Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο Μεγάλος Δρόμος αφηγήματα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης (1945), αποτελεί –αναμφηρίστως- μία από τις πιο ουσιαστικές και διακριτές ποιητικές μορφές, που εντάσσονται στην λεγόμενη ποιητική γενιά τού 1970. Η λυρική υφή, η δραματικότητα τής ατομικής εκμυστήρευσης, ο διάπυρος πολύσημος ερωτισμός και η ένταξη στο μυστήριο της Φύσεως, είναι μερικά μόνον χαρακτηριστικά της Τέχνης του, ξεκινώντας από το λυσιτελώς κρυπτικό ‘’Τέλος του τοπίου’’, (1973), μέχρι το ποιητικώς, αισθητικώς κορυφαίο : ‘’Στο τέρμα της πλάνης’’, (2010).

Στην συλλογή αφηγημάτων, υπό τον αρμόδιο τίτλο: ‘’Ο Μεγάλος Δρόμος’’, ο Λιοντάκης επιστρέφει στο καταγωγικό χωριό του, ονόματι Ίνι (του Ηρακλείου Κρήτης), και αναμιμνήσκεται τις προσωπικές στιγμικές ψυχονοητικές του μνημειώσεις, που ανασύρει -ευχερώς- από την πολύπτυχη παιδική του ηλικία.

Ο Λιοντάκης ανασυνθέτει εικόνες και σπαράγματα, με έναν ασυλλήπτως τρυφερά εξομολογητικό τρόπο, προσφιλέστατο στον εκάστοτε αναγνωστικό δέκτη: « Μαζί με άλλα παιδιά, γυμνά, ανάμεσα στις πικροδάφνες και τα βούρλα, τσαλαβουτούσαμε στο νερό μέσα στις λάσπες και τις πέτρες, αναζητώντας ένα βαθύ σημείο να κολυμπήσουμε.»

Η προσκόλληση στην θαλπική, πενθική και ολιγόλογη γιαγιά , η συμμετοχή στις κοπιώδεις αγροτικές -των γονέων- εργασίες ,η ενυπάρχουσα μαγεία της ανακάλυψης του φαινομενικά περιττού, ο απαρέγκλιτος εκκλησιασμός, η ενδοψυχική ψαύση των λεπτότατων, παντοειδών ανθέων, η γαστριμαργική εμμένεια, οι αυτοερωτικές εντός της Φύσεως- παιδικές εμπειρίες, ο φυσικός εν τέλει χώρος, συνιστούν διεξόδους εκτονωτικές κι ευφορικές για τον αφομοιωτικό, λεπταίσθητο Χριστόφορο.

Πέραν τούτων, υπάρχουν και μνημονικά αγκάθια, όπως οι δυσχερέστατες κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές μετεμφυλιακές παράμετροι, που βιώνει ως παιδί του επαρχιακού γνόφου.

Το πιο ανεξάλειπτο όμως μνημονικό αγκάθι του Λιοντάκη, συνιστά το γεγονός τής αυτοχειρίας του (εκ μητρός) παππού του, εφόσον όπως λέγει, «Σφαδάζει εντός μου // ένας πρόγονος σφαγμένος» [από το ποίημα: Η καταγωγή του καπνιστή, της ποιητικής συλλογής ‘’Ο μινώταυρος μετακομίζει’’ 1982].

Με επίζηλη λεπτουργία και απαράβλητη μνημοτεχνική ο Λιοντάκης, αναδημιουργεί μιαν αμετακλήτως χαμένη ανθρωπογεωγραφία, την οποία εξεικονίζει κατά τρόπο –ομολογουμένως- δραστικότατο στο προκείμενο, νεωστί εκδοθέν βιβλίο αφηγημάτων του ‘’ Ο Μεγάλος Δρόμος’’.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA