Τα παιδιά της δευτέρας και τρίτης λυκείου του Μπίλεφελντ (Γερμανία) συζήτησαν με τον ποιητή Γιώργο Λίλλη μετά από πρωτοβουλία της φιλολόγου Χριστίνας Κοτρώτσου που είχε την ιδέα και την επίβλεψη της όλης προσπάθειας.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.
Για το βιβλίο της Χαράς Νικολακοπούλου «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος» (Θράκα, 2018) ‒ γράφει η Λίλια Τσούβα στο "φρέαρ"
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά

Βίκυ Κατσαρού
Παγωμένα δάχτυλα

Περπατώ-περπατώ-περπατώ, στη σόλα μου
μια τσίχλα έχει κολλήσει, κολλά
σε κάθε βήμα αριστερό,
το πόδι μου σέρνω, κουτσή ελευθερία.
Κουτσή ελευθερία
για να σμίξει μ’ άλλη λειψή σακατεμένη,
τέσσερα πόδια ολόκληρα μαζί
δεν μπορούν να βρουν ρυθμό. Τσίχλα
που έφτυσαν στην πλατεία Ομονοίας,
να κολλήσει και τα δυο μου πόδια
όσο πιο βαθιά στην ασχήμια
αυτής της πόλης· στην ασχήμια της
που εντέλει –ελπίζω– θα με σώσει.
Στην ασχήμια της, ασχήμια τους,
μα είν’ η δική μου ομορφιά,
στο μαύρο της που έχει αποχρώσεις,
στον κίνδυνο που επιφυλάσσει
μακριά απ’ τους φανοστάτες,
στους άδειους μεγάλους δρόμους της
που φλυαρούν οι σκέψεις.
Το πόδι μου πια να σύρω δεν μπορώ,
ρίζωσε στο βρόμικο τσιμέντο,
σε άγαλμα αλλάζω,
άχρωμο, αγέλαστο, δίχως φωνή και κίνηση,
άνευρη αιώνια να στέκομαι, μάταιη
μα κάποτε άνθρωπος,
μέσ’ από δυο μαρμάρινες οπές να παρακολουθώ·
τα σκυφτά κεφάλια, τα αραιωμένα τους μαλλιά,
τη γυαλάδα των ματιών τους.
Τα δόντια που τα χείλη τους μασούν,
λέξεις τις σμιλεύουν και τις σπάνε,
τον θνητό ιδρώτα τους φαντάζομαι,
σώματα που σαν κεριά ανάβουν
και λίγο λίγο σβήνουν, σάρκα λιωμένη ιερή,
σάρκα αγία γιατί αλώνεται από τη ζωή,
λιωμένη σάρκα στάζει μες στ’ απομεινάρια
και τους προάγγελους θανάτου.
Σε άγαλμα αλλάζω, καταμεσής μιας θάλασσας
κεριών που στάζουν, τα πάντα μέσα μου
σβήνουν και παγώνουν· τελευταία
κι η καρδιά μου.
Μένουν μόνο δυο μαρμάρινες οπές,
τα πάντα βλέπουν,
μα δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Τα αγάλματα δεν κλαίνε. Δεν αγαπούν.
Να μιλήσουν δεν μπορούν.
Ίσως για δυο χέρια ζεστά κρυφά ελπίζουν.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA