη θανάτωση ενός κουναβιού και στις πράσινες «επιφάνειες» της φύσης. Παραμένοντας ασφυκτικά εγκλωβισμένος στους αντικατοπτρισμούς του σφαγμένου όντος, απεικονίζοντας με την ποίησή του τα ακέφαλα σώματα και τα κουτσά άλογα που δεν επιτρέπουν, στους ευαίσθητους και έτοιμους τουλάχιστον αποδέκτες, καμία διαφυγή.
Με τα κόκκινα άλογα να λειτουργούν και ως οι μετωνυμίες μιας κόκκινης κραυγής, που φλογίζει όλη τη φύση και σκάει μέσα στον ανθρώπινο χρόνο και στα εγκλήματα, τα ιστορικά, των όμοιών μας. Και με τέτοιον ατόφιο ανθρωπισμό, να φτάνει ώς τις μέρες μας, έως τις τελευταίες δημοσιευμένες του συλλογές, την Άλφα Βήτα (2015) και Στην όχθη του παραδείσου (2016), όπου και παραμένει συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο: «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», εμπλουτίζοντας εξακολουθητικά το ποιητικό μας corpus, με τις τόσο κρίσιμες εικόνες του (βλ. και το εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Δεσποινιάδη, «Στο Μαύρο Δάσος του Μάρκου Μέσκου. Μια προσωπική ανάγνωση», περ. Πανοπτικόν, τχ 17, 2012).
Και μια εκτόνωση και διαδοχή στα παραπάνω, το κλείσιμο του ποιήματος «V» από Τα ισόβια ποιήματα, που συνοψίζει, ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του. Όπου και διαβάζουμε:

Αιώνιος πάλι ο εγκλωβισμός. Τώρα στο ήσυχο ποτάμι
ο αγώνας
με τους πληβείους που σε κοιτούν στα μάτια: - να μην
αλλάξεις!
(Και σήμερα δεν γνωρίζω πότε η έξοδος).

Για να προχωρήσουμε, η μάνα, το άλογο, οι κοπέλες κ.λπ., που επανέρχονται συχνά στην ποίησή του, δεν είναι «πράγματα» καθαγιασμένα και μυθικά −όπως ισχυρίζεται άστοχα μέρος της κριτικής− αλλά απεναντίας σπρωγμένα προς τον ίδιο τον τόπο του άρρητου, και άρα εμφανιζόμενα ως κουτσά, τεμαχισμένα, λιωμένα ή και αλεσμένα. Διαβάζουμε ενδεικτικά:

Η αρραβωνιαστικιά μου είναι κουτσή
κι ως περπατούμε δίπλα στα ποτάμια
θαρρώ πως μια καταποντίζομαι βαθιά στον ποταμό,
κι άλλοτε πάλι με τραβούν τα μαύρα της μαλλιά
ψηλά στα κύματα που κελαηδούν αηδόνια
(«Κατάσταση», Μαυροβούνι, 1963
)
Ισοσταθμίζοντας το σκοτεινό. Είναι φανερή εξάλλου αυτή η εξισορροπητική του έγνοια.
Και πέρα από την εμφανή του ρίζα στο δημοτικό τραγούδι και τον εξ αρχής σχηματισμό του διακριτού ποιητικού του προσώπου, ήδη από την πρώτη εμφάνισή του το 1958 (βλ. τη συλλογή Πριν από το θάνατο), όπου ο αποφασιστικός και στέρεος ρυθμός και η χαρακτηριστική του εικονοποιία τον τοποθετεί με ώριμο τρόπο στον μοντερνισμό, ενώ συνάμα φανερά προ-νεοτερίζει καλώντας σε μια επιστροφή προς τον γενέθλιο τόπο −εκεί όπου ξαναζωντανεύει η προσωπική μνήμη−, πρέπει να δούμε πώς συγγενεύει με τους ομηλίκους του και όχι μόνο.
Πέρα από την «ομάδα» και το δράμα της ηττημένης, μετεμφυλιακής αριστεράς, όπως αυτή εκφράστηκε από τα περιοδικά «Μαρτυρίες» και μετέπειτα «Σημειώσεις», δηλ. τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, Βύρωνα Λεοντάρη, Στέφανο Ροζάνη, Μάριο Μαρκίδη, Τάσο Πορφύρη, Ρένα Κοσσέρη κ.ά.
Αν λοιπόν ο Μέσκος συνορεύει με τον Πρόδρομο Μάρκογλου στον χώρο της κοινωνικής εγρήγορσης και αν εφάπτεται με τον Ανέστη Ευαγγέλου στην υπαρξιακή του αγωνία, στην εικονοποιία του, με τις μονόχρωμες πλατείες του επιφάνειες (βλ. ενδεικτικά τα κόκκινα και τα πράσινα του ποιήματος «Όνειρο ή ο μύθος της μεμονωμένης εξόδου», Μαυροβούνι, 1963), επίσης αγγίζει την εξπρεσιονιστική ποιητική του Μίλτου Σαχτούρη, του οποίου την άρθρωση ενίοτε, με ένα προ- ή μετα-αστικίζοντα τρόπο (με τόνους του Τάκη Σινόπουλου επίσης παρόντες) συνενώνει με την θυμοσοφία και την εκ των υστέρων, συχνά, τοποθέτηση του Γιώργου Σεφέρη. Μετασχηματίζοντας, με ένα «εδεσσαϊκό» ή καλύτερο δυτικο-μακεδονικό τρόπο (βλ. και την εικαστική κίνηση στην πόλη της Φλώρινας, π.χ. τον Στερίκα Κούλη, τον Κώστα Λούστα κ.ά.) τα μεταφυσικά τοπία τύπου Μαξ Ερνστ, τα οποία και γειώνει στην ακουστική και μνημονική σάρωση των δασικών και ορεινών τόπων, όπου και συνυπάρχει ο έρωτας με το έγκλημα και το κελάηδισμα με την κραυγή και τον επιθανάτιο ρόγχο.
Κι αφού τέλος αναφερθούμε στα ποιήματα «μινιατούρες», κυρίως της τελευταίας χρονικά ποιητικής του περιόδου, όπου σμίγει το «λυρικό» απόσπασμα με τα κρόσσια της αιματο-φωτισμένης ψυχής του, προσθέτοντας διακριτές εικονοποιητικές και στοχαστικές ακινητοποιήσεις στο ποιητικό του σώμα, θα σταθούμε σε δύο ποιήματα, ή δύο στιγμές, που με τον τρόπο τους τον συνοψίζουν:

Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά, καμιά
γλώσσα του κόσμου δε μιλεί – όταν βροντάω
το καριοφίλι χαίρεται, όταν παίρνω
θλιβερό σκοπό μοιρολογάει ξεριζώνοντας
τρίχα τρίχα τ’ άσπρα της μαλλιά…
(«Μουγγό», Μαυροβούνι, 1963)
«και το κοστούμι της νεκρής με λούλουδα περίμενε και
με πλερέζες
θάνατος άδικος με θρήνους κατέβαζαν το λείψανο
με κοπετούς»
(«Το μαύρο μαντίλι», Μαύρο Δάσος, 1981)







 Δύο ποιήματα από το βιβλίο 
"Αιώνια, το Βερολίνο" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Τσιρώνη

Όταν διακόπτονται οι εξομολογήσεις

Μου είχες μιλήσει για τη θεά των όφεων
Με το ελεφάντινο στήθος της σαν καμπύλο σύμπαν
Προτού την σπαράξουν τα θεόρατα κύματα
Για το ζωντανό σκοτάδι που σε παραμόνευε
στο ποτήρι του κρασιού
και τα πρόσωπα που χορτάριαζαν λησμονημένα
στο αχαρτογράφητο ρήγμα της ψυχής
Όταν άνοιξε η πόρτα του εστιατορίου
και όρμησε κόσμος πολύς και λιγυρός
όμορφοι άγριοι θηρευτές πάνω στα άλογά τους
Δέντρα και πουλιά καταποντισμένων τόπων
Και στα παράθυρα είδαμε μυριάδες βλέμματα
να συντελούνται
Αστραφτερή οργή που έζωνε τα πάντα

***

Ό,τι απομένει
 Τη νύχτα εκείνη
που στάθηκα απέναντι από τα χείλη σου
Στο ταπεινό Μόαμπιτ
Και ζύγισα για μια στιγμή το φόβο και τη θνητότητά μου
Είδα μια άβυσσο να βουλιάζει ανάμεσά μας και όλοι οι αιώνες
των ανθρώπων ανασάλευαν μες στο λαιμό του χρόνου
Άνθη και αλλοτινά αγγίγματα ανέλπιδα ερωτευμένων
Ό,τι απόμεινε και θα απομένει ως τη συντέλεια των χρόνων

 




ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ, ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΠΗΤ

Στο ατελιέ μια μέρα ο ελαφρώς αναρχικός και φίλος Χρήστος ετοιμάζεται να φτιάξει ένα εξώφυλλο για το «Διαβάζω». Μου λέει «στείλε φωτό να δω πώς είναι γιατί δεν τον γνωρίζω τον Χάκκα». Μια μέρα μετά μου στέλνει προσχέδιο: «Ρε συ αυτός είναι δικός μας». «Δηλαδή», ρωτάω. «Δες το εξώφυλλο». Κοιτάω, είχε ανακαλύψει το κείμενο:

«Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη “ράγια”; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις “πιστεύω”. Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα».

Ένα παιδί του 2011 βρίσκει κάτι σε έναν λογοτέχνη του ’60. Θα μπορούσα να πω κι άλλα τέτοια παραδείγματα. Μια φίλη, με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, μεταφράστρια, βλέπει την ανάρτηση στο Facebook και με ρωτάει: «Είναι καλός αυτός ο Χάκκας;». Νομίζω ότι αυτό θέλουμε να διαδώσουμε σήμερα, την ύπαρξη λογοτεχνών με διακριτό λόγο που «χάνονται» στην πολυσημία των ημερών. 
Τι είναι αυτό που κάνει τον Μάριο Χάκκα ξεχωριστό; Όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα πρόκειται για μια πεζογραφία ενός ατόμου που ψάχνει την ταυτότητά του. Σε όλο του το έργο όπως έχει ήδη παρατηρήσει και ο Αλ. Ζήρας το κεντρικό πρόσωπο αντιπαρατίθεται στο σύνολο, η εσωτερική ζωή βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συμβάσεις, το άτομο απέναντι στις κοινωνικές υποχρεώσεις, αντίθετο με το ιδεολογικό ή οποιοδήποτε συλλογικό όραμα. Υπάρχει πάντα μια διχοστασία μεταξύ υπαρκτής πραγματικότητας και υπαρξιακής μοναδικότητας.
Κι ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο, καθώς ο συγγραφέας αλλά και οι ήρωές του είναι τα άτομα που βιώνουν μια βαθιά υπαρξιακή κρίση και μια αφόρητη μοναξιά. Ο επικείμενος θάνατος του συγγραφέα (πραγματικός και όχι συμβολικός) δυναμώνει την αίσθηση του «χωρίς νόημα κόσμου». Ο Χάκκας δεν πιστεύει όπως ο Κίρκεγκαρντ ότι ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή. Αντιθέτως θα ήθελε να ζήσει πολύ, μια άλλη ζωή, αλλά όμως με έναν διαφορετικό τρόπο: με τη σοφία που του προσέδωσε ο επικείμενος θάνατός του. Ξέρει βέβαια ότι δεν υπάρχει τέτοια διέξοδος. Νιώθει μόνος, είναι μόνος. Μια μονάδα ριγμένη στο άπειρο όπως θεωρούσε τον άνθρωπο ο Χάιντεγκερ. Η φιλοσοφία του εδράζεται σε μια προσωπική εμπειρία. Ο Χάκκας είναι μόνος, αισθάνεται αβοήθητος, άλλοτε τρομαγμένος κι άλλοτε απογοητευμένος αντιμέτωπος με τον φόβο του θανάτου, τον φόβο του «δεν ταιριάζω με τους άλλους» και καταλήγει σε μια δική του φιλοσοφία, ιδιαίτερη στάση ζωής. Καταλήγει σε έναν ωραίο αναρχισμό, αγανακτισμένο, πρωταρχικό.

«Με κούρασαν επιστήμη και κοινωνιολογική ερμηνεία. Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος ποιος δεύτερος, όλοι να παριστάνουν τους έσχατους (εκτελούσα διαταγές αφεντικό, να σου λένε), ανθρωπάκια που ταξιδεύουν με το λεωφορείο, πρωθυπουργοί που περιμένουν στη στάση σειρά.
Δε με εκφράζει πια καμιά σκοπιμότητα και καμιά λογική, κυρίως το αναπόφευκτο του θανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε θα ξανάρθουν. Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο θέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, ν’ αντιστέκονται, πεθαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση.»

Καταλήγει σε αυτόν τον ατομικό αναρχισμό ξέροντας ότι δοκίμασε ό,τι υπήρχε στην εποχή του και απέτυχε: «Από τη χούνη του Κουταλά φωνάζω κι η φωνή μου χτυπώντας στα βράχια γυρίζει σε μένα. Από ένα τυφλό δωμάτιο πολυκατοικίας φωνάζω κι η φωνή μου βουλιάζει σ΄ αφρολέξ καναπέδων. Από τον ύπνο μου –βαθύ πηγάδι– φωνάζω κι η φωνή μου βρίσκει στα σφιγμένα δόντια μου, επιστρέφει και χρωματίζει μαύρα τα σπλάχνα μου».
Παρόλο που διαβάζοντας τον Χάκκα ξέρουμε ότι τα περισσότερα λογοτεχνικά του υλικά είναι αυτοβιογραφικά εντούτοις κατανοούμε ότι όσα γράφει αφορούν πολλούς, πολύ περισσότερους από όσους πιστεύουμε. Γίνεται σηματωρός μιας εποχής, ίσως και πολλών εποχών. Όταν γράφει «Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ΄αυτό τον κόσμο και οι ήρωες», νομίζω ότι εκφράζει προδρομικά κάτι βαθύτερο του οποίου εμείς οι νεώτεροι αργήσαμε να γίνουμε κοινωνοί. «Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές και οι αρμονίες. Όλα να πάσχουνε κάπου, σώματα, σύμπαν κι ομάδες κατά γκρεμού κι επιπλέον καμιά όρεξη για νέο στήσιμο. Αντίθετα, μανία για περισσότερα χαλάσματα γύρω.Έτσι κι αλλιώς κι αυτοί που λένε πως σιάχνουνε, κυβερνήσεις παπάδες, μυστήρια, περισσότερο όλεθρο σκορπίζουν τριγύρω τους». Ας σκεφτούμε ότι αυτά τα λέει το ‘60, πριν γίνει ο Μάης ’68 , πολύ πριν πέσει το τείχος του Βερολίνου και καταρρεύσει ο υπαρκτός και συμπαρασύρει οράματα γενεών στο διάβα του.
Προσωπικά βρίσκω αρκετά  κοινά σημεία του Χάκκα με τους Έλληνες υπαρξιστές –ένα βραχύβιο κίνημα. Δεν ξέρω πόσο τους ήξερε κι αν τον γοήτευαν καθόλου αλλά διαβάζοντας το «Κοινόβιο» διαπιστώνεις, όχι τόσο φράσεις, όσο περισσότερο εικόνες και διάθεση που θυμίζουν το κίνημα της Ιπτάμενης Παράγκας του Σίμου του υπαρξιστή. Λέγανε τσιτάτα όπως «Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ!», ή το άλλο «ΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΤΕΙΣ, ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ!», και είχαν αυτό το χιούμορ, άλλοτε υποδόριο, άλλοτε δηκτικό, αντιθετικό ως προς την όποια καθεστηκυία τάξη. Όταν πήγαιναν σε συγκεντρώσεις και τους πέρναγαν για παράταιρους ή χαφιέδες, είχαν κάτι κοινό με τον αποσυνάγωγο Χάκκα και τη θέλησή του να απαρνηθεί τα πάντα. Απλώς οι υπαρξιστές εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι, οργάνωναν πάρτι, χόρευαν μπούγκι, έκαναν τρέλες.
Τα παραληρηματικά κείμενα του «Κοινόβιου» και του «Τα τελευταία μου» θυμίζουν σε πολλά τους Αμερικάνους μπητ. Όπως το «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ:

«Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
(…….)
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο...»

Βρίσκω ομοιότητες και με τον Τζακ Κέρουακ σε δύο θέματα: στη σχέση με τη φιλία και το αυθόρμητο της γραφής. Οι μπήτνικς ήταν μια παρέα με κοινό τρόπο σκέψης. Ο Κέρουακ ήταν τυχερός έζησε όλη του τη ζωή με μια παρέα ομοειδή και ομόγνωμη. Ο Χάκκας είχε μια άλλου είδους παρέα, περισσότερο φιλική και λιγότερο ομόγνωμη. Γι’ αυτούς οραματίζεται ένα κοινόβιο: για τον ζωγράφο Δημήτρη, τον Φαίδωνα που είχε τέλος φρικτό –έγινε ανώτερος υπάλληλος, τον Τσαούση, ακόμα χειρότερα –ήταν παντρεμένος, τον Νότη –περιμένει παιδί, τον γιατρό με τα άγχη του και τον ποιητή Γκόρπα –τρελαμένος κι αυτός αλλά ίσως πιο κοντά του. Όμως τους χάρηκε τους φίλους του μέσα σε ένα στενό σαλονάκι ενός φτωχικού ιατρείου, από εκεί ταξίδευαν και δεν είχαν ανάγκη να κάνουν ούτε βήμα προς την πιο κοντινή ταβέρνα.
Η περίφημη παρέα του Κέρουακ  έβαλε σκοπό να αλλάξει τη λογοτεχνία, απλοποιώντας τις φόρμες και απαλείφοντας τα περίτεχνα σχήματα λόγου. Για τον Κέρουακ είπαν ότι το «Στο Δρόμο» είχε μια ακατέργαστη, φαινομενικά ανύπαρκτη φόρμα με τις ασύντακτες παραγράφους και το φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, πράγμα βέβαια που δεν το εμπόδισε να γίνει το βιβλίο αναφοράς του κινήματος της δεκαετίας του ’50. Γιατί η «αυθόρμητη πρόζα», όπως το έλεγε ο Κέρουακ, η αδιαμεσολάβητη φόρμα, δηλαδή, μπορεί να μεταγγίσει απευθείας το περιεχόμενο στον αναγνώστη, προκαλώντας ένα «σοκ τηλεπάθειας», όπως στο «Κοινόβιο» ή στο «Τα τελευταία μου». Ειδικά σε αυτό το τελευταίο όπου σε κατάσταση παράκρουσης όσο ανεβαίνει ο πυρετός ο συγγραφέας ταξιδεύει προς το ουράνιο τόξο, συναντά απίθανους ανθρώπους, όπως μια παγκόσμια πρωταθλήτρια δρόμων και μια υπέροχη σεξουαλική γυναίκα, και μετά αρχίζει να κατεβαίνει καθώς πέφτει ο πυρετός. Μάλιστα συναντά έναν με μεγάλη άσπρη γενειάδα –τον άγιο Πέτρο– και του ζητά ακόμα και αν πεθάνει να μπορεί να συνεχίσει να γράφει, ή έστω να πάρει μια παράταση για να βγάλει ένα «φτενό βιβλιαράκι». Ο άγιος του το αρνείται και ο Χάκκας του λέει «θα αναγκαστώ να το γράψω στα πρόχειρα –που καιρός για καλλιγραφίες...– και θα ’ναι εναντίον σου!» 
Άλλο κοινό στοιχείο είναι ότι όπως ο Κέρουακ έτσι και ο Χάκκας πάλευε μέχρι τέλος με τους προσωπικούς του δαίμονες, τόσο τους λογοτεχνικούς, όσο και τους πραγματικούς.  Ο Χάκκας στο τέλος γράφει απίθανα ωραία παραληρηματικά κείμενα, από όπου περνάει η οικογενειακή καταπίεση (η σκηνή με το κορίτσι και το αρνάκι που διακόπτεται από την αυστηρή μητέρα), το γενετήσιο ανικανοποίητο (η ανάγκη να τα έχει με μια πραγματικά ωραία γυναίκα με ψηλά καπούλια και γεμάτο στήθος), ο χρόνος που δεν του φτάνει γιατί άρχισε αργά να γράφει κι αργά να αποστασιοποιείται από τη βιοτή και το αριστερό όραμα.
Παρά την ειρωνεία και τον σαρκασμό ο Μάριος Χάκκας παραμένει πιστός σε ένα όραμα της νιότης. Με την «ωραία υπεροψία του ανυπεράσπιστου» όπως θα έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος στη «Φαίδρα», θα το ανακαλεί συχνά και θα θυμίζει ότι αυτή ήταν η ζωή του. Το δηλώνει σε ένα ενδεικτικό, υπέροχο κείμενο με τίτλο «Μπροστά σ΄ ένα τάφο», όταν επισκέπτεται τον τάφο του Μαρξ στο Λονδίνο, που είχε πάει για τη θεραπεία του:

«Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους».

Τελικά ο Μάριος Χάκκας παρά τις εκλεκτικές συγγένειες παραμένει ακατάταχτος και αποσυνάγωγος.


1η δημοσίευση, εντυπη θράκα, τευχος 7

εκδ/ Γαβριηλίδης


ΚΑΛΗΜΕΡΑ



Κάθε μέρα ἀνοίγεται στό φῶς.
Ζωή δισύλλαβη ἁπλώνει βήματα δειλά
ρουφώντας τοῦ πρώτου ἥλιου τίς ριπές.
Ἡ αὐγή ἀποσύρεται σάν ξένος πού δέν ἦρθε,
κι ἀφήνει τήν ἀνάσα της, ἀγγελικό σπασμό,
στό μέτωπο τοῦ κόσμου πού ἀνατέλλει.

Κάθε μέρα κρέμεται στό φῶς.
Συλλέγει νιάτα καί φθορά
καί καταπίνει ὧρες,
καλπάζει σ᾽ ἀνεμόδαρτη τροχιά
καί στ᾽ οὐρανοῦ τά σχήματα
κρύβει σύμβολα δημιουργίας.

Κάθε μέρα ἀρχίζει μέ τήν ἴδια λέξη.
Πόρτες σ᾽ ὁρίζοντα ἁγνό
τά βλέφαρα ἀνοίγουν,
τά μάτια τρέφονται μέ φῶς
καί ἡ ζωή μαθαίνει τί θά πεῖ
θνητή σοδειά και ποθητή γαλήνη.









ΗΘΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



Ἡ νύχτα μέ προσδοκίες ὀνειρεύεται
καί πρίν τήν καλημέρα τῆς αὐγῆς
σπέρνει ἀνέμελα ἔρωτες σαρκοβόρους.

Ἡ νύχτα ἐμψυχώνει κάθε ἀναπηρία
ποτίζοντας τή στέρηση
μέ οἰνοπνεύματα τῆς πλάνης.

Ἡ νύχτα παραληρεῖ μέ τό τραγούδι της:
«Πειθήνια ὁ μεθυσμένος ἄγγελος
θυμίαμα ἀποθέτει τούς χυμούς του
αἰχμάλωτος στήν πτητική σαγήνη μου
ὑπήκοος στό μαρτύριο τῆς νιότης.
Ἐπίορκο πλάσμα εὐλύγιστο
ὁμόκλινο τοῦ αἳματος
ἀναιμικό θά σέ προσφέρω
στόν στιγμιαῖο θάνατο
- n oublies pas que tu vas mourir -
γιά ν᾽ ἀποδώσω τά ὀφειλόμενα
στη φωτοφόρο ἡμέρα».

Ἡ νύχτα μέ τή λαχτάρα τοῦ φωτός στό μέτωπό της
ἐγκαταλείπει τούς βαθύσκιους λειμῶνες
διασκελίζοντας τά πιό πένθιμα ὄνειρά της.



Μαρία Αρχιμανδρίτη
Time-lapse

Έπλεκε η μπάμπω σχεδόν τυφλή
με βελόνες απο ταρταρούγα
τα όνειρα σε δαντέλα,
με νανουρίσματα και αμανέδες
για κλωστή.
Έσερνε πάνω στην κλωστή το αλέτρι
και έσκαβε και ξέθαβε
και έμπλεκε
τις ψυχές με τους λυγμούς
και έπλεκε
και στόλιζε προσκέφαλα
με φιλιά στο μέτωπο
και λευκά μαντηλια
με δαντέλα και αρχικα
το όνομα τους μη ξεχάσουν.
έπλεκε η μπάμπω καμπουριαστή,
τα όνειρα σε προσευχή
σε ένα ξέφωτο με αηδόνια.

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΜΕ ΑΟΡΑΤΟ ΚΑΝΟ

Ο Λεβινάς ρώτησε αν έχουμε το δικαίωμα
Nα είμαστε όπως εγώ ρωτώ τους γιους μου
Aν θά ‘θελαν να είναι δέντρα

Όπως η λέξη δέντρο
Τους κάνει μικρό ζώο
Που χορεύει πάνω-κάτω
Όπως οι αρκούδες στις ταινίες

Αρκούδες πρέπει να πω
Πείτε πως είμαστε παιδιά

Σ’ ένα ποτάμι ο ένας τους λέει
Έτσι το πινουμε γουλιά-γουλια περιστρεφόμαστε στο χωλ
Πές το κανό

Είναι μεσημέρι στο σαλόνι
Κωπηλατούμε στο μπλε
Αυτό είναι περισσότερο αίσθηση

Όπως η περιπλάνηση στο πράσινο
Κάτω από αληθινά δέντρα
Είναι αίσθηση σχεδόν ιερή




ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ ΕΞΙ ΔΙΣΤΙΧΑ


Πουλί λέγαν, τη μακρινή
θνήσκουσα πόλη, κι σαν πουλί πέθανε.

Σκυλιά την περικύκλωσαν, γκρι λάσπη
πασαλειμμένη στα οπίσθιά τους.

Και τριγύρω,
όλα κάπως έγερναν.

Τριγύρω, κομμάτια τσιμέντο
σα κομματιασμένο ψωμί.

Όταν ρώτησαν για την πείνα,
τα παιδιά απάντησαν με πείνα.

Όταν ρώτησαν για τα πουλιά,
άνοιξαν το στόμα τους στον ουρανό.





Λίγες πληροφορίες για τη συγγραφέα

Η ποίηση της Idra Novey έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία (εμπορική και κριτική) στις Η.Π.Α., κι υπάρχουν πολλές μεταφράσεις σε διάφορες γλώσσες. Το 2016 κυκλοφόρησε η πρώτη νουβέλα της εκεί, εξίσου πετυχημένη εμπορικά, κριτικά κι μεταφραστικά. Σημαντική μεταφράστρια και η ίδια, τακτική αρθρογράφος για τους New York Times, Paris Review κ.α., και διδάσκουσα σε πανεπιστημιακό επίπεδο (Princeton University, Columbia, NYU κ.α.).


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA