Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.

Αχιλλέας Κατσαρός, Cabaret Voltaire, εκδόσεις Μίνθη, 2016

Όταν κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου το βιβλίο του Αχιλλέα Κατσαρού, τα μάτια μου έπεσαν στα στοιχεία περικειμένου και με ό,τι έβλεπα έκανα συνειρμούς. Πρώτα ο ΤΙΤΛΟΣ : Cabaret Voltaire, με παρέπεμψε στο ομώνυμο κέντρο καλλιτεχνικής ψυχαγωγίας και λίκνο του ντανταϊσμού, το οποίο ιδρύθηκε το 1916 από τον Hugo Ball, κι εκεί ανέγνωσε το ντανταϊστικό του μανιφέστο. Ο ντανταϊσμός, ως κίνημα αισθητικής αναρχίας, αναπτύχθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι αποτέλεσε τη διαμαρτυρία στην πνευματική νωθρότητα που επέβαλε η ετοιμοθάνατη, τότε, κοινωνία. Με τρόπο κυνικό, αποδέσμευσε τον άνθρωπο από τα κατεστημένα κάθε είδους. Κάνοντας αναφορά στα επόμενα, τα στοιχεία αυτά είναι εμφανή στην ποίηση του Α.Κατσαρού. Όλα τα παραπάνω, πλαισιώνονται κι από την εικόνα του εξωφύλλου, με την εμφάνιση του Hugo Ball στο Cabaret Voltaire.

Στη συνέχεια κοιτάζω τις εκδόσεις : «ΜΙΝΘΗ». Προσωπικές. Ο νους μου διχάζεται. Από φιλολογική – ετυμολογική σκοπιά, παραπέμπει στο επίθετο ημιθνής, που σημαίνει μισοπεθαμένος, αλλά και στο ρήμα μινθόω, που ο Αριστοφάνης το χρησιμοποιεί με τη σημασία της αποστροφής. Από πλευρά μυθολογίας, η Μίνθη, σημερινό βουνό στην Πελοπόννησο και κόρη του ποταμού των στεναγμών Κωκυτού, ούσα όμορφη την έκλεψε από εκείνα τα μέρη ο Άδης και μεταμορφώθηκε στο σημερινό ομώνυμο φυτό, δηλαδή τον δυόσμο ή τσάι του βουνού. Ο Στράβωνας, επίσης, μαρτυρά την ύπαρξη ναού του Άδη εκεί, αλλά και την ύπαρξη ποταμών στην περιοχή όπως του Αχέροντα και του Μυζήλα, από το ρήμα μύζω, που σημαίνει θρηνώ. Μ’ αυτές τις σκέψεις και τη -φαινομενικά- πεισιθάνατη διάθεση διαβάζω το βιβλίο και κατανοώ ότι ο Α.Κατσαρός δεν έχει αφήσει τίποτα στην τύχη.

Η ποιητική συλλογή, λοιπόν, αποτελείται από 3 ενότητες, αλλά η σύνθεσή του μοιάζει με ενιαία. Έτσι, η ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, με τίτλο «Ορχήστρες Αθηνών και πάσης Ελλάδος», αντιστοιχεί στην πρώτη μέρα και φαίνεται εξαρχής η πεισιθάνατη διάθεση από τον στίχο «Κάθοδος στον Άδη», ο οποίος μετριάζεται από τις ρηξικέλευθες παρουσίες των ζώων κατά την αυτοπαρουσίασή τους σε α΄ ενικό πρόσωπο. Απογειώνεται η αφήγηση και δημιουργούνται ζωντανές εικόνες. Πρόκειται για την τεχνική του ανθρωπομορφισμού, που τη συναντάμε στον Στρατή Μυριβήλη με «Τα ζα» του, στον Οδυσσέα Ελύτη με τα «Γατιά», στον Καβάφη με το έργο του «Σπίτι με κήπο κι 7 γάτες», φυσικά στον Αίσωπο, ακόμη και στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Γυάλινος Κόσμος». Πολλοί συγγραφείς, καταφεύγουν στην αναφορά τους σε ζώα, γιατί προσπαθώντας να διεισδύσουν στην ανθρώπινη ψυχή, αμφιβάλλουν αν το κέντρο του Σύμπαντος είναι ο άνθρωπος.  Παρόλα αυτά, όπως αναφέρει κι ο Τζον Μπέρτζερ, «Έως τον 19ο αιώνα ο ανθρωπομορφισμός ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της λογοτεχνίας. Ωστόσο, τους δύο τελευταίους αιώνες αυτό εκλείπει. Η απουσία του ανθρωπομορφισμού μας κάνει διπλά ανήσυχους». Αυτήν την ανησυχία, λοιπόν, την εξαφανίζει ο ποιητής, μέσα από το «πορτοκαλί σκυλί», το «χταποδάκι», τον «μικρό αχινό», την «καμηλοπάρδαλη», το «κανίς», τον «πύθωνα». Μέσα από ονειρική θεατρικότητα, αναπαραστατική γραφή και υπερρεαλισμό, κάνει το συνηθισμένο να μοιάζει ασυνήθιστο κι έτσι μας προβληματίζει για τη φύση του ανθρώπου.

Στη ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, που αντιστοιχεί στη 2η μέρα, συναντάμε στους τίτλους εμβληματικές ονομασίες : την «Κυρία Νταντά Σουρεάλ», και το «Ανθολόγιο του Αντρέ Μπρετόν». Η μνήμη μας ανατρέχει στον Ντανταϊσμό και στον σουρεαλισμό, ενώ η δεκαετία του 1970 με τον εκπρόσωπό της Τάσο Δενέγρη ως αποδέκτη, είναι κι αυτή εδώ. Το στοιχείο του θανάτου παίζει το παιχνίδι του κρυφτού. Με εξαιρετική ευλυγισία, ο ποιητής μας καθοδηγεί σε πλούσια γλωσσικά και εικονοπλαστικά μονοπάτια, με την πεισιθάνατη διάθεση όταν κι όπου το επιθυμεί. Κι εμείς, ακολουθούμε σαν υπνωτισμένοι απ’ τους απρόσμενους συνδυασμούς χρωμάτων, λέξεων, εικόνων, νοημάτων. Η διακειμενικότητά του έντονη κι εδώ, με στοιχεία θρησκευτικά, καθώς αναφέρει τη «φλεγόμενη βάτο» , με το στοιχείο της φωτιάς να συμβολίζει πάντα την πηγή ζωής και την ευλογία. Υφέρπουν, ακόμα, πολιτικά στοιχεία, όπως η φράση του «οι πολιτικοί είναι πάντα στα δεξιά», κάνοντας δηκτική επίθεση στη σοβαροφανή ποίηση. Δε θα μπορούσα, όμως, να παραλείψω στοιχεία κοινά με τον Τριστάν Τζαρά, μεγάλο ντανταϊστή, όπως τα σημεία σώματος που αναφέρονται σε ποιήματα και των 2, κάτι που στον Α.Κατσαρό μετριάζει την πεισιθάνατη διάθεση, αλλά και συγκεκριμένο λεξιλόγιο όπως το φέρετρο, για το οποίο γράφει ο Τζαρά «μηχανοποιείται ο χορός των φερέτρων». Ίσως επηρεάστηκε ή απλά συνέπεσε. Αλλά δεν κάνει τίποτα τυχαία. Εξ’ ου και οι 2 φωτογραφίες από τα ημερολόγια του Τζαρά, με τις οποίες κλείνει τη 2η και 3η ενότητά του. Σίγουρα, με έναν εσκεμμένο παραλογισμό, ο Α.Κατσαρός, αντιρρησίας και έτοιμος να ανασυνθέσει ποιητικά κάποιες από τις βασικές αρχές του ντανταϊσμού, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, διαχρονικό κι επίκαιρο ταυτόχρονα, θέτει όλους εμάς τους αναγνώστες στη θέση που έχουμε ξεχάσει από καιρό να είμαστε: στην ενεργητική συμμετοχή. Ίσως για αυτό κάποιοι θα πουν το βιβλίο του «δύσκολο». Γιατί ζούμε σε έναν κόσμο παθητικό. Ο Κατσαρός τολμάει να μας ξεβολέψει. Εμείς τί κάνουμε;

Η ΤΡΙΤΗ ΗΜΕΡΑ της ποίησης, συμπίπτει με την ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, η οποία γίνεται σε περιβάλλον που θυμίζει Ανάσταση και Δευτέρα Παρουσία. Η έμμεση θεωρία για μεταθανάτια ζωή συναντάται και στους Ορφικούς, το στοιχείο της φωτιάς στους Προσωκρατικούς φιλοσόφους και ο ποιητής πάλι μας ευαισθητοποιεί απρόσμενα, με την αναφορά του στη σύγχρονη προσφυγική τραγωδία στην Καλλονή της Λέσβου. Η ενότητα κλείνει με ένα «απόσπασμα από ραδιοφωνική εκπομπή του μέλλοντος», και μια ακόμα απρόσμενη αναφορά του, έρχεται να μας ξεσηκώσει από τη λεπτοφυή συγκίνηση που νιώσαμε. Είναι η αναφορά του στους ιθαγενείς Ινδιάνους «Λακότα Σιού», οι οποίοι αντιστάθηκαν στην αμερικανική επιδρομή κι έτσι σήμερα αριθμούν περί τους 150.000. Τα διδάγματα δικά σας. Τα επάλληλα διαχρονικά ρητορικά ερωτήματά του, είναι μια ύστατη προσπάθεια να μας κινητοποιήσει, με το κορυφαίο καταληκτικό «υπάρχει άνθρωπος μετά το τέλος του ανθρώπου»; 

Κλείνοντας το βιβλίο, η εικόνα που είχα για αυτό ήταν ένα μεγάλο παζλ. Το κάθε κομμάτι του ήταν σημαντικό, όπως ο ντανταϊσμός, ο σουρεαλισμός, ο υπερρεαλισμός, η φιλοσοφία, το θρησκευτικό και μυθολογικό στοιχείο. Απλές, πλούσιες, φανταστικές εικόνες. Συμβολικά ρήματα, αφηγηματικό, λυρικό, περιγραφικό στοιχείο ήταν κάποια ακόμα κομμάτια του παζλ. Άλλα, ήταν ο δυναμισμός, ο λανθάνων ερωτισμός, ο λόγος του με τη δηκτική διάθεση και τη γροθιά στο ασυνείδητο. Νιώθω σα να μας λέει ο Αχιλλέας έμμεσα «Ξυπνήστε!» αλλά «από επιλογή σας!» Όλα τα κομμάτια του παζλ, φέρουν το ενιαίο αποτέλεσμά του : ΤΗ ΖΩΗ!

Έτσι, όπως εκείνος διαλέχθηκε πλατωνικά με τόσες εμβληματικές μορφές, τόσα είδη λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, μυθολογικά, θρησκευτικά, έτσι κι εμείς ίσως μπορούμε ως ευχαριστώ για τη δική του προσφορά, να του απαντήσουμε σε ένα από τα ρητορικά του ερωτήματα «αν υπάρχει ποίηση μετά την ποίηση» κι «αν υπάρχει άνθρωπος μετά το τέλος του ανθρώπου», ότι «Ναι. Όσο η ποίηση καθηλώνει σώματα και διεγείρει πνεύματα όπως η δική σου, η ποίηση κι ο άνθρωπος θα είναι παντοτινά».



Σημείωση: 
H εισήγηση διαβάστηκε στις 18.12.2016 στο Mosart House στο Παλαιό Φάληρο κατά την 3η παρουσίαση του βιβλίου.
εκδ. Μανδραγόρας

 
Με την πρώτη ποιητική της συλλογή, Μυθογονία, από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα (άνοιξη 2015, σ. 40), η Κωνσταντίνα Κορρυβάντη μας καλεί, εμμέσως, να επικοινωνήσουμε με την προσπάθειά της για την παραγωγή μύθου ή μύθων.
Στη σελίδα εννέα της συλλογής έχουν τυπωθεί δύο δείκτες, στους οποίους θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ: «I would like to call myself “the girl who wanted to be God”» της Sylvia Plath, και «Some metamorphosis that Ovid missed» της Αlicia Εlsbeth Stallings. Εκ προοιμίου λοιπόν, με τα δύο αυτά μότο, μας δίνεται το στίγμα μιας πορείας στο ενδιαμέσο πνευματικό πεδίο, εκεί όπου συναντιούνται τα συναισθήματα και οι πράξεις θεών, ανθρώπων και υπερανθρώπων. Διασαφηνίζεται ολοένα, καθώς προχωρά η ανάγνωση, ότι ενώ προφανώς πρόκειται για το εγχείρημα μιας προσωπικής ποιητικής μυθοπλασίας, η θεματική που επιλέγεται από την αρχή έως το τέλος του βιβλίου περιλαμβάνει ένα συλλογικό μέρος από τη μεριά των αρχαίων μύθων που μας έχουν παραδοθεί. Εκ της κατασκευής λοιπόν του ποιητικού υλικού, δικαιούμαστε να αναφερόμαστε σε διαδικασίες ζύμωσης, αφομοίωσης, σύνθεσης και ανασκευής από τα προϊόντα της συλλογικής συνείδησης, που συνιστούν τους μύθους και τις παραλλαγές τους, στη μοναδική ερμηνεία μιας ποιήτριας, την ποιητική αλήθεια της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη.
Άλλη παράμετρος στην οποία χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να δώσουμε σημασία είναι πως είκοσι τέσσερα ονόματα γυναικών δίνουν τους τίτλους ισάριθμων ποιημάτων, ενώ το τελευταίο, 25ο, παίρνει το μοναδικό, ως τίτλο, ανδρικό όνομα, «Τρίτων» –όπου και πάλι ο θηλυκός παράγοντας παραμένει αδιαμφισβήτητος, αφού γίνεται φανερό πως είναι μόνο το ποιητικό υποκείμενο που απευθύνεται προς το άρρεν. Ποιες είναι αυτές οι γυναίκες; Θεές, μείζονες και ελάσσονες, κόρες θεών και θνητών με χαρακτηριστικές ικανότητες κι ιδιότητες, θνητές με παροιμιώδη γνωρίσματα, γυναίκες που οι μύθοι τους διαδόθηκαν κι άντεξαν χιλιάδες χρόνια. Απλά διαβάζοντας τα «Περιεχόμενα» του μικρού τόμου μπορούμε να κατανοήσουμε το παράδειγμα: Αράχνη, Αλκμήνη, Σεμέλη, Λητώ, Λήδα, Ήρα και άλλες, τόσες άλλες. Ας σημειωθεί εδώ η επιμορφωτική δύναμη της καλής ποίησης: ο αναγνώστης μπορεί να ενδιαφερθεί να διαβάσει περισσότερα για τους συγκεκριμένους μύθους.
Είναι άραγε τυχαίο που η συλλογή αρχίζει με την «Αράχνη»; Μια θνητή που με τα τεχνουργήματά της προκάλεσε τη δημιουργική δύναμη των θεών; Η ποίηση περιλαμβάνει ασέβεια και τόλμη απέναντι στην τάξη του κόσμου; Περαιτέρω, στο εν λόγω ποίημα τίθεται συγκριτικά και η σχέση των αρχαίων μύθων με τον χριστιανισμό. Επί τούτου, μάλιστα, σχολιάζοντας πάνω στο θέμα του ποιήματος «Άλκηστις» με ενδιαφέρει περισσότερο ένα μέρος με το οποίο δεν καταπιάνεται η Κορρυβάντη (προτείνω λοιπόν εμμέσως στην ποιήτρια μια «Άλκηστις ΙΙ»), η επαναφορά, δηλαδή, στη ζωή μιας θνητής. Αυτό το μέρος του μύθου, που διδάχτηκε σε τραγωδίες του Ευριπίδη και του Φρυνίχου, μοιάζει να ενοφθαλμίζεται ακριβώς στον πυρήνα της χριστιανικής πίστης, όπως καταγράφηκε στην ελληνική γλώσσα, από τον Γρηγόριο Νύσσης: Χριστιανοσύνη σημαίνει πίστη στην ανάσταση. Κατά μία εκδοχή για την επιστροφή της Αλκηστίδος στη ζωή εμπλέκονται οι θεές Δήμητρα και Περσεφόνη, δεδομένο που μας οδηγεί στη βαθύτερη προέλευση ορισμένων αρχετυπικών μύθων από την περίοδο της μητριαρχίας –κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω αφορά και στη δική μου ανάγνωση της Μυθογονίας.
Γιατί όμως να δημιουργηθούν μύθοι τόσο όμορφοι όσο οι γυναίκες που αναφέρονται, αλλά και τόσο διαχρονικοί ώστε να δίνουν το έναυσμα σε ποιήτριες και ποιητές να ερμηνεύουν τα μέρη των επιμυθίων που υπόκεινται σε αλλαγές από εποχή σε εποχή; Ίσως επειδή ο συλλογικός νους των αρχαίων επιθυμούσε κι αυτός να ερμηνεύσει με παραδείγματα την ανθρώπινη συμπεριφορά. Το παράδειγμα διδάσκει, ακόμη κι αν χρειαστεί να παρακινηθούν οι υπερφυσικές δυνάμεις θεών και ημίθεων. Γενικότερα, πόσες και πόσες ισχυρές αντιλήψεις δεν εδράζονται στη θρησκευτική μυθολογία;
  Θα έλεγα πως ο κοινός νους διαχειρίστηκε τις ελλείψεις στην παραδομένη γνώση κι εμπειρία καλλιεργώντας μια υποκειμενική δημιουργία που ενσωμάτωνε την εκάστοτε συλλογική επιθυμία. Προσπάθησε δηλαδή να φτάσει σε μια χρήσιμη και ωραία για την πραγματικότητά του «αλήθεια» , μια «αλήθεια» επομένως ως ερμηνεία της έλλειψης, η οποία ερμηνεία της έλλειψης -ως αναπαράσταση μιας δραστηριότητας που δεν έχει ακόμα συμβεί- μας παραπέμπει στο εγγενές, ποιητικό μέρος του πυρήνα ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Πώς αφομοίωσε τούτες τις ιδέες η Κωνσταντίνα Κορρυβάντη και ποιο είναι το όργανο μέσω του οποίου μετέφερε τη δική της φωνή στους νέους «μύθους» με τα παλαιά ονόματα; Αναμφίβολα, σύμφωνα με το δικό μου βλέμμα, το φίλτρο του φύλου, ο φακός τής ανθρώπου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής μιας τέτοιας ποιητικής μυθολογίας. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ποίημα «Αφροδίτη»: «Τόσο κοντά ο ένας στον άλλον / που δεν υπάρχει πόλεμος χωρίς φωτιά.// Ανησυχείς αλλά / για να σας δουν μαζί θα πρέπει να είστε.// Πώς να βρεθείτε / πιασμένοι στο χρυσό δίχτυ του Ηφαίστου// όταν για σένα ετοιμάζουν περίτεχνο κλουβί;». Το χρυσό δίχτυ της αποκάλυψης, που προϋποθέτει όμως για το «παράνομο» ζευγάρι πραγματική ηδονή, αντιπαραβάλλεται με μια νεγκατίφ εκδοχή: το περίτεχνο κλουβί του συρμού, το επίκαιρο καλούπι της ομορφιάς, την ψεύτικη ηδονή της ματαιοδοξίας. Κατά αντίστοιχο τρόπο, στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, η Κορρυβάντη μετουσιώνει ποιητικά ένα μυθικό σκηνικό για να προβάλλει τις θέσεις, τους ρόλους, τις συμπεριφορές και τις επιθυμίες των γυναικών στη διαμορφωμένη πραγματικότητα. Μαζί με την ειδοποιό διαφορά της συλλογικής παραγωγής των παλαιών ή πρωταρχικών μύθων, μια άλλη διαφορά ως προς τη σύγχρονη προσωπική δημιουργία αποτελεί το στοιχείο της απώλειας, το οποίο εμπλουτίζει την ερμηνεία της έλλειψης που προαναφέρθηκε (δείτε για παράδειγμα το ποίημα «Ιώ»). Καταρχάς, μάλλον, αποζητούμε και καλλιτεχνούμε κι έπειτα, του ταλέντου επιτρέποντος, αναζητούμε.
Αν ο αναγνώστης θέλει να υποψιαστεί, θα διακρίνει, μέσα από τη μουσική γραμμή των στίχων, τον απόηχο –ας μη μασάμε τα λόγια μας– της πολλαπλής καταπίεσης της γυναίκας στους καθιερωμένους κοινωνικούς ρόλους, στα φυλετικά είδωλα, στο σπίτι, στην εργασία, στις ανθρώπινες σχέσεις. Κι αφού καθ’ όλη τη συλλογή αξιοποιείται τούτο το φίλτρο του φύλου, γιατί επιλέγεται ο δείκτης της Plath που μιλά για έναν θεό (God) και όχι για μια θεά (Godess); Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η Plath ήταν ενήμερη, αλλά η δική μου ερμηνεία για τη χρήση του μότο από την Κορρυβάντη επιλέγει να φωτίσει τον πρωταρχικό θεό, τον πατέρα όλων των υπόλοιπων και του κόσμου, τον Φάνη. Πρόκειται για το αίτημα μιας ανατροπής επί του φυλετικού πνεύματος των παραδομένων μύθων και δοξασιών από τη ρίζα του. Ομολογουμένως, η μητριαρχία υπήρξε το πρώτο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης της προϊστορικής περιόδου (έως το 2500 π.Χ.). Δικαίως, φαίνεται πιο φυσικό μια θεά, η Φανώ, με το φως της να δίνει ζωή στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων. Μακάρι να μη χαριτολογούσα κάνοντας την παρακάτω αναγωγή, μα αν το παράδειγμα της μητριαρχίας περνούσε στην ιστορική περίοδο, με τη δεδομένη ανάπτυξη της τεχνικής, ίσως τότε η κοινωνία μας να μην ήταν ζούγκλα, αλλά ένα εργαστήριο τρυφερότητας.


1η Δημοσίευση έντυπη θράκα, τεύχος 7











« H ιστορία της  χαρουπιάς » 

                                                               Στον  Γιάννη Ε. Δαμουλή

Ο Ερμής με τα σιδερένια φτερά του,
έμπηξε βιαστικά το κηρύκειο του στην Ολυμπία.
Έπειτα πέταξε για την Κνωσό.
Δε βρήκε τον Μίνωα εκεί.
Συνέχισε για Ζάκρο και Μάλια.
Έδωσε στον Πάτρικ το δίσκο της Φαιστού,
για παράσημο ανδρείας.
Πέταξε στα μούτρα του Γιάννη χαρούπια,
να κορέσει την πείνα του.
Βγήκε αναμνηστική φωτογραφία με τον Μανώλη,
πεσμένο μπρούμυτα στις ελιές.
Μάρτυρας σε όλα,
ο ουρανός και η γαλάζια θάλασσα!

                                                Χαλάνδρι,    20 Μαίου 2018                     


«Συλλέκτης Ύβρεων»


Στον Γιάννη Ε.Δαμουλή,

Μαχαίρι σφηνωμένο στη χαρουπιά.
Κάλυκες στους λόφους.
Πηλίκιο στο κλαδί.
Τρύπες από σφαίρες στις ελιές.
Χειροβομβίδες στον κάμπο.
Καμπάνες κομμένες από βόμβα.
Κουτί με τρία Αγγλικά πούρα.
Άδειο μπουκάλι Σκωτσέζικου ουίσκι.
Γραμματόσημα από την Μελβούρνη.
Άσπρες μπότες στα ρυάκια.
Ένα εξώφυλλο βιβλίου: «Ακυβέρνητες πολιτείες».
Δίχτυα για ελιές ή παγίδες για ανθρώπους ;
Ο Γιάννης με τα χέρια πίσω από το κεφάλι.
Ένας σκισμένος χάρτης: CRETA
Μια ημερομηνία: 20 Μαίου 1941.



Αθήνα 16 Μαίου 2018




Μια φορά κι έναν καιρό…


Μια φορά κι έναν καιρό
Ήταν ο τρόπος να λέμε παραμύθια στα παιδιά
Δίχως να βάζουνε τα κλάματα.
Ξυπόλυτος και άπλυτος
Μα ήταν ντελικάτης, μπεσαλής.
Ενίοτε γυρνούσε με τον λύκο μες στο δάσος
Κάθε φορά παίζανε ‘θα με φας δεν θα με φας’
Και ολοένα ξέφευγε απ’ τα κοφτερά του σχέδια.
Ύστερα χάλασε το παραμύθι, ξεχείλωσε
Ο λύκος εγέρασε, μαζί κι ο τρόπος μας
Να λέμε παραμύθια στα παιδιά.
Μόνο η ανέμη ξέμεινε αχάλαστη στο χρόνο
πνιγμένη στα ξερόχορτα της ανάγκης
κλώτσους να της δίνουμε να γυρίζει
κι όποιον πάρει ο Χάρος.



Ο θρύλος

Θρυλείται πως η άλωση της ιστορίας
όπως την ξέρουμε
ξεκίνησε από μνήμη του Μωάμεθ παιδική
που γνώριζε από κερκόπορτες
κι άλλες γνωστές δεύτερες αναγνώσεις

Κι από τότε σφραγισμένη μνήμη

Μα στην Πόλη δεν κατέφθασε ποτέ
Κι ας είχε ισχυρά διαπιστευτήρια

Δεν έριξε καμία μπάλα το κανόνι της
Ποτέ δεν ήχησε εκσφενδόνιση
Παραδόθηκε εν ειρήνη το δικαίωμα της μνήμης
Στης έρευνας τα όμματα τα ασεβή.

Να γιατί
πίσω από κάθε αληθινή ιστορία
Κρύβεται σαν το σκουλήκι
Ένας τρόπος βλάσφημος
Να την αφηγηθείς.



Στον φυσικό κόσμο δεν υπάρχει τελεολογία. Δεν υπάρχει σκοπός και για τούτο δεν υπάρχει πράξη. Ένα δέντρο που ρίχνει τα φύλλα του, ένα ζώο που τρώει ή μεταναστεύει για να αναπαραχθεί δεν πράττει. Λειτουργεί αιτιοκρατικά. Τα πάντα στην Φύση κινούνται ως φαινόμενα στην βάση της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος. Ακόμα και αν δεχθούμε τις θεωρίες περί αισθημάτων όλων των έμβιων όντων, κανένα δεν αυτενεργεί και δεν δρα με κάποιο αυτοεπιβαλλόμενο σκοπό. Ακόμα και αν ένα φυτό μαραίνεται δεχόμενο βρισιές, ακόμα κι αν η σύσταση του νερού αλλοιώνεται αν το προσβάλλεις, ακόμα κι αν ένας σκύλος επιτεθεί δίχως προφανή λόγο, οι ενέργειες  όλων των όντων αποτελούν ενστικτώδη απάντηση σε κάποιο ερέθισμα. Όλων πλην του Ανθρώπου.
Για τον άνθρωπο η συνειδητοποίηση και η επίγνωση της θνητότητάς του, θα έλεγε κανείς πως λειτουργεί ως ο καταλύτης προκειμένου να πάρει εμπρός η μηχανή του "τέλους": του σκοπού σε μια πεπερασμένη υλική ύπαρξη. Ο άνθρωπος έτσι βρίσκεται διαρκώς  σε μια προσπάθεια να αναλύσει τον εαυτό του, να τον αποδομήσει και τον επανασυνθέσει φαντασιακά σε νέες βάσεις. Διαδικασία νοηματοδότησης μιας Ζωής, της οποίας τα ίχνη θα τα βρουν οι αγέννητοι. Ο Λόγος και η Φαντασία, ακόμα κι αν αποτελούν αποτέλεσμα της μακραίωνης διαμόρφωσης εγκεφαλικών νευρώνων, στις ποικίλες εφαρμογές τους καθιστούν τον άνθρωπο διαμορφωτή καταστάσεων, φορέα πρωτοβουλιών και δημιουργό ουτοπιών ή δυστοπιών. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος είναι η μόνη ζωική ύπαρξη που οι δράσεις της μπορούν να σπάνε τα καλούπια της αιτιοκρατίας και να γίνουν πράξεις με σκοπό και νόημα. Είναι το μόνο έμβιο ον που πέραν της πραγματικότητας, όπως αυτή προκύπτει από το βιολογικό και αιτιοκρατούμενο φαινόμενο της ζωής, μπορεί να δημιουργεί Ζωή με βάση την οραματική του πρωτοβουλία. Ζωή άυλη, φτιαγμένη από ιδέες και αγωνίες για ένα καλύτερο και δικαιότερο μέλλον, που ζητά να γίνει πραγματικότητα.
Δυστυχώς νιώθω το ακόλουθο δίπολο: από την μία υπάρχει ο άνθρωπος που έχει αλωθεί από την εξουσία, κι από την άλλη υπάρχει ο ανυπόταχτος άνθρωπος. Ο πρώτος, αν και τελεολογικό ον, δρα αιτιοκρατικά, με ευνουχισμένη ή αλλοτριωμένη την όποια προδιάθεση προς την ελευθερία. Άγεται και φέρεται ως άβουλος κρίκος σε μια αλυσίδα ολέθριας αιτιοκρατίας η οποία έχει στηθεί για να υπηρετεί κοντόφθαλμους σκοπούς τους οποίους θέτουν ένστικτα και φανατισμοί. Αυτήν καλώ Πραγματικότητα. Από την άλλη ο ανυπόταχτος άνθρωπος, φορέας πρωτοβουλιών, δημιουργός ασυνεχειών, διαρρηγνύει τα εντέχνως στημένα γαϊτανάκια των γεγονότων και εκπυρσοκροτεί νέες εξελίξεις υπηρετώντας σκοπούς άχρονους, και ακατάλυτους, σύμφυτους με τον Άνθρωπο ως πνευματική και όχι ενστικτώδη ύπαρξη. Αυτό καλώ Ζωή.
Γάζα 2018. Ένοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες υπακούοντας με φυσική νομοτέλεια εντολές ανωτέρων τους -πλησίασες την απαγορευμένη ζώνη; πυρ!- πεπεισμένοι πολλοί εξ' αυτών για το "δίκαιο' και "ηθικό" της εντολής, σκοτώνουν δεκάδες άμαχους παλαιστίνιους που επιτελούν το ανθρώπινο: υπερβαίνουν τις νομοτέλειες της βιολογικής τους ύπαρξης, του φόβου και του κινδύνου, της απόγνωσης και της περιθωριοποίησης και κινούν  προς τα σπίτια από όπου εκδιώχθησαν παράνομα, σε μια μεγάλη ειρηνική πορεία που συμβολίζει την σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση έννοια του Δικαίου και της Ελευθερίας. Δυο λέξεις που στις μηχανοποιημένες συνειδήσεις των πολλών ακούγονται τουλάχιστον αμήχανα. Με αυτές τις λέξεις σαν ανάσα και κραυγή τα νέα θύματα ενός ατέλειωτου και συνεχούς ολοκαυτώματος δεν σταματούν. Εφορμούν προς τα "έλλογα" συρματοπλέγματα, τα  "νόμιμα" τείχη, τα αιτιοκρατικώς δρώντα οπλοπολυβόλα, σε μιαν άλογη, παράνομη, τελολογική ΠΡΑΞΗ! Ιδού λοιπόν! Από την μια η Ζωή σε όλο της το μεγαλείο -όταν αψηφά τον θάνατο κόντρα σε όλους τους αιτιοκρατικούς μηχανισμούς της Φύσης- και από την άλλη η Πραγματικότητα σε όλο της τον ολοκληρωτισμό -όταν λειτουργεί αιτιοκρατικά για να εξυπηρετήσει ένστικτα, συντήρηση, επιβολή. Από την μια το όραμα, η ουτοπία, το πάθος, η αντιηρωική σφεντόνα ενός Δαυίδ,  κι από την άλλη η άτεγκτη, φοβική και ολοκληρωτική επιβολή ενός Γολιάθ. Απο την μια η Ζωή κι από την άλλη η Πραγματικότητα. Ανάμεσά τους... ιδού ο Άνθρωπος!
ΥΓ. Άνθρωπος: Δηλαδή Fadi Abuh Saleh. Θα μείνει για πάντα συνώνυμο του θριάμβου της Ζωής πάνω στην Πραγματικότητα του θανάτου. Με την προϋπόθεση να καθοδηγεί ως σύμβολο την σκέψη και τις πράξεις μας. Αν  μπορούμε ακόμα να ανατριχιάζουμε με μια στάση και ένα σκοπό Ζωής  σαν αυτά που είχε όσο ζούσε βιολογικά ο Fadi Abuh Saleh.




Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

Ω ιερή αναρχία
που βάζεις σε πρωτοκαθεδρία
πόρνες και τελώνες και κάθε λογής
ταπεινωμένο και φτωχό.
κι αυτοί που νιώθουν φρόνιμοι και ευλαβείς
δεν έχουν θέση πια κοντά σου
είναι πιο κάτω κι απ τους λεπρούς, τους πεθαμένους
που αναστήθηκαν και γλύκανε η καρδιά τους .

Ω ιερή αναρχία
συναντηθήκαμε στα μέρη των φτωχών,
στα σκοτεινά σοκάκια
στις ζωντανές αγίες τράπεζες
που είναι πιο βαρύτιμες
κι από τον ναό που ήρθα να προσκυνήσω

Ω ιερή αναρχία
που η φιλανθρωπία σου πολύτιμη
κι απ το χρυσό όλου του κόσμου
σκοπό σου η ανελέητη εκμετάλλευση
να τσακιστεί από τη ρίζα
να εκβληθούν οι χρόνιοι «ευεργέτες» μας
που όπιο κάνανε την πίστη


Ω ιερή αναρχία
στερέωσε τα μέλη μας
στο θάρρος της αγάπης
που δεν τρομάζει από απειλές και θάνατο
που δεν υπολογίζει τα χτυπήματα
που δεν αντέχει την υποκρισία

Ω ιερή αναρχία
δώσε μαστίγιο στο λόγο μας
να δικαιώνουμε άλλους όχι ομοίους
αντί να λέμε για φτωχούς
την εκκλησία μας να σύρουμε στη φτώχια
τα αυτοκίνητα, τα σπίτια μας και τα άμφια
εμπυρισμός στο έργο της αγάπης

Ω ιερή αναρχία
όλοι μαζεύουν σπίτια και αγρούς
και τόπο πια δεν έχει ο ταπεινός
και τη μπουκιά στερήθηκε και σύρθηκε στη βία
σαπίζει ο πλούσιος και θάνατο μυρίζει
ήρθε ο καιρός να κλάψει γοερά
γιατί με τη ζωή του
καταδίκασε κάθε αθώο



Ω ιερή αναρχία
δεν τους ζητάμε να θρέψουν τους φτωχούς
μονάχα να μας πουν γιατί πληθαίνουν





ΔΙΑΦΑΝΗ

Η βρύση της κουζίνας έσταζε κι ο ήχος εισχωρούσε στο δωμάτιο, τύμπανο που συνόδευε τα βήματά της προς την αγχόνη. Τριγύρω το πλήθος ούρλιαζε σε έκσταση επιδοκιμάζοντας την καταδίκη. Tους κοίταξε έναν-έναν, ήταν όλοι παρόντες. Εκείνος, ο τελευταίος εξ αυτών, στεκόταν στο ικρίωμα και τη περίμενε, φορούσε κουκούλα, από τα μάτια τον αναγνώρισε, αυτά τα μάτια του τα διάφανα, τα θρασύδειλα. «Στην κρεμάλα» ακούστηκε η φωνή του συμμαθητή της που την είχε πρωτοφιλήσει στο δημοτικό, «πάρε κι αυτό» της φώναξε εκείνος ο ρομαντικός και συνεσταλμένος φοιτητής, που την είχε αφήσει να κοιμηθεί μόνη μετά την πρώτη της φορά, και της πέταξε στο πρόσωπο μια μαργαρίτα χωρίς πέταλα.
Η βρύση έσταζε. Αν μπορούσε να σηκωθεί από αυτή τη βαριά πολυθρόνα θα πήγαινε στην κουζίνα, θα έπαιρνε ένα μαχαίρι, θα χάραζε τη φλέβα της κι ύστερα θα έφερνε την ανοιχτή σάρκα κάτω από τη βρύση, να στάξει το νερό, να μπερδευτεί με το αίμα της, να αραιώσει η μνήμη. Αν χτυπούσε το τηλέφωνο ή το κουδούνι, τότε σίγουρα θα σηκωνόταν από αυτή τη βαριά πολυθρόνα. Ίσως και όχι. Αν ήταν εκείνος, τι να του πει. Ας ήταν εκείνος και κάτι θα έβρισκε. Όχι όμως το κουδούνι, δεν θέλει να αντιμετωπίσει αυτά τα διάφανα μάτια του, προτιμά το τηλέφωνο.
Η βρύση δεν ακούγεται καθαρά, μπερδεύεται ο ήχος με αυτόν στα μηνίγγια της. Στα χέρια της κρατά ένα φακό και τον αναβοσβήνει, δε θυμάται πόσες ώρες. Ρίχνει τη φωτεινή δέσμη στον απέναντι τοίχο, πάνω στη θαλασσογραφία με το καράβι, ο φωτεινός κύκλος μοιάζει με προβολή ταινίας, από εκείνες τις οικογενειακές με χαρούμενες στιγμές γενεθλίων και διακοπών, που ο σκύλος προσπαθεί να φάει την κάμερα και όλοι χαμογελούν ανέμελα, τους βλέπει να τρέχουν πάνω στο τσακισμένο καράβι, ο σκύλος κολυμπά στα κύματα, ο συμμαθητής της, κι εκείνος ο ρομαντικός, κι άλλοι που τη πόνεσαν πολύ, προβάλλονται έξω απ’ τον πίνακα στον γυμνό τοίχο, εκείνος φοράει κουκούλα. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα μάτια του.
Οι σταγόνες χτυπούν ανάλγητα στο μεταλλικό σκεύος. Θα του έχουν προκαλέσει μια μικρή πληγή κι όταν αργότερα το πλύνει θα πονέσει πολύ. Θα το πλύνει με προσοχή, τρυφερά, και θα το σκουπίσει με μια απαλή πετσέτα. Η μπαταρία του φακού τελείωσε. Όταν σηκωθεί από αυτή την πολυθρόνα θα πεταχτεί μέχρι το περίπτερο να πάρει μπαταρίες και τσιγάρα. Η ίδια δεν καπνίζει. Θα πάρει τη μάρκα του και θα τα αφήσει στο τραπεζάκι. Λατρεύει να βλέπει τον καπνό να μουτζουρώνει τα διάφανα μάτια του.
Η βρύση στάζει. Δεν αντέχει άλλο σ’ αυτή την πολυθρόνα. Το τηλέφωνο δεν χτυπά, ούτε το κουδούνι. Η μπαταρία του φακού τελείωσε. Ο σκύλος πνίγηκε και το καράβι βυθίστηκε αύτανδρο. Ο περιπτεράς τής θυμίζει τον συμμαθητή της. Το μεταλλικό σκεύος γλύφει την πληγή του.
Σηκώθηκε. Πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι. Χάραξε βαθιά την επιδερμίδα ενός κατακόκκινου μήλου και έκλεισε τη βρύση.


1η δημοσίευση περιοδικό θράκα, τεύχος 7


Λουίζα Πέτερσον στην Πανόρμου  

Γνώρισα ένα κορίτσι εχθές, την Λουίζα Πέτερσον έκλαιγε εχθές το βράδυ και μου είπε:

"Από εσένα είναι κρυμμένο κάθε βράδυ  
  για εσένα που είναι δικό μου και χάνεται κάθε πρωί"

Δεν καταλαβαίνω της λέω και συνεχίζει: 

για εσένα - για όλες τις βόλτες που δεν πήγαμε μαζί
για όλα αυτά τα ευγενή δέντρα
τα τυρκουάζ φυλλώματα
που δεν κοιτάξαμε μαζί
όλες αυτές οι βόλτες όλα αυτά τα πρωινά που ήθελα πάντα να είμαστε μαζί
και τελικά νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
ήθελα μαζί να κοιτάμε αυτά τα σύννεφα απόψε.
Δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα ερωτικής απογοήτευσης
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα για όλη αυτή τη 
λύπη που εξαπλώνεται μέσα μου σαν καρκίνος
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα με τίτλο Δράμα ή Πόνος
δεν θέλω να γράψω ένα ποίημα επειδή οι ρόγες μου άρχισαν να οικτίρουν το χάδι σου.
Ρε, υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι που είναι μόνοι τους
υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι εξηντάρηδες με σφιγμένες τις γροθιές τους 
που περπατάνε μέσα σε πεζόδρομους στην Αθήνα
από αυτούς τους γνωστούς πεζόδρομους που είναι γκρι και πορτοκαλί
και είναι σταθμευμένα πολλά μηχανάκια δίτροχα
από αυτούς τους πεζόδρομους που κρέμονται τα air-condition 
στους εξωτερικούς τοίχους των ισογείων
αυτά τα ισόγεια στην Αττική, ξέρεις
αυτά τα ισόγεια που είναι δίπλα στα μπλε προποτζίδικα
και δίπλα στα μεσιτικά γραφεία
δίπλα στις κομμώσεις -  τις γνωστές κομμώσεις
Βούλα, Βάσω, Νίκος, Billy
και απέναντι είναι η εθνική τράπεζα
την έχουν σφραγίσει πλέον τόσο καλά
και έχει χρονοκαθυστέρηση το χρηματοκιβώτιο
έξω από την εθνική τράπεζα περιμένουν
Σύριοι, Έλληνες, Αφγανοί, Νιγεριανοί
δεν ξέρω τι κρατάνε στο χέρι τους
ένα ορθογώνιο με κίτρινο χρώμα
πλαστικό χρήμα - δεν θέλω τίποτα
προσπαθώ να βρω ένα καφενείο να πιω ένα ελληνικό καφέ με 30 λεπτά
ναι 30 λεπτά διαθέτω
ξέρεις από αυτά τα καφενεία που παλιά πούλαγαν καραμέλες με 2 δραχμές 
και τσίχλες με 2 δραχμές 
όχι δεν νοσταλγώ ηλίθιε καμία δραχμή, καμία αγγλική λίρα, καμία ουγγιά, καμία λίβρα, καμία μονάδα μέτρησης βάρους ή μάζας
αλλά θέλω αυτά τα καφενεία που ήτανε δίπλα από κάτι μικρά μπακάλικα
μπορούσαν όλοι να πιούνε ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού, μια μαστίχα
ξέρεις από αυτά τα μουσκεμένα απογεύματα στην Αττική
από αυτά τα σταυροδρόμια που αλλάζουν χρώματα συνέχεια
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο 
αυτά τα πορτοκαλί λεωφορεία
κτελ νομός αττικής 
στεναχωριέμαι όταν τα βλέπω
θυμάμαι τη Σαρωνίδα και την Ανάβυσσο και εκείνη τη μικρή παραλία 
που είχαμε πάει οι δύο μας όταν σε είχα πρωτογνωρίσει
στενοχωριέμαι
ένα ξανθό κορίτσι προχωράει μπροστά μου
φοράει μικρά κόκκινα γυαλιστερά μποτάκια περπατάει γρήγορα 
βιάζεται και αυτό
προχωράει μπροστά από το σινεμά
το σινεμά στην παλιά γειτονιά μου, 
τώρα έχει κλείσει 
δεν παίζει ταινίες πια 
θα ήθελα πολύ να καταλαμβάναμε αυτό το σινεμά και να παίζαμε ταινίες κανονικά
9 με 11, όχι δεν θέλω ξενύχτι, ούτε μεγάλες εκδηλώσεις που να κρατάνε μέχρι το ξημέρωμα 
9 με 11 δεν πειράζει
ας λειτουργούσε το σινεμά όπως λειτουργούσε παλιά αλλά
να το είχαμε εμείς και να διαλέγαμε εμείς τις ταινίες.
Φτάνω στο σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα δημόσιο κτήριο
οι ράγες λέει των ελληνικών τρένων δεν πουλήθηκαν - πουλήθηκαν μόνο τα βαγόνια 
ο αέρας είναι πολύ πηχτός σήμερα
και αυτή η ηχορύπανση 
επιδιορθώσεις ρούχων 6951478845
ξέρεις
τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε πάλι να ράβουμε τα ρούχα μας όπως παλιά 
δεν χρειάζεται κάποιο καινούργιο μπουφάν ή κάποιο καινούργιο παντελόνι
επιτέλους
μπορούμε να φτιάξουμε κάτι από την αρχή δεν χρειάζεται 
να το πετάξουμε για πάντα ή να πάρουμε καινούργιο.
Υπάρχουν ακόμα πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι από εμάς 
από τη χώρα μας και από άλλες χώρες και σε άλλες χώρες - 
κάθε άνθρωπος κρύβει τη δική του δυστυχία, τη δική του χαρμολύπη
χρώματα και χρωμοσυνθέσεις
θα ήθελα να αγοράσω πολλά εργαλεία, θα ήθελα να φτιάξω την ταράτσα μου 
τον κήπο, την βεράντα που δεν έχω να τη γεμίσω με γλάστρες, 
να βάψω τους τοίχους του σπιτιού μου 
θα ήθελα
αυτά τα πολωνέζικα μπακάλικα που είναι μονάχα ράφια και φτηνά αλλαντικά
έχει έρθει το Πάσχα και ακόμα κρέμονται τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια 
στη ταμειακή μηχανή 
αυτό το πολωνέζικο μπακάλικο με τα μπαγιάτικα σαλάμια και τα ξινισμένα τυριά 
δεν ξέρω
αλλά δεν μου αρέσουν καθόλου τα βαλκάνια, ούτε η Ευρώπη 
δεν ξέρω
μου αρέσει μόνο εκεί που έζησα όταν ήμουνα παιδί
πριν μεγαλώσω 
πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι αν δεν θέλαμε τίποτα, 
αν δεν θέλουμε να αγοράσουμε τίποτα 
να είμαστε ικανοποιημένοι με τα λίγα αυτά που φοράμε 
με τα λίγα αυτά που έχουμε
τότε δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι;
Δεν ξέρω
πάντως όσο μεγαλώνει μια γυναίκα
καταλαβαίνει πως οι άντρες μπορεί να τη βιάσουν εύκολα
ακόμα και αν αυτή το θέλει
ξέρεις όταν αποχαιρετιζόμαστε και είναι να σε δω σε 1 - 2 ώρες 
στενοχωριέμαι
και μετά κλαίω στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Δεν θέλω να μπαίνεις μέσα σε ένα λεωφορείο να μου φωνάζεις  «έλα» να μην 
προλαβαίνω να ανέβω και εσύ απλά να με κοιτάζεις 
εκείνα τα μάτια σου, τα μικρά μάτια σου
όταν τα βλέπω για τελευταία στιγμή 
πόσο με στεναχωρούν
στενοχωριέμαι όταν κοιτάζω τα μάτια σου
γιατί δεν θέλω να υπάρξει αυτή η τελευταία φορά
που να κοιτάξω τα μάτια σου
σε αγαπώ τόσο πολύ
πως είναι δυνατόν αυτή η ζωή να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν ο έρωτας να είναι πόνος 
μα πως είναι δυνατόν να σε αγαπώ και να πονάω
δεν ξέρω
δεν ξέρω
είναι χειμώνας και το ηλιοβασίλεμα ήρθε πιο νωρίς
θέλω να είναι γιορτές κάθε μέρα
όταν τελειώνουν οι γιορτές με πιάνει  φρίκη 
γιορτάσαμε τελειώσαμε
επιστροφή στη κανονικότητα
τυπολατρεία, ορθοδοξία, κομφορμισμός, ευπρέπεια
και δεν θέλω να μεθύσω -  δεν με νοιάζει 
θέλω να είμαστε απλά όλοι μαζί και να παίζουμε
να μην χρειάζεται να ξυπνήσουμε νωρίς 
να μην χρειάζεται να κάνουμε οτιδήποτε για να βγάλουμε χρήματα σήμερα.
Έλα όμως και εσύ μια φορά
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα και να με ακούσεις
να σε ακούσω 
ίσως μιλάω πολύ για τον εαυτό μου
σου λέω πάλι τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες
όταν ήμουν μικρή που μου άρεσε να παίζω εφτάπετρο
σου λέω συνέχεια τις ιστορίες που με έκαναν και ξεχώριζα από τα άλλα παιδιά 
μπορούμε όμως να μείνουμε σιωπηλοί
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα
δεν ξέρω 
εκεί κοντά στο ακρωτήρι 
δεν ξέρω έτσι δεν το λένε;
Eκεί που κρύβεται ο ναός της Αφροδίτης, εσύ μου το έχεις πει
εκεί θέλω να πάμε.
Έλα και εσύ να με πάρεις μια βόλτα μαζί 
να μη σκεφτόμαστε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτή τη βόλτα.
Να ντυθώ και εσύ να με περιμένεις κάπου και να έρθω
δεν μου λείπει που δεν είμαι ερωτευμένη όπως όταν σε πρωτογνώρισα 
μου λείπει περισσότερο η φιλία μεταξύ μας 
γίναμε υπάλληλοι στην ερωτική μας ζωή 
η φιλία μου λείπει 
και δεν θέλω να είμαι φίλη σου όπως παλιά
κάτι καινούργιο κάτι νέο.
Ωχ πάλι τα αυτοκίνητα γέμισαν το δρόμο
πουλιούνται κρέατα ελληνικά χαραγμένα σε ένα φορτηγό επάνω του 
δίπλα από την κεντρική  δημοτική βιβλιοθήκη στοιβάζονται χαρταετοί 
και κανένα παιδί δεν θέλει να τους αγοράσει 
καμία μάνα δεν μαζεύει λεφτά να αγοράσει χαρταετό στην κόρη της. 
Ο ουρανός γέμισε με αυτά τα τεράστια καλώδια 
γραμμές τραμ, γραμμές τηλεφώνου, ηλεκτρικές κολώνες της ΔΕΗ 
δεν μπορείς να δεις τον ουρανό πια καθαρά 
πρέπει να φύγεις από την πρωτεύουσα πολύ μακριά. 
Ζώα -  ρομπότ και ζώα
με θλίβει που υπάρχουν όνειρα
σε ένα μπορυρδέλο 
έτοιμα για γαμήσι

δεν θέλω πάλι 
δεν θέλω πάλι να γράψω ένα ποίημα για ένα άντρα και μια γυναίκα
τεστοστερόνη.
Τις υπόγειες διαβάσεις τις πλένουν με ξινισμένες χλωρίνες 
πεντακάθαρες αλλά βρωμάνε 
αυτά τα νέον τα φώτα
αυτό είναι που λένε το ψυχρό φως της πρωτεύουσας
τελειώνει ο χρόνος
θα συναντήσω την αδερφή μου επιτέλους
θα καπνίσω ένα τσιγάρο, θα πιω λίγη κόκα κόλα 
40 ολόκληρα λεπτά
Πανόρμου
ακαδημία Πλάτωνος.



Tι μας κινεί; Ποίηση και μετακίνηση

Μια δράση του ΔΘΠ
στο πλαίσιο του
«Ένα ποίημα είναι μια πόλη»
(3 δράσεις του ΔΘΠ για τη σχέση ποίησης και ζωής στην πόλη)

Δεύτερη δράση (23.5.2018)
Τι μας κινεί; Ποίηση και μετα-κίνηση
Ποια είναι σήμερα η σχέση της ποίησης με τον αστικό χώρο; Μπορεί η ποίηση, ως αισθητικό μήνυμα και αφορμή προβληματισμού, να εμβολίσει ή να συνοδεύσει με κάποιον τρόπο τους καταιγιστικούς ρυθμούς της καθημερινότητας; Ψυχή και φαντασία επιτρέπεται να διεγείρονται και να συγ-κινούνται, καθώς το μετακινούμενο σώμα διεκπεραιώνει το πρόγραμμα της ημέρας; Αλλάζει με κάποιον τρόπο η εξωτερική μας τροχιά όταν κάτι μας καλεί σε διάλογο με τον ψυχισμό μας;
Με αφετηρία το ερώτημα του ρόλου της ποίησης στη φαινομενική πεζότητα και πρακτικότητα της καθημερινής ζωής, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά διοργανώνει τη φετινή άνοιξη τρία ποιητικά δρώμενα στην πόλη του Πειραιά.

Στο δεύτερο από αυτά, την Τετάρτη 23.5.2018, σας καλεί να επιβιβαστείτε στην ιστορική γραμμή 040 (Πειραιάς–Σύνταγμα), που εδώ και πολλές δεκαετίες συνδέει τις δύο πόλεις με τα λεγόμενα πράσινα λεωφορεία. Καθ’ οδόν, εν μέσω επιβατών, οχτώ σύγχρονοι ποιητές θα διαβάσουν ποιήματα από τις πρόσφατες ποιητικές συλλογές τους, μπολιάζοντας τη στοχευμένη γραμμική μετακίνηση του λεωφορείου με μια διαδρομή εσωτερική, πολυδαίδαλη και ελεύθερη: τη συνειρμική μετα-κίνηση της φαντασίας.

Τα δρομολόγια, κατά τη διάρκεια των οποίων θα γίνουν οι ποιητικές αναγνώσεις, ξεκινούν εναλλάξ από το Σύνταγμα (το τέρμα της γραμμής 040 επί της Οδού Φιλελλήνων/Αθήνα) και από τον Πειραιά (την αφετηρία της γραμμής στην Ακτή Μιαούλη).

Αναλυτικά το πρόγραμμα:

11.14 Μαρία Κουλούρη (Καθημερινά Κρεβάτια) Σύνταγμα–Πειραιάς

12.25 Έλενα Πολυγένη (Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών) Πειραιάς–Σύνταγμα

13.40 Αλέξιος Μάινας (Το ξυράφι του Όκαμ) Σύνταγμα–Πειραιάς


14.55 Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη (Η επιστροφή των νεκρών) Πειραιάς–Σύνταγμα

17.05 Θωμάς Τσαλαπάτης (Άλμπα) Σύνταγμα–Πειραιάς

18.15 Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής) Πειραιάς–Σύνταγμα

19.35 Παυλίνα Μάρβιν (Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου) Σύνταγμα–Πειραιάς

20.40 Θοδωρής Ρακόπουλος (Η συνωμοσία της πυρίτιδας) Πειραιάς–Σύνταγμα


Επιμέλεια, οργάνωση, συντονισμός: Ειρήνη Μαργαρίτη, Αλέξιος Μάινας
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Ερμίνα Αποστολάκη
Γραφιστικά: Κλαίρη Χαβάκη
Μουσική πλαισίωση: Νικόλαος Χαλκιάς, Ειρήνη Πατίλα, Σταύρος Λουιζάκης

Ελεύθερη συμμετοχή –




εκδόσεις κενότητα


Αγάπη μου κοίτα πως λιώνουν οι μέρες μας 

Αγάπη μου κοίτα πως λιώνουν οι μέρες μας
κοίτα πως λιώνουν τα σύννεφα
κοίτα τις άκρες της πόλης να χάνονται
μες στο σκοτάδι της νύχτας
και τα παλάτια και οι κήποι να καίγονται
και όσα φοβόσουνα κάποτε τώρα μοιάζουν σαν σκιάχτρα
που τα πήρε ο άνεμος.

Οι άνθρωποι ουρλιάζουν στο πλάι απ' το σπίτι μας,
το κρεβάτι μας στέκεται στην άκρη του κόσμου
τα παιδιά πνίγονται σε ξύλινες βάρκες,
τα κορίτσια γυρνάνε στα σπίτια χωρίς εραστές.

Τα πρόσωπα χάνουν την φρεσκάδα, γερνάνε
οι μέρες μας χάνονται, φεύγουν
σίγουρα δεν είμαστε πλέον παιδιά,
τα σπίτια μας γκρεμίζονται και χτίζονται ξανά,
οι γέφυρες αποσυνδέονται, καταρρέουν,
τα καλώδια σκίζουν τον ουρανό σε κομμάτια,
οι ουρανοξύστες
δεν με αφήνουν να ακουμπήσω το φεγγάρι
τα πουλιά τρομάξανε
και κρύβονται στην αγκαλιά σου όλο το βράδυ.

Κατοικούμε μέσα σε όσα δεν τολμάει να ζητήσει κανείς,
ανάμεσα σε όλα
όσα
δεν μπορεί κανείς να πουλήσει
και δεν θα τα αγοράσει ποτέ του κανείς.

Τριγυρνάμε σαν τυφλοί
γύρω-γύρω
από το άγαλμα δύο αιώνια ερωτευμένων εραστών,
συχνά πυκνά οι αστυνομικοί μας χτυπούν με τα γκλόπ
και μας καταδιώκουν μες στα στενά.

Δεν μένει τίποτα στην θέση του.

Όλα όσα θυμόμαστε
γλιστράνε
και όσα ξεχνάμε
γίνονται
σκόνη, αστέρια, δάκρυα και κρυφές ανάσες.

Τρέξε! Ο παλιός κόσμος τρέχει από πίσω μας

Όλα όσα ζήσαμε γίνανε μύθοι,
η αγάπη πέφτει στο δέρμα μας σαν καλοκαιρινή βροχή
τα παιδιά πίνουν τσιγάρα χασίς στην πλατεία
και διηγούνται τις παλιές μας ιστορίες,
στήνουνε κάστρα στο τσιμέντο
και υπερασπίζονται τα κάστρα τους
με μολότοφ και πέτρες ενάντια στην αστυνομία
και ενάντια στους νόμους της βεβαιότητας.

Τρέξε γρήγορα να ξεφύγουμε!
Ο παλιός κόσμος τρέχει από πίσω μας






Koιτάζω τον Κόσμο 



Κοιτάζω τον Κόσμο
και όμως ο κόσμος δεν μπορεί να με δει
Κοιτάζω τον Κόσμο
και όμως ο κόσμος δεν μπορεί να με δει







Σύγχρονη Ζωή

(Μια Ποιητική της διαρκούς επανάληψης) 


Δεν γνωρίζω αν μπορεί να υπάρξει ποίηση 
μέσα από την καθημερινή επανάληψη,
ίσως θα πρέπει να είναι μια ποιητική της διαρκούς επανάληψης
μια ποίηση της πεζότητας, των υπνωτισμένων χαμόγελων, 
των κουραστικών, αποκαρδιωτικών εργασιακών ωρών, 
της μικροαστικής φοβίας, του φόβου της αλλαγής,
μια ρυθμική μητροπολιτικού θορύβου, 
μια ιαχή μηχανών και ανθρώπων που υπηρετούν ανάγκες 
με μηχανικές επαναληπτικές κινήσεις.

Μια μουσική χωρίς ήχο, 
σαν το σιωπηλή απελπισία των απολιτίκ, 
των υποδουλωμένων πελατών,
των σιδηροδέσμιων υπαλλήλων,
σαν τα ειλικρινή λόγια της πόρνης πριν το ξημέρωμα,
σαν τα ουρλιαχτά της νύχτας στις παρυφές τις πόλης,
σαν τις ξεχασμένες περιπέτειες και τις τυχαίες ληστείες,
τους φόνους στα πεζοδρόμια 
και τα γερασμένα κορίτσια
που κοιτάνε με μάτια δακρυσμένα… 
στο τίποτα ….
απέναντι….

Μια μελωδική απαρίθμηση 
προϊόντων που μείναν στα ράφια,
τραπεζικών λογαριασμών που μείναν αχρέωτοι,
τίτλων προβληματικών εταιριών και
νέον μαρκίζες στην νεκρή λεωφόρο. 
Δανεικά όνειρα και
κλικ στο πληκτρολόγιο μες στο σκοτάδι.
Προσπάθειες, υποσχέσεις, απολύσεις και γραφεία ευρέσεως εργασίας.

Προτιμήσεις της στιγμής, 
αγορές με κάρτες και πλαστικές ηδονές του σαββατόβραδου,
μηχανορραφίες και πολεοδομικά σχέδια,
εικονοπλασίες της τηλεοπτικής πραγματικότητας,
θεαματικές ονειρώξεις από περιοδικά μόδας. 
Αριθμητικές  ρυθμικές επαναλήψεις.
Συζητήσεις  που μείναν ανέκφραστες,
μίσος κρυφό, πανικόβλητα λόγια,
ανέκφραστα πρόσωπα, σίγουρες λύσεις.
Εβδομαδιαία διαγράμματα παραγωγικής δραστηριότητας 
και ο ήχος των πυροβολισμών
στην απομακρυσμένη βιομηχανική ζώνη.
Εικόνες από εκτοπισμούς λαθρομεταναστών
και αστικές ψευδαισθήσεις επιτυχίας, προόδου, ελπίδας.


Η σύγχρονη ζωή και 
μια ποιητική της διαρκούς επανάληψης
θα εκφραζόταν τέλεια
μέσα από τις σιωπηλές ματιές
αυτών που γνωρίζουν την γλώσσα των αριθμών,
τα συνωμοτικά σχέδια εκατομμυριούχων,
τις υστερικές φωνές της πλούσιας διευθύντριας,
τα φοβικά ένστικτα των συνταξιούχων,
την ηρεμία των πιστών εργαζομένων,
των επιτυχημένων στελεχών, 
την σιγουριά των υπουργών, και τις αυταπάτες των νεαρών 
στην πλατεία με τα κλαμπ, την αστυνομία και το εμπόριο ηρωίνης.  
                                                                               
Θα μπορούσε να υπάρξει μια ποίηση 
βασισμένη στην μητροπολιτική καθημερινή εμπειρία;

Μια ποιητική των αποδείξεων πληρωμής, 
της  επανάληψης, των μηχανικών κινήσεων, 
των κυβερνητικών νομοθετήσεων, 
των ατομικών οριοθετήσεων 
και των ψυχικών αντιφάσεων;

Αποξενωμένοι πελάτες αιωρούνται στην κεντρική αγορά,
καλλιτέχνες αυλοκόλακες 
τραγουδούν ντυμένοι με φανταχτερές καλοπληρωμένες σκιές, 
οι θεατές σιγομουρμουρίζουν την γνωστή μελωδία αποκοιμισμένοι.

Οι υπάλληλοι παίρνουν το λεωφορείο και γυρνάνε στο σπίτι,
βλέπουν μια ώρα τηλεόραση, τρώνε ένα στεγνό φαγητό 
και απομένουν παγωμένοι στο καναπέ.
Στις 12 και μισή όλα σταματούν,
όλοι μένουν ακίνητοι στις θέσεις τους 
μέχρι να ενεργοποιηθούν από τον κεντρικό υπολογιστή
ξανά την επόμενη μέρα.
Αμυδρές μνήμες από τα παιδικά χρόνια,
τα νεανικά πάρτυ,
το πάθος του εφηβικού έρωτα 
και την χαρά του πρώτου μισθού 
μπερδεύονται στην αποκαμωμένη αναπνοή 
καθώς η μέρα τελειώνει… 

Το σώμα μένει ακίνητο… Η πόλη μένει σιωπηλή… 

Τα παιδιά και οι ερωτευμένοι 
ξεγλιστρούν στους δρόμους στο κέντρο της πόλης, 
πίνουν χασίς και αμφεταμίνες σε καταλήψεις
και παράνομα rave party,
κάνουν σκληρό σεξ κρυφά στα πάρκα
και επιτίθενται στην αστυνομία με βόμβες μολότοφ. 

Η ανάσα του ανθρώπινου κόσμου
αποπνέει φόβο και ανέλπιδη πλήξη.
Η σκιά του πλήθους έχει το γκρίζο χρώμα της ηττοπάθειας,
τα λόγια των περαστικών ξερνάνε μίσος και αντιπάθεια.
Παιδιά πυροβολούνται στα στενά για λίγα σάπια  δολάρια. Μικροκλοπές, φτηνή διασκέδαση, multiplex κινηματογράφοι
και γυαλιστερά περιοδικά μόδας. Επιτυχημένοι τηλεπαρουσιαστές εκφράζουν τις ελπίδες και τα όνειρα των υποδουλωμένων πολιτών.

Τα ψεύτικα λόγια των πολιτικών
και οι τυφλές απόψεις των επιστημόνων
τυλίγουν την κοινωνική ζωή
σαν περιλαίμιο εξημερωμένου θηρίου.
Η αντανάκλαση του εμπορεύματος
γυαλίζει και τυφλώνει τα μάτια.
Τα μάτια του πλήθους
αν τα δαγκώσεις
έχουν την γεύση χαρτονομίσματος… 
Δάγκωσε τα μάτια του πλήθους! 

Δάγκωσε τα μάτια του πλήθους! 

Δεν γνωρίζω αν μπορεί να υπάρξει ποίηση 
μέσα από την καθημερινή επανάληψη,
ίσως θα πρέπει να είναι μια ποιητική της διαρκούς επανάληψης,
μια  ποιητική τέχνη των μηχανιστικών αποφάσεων,
τέχνη των αλλοτριωμένων υπάρξεων, μια βαρετή τέχνη
για ανθρώπους φυλακισμένους σε κυνικές αντιφάσεις, παραδομένους σε φόβους και  ελεγχόμενες συγκεκριμένες διαδρομές,    
μια ποίηση της πεζότητας.

Μια απόκρυφη ποίηση 
φτιαγμένη από ανθρώπους που κρυφά μισούν την ζωή τους
για ανθρώπους που την διαβάζουν σπάνια 
για να σκοτώσουν την καλά κρυμμένη 
απέραντη πλήξη τους. 

Μια απόκρυφη ποίηση 
φτιαγμένη από ανθρώπους που κρυφά μισούν την ζωή τους
για ανθρώπους που την διαβάζουν σπάνια 
για να σκοτώσουν την καλά κρυμμένη 
απέραντη πλήξη τους. 






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA