Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
Ο Γιάν Βάγκνερ γεννήθηκε το 1971 στο Αμβούργο και ζει στο Βερολίνο
Jan Wagner, 
Ποιήματα

μανιτάρια

Τα συναντάμε στο δάσος μέσα σε ένα ξέφωτο:
δύο αποστολές που διέρχονται από την χαραυγή
η οποία θεωρείται βουβή. νευρικά μεταξύ μας
τηλεγραφικά βουίσματα ενός σμήνους από σκνίπες.

Η γιαγιά μου φημίζονταν για τη συνταγή
champignons farcis. που έκλεισε στον
τάφο της. όλα είναι καλά, είπε,
γεμίζουν λίγο περισσότερο από ότι ο εαυτός σου.

αργότερα στην κουζίνα εμείς κρατάμε
τα μανιτάρια στα αυτιά μας αντιστρέφοντας τα κοτσάνια -
περιμένοντας το ευγενικό κλικ από το εσωτερικό,
και ψάχνοντας για το σωστό συνδυασμό.


ελεγεία για μια μικρή πόλη

τα καραβάνια των σκιών, κάθε πρωί
η εκκίνηση σου, και οι σωλήνες ύδρευσης,
που πάντα σε ξυπνούν από τον ήσυχο ύπνο.

 και τα φορτηγά μεταφοράς με τα αιωρούμενα
 γουρούνια, κομμένα στην μέση,  μεταξύ ενός ναι και ενός όχι,
 σαν φλαμουριές που μεγαλώνουν μέσα τους καρδιές. και ταιριάζει

  όχι περισσότερο από ένα φύλλο χαρτιού ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο.
  και στους κήπους, πίσω από φράχτες
  διακηρύττουν τα χορτοκοπτικά  τον Μάιο.


Ζιζάνιο*

δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί: το ζιζάνιο
με την επιθυμία του,  ήδη στο όνομα της ύλης - γι΄ αυτό
τα άνθη του, τα οποία επιπλέουν στο λευκό, απέριττα είναι
σαν ένα τυραννικό όνειρο.

αγκυροβολημένο πάντα στο παρελθόν σαν ένα χρέος παλιό,
στέλνει το  μυστικό μήνυμά του
μέσα από το σκοτάδι, κάτω από το γρασίδι, κάτω από την επιφάνεια
ωσότου κάπου ένα λευκό αντισταθεί -

εκτοξεύοντας την φωλιά του επάνω. πίσω από το γκαράζ,
το καταιγιστικό χαλίκι, το κερασάκι: ζιζάνιο
σαν αφρός,  ποτισμένο, χωρίς θόρυβο

δημιουργείται και σέρνεται μέχρι το αέτωμα, το ζιζάνιο
φυτρώνει παντού, σέρνεται σε όλο τον κήπο το ζιζάνιο
σέρνεται το ζιζάνιο, καταβροχθίζει το τίποτα, το ζιζάνιο.

----------------------------------

*σημείωση: Giersch  ή Αιγοπόδιο (Aegopodium podagraria)  ισχύει για την κηπουρική ως ένα ενοχλητικό «ζιζάνιο», εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα και μπορεί να είναι δύσκολο να καταπολεμηθεί, λόγω των υπόγειων βλαστών του.

--------------------------------

Ο Γιάν Βάγκνερ γεννήθηκε το 1971 στο Αμβούργο και ζει στο Βερολίνο. Το 2001 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή ποιημάτων του με τίτλο Προσπάθεια διατρύπησης του ουρανού. Ακολούθησαν οι Guericke Sperling (2004), Δεκαοκτώ  πατέ (2007) η Αυστραλία (2010) και Regentonnenvariationen (2014). Για την ποίησή του, έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία, με πιο πρόσφατο το Βραβείο Χέλντερλιν της πόλης Tübingen.



Στάσου μπροστά σ' ένα δέντρο, κοίταξε το και πες του:
"Κάνεις λάθος!"
Επανάλαβε αυτή τη φράση μέχρι ζεστά δάκρυα να σε πλημμυρίσουν.

*

Εκεί που πήγα μόνο εξαιτίας της αγάπης για κάποιον άλλον, μόνο εκεί έχω πάει.

*

Ήμουν ο ποταμός κάτω απ’ τη νύχτα όταν με κοίταξες
Η γυναικεία καρδιά των στρατιωτών που προχωρούν με βηματισμό προς τη μάχη
Ήμουν ο έλεγχος που ασκεί στον κόσμο η ομορφιά
Η παράξενη λέξη νυχτικό. Η ανακάλυψη ενός αρχαίου τάφου.



*

Γράφω ποιήματα για να απλώσω σκοτάδι πάνω από σημεία του κόσμου σας που αστράφτουν 
και με τυφλώνουν.


*


Υπάρχουν άνθρωποι που μας έχουν αφήσει να πιστέψουμε πως
η δύσκολη σοφία που εξασκούν καθημερινά
είναι ο φυσικός σα ρυάκι χαρακτήρας τους.
Τους αγαπώ μυστικά μες στην ψυχή τους
κι επιτρέπω να υπάρξουν μόνο αυτά τα ποιήματα
σαν κίτρινες πινακίδες που ξεφυτρώνουν για να πας πουν
οτι είναι κλειστός ένας δρόμος που ως τώρα δεν ξέραμε ότι υπάρχει.


*

Η λύπη
είναι μια ήρεμη λίμνη.
Που και που μια σταγόνα πέφτει στο κέντρο της από
τον περίκλειστο ουρανό του έξω κόσμου
και τότε έχουμε την αίσθηση ότι
είμαι λυπημένος.
Η χαρά είναι ένα άνοιγμα του ουρανού πάνω από αυτή τη λίμνη.

"Premonition", του Henryk Weyssenhoff
 
Δημήτρης Χατζάκος
NIGRO NOTANDA LAPILLO

Αιτία οικτρή που το χώμα
θα μας αρνείται πάντοτε
τις βαθιές μας ύστερες επιθυμίες,
είναι αυτό το γιατί που παραμένει ακατάληπτο
κι ωστόσο επιμένει·
επιμένει να ενδέχεται να υπάρχει
σαν μαύρο πηχτό κλαδί
που απλώνεται κι αιωρείται
πάνω απ’ τον άλφα του Κενταύρου.

Λοιπόν, αφού πρόκειται ο ήλιος να εκπέσει
ας σημειωθεί με μαύρη πέτρα
πως η αύριον θα είναι
κορεσμός ψυχών και σαρκίων•
                                 ή πως ήδη
κατρακυλάει απόψε στην πλαγιά εδώ
ο βράχος ο άσπιλος του Ρήνου·
του Ρήνου που ρέει προς το αιώνιο.

Το αιώνιο που θα το λένε Θάνατο.
Ο Θάνατος που θα Τον λένε φρίκη.
Η φρίκη που θα ανατέλλει ως Λεβιάθαν.

Το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης συμπράττει με την Ελληνική Ραδιοφωνία για τη διoργάνωση βραδιάς αναγνώσεων σπουδαίων λογοτεχνικών κειμένων, παρουσία κοινού, που θα μεταδίδονται από το Δεύτερο Πρόγραμμα .

Η έμπνευση για τη συνεργασία αυτή είναι το βιβλίο του ιδιαίτερα αγαπητού στη χώρα μας και παγκοσμίως Ουρουγουανού συγγραφέα Εντουάρντο Γκαλεάνο «Οι μέρες αφηγούνται» (εκδόσεις Πάπυρος, μετάφραση Ισμήνη Κανσή).

Ένα διάσημο βιβλίο σε μορφή ημερολογίου 365 ημερών, που θεωρείται η προσωπική ματιά του συγγραφέα πάνω στην Ιστορία, γραμμένο με τον γνωστό πυκνό, ευθύ, δωρικό και απολύτως διεισδυτικό τρόπο που τον έκανε διάσημο σε όλο τον κόσμο.

Οι επιλογές του συγγραφέα είναι αναπάντεχες, γι’ αυτό τόσο ενδιαφέρουσες, κάθε μέρα του χρόνου είναι και μια μικρή ιστορία της ανθρώπινης περιπέτειας που διατρέχει τις εποχές και τους πολιτισμούς.

Προσκεκλημένος αναγνώστης για την Τρίτη 31 Ιανουαρίου, ώρα 20:00-22:00, είναι ο Πρύτανης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Πάνος Χαραλάμπους, ο οποίος θα επιλέξει κείμενα και αγαπημένες μουσικές και θα συνομιλήσει με το κοινό στην ειδικά διαμορφωμένη prive αίθουσα του 3ου ορόφου του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

Η ηχογραφημένη εκδήλωση θα μεταδοθεί, με τη σειρά της, την Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου από το Δεύτερο Πρόγραμμα.

12 ΒΡΑΔΙΕΣ LIVE & 12 ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ

Κάθε Τρίτη 20:00-22:00 live στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Κάθε Δευτέρα 20:00-21:00 μετάδοση από το Δεύτερο Πρόγραμμα

12 βραδιές ανάγνωσης, όσες και οι μήνες του έτους, πραγματοποιούνται σε ειδικά διαμορφωμένη prive αίθουσα του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (3ος όροφος, Clap the Restaurant) παρουσία κοινού, κάθε Τρίτη από τις 20:00 έως τις 22:00.

Καλεσμένοι αναγνώστες είναι 12 σημαντικές προσωπικότητες από το χώρο των Γραμμάτων, της Τέχνης και της Επιστήμης. Κάθε καλεσμένος επιλέγει κείμενα από ένα μήνα του έτους. Η ανάγνωση πλαισιώνεται από μουσικές επιλογές

Οι αναγνώσεις διαρκούν μία ώρα (20:00 έως 21:00) και αμέσως μετά ακολουθεί συζήτηση του καλεσμένου με το κοινό (21:00 έως 22:00)
Η ώρα άφιξης του κοινού είναι στις 19:30.

Οι εκδηλώσεις ηχογραφούνται από το Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και μεταδίδονται κάθε Δευτέρα 20:00-21:00

Ταυτότητα

Σύλληψη/ Συντονισμός εκπομπών: Ηρακλής Λογοθέτης
Μουσική Επιμέλεια: Ναταλί Χατζηαντωνίου
Παραγωγός εκπομπών: Έλενα Διάκου
Παραγωγός δράσης: Μαριαλένα Πέντη

Οι φωτογραφίες του Ε. Γκαλεάνο είναι από τις εκδόσεις Πάπυρος
Photo: ©Eugenio Mazzinghi 

----------------------------------------------------------


 Θ.Δ.ΤΥΠΑΛΔΟΣ

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΠΕΣΙΜΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ
(Η αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού της εξαγγελίας θανάτου της τέχνης!)



Έχει ήδη ειπωθεί, αλλά χρήζει επανάληψης:
ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΜΙΑΝ ΕΠΟΧΗ. Τα ωραία πράγματα
που θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε ΤΩΡΑ!

Jacques Vaché*

Έχοντας μπει αισίως, στην τελική ευθεία της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ευδιακρίτως βλέπουμε, ότι
η τέχνη, (στην κάθε της μορφή), που παράγεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, που εκτίθεται στις μεγά-
λες galleries των ορθίων κοστουμαρισμένων, (με απαραίτητα αξεσουάρ τους,τα ποτήρια με τη σαμπάνια και τις
μεγαλοστομίες σε ανιαρές συζητήσεις, εμπλουτισμένες, με φιλοσοφικές κορώνες και αναλύσεις επί αναλύσεων,
περί των εκθεμάτων στους βρεσκοβαμμένους τοίχους), ή η τέχνη που ξεπετιέται απ' τα εμπλουτισμένα με πανά-
κριβα σκηνικά studios, η πολυδιαφημισμένη εν τέλει τέχνη, βρίσκεται (όπως ακριβώς, το σύστημα που την
παράγει), σε τέλμα ιδεών και σε πλήρη ατολμία, για ένα βήμα παραπέρα. Η δήθεν επαναστατικότητα, την οποία
μπορεί να εμπεριέχει η τέχνη του σήμερα, δεν είναι παρά απλές καταγραφές της μίζερης καθημερινότητας, ε-
μπλουτισμένες με διάφορα τσιτάτα, τα οποία στο τέλος αφήνουν μια γεύση στο μυαλό του αποδέκτη του έργου,
τού “πόσο φρικτή είναι η πραγματικότητα που ζούμε, μα δεν έχουμε κι άλλη, κι άσε μη και γίνουν χειρότερα τα
πράγματα. Ας μείνουμε στα δεδομένα της στιγμής κι έχει ο Θεός”. Πίσω από την επιφανειακή επαναστατικότη-
τα, δεν κρύβεται τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια του καλλιτέχνη-δημιουργού (καλό είναι να συμπλη-
ρώνουμε τη λέξη "δημιουργός" δίπλα στον καλλιτέχνη γιατί, όλοι είμαστε εν δυνάμει καλλιτέχνες που απλώς
δεν κάνουμε το τόλμημα να δημιουργήσουμε, που φοβόμαστε μια μικρή ανύψωση του εαυτού μας, προς το θείο
που εντός της κλείνει η δημιουργία) ν' αυτοπροβληθεί ως ο απόλυτος, πρωτοποριακός καλλιτέχνης, ο γεμάτος
με ναρκισισμό δημιουργός, που στα μάτια του, το κοινό φαντάζει ως ο δικός του καθρέπτης. Λησμονεί επιδει-
κτικά αυτός ο δημιουργός, πως ο καλλιτέχνης, οφείλει να είναι ο καθρέπτης του κοινού, ή για να το θέσω πιο
σωστά, οφείλει να είναι ο καθρέπτης της ενδόμυχης αναγκαιότητας του κοινού, να ξεπεράσει το ίδιο τα δικά του
όρια, να πάει το ίδιο δια μέσου του καλλιτέχνη, στο ανώτατο επίπεδο νόησης της δικής του υπέρβασης. Η ανα-
γκαιότητα του κοινού, οφείλει να είναι ο εναγκαλισμός του με το ανέφικτο, και η υποχρέωση του καλλιτέχνη,
οφείλει να είναι η μετάλλαξή του σε λυχνία, η οποία, θα δωθεί στα χέρια του κοινού για τον ανηφορικό δρόμο
προς το ανέφικτο. Όσο ο καλλιτέχνης, επιζητά την ύπαρξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ αυτού και του
κοινού του, προς χάρη της δικής του θεοποίησης, και όσο το κοινό θα αποδέχεται ως αδιαπραγμάτευτες αυτές
τις γραμμές και δεν εξερευνά τις δικές του δημιουργικές δυνατότητες, τις δικές του καλλιτεχνικές παρεμβάσεις
και υπερβάσεις, τόσο θα στέκει παθητικός δέκτης των κακών κειμένων, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια του
τη ζωή, μια κι όπως είναι ευρέως γνωστό,η τέχνη δεν είναι παρά αντανάκλαση της ζωής, αν και θα έπρεπε να 
γίνεται το αντίθετο κι όσο τα δεδομένα είναι αυτά, τόσο ο μιζεραμπιλισμός, θα ορθώνεται, θα θεριεύει, θα διο-
γκώνεται και στο τέλος, θα καταπιεί αμάσητο το απαίδευτο και ανενεργό ως προς την δική του παρέμβαση στα
τεκταινόμενα, κοινό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των λεγομένων μου, (υπάρχουν ουκ ολίγα που θα μπορούσα να παραθέσω), είναι
ένας συγγραφέας που το έργο του (ένα εγκώμιο αλλοιωμένων στοιχείων) είναι επιτομή της διαχωριστικής γραμ-
μής μεταξύ του καλλιτέχνη και του αναγνώστη, και του οποίου το έργο βρίσκεται στα χέρια πολλών απαίδευτων
μα και γνωριζόντων περί τα της λογοτεχνίας δεδομένων, είναι ο Ρaolo Coehlio, του οποίου η αμιμήτου χαρακτή-
ρα, η αβυσσαλέας ανοησίας φράση του, "όταν θες κάτι πάρα πολύ, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί, έτσι ώστε
να τ' αποκτήσεις", μια φράση που περικλίει όλες τις φασματικές δυνάμεις που μεταβάλλουν τον αναγνώστη (ο
επί “καναπέους” βουτηγμένος, ο έκθαμβος από τη μεγαλειώδες "σοφία" της δεδομένης φράσης που μόλις διά-
βασε, και της ευφράδειας του καλλιτέχνη), στον απόλυτο παθητικό δέκτη. Τον μεταβάλλει στον αδρανοποιημέ-
νο, τον αφημένο στη μοίρα που για 'κείνον προδιαγράφει μια μη ορατή, μια μη διασταυρωμένη ως προς την
ύπαρξή της συνωμοσία, ενός εξώτερου σύμπαντος, ένα εν αντιθέσει από το εσώτερο, το εν τού εαυτού του, σύ-
μπαντος. Η παθητικότητα αρχίζει και τελειώνει πάνω στην εναποθέτηση των δικών σου απώτερων επιθυμιών,
στις διαθέσεις και τις συνωμοσίες του όποιου εν κατακλείδι, σύμπαντος πλην του δικού σου. Η αδράνεια για την
αλλαγή, για την κατάργηση της τάξης των πραγμάτων κι εν συνεπεία, ο τερματισμός της εξερεύνησης της 
χαμένης μυχιότητας όπως με τον πιο εύστροφο τρόπο την ονομάτισε ο Georges Bataille, έχει μόλις συντελεστεί,
εντός του υπερεγώ του αναγνώστη του δεδομένου αποφθέγματος και σε συνδιασμό με τον άμετρο θαυμασμό
που ο συγγραφέας του εμπνέει, ταυτόχρονα έχει αμετακλήτως, εγκαθιδρυθεί η ερεβώδες κυριαρχία του μιζερα-
μπιλισμού... (περαστικά μας!)

Εντός των πάντων, κουρνιάζει η ποιητική προδιάθεση, η ποίηση σε “λανθάνουσα μορφή”, (βλπ: Tristan Tzara,
ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΟΣ, μτφρ. Στ. Ν. Κουμανούδης, σελ. 30, εκδ. Ύψιλον). Το ζην 
ποιητικώς, υπάρχει, ζει κι αναπνέει, ακόμα κι όταν δεν γίνεται αντιληπτό μες στις αιτιολογικές συσκοτίσεις και την
πνευματική χαύνωση που διανέμεται ως επί των πλείστων, ως μεγάλα καλλιτεχνικά επιτεύματα. Σίγουρα η 
ποίηση εκκολάπτεται στα πάντα: ένα φιλί που σου τινάζει τα μυαλά, είναι ποίηση ένα ηλιοβασίλεμα που φαντάζει
στα μάτια σου ως μοναδικό, είναι ποίηση, ακόμα κι αν αύριο πρόκειται να πάρεις ένα όπλο και να επαναστατή-
σεις για ένα καλύτερο μέλλον, ακόμα πιο πολύ αν στην προσπάθειά σου επάνω πεθάνεις, αυτό αν δεν είναι η α-
νώτερη μορφή ποίησης, τότε τι είναι; Το να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι ένα καλύτερο μέλλον, προσωπικά
μου φαντάζει ο καλύτερος επίλογος ενός επικού ποιήματος που μπροστά του τα έπη του Ομήρου ωχριούν. Φυσι-
κά, η ποίηση από μόνη της, ποτέ δεν ξεκίνησε καμιά επανάσταση, (την τραγούδησε μα δεν την ξεκίνησε). 
Η ποίηση όμως αφύπνησε συνειδήσεις.
Ποίηση σε λανθάνουσα κι αρχέγονη κατάσταση, είναι το φιλί, το ηλιοβασίλεμα και τ' όπλο, που τα σμιλεύουν
και τους δίνουν την τελική μορφή του ολοκληρωμένου ποιήματος, τα χείλη, τα μάτια, τα χέρια μα πάνω απ' όλα
η καρδιά και το πνεύμα του ανθρώπου που τ' αποκωδικοποιεί, ο λόγος ειλικρινά, έπεται πολύ όλων αυτών.
Κι εν τέλει, τι είναι ο ποιητής και τι η ποίηση;
Η ποίηση, είναι ένα μικρό κερί αναμένο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, κι ο ποιητής, είναι ένα μπιτόνι με βενζίνη
γεμάτο που οφείλει δίπλα στο κερί να σταθεί έτσι ώστε ν' αρπάξει φωτιά και με το φλεγόμενο κορμί του, το σκο-
τάδι να σκοτώσει... τα είπε όμως καλύτερα από μένα ο Σινόπουλος και το απέδειξαν εμπράκτως ο Baudelaire,
ο Rimbaud, ο Lautreamont (η ποίηση πρέπει να γράφεται απ' όλους), ο Λαπαθιώτης και τόσοι άλλοι που έζησαν
ποιητικώς, αλλά κι αυτομόλησαν μες στους στίχους τους κι έδειξαν δρόμους που φώτισαν με τη φαιά ουσία
τους. Ζην ποιητικώς...
Ας έρθω όμως στα καθ' ημάς πεπραγμένα. Στην Ελλάδα των μνημονίων, η τέχνη, ομοιάζει από ανύπαρκτη ως
πεθαμένη. Δε λησμονώ την ύπαρξη των αυτονομημένων, των πολλών έξω από τα καθιερωμένα περί τέχνης των
μέσων”. Υπάρχουν κι ας είναι η φωνή τους κατά πολύ περιορισμένη, υπάρχουν με όλα τα καλά κι όλα τα κακά
τους κι ελπίζω κάποια μέρα, από τη δική τους θέση να υπάρξει αυτή η μορφή τέχνης που θα διακυρήξει τον θά-
νατο της τέχνης και την γένεση της εμβίας τέχνης. Μόνο στο περιθώριο της πλαισιωμένης με συμβατικά, 
στεγανοποιημένα βαρίδια τέχνης θα μπορέσει να ξεσπάσει η πυρκαγιά του επαναστατικού πεσιμισμού
 Πολλοί είναι αυτοί που ακούγοντας τον όρο επαναστατικός πεσιμισμός, τρομάζουν και κοιτούν όλο απορία 
 γύρω τους να bρουν την απάντηση στο ερώτημα, "πως μπορεί ο πεσιμισμός να είναι επαναστατικός;".
 Για όσο τα δεδομένα γύρω μας θα είναι μαύρα, η ποια λάθεμενη εκδούλευση ενός επαναστάτη προς τους 
εν δυνάμει συντρόφους του καθώς και της επανάστασης καθεαυτής, είναι τα παρουσιάζει ως άσπρα. 
Η ωραιοποίηση της ασχήμιας, είναι το άλλοθι του κίβδηλου συστηματοποιημένου όμως, στοχασμού, 
του ωχαδερφισμού η ταυτότητα, το "έτσι έχουν τα πράγματα". Οφείλω εδώ μια διευκρίνηση
 προς αποφυγή παρεξηγήσεων: η διαφορά του μαύρου στον μιζερα-μπιλισμό, με το μαύρο στον επαναστατικό πεσιμισμό, έγκειται στο ότι το πρώτο, είναι μια στυγνή καταγραφή του, μια εξιστόρηση του, χωρίς
 καμιά προσωπική παρέμβαση του καλλιτέχνη έτσι ώστε, να μετατραπεί, το μαύρο σε άσπρο. 
Το δεύτερο, είναι η επισήμανση της ύπαρξής του και συνάμα, είναι η κραυγή, η βούληση, η προσταγή 
του καλλιτέχνη, με τα όποια όπλα (μέσα), εκείνος διαθέτει, ώστε να το μετατρέψει σε άσπρο. (Χαρακτη-
ριστικό παράδειγμα επαναστατικού πεσιμισμού, η Guernica του Ρicasso: οι τσακισμένες – 
νεκρές μορφές, στρέφουν τα βλέμματά τους στην αιωρούμενη λυχνία, που δεν είναι τίποτα άλλο α
πό την εξύψωση των αδικοσκοτωμένων, προς την αιώνια μνημόνευση τους). Άλλο πράγμα η αλήθεια, 
κι άλλο η αποδοχή για την αποδοχή της.επαναστατικός πεσιμισμός εν τω ρου της ιστορίας,
 είναι παρεμβατικός και υπερβατικός την ίδια στιγμή, ή δεν είναι τίποτα.
Η Ελλάδα -λοιπόν- του σήμερα. Η Ελλάδα των μνημονίων. Η Ελλάδα του αρχαίου πολιτισμού και του α-
ρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Η Ελλάδα του σύγχρονου πεθαμένου πολιτισμού. Η Ελλάδα της πεθαμένης ελπί-
δας. Η Ελλάδα που μοιάζει να μην έχει τίποτα να περιμένει από πουθενά, ούτε από τους πολιτικούς της μα ούτε
κι από τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (είναι γνωστή η διακύρηξη των 16 κατά την υπογραφή
του α' μνημονίου που λίγο πολύ, μας είπαν πως και λίγο θα είναι ό,τι πάθουμε και είναι και πάλι ευρέως γνωστό,
πως ο μοναδικός εν ζωή μεγάλος λογοτέχνης που στάθηκε και στέκεται στο πλευρό του καταρρακωμένου ελλη-
νικού λαού, είναι ο Νάνος Βαλαωρίτης), εν αντιθέσει αλλοτινών δισχερών εποχών. Η τέχνη στα μάτια των 
 πολλών, φαντάζει ως είδος πολυτελείας κι αυτό καλούνται να αλλάξουν οι συνειδητοποιημένοι ως προς 
την ανάγκηαλλαγής των δεδομένων και στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μα και στο καλλιτεχνικό, 
καλλιτέχνες. Η ιστοριογραφική εικοτολογία, θα μπορέσει να επαναπροσδιοριστεί προς όφελός μας μόνο όταν 
εμείς το θελήσουμε.
Η εξαγγελία θανάτου της τέχνης, θα γίνει τη στιγμή του διαγγέλματος για το τι ζητά-τι απαιτεί, ο επαναστατι-
κός πεσιμισμός. Ο θάνατος της τέχνης, θα συνοδευτεί με τη μετατροπή της ζωής σε εμβία τέχνη, με την υπερί-
σχυση του Απόλλωνα έναντι του Μολώχ. Τότε ο μιζεραμπιλισμός, δε θα είναι τίποτα περισσότερο από μια μου-
σειακής αξίας, χαμένη στην ομίχλη του δικού της απροσδιόριστου, λέξη. Είθε τα χρώματα του εν τοις ουρανοίς
καμβά, να οριζοντοποιήσουν την κάθετη γραμμή. Είθε η διαύγεια του μη ορατού, να ξεπεράσει το ορατό.

Η τέχνη πέθανε!
Τελευταία μας στάση, το ανέφικτο!

Πάτρα, Νοέμβριος 2016

*Jacques Vaché, Γράμματα Από Το Μέτωπο, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, σελ. 54, εκδ. Φαρφουλάς

Jacobo Regen  (1935, Campo Quijano, Argentina)

Χακόμπο Ρέχεν 
Λέω με ψυχραιμία…

1

Λέω με ψυχραιμία: «Είμαι ένας άγγελος».
Και πρέπει να με πιστέψεις.
Κανένας δίσκος του ζυγού δεν ισορροπεί,
ή ταλαντώνεται,
υπό το βάρος μου.

Ασώματος,
ελαφρύς,
ανένδυτος,
σαν το φως…
Κι εντούτις, όλη
μου η απόσταση είναι μια σκιά
η καρδιά μου είναι μια σκιά
ένα σκοτεινό νόμισμα,
διαβρωμένο,
από  τον χρόνο, δίχως χρόνο και μνημονικό.

μετάφραση: Στάθης Ιντζές

Ήθελα κάποτε κάτι να γράψω για Λάνθιμο και Αστακό αλλά δεν τα κατάφερα. Μες στα πολλά που ακούστηκαν, έχασα τη μπάλα. Θυμάμαι μια αίσθηση έντονης ναυτίας, κάτι που ίσως να ένιωσα και στις προηγούμενες ταινίες του. Μόνο δυο λόγια του Léo Ferré από τη Σχολή της Ποίησης μου ήρθανε στο νου: «Η τέχνη δεν είναι εργαστήριο ανθρωπομετρίας. Το φως ανάβει μόνο στους τάφους. Ζούμε σε επική εποχή, αλλά δεν έχουμε τίποτα επικό να πούμε. Ακόμη και η ίδια η απελπισία πωλείται, δεν μένει παρά να βρεθεί η σωστή φόρμουλα. Όλα είναι έτοιμα: τα κεφάλαια, η διαφήμιση, οι πελάτες». Στο κενό, ν’ αναρωτιέμαι τι πάει να πει τέχνη, ομορφιά, κατάθεση ψυχής, αλλά και ίντριγκα, παρατάξεις και εδραίωση μιας απολυταρχίας της υποκειμενικότητας. Η άποψή μου, η άποψή σου, τα μου αρέσει σου και τα μου αρέσει μου. Χαμένος.

Στρώθηκα πάλι προ ημερών να γράψω κάτι για το La La Land και δίστασα ξανά ή δεν έβρισκα, τέλος πάντων, λέξεις. Οκ, συμπαθητικό το παρολίγον μιούζικαλ του Chazelle, μ’ ενδιαφέροντα μονοπλάνα, συναρπαστικά τράβελινγκ, ιδιαίτερη φωτογραφία, πλην καθόλου πετυχημένο κάστινγκ -παρά το αλλόκοτα γοητευτικό πρόσωπο της Emma Stone- πρωτίστως όμως πουθενά μα πουθενά λίγη πραγματικότητα, κάτι από αληθινό LA, κάτι που να με κάνει να αναφωνήσω έστω και ψιθυριστά: «αληθινή ζωή!». Αναγέννηση στον ορίζοντα ενός ανούσιου σινεμά, μιας Αμέρικα του παρελθόντος, με χαζοχαρούμενες αβατάρα Σινάτρα και Γκάρμπο. Ενός σινεμά που δεν του αρμόζουν Χρυσές Σφαίρες και Όσκαρ.

Ω ναι, Όσκαρ! Υποψηφιότητες, στοιχήματα, megabytes και τόνοι μελάνης προς κατανάλωση άχρηστης πληροφορίας για μια “τέχνη” στην προκρούστεια κλίνη κοινού και κριτικών ή βουρ για το ντιβάνι του ψυχαναλυτή.

Αστακοί, La La Land και λοιπές αδεξιότητες ή αλλιώς, προς αναζήτηση μιας τέχνης που αγνοούμε…

Γιώργος Σαράτσης


 Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη
Σιδηρά Παρθένα

Από ένα αγκάθι είχαν
εναποθέσει μέσα της
ως φόρο τιμής.
Με κεφάλι ρόδο
Και κλίση στο ανήλιο.
Δεν είχε όνομα
Και  δεν την ονόμαζε κανείς.
Ποιος φυγαδεύει σπίτι του
την εσχατιά;
Το πρόσωπο της  γύριζε μονάχα
στον αναστεναγμό
και  στον  επιθανάτιο ρόγχο
Τα βράδια την πόρτα της χτυπούσαν
ρυτιδιασμένα αγόρια.
Στην αγκάλη της τα νανούριζε 
και στράγγιζε η μνήμη τους ανάμεσα
στα πόδια της.
Έμμηνος σήψη.
Στο λυκαυγές απλώνει  τα σεντόνια
της
αστράφτουν στο φεγγαρόφως
τα γυμνά οστά της.

Ζαχαρίας Στουφής
Η λέξη «αυτοκτονία»

Η λέξη αυτοκτονία έχει το δικό της ξεχωριστό ενδιαφέρον που σχετίζεται, όχι μόνο με την ιστορία της και την προέλευσή της, αλλά και με την ερμηνεία της. Τα όποια στοιχεία κατάφερα να συλλέξω σχετικά με αυτή τη λέξη, αλλά και τα όποια συμπεράσματα στα οποία, με κάθε επιφύλαξη, κατέληξα, σας τα παραθέτω αμέσως.
    Ο Georges Minois, στο βιβλίο του Ιστορία της αυτοκτονίας, αφιερώνει ολόκληρη ενότητα για τη λεξη αυτοκτονία, πιο συγκεκριμένα ο όρος «αυτοκτονία», όπως λέει, εμφανίστηκε στην Αγγλία τον 17ο αιώνα. Η γέννηση αυτού του νέου όρου οφείλεται, κυρίως, στη ραγδαία αύξηση των αυτοκτονιών στην Αγγλία την εποχή εκείνη και στις συζητήσεις που όλο και πιο συχνές γινόντουσαν γύρω από την αυτοκτονία. Ο όρος «αυτοκτονία» βασίζεται στο λατινικό sui (του εαυτού) caedes (φόνος). Το 1658, η λέξη-όρος έχει καθιερωθεί και πλέον περιλαμβάνεται στα λεξικά. Στη γαλλική γλώσσα, ο όρος εμφανίζεται στα 1734 και καθιερώνεται στα μέσα του 18ου αιώνα. Το 18ο αιώνα, επίσης, ο όρος θα περάσει στην ισπανική, την ιταλική και την πορτογαλική γλώσσα.
    Ο G. Minois δεν κάνει αναφορές στην Ελλάδα, με εξαίρεση την αρχαιότητα, που έτσι κι αλλιώς, αποτελεί την απαρχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Στο επίμετρο του ίδιου βιβλίου με τον τίτλο Η κρίση του ήλιου, ο Γιάγκος Ανδρεάδης κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Ελλάδα και στη λέξη αυτοκτονία. Ο Γ. Ανδρεάδης μας λέει πως παρόλο που στα αρχαία κείμενα οι αυτοκτονίες είναι πολλές, οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούν μία λέξη-όρο για να χαρακτηρίσουν το φαινόμενο και μας παραπέμπει στην ιστορικό της αρχαίας Ελλάδας Nicole Loraux (1, Façons tragiques de tuer une femme), η οποία είχε παρατηρήσει ότι: οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν μία λέξη που να αποδίδει με σαφή και αποκλειστικό τρόπο την αυτοκτονία. Συνεχίζει ο Γ. Ανδρεάδης, παρόλο που η λέξη αυτόχειρ υπάρχει στην αρχαιότητα δεν σημαίνει παρά αυτόν που κάνει κάτι με τα ίδια του τα χέρια. Στη συνέχεια παραθέτει κάποια αναπάντητα ερωτήματα (και παράλληλα ως ενδεχόμενα;) για την απουσία της λέξης αυτής από τη γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων. Δεν αποκλείει, λοιπόν, το ενδεχόμενο να πρόκειται για μία –ακόμη αινιγματική «καθυστέρηση των Ελλήνων» ή την άρνησή τους να ορίσουν αυτό που κρύβεται στον χώρο του ανείπωτου και τέλος να μην ήταν σωστό ούτε εύκολο να κλείσουν σε έναν όρο την αυτοκτονία σπουδαίων ανθρώπων και αναφέρει ονόματα όπως ο Κόδρος, ο Εμπεδοκλής, η Σαπφώ, ο Σωκράτης, ο Δημοσθένης και η Κλεοπάτρα.
    Τόσο το βιβλίο του G. Minois, όσο και το εξαιρετικό επίμετρο του Γ. Ανδρεάδη, που βρίσκεται στο ίδιο βιβλίο, έριξαν αρκετό φως στη λέξη αυτοκτονία και με παρακίνησαν στο να κάνω κι εγώ τα δικά μου ψαξίματα. Ξεκινώντας από το λεξικό του Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, βρήκα τη λέξη αυτο-κτόνος (αυτός+κτείνω), ο φονεύων εαυτόν (ιδία χειρί), αυτόχειρ. Προφανώς ο Ι. Σταματάκος περιλαμβάνει τη λέξη επειδή όταν το suicaedes έφτασε στην Ελλάδα, για να μεταφραστεί στα ελληνικά,  χρησιμοποιήθηκαν λέξεις που οι ρίζες τους φτάνουν στην αρχαιότητα. Επειδή, λοιπόν, η λέξη αυτοκτονία γεννιέται από την αρχαία ελληνική γλώσσα, ίσως γι’ αυτό μπορεί να ανθολογείται σε ένα τέτοιο λεξικό.
    Στην Ελλάδα, πιθανότατα, αυτός ο όρος να έφτασε λίγο μετά από ό,τι τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πιο πιθανή περίοδο μου φαίνεται το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, δεν μπορώ όμως να το αποδείξω. Στη συνέχεια αναζήτησα τη λέξη στο μεσαιωνικό λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά και βρήκα τις λέξεις αυτόχειρα, αυτοχειρί, αυτόχειρον, αυτοχείρως, των οποίων η σημασία είναι «με το ίδιο μου το χέρι» και απαντώνται σε κείμενα στα οποία οι συντάκτες τους δηλώνουν την αυθεντικότητα των χειρόγραφων τους. Στο ίδιο λεξικό, τόμος Γ΄, σελ. 363, εντόπισα και μία ακόμα λέξη πολύ συγγενική της αυτοκτονίας που έχει και την ίδια σημασία. Πρόκειται για τη λέξη  αυτοφονεύς, η οποία απαντάται μόνο ως λέξη και όχι ως όρος. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει τους Έλληνες να μην χρησιμοποιούν μία λέξη-όρο για το φαινόμενο της αυτοκτονίας; Πιστεύω πως πρέπει να πάρουμε λίγο ανάποδα τα πράγματα για να δούμε πώς εκφράζονταν οι Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι τον 19ο αιώνα που εισήχθη αυτός ο νέος όρος. Παίρνοντας σαν αφετηρία τη σκέψη του Γ. Ανδρεάδη που αναρωτιέται εάν ήταν άραγε εφικτό, αλλά, κυρίως, ήταν «έγκυρο» να κλείσουν μέσα στα στενά, τελικά, όρια ενός και μοναδικού όρου…και συνεχίζει φέρνοντας παραδείγματα πραγματικά περιστατικά αυτοκτόνων (τους οποίους προαναφέραμε) μαζί με τις ιδιότητες που είχαν στη ζωή τους.
    Τα παραδείγματα που αναφέρει ο  Γ. Ανδρεάδης είναι υπαρκτά πρόσωπα, ενώ αν προσθέσουμε τις αυτοκτονίες της αρχαίας λογοτεχνίας και φτάσουμε μέσα από τη μεσαιωνική γραμματεία και τα δημοτικά τραγούδια μέχρι το 19ο αιώνα, θα παρατηρήσουμε ότι η κάθε αυτοκτονία χρειάζεται μία διαφορετική διατύπωση που χωρίζεται σε τρία τουλάχιστον βασικά σημεία. Αυτή η διατύπωση χρειάζεται μια ολόκληρη πρόταση ή αν χρειαστεί και μία μικρή παράγραφο, πρέπει, δηλαδή, όταν μιλάμε για μια συγκεκριμένη αυτοκτονία να μην τσιγκουνευόμαστε τις λέξεις, ούτε να την περικλείουμε σε πάμπτωχους όρους. Πρέπει να αναφερόμαστε ξεκάθαρα και στα τρία βασικά σημεία που τη χαρακτηρίζουν.
α)     Γιατί; δηλαδή ποια ήταν τα εξωτερικά αίτια (ηθικοί αυτουργοί) που οδήγησαν αυτόν τον άνθρωπο στη βίαιη απόδρασή του από τον πάνω κόσμο.
β)   Πώς; Με ποιο τρόπο το έκανε αυτό, επειδή ο τρόπος συμβολίζει πάρα πολλά στη κουλτούρα μας.
γ)     Ποιος; Τα απαραίτητα χαρακτηριστικά του αυτόχειρα, η ηλικία, η κοινωνική θέση, οι επαγγελματικές ικανότητες ή ό,τι άλλο μπορεί να σχετίζεται με αυτήν του την πράξη.
Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα των τριών σημείων που προανέφερα θα φέρω μια πρόταση που ξεστόμισε μια αγράμματη γερόντισσα που είχε διδαχτεί προφορικά την ελληνική γλώσσα από τις γυναίκες του σπιτιού της που κι αυτές προφορικά την είχαν διδαχτεί από τα βάθη του χρόνου. Μιλώντας για την αυτοκτονία μιας νεαρής παρθένας, είπε: Δεν την αφήσανε οι γονέοι τση να τόνε πάρει και από το κακό τση έπεσε και πνίγηκε. Μέσα σε αυτή την πρόταση υπάρχει το γιατί αυτοκτόνησε, το πώς, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδέεται καθαρά με την απελπισία, αλλά και το ποιος ήταν ο αυτόχειρας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν νεαρή κοπέλα, όμορφη, μια σωστή επένδυση δηλαδή, τόσο για την οικογένειά της, όσο και για την οικογένεια που θα την έπαιρνε νύφη.
    Από την εποχή των γιαγιάδων μας μέχρι σήμερα, τόσο πολύ εισχώρησε στη γλώσσα μας ο όρος αυτοκτονία που συνάντησα κάπου ένα κείμενο του Γιάννη Πανούση στο οποίο έπρεπε να εξηγήσει από την αρχή ότι ο αυτοκτόνος είναι ο δικαστής, ο δήμιος και το θύμα ταυτόχρονα. Αυτή η διαπίστωση έρχεται να δηλώσει την αναγκαιότητα της τριπλής ιδιότητας του αυτόχειρα και παράλληλα των τριών παραμέτρων που καθορίζουν την πράξη του και την ονομασία της. Έρχεται, ακόμα, να συναντήσει μια πιο δίκαιη λαϊκή ονομασία, έτσι όπως έφτασε μέχρι τα στόματα των πρόσφατων προγόνων μας.
    Η λέξη αυτοκτονία μια χαρά είναι σαν λέξη, σαν όρος όμως γίνεται πολύ ύποπτος. Όταν τον χρησιμοποιούμε ξερά, π.χ. ο Γιάννης αυτοκτόνησε, δείχνει να περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στον αυτόχειρα, από την άκρη του δαχτύλου του (που σφίγγει τη σκανδάλη) μέχρι τα βάθη της ψυχής του. Πρόκειται για έναν όρο δηλαδή που επικεντρώνεται κυρίως μέσα στον εαυτό του αυτόχειρα. Από την άλλη, η ελληνική έκφραση που περιλαμβάνει τις τρεις βασικές διαστάσεις του θέματος, γιατί, πώς, ποιος, δείχνει να σέβεται τον εσωτερικό κόσμο του αυτοκτόνου και να πιάνει το θέμα από το δάχτυλο που σφίγγει τη σκανδάλη και πέρα, ονομάζοντας έτσι τα αίτια αλλά και τους υπεύθυνους και μαζί με το πώς και το ποιος να μας δίνει όλα τα στοιχεία εκείνα τα οποία χρειάζονται για να κατανοήσουμε και να συμμεριστούμε την πράξη του, αλλά και να πάρουμε το μήνυμα που χρειάζεται και τις όποιες ευθύνες μας αναλογούν. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο αυτοκτονία που μας αφήνει τελείως ξένους απέναντι στην ίσως πιο σοβαρή πολιτική πράξη.
    Δεν είναι καθόλου τυχαίο που μέχρι πριν από λίγους αιώνες κανένας λαός δεν είχε δημιουργήσει λέξη με τη δύναμη του όρου για το φαινόμενο αυτό. Υποψιάζομαι πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι λαοί ονομάζουν με την κυριολεξία τα πράγματα και τα φαινόμενα και δεν ενδιαφέρονταν, μέσω της δύναμης που φέρει η ονομασία, να κατευθύνουν συνειδήσεις. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν το ρόλο του νονού για τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα τον αναλαμβάνει η ελεεινή φάρα των διανοουμένων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αυτός ο όρος γεννήθηκε στην Αγγλία και κατά τη γνώμη μου, δεν φταίει μόνο η μεγάλη συχνότητα των αυτοκτονιών, όσο φταίει ότι οι Άγγλοι διανοούμενοι από την εποχή εκείνη αρέσκονταν στο να ονομάζουν και έτσι να ορίζουν τα πράγματα και τα φαινόμενα με την «μέθοδο» της λέξης – όρου, εκεί που η ελληνική και η λατινική γλώσσα παρουσίαζαν κενό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο  όρος «ρατσισμός» γεννήθηκε σε κύκλους άγγλων διανοουμένων, έτσι και ο ρατσιστικός όρος αυτοκτονία απέναντι στην ομάδα των παθητικά αναρχικών, όπως πολύ εύστοχα αποκαλεί τους αυτόχειρες ο Η. Πετρόπουλος, γεννήθηκε και αυτός στην Αγγλία. 

----------------------------

1 Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο Αναζητώντας τον Θάνατο, 22 Αρθογραφίες του Ζαχαρία Στουφή 22 Φωτογραφίες του Δημήτρη Θεοδόση. αναΘΕΜΑ 2016.




Η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, «Τα καναπεδάκια της ανεργίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική, έχει αγαπηθεί από μια μερίδα του αναγνωστικού κοινού για την ειλικρίνειά της. Με αφορμή το βιβλίο, ο Αντώνης Ψάλτης έθεσε κάποια ερωτήματα στον συγγραφέα.

1. Στο βιβλίο σας, «Τα καναπεδάκια της ανεργίας», τα καναπεδάκια είναι ταυτόχρονα νόστιμα βρώσιμα εδέσματα και χώρος απομόνωσης και αναμονής. Σωστά;

Τα «Καναπεδάκια» αυτά,όπως και όλα τα εδέσματα,είναι θελκτικά και βρώσιμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ευκολοχώνευτα και συνηθισμένα. Αποτελούν προϊόν εσωτερικής διαδρομής και αναμονής καλύτερων ημερών. Θα έλεγα,αντίθετα με τις όποιες προσδοκίες,ότι πρόκειται για δύσκολες τροφές που αν δεν προσέξει κανείς μπορεί να του κάτσουν στο στομάχι. Απαιτούν σκέψη, βίωμα και αρκετές δόσεις ευαισθησίας ώστε να περιορίσουν κάθε αντίδραση μιας πικρόγλυκης γεύσης που τα χαρακτηρίζει.


2. Ποιο, κατά τη γνώμη σας, είναι το χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής διηγημάτων που μπορεί να τέρψει τον αναγνώστη;

Η αλήθεια που τα περιβάλλει και το γεγονός πως πρόκειται για κοινό τόπο, τουλάχιστον όσων έχουν δηλώσει παρών σε αυτή την ιστορική συγκυρία που τα καθορίζει. Ο τόπος και ο χρόνος μπορεί να μην είναι πραγματικά, μα όλα καθιστούν πρωταγωνιστή εμάς, τα παιδιά της απόλυτης κρίσης.


3. Πέρα από τη συγγραφή, ασχολείστε και με την ελαιουργία. Πόσο σημαντικό είναι, πιστεύετε, ο συγγραφέας να καταπιάνεται με την καθημερινότητα;

Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα σε μια χώρα σαν τη δική μας. Θα μπορούσε βέβαια,αλλά το βλέπω πολυτέλεια. Επομένως,κάτι πρέπει να κάνει κανείς για την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή του. Προσωπικά,δηλώνω αγρότης (ελαιοπαραγωγός) αλλά και,κατά καιρούς, επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αν ο συγγραφέας δεν καταπιάνεται με την καθημερινότητα,τότε τι κοινό έχει με τον κόσμο που τον περιβάλλει; Η τέχνη ως απόλυτα προσωπική αυτοϊκανοποίηση έχει τις ηδονικές στιγμές της,μα δεν βλέπω τον λόγο να απαιτεί κανείς να τη μοιραστεί και με άλλους.


4. Καθαρίζουν έτσι οι αισθήσεις και το κριτήριό του προτού ξεκινήσει το γράψιμο;

Η ευαισθησία και ο λόγος ορίζουν την αιτία και αυτή παρέχει την ευκαιρία της καταγραφής του επεισοδίου. Άλλοτε ακαριαία και κάποτε με κόπο απεικονίζεις με τον πιο άριστο τρόπο, εφόσον πρόκειται για λογοτεχνία, γεγονότα και καταστάσεις που σε έκαναν να γυρίσεις το βλέμμα σου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αργά ή γρήγορα,όλα είναι ένα καταχωρημένο παρελθόν.


5. Τι ενώνει τους ήρωες του βιβλίου σας; Ποιος καημός και ποια ελπίδα;

Δεν υπάρχουν ήρωες, υπάρχουν μορφές,και αυτές ενώνονται με τον ιστό του ιστορικού χρόνου που τις περιβάλλει. Δεν ακολουθώ τα βήματα κάποιων,αλλά περιγράφω το αποτέλεσμα του όλου. Δηλαδή δεν εστιάζω στην αράχνη,αλλά στο μεγαλείο και την ομορφιά του έργου της. Κοινωνιολόγος,βλέπετε,αν και η διατριβή μου εστιάζεται γενικά στον πολιτισμό και όχι συγκεκριμένα στη λογοτεχνία. Ο καημός και η ελπίδα είναι η κίνηση του όλου,που δυστυχώς σήμερα λιμνάζει σε έναν βούρκο με παραπεταμένα όνειρα.



6. Το χιούμορ και η σαρκαστική διάθεση διαπλέουν τη συλλογή. Είναι συγκαλυμμένη πικρία, αμυντικός μηχανισμός;

Είναι τρόπος γραφής,τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο,και νομίζω ότι δεν πρωτοτυπώ. Οι μύθοι και τα διαβάσματα που με έχουν καθορίσει διακρίνονται για την ειρωνική τους διάθεση αλλά και τον αυτοσαρκασμό. Επιπλέον,είμαι αυστηρός και ενίοτε χλευαστικός με τον κυριούλη που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Επιπροσθέτως,παραμένω παιδί,με αποτέλεσμα να γελώ καμιά φορά ακόμη και με τα πιο σοβαρά,επιλέγω την πιο αστεία ή φαντασιακή πλευρά τους.


7. Θα αλλάζατε κάτι στο βιβλίο σας εκ των υστέρων;

Όχι,με κάνει χαρούμενο που το υπέγραψα. Φυσικά,είναι εφαλτήριο για το επόμενο, μια επιθυμία που της δίνει φτερά κάθε τι που,φεύγοντας από εμάς,το κάνει ξένο και ταυτόχρονα αγαπητό στη μνήμη μας.


8. Τι είναι ένας συγγραφέας στις μέρες μας; Προφήτης; Τρελός;

Απλά άνθρωπος. Ένα είδος που σπανίζει και χρωματίζει τον ασπρόμαυρο καμβά της ιστορίας.


9. Ζείτε με την οικογένειά σας στην Κυπαρισσία. Η φύση δεν ξεμυαλίζει τον άνθρωπο που πάει να γράψει;

Ζω στη φύση και είναι επιλογή. Η Κυπαρισσία του νότου μάς παρέχει ως μόνιμη κατοικία το εξοχικό των γονιών μου. Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα λοιπόν και τούτο,όσο επώδυνο κι αν γίνεται με τη σκληρή εργασία στα χωράφια,δεν ξεμυαλίζει αλλά ζαλίζει από τα τόσα θαύματα που συντελούνται γύρω σου. Μόνο σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο άνθρωπος δημιουργεί ελεύθερος και αληθινός,όπως άλλωστε ορίζει η φύση του.


10. Να κλείσουμε με μια φράση-κλειδί από το βιβλίο σας;

Αυτό το αφήνω να το ανακαλύψετε μόνοι σας ….
Σας ευχαριστώ




ΤΟ ΜΑΝΤΙΛΙ

Καθίσαμε στο πιο ήσυχο μέρος της καφετέριας.
Ίδρωνε, πάλι  και συνέχεια ίδρωνε,
κι όσο μπορούσε φλεγόμενος από ταραχή,
με ένα μαντίλι σκούπιζε το πρόσωπο και τον λαιμό του.
Δεν το έζησα ξανά ένας άνδρας
να γίνεται καταϊδρωμένος
από ερωτική επιθυμία για μένα.

Όπως δεν χορταίνουμε τις ηλιόλουστες μέρες,
 έτσι ποτέ δεν χορταίνουμε να μας επιθυμούν





ΥΠΟΓΕΙΟ ΡΕΥΜΑ

Παρατηρούσα και βυθίστηκα στο άλμπουμ περίφημου φωτογράφου.
Άκρως καλαίσθητες κι ευφάνταστες οι συλλήψεις του.
Το υπόγειο ρεύμα που εισχωρούσε στο σύνολο των φωτογραφιών
ήταν η σεξουαλικότητα,
γι’ αυτό και οι περισσότερες ήταν γυμνά.
Εστίαζε στο βαθύ
κι ακαταπόνητο κοίτασμα της σεξουαλικότητας.

Η μνήμη αστραπιαία με πήγε στη σεξουαλικότητα
από αγάπες μου.

Θοδωρής Σαρηγκιόλης
Η στάχτη μόνο

Οι γρίλιες τ’ απογεύματα πεντάγραμμα
Ποιάς μουσικής την σημειογραφία θα ντυθούν
Το αίμα τ’ ουρανού για να γνωρίσουν;
Ποια κόλαση προϊστορική αγάπησαν
Ανέραστες να κυλιστούν στη λάβα
Να εξαϋλωθούν
Πιστεύοντας πως κάηκαν
Στη φλόγα της αγάπης;
Ούτε η φωτιά ούτε ο καπνός
Τα ίχνη τους θ’ αφήσουν
Για να θυμόμαστε εμείς
Το άγαλμα μιας μελωδίας.

Η στάχτη μόνο θα τις νοσταλγεί
Γι’ αυτό που δεν υπήρξαν.
 Γιώργος Χαντζής, Μπέλλα Μπουμ (Publibook 2011 & lefkiselida 2013)

ποστ

χιλιετίες, χοτέλς, φιλιά, γενιά τ εξ τ: τρία x
στα κολωνάκια μιας πόλης της μετα-ελευθεριότητας

η υιοθέτηση της ύστερης απάθειας ή της ύστερης αντίδρασης
ενός στοχασμού επί του ονείρου της γραμμικής τεχνολογίας

που μοιάζει να εκτοξεύεται πάντα οριζοντίως
εκ πεποιθήσεως ή εκ μεθόδου εποπτείας

της διαχείρισης της γραμμικής ευημερίας

ποια θα ήταν η τύχη της αναπαραγωγής της αναπαραγωγής;
ποια θα ήταν η τύχη της αντρικής εμπειρίας;

όχι η δημιουργία αλλά η δημιουργικότητα η ίδια ως άρτιφακτ
όχι πλέον πράξεις αλλά ράφτινγκ σε νευρωνικά ποτάμια:

αντί για φύκια τριχοειδέστατα αγγεία
αντί για βράχια θρομβοειδείς συγκεντρώσεις

καθώς πέφτουν τα αγγίστρια σκαλώνουν σε κροκάλες εννοιών:

η πολυλογία και η γλωσσοφαγία είναι οι σειρήνες του διάπλου
αν έχει μείνει λίγο νόημα: «τα πόδια κάτω από τις δέστρες»

η ακρίβεια επέχει θέση καυσίμου
η ταχύτητα ευθέως ανάλογη της καθαρότητας

όλο το φυσικό και της φυσικής το τοπίο δεν ήταν πάντα εδώ
ενώ η ροή ταυτίζεται με τη ροή·

πού είναι το υποκείμενο
ως απορροφημένο ρες εξτένσα όταν αυτο-παρατηρείται;

δεν είναι λίγο: αν έχει μείνει λίγο νόημα, πού;
πέραν των εξανθρωπισμένων χρονικοτήτων, τι;

ίσως οι εγγενείς δίνες, οι αυτοφυείς αγωνίες,
η σύλληψη του παραλόγου: έργκο σουμ:

ως ατελής δεκαδικός πεισιθανάτιων παρεκκλίσεων
πέραν των έγχρωμων επαναλήψεων!

το εγκεφαλικό αποτύπωμα μία ρευστή ταυτότητα
εντός μίας οικογένειας κεντρομόλων εννοιών

–και όχι για την έτσι ή αλλιώς λεκτική τους πράξη
αλλά για την ελληνομανή οπτική τους

(σημασία τους ίσως ορθότερα)–

δίπλα σε απότοκα κλισέ ένα πρόσωπο επί πίνακι
βλέπει το πρόσωπο που παρατηρεί το πρόσωπο που μιλάει

για το πρόσωπο που παρατηρείται επικρεμάμενο

(στις όχθες οι χωρικοί ξύνουν με τις αξίνες τις πληγές τους
μέχρι να βρουν τις γηγενείς αξίες)·

η εμπειρία (ποια εμπειρία; – βλ. σελ. 28-29!)
η επιθυμία τότε της έκκεντρης πορείας πού κρύβεται;

δεν εκτιμήθηκε αξιακά καμία απόφαση
ούτε είχαν ωριμάσει οι συνθήκες

η βούληση η κβαντική και η συνθήκη λ
ρίχνουν τα κόκαλα και τρώνε φεϊζοάδα!

αν υπάρχει λίγο νόημα έρχεται άμεσα ή εκ των υστέρων (σώπα)
από τη διεργασία της απάλειψης (όχι απόσβεσης) ομοιοτήτων

τη μοναδική ιστορία νοηματοδότησης
του προσώπου που αξίζει να διασωθεί

μία μεταφορά, ένα άνοιγμα της πόρτας,
ένας δισταγμός, θα μείνει ανοικτή;

όλες εκείνες οι υποσχέσεις οι σχέσεις και οι διαψεύσεις
είναι αδύναμες εμπρός στα σουβενίρ της πραγματικότητας

χιλιάδες νυχτερινά φιλιά στις μικρές πατούσες

α…ουσες?

Αθανασία Κανελλοπούλου
Μια μικρή ιαχή για το χαμένο παιχνίδι

όταν μόνο ο άνεμος θα συνεχίζει
να σφυρίζει την Ιστορία του
εμείς θα στεκόμαστε
νικημένοι ήρωες
σε παρτίδα σκακιού
θυσία στο βωμό
αυτού που θα ‘ρθει
της ύστατης επιθυμίας

καλώ τις μέρες
να με παρηγορήσουν
να γίνουν μάνες
στο προσκεφάλι μου
να κτίσουν βωμούς χρυσούς
σε άγνωστους θεούς
να τραγουδήσουν
αρχέγονες καντάδες

παίξαμε
στον τροχό της Μοίρας
μπλεχτήκαμε
στα κοντάρια της
πολεμήσαμε
τους θαλασσοδαρμένους παίχτες του Λόγου
περπάτησες
σε μολυβένιους ουρανούς
ξεβγάλθηκα
σε ξεχασμένα χώματα
κάποια στιγμή
επέστρεψα
κάτω από τον ίσκιο μιας χώρας
τα πόδια μου όμως λύγισαν
στο βάρος
του ονόματος σου
έγειρε ο ζυγός
στην αυτού Μεγαλειότητα

αξίζει άραγε η νίκη;





Φώτης Καγγελάρης
Τα στηρίγματα της κοινωνίας

Ακόμα μια φορά η Β. Λουρμπά ανοίγει το σπίτι της στον Ίψεν για να σχεδιάσουν, να μελετήσουν μαζί, να στοχαστούν πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη: Είτε πάνω στο νόημα είτε πάνω στην ηθική και ν’ αναδυθούν έτσι μέσα από τη συζήτηση αυτή, τα μεγάλα ερωτήματα. Ο Ίψεν με τα «Στηρίγματα της Κοινωνίας» και η Β. Λουρμπά με τη σκηνοθεσία της στήνουν μεταξύ τους μια σχέση φιλοσοφική και ανθρώπινη στην οποία καλούμαστε να παρευρεθούμε, όχι για να πάρουμε μαθήματα ζωής, ο Ίψεν φαίνεται να είναι κατά των απαντήσεων, αλλά για ν’ ακούσουμε τη δίνη των ερωτημάτων όταν ταράζεται ο καθησυχασμένος αλλά βουρκώδης βυθός. Και η B.  Λουρμπά ως ιέρεια, ως σύντροφός του, ζωγραφίζει αυτόν τον βυθό, συνθέτει αυτή την εξώκοσμη αλλά και τόσο εσώκοσμη κοινωνική μουσική, σκηνοθετεί.
Για άλλη μια φορά η Β. Λουρμπά καταπιάνεται με το κοινωνικό σύμπτωμα έτσι όπως το ανασύρει ο ιατρός Ίψεν από τα θολά κοινωνικά νερά. Για να καταδείξει την βαθιά παθογένεια των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών που εκτρέφουν και εκτρέφονται από την βεβιασμένη και παραβιασμένη ηθική, την ηθική που δικτυώνεται στο όνομα της κοινωνικής συνοχής, της προσωπικής ενοχής και της θρησκείας.
Η Β. Λουρμπά επιδέξια υλοποιεί το νυστέρι του Ίψεν, δίνοντας μας εξαιρετικές εικόνες από τα επιμέρους στοιχεία της χειρουργικής επέμβασης. Για να μας προσφέρει έτσι μία σεπτή παράσταση χωρίς φανφαρονισμούς, χωρίς εκπλήξεις. Η έκπληξη είναι ήδη μέσα στη γραφή του Ίψεν. Θα έλεγε κανείς ότι, με την τόσο λιτή αλλά πλήρη ροή της παράστασης και ταυτόχρονα, την τόσο φανερή σαν μία πρόβα, συναντά το μεταμοντέρνο ως ειρωνική αποδόμηση της επιφάνειας των πραγμάτων.
Ο Ίψεν (και η Β. Λουρμπά) βαθύς μελετητής της καντιανής «2ης Κριτικής» δεν κάνει απλώς κοινωνική κριτική και αναδύοντας το πρόβλημα, δεν προσφέρει λύση. Τι λύση να προτείνει όταν ο ίδιος ο άνθρωπος είναι χωρίς λύση, «ερριμένος», θα έλεγε ο Heidegger, μέσα στον κόσμο, χωρίς σχέδιο: «ένα συστημένο γράμμα προς τον θάνατο», ένας «Ιπτάμενος Ολλανδός» που ψάχνοντας για λιμάνι έχει, τελικά, για λιμάνι το χωρίς σχέδιο, το χωρίς σκοπό, το ίδιο του το ταξίδι. Ο Ίψεν προϋπαντώντας τον Sartre και τη θεώρησή του για τον άνθρωπο ως «άχρηστο πάθος» ούτε κατακρίνει, ούτε τιμωρεί. Δείχνει την αγωνία του ανθρώπου να σταθεί σε έναν κόσμο τον οποίο απορρίπτει, «η κόλαση είναι ο άλλος», ενώ την ίδια στιγμή παρακαλεί να του ανήκει. Όλο το δράμα αναφέρεται στην ευθύνη του ανθρώπου, απέναντι στον εαυτό του, απέναντι στον άλλο. Ποια είναι η ευθύνη που του αναλογεί;
Και η Β. Λουρμπά πιάνοντας το νόημα (το νόημα του μη- νοήματος) δεν δικάζει, πάσχει με τα πλάσματα στη σκηνή, στη σκηνή του κόσμου, τα οποία αναδεικνύουν το ανθρώπινο δράμα. Ίσως, θα έλεγα, είναι και τρυφερή μαζί τους: τους παρηγορεί, δεν τους αφήνει να κραυγάσουν, ζουν το δράμα τους ως αυτό που η ζωή έχει να προσφέρει.

Ο κ. Αυλωνίτης ένας τέλειος Μπέρνικ, μία σκηνική παρουσία που ανταποκρίνεται πλήρως στο ζητούμενο, να δείξει το εσωτερικό του δράμα χωρίς εξάρσεις, σαν να έχει αποδεχθεί τις αντιφάσεις του για να γίνει αποδεκτός από τη ζωή. Ωστόσο, με ένταση μας δίνει να ακούσουμε με την εξαιρετική ηθοποιία του ότι, όπως συμβαίνει στον Αισχύλο, αυτός ο ίδιος είναι μία επιλογή δυνάμεων που δεν ορίζει.
Η κ. Καράμπελα λιτή στην έκφραση του δράματος που ζει μέσα της, καλεί τον θεατή σε μία πειστική ταύτιση με την Ντίνα για να μοιραστεί μαζί του το ερώτημα: «τι θα έκανες στη θέση μου;».
Ο κ. Κατηφόρης ως εφημέριος στηρίζει με τα εκφραστικά του μέσα τις καταγγελίες της ηθικής, είναι σίγουρος και πειστικός για τον ρόλο του, τόσο που θέλεις να διακόψεις την παράσταση για να τον ρωτήσεις, εκείνη την ώρα: «δηλαδή, πάτερ, τι αξίζει πιο πολύ η ηθική ή η ζωή;».
Η κ. Λογαρά ενσαρκώνει την Λόνα με τρόπο άψογο, κατά το ήμισυ βυθισμένη στο δράμα και κατά το ήμισυ σαν να παίρνει τη ζωή ελαφρά, σαν να μην είναι μέτοχος αυτού που συμβαίνει, σαν τυχαία να βρέθηκε εκεί. Δύσκολος ρόλος, παίρνει υψηλότατο βαθμό η προσέγγισή του.
Η κ. Μανδηλαρά ως Μάρθα έχει βιώσει πλήρως τον ρόλο της σαν να της συμβαίνει καθημερινά αυτό που παίζει στην σκηνή, έχει πλήρη επίγνωση το μέχρι που θα διεκδικήσει τη σκηνική της παρουσία.
Ο κ. Ξυδάκης, καθοριστικός σπόνδυλος της άρθρωσης του έργου, αποδεικνύεται ταλαντούχος φωτιστής των σκοτεινών υπογείων του έργου, ξέρει να δαμάζει τα εκφραστικά του μέσα και ταυτόχρονα να τους επιτρέπει να στηρίζουν το ζητούμενο από την σκηνοθεσία. Ο κ. Ξυδάκης, πολλά υποσχόμενος ηθοποιός, οφείλει να δώσει περισσότερη σημασία στη στάση του σώματός του.
Και τέλος, η κ. Τζερουνιάν αναδεικνύει την βαθιά, κλασική υποκριτική της μόρφωση, τον πλήρη έλεγχο της φωνής της, την καταφυγή στην απλότητα για να αποδώσει τις πολύπλοκες συνιστώσες του δράματος στη σκηνή. Η κ. Τζερουνιάν, μια μεγάλη ηθοποιός, μας θυμίζει το περίφημο κείμενο του Diderot για το «Παράδοξο του ηθοποιού» και την έννοια της ταύτισης με τον ρόλο. Η κ. Τζερουνιάν, απλώς, σπουδαία.
Ο φωτισμός, άκαμπτος δεν βοηθάει.
Η μουσική αμήχανη. Το έχω πει και άλλες φορές. Η σκανδιναβική μουσική έχει διαμάντια για να υποστηρίξει τα έργα του σκανδιναβικού δραματολογίου.
Τα σκηνικά – κουστούμια, αυτά που περιμέναμε και αυτά που συμφωνούν με την ατμόσφαιρα του έργου.
Ο Ίψεν, με την αναχώρηση των δύο νέων, μας προσφέρει διέξοδο από την «παλιά» ηθική, στην προϋπάντηση του Dvorak και της «Συμφωνίας του Νέου Κόσμου» που εκπροσωπεί η Αμερική. Η Β. Λουρμπά μας προσφέρει διέξοδο από το βάρος και την οχλαγωγία της πόλης, δίνοντάς μας με την παράσταση στο θέατρο της, τον χώρο εκείνο που ταυτίζεται με τον χώρο μέσα μας, τον χώρο του «ξένου» εαυτού μας που καλείται να βρει την αυθεντικότητα του και την σχέση του με τον άλλο.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA