Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

Η "Διώρυγα μεταξύ νεφών" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου, ανάμεσα στα "βιβλία για το καλοκαίρι" της εφ. Καθημερινής από τον Άθω Δημουλά.

Από την παρουσίαση της "Δυνάστρας Μήτρας" (Εκδ. Θράκα, 2018) της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη, στο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό.

Δύο ποιήματα από το βιβλίο "Αιώνια, το Βερολίνο" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Τσιρώνη

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ
Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» 
του Τάκη Σινόπουλου


Στον Αη Στράτη, όπου βρέθηκε εξόριστος το 1952-53, ο Τίτος Πατρίκιος πήρε την εξής συμβουλή από τον Γιάννη Ρίτσο: «Απ' ό,τι γράφεις να αφαιρείς τα μισά και να θυμάσαι: Όχι επίθετα...»
Διαβάζοντας ξανά τους πρώτους στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου ανακάλεσα τη φράση. Ιδού οι στίχοι:

Tοπίο θανάτου. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ' αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Προτού πάει ο νους στο προφανές, ας μείνουμε στις δύο πρώτες λέξεις. «Τοπίο θανάτου.» Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για ποιητική αυτοκτονία ή θράσος. Πώς «καις» εκ προοιμίου το στοιχείο της έκπληξης; Πώς τολμάς να μην κρατάς σε εγρήγορση τον αναγνώστη σου, να μην τον ξαφνιάζεις;
Είναι ο Ευριπίδης στην «Ελένη» του που επίσης τολμά το απονενοημένο. Ο θεατής ήδη από τον πρόλογο πληροφορείται το αίσιο τέλος. Δεν είναι η έκβαση, επομένως, που ενδιαφέρει εκεί, εφόσον προδιαγράφεται, αλλά η διαπραγμάτευση, ο τρόπος.
Ο τρόπος. Αυτός κρατά «ζωντανό» τον αναγνώστη και στον «Ελπήνορα». Η δύναμη της περιγραφής του θανάτου.
Πετρωμένη θάλασσα, μαύρα κυπαρίσσια, χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο. Η γεωμετρία εδώ επιτυγχάνεται με το χιαστό σχήμα μετοχών («πετρωμένη» και «ρημαγμένο») και επιθέτων («μαύρα» και «χαμηλό»). Η επιλογή τους είναι εντυπωσιακή (επίθετα είναι κι οι μετοχές, κι ας προέρχονται από ρήματα). Ο τύπος «πετρωμένη», για παράδειγμα, μολονότι ως μετοχή εμπεριέχει την ενέργεια του ρήματος, αποδίδει ταυτοχρόνως την ακινησία και το θάνατο. Τα κυπαρίσσια ως μέρος του τοπίου θανάτου είναι «μαύρα», προκαλούν όμως κι άλλες εγκεφαλικές συνάψεις (π.χ. μαύρη πεύκη, μέλανας δρυμός). Το ακρογιάλι είναι «χαμηλό», σηματοδοτώντας μια εναλλαγή της κίνησης από κάτω προς τα πάνω (θα την προσεγγίσουμε αναλυτικότερα αμέσως μετά). Είναι όμως και «ρημαγμένο» από τ’ αλάτι και το φως, τα οποία σχετίζονται με τη φθοροποιό δύναμη της φωτιάς (και τα δύο «καίνε»). Τα βράχια είναι «κούφια», διαβρωμένα από τα κύματα (: αλάτι). Παραπέμπουν σε σπήλαιο – είναι άδεια, θανατωμένα. Τέλος, ο χαρακτηρισμός «αδυσώπητος» που αποδίδεται στον ήλιο πολλαπλασιάζει τη διαβρωτική δύναμη των λέξεων «φως» και «αλάτι» που έχουν προηγηθεί. Μια αγαστή συνεργασία των δυνάμεων της φθοράς.
Η συνέχεια της περιγραφής εκπλήσσει περαιτέρω. Πρόκειται για έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο γραμμένο όχι μόνο με τον τύπο αλλά και τον τρόπο του δημοτικού τραγουδιού. Χιαστί γεωμετρία και εδώ με τις γενικές προσδιοριστικές («νερού», «πουλιού») να μπαίνουν ανάμεσα στα ουσιαστικά («κύλισμα», «φτερούγα»). Και οι τέσσερις λέξεις δηλώνουν εμφανώς κίνηση, ενέργεια και ζωή. Ο θάνατος προβάλλεται εντονότερα μέσα από τις αντιθέσεις.
Τα «μήτε – μήτε» που προηγήθηκαν ζευγαρώνουν με το «μονάχα» κλείνοντας τη στροφική ενότητα. Μήτε ζωή μήτε κίνηση, μονάχα σιγή. Και τι σιγή! «Απέραντη» «αρυτίδωτη» «πηχτή». Τρία επίθετα σε ένα ασθματικό ασύνδετο σχήμα χωρίς τη χρήση κομμάτων. «Απέραντη»: χωρίς αρχή και τέλος – στο χώρο αλλά και στο χρόνο. «Αρυτίδωτη»: χωρίς καμία εναλλαγή, συνεχής, αδιάλειπτη, απαρασάλευτη. «Πηχτή»: συμπαγής, αδιάρρηκτη, χωρίς προοπτική διαφυγής, απεγκλωβισμού. Κάτι σαν αμετάβλητος φυσικός νόμος.
Ας σταθούμε, τέλος, και στην αδιάκοπη εναλλαγή της κίνησης (μες στην ακινησία!) από τα κάτω προς τα πάνω: από τη θάλασσα στα κυπαρίσσια («ψηλό σαν κυπαρίσσι» το μωρό στα νανουρίσματα) κι ύστερα πάλι κάτω στο ακρογιάλι. Από το χαμηλό ακρογιάλι και τη θάλασσα (: αλάτι) πάνω στο φως κι από κει ξανά κάτω στα κούφια βράχια και πάλι πάνω στον αδυσώπητο ήλιο. Κι από τον ήλιο ξανά κάτω στο νερό και πάλι πάνω στον ουρανό («πουλιού φτερούγα»). Και σ’ όλο αυτό το διάστημα μεταξύ του κάτω και του πάνω να δεσπόζει η σιγή.
«Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς» είχε γράψει κάποτε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Αν κάτι κομίζουν αυτοί οι στίχοι του Σινόπουλου είναι αυτή η γνώση, η γνώση του τρόπου.

Κώστας Κουτρουμπάκης, 
φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA