Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.
 
Το πρώτο ποτό

    Η γυναίκα που θελει να πλησιάσει αλλά νομίζει ότι δεν θα τα πει καλά αν είναι νηφάλιος, ένα παλιό θέμα που ζητάει ξεκαθάρισμα, το σκέφτεται πριν κοιμηθεί αλλά προτιμά να το αναβάλλει, χιλιάδες ζευγάρια παλλόμενοι λαγώνες στο σαμπαδρόμιο του Ρίο, ο κινέζικος δράκος περικυκλώνει τον καθιστό Βούδα. Τί θα ήταν η ζωή χωρίς πάρτι, τί θα ήταν το πάρτι χωρίς αλκοόλ;
    "Ο φίλος σου είναι καλό παιδί, παιδί Α.Α."
    "Τί με κοιτάς, εγώ δεν έχω θέμα με το αλκοόλ."
    Ζώντας νηφάλιος. Ηταν σ' αυτή την παραλία πέρσι και περνούσε καλά, ελαφρά ζαλισμένος. Φέτος την επισκέφθηκε ξανά, η ζέστη του Ιουλίου είναι αφόρητη, τα πιτσιρίκια κάνουν φασαρία, ο καφές νερούλιασε, συγκρίνει το δικό του μπατάλικο σώμα με αυτά που παίζουν τριγύρω, η απόσταση του από τη θάλασσα είναι 18 βήματα, πατώνει για άλλα 13, το υπόλοιπο ανήκει στα πλάσματα του βυθού, ο άνθρωπος ζει τις μικρές του ταλαιπωρίες στη στεριά, η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περάσεις νηφάλιος, έτσι δεν είναι; Αρχισε σαν εκδήλωση κοινωνικότητας, σαν παιχνίδι πόσο αλκοόλ αντέχεις; Μια μπλεγμένη διαδρομή τον έβγαλε στην άλλη πλευρά και το ερώτημα αντιστράφηκε, πόσο αντέχεις χωρίς αλκοόλ;
    "Εγκεφαλικός τύπος."
    "Ποιο είναι το κόλπο;"
    "Απλά αποφεύγει να πιει το πρώτο ποτό."
    "Οχι όλα τα υπόλοιπα, έτσι;"
    "Ναι μόνο το πρώτο, για 12 ώρες."
    "Και μετά;"
    "Αλλες 12."
    Ενα ποτό για να ηρεμήσει, ένα ποτό για να τον χαλαρώσει, ένα ποτό για να τα σπάσει, ένα ποτό από το ίδιο, ένα ποτό για να περάσει η ώρα, ένα ποτό γιατί πέσαμε. Ζώντας νηφάλιος. Πολύς καφές, μικρα σνακ με πρωτεϊνες και ζάχαρη. Οχτώ λιοντάρια κατεβάζουν μια καμηλοπάρδαλη, μια κηδεία που θυμάται ακόμα, ο μαλάκας που του τα χώνει στη δουλειά, άλλη μια μέρα στη δουλειά. Τα παιδιά από την ομάδα αυτοβοήθειας δεν θα τον αφήσουν έτσι, θα του μάθουν να διαχειρίζεται τις στιγμές αφοπλιστικής διαύγειας, την αίσθηση σωματικής ευεξίας μετά από ελαφρά άσκηση, τα πόδια ελαφρύτερα, καθαρό κεφάλι το πρωί. Είναι εδώ ο ένας για τον άλλο, ψαρεύουν ασθενείς, όλοι χρειάζονται βοήθεια, όλοι το αρνούνται.
    "Γιατί το λες σ' εμένα, το πρώτο ποτό;"
    Αλλη μια καλοκαιρινή νύχτα στο μπαλκόνι του διαμερίσματος πίνοντας σόδα, παίρνοντας ανάσες από το πράσινο του διπλανού πάρκου, εκτιμώντας τη μέρα που πέρασε, σχεδιάζοντας την επόμενη μέρα, η γειτόνισα τον έχει συμπαθήσει αρκετά ώστε να του δείξει τα στήθη της, ζεσταίνεται αλλά δεν πονάει, λυπάται λιγότερο, ζει αφήνοντας τους άλλους να ζήσουν, αισιοδοξεί και πάλι.

Γ Ζαχείλας

Φραντζέσκα Άβερμπαχ

Άτιτλο


Ούτε που ταραχτήκαμε απ' το ανώφελο.
Αν το μέσα μου μου μιλούσε
μάλλον θα έτρεχε ζαλισμένο στη βροχή.

 Ας αφεθούμε στο ουρλιαχτό μας επιτέλους
χωρίς να μένουμε καθισμένοι με τα νυχτόβια τρέμουλα .

Την ομίχλη να την προσπερνάς:
μόνο εκεί έχει απέραντη ομορφιά
- δεν έχουν πυροβολίσει ακόμα προς το μέρος μας-

Το πρόσωπο σου είναι ένα κάτασπρο πουλί
που σύντομα θα έχει εξημερωθεί.

Ερημωμένος- Συντετριμένος από τον  τελειωμό μας.

Δίχως καμία ενοχή
κοιτάμε κατάματα την απιθανότητα μας,
και δεν εγκαταλείπουμε,
για ένα όνειρο παραμένουμε.

Θα υποδυθώ έναν ήρωα από τα παιδικά μου χρόνια
η τόλμη της νιότης μας αφήνει πάντοτε ελεύθερους.

Διότι στο τέλος, γονατισμένοι απ' το φόβο
λαχταράμε μια απόδραση.


Το 6ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης, θα ανοίξει στις 21 Μαρτίου(Παγκόσμια ημέρα ποίησης)
και θα ολοκληρωθεί με live μουσική από τον Φοίβο Δεληβοριά στις 24.


Τιμώμενη περιοχή για φέτος η Πελοπόννησος

Συμμετέχουν, μετά από πρόσκληση του περιοδικού θράκα, οι λογοτέχνες:


Από Πελοπόννησο :

Σπύρος Βρεττός
Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
Λένα Καλλέργη
Γιώργος Κοζίας
Σωτήρης Λυκουργιώτης
Χαρίλαος Νικολαίδης
Γιάννης Ηλ. Παππάς
Βασίλης Ρούβαλης
Αντώνης Δ. Σκιαθάς


Βόλο:

Νίκος Βαραλής
Δημήτρης Καρακίτσος
Γιώργος Τζεβελεκάκης
Λίνα Φυτιλή


Καρδίτσα:

Χρήστος Διαμαντής
Χρήστος Κολτσίδας
Ελευθερία Κυρίτση
Παναγιώτης Νάννος
Δανάη Σιώζιου
Ράνια Ορφανάκου



Λάρισα :

Χρύσα Αλεξίου
Ελένη Αναστασοπούλου
Θάνος Γώγος
Κατερίνα Ζησάκη
Στάθης Ιντζες
Παύλος Καστανάρας
Κωνσταντίνα Κορρυβάντη
Ηλίας Κουρκούτας
Δημήτρης Π. Κρανιώτης
Θανάσης Κριτσινιώτης
Μόσχος Λαγκουβάρδος
Σωτήρης Παστάκας
Μαρίνα Παπαδημητρίου
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
Άγγελος Πετρουλάκης
Γιώργος Σαράτσης
Πέτρος Σκυθιώτης
Εύα Σπαθάρα
Αντώνης Ψάλτης
Θωμάς Ψύρρας


Τρίκαλα:

Ηλίας Κεφάλας
Γεωργία Κολοβελώνη
Γιώργος Πέππας
Βάσω Χριστοδούλου


-

και ο Φοίβος Δεληβοριάς

*


21 Μαρτίου, 5ο Λύκειο Λάρισας:
Παρουσίαση ποίησης που γράφεται σήμερα/Ανοιχτή συζήτηση για την ποίηση,
 με τους μαθητές του σχολείου




23 Μαρτίου 9π.μ, Φυλακές Λάρισας:
"Ποίηση και Ελευθερία"
Απαγγελίες ποιημάτων στις φυλακές Λάρισας, συζήτηση με τους μαθητές του σχολείου.
 (Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας)


23 Μαρτίου 9.15μμ, Καλλιτεχνικός Πολυχώρος Χορίαμβος(Γαληνού 5):
1η Ποιητική Βραδιά (Παρουσιάζει ο Θάνος Γώγος)
Party

24 Μαρτίου 9μμ, Stage,  (Ήρας 21):

2η Ποιητική Βραδιά, (Παρουσιάζει η Κωνσταντίνα Καρυδάκη)
Live: Φοίβος Δεληβορίας



*

Χορηγός επικοινωνίας, εφημερίδα Ελευθερία
Με την υποστήριξη της περιφέρειας Θεσσαλίας




Φθινόπωρο

Στριμώχνεσαι στα μάτια μου

άβαφη κοιτάς την αυγή
ν’ απλώνεται σαν σκέπασμα
ψηλά στον λαιμό σου
πορφυρό χαμόγελο
μαζεύω από τις ανάσες σου
θρυμματισμένα κλαράκια
να ανάψουμε το τζάκι
όπως ταιριάζει στην εποχή

απ’ έξω τα φύλλα ζουν
με συνουσία αέρα και μνήμες



















Δέρμα

Το δέρμα σου
μου προσφέρεις για δείπνο

Τι γλυκιά αθανασία

μέσα μου να τρέχουν τα κύτταρά σου.


























Αύγουστος
(……)
η νύχτα τον Αύγουστο μένει
χωρίς ξημέρωμα
για να είναι ασφαλή
τα ταξίδια των εραστών
που με μάτια σαν δικαιολογίες
βλέπουν
από τα συντρίμμια να αναβλύζει
δικαιωμένο
ένα φωτεινό κλωνάρι.





Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η συγκέντρωση των ποιητικών συλλογών της  ποιήτριας Αθηνάς Παπαδάκη(1945-), υπό τον τίτλο Ποιήματα [1974-2014], εκδ.Γαβριηλίδης{2016}, καθιστά  ομολογουμένως πιο ευπρόσιτο  στο αναγνωστικό κοινό το απαιτητικό, σαραντακονταετές πλέον- πολύμορφο και πολύσημο ποιητικό της corpus.

Η διαλυτική ολέθρια εξάπλωση της  καταναλωτικής μανίας, η αστική εξαχρείωση, η δεσπόζουσα υλοφροσύνη, η ολοσχερής αποκοπή από την ζωογόνο Φύση  αποτελούν καταλυτικά θεματικά μοτίβα ολόκληρης της ποιητικής της διαδρομής , αλλά και της πρώτης συλλογής της: ‘Αρχάγγελος από μπετόν’[1974],   στην οποία καταδηλώνει: ‘’Νιώθω τη μοναξιά του πεζοδρόμιου, // χιλιάδες από πάνω μου περνάνε, κι η μόνη αγάπη είμ’ εγώ.’’

Το ‘’αντίδοτο’’ στην αποδιαρθρωμένη, φρικώδη και απάνθρωπη κοινωνική πραγματικότητα που βιώνει η ποιήτρια, δεν μπορεί παρά να είναι η αγάπη: ‘’Ξέρεις. // Οι βλεφαρίδες σου όταν κλείνουν δεν ακούγονται. // Σ’ αγαπώ.’’

Παραλλήλως, στην πρώτη  αυτή ποιητική κατάθεση, εμφανίζεται και η έμφυλη ταυτότητα της Παπαδάκη, η οποία θα συνιστά έκτοτε αναφαίρετο, έκτυπο χαρακτηριστικό της ποιητικής της :
‘’Μα όσο κι αν ψάξεις, // μοναχά στης δύσης τα βουνά // θα βρεις τη θηλυκότητά μου.’’
 Η αλλοτριωτική επενέργεια  της υποδούλωσης  της σύγχρονης γυναίκας στις ποικίλες, πολλαπλά ζημιογόνες οικιακές εργασίες, κατισχύει στην ‘Αμνάδα των ατμών’[1983] με  εναρκτική την απεύθυνση : ‘’Ω τελετή δακτύλων // ω μπουγάδα.’’

Η  ψυχοσυναισθηματική καταρράκωση και συνακολούθως,  η υπαρξιακή απίσχναση του θήλεος στο ποίημα ‘’Ξεσκονίζοντας’’ είναι ευανάγνωστη: ‘’Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι // η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,// υποχωρώ // ώσπου // κεφάλι //ρούχα // πόδια, //διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.’’

Στην συλλογή  ‘Γη και πάλι’[1986], κυριαρχεί η Μήτρα-Μητέρα-μητρότητα,  ο υπόρρητος, κρύφιος  εφηβικός ερωτισμός μεταξύ κοριτσιών, η ψευδεπίγραφη βίωση της θηλύτητας διαμέσου της πορνείας, το αίμα της πρώτης γέννας και ο θηλασμός: ‘’Το βρέφος αγκαλιάζει το μαστό // βαρύς // σαν προφήτης κατεβαίνει // το μέλλον δίχως γενειάδα κι ωστόσο σοφό.’’

Το υπαρξιακό παιδιόθεν πένθος και  η επωδύνως αναιρεθείσα εγκυμοσύνη, εξεικονίζονται εναργέστατα, χάρη στην ποιητική δραστικότητα της Παπαδάκη: ‘’Σε ονειρεύομαι κάτω από τον προβολέα της έκτρωσής σου.  // Ενώ. // Η σύριγγα διασχίζει //παρθενικό της ταξίδι στο χέρι μου // λευκή συγκατάβαση από χιλιάδες όχι.’’

  Σε όλη την ποιητική της πορεία, ανθίσταται  στην αγελαία συναρίθμηση, παραμένοντας-  παρά τον ‘’μετωπικό καιρό’- με ανεξαργύρωτη την  ποιητική της ιδιότητα και την  εν εγρηγόρσει πολύπτυχη ευαισθητοποίησή της :‘’Με συντροφεύει ευπάθεια // αρχαίο παρόν του ανθρώπου.’’

Η Παπαδάκη γνωρίζει  την μοναξιά, το ματαιωμένο ερωτικό φαινόμενο, τον φθοροποιό χρόνο, τον ακατανόητο και αδήριτο θάνατο, αλλά  συγχρόνως και τη μόνιμη θαλπική καταφυγή στην Φύση με ‘τα λουλούδια πού όλα της ανήκουν’,  κομίζοντας  το αμετάτρεπτο  ποιητικό της credo:

ΤΟ ΜΑΝΕΚΕΝ

Δε λύγισε ποτέ τη μέση
στα χειροκροτήματα,
τα νεογνά.
Σήμερα ξεγλιστρά
από τον πρίγκιπα
των τοίχων.
Τον καθρέφτη.
Κι αφήνει την πληθυντική επίδειξη
για τη γυμνή αυτογνωσία.

Το κοπάδι, [2014]

[1]

Μαθαίνω να μιλώ πάλι απ' την αρχή. σταματάς να με διακόπτεις και μετά κόβεις τα χέρια μου ξανά. έχω ξεχάσει να είμαι αυτός που ήμουν. το κρύο με γυρίζει πίσω, στον καιρό που φυλούσα ένας θεός ξέρει τι πάνω σε κάποιο μακρινό βουνό. εκεί όπου μπορούσα να βρω ένα πραγματικό όπλο για να στοχεύσω τον αέρα. το οξυγόνο στραγγίζει κάθε φορά όταν κοιτάζω το λασπωμένο χώμα. είναι το χώμα που μου θυμίζει πόσο μου άρεσε να παίζω μικρός με τις πέτρες εκείνες τις πέτρες που μιλούσαν και να τις στοιβάζω μία-μία δίπλα στον τοίχο, κάτω από τις σκάλες ή στην πίσω αυλή, που κάποτε είχα πέσει απ' το μονόζυγο και μου είχε κοπεί η ανάσα. θα μπορούσα να μην ξανανασάνω: υπογραμμίζω κι αυτή την αρκετά ισχυρή πιθανότητα. τώρα που ξανάρχονται οι φράσεις και οι συνάψεις του εγκεφάλου διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα, νομίζω πως μπορώ να βάλω τις αναμνήσεις σε σειρά. εσύ πια δεν με διακόπτεις, ούτε μου βάζεις τις φωνές για το πόσο αφελής μπορώ να γίνω. μεγάλωσα και είμαι πιο κουρασμένος. άλλες φορές λυπάμαι που δεν μπορώ να κλάψω, γιατί δεν μπορώ να ακούσω τις πέτρες να μου μιλάνε όπως τότε. ούτε όπλο κρατάω πια, για να παίζω με τον ουρανό κι εκείνος, όταν θυμώνει, να ρίχνει πάνω μου πικρό νερό. κραδαίνω τις όμορφές μου λέξεις, μα δεν μπορώ να κάνω τα μαγικά που έκανα τότε. εσύ, είσαι τώρα πια μια σκιά και σκέφτομαι, πως είναι η σειρά μου να με στοιβάξουν οι πέτρες δίπλα στον τοίχο, κάτω από τις σκάλες ή στην πίσω αυλή, που κάποτε είχα πέσει απ' το μονόζυγο και μου είχε κοπεί η ανάσα.

Θοδωρής Νταλούσης, Αναχώρηση


Γέμισε την κούπα με καφέ, στάθηκε στην άκρη της αυλής του και ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο της ημέρας κοίταξε έξω, το δρόμο. Τα αποδημητικά πουλιά επέστρεφαν προς το Βορρά. Ο ταχυδρόμος έριχνε στο γραμματοκιβώτιο επιστολές για τον απόντα παραλήπτη. Το νεαρό ζευγάρι αντάμωνε κάτω απ’ το στύλο της Δ.Ε.Η.
Ψαχούλεψε τις τσέπες, δίπλωσε το γιακά, έστρωσε τα γκρίζα μαλλιά του. Κάτι ήθελε να κάνει – είπε πως θα θυμηθεί αργότερα. Ήπιε μια γουλιά καφέ και άναψε τσιγάρο κοιτώντας το λυκόφως που έριχνε έναν κοκκινωπό μανδύα φωτός στα πράματα της φύσης.
Οι οικοδόμοι άρχιζαν άλλο ένα κοπιαστικό οκτάωρο. Ο ταχυδρόμος έριχνε στο γραμματοκιβώτιο επιστολές για τον απόντα παραλήπτη. Το νεαρό ζευγάρι αντάλλαζε χάδια κάτω απ’ το στύλο της Δ.Ε.Η.

Ψαχούλεψε τις τσέπες, εκ των οποίων οι δυο είχαν τρυπήσει. Δίπλωσε τον τριμμένο γιακά, έστρωσε τα άσπρα μαλλιά του. Έκανε να μιλήσει στον εαυτό του για μια οφειλή που εκκρεμούσε απ’ τα παλιά μα η μνήμη δεν τον βοηθούσε πια να θυμηθεί. Τα τσιγάρα είχαν τελειώσει. Με τρεμάμενο χέρι βάσταξε την άδεια κούπα κοιτώντας προς την ανατολή, όπως ριχνόταν το πρώτο φως της ημέρας στα πράματα της φύσης.

Οι οικοδόμοι τελείωναν άλλο ένα κοπιαστικό οκτάωρο. Τα αποδημητικά πουλιά έφευγαν προς το Νότο. Ο ταχυδρόμος έριχνε στο γεμάτο γραμματοκιβώτιο επιστολές για τον απόντα παραλήπτη. Το νεαρό ζευγάρι μάλωνε κάτω απ’ το στύλο της Δ.Ε.Η.

Οι τρύπιες τσέπες είχαν κολλήσει πάνω στο δέρμα. Ο γιακάς παρέμενε διπλωμένος. Αν στο γυμνό κρανίο στέκονταν πεισματικά κάποιες ριζωμένες τρίχες, θα ήθελαν σίγουρα στρώσιμο. Ένα μέρος του μπράτσου ξεκόλλησε και έπεσε στο έδαφος. Η σάρκα έτρεφε ως λίπασμα τη χορταριασμένη αυλή, καθώς το λυκόφως έριχνε έναν κοκκινωπό μανδύα φωτός στα πράματα της φύσης.
 Πατρίτσια Αϊβαλή
Τρία ανέκδοτα ποιήματα

ΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ

Αχνιστός καφές στο τραπέζι,
κόκκινο σεντόνι κουρτίνα
και το τριαντάφυλλο ένδοξο ,
διαιτητής της σχέσης.
Διακοπή στις ματιές τους
οι τρυφεροί ήχοι.

Στροφή.
Τίναγμα και δίλημμα.
Δεξί βήμα, ελεύθερη ανάσα.
Αριστερό βήμα, λαβωματιά και εγκλεισμός.
Ο καφές, δικαστής
κι ένορκοι η κουρτίνα.



ΧΡΕΟΣ

Ψυχή μου φύσα προσευχή να τιθασέψω
φωτιές, που γκρέμισαν παλαίστρες να παλέψω.
Στρογγύλεψε ο ουρανός, γλιστράμε κάτω.
Κερί αναμμένο κράταγα. Θυσία. Πάρ’ το.
Κατέβηκα τις γέφυρες, ψάχνω βοήθεια.
Παγίδες κι αναθέματα – παλιά συνήθεια.
Οφείλω χρέος βαρύ, με χρώματα να βάφω
άλλη ζωή που ζει στης λάσπης μας τον τάφο.


ΑΝΑΠΝΟΗ


Τα ήμερα ερήμωσαν

Πριν από λήθαργο αξύπνητο,
συνετά τακτοποιώ τον ουρανό μου
             - θα ‘ρθουν επισκέπτες
στους θρόνους που έχτισα.
Αναρτώ φέγγος χλιαρό,
το Σύμπαν ξεπεζεύει,
βουλιάζουν οι χρόνοι
σε ανάγνωση κλεμμένων νανουρισμάτων
με υπόκωφα τραγούδια στην ελάσσονα.
Ακούω τον ήχο τους
όταν καταπίνουν τις άθλιες ιστορίες
και τα μαντάτα που φέρνει ο νοτιάς
φυσούν και με μετακινούν.

Στην παράνομη δυσωδία της αποχαύνωσης,
μέσα στο σκοτάδι,
ξέχασα την έμπνευση
και άφησα αδιάβαστες τις καλύτερες ιστορίες.
Τις καλύτερες ιστορίες των ανθρώπων.

Τ’ ανήμερα ημέρεψαν.

Επτά Λάμπες

Το πρώτο πράγμα που κοιτάζει ο Μπάμπης όταν μπαίνει στο μικρό, φωτεινό διαμέρισμα είναι οι λάμπες απ’ το πολύφωτο στο σαλόνι. Δέκα συνολικά. Οι επτά αναμμένες. Οι άλλες τρεις, προφανώς, έχουν καεί, αλλά δεν έχουν αντικατασταθεί. Επτά, επτά λάμπες, επαναλαμβάνει από μέσα του.

Ο γιός του, ο Κοσμάς τον σκουντάει ελαφρά και του κάνει νόημα να στρέψει την προσοχή του στους συμπεθέρους, που στέκονται όρθιοι μπροστά τους, γελαστοί, με τεντωμένα τα χέρια, έτοιμοι για χειραψία. Ένας κοντόχοντρος, καραφλός άντρας με μουστάκι – γύρω στα εξήντα, στην ηλικία του περίπου, ίσως και λίγο νεότερος και μια εξίσου κοντόχοντρη γυναίκα - πενηντάρα την κάνει, με αραιή, αλλά αφράτη, ξανθοπύρινη κόμη. Από ανάμεσά τους βγαίνει δειλά κι ένα άλλο χέρι, της εικοσάχρονης κόρης τους, της Μαρίας, αδερφή της μέλλουσας νύφης του. Πρώτη φορά τη βλέπει ο Μπάμπης. Ό,τι ξέρει γι’ αυτήν το ξέρει απ’ τον Κοσμά. Φοιτήτρια στο Οικονομικό της Παντείου, δεύτερο έτος. Ήσυχο κορίτσι, ντροπαλό. Μικροκαμωμένη, εύθραυστη σχεδόν, με όμορφα, πράσινα μάτια, πονεμένα φαίνονται, και κατάμαυρα μαλλιά. Έχει και μια τεράστια ελιά πάνω απ’ το αριστερό της φρύδι, σχεδόν εφάπτονται, σαν τόξο με βέλος, έτοιμο να ρίξει. Όταν την κοιτάει στα εκφραστικά της μάτια ο Μπάμπης νιώθει κάτι σαν ανατριχίλα.

Η νύφη του, το Σοφάκι, μια κούκλα, μοιάζει αρκετά στη Μαρία, χωρίς ελιά αυτή, αλλά τα μάτια της Μαρίας είναι ασύγκριτα πιο όμορφα, σαν εξωτικά λουλούδια που αλλάζουν χρώμα και σχήμα ανάλογα με τον καιρό. Τον χαιρετάει με οικειότητα – την έχει φέρει σπίτι αρκετές φορές αυτόν τον ένα χρόνο του δεσμού τους ο Κοσμάς, που τώρα την αγκαλιάζει και τη φιλάει πεταχτά στο στόμα. Ο Μπάμπης κοιτάζει το πολύφωτο. Επτά λάμπες, επτά, λέει μέσα του, καθώς κάθεται στη μια άκρη του τριθέσιου καναπέ. Ο Κοσμάς παίρνει τη θέση δίπλα του.

«Πώς τον πίνετε τον καφέ σας;» Η Μαρία σκύβει πάνω του, η ανάσα της ανοιξιάτικο αεράκι στο πρόσωπό του.

«Σκέτο. Χωρίς ζάχαρη», λέει και μένει εκεί καρφωμένος στα μάτια της. Τόσο νέα και να κρύβουν τόσα πράγματα αυτά τα μάτια, σκέφτεται. Αυτή μισογελάει και φεύγει γρήγορα για την κουζίνα. Επτά λάμπες, επτά.

Έχει να νιώσει έτσι, αυτή την ανατριχίλα, από τότε, απ’ τα είκοσι τρία του, με την Κικίτσα. Την ήθελε πολύ την Κικίτσα, ένιωθε όπως όταν έκανε κούνια μικρός, ότι η καρδιά του ανέβαινε στο στόμα του, όταν χανόταν στα μελιά της μάτια, στα παθιασμένα της φιλιά. Όμως αυτή τον πρόδωσε και πήρε έναν μεγαλέμπορο, φίλο του πατέρα της απ’ τη Θεσσαλονίκη. Ήθελε οικονομική άνεση και λούσα, πράγματα που αυτός δεν μπορούσε να της εξασφαλίσει με το μίζερο μισθό ενός βοηθού λογιστή που έπαιρνε τότε. Η Κικίτσα μετακόμισε μόνιμα στη συμπρωτεύουσα, έφυγε και πήρε μαζί της τη θέρμη απ’ τα φιλιά τους, τα όνειρά του για ένα ευτυχισμένο γάμο μαζί της και το χρυσό δαχτυλίδι, που στερήθηκε τόσα ο Μπάμπης για να της αγοράσει. Έπρεπε όμως να το ‘χε καταλάβει ότι θα κατέληγαν έτσι. Όταν γύρισε στο σπίτι μετά από εκείνο το τελευταίο ραντεβού τους, με μια άλλη Κικίτσα, άλλον άνθρωπο, αμίλητη και ψυχρή, κι είδε την κούπα του καφέ του στο πάτωμα της κουζίνας σπασμένη, χίλια κομμάτια. Δεν μπορεί ο αέρας απ’ το μικρό παραθυράκι της κουζίνας να το ‘κανε αυτό. Όχι. Ήταν σημάδι. Κακός οιωνός.

Από τότε ορκίστηκε να μην ξαναερωτευτεί. Πήγαινε όμως σε όλα τα συνοικέσια που του οργάνωναν φίλοι και συγγενείς. Αυτό μόνο. Τα ‘βαζαν όλα κάτω, τα υπολόγιζαν, προίκες, σπίτια, κτήματα, ρευστό, ξερά και λογικά, χωρίς ανόητους συναισθηματισμούς κι έρωτες, ξεκάθαρα πράγματα, αντρίκια. Έλα όμως που κανένα δε στέριωνε. Αυτός βέβαια ήταν ο πρώτος που μάντευε την κατάληξη. Σε κάθε πρώτη συνάντηση, πάντα κάτι σημαδιακό γινότανε. Τη μια κάηκε η λάμπα στο σαλόνι, την άλλη σκόνταψε κι έπεσε στο πάτωμα φαρδύς πλατύς, την άλλη ξεκρεμάστηκε ξαφνικά κάποιος πίνακας κι έγειρε πάνω του, μια άλλη φορά στραβοκατάπιε, πνίγηκε σχεδόν με τον καφέ του. Αλλά τις περισσότερες φορές, καίγονταν οι λάμπες. Έσκαγαν ξαφνικά εκεί, μπροστά τους, με θόρυβο, σα μικρές εκρήξεις. Τόσα και τόσα σημάδια που του ‘λεγαν ξεκάθαρα ότι δεν θα στέριωναν τα προξενιά εκείνα. Εκτός από το τελευταίο, αυτό με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, τη Μαρούλα. Κανένα δυσοίωνο σημάδι στην πρώτη τους συνάντηση. Ήξερε ότι επιτέλους οι προσπάθειές του θα είχαν αίσια έκβαση, αν και την έχασε νωρίς από καρκίνο των ωοθηκών. Τόσο νέα, μόλις τριάντα έξι. Ο Κοσμάς ήταν μικρό παιδάκι τότε. Μεγάλο κρίμα!

Επτά λάμπες, επτά. Η Μαρία κάθεται σε μια καρέκλα, ακριβώς απέναντί του και του ρίχνει κλεφτές ματιές. Στον τοίχο πίσω και πάνω απ’ το κεφάλι της ένας πίνακας ζωγραφιστός με δυο άλογα που τρέχουν πλάι πλάι σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι, λουλούδια ολόγυρά τους, καταγάλανος ουρανός, οι χαίτες τους ανεμίζουν, φεγγοβολούν στον ήλιο. Η Μαρία κρατάει τα λεπτά της χέρια σταυρωμένα, τα δαχτυλάκια της ενωμένα σα μίσχοι από αναφυόμενα κυκλάμινα.

«Άντε, και στης Μαρίας τις χαρές», λέει ο Κοσμάς, σηκώνοντας το ποτήρι του με το νερό και δείχνοντας το κορίτσι, που κοκκινίζει και χαμηλώνει τα μάτια.

«Ναι, ναι, άντε, Μαρία, ξεκίνα!» λέει το Σοφάκι, γελώντας.

«Έχουμε καιρό ακόμα», λέει ο συμπέθερος, χαϊδεύοντας το μουστάκι του. «Να τελειώσει το Πανεπιστήμιο πρώτα με το καλό και βλέπουμε. Τώρα προηγείστε εσείς παιδιά μου, ο Κοσμάς μας και το Σοφάκι μας».

«Σωστά, πολύ σωστά», λέει ο Μπάμπης κι η Μαρία τον κοιτάει μέσα από πέταλα που τρεμουλιάζουν στον αέρα. Πάλι αυτή η ανατριχίλα. Έχει μουδιάσει όλη η σπονδυλική του στήλη τώρα.

Ενώ μιλάει με το συμπέθερο, το μάτι του Μπάμπη παίρνει δυο περιστέρια έξω στο μπαλκόνι, πάνω στα κάγκελα. Το ένα τσιμπάει το άλλο, ερωτοτροπούν. Η Μαρία ακολουθεί το βλέμμα του και γελάει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά της. Επτά λάμπες. Επτά.

Ένα τσουλούφι πέφτει πάνω απ’ τα μάτια της Μαρίας, καθώς σκύβει πάνω του να του βάλει κι άλλο καφέ. Πόσο θέλει ν’ απλώσει το χέρι του να το σηκώσει αυτό το τσουλούφι ψηλά, να φανερώσει τα υπέροχα μάτια της, ν’ αγγίξει το άγουρο μέτωπό της, το ετοιμοπόλεμο τόξο του φρυδιού της, τις ατίθασες βλεφαρίδες της. Η Μαρία, σα να μαντεύει τις σκέψεις του, τον κοιτάει ζαβολιάρικα και μισογελάει. Ένα λουλουδάτο άρωμα την ακολουθεί σε κάθε της κίνηση. Επτά λάμπες, επτά.

«Είκοσι χρόνια χήρος, συμπέθερε, ε; Ολομόναχος μεγάλωσες τον Κοσμά μας; Μπράβο σου! Άξιος!» Λέει η συμπεθέρα, δαγκώνοντας ένα εκλεράκι. Καταπίνει και σκουπίζει τη σοκολάτα απ’ τις άκρες των χειλιών της με μια χαρτοπετσέτα. «Καλά, πώς και δεν αποφάσισες να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου; Θα ‘σουν νέος ακόμα όταν χήρεψες».

«Μόλις σαράντα. Ναι, νέος, βέβαια. Αλλά, δεν έτυχε ποτέ…» λέει ο Μπάμπης, που κοκκινίζει σα δεκαεξάχρονος, νιώθοντας το βλέμμα της Μαρίας στυλωμένο πάνω του.
«Ε, και τώρα, ακόμα νέος είσαι, συμπέθερε. Και αρκετά εμφανίσιμος, θα ‘λεγα. Ποτέ δεν είναι αργά», προσθέτει ο συμπέθερος, γελώντας.

Ο Μπάμπης κοιτάει τη Μαρία κι αυτή του χαμογελάει και κουνάει το κεφάλι της συγκαταβατικά λέγοντας, «Φαίνεστε πολύ νέος, κύριε Μπάμπη, στ’ αλήθεια». Το τόξο τεντώνεται, έτοιμο να ρίξει.

«Ε, για μένα θα μιλάμε τώρα; Ήρθαμε εδώ για να ορίσουμε ημερομηνία αρραβώνα για τα παιδιά, όχι για… Ευχαριστώ πάντως», λέει και τα μάγουλά του έχουν τώρα πάρει φωτιά. Επτά λάμπες, επτά.

Για δες, σκέφτεται ο Μπάμπης, καθώς σηκώνει απότομα το ποτήρι με το νερό και πέφτει μια μεγάλη σταγόνα στον ασημένιο δίσκο, σχηματίζοντας μια καρδιά.

Η καρδιά του πεταρίζει καθώς βλέπει τα χειλάκια της Μαρίας ν’ ανοιγοκλείνουν σα βελούδινες κουρτίνες θεάτρου και να φανερώνουν δυο σειρές από ολόλευκα δοντάκια όταν μιλάει, όταν γελάει. Επτά λάμπες, επτά.

Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι. Η Μαρία τρέχει ν’ ανοίξει. Ένας όμορφος, ψηλός νεαρός μπαίνει μέσα, τους κοιτάζει όλους ξαφνιασμένος και λέει δισταχτικά, «Α, συγνώμη. Έχετε επισκέψεις…»

Η καρδιά του Μπάμπη σταματάει όταν βλέπει πως τα μάτια της Μαρίας λάμπουν, ανθοβολούν όταν κοιτάει το νεαρό άντρα.

«Δεν πειράζει, δεν πειράζει, έλα μέσα, Σπύρο», λέει και τον τραβάει ελαφρά απ’ το χέρι.

«Έφερα τα κοινόχρηστα», λέει ο Σπύρος και δίνει το χαρτί των κοινοχρήστων στη συμπεθέρα.

«Πόσο είναι, παιδί μου, γιατί δε βλέπω», λέει αυτή.

«Είκοσι τρία κι εξήντα», απαντάει αυτός.

Η Μαρία, που ως τώρα στέκονταν στις μύτες των ποδιών της και χάζευε το νεαρό, αναψοκοκκινισμένη και απαστράπτουσα, τρέχει στο υπνοδωμάτιο να βρει τα χρήματα, φωνάζοντας, «Έρχομαι αμέσως!» Επιστρέφει πετώντας σχεδόν και βάζει τα χρήματα στην ανοιχτή παλάμη του Σπύρου, που της χαμογελάει. Το χέρι της στέκεται λίγο παραπάνω στο χέρι του, καθώς το τραβάει αργά, χαϊδεύοντας σχεδόν το δικό του. Τον κοιτάζει πονηρά κάτω απ’ τις ζωηρές της βλεφαρίδες και τον στοχεύει με το τόξο του φρυδιού της. Στέκεται εκεί, δίπλα του, ώσπου αυτός χαιρετάει την ομήγυρη και φεύγει.

Ο Μπάμπης νιώθει την καρδιά του να γίνεται θρύψαλα, να φεύγει απ’ τη θέση της, να πέφτει σα τσιμέντο στο στομάχι του. Η πόρτα που κλείνει ακούγεται σαν μια ξαφνική έκρηξη, μια λάμπα που σπάει. Κοιτάει ψηλά. Κι όμως. Επτά λάμπες, επτά.

«Είναι ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Σπουδάζει ψυχολόγος. Στην Πάντειο κι αυτός. Στο πτυχίο. Καλό παιδί», λέει η συμπεθέρα και τινάζει μερικά ψίχουλα απ’ το πέτο της.

Η Μαρία αναστατωμένη, ανακάθεται στην καρέκλα της, κοντανασαίνει, σα μικρό κοριτσάκι που μόλις τέλειωσε το κυνηγητό με τ’ άλλα παιδάκια στην αυλή κι έκατσε να ξαποστάσει λίγο.
Ένα λιθάρι πλακώνει το στήθος του Μπάμπη, η ανάσα του βαριά. Κοιτάει ψηλά με μάτια θολά. Επτά λάμπες, επτά. Ψάχνει απεγνωσμένα το βλέμμα της Μαρίας, να δει, να συγκρίνει, να διαπιστώσει, να καταλήξει, αλλά το βλέμμα της έχει τώρα προσηλωθεί, ονειροπόλο, στα δυο περιστέρια που ερωτοτροπούν στο μπαλκόνι. Κι όμως, δεν μπορεί, σκέφτεται ο Μπάμπης. Επτά είναι ακόμα οι λάμπες, επτά.



Δελτίο Τύπου
Ό,τι Απομένει
του Jonathan Bailie στο Θέατρο ΜΠΙΠ
Πρεμιέρα 12 Φεβρουαρίου

Μια κοινή ιστορία μέσα από τις αφηγήσεις τριών προσώπων μας δίνει την ευκαιρία να αναρωτηθούμε για το δίκαιο και το άδικο του καθενός. Για τις αξίες της κοινωνίας μας σήμερα και το πόσο έχουν αμβλυνθεί. Ο άνεργος, ο κατ’επιλογή υπάλληλος και η γυναίκα που κάποτε είχε όραμα να προσφέρει και κοινωνικό έργο μαζί με τη δουλειά της,η νοσοκόμα, μέσα από συμπτώσεις καταλήγουν σε μια αναμέτρηση η οποία αφήνει με διαφορετικό τρόπο τα σημάδια της στον καθένα. Κοινά σημεία και των τριών είναι η μοναξιά, ο φόβος και η ανάγκη να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Με ποιό τρόπο όμως τα διεκδικεί καθένας από αυτούς; Και τελικά υπάρχει κάτι που να απομένει σήμερα ή όχι; Ο συγγραφέας  παρατηρεί και αφηγείται μέσα από τα μάτια των ηρώων του τη ζωή και τα διλήμματα, τις ατυχίες και τις πτώσεις -συναισθηματικές και κοινωνικές- των ανθρώπων. Το έργο του Bailie σχολιάζει την πτώση των αξιών αλλά και το φόβο που είναι ευδιάκριτος γύρω μας, καθώς μια απλή πράξη καλής πρόθεσης μπορεί να πυροδοτήσει έναν εφιάλτη. Το έργο γράφτηκε το 2012 από τον Ιρλανδό συγγραφέα Jonathan Bailie και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Ταυτότητα παράστασης:

Μετάφραση: Άρτεμις Ορφανίδου
Σκηνοθεσία: Μάριος Παϊτάρης
Σκηνικός χώρος : Aργύρης Ραλλιάς
Επιμέλεια κίνησης : Χρήστος Στα Μαρία
Πρωτότυπη μουσική: Κλειτία Κοκαλάρι
Σχεδιασμός φωτισμών: Γιάννης Ζέρβας
Φωτογραφίες/Σχεδιασμός αφίσας: Βασίλης Τασιόπουλος
Προβολή και Επικοινωνία: Ιωάννα Κουλοχέρη

Παίζουν: Γιάννης Βλάχος, Χριστιάνα Πανοπούλου, Γιώργος Τσιάλος.

Πρεμιέρα: Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018
Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Διάρκεια: 90 λεπτά χωρίς διάλειμμα
Εισιτήρια: 12 € κανονικό, 8 € μειωμένο, 5 € ατέλειες/ ανέργων
Τοποθεσία: ΜΠΙΠ / Αγίου Μελετίου 25 και Κυκλάδων, Κυψέλη.
Τηλέφωνο κρατήσεων: 2130344074
Προπώληση: Viva.gr
Facebook παράστασης: https://www.facebook.com/otiapomeneitheatre
Η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους κάτω των 15 ετών


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Jonathan Bailie είναι θεατρικός συγγραφέας και γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας το 1981. Καταπιάνεται τόσο με την συγγραφή θεατρικών έργων όσο και κινηματογραφικών σεναρίων. Σπούδασε πιάνο στο Πανεπιστήμιο Ulster και αποφοίτησε με BMus (Hons) το 2003 ενώ είναι και κάτοχος μάστερ στη Δημιουργικη Γραφή. Έχει ασχοληθεί με την ποίηση, την αρθρογραφία και την κριτικογραφία και κείμενα του έχουν δημοσιευθεί στα σημαντικότερα μέσα της Ιρλανδίας. Το 2012 γράφει το θεατρικό έργο « Ό,τι απομένει» ( All There Is) το οποίο παρουσιάστηκε με την μορφή αναλογίου και έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Λίγα χρόνια αργότερα ανέβηκε ως ολοκληρωμένη θεατρική παράσταση και γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Έργα του έχουν παρασταθεί και στο Δουβλίνο και επίσης έχουν βραβευθεί από το Συμβούλιο Τεχνών της Βόρειας Ιρλανδίας ενώ παράλληλα ασχολείται ενεργά και με την κινηματογραφική παραγωγή. Η τελευταία του μικρού μήκους ταινία «Quiet» ολοκληρώθηκε πριν λίγο καιρό και ετοιμάζεται να παρουσιαστεί σε πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ παγκοσμίως. Εργάζεται επίσης ως καθηγητής της αγγλικής γλώσσας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συνεργάζεται με το Ίδρυμα Τεχνών Φυλακών ως καθοδηγητής τεχνών.


ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Γ

Η δυσκολία να οριστεί με σαφήνεια η έννοια του μεταμοντέρνου, είναι κάτι που επιτρέπει έναν πλουραλισμό προσεγγίσεων που θα νοηματοδοτούσαν αυτή την έννοια. Σίγουρα προκαλεί αμηχανία και δυσαρέσκεια μια λέξη που υποδηλώνει το επέκεινα του μεγάλου μοντερνιστικού ρεύματος, και στην οποία λανθάνει η έννοια της παρακμής και της έκπτωσης από τα όσα το μοντέρνο θεώρησε πως τέχνη σημαίνει. Πολλοί είναι εκείνοι που χαρακτηρίζουν το μεταμοντέρνο νέο-αβάν-γκάρντ.1 Και αυτό γιατί αν τον διακρίνει κάτι, αυτό είναι η τάση του προς το να γίνει αντί-μορφικός, από-δημιουργικός, παιγνιώδης και αποδομητικός. Κυρίως όμως για το γεγονός ότι, έστω και άρρητα, το μεταμοντέρνο χαρακτηρίζεται από την κρυφή πεποίθηση πως η έννοια της Τέχνης, όπως οι μεγάλοι μοντέρνοι καλλιτέχνες θεωρούσαν, έχει σβήσει. Σε θεωρητικό επίπεδο η αυτοαναφορικότητα του λογοτεχνικού φαινομένου έγινε εύκολα από τα παιδιά των μοντερνιστών αυτοακύρωση, η ερμητικότητα απροσδιοριστία. Από την αποαυτοματοποίηση της πραγματικότητας μέσω της γλώσσας μας έμεινε η πραγματικότητα της αποαυτοματοποίησης. Η λογοτεχνία ως η ρητορική λειτουργία της γλώσσας (De Man) και ως παρουσία μιας απουσίας στην οποία τα σημαινόμενα καταλύονται από τα σημαίνοντα (Derrida) προβληματίζει, εμπλουτίζει και ίσως εγκλωβίζει την θεωρητική σκέψη του 20ου.
Αν για το μοντέρνο οι μεγάλες θεωρητικές δεξαμενές ήταν ο ρομαντισμός και ο συμβολισμός, για το μεταμοντέρνο είναι τα κινήματα της πρωτοπορίας, με την διαφορά όμως πως σε σχέση με αυτά είναι πιο «cool»,2 δηλαδή πιο διαχυτικό, πιο ελαφρύ, δίχως αναφορές σε έννοιες όπως ελευθερία, δημιουργία, ανατροπή. Από την πρωτοπορία φαίνεται να υιοθετεί την διαλυτική και ανοιχτή αντί-φόρμα σε αντίθεση με την κλειστή συνδετική φόρμα του μοντέρνου, την έννοια του παιχνιδιού σε αντιπαραβολή με την έννοια του σκοπού, την οποία με την αυτοτέλεια του υπηρετεί κάθε μοντέρνο έργο.
Το σίγουρο είναι πως το μεταμοντέρνο δεν είναι καλλιτεχνικό ρεύμα ή άλλη μια πρωτοποριακή έκπτωση, όπως κάποιος που αντιλαμβάνεται την θεωρητική και μεταφυσική του πενία θα χαρακτήριζε. Είναι ένας γενικότατος προσδιορισμός της εποχής που ζούμε, μιας εποχής που ακολούθησε τους σύγχρονους μοντέρνους καιρούς. Η πεποίθηση πως το μοντέρνο έχει πια γεράσει άρχισε να διαμορφώνεται ήδη μετά το β’ μισό του 20ου αιώνα και θα μπορούσε να αντικατοπτρίζεται στο σύνθημα «Η τέχνη πέθανε. Μην καταναλώνετε το κουφάρι της», το οποίο γράφτηκε στους τοίχους του αντιαστικού και αντικομφορμιστικού γαλλικού Μάη3. Η κατάλυση της απόστασης μεταξύ δημιουργού και κοινού, ο ποιητής που βγαίνει έξω από τις λέξεις του γραφείου του, («η ποίηση είναι στους δρόμους») και η εναντίωση σε μια ελιτίστικη, εμπορευματοποιημένη τέχνη είναι σίγουρα προτάγματα πρωτοπορίας, δείγματα πως η μοντέρνα τέχνη του Έλιοτ ή του Τζόυς υπολείπεται σε «κάτι» της αδηφάγους πραγματικότητας. Όμως ταυτόχρονα αυτά τα προτάγματα, δίχως αναλυτικώς διατυπωμένο κάποιο θεωρητικό ρίζωμα, μένουν συνθήματα αίολα που γυρίζουν μπούμερανγκ και ανοίγουν δρόμους επικίνδυνους. Το μεταμοντέρνο, ως χρονική συνέχεια, αλλά όχι αναγκαστικά ως κληρονόμος αυτής της αμφισβητητικής πρωτοπορίας, μένει ανοικτό στο κιτς και στην παραλογοτεχνία –σαν να υπάρχει κάποιο δόγμα που να λέει «ό,τι σε γλώσσα αξιοπρόσεκτο», αμαρτία που η θεωρία των δομών σαν ασθένεια μας έχει κολλήσει -, φλερτάρει με την ηλεκτρονική κοινωνία του αστήριχτου υποκειμενισμού και εντάσσεται στην ποπ οπτική, γιατί πολύ απλά, όπως έχει ήδη ανυποψίαστα ειπωθεί, «η τέχνη πέθανε».
Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο η εναντίωση στην αστοκρατούμενη δημοκρατία και τον προσωποκρατούμενο σοσιαλισμό, αν και εξόχως αποκαλυπτική της διάβρωσης των μοντέρνων δομών, όπως αυτής του ψυχροπολεμικού ιμπεριαλισμού, δεν μπόρεσε να αποτρέψει (πολλοί υποστηρίζουν πως ακούσια τον εξέθρεψε με την μη συνέχισή της) την άνοδο του πολιτικού μεταμοντερνισμού. Σε εκείνη δηλαδή την αντίληψη, που καθιστά την δημοκρατία μιντιακή μαζοκρατία, και τον σοσιαλισμό μουσειακή ουτοπία. Δίχως να καλλιεργήσει τους σπόρους της επαναστατικότητάς της, η γενιά που ακολούθησε το baby boom, μετέτρεψε τα κινήματα της σε μνημονικά άλλοθι και όχι σε επίκαιρη θέση απέναντι στους συντηρητισμούς της κάθε εποχής. Πλέον τα ερωτήματα είναι αδυσώπητα: Πόσο προοδευτικό είναι το γκρέμισμα των τειχών –ως σημαίνον είναι-, όταν βρίσκει την αναφορική σημασία του στην εγκαθίδρυση μιας μονοκρατορίας –η οποία προβάλλει στον χρόνο ως σημαινόμενο; Γιατί σε αυτήν την εποχή κανείς και τίποτα δεν φαίνεται διατεθειμένος να υπερασπιστεί την έννοια του σημαινομένου;
Αντιστοίχως, μια τέτοια ερώτηση, τι θα σήμαινε για τον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας; Πόσο σημαίνουσα είναι η αβαρής νεωτερικότητα μιας λογοτεχνίας, όταν το σημαίνον της –αυτοαναφορικότητα των δομών της- στην προσπάθειά του να εδραιωθεί δίχως σημαινόμενο –αναφορά στο έξω του κειμένου- αυτοκατασπαράζεται σαν άλλος Ευρισίχθονας4, αποδιαρθρώνοντας τις ίδιες τις δομές της; Και αλήθεια, το περιβάλλον στο οποίο κάτι τέτοιο διαδραματίζεται πως μπορεί να χαρακτηριστεί;
Για την ώρα, φαίνεται πως η ποιητική γραφή βιώνει συνολικά ένα μεταίχμιο, μια κατάσταση διαρκούς αναζήτησης ώστε να αποτινάξει το φάσμα της μη αναγκαιότητας και του θανάτου, δηλαδή της πεζολογίας και της παντοτινής σιωπής. Σε μια εποχή βάναυσης ελαφρότητας, ο ελεύθερος στίχος ρέπει προς μια ανερμήνευτη ρευστότητα συνεχούς αποσπασματικότητας και έναν απονενοημένο ισοπεδωτικό σχετικισμό, βέβαιος για το ανεξάντλητο της γλώσσας, της μόνης αξίας, μηχανιστικής και συστηματικής, στην οποία φαίνεται να λογοδοτεί. Ταυτόχρονα όμως η ποίηση ως ενδογλωσσική υπόθεση αντέχει; Ή καλύτερα, εάν ο κόσμος, η αναφορά στην πραγματικότητα, εξοστρακιστεί ως μεταφυσικό, εξωγλωσσικό σημαινόμενο δεν θα διαλυθεί το σημείο «ποίηση»; Και μόνο που γίνεται αποδεκτή η παρουσία του (πως αλλιώς;), έστω ως μεταφυσικό σημαινόμενο που δεν παίζει ρόλο στα της ποιήσεως, δεν αποδεικνύεται η υβριδική φύση (πραγματικότητα/γλώσσα –στ’ αλήθεια που έγκειται η μεταφυσική;- ) του σημείου «ποίηση»;. Ποια θα είναι επομένως η αντίσταση της ποίησης, ποιο θα είναι το νέο αναβαπτισμένο προσωπείο με το οποίο θα παρουσιαστεί; Αυτά είναι τα καίρια ερωτήματα που πλανώνται στην μετα-σύγχρονη εποχή την οποία βιώνει η ποιητική γραφή.

1 Ihab Hassan, οπ, σ 31 (υποσημ 6)
2 ο.π σ 36
3 Βλ. το ένθετο τιμητικό ημερολόγιο στην εφ. Κυριακάτικη Αυγή (30/12/2007)

4 Γιος του μυθικού βασιλιά της Θεσσαλίας Τρώπα, τον οποίο τιμώρησε η Δήμητρα με ακατάσχετη βουλιμία σε σημείο που, για να κορέσει την πείνα του, πέθανε τρώγοντας το ίδιο του το σώμα.




Λευκή
Άννα
Με τις τιράντες των αγρών
Και το χαμόγελό σου στη Νορμανδία

από αυτή θα νοιώθεις τα χείλη σου και το διάστημα που μεσολαβεί και
κάθε ειλικρινής μεταμέλεια θα καταγραφεί μέσα σου όπως το παιδί
καταγράφει τους καθρέπτες



και
είσαι το  σώμα, η νύχτα και τα μοναχικά τοπία στο βεληνεκές τους η
πρόφαση, το εξέχον πρόσωπό τους και τίποτα άλλο δεν αναγνωρίζω
και αναγνωρίζεις



και ήσουν για εκατό χρόνια και θα είμαι άλλα τόσα τουλάχιστον, μες στο
μυαλό σου η λέξη, η μουσική για τη λέξη, το παιδί που μιλά για τη λέξη,
μόνο, στην άκρη του σχήματος
και ό,τι
θα
αλλάξει πια
θα
αλλάξει
για
πάντα


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA