Ο Αρτέμης Μαυρομμάτης γράφει στο frear.gr για τις "Μικρές Καταιγίδες" της Βικτωρίας Γεροντάσιου (Εκδ. Θράκα, 2018)

Η Βαρβάρα Ρούσσου γράφει στο περιοδικό "ο αναγνώστης" για τον "Φόνο του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη

Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει στην Εφημερίδα Των Συντακτών για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

Η "Διώρυγα μεταξύ νεφών" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου, ανάμεσα στα "βιβλία για το καλοκαίρι" της εφ. Καθημερινής από τον Άθω Δημουλά.

Από την παρουσίαση της "Δυνάστρας Μήτρας" (Εκδ. Θράκα, 2018) της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη, στο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό.

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή «Ντάλιτ» 
της Εύας Σπαθάρα, Εκδόσεις Θράκα1

Κατάρα είναι να κουβαλάς στο κεφάλι σου κόπρανα ανθρώπων και ζώων και αυτό να είναι η δουλειά σου. Να εγκλωβίζεσαι σ’ έναν βιωμένο αλλά διαρκώς ματαιωμένο έρωτα που αρνείται πεισματικά ν’ ανθίσει. Να γερνάς ανέραστος μετατρέποντας το καθήκον σε αρτηριοσκλήρωση. Να μπαίνεις στον έρωτα γενναιόδωρα για να αντιληφθείς ότι το σώμα σου και το σώμα του Άλλου είναι γεωμετρικές ασύμπτωτες, ότι το αμίλητο το σ’ αγαπώ βγαίνει απ’ τα νύχια των ποδιών σου και σε πνίγει. Κατάρα είναι να καταστρέφεσαι από την οφθαλμοφανή αλήθεια που αρνείσαι. Να εξαρτάσαι βασανιστικά απ’ ό,τι λατρεύεις, χωρίς να έχεις στόμα να το πεις και λέξεις να το μιλήσεις.
Κατάρα είναι να είσαι Ντάλιτ. Ντάλιτ της κοινωνικής ιεραρχίας, του έρωτα, ακόμα και της ίδιας της ποίησης.

«Γενναιόδωρα, χωρίς ήξεις αφήξεις» μπαίνει στους πόνους αυτούς η Εύα Σπαθάρα με την πρώτη της ποιητική συλλογή, δένοντάς τους αναπότρεπτα σ’ ένα διαρκώς δονούμενο οργανικό σύνολο.
Για του λόγου το αληθές ιδού ένα ποίημα απ’ το οποίο παραλείπω σκοπίμως τον τίτλο του.

Μπορεί να πίνω
να σέρνομαι στην πόρτα σου
να εξαρτώμαι βασανιστικά από το λάθος πάθος
να μη γνωρίζω σύνταξη και να μπερδεύομαι
στο κόκκινο και στο μαύρο

Όμως εσένα μα το θεό
σ’ αγάπησα στ’ αλήθεια
Κι είναι φορές που δεν έχω τις λέξεις να στο πω
γιατί είμαι η έλλειψη η ίδια

Χωρίς υπερβολές
είσαι
ήσουν
το μόνο
ποίημα
που θα ’θελα ποτέ να γράψω

Ένα ερωτικό ποίημα; Ναι. Σαφώς. Μα συμπληρωμένο με τον τίτλο «Μα το θεό Βλαντιμίρ» γίνεται συνάμα και πολιτικό ποίημα αλλά και ποίημα ποιητικής. Ο Βλαντιμίρ, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, ο πολιτικοποιημένος ποιητής του κόκκινου και του μαύρου, απέναντι στον οποίο το ποιητικό υποκείμενο της Εύας Σπαθάρα εκφράζει «χωρίς υπερβολές» αλλά και χωρίς περιστολές την αγάπη και τον θαυμασμό του. Το ποίημα αυτό, το κάθε ποίημα της «Ντάλιτ», είναι «μια άσκηση επί χάρτου που ευσταθεί», είτε με τον τίτλο είτε χωρίς αυτόν, παρόλο που σε πολλά ποιήματα ο τίτλος ξεκλειδώνει ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης και πρόσληψης.

Γενικότερα μιλώντας, η ποίηση της Εύας Σπαθάρα είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική, με σαφές ερωτικό πρόσημο αλλά και έντονο το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας. Ως προς το τελευταίο, είναι μια ποίηση μοντέρνα.

Η έλλειψη, η απουσία, η στέρηση, ο χωρισμός, τα ματαιωμένα θέλω εν γένει, είναι παρόντα. «Η επαλήθευση της απουσίας / είναι καταδίκη δίχως τέλος», διαβάζουμε στο ποίημα «Κασσάνδρα». Ωστόσο τον τόνο δεν τον δίνει σε καμία περίπτωση αποκλειστικά ο πεσιμισμός· αρκετά ποιήματα καταδεικνύουν μια κατάφαση ζωής, μια εφηβική, και γι’ αυτό υγιή, εμμονή στον μόνο πραγματικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων και των επιθυμιών.
Στη «Ντάλιτ» υπάρχει μια διαρκής αγωνία για τα όρια της γλώσσας, για την αισθητική της, για την ακρίβειά της, για την ίδια την ποίηση τελικά, πράγμα που δείχνει η πολύ συχνή χρήση των λέξεων «γράφω», «μιλώ», «γραφή», «λέξεις», «λόγος», «γλώσσα». Η εκφραστική γκάμα είναι μεγάλη: από την ειρωνεία και το δήγμα έως τη συναισθηματική αγωνία και τον εξπρεσιονισμό· από τον συγκρατημένο τόνο ως τον χαμηλόφωνο λυρισμό και την τρυφερότητα. Πρόκειται για ποίηση που προθέσεις της είναι το να είναι «ήσυχη, κουβεντιαστή, σαν εξομολόγηση έφηβης», αλλά και να εκτελεί ή να εκτελείται «με ακρίβεια χιλιοστού» – οι λέξεις σφαίρες, «καλίμπρι 12άρες».
Από πολιτική άποψη τα ποιήματα της «Ντάλιτ» εκφράζουν άλλοτε την απογοήτευση για την προϊούσα έκπτωση του αριστερού ονείρου κι άλλοτε το ασίγαστο πάθος για την απροσπέλαστη ακόμη επικράτεια μεταξύ κόκκινου και μαύρου, Μαρξ και Κροπότκιν. Αμφότερα αυτά βέβαια νοούμενα ως έρωτας, στον οποίο τα ποιητικά υποκείμενα δίνονται ολοκληρωτικά, «κάθονται με ορμή και αντέχουν / σαν το πληγιασμένο σώμα του Μαρξ στην ιδρωμένη του καρέκλα». Τούτες οι ποιητικές πράξεις είναι ένα ξόρκι σε κάθε είδους σύμβαση, κοινωνική, ερωτική και φυσικά ποιητική. Χάρη στην επιτελεστική λειτουργία της γλώσσας η Εύα Σπαθάρα φέρνει από το φως της μήτρας στο σκοτάδι της ζωής, τους ανθρώπους της, τους κατακερματισμένους Ντάλιτ, που «με μάτια θλιμμένα» εκφράζουν την ανεξιλέωτη ανάγκη τους για ζωή, για ουσιαστική ύπαρξη.
Ζωή όμως ποιεί μόνον ο έρωτας. Κι αυτός είναι θαρρώ ο κάβος πάνω στον οποίο δένουν τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα σκαριά της «Ντάλιτ». Είναι ένας έρωτας αφέντης, ηγεμονικός, που σε κάνει πότη, σε ρίχνει στα πατώματα· σε αναγκάζει να γράφεις μόνο γι’ αυτόν, σε τρέχει -όπως την Amy Winehouse- με χίλια προς την αληθινή έκφραση αλλά και προς την αυτοκαταστροφή· σε πνίγει όταν δεν τολμήσεις να τον αρθρώσεις, σε ρημάζει στον χειμώνα του· σου μακελεύει το σώμα σαν το αφήσεις βουβό, σε γερνά και σε σκεβρώνει σαν τον Καντ όταν τον αρνηθείς· σου προσφέρεται αέρινος για ενός ματιού πετάρισμα ενώ εσύ τον κυνηγάς με χίλια βαρίδια στα πόδια να σε γυρίζουν πίσω· σε σέρνει από μιας πεταλούδας τίναγμα, σε κρεμά από ένα δάχτυλο στα χείλη, από τα μαλλιά μιας γυναίκας, από μια μικρή ιδιοτροπία, από ένα πείσμα· σε παγώνει στους χειμώνες του Νοβοσιμπίρσκ, στις λέξεις του που σπάνε το φράγμα της σιωπής· σε χαϊδεύει σα θαλασσινό αεράκι και σε κοκκινίζει, σε γκρεμίζει από κοσμοδρόμια ταράτσες· σε κοιμίζει άγγελο και σε ξυπνά τρωκτικό, σε κρατά όμηρο στο λάθος πάθος και στη λάθος σύνταξη· σε κάνει Θεό να λιγοστεύεις το άπειρο, σε βουλιάζει στο Μη-δέν σαν τον υπηρετείς με συνταγές ή σαν τον παραδίδεις βορά στη συνήθεια.
Δεν είναι αγάπες και λουλούδια ο έρωτας της «Ντάλιτ». Είναι ζόρικος, σφιχτός. Ανθίζει στ’ αγκάθια, βαδίζει στα γκρέμια. Δεν είναι όμως παραχαραγμένος, ευτελής. Δεν είναι έρωτας που «φυλάει τα νώτα του, καλά ντυμένος και προφυλαγμένος σε συνθήκες ασφαλείς», δεν είναι έρωτας του «πεθαίνω από ευτυχία». Δεν είναι έρωτας στραγγαλισμένος από το μικροαστικό όνειρο.
Είναι ο έρωτας στον οποίο ομνύουν οι τελευταίοι των τελευταίων, οι ανέγγιχτοι, οι μιαροί· αυτοί που «δίνουν στο καταραμένο σώμα τους τη λησμονημένη δυνατότητα της φωνής»· αυτοί που δίνονται στις «βέβαιες καταδίκες»· αυτοί που αρνιούνται το στάδιο του απόλυτου φωτός, τις «περίλαμπρες σκοτεινιές» του αμνιακού τους υγρού· αυτοί που «σκίζουν τη μήτρα και την καρδιά της μάνας τους», για να βαφτιστούν στο έρεβος της «φθαρτής πραγματικότητας» και να τολμήσουν την «ταλάντωση στο εκκρεμές της ενδεχόμενης ανατροπής».
Οι «Ντάλιτ» της Εύας Σπαθάρα, με «μάτια απ’ τα βάθη της ιστορίας» είναι «η ίδια η έλλειψη». Είναι όμως κι «η μύγα στο αυτί του λιονταριού». Μολονότι θρυμματισμένοι στέκουν αλώβητοι, ακέραιοι, καθώς «ζουν την τραγωδία τους στο άπειρο κι ακόμη παραπέρα». Μολονότι σπασμένοι δε μικραίνουν, καθώς δε χάνονται «στη μετάφραση του ψεύδους ως αλήθεια».

Κώστας Κουτρουμπάκης,
φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
 
1 Η εισήγηση αυτή διαβάστηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Ντάλιτ της Εύας Σπαθάρα, που έγινε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης στις 06-05-2018, καθώς και σε προηγούμενη παρουσίαση (Café Bazaar, Θεσσαλονίκη, 13-04-2018).

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA