Η Βικτωρία Γεροντάσιου μιλά για τις "Μικρές Καταιγίδες" της (Εκδόσεις Θράκα, 2018) στο tetragwno.gr
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (διηγήματα, Εκδόσεις Θράκα 2018) της Αρετής Καράμπελα
Ο Θανάσης Νιάρχος γράφει στην Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, για την ποιητική συλλογή "Το σκίτσο στην ντουλάπα" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Παναγιώτη Μηλιώτη
Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Βικτωρίας Γεροντάσιου "Μικρές καταιγίδες" (Εκδόσεις Θράκα, 2018)
Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει για την ποιητική συλλογή "24+7" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι

ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Γ

Η δυσκολία να οριστεί με σαφήνεια η έννοια του μεταμοντέρνου, είναι κάτι που επιτρέπει έναν πλουραλισμό προσεγγίσεων που θα νοηματοδοτούσαν αυτή την έννοια. Σίγουρα προκαλεί αμηχανία και δυσαρέσκεια μια λέξη που υποδηλώνει το επέκεινα του μεγάλου μοντερνιστικού ρεύματος, και στην οποία λανθάνει η έννοια της παρακμής και της έκπτωσης από τα όσα το μοντέρνο θεώρησε πως τέχνη σημαίνει. Πολλοί είναι εκείνοι που χαρακτηρίζουν το μεταμοντέρνο νέο-αβάν-γκάρντ.1 Και αυτό γιατί αν τον διακρίνει κάτι, αυτό είναι η τάση του προς το να γίνει αντί-μορφικός, από-δημιουργικός, παιγνιώδης και αποδομητικός. Κυρίως όμως για το γεγονός ότι, έστω και άρρητα, το μεταμοντέρνο χαρακτηρίζεται από την κρυφή πεποίθηση πως η έννοια της Τέχνης, όπως οι μεγάλοι μοντέρνοι καλλιτέχνες θεωρούσαν, έχει σβήσει. Σε θεωρητικό επίπεδο η αυτοαναφορικότητα του λογοτεχνικού φαινομένου έγινε εύκολα από τα παιδιά των μοντερνιστών αυτοακύρωση, η ερμητικότητα απροσδιοριστία. Από την αποαυτοματοποίηση της πραγματικότητας μέσω της γλώσσας μας έμεινε η πραγματικότητα της αποαυτοματοποίησης. Η λογοτεχνία ως η ρητορική λειτουργία της γλώσσας (De Man) και ως παρουσία μιας απουσίας στην οποία τα σημαινόμενα καταλύονται από τα σημαίνοντα (Derrida) προβληματίζει, εμπλουτίζει και ίσως εγκλωβίζει την θεωρητική σκέψη του 20ου.
Αν για το μοντέρνο οι μεγάλες θεωρητικές δεξαμενές ήταν ο ρομαντισμός και ο συμβολισμός, για το μεταμοντέρνο είναι τα κινήματα της πρωτοπορίας, με την διαφορά όμως πως σε σχέση με αυτά είναι πιο «cool»,2 δηλαδή πιο διαχυτικό, πιο ελαφρύ, δίχως αναφορές σε έννοιες όπως ελευθερία, δημιουργία, ανατροπή. Από την πρωτοπορία φαίνεται να υιοθετεί την διαλυτική και ανοιχτή αντί-φόρμα σε αντίθεση με την κλειστή συνδετική φόρμα του μοντέρνου, την έννοια του παιχνιδιού σε αντιπαραβολή με την έννοια του σκοπού, την οποία με την αυτοτέλεια του υπηρετεί κάθε μοντέρνο έργο.
Το σίγουρο είναι πως το μεταμοντέρνο δεν είναι καλλιτεχνικό ρεύμα ή άλλη μια πρωτοποριακή έκπτωση, όπως κάποιος που αντιλαμβάνεται την θεωρητική και μεταφυσική του πενία θα χαρακτήριζε. Είναι ένας γενικότατος προσδιορισμός της εποχής που ζούμε, μιας εποχής που ακολούθησε τους σύγχρονους μοντέρνους καιρούς. Η πεποίθηση πως το μοντέρνο έχει πια γεράσει άρχισε να διαμορφώνεται ήδη μετά το β’ μισό του 20ου αιώνα και θα μπορούσε να αντικατοπτρίζεται στο σύνθημα «Η τέχνη πέθανε. Μην καταναλώνετε το κουφάρι της», το οποίο γράφτηκε στους τοίχους του αντιαστικού και αντικομφορμιστικού γαλλικού Μάη3. Η κατάλυση της απόστασης μεταξύ δημιουργού και κοινού, ο ποιητής που βγαίνει έξω από τις λέξεις του γραφείου του, («η ποίηση είναι στους δρόμους») και η εναντίωση σε μια ελιτίστικη, εμπορευματοποιημένη τέχνη είναι σίγουρα προτάγματα πρωτοπορίας, δείγματα πως η μοντέρνα τέχνη του Έλιοτ ή του Τζόυς υπολείπεται σε «κάτι» της αδηφάγους πραγματικότητας. Όμως ταυτόχρονα αυτά τα προτάγματα, δίχως αναλυτικώς διατυπωμένο κάποιο θεωρητικό ρίζωμα, μένουν συνθήματα αίολα που γυρίζουν μπούμερανγκ και ανοίγουν δρόμους επικίνδυνους. Το μεταμοντέρνο, ως χρονική συνέχεια, αλλά όχι αναγκαστικά ως κληρονόμος αυτής της αμφισβητητικής πρωτοπορίας, μένει ανοικτό στο κιτς και στην παραλογοτεχνία –σαν να υπάρχει κάποιο δόγμα που να λέει «ό,τι σε γλώσσα αξιοπρόσεκτο», αμαρτία που η θεωρία των δομών σαν ασθένεια μας έχει κολλήσει -, φλερτάρει με την ηλεκτρονική κοινωνία του αστήριχτου υποκειμενισμού και εντάσσεται στην ποπ οπτική, γιατί πολύ απλά, όπως έχει ήδη ανυποψίαστα ειπωθεί, «η τέχνη πέθανε».
Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο η εναντίωση στην αστοκρατούμενη δημοκρατία και τον προσωποκρατούμενο σοσιαλισμό, αν και εξόχως αποκαλυπτική της διάβρωσης των μοντέρνων δομών, όπως αυτής του ψυχροπολεμικού ιμπεριαλισμού, δεν μπόρεσε να αποτρέψει (πολλοί υποστηρίζουν πως ακούσια τον εξέθρεψε με την μη συνέχισή της) την άνοδο του πολιτικού μεταμοντερνισμού. Σε εκείνη δηλαδή την αντίληψη, που καθιστά την δημοκρατία μιντιακή μαζοκρατία, και τον σοσιαλισμό μουσειακή ουτοπία. Δίχως να καλλιεργήσει τους σπόρους της επαναστατικότητάς της, η γενιά που ακολούθησε το baby boom, μετέτρεψε τα κινήματα της σε μνημονικά άλλοθι και όχι σε επίκαιρη θέση απέναντι στους συντηρητισμούς της κάθε εποχής. Πλέον τα ερωτήματα είναι αδυσώπητα: Πόσο προοδευτικό είναι το γκρέμισμα των τειχών –ως σημαίνον είναι-, όταν βρίσκει την αναφορική σημασία του στην εγκαθίδρυση μιας μονοκρατορίας –η οποία προβάλλει στον χρόνο ως σημαινόμενο; Γιατί σε αυτήν την εποχή κανείς και τίποτα δεν φαίνεται διατεθειμένος να υπερασπιστεί την έννοια του σημαινομένου;
Αντιστοίχως, μια τέτοια ερώτηση, τι θα σήμαινε για τον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας; Πόσο σημαίνουσα είναι η αβαρής νεωτερικότητα μιας λογοτεχνίας, όταν το σημαίνον της –αυτοαναφορικότητα των δομών της- στην προσπάθειά του να εδραιωθεί δίχως σημαινόμενο –αναφορά στο έξω του κειμένου- αυτοκατασπαράζεται σαν άλλος Ευρισίχθονας4, αποδιαρθρώνοντας τις ίδιες τις δομές της; Και αλήθεια, το περιβάλλον στο οποίο κάτι τέτοιο διαδραματίζεται πως μπορεί να χαρακτηριστεί;
Για την ώρα, φαίνεται πως η ποιητική γραφή βιώνει συνολικά ένα μεταίχμιο, μια κατάσταση διαρκούς αναζήτησης ώστε να αποτινάξει το φάσμα της μη αναγκαιότητας και του θανάτου, δηλαδή της πεζολογίας και της παντοτινής σιωπής. Σε μια εποχή βάναυσης ελαφρότητας, ο ελεύθερος στίχος ρέπει προς μια ανερμήνευτη ρευστότητα συνεχούς αποσπασματικότητας και έναν απονενοημένο ισοπεδωτικό σχετικισμό, βέβαιος για το ανεξάντλητο της γλώσσας, της μόνης αξίας, μηχανιστικής και συστηματικής, στην οποία φαίνεται να λογοδοτεί. Ταυτόχρονα όμως η ποίηση ως ενδογλωσσική υπόθεση αντέχει; Ή καλύτερα, εάν ο κόσμος, η αναφορά στην πραγματικότητα, εξοστρακιστεί ως μεταφυσικό, εξωγλωσσικό σημαινόμενο δεν θα διαλυθεί το σημείο «ποίηση»; Και μόνο που γίνεται αποδεκτή η παρουσία του (πως αλλιώς;), έστω ως μεταφυσικό σημαινόμενο που δεν παίζει ρόλο στα της ποιήσεως, δεν αποδεικνύεται η υβριδική φύση (πραγματικότητα/γλώσσα –στ’ αλήθεια που έγκειται η μεταφυσική;- ) του σημείου «ποίηση»;. Ποια θα είναι επομένως η αντίσταση της ποίησης, ποιο θα είναι το νέο αναβαπτισμένο προσωπείο με το οποίο θα παρουσιαστεί; Αυτά είναι τα καίρια ερωτήματα που πλανώνται στην μετα-σύγχρονη εποχή την οποία βιώνει η ποιητική γραφή.

1 Ihab Hassan, οπ, σ 31 (υποσημ 6)
2 ο.π σ 36
3 Βλ. το ένθετο τιμητικό ημερολόγιο στην εφ. Κυριακάτικη Αυγή (30/12/2007)

4 Γιος του μυθικού βασιλιά της Θεσσαλίας Τρώπα, τον οποίο τιμώρησε η Δήμητρα με ακατάσχετη βουλιμία σε σημείο που, για να κορέσει την πείνα του, πέθανε τρώγοντας το ίδιο του το σώμα.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA