Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.
Η Πηνελόπη Γιώσα γεννήθηκε το 1986 στα Ιωάννινα.  Η δεύτερη ποιητική της συλλογή «Ανάδοχοι Καιροί» κυκλοφορεί από το Γενάρη του 2017 από τις εκδόσεις Γκοβόστη, σειρά Τα Ποιητικά.

 Εξ’ ιδίων
(αδημοσίευτο)
Τα χέρια σου να’ ναι από σάρκα
και η καρδιά από φτερό.
Με πόρους καταπιόνες να ρουφάς
το ρίγος της αφής
στις αρτηρίες τ’ ουρανού
στην πρώρα της σελήνης
με λαμνοκόπι να πορεύεσαι
στρωτό και θαρραλέο.
Μονάχα έτσι, άνθρωπε, γίνονται οι γαίες ουρανοί. 

 *
 
Βροχή
(αδημοσίευτο)
Κάθε φορά που βρέχει
θαυμάζω την αυτοθυσία της στάλας
να ξενιτευτεί απ’ την πατρίδα τ’ ουρανού
για μια μόνο στιγμή συνεύρεσης με το χώμα.

Μες στον εσμό των έκπτωτων δακρύων
εκείνη επιμένει να κυλά
θολωμένη από λύπη ή από χαρά
-αδιευκρίνιστο-
που εντέλει υγροποιήθηκε
απτή πλέον κι ορατή
απαρνούμενη την αιθέρια φύση της,
ταγμένη για να ξεπλένει
τα πληγιασμένα γόνατα των παιδιών
και την ελπίδα των απελπισμένων. 
 
*

Γεωμετρία
Πόσο θα’ θελα απόψε η σελήνη
να μην ήταν στρογγυλή.
Ας ήτανε τετράγωνη, όπως η λογική σου
ας ήτανε τριγωνική, σαν ένα ισοσκελές τρίγωνο
που στέκεται γερά στα πόδια του
και σχηματίζει γωνίες ίδιες με ξιφολόγχες
που με σημαδεύουν
που ολοένα αμβλύνονται
μέχρι οι γραμμές τους να γίνουν παράλληλες,
απόμακρες η μια από την άλλη.

Ο κύκλος έχει αρχή και τέλος που ενώνονται
μέσα του μπορείς να χορέψεις ξέφρενα
το χορό της βροχής
γυμνή με τα χέρια στραμμένα προς τα πάνω,
βγάζοντας ιαχές αγρίων
που εγώ τους ονομάζω
γνήσιους πρωτόπλαστους ανθρώπους.

Ο κύκλος προστατεύει όσους περικλείει˙
περικλείει εσένα, εμένα, τις μνήμες μας
που έγιναν προσάναμμα για τον εκστατικό χορό μου.

Δε θέλω τη σελήνη στρογγυλή απόψε.
Οι κύκλοι έχουν κοινή αρχή και τέλος.
Το δικό μου τέλος δεν έφτασε ακόμα
να μοιάσει με αρχή.
Και πόσα φεγγάρια ακόμη ν’ αγναντέψω
μέχρι να σμίξουν τα δύο άκρα;
Ανάδοχοι Καιροί, εκδόσεις Γκοβόστη

 *

Το Ενοικιαζόμενο
Λένε πως σε κρατούν στο ένα τους χέρι˙
έχουν τους τίτλους ιδιοκτησίας σου
την ψιλή κυριότητα και την επικαρπία σου.
Όμως κανείς τους δεν σ’ έχει ακούσει
να κλαις τις νύχτες
για τις αγύριστες χαρές και χαρμολύπες
που σου δανείσανε κάποτε
οι ενοικιαστές σου.

Κανείς δεν αφουγκράστηκε τα γογγυτά
απ’ τα πατώματα που τρίζουν εν μέσω της νυκτός
σε κάθε ξεχασμένο βηματισμό της θύμησης
που επιμένει να βαδίζει.
Κανείς τους, μονάχα εγώ
πότισα τον βασιλικό στο παραθύρι
σαν έστεκε μαραζωμένος
στο άνυδρο μούχρωμα της γειτονιάς.

Κι ήμουν εγώ που’ διωχνα τα περιστέρια
από τους κόρφους σου
μην τυχόν και μαγαρίσουν τις απλωτές αγκάλες σου
οι ερωτοτροπίες τους.
Είσαι ένα σπίτι ενοικιαζόμενο, θα πεις
Δεν επιτρέπεται να σ’ αγαπούνε
Παραπαίεις απ’ τις μισθώσεις και τα συμβόλαια
κι οι κλειδοκράτορες πολλοί
απομυζούνε τον σοβά και τον ασβέστη σου.

«Καλύτερα να φύγεις κι εσύ»,
θα μου πεις με παράπονο.
«Pacta sunt servanda»*.

Παίρνω τη βαλίτσα μου
και σε κλειδώνω στην καρδιά μου.

*τα συμφωνηθέντα πάντα τηρούνται
Ανάδοχοι Καιροί, εκδόσεις Γκοβόστη

 *

Λαθέψαμε
(αδημοσίευτο)
Παραδοθήκαμε στα ημίμετρα˙
μια ζωή μ’ ευθυγραμμίσεις χάρακα
δίχως μιαν αναπάντεχη καμπύλη
να επιφυλάσσει λοξοδρόμηση
όταν όλες οι εφαπτόμενες συνευρέσεις
ποθούσαν μία κοιλότητα μονάχα
εκεί να εναποθέσουν σπέρμα ανανέωσης
στης επανάληψης τη γερασμένη μήτρα.

Κι ήταν η δίψα μας γι’ αλάτι ακατάπαυστη
τόσο που λησμονήσαμε την αμφίβια φύση μας
σε έλη του γλυκού νερού
και ξανοιχτήκαμε επιπόλαια σε υπερπόντιες καταδύσεις
αψηφώντας των ωκεανών τα ρεύματα
εξισώνοντας βράγχια με πνεύμονες
φτερά με λέπια.

Στο τέλος καταντήσαμε σπονδυλωτά που έρπουν
όλο λίκνισμα
στο πρώτο άρπισμα της ανάγκης.

------------------------------------------------------------------------
Η Πηνελόπη Γιώσα γεννήθηκε το 1986 στα Ιωάννινα. Σπούδασε Νομική σε προπτυχιακό επίπεδο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο UCL και στο UEA ως υπότροφος του Ιδρύματος «Προποντίς». Διαμένει στην Αγγλία όπου πραγματοποιεί τις διδακτορικές της σπουδές. Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ενδόμυχα» κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Ηριδανός, ενώ η δεύτερη ποιητική της συλλογή «Ανάδοχοι Καιροί» κυκλοφορεί από το Γενάρη του 2017 από τις εκδόσεις Γκοβόστη , σειρά Τα Ποιητικά. Ποιήματα και μεταφράσεις της από τα Αγγλικά, Γαλλικά και Τουρκικά έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Πόρφυρας», «Οροπέδιο», «Εμβόλιμον», «Παρέμβαση», αλλά και στα λογοτεχνικά sites frear.gr, poiein.gr, fteraxinasmag.wordpress.com, biblioteque.gr.


Του Πέτρου Γκολίτση

ΔΥΟ ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΖΕΝΗΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
(ΜΑΣΤΡΟΡΑΚΗ-ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΙ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ)

Ι
ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ.
ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ, ΤΑ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ

Αν ο ελληνισμός του Καβάφη είναι ελληνικός, του Παλαμά εθνικός και του Σεφέρη μυθο-ποιητικός, που συναιρεί το μοντέρνο με το δημοτικό και το εγχώριο με το οικουμενικό της εποχής του, τότε ποιος είναι ο ελληνισμός της Μαστοράκη; Προτού απαντήσουμε ας αναλογιστούμε, πέρα από τον “αιγιακό-του κολάζ” ελληνισμό του Ελύτη (σεβόμενοι το Άξιον Εστί και το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου), τον μπολιβάριο ελληνισμό του Εγγονόπουλου και τον ακέφαλο τέλος του Σαχτούρη.
Αν λοιπόν ο ελληνισμός του Καβάφη είναι ελληνικός, με την έννοια του κράματος και της «Κοινής Ελληνικής Λαλιάς», ο ελληνισμός της κορυφαίας μας ποιήτριας είναι αυτός μιας μετα-σολωμικής ελληνικότητας περασμένης από τα βάθη και από τα ρήγματα του Βυζαντίου. Μεταρομαντικός σε μιαν ανάγνωση, που φαντασιώνεται και ανασυνθέτει, παίρνοντας και πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, καθότι βρίσκεται σε μια διαρκή και ενημερωμένη ανταπόκριση με το παρόν και με την ιστορία, με ρίζες που ξεπερνούν κατά πολύ την επιφάνεια, και που αντέχουν στην πτώση και την πίεση πρόσκαιρων σχηματισμών αλλά και ενώσεων.
Έτσι, σε αυτά τα πλαίσια, αντί της «ιστορικής ποιητικής» του Καβάφη, ή της «μυθικής μεθόδου» του Πάουντ, του Σεφέρη ή του Έλιοτ, η ποιητική της Μαστοράκη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως, μια ιστορικο-παραμυθιακή ποιητική, μιας γυναίκας, που ως παιδί, στη νέα χοάνη των καιρών, μεταπολεμικά φορούσε φορεματάκια 2nd hand, −αποφόρια «μεταποιημένα», «ξήλωνε, ξανάραβε, από μεγαλίστικα αμερικάνικα φουστάνια», και πόσο μάλλον τα χαιρόταν− σταλμένα από την νικήτρια του δεύτερου μεγάλου πολέμου, την εγγυήτρια Αμερική (στα πλαίσια του πακέτου Μάρσαλ). Μια δύναμη που μας έστειλε καρφί και στην αμήχανη και ασφυκτική αγκαλιά της Χούντας, κλίμα εντός του οποίου ωριμάζει η ποίησή της για να εκτοξευθεί. Έτσι, σε μια «τζι άι τζο» κατάσταση, με τους εγχώριους, αυτόκλητους και μη εντολοδόχους, με τα καλά της αγγλοσαξονικής παιδείας, μουσικής και διάχυσης, στο νέο κράμα και με παρόντες τους φενακισμούς της εξουσίας, σε μια νέα Αντιόχεια των καιρών, σε μια Αθήνα, η Μαστοράκη τρέφεται, αφουγκράζεται και περιμένει, βιώνοντας με τις ποιητικές αντένες της, τη δυσκαμψία του μοχλού, την μη εκλέπτυνση των απολήξεων, των δαχτύλων, καθώς κινείται από τα πέρατα του κόσμου, τη Ρώμη της Αμερικής –τώρα του Βερολίνου–, τη Ρώμη των καιρών μας, της πολιτικής και της παγκόσμιας –σχεδόν– επικυριαρχίας. Η ποιήτρια λοιπόν συμπάσχοντας και συμπαθώντας, με την έμφυτη ενσυναίσθησή της και διατηρώντας την, ούτως ή άλλως, αποστασιοποιημένη ταυτότητά της, δίχως ειρωνεία, πονά και καταγράφει μεταγράφοντας ποιητικά, το δράμα, το αδιέξοδο, την ασφυξία, στην οποία τέμνεται το υποστασιακό με το ιστορικό. Κι όλα διαλύονται και σκάζουν, κι αυτή εκεί, έως τέλους, ως δυνατή μορφή, στα εσώψυχα, να μαρτυρά την νέα άλωση, με γνώση αυτοκρατορική και βλέμμα τροχισμένο από τους και στους αιώνες.

II
O Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΙ Η ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
(ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΛΑΙΣΙΟ)

Στο τελικό αυτό μέρος της θέασής μας στο σύνολο της ποίησης της Τζένης Μαστοράκη (βλ. και Ποιητικές μεταστοιχειώσεις. Στοιχεία εξπρεσιονισμού στην ποίησή μας, εκδ. Ρώμη, 2017) θα σταθούμε σε ένα ανέκδοτο ποίημα του K.Π. Καβάφη, ώστε από εκεί να πιάσουμε κάποιες χαρακτηριστικές αποχρώσεις, αλλά και να συνοψίσουμε την ποιητική-παραμυθητική της κορυφαίας μας ποιήτριας. Ο Καβάφης λοιπόν στο α ν έ κ δ ο τ ο ποίημα του «Τεχνητά άνθη», και άρα ως τέτοιο ανολοκλήρωτο ή επανα-επεξεργάσιμο, σύμφωνα με την αντίληψη και την πρακτική του ποιητή, μας εισάγει στον τόπο της αντι-φύσης, θυμώνοντας καβαφικά προφανώς πικραμένος και διατηρώντας ένα ειρωνικό παράπονο τόσο για τη φύση της φθοράς και το περαστικό των μορφών και των σωμάτων μας, όσο και για το «κοινόχρηστο» και ενιαίο της ηδονής. Μας λέει:

Δεν θέλω τους αληθινούς ναρκίσσους μηδέ κρίνοι
μ’ αρέσουν, μηδέ ρόδα αληθινά.
Τους τετριμμένους, τους κοινούς κήπους κοσμούν∙
Με δίνει
η σάρκα των πικρία, κούραση κι οδύνη−
τα κάλλη των βαρυούμαι τα φθαρτά.
Δόστε μου άνθη τεχνητά…

Το ποίημα αυτό παραμένει στο αρχείο των ανέκδοτων ποιημάτων του Καβάφη, όχι μόνο γιατί δεν πληροί το αισθητικό κριτήριο του σημαντικότατου και οικουμενικού αυτού ποιητή, αλλά επειδή δεν κατασταλάζει, δεν δίνει άμεσα και οριστικά, αυτό που ήθελε να πει ο ποιητής στο νοηματικό επίπεδο, στο συνδυασμό δηλαδή της ωραιότητας και της φθοράς, όπως απασχόλησε τον ποιητή. Το ποίημα μας εμφανίζεται ως διπλά ειρωνικό, δηλαδή ενώ σε πρώτο επίπεδο τάχα τον κουράζουν, τον πικραίνουν και του προκαλούν πόνο τα φυσικά άνθη που με τα φθαρτά τους κάλλη τον κάνουν τάχα να βαριέται, ενώ αυτό που επιζητεί δεν είναι παρά το ιδιαίτερό τους κάλλους, που έστω φθαρτό υπήρξε κι ας κράτησε μόνο για μια «στιγμή» το στιγμιαίο είναι αυτό που μετωνυμικά και ουσιαστικά τον ενοχλεί και σε δεύτερο επίπεδο αυτό που αυξάνει την ενόχλησή του, του «ανδρείου αυτού της ηδονής», είναι που «οι αληθινοί νάρκισσοι», οι «αληθινοί κρίνοι» και τα «αληθινά ρόδα» κοσμούν «τετριμμένους» κήπους, κοινούς, και άρα όχι μοναδικούς και αναντικατάστατους, όπως είναι προφανώς έτσι τον νιώθει ο δικός του κήπος της ηδονής. Τέτοιο ίσως το μερτικό του στα της σάρκας.
Ο ποιητής λοιπόν ζητά «άνθη τεχνητά» γιατί μέσω της φαντασίας και της αναπλαστικής δύναμης της μνήμης που προσθέτει, αφαιρεί και επιχρωματίζει μπορεί να τα πλάσει όπως αυτός επιθυμεί. Σε μια σύνθεση, σε ένα διόλου τετριμμένο και κοινό κήπο, που με τη σάρκα τους και με τα κάλλη τους τα άφθαρτα θα του δίνουν χαρά, θα τον ξεκουράζουν και θα του ομορφαίνουν τη ζωή, χωρίς να πρέπει επιπρόσθετα να τον παρηγορούν, καθώς αναλλοίωτα και τεχνητά-τεχνουργημένα όπως είναι, θα αντι-στέκονται στο πέρασμα του χρόνου, που τόσο τον πληγώνει, ως μαχαιριά. Ή αλλιώς, ο ποιητής θα φτιάξει τον κήπο των ονείρων του από το σύνολο των εμπειριών και των φαντασιώσεων μιας ολάκερης ζωής, όπως τα άλλαξε και τα κράτησε μέσω της τέχνης και μέσω της βιωμένης του μνήμης, τεχνουργώντας τα, ως άλλα γλυπτά.
Η ιδέα λοιπόν αυτή, η αποκατάσταση και το ανέβασμα της αισθητικής ακεραιότητας και της ομορφιάς του ανθρώπου, πραγματώνεται καλύτερα, πέρα από την «Κηδεία του Σαρπηδόνος», και εδώ ανοιγόμαστε σιγά-σιγά στη σχέση του ποιητή Καβάφη με την ποιήτρια Μαστοράκη, όπου βλέπουμε τον χαρακτηριστικό στίχο: «Τώρα σα νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης», στο ποίημα «Τυανεύς γλύπτης», όπου και διαβάζουμε:

αυτόν μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τον νέον Ερμή.

(Βλ. επίσης τα ποιήματα «Μέρες του 1906», «Ρωτούσε για την ποιότητα», «Ζωγραφισμένα», «Ευρίωνος Τάφος», «Αριστόβουλος», «Από την Σχολήν του περιωνύμου Φιλοσόφου», «Οροφέρνης», «Ο Καθρέφτης στην είσοδο», «Κάτω απ’ το σπίτι», κ.ά.). Συναντώντας επομένως τον οραματικό ιδανισμό του ποιητή και την προβεβλημένη αποθεωτική λαμπρότητα του ινδάλματος του εαυτού του πρωτίστως, εκστασιασμένος όπως είναι μπροστά στα είδωλα που βγαίνουν μέσα από τον μαγικό και μεταποιητικό καθρέφτη της ποίησής του −ως ένας μηχανισμός αναβίωσης και μετάπλασης της ίδιας της μνήμης− ο ποιητής γειώνεται κάθε φορά γνωρίζοντας και μετέχοντας όχι μόνο στην πρόσκαιρη λάμψη, την προορισμένη να σβήσει, αλλά βιώνοντας την αλλαγή και τη φθορά από μέσα:

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φριχτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρηση καμιά.
(«Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου»)

Έτσι, ο ποιητής ενδίδοντας στον πόνο, φοβούμενος τον θάνατο και το αδιέξοδο του κόσμου, είναι που αναφωνεί, τολμώ να πω, «ουρλιάζει»:

Δόστε μου άνθη τεχνητά…
το οποίο και στέκεται στον αντίποδα, του ψύχραιμου, του τόσο χαρακτηριστικά κατασταλαγμένου καβαφικού ψυχισμού, όπου ο ποιητής τελεί και θωρεί από μια ορισμένη απόσταση:

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
(«Απ’ τες εννιά»)
Τώρα, τι σχέση έχουν τα παραπάνω με τη Μαστοράκη; Πριν πούμε οτιδήποτε ας δούμε μήπως το ίδιο το έργο της μας απαντά από μόνο του, δίχως καμία διαμεσολάβηση, χωρίς κανένα δηλαδή δικό μας πλαίσιο. Μες στη φορά, μες στη φθορά των όσων ήδη θέσαμε. Διαβάζουμε:

Τον εραστή των φαντασμάτων, των ταξιδευτών, κι όσων
εφύγαν πάρωρα, αυτόν καλούσε,

μες στο σκοτάδι που διαβαίνει μοναχός, στις ερημιές που
διάβαινε ωραίος, απ’ τον καιρό λιωμένος, σέρνοντας τη
λύπη του, χλομό κοράσι.

Και σιγανά τού κρένει, και δεν άκουγε, πού περπατείς,
ψιθύριζε, και δεν τον φτάνει, στις ρεματιές δροσίζεται,
στο αγκαθινό, σε κλίνη ανεσκαμμένη απ’ άκρη σ’ άκρη,
και στα λινά μιας παραδείσου, τού ψιθύριζε, ήσουν καλός,
και δεν ακούς, και μη λυπάσαι, όνειρο ήταν και περνά,
μη σκιάζεσαι,

εκεί που νυχτοπερπατείς σε ξένους ύπνους.

Και πέρα από το κομβικό αυτό ποίημα που συναντάται στην αρχή της ποιητικής σύνθεσης στο Μ’ ένα στεφάνι φως, ας δούμε και ένα «αντίστοιχο» ποίημα από την προηγούμενη χρονικά συλλογή, τις Ιστορίες για τα βαθιά.

Ας μείνει ανεξήγητος τούτος ο χτύπος σε γούρνες χωσμένες και σήραγγες, όπως δραπέτης στη λίμνη ξημέρωμα.
Με πένθη αιώνων να πνέουν οι άνεμοι, σέρνοντας τρόμους λαθραίων ερώτων, εγκόλπια, μαύρους πλοκάμους, μικρά ευσεβή αναθήματα, νέους που βράχηκαν μέχρι το κόκαλο σε μπόρα αιφνίδια, ώρα εσπέρας.

Και πολλοί ποταμοί παρασύροντας στέγες αθλίων, αγγελίες μικρών αποστάσεων, προτροπές, νουθεσίες και όρκους, ασπασμούς, και τα κλάματα. Παρασύροντας κλίνες απίστων συζύγων, και τις άνανδρες λέξεις «λαχτάρα μου».
(«Οι άπιστοι»)
Με την πρόσθετη διευκρίνηση πως η Μαστοράκη είναι μια «αυτόχειρας που έγραφε», μια πυρπολημένη που διέσχιζε τα κατεστραμμένα ορυχεία, μια λαμπαδιασμένη που βουτούσε από τους εξώστες των κεντρικών μεγάρων, φέροντας πάνω της την βούλα αυτοκρατορικής επιστολής που εκλάπη καθ’ οδόν, κάπου στον χρόνο, και όλο την αναζητεί και μας την μεταφέρει από μνήμης. Γνωρίζοντας συνάμα, στον αντίποδα του Καβάφη, πως:
Τις γραφές τους να τρέμεις τις απάτες κι όλο πατήματα–
βιγλατόρων που γέρνουν στη ξύλινη γέφυρα, κι από πέρα φωτιές κι ενορίες σφαγμένες, ή φωνές ναυαγίων κι εκρήξεις, αρπαγές γυναικών και το πλιάτσικο κεντρικής αγοράς όπου ξέσπασε πυρκαγιά μεσημέρι, και βουνά που χαράζονται, όπως γκρεμίζει πανάρχαιο ικρίωμα, ή κλαψούρισμα ζώου που βρέθηκε νύχτα στο ρέμα να ‘χει έξαφνα δύο κεφάλια–
Με φωνές στρατευμάτων σε ώρα επίθεσης, μουγκρητά και ανάθεμα, με βαθιές βασκανίες και ξόρκια, με γητειές, μαγγανείες,
να φυλάγεσαι, λέω, τους αυτόχειρες που έγραφαν.
(«Περί των αφηγήσεων εν γένει»)
Ενώ και οι δύο ποιητές, Καβάφης και Μαστοράκη, παραμένουν χαρακτηριστικά συνεπείς με τον εαυτό τους από όλες θα λέγαμε τις πλευρές η στάση τους διαφοροποιείται στη θέασή τους προς τα «τείχη». Δηλαδή ενώ ο Αλεξανδρινός επιλέγει μια στάση αποδοχής των «Τειχών» και των ορίων, τελώντας μέσα σε μια σεμνή, συγκρατημένη θα λέγαμε, αξιοπρέπεια, δίνοντας μας το ηθικό του πέρα από το αισθητικό του κλίμα, η Αθηναία και σύγχρονή μας ποιήτρια φαίνεται να βρίσκεται πέρα από τα «Τείχη», ξεπερνώντας τα όρια, με την ώθηση του φαντασιακού της, και με δεδομένη βεβαίως την ιδιοσυγκρασία της και την μυθοποιητική της δύναμη.
Εκτός των τειχών είναι λοιπόν που μας αποκαλύπτει η Μαστοράκη την ανθρώπινη παρουσία, σε μια ακόμη οργανική ενότητα μορφής και περιεχομένου, όπως και στον Καβάφη, όπου όμως το μέσα συμπλέκεται με το έξω αλλιώς, σε μια ουσιαστική μετατόπιση του κέντρου βάρους των τεκταινόμενων. Επομένως, αν στον Καβάφη αναρωτιόμαστε σε ποιον συμβαίνουν τα ποιήματα και πώς, και αν στεκόμαστε στα τόσα προσωπεία του, στην Μαστοράκη σκεφτόμαστε που συμβαίνουν τα ποιήματα και πότε, και όχι σε ποιον. Έστω και αν ο φορέας τους είναι κάποιος που, σε αυτό το πλαίσιο, σίγουρα φαίνεται να είδε: τα εγκλήματα, τα πάθη των ανθρώπων τα συλλογικά, τα προαιώνια, πέρα από την ιστορία, την ενοχή του είδους και όχι του προσώπου και του ιδιώτη, ανοίγοντας την ηθική πιο πέρα και σκάβοντας σε βάθη νέα.


Αν λοιπόν ο Καβάφης είναι ένας poeta faber (ποιητής τεχνίτης) ή καλύτερα ο poeta faber της γραμματείας μας, η Μαστοράκη είναι μια poeta vates (ποιήτρια οραματίστρια) εντασσόμενη στην γραμμή του Ομήρου, του Πάουντ, του Σαχτούρη. Αντί της άλλης γραμμής που φέρει επίσης μορφές σημαντικότατες του μεγέθους του Σολωμού, του Έλιοτ και του Σεφέρη. Υπογραμμίζοντας βεβαίως πως όλοι οι ποιητές παραμένουν ποιητές φλέβας –αλλιώς δεν είναι ποιητές– αλλά η ιδιοσυγκρασία τους, το πώς θα δουλέψουνε τελικά τα ζύγια, είναι που γέρνει την πλάστιγγα στη μία ή στην άλλη πλευρά.


Έπιασα πρόσφατα στα χέρια μου ένα μικρό, πολύ μικρό, σχεδόν ασθενικό βιβλίο να διαβάσω. Από αυτά που λες, α, εντάξει, θα το διαβάσω σε πέντε λεπτά σαν ένα μικρό διάλειμμα και θα προχωρήσω. Έσφαλα. Έσφαλα οικτρά. Στα χέρια μου ήταν ένα βιβλίο που ίσως να θυμάμαι για χρόνια. Όπως ένα ποίημα από έναν άγνωστο ποιητή που διάβασες και ξεχώρισες τόσο πολύ από όλα τα άλλα που το ψιθυρίζεις χρόνια μετά, τις ώρες που δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Μου πήρε μέρες να το διαβάσω. Όχι επειδή είχε βαριά γλώσσα ή βραδύ ρυθμό. Η γλώσσα του ήταν όμορφη, έρεε σταθερά. Οι ιδέες στη σωστή σειρά, τα ομολογουμένως μικροσκοπικά αφηγήματα ξεκάθαρα. Καθόλου δεν μου θύμισε τη Βραδύτητα του Κούντερα, ούτε τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς του Μαρκέζ. Είχε όμως ένα ειδικό βάρος αυτό το βιβλίο. Το ενέταξα στην κατηγορία ‘αστικό νουάρ’ στο μυαλό μου και το ξαναδιάβασα. Γιατί άξιζε και επιδεχόταν μια δεύτερη ανάγνωση. Επειδή τα συμπυκνωμένα νοήματα πολλές φορές μπορεί να οδηγήσουν σε παρερμηνεία κι εγώ δεν ήθελα να πέσω σε τέτοιο σφάλμα. Μέσα στο βιβλίο κάποια κτίρια έπεσαν εν ώρα δράσης. Και χτίστηκαν εφήμεροι δεσμοί. Δεν μπορούσα να το αδικήσω. Έβγαλα, λοιπόν, κάποια συμπεράσματα και σας τα παραθέτω, ίσως θελήσετε να διαβάσετε κι εσείς αυτό το βιβλίο. Ίσως βρείτε κι εσείς τον εαυτό σας σε κάποιους από τους αφανείς ήρωες στο Σύμπαν του Σολίστα, όπως τον βρήκα κι εγώ. Αρχίζοντας με την ανωνυμία των χαρακτήρων, αν εξαιρέσουμε μια περίπτωση, που ίσως είναι και σκόπιμη, θα μπορούσα να σημειώσω ότι δίνει με τον πιο τρανό τρόπο την απομόνωση και την αλλοτρίωση του Σύγχρονου Αστού. Η σεξουαλική αποχαύνωση, ο εθισμός στο διαδίκτυο και σε όλα τα άλλα σύγχρονα τεχνολογικά τεχνάσματα εξανδραποδισμού, η πορνεία, η εκμετάλλευση, όλο το σαθρό οικοδόμημα του αστικού περιβάλλοντος σε μικρά λογοτεχνικά διαμάντια με ανοικτό, κυρίως, τελείωμα. Μα η ανωνυμία δεν αποτελεί τροχοπέδη στην περιγραφή του συγγραφέα. Έρχεται περίτρανα να αποκαταστήσει την τάξη η περιγραφή των κυρίων χαρακτήρων σε κάθε ιστορία, όπου ένα ή δύο μικρά χαρακτηριστικά σκιαγραφούν το ποιόν του ήρωα ή αντί-ήρωα, για να τους αναγάγει σε ένα συμβολικό επίπεδο, να τους χρησιμοποιήσει ως εργαλείο για να συναρμολογήσει και να παρουσιάσει τον αστικό μηχανισμό με τον πιο κλασσικό τρόπο. Όντως, η πένα του συγγραφέα, η δομή της πρότασης, ο διαχωρισμός των παραγράφων, το τρίτο πρόσωπο περιγραφής, η παντελής έλλειψη διαλόγου, παραπέμπει στον κλασσικό τρόπο αφήγησης, δημιουργώντας έναν επιβλητικό τόνο, ένα ύφος που δύσκολα σηκώνει αμφισβήτηση. Υπάρχει βεβαίως, μια απόσταση από τον χαρακτήρα, ίσως μια απόσταση ασφαλείας για τον αναγνώστη, που κάποτε λειτουργεί θετικά, κάποτε αρνητικά. Ένιωσα ότι από κάποιους από τους ήρωες ήθελα περισσότερο… ηλεκτρισμό. Μπορεί όμως και να ήταν και ο στόχος του συγγραφέα να μου δημιουργήσει αυτή τη δίψα, την επιθυμία να δω τους ήρωες να μην φεύγουν από τις ιστορίες ο ένας μετά τον άλλο με τα χέρια στις τσέπες. Δεν θέλω να αδικήσω το βιβλίο, υπάρχει ελπίδα σε κάποιες από τις ιστορίες, κάποια κλεισίματα ανοίγουν δίοδο στην εξέλιξη και το προχώρημα της ζωής. Αλλά πάντα στο πενήντα-πενήντα. Η χαρά άφαντη. Έτσι, για να ξυπνήσει στον αναγνώστη να αναλάβει ο ίδιος στη δική του ζωή την έκφανσή της. Να κτυπήσει το καμτσίκι στα καπούλια του αλόγου του. Κάποτε χρειαζόμαστε να δούμε το αδιέξοδο για να κλωτσήσουμε τον τοίχο. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο αυτοσκοπός αυτής της συλλογής. Κι έτσι, πλησιάζοντας προς το τέλος της ανάγνωσης αυτής… η φθορά του αστικού γνώμονα και η ευδιάκριτη απόγνωση του ψυχισμού του πολίτη είναι διάχυτη σε όλα τα μικροαφηγήματα. Ακόμη και στο διήγημα όπου η φύση μέσα στη ζούγκλα παρεισφρέει σαν έμβολο, σαν μια παράφωνη νότα μετά από μια σειρά διηγημάτων με αστικό θέμα, απρόσμενα έρχεται να επιβεβαιώσει τον κεντρικό άξονα της συλλογής, την αναπάντεχη, δηλαδή, συνάντηση του καθωσπρέπει πολιτισμού με την απελπισμένη του εκδοχή. Και έπειτα έρχεται ο πόλεμος. Με έναν έντεχνο τρόπο κτίζεται η κορύφωση, σε μια συλλογή που η σειρά των διηγημάτων δεν είναι τυχαία, η επιλογή των χαρακτήρων καίρια. Και μετά τον πόλεμο, και τον θάνατο, ο στυγνός ρεαλισμός των οκτώ ενάτων της συλλογής εγκαταλείπεται, και για να επέλθει η κάθαρση ο συγγραφέας έντεχνα περνάει στον μαγικό ρεαλισμό και στην ανύψωση. Την κυριολεκτική ανύψωση και μετά – μετά το βύθισμα και η επανεκκίνηση του μηχανισμού…
 
Τόπος στη γαλήνη (Εκδ. Θράκα, 2017)
Εγκατέλειψα

ό,τι ασπαζόμουν.
Κλείνω τα μάτια:
Το τζάκι σιγοκαίει Μπροστά στους μπορντό καναπέδες Στην
άκρη η ξύλινη γυριστή σκάλα Όδηγεί στα ιδιαίτερα δώματα
Από κάτω το γραφείο Με χαμηλό φωτισμό Κι εγώ Κάθομαι
Και κοιτάζω έξω, δυο κοτσύφια
που πίνουν νερό από τη γούρνα                      Βγαίνω


(Στην 5η Όικουμενική τα σημεία για τις ζωές
σβήστηκαν – τεχνηέντως – ως αναληθή)




Δείπνο για νεκρούς
Ο ένας απέναντι απ' τον άλλον.
Προσεκτικά οι λευκές
πετσέτες πάνω στα σπασμένα μας γόνατα.
Σερβίτσιο με πορσελάνη πολυτελείας
καθρέφτης.
Όχι δε σκύβουμε
μη και δούμε τις μορφές μας
το αποφεύγουμε
χρόνια.
Το κρέας σερβιρισμένο
σάπιο
πάνω στα πιάτα μας.
Προσεκτικά με το πιρούνι καρφώνουμε
τις αναμνήσεις μας
Προσεκτικά με το μαχαίρι
τεμαχίζουμε τις σάρκες μας.
Μικρές μπουκιές
απ' τα κορμιά μας.
Τρώμε αργά την αγάπη μας
πίνουμε μαύρους οργασμούς,
αφρίζει η ψυχή μας στο ποτήρι.
Tα λευκά στεφάνια μας
όμορφα καρφώνουν το μέτωπο
Σταυρωμένοι πάνω στο ξύλο της σιωπής.
Τετέλεσται αγάπη μου.




Ζέττα Μπαρμπαρέσσου
Τα πουκάμισα
"Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες"
Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβριος 2017

* * *
Αγαπημένε μου Φ.,
ξυπνάω σήμερα το πρωί και λέω πρέπει να γράψω το όνειρο, γιατί μετά θα το ξεχάσω. Να γράψω ό,τι είδα. Με ακρίβεια. Γιατί, αν περάσει η ώρα και το σκεφτώ και το ξανασκεφτώ, θ’ αρχίσω να βάζω μέσα και δικά μου. Πρέπει να είμαι προσεκτική. Ούτε περικοπές πρέπει να κάνω από φόβο μήπως και πλατειάσω. Γιατί, τότε, θα είναι πάλι ένα φτιαχτό όνειρο, όχι αυτό που είδα. Να ζητήσω χαρτί και στυλό. Μπορούν να μου δώσουν. Η γραφική ύλη δεν είναι ούτε φαγητό ούτε ποτό. Άρα δε θα με βλάψει. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου να μη σκέφτεται το όνειρο. Να μην αλλοιωθεί από το πολύ αναμάσημα. Μέχρι τη στιγμή που θα ’ρθει η κοπέλα. Και θα της ζητήσω χαρτί και μολύβι.
Η πρώτη της δουλειά, κάθε πρωί, είναι ν’ ανοίξει τις περσίδες. Συγχρόνως προσποιείται ένα ξέγνοιαστο καλημέρισμα. Τρεις είναι οι κοπέλες αλλά στην πραγματικότητα μόνο μια, σαν να είναι πάντα η ίδια. Κινείται με τον αποστειρωμένο τρόπο μιας λευκής γκέισας, κάθε της ενέργεια μέρος ενός τελετουργικού. Στροβιλίζεται με άνεση μέσα στο δωμάτιο. Πετάει κάτι σκόρπιες λέξεις. Στέκεται όρθια από πάνω μου. Μερικές φορές την κοιτάζω έντονα. Κατάματα. Όταν το περιβραχιόνιο γύρω απ’ το χέρι μου είναι πολύ σφιχτό. Δε φαίνεται να με καταλαβαίνει. Ή, ίσως, να μην πρέπει ν’ ασχοληθεί μαζί μου. Θέλω να φωνάξω. Το ξεπερνάω. Αφήνομαι στο σφίξιμο. Κλείνω τα μάτια. Καθώς ο μαύρος ιμάντας φουσκώνει μου φαίνεται ότι αποκτάει χρώματα. Τον βλέπω να γίνεται ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Να γεμίζει μ’ εκείνο το αέριο, το ήλιο, σαν τα μπαλόνια που μου αγόραζαν όταν ήμουν παιδί. Τα έχανα αμέσως. Ο ελαφρύς σπάγκος κατάφερνε να δραπετεύσει μ’ ευκολία απ’ τα κλειστά μου δάχτυλα. Δεν παραπονιόμουν. Επίτηδες του βάζουν μέσα ήλιο, επειδή πάει να βρει τον ήλιο, με καθησύχαζαν. Η κοπέλα φεύγει χωρίς να πει γεια. Αφήνει τον υδραυλικό μηχανισμό να φροντίσει για το κλείσιμο της πόρτας.
Αγαπημένε μου Φ.,
όλο λέω να μην αφήσω το όνειρο να στριφογυρίζει μέσα στο κεφάλι μου κι όλο δεν τα καταφέρνω. Σε είδα στον ύπνο μου, όρθιο μέσα σε καλοκαιρινό τοπίο. Καλοκαιρινό, επειδή η ακίνητη ατμόσφαιρα έδειχνε ζεστή. Είχες διπλωμένα μέχρι τους αγκώνες τα μανίκια του καρό πουκαμίσου. Ένα καρό απροσδιόριστο ως προς το χρώμα και το μέγεθος των τετραγώνων. Σα να περιείχε όλα τα καρό πουκάμισα που φόρεσες στη ζωή σου αλλά και κανένα απ’ αυτά. Ήταν νύχτα, λεπτομέρειες του χώρου δε διέκρινα. Εσένα σ’ έβλεπα πεντακάθαρα. Στεκόσουν απέναντι μου, χωρίς να ξέρεις ότι ήμουν εκεί.Κι εγώ δεν ήμουν ακριβώς απέναντι σου. Ακριβώς δεν υπάρχει μέσα στο όνειρο γι’ αυτόν που ονειρεύεται. Διαθέτει την όραση θεατή κινηματογραφικής ταινίας, τα πάνθ’ ορά και ταυτόχρονα έχει την αίσθηση ότι συμμετέχει. Η όψη σου ήταν ξεκούραστη, όπως μετά από μεσημεριανή σιέστα. Οι μικρές ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια σου μισοσβησμένες, το μέτωπο σου χωρίς τις οριζόντιες ζάρες που συνήθως το συρρίκνωναν. Είχες τη συνήθεια να στέκεσαι στα πιο σκοτεινά σημεία και αυτό σ’ έκανε να μισοκλείνεις τα μάτια μπροστά στις κακοφωτισμένες εικόνες. Στο όνειρο, όμως, σου έλειπε αυτή η ακούσια κίνηση των βλεφάρων. Βρισκόσουν κάτω από κάποια αθέατη πηγή φωτός. Παρακολουθούσες με προσοχή ό,τι συνέβαινε γύρω σου. Σίγουρα υπήρχαν κι άλλοι εκεί μαζί σου, εκεί μαζί μας. Ασαφής η παρουσία τους. Ακούγονταν μόνο απόηχοι φωνών, γέλιων, ψιθύρων, θόρυβοι από γυαλικά και μαχαιροπήρουνα, στο βάθος μουσική. Σε πλησίασα και σου μίλησα. Δε μ’ άκουσες. Δε μ’ είδες. Ακούμπησα το μάγουλο στον ώμο σου. Μύρισα το οικείο μίγμα ιδρώτα και ταλκ. Τα ρούχα και τ’ ασπρόρουχα στο σπίτι μας ανάδιναν μυρωδιά ταλκ. Και πιο πολύ τα σεντόνια. Την κρατούσαν κλεισμένη μέσα τους, όταν έμεναν τακτοποιημένα στην ντουλάπα. Την άφηναν να ξεδιπλωθεί μαζί τους, όταν τα έστρωνα στο κρεβάτι. Αθόρυβοι αυτόπτες μάρτυρες των κινήσεων μας.
Εδώ τα σεντόνια βγάζουν, με το παραμικρό, κάτι χάρτινους ήχους. Είναι σκληρά και άοσμα. Τώρα πια τα ’χω συνηθίσει. Δε μου φαίνονται αφιλόξενα τα σεντόνια. Ίσα ίσα. Τα προσέχω. Τα παρατηρώ να καλύπτουν ένα όλο και πιο επίπεδο σώμα. Να εγκλωβίζουν το φως στις γεωμετρικές τσακίσεις τους κατά τη διάρκεια της μέρας.Φως γαλαζωπό το πρωί, κίτρινο το μεσημέρι, σκληρό λευκό του πάγου, όταν ανάβουν οι λάμπες αργά το απόγευμα. Τις νύχτες τα σεντόνια αφήνουν όλο το φυλακισμένο φως ελεύθερο να γεμίζει το δωμάτιο. Τότε το παράθυρο ανοίγει από μόνο του. Διάπλατα. Αλλοπρόσαλλες πνοές αέρα διογκώνουν τα κλινοσκεπάσματα. Ο υφασμάτινος θόλος τους από πάνω μου. Προστατευμένη μέσα στο πάνινο ιγκλού μου, αφήνω το βλέμμα να διατρέξει όλο το σώμα. Αναρωτιέμαι αν το άσπρο νυχτικό είναι φτιαγμένο από το υλικό των σεντονιών. Αν το άγγιζα, θα μπορούσα να το διαπιστώσω. Κατεβαίνω. Κάθε μέρα αλλαγές στη γεωγραφία του κορμιού. Φλέβες και αρτηρίες, τα φουσκωμένα ποτάμια του. Άσαρκοι μηροί, εξογκωμένα γόνατα, γάμπες με άφυλο σχήμα τα τοπία του. Σταματάω στα δάχτυλα των ποδιών. Πόσο μακριά και ταυτόχρονα πόσο κοντά μου στέκονται τα δέκα μικρά μέλη. Άσχημα, ασουλούπωτα σαν αποτυχημένα εκμαγεία. Ποτέ δε μου άρεσαν τα πέδιλα.
Αγαπημένε μου Φ.,
άφησα πάλι τη σκέψη μου να λοξοδρομήσει. Όχι για πολύ. Σύντομα θα βρω χαρτί και μολύβι. Για να καταγράψω το αποψινό όνειρο με όλες τις λεπτομέρειες του. Εσένα. Το φως απ’ τα αόρατα λαμπιόνια. Τους ήχους της καλοκαιρινής ομήγυρης.
Επειδή τα όνειρα τα θυμάσαι όσο είναι φρέσκα.
Επειδή, μόλις ξυπνάς, θες να διηγηθείς οπωσδήποτε σε κάποιον το όνειρο που έχεις δει. Το κακό για να το ξορκίσεις, το καλό για να το μοιραστείς.
Χωράνε, όμως, μέσα σ’ ένα όνειρο, όλα τα καρό πουκάμισα της ζωής σου;

Παρασκευή και Σάββατο 19-20 Ιανουαρίου
οι εκδόσεις Θράκα θα βρίσκονται στο Θέατρο Εμπρός 
για το International Video Poetry Festival, 
 με τα νέα μας βιβλία αλλά και παλαιότερα σε τιμές bazzar ως 70% κάτω. 

Σας περιμένουμε από τις 17:00 και τις δύο μέρες!

Θα υπάρξουν και συμμετοχές με αναγνώσεις ποιημάτων /performance
από τον Ζαχαρία Στουφή και την Πελαγία Φυτοπούλου, 
μεταξύ άλλων Ελλήνων και ξένων ποιητών.

Αναλυτικά το πρόγραμμα του φεστιβάλ:

Απόκρυφα παράθυρα, θολά από υγρασία. Στα δόντια μου αντικείμενα άλλων. Ούτε φιλί ούτε κουβέντα. Τελειώνω στο στόμα σου.

Απ’ το ξεδίπλωμα του εαυτού ένα τίποτα καραδοκεί και μου φιλάει τα χέρια. Ποτέ μισή η δική μου ντροπή. Ή ολόκληρη ή καθόλου. Κι όλα συμβαίνουν απρόσμενα.

Αυτοτραυματίζομαι. Δεν υπερβάλλω. Βλέπω από το βάθος του ύψους, διακατέχομαι από οράματα εντόμων που επιβιώνουν τρομαγμένα σε γωνίες.

Οδός Κασσάνδρου. Δύσκολα ξεχνιέται το γαλάζιο της ημέρας. Πρόωρες αλκυονίδες, χειμώνας λόου προφάιλ ― λες και βαριέται ν’ ανασάνει.

Το παράδοξο με ό,τι συμβαίνει είναι ότι έχει συμβεί ξανά. Και πάντα τα ίδια μάτια, τα ίδια αυτιά ν’ αφουγκράζονται το τέλμα.

Δεν θα τολμήσει κανείς να επιστρέψει. Ώσπου κάποιος επιστρέφει και μοιάζει η επιστροφή με φτώχεια.


Ο Ελεύθερος Kοινωνικός Xώρος "Αλάνα" (Καλλιάρχου 16) "εγκαινιάζει" τις πολιτιστικές του δραστηριότητες την Πέμπτη 25 Ιανουαρίου και ώρα 21:00
με μια βραδιά αφιερωμένη στην ποίηση




Ποιήματά τους θα διαβάσουν/απαγγείλουν οι :

Φοίβη Γιαννίση



Η Φοίβη Γιαννίση είναι αρχιτέκτων (ΕΜΠ) και ποιήτρια. Αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του πανεπιστημίου Θεσσαλίας,
ζει στον Βόλο. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Lyon II- Lumière (1994), και Humanities Fellow του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης (2016).

Το έργο της ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, την περφόρμανς και την εγκατάσταση διερευνώντας τις σχέσεις μεταξύ φωνής και γραφής με το σώμα, τον τόπο και τη μνήμη.
Στο 201Ο ήταν Εθνικός Επίτροπος για την ελληνική συμμετοχή στην 12η Μπιεννάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας με το έργο Κιβωτός. Παλαιοί Σπόροι για Νέες Καλλιέργειες.
Στο 2012 εξέθεσε στο ΕΜΣΤ (Αθήνα)την ποιητική εγκατάσταση ΤΕΤΤΙΞ,
και στο 2015 την εγκατάσταση ΑΙΓΑΙ-Ω_ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, στο Μουσείο Αγγελική Χατζημιχάλη (Αθήνα) μαζί με την Ίριδα Λυκουριώτη.
Στο 2016 παρουσίασε στη Νέα Υόρκη την διάλεξη/περφόρμανς Νomos-The Land Song.

Έχει δημοσιεύσει 6 βιβλία ποίησης, με πιο πρόσφατο την Ραψωδία (Gutenberg, 2016) και δύο μονογραφίες
 ((Classical Greek Architecture: The invention of the modernity (Flammarion, 2004) and Récits des Voies. Chant et Cheminement en Grèce archaïque (Jérôme Millon, 2006).


Θάνος Γώγος




Ο Θάνος Γώγος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1985. Είναι εκδότης του έντυπου και ηλεκτρονικού περιοδικού θράκα
και συνιδρυτής του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης. Το πρώτο του βιβλίο "Μεταιχμιακή χαρά" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς το 2013
και ακολούθησε η ποιητική σύνθεση Γλασκώβη (2014-β έκδοση 2018, εκδ θράκα).
Το 2015 συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, στο πλαίσιο της 12ης Δ.Ε.Β.Θ. και στην ανθολογία "new voices of greece" που εκδόθηκε από το Ελληνικό ίδρυμα πολιτισμού και παρουσιάστηκε στην διεθνή έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης.Το 2016 συμμετείχε καλεσμένος από το πανεπιστήμιο Πατρών στο 35ο συμπόσιο ποίησης.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην ΑγλλικήΡωσικη και Ιταλική Γλώσσα και έχουν δημσοιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.



Σωτήρης Παστάκας





Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε στη Λάρισα (Ελλάδα) στις 13/12/1954, όπου΄επέστρεψε μετά από τριάντα χρόνια που δούλεψε ως Ψυχίατρος στην Αθήνα.
Σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη. Δημοσίευσε 15 ποιητικές συλλογές, ένα βιβλίο με διηγήματα από την ψυχιατρική του εμπειρία,
δοκίμια και μεταφράσεις Ιταλών ποιητών. Η προσωπική του ανθολογία Corpo a corpo,
edizioni Multimedia per Casa della Poesia, κυκλοφόρησε το 2016
κι απέσπασε το βραβείο NordSud della Fondazione PescarAbruzzo.
Συμμετέχει σε διάφορα Διεθνή Φεστιβάλ Ποίησης ανά τον κόσμο κι έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες.


Πέτρος Σκυθιώτης




Ο Πέτρος Σκυθιώτης γεννήθηκε το 1992 στη Λάρισα. Σπούδασε Παιδαγωγικά. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, τη Συνθήκη ισορροπίας (Εκδόσεις Θράκα, 2014).Το 2015 συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, στο πλαίσιο της 12ης Δ.Ε.Β.Θ. και στην ανθολογία "new voices of greece που εκδόθηκε από το Ελληνικό ίδρυμα πολιτισμού  και παρουσιάστηκε στην διεθνή έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης.

και  Αντώνης Ψάλτης




Ο Αντώνης Ψάλτης γεννήθηκε το 1977. Κατάγεται απ' την Κρανιά Ολύμπου, όπου και βρίσκεται όσο πιο συχνά μπορεί.
 Το 2005 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα με τον τίτλο "Ο ήρωας μέσα μου". Έκτοτε ποιήματά τουκαι μεταφράσεις από την "Παλατινή Ανθολογία" δημοσιεύονται σε περιοδικά και στο διαδίκτυο.Το 2013 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο του"Το καντήλι και άλλα ποιήματα" από τις εκδόσεις Αιγαίον." Το τρίτο ποιητικό του βιβλίο "ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ" κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος.
Ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στην πόλη της Λάρισας


Κοσμογονία


Ποτέ δε θα ξεχάσω την υγρή υφή της κοσμογονίας.

Τη ζεστή αμμουδιά στα κάτω άκρα που έγλυφε το κύμα

και κάποιες φορές το νιώθω πως θέλει

να καλύψει ολότελα τους αστραγάλους μου

για να μη θυμάμαι πως περπάτησα μόνη,

πως για λίγο χαλάρωσαν τα πόδια μου

κι έγινα αφρός.


Στην έβδομη ζωή μου σε κάποιον αντίστοιχο ουρανό

θα χτίσω τη φωλιά μου στην κοινότητα ενός σύννεφου

να εξολοθρεύω ουρανούς ή να παραδίδω στη χάση

κάθε σελήνη νέα.

Την οργή που θρέφει η τολμηρότητα

γέννημα παράξενων ειδών προκαλώ,

κλείνω τα μάτια των θεών

κι ανακαλώ τη γριά μάντισσα.

Ανοίγω τις παλάμες

να συναντηθούν οι γραμμές


στο σημείο εκκίνησης των ανάλαφρων πραγμάτων.

Των χορευτών και των δρομέων δίχως ρίζα

Κυματίζουν, συνοδεύονται προς τα άνω

και πάλι κατεβαίνουν.

Γύρω τους αργοπεθαίνουν ήλιοι

κι εμείς όμορφα καιγόμαστε.




Ναυάγιο



Είδα πώς μεθάει το σκαρί σου. Στο λαιμό μου σκάει το κύμα.

Τον σπάει σε φύλλα ακατέργαστα από χέρια-γάντζους. Η πρώτη μου ύλη
μόλις σου άνοιξε μια βαθιά πληγή αγνοώντας τον κίνδυνο.

Από παιδί ζητούσες ένα ναυάγιο πιο φοβερό από την κατάποση
του ήλιου.

Γόνος των πουλιών της θάλασσας, σου δόθηκε άσυλο στον ουρανό να
γειτονεύεις τη μεσημβρινή βασιλεία.

Βουλιάζει στο είδωλό της όπως αγκαλιά δυο σώματα σαν αρχαία πόλη
βυθίζονται. Κι αντανακλώνται ζωντανά ακόμη στο καθόλου αγνό μάτι
που παρατηρεί τα πάντα.




εκδόσεις Ενδυμίων








Για τις Δευτέρες που έχουν μια σιωπή















Για τις Τρίτες που ότι ρούχο και να βάλεις
δεν θα πάψεις να ενηλικιώνεσαι

















Για τις Τετάρτες που όλα εννοούνται














Για τις Πέμπτες, μήπως να φύγουμε;













Για τις Παρασκευές που λες: θα επιστρέψω σύντομα










Για τα Σάββατα που ανάβουν τα κεριά τα τσιγάρα και
οι μουσικές. Να με αγαπάς τα Σάββατα, πιο πολύ να
με αγαπάς. Πιο.











Μ' αγαπάς; Πόσο;
Νύχτα













Για τις Κυριακές που λείπουν οι λέξεις
γιατί τις ξοδέψαμε
και επιστρέφουμε στα σώματα.















Μην τελειώσεις, μην τελειώσεις. Όταν ξημερώσει θα
είναι μια Δευτέρα που δεν θα έχει σιωπή, δισταγμό,
θα φυσάει βήματα, αποτυπώματα στο λαιμό, τίποτα
δεν θα είναι στην θέση του, ούτε τα παπούτσια μας.
Ούτε.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA