Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Β

[To A μέρος :
]

Μια νέα φάση νεωτερικότητας φαίνεται πως έχει ήδη ξεκινήσει από τα μέσα του 19ου αιώνα, εντός δηλαδή της παντοκρατορίας της ρομαντικής αισθητικής. Τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης είναι πλέον σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας ορατά και πλέον η «πρόοδος» και η «εξέλιξη» στον νέο καπιταλιστικό κόσμο ξεπροβάλλουν με τρόπο αμετάκλητο. Η γεννώσα Φύση, ως το πρότυπο της καλλιτεχνικής δημιουργίας των ρομαντικών όπως ο Shelling είχε υποστηρίξει1, αρχίζει να επικαλύπτεται από την νέα υλιστική εποχή μιας γεννημένης φύσης, και μάλιστα τεχνητής. Ο δρόμος προς την Ομορφιά πλέον χάνει το πάθος και την πρωτοτυπία του, καθώς καλείται να περάσει από την εποχή των προϊόντων και των ευμετάβλητων κοινωνικών συγκυριών. Η έννοια της πηγαίας έκφρασης και της δημιουργίας προσπαθούν να αποτυπώσουν και να γεννήσουν έργα τέχνης σε έναν κόσμο πιο άγριο, πιο γοργοκίνητο, όσον αφορά τους συνεχείς μετασχηματισμούς του σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Το Ωραίο, όπως τουλάχιστον ο Schiller το είχε συλλάβει και περιγράψει, δεν φαίνεται στις τελευταίες δεκαετίες του προπερασμένου αιώνα να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο συνεχώς αυξανόμενο άγχος, το κυρίως υπαρξιακό, που μοιάζει να είναι καίριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ας μιλήσει ο Rimbaud και το έργο του Μια εποχή στην Κόλαση για του λόγου το αληθές: «μια βραδιά κάθισα στα γόνατά μου την Ομορφιά.-Και τη βρήκα αφόρητη-. Και την λοιδόρησα»2 . Όταν γράφεται αυτός ο στίχος είναι 1873. Μια νέα εποχή για την τέχνη έχει ήδη αρχίσει. Ο ρομαντισμός ως οπτική και θέση πνέει τα λοίσθια.
Είκοσι χρόνια πριν το συγκεκριμένο έργο του Rimbaud, μιλώντας για ένα άλλο Γάλλο ποιητή και ένα ποίημα του με τίτλο Spleen o Gautier λέει πως «η σχέση που έχει το Spleen με τον ρομαντισμό είναι η σχέση που έχει η μαύρη γλίτσα ενός πεζοδρομίου με τις πράσινες υγρές βλαστήσεις των εξοχικών προαστίων»3. Πράγματι ήδη από τον Baudelaire μπορούμε να μιλάμε για μια εποχή post-romantic,. Στα Άνθη του Κακού τα μορφικά πρότυπα της παραδοσιακής ποιητικής τελειοποιούνται, ο λυρισμός ως σχήμα κατακτά τις πλέον δυσπρόσιτες κορφές και πια γίνεται αντιληπτό πως αυτό που ζητά να ειπωθεί οφείλει στην νέα εποχή να βρει νέους τρόπους για να ειπωθεί. Στα πρόσωπα των δύο αυτών ποιητών μπορούμε να βρούμε το σύμβολο, με την ρομαντική έννοια του όρου, της μετάβασης όχι απλώς από την παραδοσιακή στην νεωτερική γραφή αλλά και της μετάβασης από την ρομαντική στην μοντέρνα εποχή.
Πέραν του περιεχομένου, το απτό στοιχείο νεοτερικότητας σε αυτήν την μεταρομαντική εποχή σίγουρα μπορούμε να πούμε πως είναι η κατάλυση των κλασσικών μορφικών σχημάτων που ο ρομαντισμός είχε υιοθετήσει και προωθήσει. Η ρίμα και το μέτρο χρήζουν από τα 1873 απολογίας: «Οι απαρχαιωμένοι ποιητικοί τρόποι είχαν μεγάλο μερίδιο στην αλχημεία του λόγου μου» ή «..εξηγούσα τις μαγικές σοφιστείες μου με λεκτικές παραισθήσεις!» ή «Γινόμουν εριστικός. Αποχαιρετούσα τον κόσμο με ρομάντζες» 4είναι στίχοι με ένα μάλλον αυτοσυγχωρητικό και λυτρωτικό περιεχόμενο από κάποιον που τελειώνει αυτήν την εξομολογητική του ενότητα με το στίχο: «ότι έγινε, έγινε. Τώρα μπορώ να χαιρετίσω την ομορφιά». Στην νέα εποχή η κατάλυση των σχημάτων είναι τουλάχιστον σύμφωνη με την διαπίστωση της κατάλυσης της εσωτερικής ενότητας. Η αποσπασματικότητα και η ασυνέχεια της μουσικότητας είναι τουλάχιστον αντικατοπτρισμός της αφωνίας ενός κατατετμημένου εσωτερικά Υποκειμένου. Πλέον ο μοντερνισμός, με παντιέρα φανερή τον ελεύθερο στίχο και αφανέρωτη την πεποίθηση πως κάτι άλλο αυτάρκες και ολικό υπάρχει, που μπορεί να συγκρατεί και να νοηματοδοτεί τις αποσχιστικές τάσεις μιας δημιουργώσας εσωτερικότητας, έχει φτάσει. Και αυτό το κάτι άλλο είναι η γλώσσα.
Στον 20ου αιώνα η ποίηση στοχεύει στην άρση των δεδομένων, στην κατάλυση της εξοικείωσής μας με την πραγματικότητα. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι η διατάραξη του βασικού ποιητικού οργάνου, της γλώσσας. Πλέον ο πειραματισμός πάνω στις παραδιδόμενες μορφικές νόρμες, επιφέρει τον εξοστρακισμό του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την παραβίαση γραμματικών και συντακτικών κανόνων, την ελλειπτικότητα και την αποσπασματικότητα των προτάσεων. Τη θέση τους παίρνουν τολμηρές μεταφορές, απροσδόκητοι και ετερόκλητοι συνδυασμοί λέξεων, άφθονες εικόνες και ελεύθεροι συνειρμοί. Η ποιητική γλώσσα γίνεται συμβολική, υπαινικτική, πολύσημη, και αδιάφορη ως προς το να υπακούσει οποιουδήποτε είδους σύμβαση που εκπορεύεται από την πραγματικότητα. Η λεγόμενη ανοικειωτική λειτουργία της γλώσσας, η δυνατότητα που έχει η γλώσσα να αποαυτοματοποιεί την πραγματικότητα και να δημιουργεί μια νέα, εξολοκλήρου δικιά της, είναι το κατεξοχήν στοιχείο ταυτότητας της μοντέρνας ποίησης. Μέσω της ανοικείωσης, η αυτοαναφορικότητα της τέχνης των ρομαντικών, εννοείται στην ποίηση ως αυτοαναφορικότητα της γλώσσας, εντός της οποίας εγγράφεται και δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα και εκτός της οποίας δεν υπάρχει λογοτεχνία.
Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να πούμε πως η μοντέρνα ποίηση καλλιέργησε στην έννοια του κλειστού, εσωστρεφούς και αυτόνομου κειμένου. Οι όποιες αναφορές της στην πραγματικότητα μπορούν να αναζητηθούν μονάχα μέσω των μηχανισμών που η ίδια η ποιητική γλώσσα προσφέρει. Για παράδειγμα η αντικειμενική συστοιχία είναι μια εσωτερική δυνατότητα του λόγου που προκαλεί τον αντίστοιχο και συγκεκριμένο συγκινησιακό συνειρμό. Αυτή ακριβώς η εσωτερικότητα του μοντερνισμού ήταν η αιτία να κατηγορηθεί από τα πρωτοποριακά κινήματα που άνθισαν στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Εκφάνσεις του ίδιου του μοντερνισμού, τα κινήματα της πρωτοπορίας άρχισαν εκ των έσω να τον αμφισβητούν και να αρθρώνουν χαρακτηριστικά μιας δικιάς τους αυτονομίας. Όπως και στα μέσα του 19ου αιώνα ,όταν ο ρομαντισμός στο απόγειό του δέχονταν εκ των έσω την μπωντλερική αμφισβήτηση, έτσι και τώρα η έννοια της πρωτοπορίας και της avangarde αμφισβητούν το κατεξοχήν νεωτερικό κίνημα ,τον μοντερνισμό, την στιγμή που ως τέτοιο εδραιώνεται.
Συγκεκριμένα, κινήματα όπως ο εξπρεσιονισμός, ο φουτουρισμός, το νταντά και κυρίως ο υπερρεαλισμός κατηγόρησαν τους εκπροσώπους του μοντερνισμού για μια σχολαστικιστική εμμονή στις νέες μορφές, για αποκοπή τους από την πραγματικότητα, για ελιτισμό και αδιαφορία για το κοινό και γενικά για τον κόσμο γύρω τους. Σε αντίθεση με τον μοντερνισμό που δεν έπαψε ποτέ να διακηρύσσει την πίστη του στην έννοια του ολοκληρωμένου έργου τέχνης και στην αυτονομία του καλλιτεχνικού θεσμού, η πρωτοπορία, αυτή η θνησιγενής έκφανση νεοτερικότητας, πρέσβευε την ουσιαστική κατάργηση της έννοιας της τέχνης και την απορρόφησή της από την πραγματικότητα, εμμέσως καθιστώντας την, με την ουσιαστική έννοια του όρου, μια κατεξοχήν επαναστατική ανθρώπινη διεργασία. Η πρωτοπορία θεώρησε την λογοτεχνία του μοντερνισμού ως ένα παιχνίδι αισθητικής τάξης, ανίκανο να διαδραματίσει ρόλο ριζοσπαστικό πάνω στην ανθρώπινη ζωή. Αυτόν τον ρόλο θέλησαν αυτά τα καλλιτεχνικά ρεύματα να παίξουν.
Βέβαια δεν συμμερίζονται όλοι την διάκριση ανάμεσα στο μοντέρνο και την πρωτοπορία. Όπως είπαμε, αυτές οι νεωτερικές καλλιτεχνικές στάσεις, εγκιβωτισμένες χρονικά η μία μέσα στην άλλη, έχουν κάθε λόγο να αντιμετωπίζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Το γεγονός όμως της εναντίωσης από μέρους πρωτοπορίας απέναντι σε κάθε είδους συμβατική αρχή όχι μόνο στο πεδίο της τέχνης ,είναι κάτι που σαφώς διαχωρίζει την πρωτοπορία από το μοντέρνο. Η πρωτοπορία, αν για κάτι διακρίνεται, είναι πως δεν μιλά μέσα από τις αγκυλώσεις που έθεσε η αυτοαναφορικότητα του μοντερνισμού και στην οποία βασιλεύουν οι νόμοι της ποιητικής γλώσσας, αλλά, αφού τις αφομοιώνει, τις υπερβαίνει και αναπτύσσει αιτήματα για κάθε πτυχή της ανθρώπινης πραγματικότητας. Αυτή η ολοκληρωτική εικόνα που θέτει για τον εαυτό της η πρωτοπορία, ως επαναστατική απάντηση στα υπαρκτά αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, χάθηκε στην μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο μεγαλόπνοο αίτημα και την μη ρεαλιστική ικανοποίησή του. Όμως ακριβώς σε αυτά τα αναρχικά, παιγνιώδη και ακτιβιστικά καλλιτεχνικά ρεύματα, βρίσκει πολλούς από τους προγόνους του το post-modern, έννοια με την οποία θα ασχοληθούμε στο επόμενο κείμενο μας.



1 Μ Beardsley, Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών, μτφ Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα 1989, σ 220-223
2 Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην Κόλαση, μτφ Χριστόφορος Λιοντάκης, Αθήνα 2004, σ17
3 H. R Jauss, « T he poetic text within the Change of Horizons Of Reading: The example of Baudelaire’s “Spleen II”» στο Aesthetic Experience and Literary Hermeneutics, Minnesota 1982, σ 173

4 Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην Κόλαση, μτφ Χριστόφορος Λιοντάκης, Αθήνα 2004, σ 77
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA