πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



Το τελευταίο βράδυ, η Νόρα και ο Ντομινίκ έκαναν μια μεγάλη βόλτα στο Πεκ, αφού είχαν προηγουμένως δειπνήσει τετ-α-τετ σε ένα μικρό εστιατόριο της παραδοσιακής ουγγρικής κουζίνας, κουρνιασμένο δίπλα στον καθεδρικό ναό. Έφαγαν ένα πεντανόστιμο στιφάδο μιλώντας ζωηρά για το μέλλον της Ευρώπης και της Νόρας. Η φοιτήτρια πίστευε πως ήταν πολύ τυχερή που ζούσε στη Γαλλία. κι αυτός πείστηκε. Τον ρώτησε αν οι δύο κόρες του ήταν ευτυχισμένες στο εξωτερικό. Ο Ντομινίκ ένιωσε πως η ερώτηση τον αναστάτωνε επειδή ήταν ανίκανος να απαντήσει. Προς στιγμήν η λύπη τον κατέκλεισε. Αρκέστηκε να πάρει το χέρι της κοπέλας και να το φέρει στα χείλη του. Ο ιδιαίτερα ήπιος καιρός ήταν ευνοϊκός για βόλτα. Ο Βαλαρσέ κοίταξε το άγαλμα του Φραντς Λίστ, που ήταν σκαλωμένο στο μπαλκόνι του, στην πλατεία Σετσενί. Αφού χαιρέτησε τον μουσικό κάνοντάς του μία υπερβολικά μεγάλη υπόκλιση – πράγμα που διασκέδασε πολύ την φοιτήτρια −, πρότεινε στη Νόρα να τον αποκαλεί Ντομινίκ, « έτσι απλά ». Η Νόρα έγειρε το κεφάλι στον ώμο του συγγραφέα. Θα ήθελε να κρατούσε για πάντα αυτή η στιγμή της εγκατάλειψης. Κανείς από τους δυο δεν κουνιόταν… Στο τέλος το κορίτσι σήκωσε απαλά το κεφάλι και του χαμογέλασε. Η ομορφιά της τον υπέταξε. Δεν την άφηνε πια από τα μάτια. Η Νόρα κοκκίνισε λίγο και έστρεψε αλλού το βλέμμα. Ξαφνικά, ο Ντομινίκ σκέφτηκε ότι θα ήθελε να πέθαινε σ ’αυτήν την πλατεία, μακριά από το σπίτι του. Μόλις και μετά βίας κρατήθηκε για να μην το εκμυστηρευτεί στην φοιτήτρια. Όχι, τι ιδέα ! Δεν έπρεπε με τίποτα στον κόσμο να το κάνει. Αυτή η νοσηρή σκέψη θα είχε σίγουρα πληγώσει την ευαισθησία του κοριτσιού και θα τα είχε όλα χαλάσει. Όταν ήταν παιδί ο Ντομινίκ, ο πατέρας του μια μέρα του είχε εμπιστευτεί ότι θα έπρεπε να χαθεί αμέσως μετά από μια μεγάλη ευτυχία, γιατί δεν ήταν ποτέ σίγουρο ότι θα ξαναζούσε μια παρόμοια στιγμή. Ο Ντομινίκ δεν είχε τολμήσει να τον ρωτήσει, αν για εκείνον το να χαθεί, σήμαινε να πεθάνει, αλλά η λύπη που είχε διακρίνει μέσα στα μάτια του πατέρα του και που διαλύθηκε αμέσως, δεν άφηνε καμία αμφιβολία πάνω σ’αυτό το θέμα.
Ο συγγραφέας ξαναθυμήθηκε μια άλλη σιβυλλική φράση :
«Είμαι σε αναμονή από την ώρα της γερμανικής κατοχής».
Αρκετά χρόνια μετά, είχε καταλάβει την πατρική περίφραση. Η αποκάλυψη ήταν επώδυνη. Η εμμονή του Ντομινίκ σε σχέση με τον θάνατο είχε βαθιές αιτίες και όχι μόνο εκείνες… Σύμφωνα με έναν λογοτεχνικό Ρώσο κριτικό, τον Ιγκόρ Ζουρίν, ο σλαβικός αταβισμός διαπερνούσε τη δουλειά του.
« Η ρωσική πλευρά σου με τρομάζει », του είχε μια μέρα αποκαλύψει η Λετίτσια με συγκίνηση, αφού πρώτα είχε διαβάσει κάποια νουβέλα του, ιδιαίτερα σκοτεινή. « Από πού προέρχεται αυτή η εμμονή του θανάτου που σε τρέφει και συγχρόνως σε καταστρέφει; Ο πατέρας σου δεν μου φαινόταν τόσο απελπισμένος… »
Ρομαντισμός και απόγνωση, είχε γράψει η φοιτήτρια… ήταν πιστό το πορτραίτο: είχε βρει τις κατάλληλες λέξεις. Όταν γύρεψε από τον Ντομινίκ να της απαγγείλει ένα από τα ποιήματά του, αυτός της ζήτησε συγγνώμη προσποιούμενος ότι δεν γνώριζε κανένα απέξω. Η φοιτήτρια έμοιαζε απογοητευμένη, αλλά έμεινε σιωπηλή. Ίσως να μην τον πίστευε. Τον πείραξε : ήταν παρόλα αυτά η αλήθεια, αλλά για ποιο λόγο να δικαιολογηθεί; Πιασμένοι χέρι-χέρι, περπάτησαν λιγάκι ακόμα σιωπηλοί στην κοιμισμένη πόλη…
Αποφάσισαν να ξαναϊδωθούν σύντομα, ίσως στη Γαλλία. Η Νόρα τον είχε ρωτήσει αν θα δεχόταν να του εμπιστευτεί ένα έργο σε εξέλιξη, ανέκδοτα χειρόγραφα ίσως… Ο Ντομινίκ δέχτηκε με χαρά. Το βράδυ εκείνο, ένα κορίτσι που άνθιζε, τον είχε κάνει εκλεκτό της, σκαρφαλωμένο στην αυλή των αστεριών. Τα εκκωφαντικά τραγούδια των καινούριων φίλων υψώνονταν στην ουγγαρέζικη νύχτα ταράζοντας αποκλειστικά και μόνο την προσοχή τους. Όχι, δεν θα πέθαινε εκείνη τη φορά. Όχι ακόμα. Κι ο ίδιος ήταν σε αναμονή αλλά θα περίμενε το τελευταίο κομμάτι του παζλ. Ο Ντομινίκ δεν θα παραδεχόταν την ήττα του. Το βράδυ εκείνο, δεν θα ερχόταν ο θάνατος από την Ανατολή. Τουλάχιστον, όχι ακόμα.

Απόσπασμα από το «Μεσίστιος θάνατος» (La mort en berne)
του Ντενί Εμορίν (Denis Emorine), Εκδ. 5 sens (2017)



Ο Ντενί Εμορίν, γεννημένος το 1956 κοντά στο Παρίσι, είναι Γάλλος ποιητής, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας.


Θα φύγω, είπε.
Τα πόδια πήγαν μπροστά
η σκέψη πήγε πίσω


Κόπηκε στα δυο.
Μισός ναι, μισός όχι
Καμιά κίνηση

Μετέωρο το βήμα
σαν εκκρεμότητα



«Another Brick In The Wall»
7+1 αφορισμοί για την ποίηση

Μπορεί ατάκες καθημερινής τρέλας μεταξύ μαμάς και εφήβου να γίνουν ικανές συνθήκες για την ποίηση; Ικανές, όχι όμως, και αναγκαίες. Γιατί η ποίηση είναι μια πνοή ελευθερίας. Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν είχε πει ότι «τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Όσα ξέρω είναι αυτά για τα οποία έχω λέξεις». Κινήματα όπως ο ντανταϊσμός έκαναν πολύ πιο προχωρημένα καλλιτεχνικά πειράματα με τις λέξεις. Η ποιητική γλώσσα διευρύνει τα όρια του κόσμου, δίνει ποιητική διάσταση στις φθαρμένες  λέξεις.

Πάλι φεύγεις; Για πού το 'βαλες; Τελείωσες τα μαθήματά σου;

Ερωτήσεις που μένουν αναπάντητες. Η ποίηση δεν δίνει απαντήσεις, όχι γιατί δεν καταδέχεται αλλά γιατί τα γεγονότα γι’ αυτήν είναι μια ταινία χωρίς αρχή και τέλος, το ξακουστό ποτάμι του Ηράκλειτου. Κύριο μέλημά της είναι η αναζήτηση και η αισθητική αποτύπωση της γνώσης για τον εαυτό μας και τον κόσμο ολόκληρο. «Με ινδιάνικο βλέμμα/ ο ποιητής συνδέει την εξωτερική πραγματικότητα/ με την εκδοχή που φτιάχνει ο νους του/ δεν τραγουδά/ δεν επιδίδεται σε ζωγραφική τοπίων».

Δεν το ’κανα εγώ…   Ξέχασα…  Εμένα έτσι μ’ αρέσει... Sorry, δεν θα το ξανακάνω… Νόμιζα πως δεν ήταν κάτι…Ok, το ’πιασα… Άσε με τώρα...

Είναι η ποίηση άστατη; Αυτό θα εξηγούσε γιατί πολλές φορές νομίζουμε ότι λείπει όταν τη χρειαζόμαστε. Αλλά δεν υπάρχει στην ποίηση χρονομετρητής. Πηγάζει απ’ τη ζωή και εκβάλλει στον θάνατο. «Η έμπνευση», έγραφε ο Ζαν Ανούιγ, «είναι μια φάρσα που έχουν επινοήσει οι ποιητές για να φαίνονται σπουδαίοι».  Ή η έμπνευση κρύβει μέσα της κάτι μεταφυσικό, κάτι θεϊκό; Μήπως και ο Θεός δεν είναι ανθρώπινη έμπνευση; Ο άνθρωπος είναι ο πλάστης, ο ποιητής που αναδημιουργεί τον κόσμο και τους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωση.

-Έφαγες; Πάρε μπουφάν μαζί σου, θα έχει κρύο.

-Όταν βάζω τα ακουστικά μου κατάλαβε ότι πρέπει να σταματήσεις να μιλάς, μάνα, όχι να αρχίζεις… Με έπρηξες!
Ποίηση σημαίνει οικονομία, αφαίρεση, απέκδυση των εμμονών και απομάκρυνση από το ρομαντικό βεληνεκές του ρόδου και του κρίνου. Πολλές φορές στο εργαστήρι του ο ποιητής σιωπηλά καθαρίζει από τις ξένες προσμίξεις τις λέξεις και τις σφυρηλατεί, ώστε να ιριδίζουν στο φως με μια καινούργια λάμψη και να πυροδοτούν μια νέα σύναψη στον εγκεφαλικό φλοιό. Είναι δύσκολο. Αλλά «Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/ έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο./ ...Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι» ( Άρης Αλεξάνδρου).

-Τι ωραία που έχεις διακοσμήσει το δωμάτιό σου; Μπλούζα πάνω στο γραφείο; Πολύ έξυπνη ιδέα και πολύ λειτουργική!
-Δεν καταλαβαίνεις… Το δωμάτιο μου δεν είναι ακατάστατο, απλώς έχω τα πάντα σε κοινή θέα όπως είναι στα μουσεία. 

Η ποίηση δεν κάνει υποθέσεις, δεν βγάζει συμπεράσματα, δεν κρίνει. Είναι διέξοδος για τον στριμωγμένο νου. Όμως «ο νους μάλλον ποτέ δεν αντιλαμβάνεται κάτι με απόλυτη αδιαφορία, δηλαδή χωρίς συγκίνηση. Όλα συνδέονται με τα συναισθήματα», παρατηρούσε ο νομπελίστας νευροφυσιολόγος Τσαρλς Σέρινγκτον. Και η ποίηση, ο δεξιοτέχνης της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας, μπορεί να τον ξυπνά από τον λήθαργο της καθημερινότητας.

Μην τυχόν σε πιάσω να λες ψέματα.

Η αληθινή ποίηση δεν μπορεί να ψεύδεται. Τα συναισθήματα αποτυπώνονται στη λευκή σελίδα και γίνονται ιδέες. Είναι απαλλαγμένη από πλάνες και προκαταλήψεις. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής, κινούμενος στη δική του προσωπική τροχιά, αιχμαλωτίζει τις στιγμές και παρεμβαίνει στον απρόσωπο, συλλογικό χρόνο.

WTF (what the fuck)! αυτό το video τα σπάει. Σκάλωσα… 

Η ποίηση διακονεί τη φαντασιακή δυναμικότητα και την αισθητική δεκτικότητα. Στη σοφίτα του μοναχικού γραφιά ήρθε να προστεθεί το high-tech ψηφιακό εντευκτήριο, και πιστοί στον Ρεμπώ που από τον 19ο αιώνα το διακήρυξε, «πρέπει να γίνουμε και να μείνουμε όλοι επίμονα μοντέρνοι». Η ποίηση αφομοιώνει τις σύγχρονες τάσεις με τη δροσιά και την αυθεντικότητα ενός αιώνιου παιδιού. Προσφέρει ερεθίσματα για σκέψη και παραγωγή ιδεών, και όχι μόνο στο πεδίο της λογοτεχνίας. Απευθύνεται σε  ένα κόσμο ανθρώπων, με όνειρα και κοινωνική ευαισθησία, που συγκινείται ακόμη από τη μουσικότητα των λέξεων.

Για άσχετη με περνάς; Εκεί που είσαι ήμουνα και εκεί που είμαι, θα ’ρθεις.

Η σχέση ποιητή και αναγνώστη είναι μια μυσταγωγία αίσθησης και νόησης. Ο ποιητής δεν κάνει τον έξυπνο, ούτε εξηγεί τα πάντα. Κάνει τον  αναγνώστη συνένοχο και συναυτουργό. Άλλωστε, είναι αρκετό που η ποίηση ταλαιπωρείται από το αδιέξοδό της, το οποίο, όμως, μπορεί να αποτελεί και καταλυτική προϋπόθεση της ανανέωσής της. Στο ερώτημα αν υπάρχει λόγος να γραφτεί έστω κι ένα ακόμη ποίημα, η μόνη αποδεκτή απάντηση είναι ότι στις συνθήκες πρωτοφανούς κοινωνικής κρίσης που ζούμε, η σιωπή δεν είναι επιλογή. Είναι ζητούμενο η ποίηση να ξανασυστηθεί άμεσα και ουσιαστικά με την κοινωνία.

Ok. Και τι μας χρειάζεται, ρε μάνα, η ποίησή σου και τα βιβλία σου; Μπορούμε να επιβιώσουμε και χωρίς αυτήν. 

Ωστόσο, το ποιητικό βλέμμα πάντα θα ανακαινίζει τις σκουριασμένες αισθήσεις, ώστε να αντικρίζει την αθέατη όψη των πραγμάτων. Η ποίηση θα εξημερώνει τα δόντια του Καιρού και θα μας παρηγορεί «εν Φαντασία και Λόγω» με τα φάρμακα της Τέχνης της. Κι είναι γι’ αυτό που τόσους αιώνες η προσωπική περιπέτεια του ποιητή, ταυτίζεται με την αναζήτηση της ομορφιάς και της ζωής. Σαν κάποιον που μελετά τα αστέρια μέσα στην ερημιά.



*

H Μαρία Λάτσαρη γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Βιολογία στο ΑΠΘ και έχει διδακτορικό στις Νευροεπιστήμες. Συμμετείχε στη μετάφραση των βιβλίων «Φαντάσματα στον εγκέφαλο» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2004) και «Όραση και τέχνη» (Εκδ. Παρισιάνου, 2010). Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Εν δυνάμει πραγματικότητα» (Eκδ. Μανδραγόρας, 2016). Ποιήματα και κριτικά κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.  



Ο Μάξιμος Οσύρος, είναι γνωστός στους δαήμονες και γνώστες των ελληνικών ποιητικών πραγμάτων. Η βιβλιακή του απαρχή σημειώνεται στα 1973 με την έκδοση της δυσεύρετης ποιητικής του συλλογής ‘Εύη J. Βουτσαρά’[ Βάκων]. Συνεχίζει με την ‘Εύη J. Βουτσαρά ΙΙ.’[Πλέθρον, 1978], το ‘Μονοπάτι της Μέταξας[Γνώση, 1981], την ‘Νοσταλγία του ψυχιατρείου’[Νεφέλη, 1986], το ποιητικό αφήγημα ‘Πολιτεία’ [Καστανιώτης 1993] και την ‘Τεχνική του πραγματικού’[Νεφέλη 2008]. Άπασες, πλην των δύο- έως τώρα τελευταίων- είναι εξηντλημένες.

Στο αρτιγέννητο ποιητικό του πόνημα, υπό τον τίτλο: ‘Οι φίλοι που με ακούν’ [Τύρφη, 2018], η αναστοχαστική πρακτική ως προς την δραστικότητα, την υφή, την φυσιολογία, αλλά και την σκόπευση της Ars Poetica, συνιστά αναμφηρίστως- τον κεντρικό και αείποτε επανερχόμενο θεματολογικό άξονα, επί του οποίου τεκταίνεται η επίζηλη, ψυχοδιανοητική κινησιολογία του Οσύρου :

« Θα μπορούσες χωρίς κατηγορία να εξηγήσεις, γιατί η είσοδος επιβάλλεται να γίνει με τον υπαινιγμό, ότι συνθέτοντας το ποίημα αρνείσαι τις αξίες που υπηρετείς. Το οξύμωρο στην υποψία πως προδίδεις τις αρχές σου όσο τις υπερασπίζεσαι βοηθά στην αφύπνιση του αναγνώστη».

Η ποιητική τέχνη του Οσύρου αναιρεί τις κυριαρχούσες γνωστικές βεβαιότητες, την μονολιθική ανάγνωση της πραγματικότητας, τους παντοειδείς, πλειστάκις χρησιμοποιούμενους αποδεικτικούς μηχανισμούς μιας άγονης κι αλυσιτελούς μονοσήμαντης γεγονοτολογικής καταγραφής.

Η γραφή του αμφιβάλλει, αμφιρρέπει, θέτει ερωτήματα εντός της διηνεκώς, συντάσσει και επιρρωνύει την πολυδαίδαλη ποιητική στοχαστική διερώτηση.

Ο Οσύρος δεν υποτάσσεται στις εξουσιαστικές νοηματοδοτικές νόρμες της εμπειρικής εξαπλούστευσης. Ανασυνθέτει ένα πολυσήμαντο, ακραιφνώς ιδιαίτατο ποιητικό corpus άρσης των διπολικών μανιχαϊστικών διακρίσεων και ετεροτήτων. Η λησμοσύνη με την μνημοσύνη, όπως η κενότητα με την μορφή συσσωματώνονται, συνταυτίζονται εν τέλει.

Η στιγμική ανάκληση της ενήδονης εφηβείας με τα παίγνιά της, η ανεπίγνωστα, ερωτισμικώς δρώσα θήλεια ύπαρξη που εντίθεται στην μνήμη, όπως και οι αναλλοίωτες θαλπικές μητρικές προσηλώσεις συναποτελούν ένα αναφαίρετο ψυχονοητικό χρυσωρυχείο, που διαπορθμεύεται στους βαθύνοες και λεπταίσθητους αναγνώστες χάρη στον ποιητή Μάξιμο Οσύρο.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ
ΧΡΟΝΟΣ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ



ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ


Χρόνος αυτόχειρας τιτλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή ο ποιητής Δημήτριος Δημητριάδης. Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής μπορεί κάποιος να βγει στο εύκολο συμπέρασμα πως το βιβλίο έχει μια ακραία πεσιμιστική διάθεση όπου όλα κατακερματίζονται και καταλήγουν στην αφάνεια. Αν διαβάσουμε όμως με προσοχή τα ποιήματα διαπιστώνουμε πως τελικά ο ποιητής είναι απλά ένας ακριβολόγος χειρουργός όπου εμβαθύνει μέσα στην φθορά και την απώλεια αναζητώντας μέσα στην ατέλειά μας έναν τρόπο διαφυγής. Δεν είναι ένας καταραμένος ποιητής, δεν είναι ένας που έχει περιπέσει στην αυτολύπηση, αλλά ένας μαχητής που τα βάζει με τον χρόνο:

Σπρώχνω την πόρτα στο ημιτελές παιδικό δωμάτιο
οι μεντεσέδες φτύνουν ακίδες ως καλωσόρισμα.

Αμέσως παύουν οι φωνές που αναπηδούν στους τοίχους
το ξύλινο αλογάκι με κοιτάζει επίμονα

γράφει στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο Επιστροφή. Αυτή η επιστροφή στα χαμένα παιδικά μας χρόνια είναι μια επίπονη διαδικασία αποκομιδής αισθημάτων και εικόνων. Αυτές που μας διαμόρφωσαν, βιώματα που μας προσδιορίζουν και μας ταυτολογούν μέσα στην ροή του χρόνου. Το ημιτελές παιδικό δωμάτιο περιμένει τον ποιητή να επιστρέψει για να ολοκληρώσει την σύνδεση ανάμεσα σε αυτό που χάθηκε και σε αυτό που παραμένει:

Αγκαλιάζω, όχι εκείνα
τα θαμμένα στην άκαρπη γη
μα τούτα, τα ψιθυριστά
που φέγγουν αβίαστα
στις ανθισμένες σπηλιές
ενός σύντομου κόσμου.

Αυτοί οι στίχοι προσφέρουν ελπίδα μέσα στα συντρίμμια.  Γι΄ αυτό όπως ανέφερα παραπάνω ότι ο Δημητριάδης δεν είναι πεσιμιστής. Συνεχίζει την παράδοση των θρηνητικών τραγουδιών, των μοιρολογιών, με ένα προσωπικό όμως ύφος που φανερώνει πως αν και έκδωσε τώρα τα ποιήματά του, έχει περάσει ένας γόνιμος καιρός περισυλλογής και εξάσκησης. Γι΄ αυτό και τα ποιήματά του δεν τα θεωρώ πρωτόλεια. Είναι δομημένα με έναν άμεσο λιτό τρόπο, εξυμνούν την ζωή μέσα στην πανωλεθρία της φθοράς, αντιστέκονται με δυναμισμό:

Συναρμολόγησε τον καθρέφτη
από την αρχή.

Τούτη τη φορά χωρίς μετάνοιες.

Τις γωνίες να προσέξεις.




Αχλέμ

Αχλέμ,
ποια γλώσσα θα βρεθεί για να σε τραγουδήσει
ποιο χώμα θα απλωθεί να σε γλιτώσει
από τη λαιμαργία του νερού

Αχλέμ,
ποια πόρτα θα βρεθεί για να σου ανοίξει
ποιο χέρι στοργικό να σε αγγίξει
και να πει:
κόπιασε κι ό,τι δεν έχω ας μοιραστούμε

Αχλέμ,
ποια μνήμη σου ζεσταίνει την καρδιά
και ποιο τραγούδι
που στα σκοτάδια μέσα σου βάζει φωτιά

πόσα χιλιόμετρα μακριά είναι τα μάτια εκείνα
που κάποιο αμήχανο πρωί μπροστά σου θα σταθούν
κι όσα ονειρεύεσαι ένοχα τη νύχτα
θα βρουν τον δρόμο τους, στην άκρη των χειλιών




Πέρα απ’ τ’ ανθρώπινα

πέρα απ’ τις τσιμεντένιες καλημέρες
κι απ’ τους ηλεκτρικούς συρμούς των υπογείων
πέρα απ’ τις λαϊκές Τετάρτες
των μουντών και υπαιθρίων αγορών

έξω απ’ τις συνήθεις εξαρτήσεις
κι απ’ όσα κατοικούν στα παγωμένα μάτια σου
έξω απ’ τον Χρόνο που ‘χω αγκαλιάσει μ’ ηλεκτρόδια
κι απ’ τη ρουτίνα που ονομάζουμε ζωή

βρίσκονται κάτι σπαρμένες ορεινές αναβαθμίδες
αχειροποίητα σκαλιά στη ράχη των βουνών
πάνω από το χάος που κυοφορεί την πτώση
πριν απ’ την πτώση που κυοφορεί τον θάνατο
χάσκουν στα δόντια του γκρεμού κι ορίζουν
μια ανηφοριά πέρα απ’ τ’ ανθρώπινα




Τα μάτια κοιτούν εκεί που θέλουν

βρέχει
και στις σταγόνες της βροχής
διαθλάται το φως του γέλιου σου

γεννά καλειδοσκοπικά μοτίβα
στις τζαμαρίες των οριστικά κλειστών καταστημάτων
ένα παιγνίδι με τα χρώματα, Τετάρτη μεσημέρι
μια οπτική παραίσθηση που ακολουθώ όπου πάει
Κωλέττη, Σόλωνος κι Ακαδημίας
περπατήσαμε μαζί
όπου βροχή και χρώμα
δυο αναρχικές σχισμές τα μάτια
κοιτούν μονάχα εκεί που θέλουν
κι αδιαφορούν για τους συμβιβασμούς της αστικής ζωής
όπως η επιμονή των διαβατών
που σαν περπατούν, κοιτούν μόνο μπροστά τους
τα μάτια κοιτούν εκεί που θέλουν
και τα δικά μου κοιτούν εντός σου

βρέχει
και στις σταγόνες της βροχής
διαθλάται το φως του γέλιου σου


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA