02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

Η Βάγια Κάλφα γράφει στο περιοδικό "Φρέαρ" για την πρώτη ποιητική συλλογή της Αντωνίνης Σμυρίλλη "Βλέπω ακόμα παιδικά" (Θράκα, 2017)

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Hans Magnus Enzensberger, Ποιήματα

Ο Πάνος Σαράκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου, στην Εφημερίδα των Συντακτών

“Αυγά Μαύρα” στο θέατρο Άρατος, γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Νάνα Παπαδάκη, Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας (Μελάνι, 2016)

ΝΕΚΡΟΦΑΝΕΙΑ

Θα ξεκινήσω κάπως αναπάντεχα: το συγκεκριμένο βιβλίο με βρήκε. Όντας μοναχικά στερεωμένο σε μια προθήκη βιβλιοπωλείου, έδειχνε να με περιμένει-ή, ακόμα περισσότερο, υπήρχε η αίσθηση του προ-ορισμού, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Έχοντας ήδη έλθει σε επαφή με το ποιητικό/θανατολογικό έργο του Ζαχαρία, ήμουν κατά κάποιον τρόπο προετοιμασμένος για κάτι απρόσμενο. Ίσως αυτό να ακούγεται αντιφατικό, περιγράφει όμως επακριβώς την αίσθηση που είχα, κοιτάζοντας το λιτό, μα όμορφο, εξώφυλλο. Οι κρίσιμες όψεις αυτών των προσεγγίσεων, που προέρχονται τόσο από την εγγύτητα της ποιητικής έκφρασης, όσο και από τον οίστρο της νεκρογνωσίας, είναι παρούσες και εδώ, φυσικά. Δοσμένες βέβαια με έναν αλληγορικό, πικρά σαρκαστικό τόνο. Συνεπώς, νιώθω πως επιβάλλεται να αντιμετωπίσω τούτο το βιβλίο ως συνέχεια της ποιητικής εξόρυξης του ανθρώπου που το έγραψε. Ακόμα κι αν κάποιοι θα το θεωρούσαν ως δοκίμιο, σατυρικής φύσης έστω. Αντίθετα, θα έλεγα πως πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή της νεκρικής, λυτρωτικής φύσης που κυριαρχεί στο στερέωμα του συγκεκριμένου ποιητή. Συν τοις άλλοις, το αυτό ύφος, συνιστά μια αχνή γραμμή συνέχειας, που κατάγεται από το γοτθικό ύφος του αρχέγονου επτανήσιου ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε. Προσοχή όμως-μιλώ για σύνδεση και όχι για άμεση επιρροή. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον άλλωστε, καθόσον πρόκειται για εντελώς διαφορετικές συνθήκες και ξέχωρα, διακριτά χρονικά πλαίσια.
Το θέμα της αυτοκτονίας είναι από μόνο του ένα θέμα-ταμπού. Ακόμα περισσότερο, πάντοτε με συνάρπαζε η διαφορετικότητα της αντιμετώπισης αυτής της πράξης, ανάλογα με την εκάστοτε διαφορετική κουλτούρα. Για να καταδείξω κάτι αυτονόητο όπως αυτή η ρήση, θα χρειαστεί να ανατρέξω σε ένα πασίγνωστο παράδειγμα που καταδεικνύει αυτήν ακριβώς την διαφορά: όπως όλοι σχεδόν ξέρουμε, η αυτοκτονία στον Ιαπωνικό πολιτισμό, θεωρούνταν κίνηση τιμής, που προσέδιδε αξία και κύρος στον αυτόχειρα. Αντιθέτως, στον δυτικό κόσμο και τις παραφυάδες του, μια τέτοια πράξη αντιμετωπίζεται ως δειλία. Αντιμετωπίζεται ως παραίτηση. Στο παρόν πόνημα, επιλέγεται βέβαια μια άλλη κατεύθυνση. Μέσα από ειρωνικές παραινέσεις και δηκτικά κελεύσματα, προβάλλει μια ευαίσθητη ματιά. Μια στοργική όψη απέναντι στο φαινόμενο-όπως και απέναντι στον ίδιο τον θάνατο. Ενδεδυμένο τον μανδύα του σαρδόνιου εμπαιγμού, αυτό το βιβλίο δείχνει να έχει έναν ιδιαίτερα ζωντανό παλμό. Πράγμα που εμφανέστατα ήταν εσκεμμένη επιλογή. Έτσι, αν και στα χέρια μου κρατώ ένα εγχειρίδιο με συνταγές αυτομομφής, το αποτέλεσμα προσομοιάζει περισσότερο σε μια παρωδία του τρόπου που ο μεταμοντέρνος κόσμος αντιλαμβάνεται την πορεία προς το θάνατο. Μια παρωδία της ζωής, εν τέλει. Ή ακόμα καλύτερα, της επιβίωσης, καθώς το να ονομάσει κάποιος την τωρινή κατάσταση που βιώνουν οι ένσαρκοι πολίτες ζωή, μόνον ως ύβρη θα φάνταζε στα μάτια μου. Κάθε συνταγή, μαρτυρά μια ιδιαίτερη οπτική, διανθισμένη με σχόλια πάνω στον τριγωνικό άξονα της ύπαρξης, του πολιτισμού και της κοινωνίας. Αποφεύγοντας την παγίδα της ευκολίας, του κραυγαλέου λόγου εν προκειμένω, ο ταξιθέτης αυτής της παρωδίας στοιχειοθετεί τις αντιθετικές του νύξεις με σαρκασμό. Μα όχι με ασέβεια.
Φρονώ πως είναι μάταιο να αναφερθώ περαιτέρω στο ύφος του ποιητή. Ας περιοριστώ απλά στο να τονίσω πως είναι εξόχως ιδιαίτερο και ευφυέστατα λιτό. Διατηρεί την σχέση του με τις προγενέστερες απόπειρες του Στουφή, χωρίς ωστόσο να αποτελεί αντίγραφο τους. Ο πυρήνας όμως της συγκεκριμένης εμπύρετης γραφής δεν βρίσκεται στο ότι θέτει ερωτήματα-ή σε κάποια ανάλογη, δήθεν στοχαστική αναφορά! Αλλά απεναντίας, στο ότι δεν επιζητά καμία απόκριση. Και, με την χάρη του Μπόρχες, κληροδοτεί το τίποτα. Σε κανέναν.

 ----------------------------------------

Ο Γιώργος Καναβός γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία και ηχοληψία. Έχει δημιουργήσει 2 ταινίες μικρού μήκους (Joy, 2004, Distress, 2006) ενώ εργάστηκε επίσης ως βοηθός σκηνοθέτη σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές στην Ελλάδα. Από το 2006 δραστηριοποιείται στο χώρο της ηχητικής αταξίας, με τα κάτωθι σχήματα: Wand. And Princess (2006-) Jacqueline (2007-2009) Rebel Lands (2015-) Το Άσημο Αίμα (2016) είναι το πρώτο βιβλίο ποιημάτων που εκδίδει, με την επιμέλεια της Ars Libri.


Ο Hans Magnus Enzensberger γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1929 στο Kaufbeuren/Allgau της Βαυαρίας

ελεύθερος χρόνος

χορτοκοπτική μηχανή, Κυριακή
που μέσα σε δευτερόλεπτα καρατομεί
το γρασίδι.
χορτάρι φυτρώνει
πάνω από το νεκρό χορτάρι
που μεγαλώνει πάνω από τους νεκρούς.
ποιος μπορεί να το ακούσει!
βρυχηθμοί μηχανής,
πνίγουν
την κραυγή του γρασιδιού.
η ψυχαγωγία χορταίνει.
δαγκώνουμε υπομονετικά
το φρέσκο χορτάρι.




Το ναυάγιο του Τιτανικού - πρώτο τραγούδι

Κάποιος ακούει. Περιμένει. Κρατά
την αναπνοή του, πολύ κοντά,
εδώ. Αποτυγχάνει: Το πρόσωπο που μιλά, είμαι.
Ποτέ ξανά, λέει,
δεν θα είναι τόσο ήσυχα,
τόσο στεγνά και ζεστά όπως τώρα.
Ακούει τον εαυτό του
έξω από το κεφάλι του.
Δεν υπάρχει κανείς εκτός εκείνου,
που λέει: πρέπει να είμαι.
Περιμένω, κρατώ την αναπνοή μου,
αφουγκράζομαι. Το μακρινό ήχο
στα αυτιά, αυτές τις κεραίες
από μαλακό κρέας, που δεν σημαίνουν τίποτα.
Είναι μόνο το αίμα
που χτυπάει στις φλέβες.
Περίμενα πολύ καιρό
με κομμένη την ανάσα.
Λευκός θόρυβος στα ακουστικά
της μηχανής του χρόνου μου.
Βουβός κοσμικός θόρυβος.
Κανένα προειδοποιητικό χτύπημα. Καμία κραυγή για βοήθεια.
Σιγή ασυρμάτου.
Είτε είναι από,
λέω στον εαυτό μου, ή δεν έχει αρχίσει ακόμη.
Αλλά τώρα! Τώρα:
Μια κρίσιμη στιγμή. Μια σύναξη. Μια ρωγμή.
Έτσι μπράβο. Ένα παγωμένο νύχι
που ξύνει την πόρτα ανατριχιαστικά.
Κάτι κόβεται.
Ένα ατελείωτο ιστιοπλοϊκό πανί,
ένας κάτασπρος καμβάς με λωρίδες,
που πρώτα, σιγά-σιγά,
στη συνέχεια όλο και πιο γρήγορα και πιο γρήγορα
ώσπου να θρυμματιστεί.
Αυτή είναι η αρχή.
Ακούς; Μήπως δεν το άκουσε;
Περιμένετε!
Τότε θα γίνει πάλι ησυχία.
Μόνο κουδουνίσματα στον τοίχο
σαν κάτι λεπτό που κόπηκε
ένα κρύσταλλο που τρέμει
η αδυναμία θα έρθει
και θα περάσει.
Αυτό ήταν.
Ήταν ότι; Ναι,
θα πρέπει μάλλον αυτό να συνέβη.
Αυτό ήταν η αρχή.
Η αρχή του τέλους
είναι πάντα διακριτική.
Η ώρα είναι έντεκα και σαράντα
στο καράβι. Το δέρμα χάλυβα
κάτω από την ίσαλο γραμμή
μακρύ διακόσια μέτρα,
κόπηκε
από ένα απερίγραπτο μαχαίρι.
Το νερό πυροβολεί μέσα στο διάφραγμα.
Από τις φωτεινές ράμπες
τριάντα πόδια ψηλό
πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, μαύρο
και σιωπηλό το παγόβουνο περνά
και παραμένει στο σκοτάδι.



βραδινό δελτίο ειδήσεων

σφαγή για μια χούφτα ρύζι,
ακούω, από την μια μέρα στην άλλη
για μια χούφτα ρύζι: το τύμπανο της φωτιάς
σε λεπτές καλύβες, ακαθόριστα
ακούω, τρώγοντας το βραδινό μου γεύμα.
Από τα γυαλιστερά τούβλα
ακούω τους κόκκους ρυζιού να χορεύουν
μια χούφτα, στο βραδινό μου γεύμα
κόκκοι ρυζιού στη στέγη μου:
η πρώτη ανοιξιάτικη βροχή, σαφώς.

---------------------------------------------------

Ο Hans Magnus Enzensberger γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1929 στο Kaufbeuren/Allgau της Βαυαρίας. Σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και γλωσσολογία στα πανεπιστήμια του Φράιμπουργκ, του Αμβούργου και του Παρισιού (Σορβόννη). Ο Hans Magnus Enzensberger, ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς, δοκιμιογράφους και ποιητές της σύγχρονης Γερμανίας, εργάστηκε ως συντάκτης στη ραδιοφωνία της Στουτγάρδης, ως επιμελητής εκδόσεων, ως επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης και στο Wesleyan University του Κονέκτικατ, ενώ ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά "Kursbuch" (1965) και "TransAtlantik" (1980). Από το 1979 ζει στο Μόναχο και από το 1985 είναι επιμελητής της σειράς "Die Andere Bibliothek" των εκδόσεων Eichborn της Φρανκφούρτης. Για το έργο του έχει αποσπάσει πολλά βραβεία, μεταξύ αυτών και το βραβείο Georg Buchner, τη σπουδαιότερη λογοτεχνική διάκριση στη Γερμανία.

Καθημερινότητα

Η Χριστίνα γυρίζει από τη δουλειά, εντεκάμιση ώρες στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, παραμονές τριήμερου Καθαρά Δευτέρας. Έχει μαζί της τα απαραίτητα για να ετοιμάσει του Νίκου βραδινό αλλά δεν βιάζεται. Εκείνος γυρνάει μεσάνυχτα. Να τελειώσει πρώτα το ντελίβερι στην κρεπερί που δουλεύει.
Η Χριστίνα έχει χρόνο για ένα τσιγάρο και για ένα γρήγορο ντους μέχρι να έρθει ο άντρας της. Βάζει σε ένα ποτήρι νερό απ΄ τη βρύση και κάθεται στον καναπέ αντανακλώντας την όραση της στο μπεζαρισμένο τοίχο απέναντι της. Σκούρες κηλίδες από υγρασία, λεκέδες από την κάπνα, σκιές από τσακωμούς, δίνουν μία εικόνα βρώμικου μωσαϊκού. Λες και κάποιος πέταξε με βία μία σκακιέρα και κόλλησαν εκεί πάνω τα τετράγωνά της σκορπώντας μαύρες κι άσπρες κηλίδες πανικού στον τοίχο. Λευκά-μαύρα, μαύρα-λευκά, μια αδιάλειπτη μάχη που κανείς ως τώρα δεν έχει κερδίσει. Οι αιώνιοι εχθροί δίνουν τα χέρια λίγο πριν το τέλος της παρτίδας και μετά στήνουν ξανά τα πιόνια.
Τίποτα δεν σκέφτεται η Χριστίνα. Το μυαλό της έχει στραγγίξει σα γιαούρτι. Σε πέντε λεπτά τα βλέφαρά της σφραγίζουν σαν πόρτες σε κελιά φυλακής που δεν έχουν ανοίξει ποτέ από μέσα. Τώρα η γυναίκα κοιμάται βαριά. Την άχαρη καθημερινότητα την τυλίγει η σκοτεινή αγκαλιά ενός ονείρου.
Στο όνειρο είναι εκείνη πάνω σε μια σκακιέρα. Οχτώ στρατιώτες ντυμένοι στα μαύρα τη σέρνουν γυμνή πάνω στη λεία σα γυαλί επιφάνεια του παιχνιδιού. Γύρω της άλλοι στρατιώτες-πιόνια πεταμένα κάτω βογκούν λαβωμένα κοιτώντας τη με οίκτο. Τα νιώθει γύρω της να ξεψυχούν κλαίγοντας πιο πολύ για την ίδια παρά για τη ζωή τους που χάσανε στη μάχη. Μόλις οι δεσμώτες της τη φτάνουν στην άκρη της σκακιέρας, τη χτυπούν λυσσασμένα και την πετούν κάτω στο τελευταίο τετράγωνο. Την ατιμάζουν όλοι ένας ένας κάνοντας μεταξύ τους σχόλια χλευαστικά.
Μερικά τετράγωνα παραπέρα, ο βασιλιάς κοιτάει αγέρωχος το μαρτύριο της μύησης. Με ένα νεύμα του οι στρατιώτες σταματούν, σηκώνουν ευλαβικά το κομματιασμένο της σώμα και το μεταφέρουν κοντά του. Καθαρίζουν τα τραύματά της ενώ της φέρνουν ένα ολόλευκο μανδύα κι ένα χρυσό στέμμα. Τη σηκώνουν όρθια, εκείνη στέκεται τρέμοντας καθώς τους βλέπει να τη ντύνουν βασίλισσα. Τότε οι στρατιώτες μπροστά της χαμηλώνουν το βλέμμα τους και με αργά βήματα οπισθοχωρούν δύο τετράγωνα πίσω. Εκείνη, μία μεγαλοπρεπής πληγή είναι σκυφτή και με δυσκολία αναπνέει.
Ο βασιλιάς έρχεται δίπλα της. Με το χέρι του, της σηκώνει ευθεία το κεφάλι και της δίνει το σπαθί του. Χωρίς να κουνήσει τα χείλη του, ούτε να την κοιτάξει, τα λόγια του αντηχούν στη σκέψη της. «Ορίστε το ξίφος σου Βασίλισσα», της λέει. «Πάρ’ το κι εκδικήσου».

Ο ήχος από το κλειδί στην πόρτα την ξυπνάει. Ανοίγει τα μάτια ριγώντας ακόμα από αγωνία και πόνο και βλέπει τον Νίκο να της χαμογελάει κρατώντας μια βιολέτα, ποιος ξέρει από ποιον κήπο κλεμμένη. «Για σένα γλυκιά μου», της λέει. «Σήκω να φάμε, έφερα κρέπες».

Ζαχαρίας στουφής

Το αποκριάτικο μοιρολόι της πουτάνας1

Ως γνωστόν, μοιρολόγια δεν έχουν ειπωθεί μονάχα σε νεκρούς. Οι σκλάβοι είχαν τα δικά τους μοιρολόγια και αργότερα απέκτησαν μοιρολόγια οι ξενιτεμένοι στην άλλη άκρη της γης· οι φυλακισμένοι, ιδιαίτερα οι ισοβίτες, αλλά και η νύφη που αποχωριζόταν τη μάνα της και πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Όσο για το σώγαμπρο, όπως παρατηρεί ο Γ. Μότσιος,2 σε κανένα μέρος της Ελλάδας δεν μοιρολογείται.

Η Ζάκυνθος είναι το νησί που μπορεί να μη φημίζεται για τα μοιρολόγια του, αλλά φημίζεται για τη σάτιρά του. Λαϊκή και λόγια η σάτιρα, με το πέρασμα του χρόνου έγινε μέρος της ζακυνθινής κουλτούρας. Δύο είναι οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις που η σάτιρα εισχωρεί στον τελετουργικό θρήνο. Η μία περίπτωση, που είναι και ξεκαρδιστική, είναι η κηδεία του βασιλιά Καρνάβαλου στις Απόκριες. Ένας άντρας υποδύεται τη χήρα του Καρνάβαλου και δίνει κάθε χρόνο ρεσιτάλ αυτοσχέδιων μοιρολογιών (πολλές φορές με σεξουαλικά υπονοούμενα), αλαλάζοντας και λιποθυμώντας ενώ ο κεντρικός δρόμος της πόλης είναι γεμάτος με κόσμο που παρακολουθεί την ξεκαρδιστική χήρα να συνοδεύει τον νεκρό Καρνάβαλο στην πυρά.

Μία άλλη περίπτωση, στην οποία ενώνεται η σάτιρα με το μοιρολόι, αποτελεί ένα «σατιρικό μοιρολόι» της Ζακύνθου που νομίζω ξεχωρίζει σε όλη τη δημοτική ποίηση. Μοναδικό το κάνει το οξύμωρο γεγονός ότι μοιρολογεί σατιρίζοντας και σατιρίζει μοιρολογώντας. Πρόκειται για το δημοτικό τραγούδι Η Άμοιρη που προέρχεται από το ορεινό χωριό Άγιος Λέοντας της Ζακύνθου. Η Άμοιρη, είναι μια γυναίκα χωρίς μοίρα, κακορίζικη. Σαν κακορίζικη – κακότυχη, είναι ένα τραγικό πρόσωπο και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σάτιρας των συγχωριανών της. Το γεγονός όμως ότι από τα καμώματά και την ζωή της ηρωίδας μας απουσιάζει ο τραγικός θάνατος, κάνει επιτρεπτή την σάτιρά της. Αυτή η σάτιρα επικεντρώνεται στην καταπιεσμένη γυναίκα της εποχής και δεν αποκλείεται να πρόκειται για τραγούδι αποκριάτικο, τότε δηλαδή, που οι κοινωνικοί ρόλοι αντιστρέφονται και απαγορευμένες πράξεις και σκέψεις – ταμπού, επιτρέπονται μόνο στην καρναβαλική περίοδο. Σε όλο το τραγούδι το οποίο τραγουδιέται από άντρες που μιμούνται τη γυναικεία φωνή, η Άμοιρη αυτομοιρολογείται κάνοντας ακόμα πιο αστείο το μοιρολόγισμα, αλλά και αυτόν τον τύπο της γυναίκας. Η Άμοιρη αυτό - θρηνεί, απαριθμώντας τα βάσανα που της έφερε ο γάμος της μ’ ένα παλικαράκι. Στην πραγματικότητα αυτά τα βάσανα που περιγράφει είναι λίγο πολύ το καθημερινό πρόγραμμα των αγροτών των ορεινών χωριών της Ζακύνθου. Η ίδια αρνείται να προσαρμοστεί στον έγγαμο και οικογενειακό βίο, έχοντας σαν αποτέλεσμα ακόμα και τη χρήση βίας από τον άντρα της προκειμένου να τη συνετίσει. Αντί όμως να συνετιστεί στο μοντέλο της πατριαρχικής οικογένειας, αυτή τελειώνει το τραγούδι σε ρυθμό συρτού λέγοντας: Έτσι παθαίνω πάντα μου και παρατάω τον άντρα μου.

Μέσα σε μία αντροκρατούμενη κοινωνία που θέλει τις γυναίκες δουλικά από το χωράφι μέχρι το κρεβάτι, η Άμοιρη είναι μία ανεξάρτητη γυναίκα που παρακούει την επιταγή της κοινωνίας και μπορεί να εγκαταλείψει τον άντρα της. Τολμάει δηλαδή να μην ανέχεται τη βία και τη ζήλια του νόμιμου συζύγου και να αλλάζει ερωτικούς συντρόφους όποτε νιώθει κουρασμένη από την έγγαμη σχέση της. Αυτός ο τύπος γυναίκας, για τις αγροτικές κοινωνίες των προηγούμενων αιώνων, είναι ο χαρακτηριστικός τύπος της «πουτάνας». Σε εκείνες τις κοινωνίες η κάθε γυναίκα είχε δικαίωμα μόνο σε έναν άντρα ενώ ακόμα και μια συκοφαντία ήταν αρκετή για να την κακοχαρακτηρίσει. Στα χωριά δεν υπήρχαν οίκοι ανοχής με φωτάκι και διατίμηση όπως στις μεγαλουπόλεις, υπήρχαν όμως κατά μέσο όρο δύο με τρεις γυναίκες που, είτε απατούσαν συστηματικά τους άντρες τους, είτε μέτραγαν παραπάνω από έναν διαλυμένους γάμους και συζούσαν κατά διαστήματα με μπεκιάρηδες από το χωριό τους ή από γειτονικά χωριά. Αυτή είναι λοιπόν η Άμοιρη του χωριού, που δεν υποτάχθηκε στην πατριαρχική οικογένεια. Η κοινωνία του χωριού τη σατιρίζει και τη γελοιοποιεί, ενώ τον ρόλο της σατιρικής μοιρολογίστρας τον αναλαμβάνουν συνήθως οι άντρες που κάποτε πλάγιασαν μαζί της.

Αυτό το σατιρικό μοιρολόι λοιπόν συγκεντρώνει κάποιες ιδιαιτερότητες που το κάνουν σπάνιο, αν όχι μοναδικό. Πρώτον, είναι μοιρολόι που αντί να θρηνεί, σατιρίζει, έχει δηλαδή αντίστροφη λειτουργία απ’ αυτήν που έχουν τα κανονικά μοιρολόγια. Δεύτερον, τραγουδιέται και χορεύεται με δύο ρυθμούς που εναλλάσσονται· ξεκινάει με το ρυθμό του βαριού ηπειρώτικου μοιρολογιού και εναλλάσσεται με αργό συρτό. Αυτή η εναλλαγή των δύο ρυθμών είναι κάτι που γίνεται στο δημοτικό τραγούδι αλλά ποτέ στο μοιρολόι. Τρίτον, τραγουδιέται από άντρες που υποδύονται σατιρικά γυναικείες φωνές, ενώ τα μοιρολόγια τραγουδιούνται μόνο από γυναίκες. Τέταρτον, δεν αποκλείεται μέσα σε ολόκληρη την ελληνική δημοτική ποίηση να είναι Η Άμοιρη το μοναδικό «μοιρολόι της πουτάνας».

Η παλαιότερη καταγραφή αυτού του τραγουδιού, έγινε από το Σταύρο Καρακάση1 το 1965 και την παραθέτω αυτούσια, όπως ο ίδιος τη δημοσίευσε το 1967.

Αριθμ. 4.- Η «άμοιρη» είναι χορός μιμικός, σταυρωτός. Οι χορευταί χορεύουν εις κύκλον, πιασμένοι από τα χέρια.

Εις ωρισμένον σημείον του χορού σταματούν, κτυπούν το πρόσωπον και τους μηρούς των, εκφωνούν θρηνητικά επιφωνήματα εις κωμικόν τόνον και κατόπιν συνεχίζουν τον χορόν. Τραγουδεί ενας κορυφαίος τραγουδιστής και επαναλαμβάνουν εν χορώ οι άλλοι.

Η μελωδία ανήκει εις τον τρόπον του do (do=fa) με τονικήν La b2=fa 2 αντίστοιχον του πλαγίου Δ΄ ήχου της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Το α΄ μέρος της μελωδίας καλύπτει εις 4 μέτρα και εις ρυθμόν ⅞ έναν στίχον δεκαπεντασύλλαβον. Τούτο τραγουδεί ο κορυφαίος και επαναλαμβάνει η ομάς. Το β΄ μέρος καλύπτει επίσης εις 4 μέτρα έναν δεκαπεντασύλλαβον στίχον, ο οποίος επαναλαμβάνεται από την ομάδα.

Η έκτασις της μελωδίας είναι μιας έκτης.2


Παντρεύτηκα, η άμοιρη,3 μ’ ένα παλικαράκι (δις)

Κάθε πρωί, η άμοιρη, κάθε πρωί μ’ εφόρτωνε
κάθε πρωί μ’ εφόρτωνε μ’ ένα κιλό κριθάρι
Στο μύλο να το κουβαλώ (τρις)
Να πάω να τα’ αλέσω (στο μύλο να τ’ αλέσω).
βρίσκω το μύλο κάρβαλο (κλειστό)
και τα κλειδιά παρμένα.
Να κι ο άντρας μου, την άμοιρη,
να κι ο άντρας που ερχόντανε
μ’ ένα μαχαίρι μαύρο,
να μου το βάλει στην καρδιά
να βγάλει μαύρο αίμα.


Τέλος παραθέτω τα λόγια έτσι όπως ακούγονται από την ολοκληρωμένη καταγραφή του ζακυνθινού μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Λάγιου. Λέω πως αυτή η καταγραφή είναι ολοκληρωμένη αφού εδώ γίνεται κατανοητό το σατιρικό στοιχείο, ενώ στην καταγραφή του Στ. Καρακάση, παρόλο που είναι και παλαιότερη, η μνήμη των αφηγητών δεν είχε συγκρατήσει ολόκληρο το τραγούδι.

Η ΑΜΟΙΡΗ

Παντρεύτηκα, παντρεύτηκα την άμοιρη
παντρεύτηκα την άμοιρη μ’ ένα παλικαράκι.
Κάθε πρωί…την άμοιρη, κάθε πρωί με φόρτωνε
κάθε πρωί με φόρτωνε μ’ ένα σακί κριθάρι.
Στο μύλο να…την άμοιρη, στο μύλο να το κουβαλώ
στο μύλο να το κουβαλώ, στο μύλο να τ’ αλέσω.
Βρίσκω το μυ…την άμοιρη, βρίσκω το μύλο χάρβαλο
βρίσκω το μύλο χάρβαλο και τα πανιά σκισμένα.
Και βρίσκω και…την άμοιρη, και βρίσκω και το μυλωνά
και βρίσκω και το μυλωνά κακά και πικραμένο.
Να κι ο άντρας μου…την άμοιρη, να κι ο άντρας μου κι ερχότανε
να κι ο άντρας μου κι ερχότανε μ’ ένα μαχαίρι λάζο.
Να μου το βα…την άμοιρη, να μου το βάλει στην καρδιά
να μου το βάλει στην καρδιά να στάξει μαύρο αίμα.
Έτσι παθαι…την άμοιρη, έτσι παθαίνω πάντα μου
έτσι παθαίνω πάντα μου κι απαρατάω τον άντρα μου.



-----------------------------------------------------------------------------

1 Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο του Ζαχαρία Στουφή, Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, Πλατύφορος 2013. Αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου υπό τον τίτλο Τα σατιρικά μοιρολόγια.
2
Γιάννης Μότσιος, Το ελληνικό μοιρολόγι, Τόμος Α΄. –Εκδόσεις Κώδικας, Αθήνα 1995, του ιδίου, Το ελληνικό μοιρολόγι (ταφικά έθιμα και μοιρολόγια), Τόμος Β΄, Εκδόσεις Κώδικας. Αθήνα 2000–

1 Ακαδημία Αθηνών, Έκθεσις μουσικής αποστολής εις Ζάκυνθον (5 Αυγ. -3 Σεπτ. 1965) υπο Στ. Καρακάση, ανάτυπον εκ της επετηρίδος του κέντρου ερεύνης Ελλην. Λαογραφίας. Τομ. ΙΗ΄/ΙΘ (1965/1966) εν Αθήναις 1967. Τα σχόλια και η παρτιτούρα που συνοδεύουν το μοιρολόγι ανήκουν στον συγγραφέα και προέρχονται από το ίδιο βιβλίο.
2 Κ. Λ. αρ. 2958, σ. 239, αρ. εις. μους. 13.117 (ταιν. 965 Α3). Τραγ. Γ. Μπάστας και ομάς ανδρών εκ του χωρίου Άγιος Λέων.
3 Ο τραγουδιστής είπε: την άμοιρη.




ενοικιαστής ήθους

πλάτη στον τοίχο κι ανάσα φυλαγμένου πανικού
σε σηκωμένους ώμους ανάμεσα –κεφάλι βυθισμένο
και σάρκα εξέχουσα των άκρων

όπως κουνιέται αντιλαμβάνεσαι το ρυθμό του τραγουδιού
εκείνος φορά ακουστικά στο διπλανό τραπέζι
όσο μπροστά στη σκηνή το πλήθος, α! στοχάζεται
και...

επαίτης ζωής: βοηθήστε με παρακαλώ που...
α! που μαγαζί αμαγάριστο πατήθηκε από λουβιάρη!
πετά τ’ ακουστικά και με βιά αναλαμβάνει
να καθαρίσει ευθύς κι ας πούμε, κοντολογίς
μη καθυστερήσουν αι σκέψεις των ποιητών
επί θεμάτων όπως: η ανέχεια των καιρών κι η
χρεία της αντίδρασης, η αντιμετώπισις της και λοιπά
μ' ενδιάμεσους ποτά και ύφη πλανοδίων αρνητών·
θα φύλαξε ο τοίχος υποθέτω, καλά την άρνηση
στη σκηνή αλλά και το μέλημα να κρυφτεί·
δε ξέρω ποιον απ' τους δυο να λυπηθώ καθώς
μπροστά τους έχω
τον επαίτη της ζωής ή την ποίησιν θρηνούσα
γυναίκα ηλικίας διακορευμένη από ποιητών προθέσεις
να τη βγάλουν –όπως λένε– στο σφυρί
σύστημα άξιο αξιών χρηματιστηρίου
καημένη! πας κι εσύ! γριά και ξεδοντιάρα μ' ατροφικό μουνί
στα δάχτυλα διαχειριστών του ήθους και του χρήματος!
για μιας δεκάρας ψωμί και όχι τη δόξα. ακούς; ακούς;

δυο χρόνια παρά μετά – Θεμιστοκλέους ογδόντα
οι επενδυτές ._

Το μαύρο δεν είναι χρώμα. Είναι έλλειψη φωτός και κατ’ επέκταση έλλειψη κάθε χρώματος. Αποτελεί, ωστόσο, την συνθήκη εκείνη χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε προοπτική φωτός και χρώματος.

Το θεατρικό Αυγά Μαύρα του Διονύση Χαριτόπουλου δεν είναι ένα λογοπαίγνιο, ένα σχήμα λόγου με τη μορφή θεατρικού κειμένου. Τίποτα στο έργο αυτό δεν είναι μεταφορικό. Τα Αυγά Μαύρα είναι ένα κείμενο βουτηγμένο στην κυριολεξία και την ωμότητα της κρισιμότερης ιστορικής φάσης του νέου ελληνισμού.

Από το περασμένο Σάββατο 18 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη το έργο του Χαριτόπουλου, σε σκηνοθεσία Κώστα Αβραμίδη στο θέατρο Άρατος για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Η Μαρία Ανθίδου, ενσαρκώνεται την ομώνυμη ευθραυστότητα μιας ύπαρξης χωρίς παιδική ηλικία, παρελθόν και πατρίδα. Χαμένη από βρέφος στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης. Άρτια απόδοση του ρόλου, με διαυγή, πλήρως ιδιόφωνη άρθρωση που ακόμα και στις σκληρότερες εντάσεις, αγγίζει χορδές τόσο λεπτές, κάνοντας την αναπνοή του θεατή να σαστίζει.

Ο Κώστας Αβραμίδης σκηνοθετεί και υποδύεται τον Σπύρο, τον μεγαλύτερο αδερφό της Μαρίας. Ένας χαρακτήρας δυνατός μες στην αδυναμία του, καταγγελτικός μες στο διηνεκές της ανθρώπινης αδικίας. Δύο ρόλοι σαν ένας. Ο Σπύρος και η Μαρία ένα και το αυτό πρόσωπο, συνθέτουν με τα λόγια τους το χρονικό του εμφυλίου.


Τα Αυγά Μαύρα δεν κρύβουν λόγια, δεν ωραιοποιούν, δεν παραβλέπουν. Μιλούν ταυτόχρονα στο μυαλό και την καρδιά του θεατή, ακόμα και του πλέον ανυποψίαστου. Η σκηνοθεσία του Αβραμίδη απλή, χωρίς ίχνος υπερβολής. Μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Δύο σώματα επί σκηνής και λόγος καταιγιστικός. Καμία φιοριτούρα, καμία απόπειρα εντυπωσιασμού. Ένας «διπρόσωπος» μονόλογος, μία ιστορική μαρτυρία σε δύο φωνές, ένα ντοκουμέντο ανασυρμένο από της αμαυρότερες σελίδες της νεοελληνικής αποσύνθεσης.

Υποψιάζομαι τα Αυγά Μαύρα δεν είναι μία «εύκολη» υπόθεση για τους συντελεστές. Δεν είναι εύκολη όμως και για τους θεατές. Μία σκληρή εξομολόγηση που συντελείται μπροστά τους σε πραγματικό χρόνο. Οι μεγάλες δυνάμεις, ο ξεριζωμός και τα θύματα αποφάσεων με διεκπεραιωτές πάντα τους εντός τειχών προδότες. Η υπαρξιακή μοναξιά, η απόγνωση, το προσωπικό και συλλογικό τέλμα ως αποτέλεσμα κάθε πολέμου, κάθε ξεριζωμού, κάθε ανθρώπινης κτηνωδίας.


Και είδα θεατές αμήχανους, μάτια να συγκρατούν με δυσκολία τα δάκρυα. Είδα αυθόρμητα χαμόγελα, νεύματα αποδοκιμασίας, σφιγμένα χείλη, μπορεί και στομάχια. Είδα όμως και την εξιλέωση, ως άλλη κάθαρση αρχαίας τραγωδίας, να διαγράφεται στα πρόσωπα λίγο πριν το λυτρωτικό φινάλε.

Αν υπάρχει ένας λόγος για να δει κανείς την παράσταση είναι ίσως γιατί αναζητά μία απάντηση για την σημερινή κοινωνική, αλλά πρωτίστως πολιτική παρακμή. Να εντοπίσει κανείς τις ρίζες της διαστροφής και να έρθει πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια. Εκείνη που εντέχνως βιβλία και καθεστωτικοί συγγραφείς και ιστορικοί αποκρύπτουν ή παραποιούν. Να εννοήσει πόση ειλικρίνεια μπορεί να φέρει μέσα της η τέχνη. Και τελικά, να δακρύσει για όσα κατόρθωσε να κερδίσει, να χάσει, να μάθει ή για όσα ποτέ του δεν έμαθε ή δεν του δίδαξαν συγγενείς, δάσκαλοι, πολιτικοί.

Info:

Αυγά Μαύρα του Διονύση Χαριτόπουλου
Σκηνοθεσία: Κώστας Αβραμίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Σοφιαλίδης
Κοστούμια: Αγγελική Τσαβέλη
Σκηνικά - Φωτισμοί: Θέατρο Άρατος
Παίζουν: Κώστας Αβραμίδης, Μαρία Ανθίδου

Θέατρο Άρατος (Μοσκώφ 12, τηλ. 2315312487)
Μόνο για 8 παραστάσεις: Σάββατο & Κυριακή, ώρα 21.00
Κόστος εισιτηρίου: 8 ευρώ, 5 ευρώ (φοιτητών-ανέργων)
Τηλέφωνα κρατήσεων: 6944204564 - 6977542143
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA