Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά


Έπιασα πρόσφατα στα χέρια μου ένα μικρό, πολύ μικρό, σχεδόν ασθενικό βιβλίο να διαβάσω. Από αυτά που λες, α, εντάξει, θα το διαβάσω σε πέντε λεπτά σαν ένα μικρό διάλειμμα και θα προχωρήσω. Έσφαλα. Έσφαλα οικτρά. Στα χέρια μου ήταν ένα βιβλίο που ίσως να θυμάμαι για χρόνια. Όπως ένα ποίημα από έναν άγνωστο ποιητή που διάβασες και ξεχώρισες τόσο πολύ από όλα τα άλλα που το ψιθυρίζεις χρόνια μετά, τις ώρες που δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Μου πήρε μέρες να το διαβάσω. Όχι επειδή είχε βαριά γλώσσα ή βραδύ ρυθμό. Η γλώσσα του ήταν όμορφη, έρεε σταθερά. Οι ιδέες στη σωστή σειρά, τα ομολογουμένως μικροσκοπικά αφηγήματα ξεκάθαρα. Καθόλου δεν μου θύμισε τη Βραδύτητα του Κούντερα, ούτε τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς του Μαρκέζ. Είχε όμως ένα ειδικό βάρος αυτό το βιβλίο. Το ενέταξα στην κατηγορία ‘αστικό νουάρ’ στο μυαλό μου και το ξαναδιάβασα. Γιατί άξιζε και επιδεχόταν μια δεύτερη ανάγνωση. Επειδή τα συμπυκνωμένα νοήματα πολλές φορές μπορεί να οδηγήσουν σε παρερμηνεία κι εγώ δεν ήθελα να πέσω σε τέτοιο σφάλμα. Μέσα στο βιβλίο κάποια κτίρια έπεσαν εν ώρα δράσης. Και χτίστηκαν εφήμεροι δεσμοί. Δεν μπορούσα να το αδικήσω. Έβγαλα, λοιπόν, κάποια συμπεράσματα και σας τα παραθέτω, ίσως θελήσετε να διαβάσετε κι εσείς αυτό το βιβλίο. Ίσως βρείτε κι εσείς τον εαυτό σας σε κάποιους από τους αφανείς ήρωες στο Σύμπαν του Σολίστα, όπως τον βρήκα κι εγώ. Αρχίζοντας με την ανωνυμία των χαρακτήρων, αν εξαιρέσουμε μια περίπτωση, που ίσως είναι και σκόπιμη, θα μπορούσα να σημειώσω ότι δίνει με τον πιο τρανό τρόπο την απομόνωση και την αλλοτρίωση του Σύγχρονου Αστού. Η σεξουαλική αποχαύνωση, ο εθισμός στο διαδίκτυο και σε όλα τα άλλα σύγχρονα τεχνολογικά τεχνάσματα εξανδραποδισμού, η πορνεία, η εκμετάλλευση, όλο το σαθρό οικοδόμημα του αστικού περιβάλλοντος σε μικρά λογοτεχνικά διαμάντια με ανοικτό, κυρίως, τελείωμα. Μα η ανωνυμία δεν αποτελεί τροχοπέδη στην περιγραφή του συγγραφέα. Έρχεται περίτρανα να αποκαταστήσει την τάξη η περιγραφή των κυρίων χαρακτήρων σε κάθε ιστορία, όπου ένα ή δύο μικρά χαρακτηριστικά σκιαγραφούν το ποιόν του ήρωα ή αντί-ήρωα, για να τους αναγάγει σε ένα συμβολικό επίπεδο, να τους χρησιμοποιήσει ως εργαλείο για να συναρμολογήσει και να παρουσιάσει τον αστικό μηχανισμό με τον πιο κλασσικό τρόπο. Όντως, η πένα του συγγραφέα, η δομή της πρότασης, ο διαχωρισμός των παραγράφων, το τρίτο πρόσωπο περιγραφής, η παντελής έλλειψη διαλόγου, παραπέμπει στον κλασσικό τρόπο αφήγησης, δημιουργώντας έναν επιβλητικό τόνο, ένα ύφος που δύσκολα σηκώνει αμφισβήτηση. Υπάρχει βεβαίως, μια απόσταση από τον χαρακτήρα, ίσως μια απόσταση ασφαλείας για τον αναγνώστη, που κάποτε λειτουργεί θετικά, κάποτε αρνητικά. Ένιωσα ότι από κάποιους από τους ήρωες ήθελα περισσότερο… ηλεκτρισμό. Μπορεί όμως και να ήταν και ο στόχος του συγγραφέα να μου δημιουργήσει αυτή τη δίψα, την επιθυμία να δω τους ήρωες να μην φεύγουν από τις ιστορίες ο ένας μετά τον άλλο με τα χέρια στις τσέπες. Δεν θέλω να αδικήσω το βιβλίο, υπάρχει ελπίδα σε κάποιες από τις ιστορίες, κάποια κλεισίματα ανοίγουν δίοδο στην εξέλιξη και το προχώρημα της ζωής. Αλλά πάντα στο πενήντα-πενήντα. Η χαρά άφαντη. Έτσι, για να ξυπνήσει στον αναγνώστη να αναλάβει ο ίδιος στη δική του ζωή την έκφανσή της. Να κτυπήσει το καμτσίκι στα καπούλια του αλόγου του. Κάποτε χρειαζόμαστε να δούμε το αδιέξοδο για να κλωτσήσουμε τον τοίχο. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο αυτοσκοπός αυτής της συλλογής. Κι έτσι, πλησιάζοντας προς το τέλος της ανάγνωσης αυτής… η φθορά του αστικού γνώμονα και η ευδιάκριτη απόγνωση του ψυχισμού του πολίτη είναι διάχυτη σε όλα τα μικροαφηγήματα. Ακόμη και στο διήγημα όπου η φύση μέσα στη ζούγκλα παρεισφρέει σαν έμβολο, σαν μια παράφωνη νότα μετά από μια σειρά διηγημάτων με αστικό θέμα, απρόσμενα έρχεται να επιβεβαιώσει τον κεντρικό άξονα της συλλογής, την αναπάντεχη, δηλαδή, συνάντηση του καθωσπρέπει πολιτισμού με την απελπισμένη του εκδοχή. Και έπειτα έρχεται ο πόλεμος. Με έναν έντεχνο τρόπο κτίζεται η κορύφωση, σε μια συλλογή που η σειρά των διηγημάτων δεν είναι τυχαία, η επιλογή των χαρακτήρων καίρια. Και μετά τον πόλεμο, και τον θάνατο, ο στυγνός ρεαλισμός των οκτώ ενάτων της συλλογής εγκαταλείπεται, και για να επέλθει η κάθαρση ο συγγραφέας έντεχνα περνάει στον μαγικό ρεαλισμό και στην ανύψωση. Την κυριολεκτική ανύψωση και μετά – μετά το βύθισμα και η επανεκκίνηση του μηχανισμού…
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA